ΒΙΟΣ: Άγιος Ανδρέας - Ο πρωτόκλητος Απόστολος

Published in Βίοι Αγίων

Ο Άγιος Ανδρέας - Ο πρωτόκλητος Απόστολος

Πηγές του βίου και του μαρτυρίου του

Όσα αναφέρονται στον άγιο απόστολο του Χριστού, Ανδρέα τον πρωτόκλητο βασίζονται σε αρχαίες πηγές. Για την περίοδο μέχρι την Πεντηκοστή στα ιερά Ευαγγέλια και τις Πράξεις των Αποστόλων. Για τη μετέπειτα δράση και το μαρτύριό του, σε παλαιά γραπτά μνημεία και την εκκλησιαστική παράδοση. Εκτός λοιπών από τις πληροφορίες της Καινής Διαθήκης, τις οποίες θα μνημονεύσουμε στη συνέχεια, για το άγιο μας αρυόμαστε τα σχετικά από: α. Τις Πράξεις και μαρτύριον του αγίου αποστόλου Ανδρέου, έργο του 2ου αιώνος, αγνώστου συγγραφέως ή του Λευκίου. Κατ’ άλλους πρόκειται περί εγκυκλίου των πρεσβυτέρων της Αχαΐας. β. Τις Πράξεις Ανδρέου και Ματθία εις την πόλιν των ανθρωποφάγων, που επίσης αποδίδονται στον Λεύκιο. γ. Το έργο Περί του βίου, των πράξεων και της τελευτής του αγίου Ανδρέου του πρωτόκλητου, που συνέγραψε ο μοναχός και πρεσβύτερος Επιφάνιος (περί το 1015) και περιέχεται στην “Ελληνική Πατρολογία” του J. - P. Migne (τόμος 120, 216–260). δ-ε. Το έργο “Πράξεις και Περίοδοι του αγίου αποστόλου και πανευφήμου Ανδρέου” εγκωμίω συμπεπλεγμέναι και το έργο, “Μαρτύριο του αγίου αποστόλου Ανδρέου” που στηρίζονται σε κώδικες του 11ου - 12ου αιώνα (και εκδόθηκαν από τον Bonnet). στ. Το έργο Passio sancti Andreae apostoli στη λατινική γλώσσα. ζ. Το Συναξάριο της 20ης Νοεμβρίου με το Υπόμνημα εις τον άγιον απόστολον Ανδρέαν τον πρωτόκλητον. Και τέλος η. Την υμνολογία (Εσπερινού και Όρθου) της εορτής του.

Με τη σύνθεση της ζωής, της δράσεως, της διδασκαλίας, του μαρτυρίου, τις περιπέτειες των ιερών λειψάνων και την επανακομιδή της τιμίας κάρας του στην Πάτρα (1964) έχουν ασχοληθεί κατά τα νεότερα χρόνια δόκιμοι συγγραφείς, πατρεύς (1899), ο Π. Ν. Τρεμπέλας (1956). ο αρχιμ. Φώτιος Σ. Κωνσταντινίδης (1971) και ο Χρ. Μ. Ενιολείδης (1975, 1978), τα έργα των οποίων λάβαμε υπόψη κατά τη σύνταξη του παρόντος.

Η κλήση του στο αποστολικό έργο

Ο Ανδρέας ήταν γιος του Ιωνά. Γεννήθηκε στη Βησθαϊδά της Γαλιλαίας. Τόσο ο πατέρας του, όσο και ο ίδιος, καθώς και ο μεγαλύτερος σε ηλικία αδελφός του Πέτρος ήταν ψαράδες. Και ναι μεν δεν είχαν τη δυνατότητα να μάθουν πολλά γράμματα, δεν παρέλειψαν όμως να μάθουν πολλά γράμματα, δεν παρέλειψαν όμως να καλλιεργήσουν τη θρησκευτική τους πίστη, ως ευσεβείς Ισραηλίτες. Γι’ αυτό και παρακολουθούσαν τακτικά τα κηρύγματα του Ιωάννου του Βαπτιστού και ανήκαν στο στενό κύκλο των μαθητών του.

Αντίθετα με τον αδελφό του Πέτρο ο Ανδρέας δεν είχε νυμφευθεί. Μυ έχοντας λοιπόν δική του οικογένεια έφυγε από τη Βηθσαϊδά και κατοικούσε με τον έγγαμο αδελφό του στην Καπερναούμ (Μάρκ. 1,29). Ίσως αυτός ήταν και ο λόγος που είχε προσκολληθεί περισσότερο στον Ιωάννη τον Πρόδρομο και αξιώθηκε μαζί με τον Ιωάννη, το μετέπειτα αγαπημένο μαθητή του Κυρίου, να γνωρίσει πρώτος τον Μεσσία Χριστό. Ιδού πως περιγράφει το ιερό Ευαγγέλιο αυτή τη θεία γνωριμία:

Την άλλη μέρα, ο Ιωάννης (Βαπτιστής) στεκόταν πάλι με δύο από τους μαθητές του και καθώς είδε τον Ιησού να προσπερνάει, είπε: “Αυτός είναι ο αμνός του Θεού”. Οι δύο μαθητές τον άκουσαν να το λέει και ακολούθησαν τον Ιησού. Ο Ιησούς γύρισε και, βλέποντάς τους να τον ακολουθούν, τους είπε: “Τι θέλετε;”. Κι αυτοί του απάντησαν: “Ραββί - που σημαίνει διδάσκαλε - που μένεις;”. Ελάτε και θα δείτε“, του λέει. Πήγαν λοιπόν, και είδαν που μένει, κι εκείνη την ημέρα έμειναν κοντά του, η ώρα ήταν περίπου τέσσερις το απόγευμα. Ο ένας από τους δύο που άκουσαν τα λόγια του Ιωάννη κι ακολούθησαν τον Ιησού ήταν ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σίμωνος Πέτρου. Βρίσκει σε λίγο τον αδελφό του το Σίμωνα και του λέει: ”Βρήκαμε το Μεσσία“ - που σημαίνει το Χριστό. Και τον έφερε στον Ιησού. Ο Ιησούς τον κοίταξε καλά και του είπε: ”Εσύ είσαι ο Σίμων, ο γιος του Ιωνά, εσύ θα ονομαστής Κηφάς" - που σημαίνει Πέτρος (Ιω. 1, 35–43).

Ακολούθησε η κλήση τους στο αποστολικό αξίωμα, όπως το περιγράφει ο ιερός ευαγγελιστής Ματθαίος: Καθώς ο Ιησούς περπατούσε στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας, είδε δύο αδέλφια, το Σίμωνα, που τον έλεγαν και Πέτρο, και τον αδελφό του τον Ανδρέα, να ρίχνουν τα δίχτυα στη λίμνη, γιατί ήταν ψαράδες. “Ακολουθήστε με”, τους λέει, “και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων”. Κι αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα και τον ακολούθησαν (4, 18–20), και το επαναλαμβάνει ο ιερός Μάρκος (1, 16–18).

Το όνομα του Ανδρέα μνημονεύεται ακόμα και στις εξής περιπτώσεις στην Καινή Διαθήκη: Στον Κατάλογο των αποστόλων (Ματθ. 10,2. Μάρκ. 3,18. Λουκ. 5,14 και Πράξ. 1, 13). Όταν μαζί με τους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη ρώτησε τον Ιησού πότε θα γίνουν αυτά και ποιο είναι το σημάδι που θα αναγγείλει τη συντέλεια όλων αυτών (Μάρκ. 13,4), τότε που ο Κύριος είχε προαναγγείλει την καταστροφή του ναού του Σολομώντα. Επίσης όταν ενημέρωσε τον Ιησού Χριστό, εκεί στην έρημο, ότι είναι εδώ ένα παιδί που έχει πέντε κρίθινα ψωμιά και δύο ψάρια, αλλά τι είναι αυτά για τόσους ανθρώπους; (Ιω. 6, 9). Και τέλος όταν μερικοί Έλληνες ζήτησαν να δουν τον Ιησού: Αυτοί λοιπόν πήγαν στο Φίλιππο, και τον παρακαλούσαν με αυτά τα λόγια: “Κύριε, θέλουμε να δούμε τον Ιησού”. Πηγαίνει ο Φίλιππος και το λέει στον Ανδρέα. Έπειτα έρχονται ο Ανδρέας και ο Φίλιππος και το λένε στον Ιησού. Ο Ιησούς τότε τους απάντησε: “Ήρθε πια η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου” (Ιω. 12, 21–23).

Η αποστολική δράση του στη Σινώπη και την Αμισό

Και ενώ είναι γεγονός ότι στο βιβλία της Καινής Διαθήκης δεν γίνεται άλλη ονομαστική αναφορά στον απόστολο Ανδρέα, εντούτοις είναι βέβαιο ότι και αυτός, όπως και οι λοιποί απόστολοι, ακολούθησε τον Ιησού Χριστό σε όλες τις δραστηριότητες του κατά την τριετή δημόσια διδασκαλία του και άκουσε τις άκουσε τις οδηγίες του όταν τους έλεγε να πορευτούν για να κάνουν μαθητές του όλα τα έθνη, βαφτίζοντας τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και να τους διδάξουν να τηρούν όλες τις εντολές που τους είχε δώσει (Ματθ. 28, 19–20). Μετά δε την Ανάληψη του Κυρίου και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής (Πράξ. 2, 1–4), αφού για μεγάλο διάστημα παρέμεινε και ο Ανδρέας στην Ιερουσαλήμ κηρύσσοντας το λόγο του Θεού, όπως οι λοιποί απόστολοι, έλαβε χώραν ο λιθοβολισμός του πρωτομάρτυρος αγίου Στεφάνου, η κλήση στο αποστολικό αξίωμα του Παύλου και δο διωγμός των χριστιανών. Τότε ακολούθησε η διασπορά των Δώδεκα αρχικά στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ και της Παλαιστίνης και στη συνέχεια οι αποστολικές περιοδείες σε όλο το γνωστό τότε κόσμο, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων (δηλαδή και ο Κύριος συνεργούσε μαζί τους κι επιβεβαίωνε το κήρυγμά τους με τα θαύματα που το συνόδευε - Μάρκ. 16, 20).

Στο απόστολο Ανδρέα έλαχε η περιοχή των παραλίων του Ευξείνου Πόντου και της Σκυθίας. Σύμφωνα λοιπόν με αναφορές που γίνονται στις πηγές του βίου του, ο άγιος μας κήρυξε στη Νίκαια, τη Νικομήδεια, τη Βιθυνία, τη Γοτθία, τη Σεβαστούπολη, την Αμισό (Σαμψούντα), την Τραπεζούντα, την Ηράκλεια, την Αμόστριδα, τη Σινώπη, και το Βυζάντιο (μετέπειτα Κωνσταντινούπολη). Εκχριστιάνισε επίσης τους αρχαίους λαούς Αλανούς, Αβασγούς, Ζηκχούς, Βοσπορινούς και Χερσονίτες, για να καταλήξει - δια της Θράκης, Μακεδονίας και Θεσσαλίας - στην Αχαΐα και να μαρτυρήσει στην Πάτρα.

Στις αποστολικές του περιοδείες συνοδευόταν πάντοτε από τον απόστολο Ματθία, ενώ περιόδευε και με τον αδελφό του Πέτρο. Ιδιαίτερα σημαντική και καρποφόρα υπήρξε η δράση του στις πόλεις Σινώπη και Αμισό, όπου συνέστησε χριστιανικές κοινότητες, παρόλο που οι κάτοικοί τους ήταν διαιρεμένοι μεταξύ τους, εξαιτίας των διαφορετικών θρησκειών, και είχαν “ανήμερον το ήθος και τον τρόπον βάρβαρον”, τόσο που να αποκαλούνται “ανθρωποφάγοι”. Στη Σινώπη μάλιστα μερικοί από αυτούς συνέλαβαν τον Ματθία, τον φυλάκισαν και είχαν σκοπό να θέσουν τέρμα στη ζωή του. Ο απόστολος όμως Ανδρέας τον ελευθέρωσε θαυματουργικά και έφυγε μαζί και με άλλους μαθητές του, πηγαίνοντας “εις την Αμισηνών πόλιν παρά την θάλασσαν του Ευξείνου κειμένην”, όπου φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Δομετιανού, ιουδαίου στην πίστη. Κηρύττοντας στην πόλη αυτή ίδρυσε χριστιανική κοινότητα, καθιέρωσε υθσιαστήριο και χειροτόνησε πρεσβυτέρους και διακόνους, κάποιους άνδρες απ’ αυτούς που είχαν πιστέψει και βαπτιστεί και ήταν άξιοι για το λειτούργημα της ιερωσύνης.

Στη συνέχεια κήρυξε σε χωριά και πόλεις της χώρας του Πόντου, ιδιαίτερα στην Τραπεζούντα. Κατόπιν επισκέφθηκε την περιοχή των Ιβήρων και αφού περασε “τα της Παρθικής χώρας μέρη”. πήγε στα Ιεροσόλυμα για να συναντήσει τους άλλους αποστόλους και να συνεορτάσει το Πάσχα και την Πεντηκοστή. Επιστρέφοντας μέσω Αντιοχείας, πέρασε και από την Έφεσο. Έπειτα κήρυξε στη Λαοδίκεια της Φρυγίας, την Οδυσσούπολη της Μυσίας, τη Νικομήδεια, την Καλχηδόνα και κατέληξε για δεύτερη φορά στη Σινώπη.

Όταν οι κάτοικοι της πόλης αυτής πληροφορήθηκαν την άφιξή του, θύμωσαν, συγκεντρώθηκαν και “θηριωδώς ώρμησαν κατ’ αυτού”. Τον συνέλαβαν και του είπαν: Αυτά που μας έκανες, θα σου κάνουμε και εμείς. Και του θύμισαν τον τρόπο με τον οποίο είχε θαυματουργικά ελευθερώσει τον φυλακισμένο Ματθία. Αφού συσκέφθηκαν, αποφάσισαν να τον δέσουν από τον τράχηλο με χοντρό σχοινί και να τον διασύρουν στις πλατείες και τα στενά της πόλεως και όταν πεθάνει να μοιράσουν και να φάνε το σώμα του!

Τον υπέβαλαν σ’ αυτό το φρικτό μαρτύριο και ’αι σάρκες αυτού εκολλώντο εν τη γη και το αίμα αυτού έρρεεν ώσπερ ύδωρ εις την γην“. Όμως ο άγιος Ανδρέας δεν πέθανε. Γι’ αυτό τον έριξαν στη φυλακή. Το άλλο πρωί τον υπέβαλαν στο ίδιο μαρτύριο, πράγμα που επανέλαβαν και το επόμενο πρωινό. Η εξάντλησή του ήταν τέτοια ώστε οι ”ανθρωποφάγοι“ της Σινώπης να σκέπτονται αν την άλλη μέρα θα τον βρουν ζωντανό, αφού είχε ατονήσει και οι σάρκες του είχαν ”δαπανηθεί".

Την νύχτα όμως εκείνη “παρεγένετο ο Κύριος εν τη φυλακή” και απλώνοντας το χέρι του είπε στον Ανδρέα: “Δος μοι την χείρα σου και ανάστα υγιής”. Και, ω του θαύματος, ο Ανδρέας έγινε τελείως υγιής, ενώ συγχρόνως ξέσπασε κατακλυσμός αλμυρών υδάτων που έπνιξε πολλούς και απείλησε ολόκληρη την πόλη. Οι κάτοικοι της Σινώπης, μπροστά στον κίνδυνο, κατάλαβαν το λάθος τους και έσπευσαν να ζητήσουν τη βοήθεια του Θεού του Ανδρέα. Ο οποίος ζήτησε και ο Κύριος κατέπαυσε τον κατακλυσμό. Έτσι, “εξήλθε Ανδρέας εκ της φυλακής και τότε πας ο όχλος ιδών αυτόν εβόων άπαντες ελέησον ημάς”.

Ο απόστολος Ανδρέας αξιοποίησε την ευκαιρία, κήρυξε ελεύθερα, χειροτόνησε διακόνους και πρεσβυτέρους και έφυγε για την Τραπεζούντα. Αργότερα και αφού “κατέσπειρεν εν Βοσπόρω τα θεία λόγια, πολλούς προς καρποφορίαν επιτηδείους κατέστησεν”. Επόμενος σταθμός του το Βυζάντιο, όπου χειροτόνησε και εγκατέστησε πρώτο επίσκοπο τον Στάχυ. Γι’ αυτό και ιδρυτής της Εκκλησίας της πόλεως αυτής (μετέπειτα Κωνσταντινουπόλεως) είναι ο πρωτόκλητος μαθητής του Κυρίου, ο απόστολος Ανδρέας. Και το οικουμενικό Πατριαρχείο την ημέρα της μνήμης του ιδρυτού της τιμά τη θρονική εορτή του (30 Νοεμβρίου)

Η μετάβασή του στην Πάτρα

Φεύγοντας από το Βυζάντιο πήγε στην Ηράκλεια, πόλη της Θράκης, όπου κήρυξε το μήνυμα του Ευαγγελίου. Λίγες ημέρες μετά αναχώρησε και περνώντας από πόλεις και χωριά της Μακεδονίας “κήρυττε, νουθετούσε, θεράπευε αρρώστους χειροτονούσε ιερείς και πολλούς καθοδηγούσε προς το δρόμο της σωτηρίας”, όπως αναφέρεται στις “Πράξεις Ανδρέου και Ματθία…”.

Αφού διήλθε κατόπιν τη Θεσσαλία και τη σημερινή Στερεά Ελλάδα έφτασε στην Πάτρα, πόλη ονομαστή τότε για του ναούς και τα αγάλματα, πόλη που ήταν η πολυανθρωπότερη στην Ελλάδα, την υποδουλωμένη στους Ρωμαίους. Φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Σωσσίου, τον οποίο θεράπευσε από ανίατη ασθένεια, με επίθεση των χειρών του, και τον έκανε μαθητή του. Η φήμη του θαύματος διαδόθηκε στην πόλη και έφτασε στην ακοή και του ανθυπάτου που λεγόταν Λέσβιος. Όντας φανατικός ειδωλολάτρης θεώρησε τον απόστολο Ανδρέα ως “μάγον και απατεώνα”, σχεδίαζε δε να τον συλλάβει και να τον θανατώσει. Τη νύχτα όμως, εντελώς απρόσμενα, αρρώστησε βαριά και παρέμεινε για πολλές ώρες άφωνος. Όταν κάπως συνήλθε, διέταξε άντρες της φρουράς του να αναζητήσουν τον Ανδρέα και να τον οδηγήσουν κοντά του. Μόλις η διαταγή του εκτελέσθηκε, με δάκρυα στα μάτια ο ανθύπατος τον παρακάλεσε με τούτα τα λόγια: “Άνθρωπε ξένε και γνώστα ξένου Θεού, ελέησον άνθρωπον πεπλανημένον και ταις των αμαρτημάτων κηλίσι κατεστιγμένον”.

Ο απόστολος Ανδρέας δεν έμεινε ασυγκίνητος από τα δάκρυα του ανθυπάτου. Μετά από σύντομη θερμή προσευχή στον Ιησού Χριστό, επέθεσε το χέρι του στο σώμα του ασθενούς και τον θεράπευσε, βοηθώντας τον συνάμα να σηκωθεί υγιής από το κρεβάτι του. Όπως ήταν επόμενο το νέο αυτό θαύμα διαδόθηκε αστραπιαία στην Πάτρα. Και όσοι είχαν ασθενείς στις οικογένειές ους τους έφερναν στον απόστολο του Χριστού Ανδρέα.

Εκείνος, “επιθείς τας χείρας εφ’ εκάστω αυτών, παρευθύς πάντας ιασάτο”. Η θαυματουργική αυτή δράση του, συνδυασμένη με το σωτήριο κήρυγμά του και την αγιότητα που ο ίδιος εξέπεμπε, προσείκλυε πολλού ειδωλολάτρες στη χριστιανική πίστη και το Βάπτισμα. Ανάμεσά τους και ο ανθύπατος Λέσβιος. Οι χριστιανοί διαρκώς πληθύνονταν και η Πάτρα απέκτησε μια πολυάριθμη χριστιανική κοινότητα.

Η θεραπεία της συζύγου του ανθυπάτου

Τα νέα όμως έφτασαν και στην Ρώμη, της οποίας ο αυτοκράτορας, επηρεαζόμενος και από εισηγήσεις επιτηδείων συμβούλων, θεώρησε τον ανθύπατο της Αχαΐας ως ανίκανο. Τον έπαυσε λοιπόν από το αξίωμά του και έστειλε στην Πάτρα ως αντικαταστάτη του τον Αιγεάτη. Ο Λέσβιος δεν στενοχωρήθηκε για το γεγονός. Αντίθετα χάρηκε διότι ήταν πλέον ελεύθερος να ακολουθεί τον απόστολο Ανδρέα σε όλες τις ιεραποστολικές του εξορμήσεις “εν πάση τη της Αζαΐας περιχώρω” και να τον βοηθάει στον θείο κήρυγμα.

Σύζυγος του νέου ανθυπάτου ήταν η Μαξιμίλλα, η οποία πρέπει να είχε κάποια θετική στάση απέναντι στη νέα θρησκεία. Διότι, μόλις εγκαταστάθηκε στην Πάτρα και πληροφορήθηκε τα σχετικά με τη δράση του αποστόλου Ανδρέα, έστειλε στο σπίτι του Σωσσίου, όπου διέμενε ο απόστολος, μια έμπιστη θεραπαινίδα ή συγγενή της (την Ιφιδάμα ή Εφιδαμία), προκειμένου να μάθει περισσότερα. Προτού όμως μπορέσει και η ίδια να γνωρίσει τον απόστολο του Χριστού όπως επιθυμούσε, αρρώστησε βαριά. Οι γιατροί της Πάτρα, παρά τις προσπάθειες που κατέλαβαν, δεν κατάφεραν να τη θεραπεύσουν. Τότε η ίδια σκέφθηκε τον απόστολο Ανδρέα. Έστειλε και τον κάλεσαν. Εκείνος έσπευσε με προθυμία κοντά της.

Μπαίνοντας στην κατοικία του ανθυπάτου βρήκε τον Αιγεάτη σε απόγνωση: Κρατούσε στα χέρια του μεγάλο μαχαίρι και ήταν έτοιμος να θέσει τέρμα στη ζωή του, γιατί επιθυμούσε να φύγει από τον εδώ κόσμο μαζί με την ετοιμοθάνατη γυναίκα του. Πρώτα ο απόστολος Ανδρέας του απηύθυνε το λόγο, με ήρεμη φωνή, λέγοντάς του: “Βάλε το μαχαίρι στη θέση του, και ζήτησε τη βοήθεια του Κυρίου και Θεού του ουρανού και της γης και αφού πιστέψεις σ’ αυτόν θα σωθείς”. Ύστερα, βάζοντας το χέρι του στο κεφάλι της άρρωστης Μαξιμίλλας, τη θεράπευσε αμέσως!

Ο ανθύπατος Αιγεάτης χάρηκε βέβαια για τη θεραπεία της γυναίκας του, αδιαφόρησε όμως για την αλήθεια. Μετρώντας τα πάντα με την ειδωλολατρική πίστη και το υλικό φρόνημα, θεώρησε τον Ανδρέα ως επαγγελματία γιατρό. Και αποφάσισε να του δοθεί ως αμοιβή το ποσό των χιλίων χρυσών νομισμάτων. Ο απόστολος του Χριστού αρνήθηκε την αμοιβή, λέγοντας στον ανθύπατο ότι τα νομίσματα ανήκουν στον ίδιο, ενώ εκείνος θα έπαιρνε την αμοιβή του παλύ σύντομα. Εννοούσε με τα λόγια αυτά την προσχώρηση της Μαξιμίλλας στην χριστιανική πίστη.

Ο Αιγεάτης, παρόλο που έβλεπε πόσο μεγάλη απήχηση στο λαό είχε η όλη δράση του αποστόλου Ανδρέα, η οποία αυξήθηκε μετά τη θεραπεία της Μαξιμίλλας, δεν αντέδρασε αμέσως. Σχεδίαζε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά της χριστιανικής πίστεως μόλις επέστρεφε από τη Ρώμη, όπου θα μετέβαινε για να εμφανιστεί στον αυτοκράτορα.

Στη διάρκεια αυτής της απουσίας του έφτασε στην Πάτρα ο αδελφός του Στρατοκλής, συνοδευόμενος από τον έμπιστό του και πολύ αγαπητό υπηρέτη Αλκμάν. Η Μαξιμίλλα βρήκε την ευκαιρία να γνωριστούν αυτοί οι δύο με τον απόοστολο Ανδρέα, όταν αιφνιδίως ο Αλκμάν προσβλήθηκε από σοβαρή νόσο και ο Στρατοκλής βρέθηκε σε μεγάλη απόγνωση. Καθοδηγούμενος από τη Μαξιμίλλα αναζήτησε τον Ανδρέα. Ο άγιος του Θεού έσπευσε στο πραιτώριο όπου διέμενε ο Στρατοκλής. Πάνω από το κρεβάτι του Αλκμάν ήταν “μάγοι και φαρμακοί”, απελπισμένοι που δεν μπορούσαν να τον θεραπεύσουν. Ο απόστολος, αφού προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο και Θεό του, άπλωσε το χέρι του, έπιασε τον ασθενή και αφού τον σήκωσε όρθιο “συνεβάδιζε αυτός σωφρόνως και ευσταθώς και ευτάκτως ομιλών και ήδιστα ορών τον απόστολον”.

Μετά και το νέο τούτο θαύμα μέσα στο πραιτώριο (είχε προηγηθεί η θεραπεία της Μαξιμίλλιας), κάθε δισταγμός εξέλειπε. Η σύζυγος του ανθυπάτου, η Ιφιδάμα (ή Εφιδαμία), ο Στρατοκλής, ο Αλκμάν και άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντός τους βαπτίστηκαν και συγκαταριθμήθηκαν στη χριστιανική κοινότητα. Μέχρι που να επιστρέψει ο ανθύπατος Αιγεάτης από τη Ρώμη είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν βαθύτερα τη νέα πίστη και να ζήσουν μέσα σε κλίμα σύμπνοιας, ενότητας και αγάπης, “εν τω συνδέσμω της ειρήνης”.

Η φυλάκιση του αποστόλου Ανδρέα

Η επιστροφή του ανθυπάτου Αιγεάτη σήμανε και το τέλος της πνευματικής αυτής ατμοσφαίρας, μόλις αυτός ενημερώθηκε ότι η σύζυγος, ο αδελφός και άλλοι οικείοι του έγιναν χριστιανοί. Αρχικά απαίτησε από τη Μαξιμίλλα να επιστρέψει στη λατρεία των ειδώλων. Εκείνη όχι μόνο το αρνήθηκε, αλλά συνέστησε στον άντρα της να αρνηθεί εκείνος τα είδωλα και να ασπασθεί την πίστη στον μόνο αληθινό Θεό των χριστιανών. Ο Αιγεάτης οργίστηκε. Έγινε έξαλλος. Θεωρώντας δε ως υπαίτιο για ότι είχε συμβεί τον απόστολο Ανδρέα, διέταξε τη σύλληψη και φυλάκιση του “εν ασφαλεστάτη φρουρά”, ενώ τον απείλησε με πολλά και σκληρά βασανιστήρια, σε περίπτωση κατά την οποία δεν έπειθε τη Μαξιμίλλα να επανέλθει στη λατρεία των ειδώλων.

Αλλά και τη σύζυγό του προσπαθούσε να μεταπείσει με κολακείες ή και απειλές: Έλα, γύρισε κοντά μου, της έλεγε. Γίνε όπως ήσουν πρώτα. Έλα, κι εγώ για χάρη σου θα ελευθερώσω αυτόν τον ξένο, τον οποίο κρατώ δέσμιο και υπόδικο στη φυλακή. Αν όμως δεν με ακούσεις, σ’ εσένα μεν δεν θα κάνω κανένα κακό, ενθυμούμενος την προηγούμενη αγάπη μας. Τον ξένο όμως, τον οποίον “και πλέον εμού ποθούσα στέργεις, τούτον ποικίλους μετ’ ατιμίας αναλώσω βασάνοις” (“Μαρτύριον_”, 15).

Και ενώ ούτε οι κολακείες ούτε οι άλλες απειλές του συζύγου της συγκίνησαν τη Μαξιμίλλα, η τελευταία προειδοποίηση ότι θα οδηγήσει σε βασανιστικό θάνατο τον απόστολο Ανδρέα την αφόβισε. Γι’ αυτό και έτρεξε αμέσως στο δεσμωτήριο ώστε να ενημερώσει τον άγιο. Εκείνος, αντί να φοβηθεί, “μάλλον επεστήριζεν αυτήν εμμένειν τω φόβω του Κυρίου”. Καμία θλίψη, της έλεγε, δεν είναι αιώνια στην παρούσα ζωή. Πρέπει να την υπομένουμε για να χαρούμε στον ουρανό. Για μένα μην ανησυχείς. Θα χαρώ πολύ αν υποστώ - μιμούμενος τον Κύριο - ακόμα και σταυρικό θάνατο, ώστε να βρεθώ το ταχύτερο κοντά του για πάντα.

Ενισχυμένη από τα λόγια αυτά και το παράδειγμα του αποστόλου, η Μαξιμίλλα εμφανίστηκε πιο θαρραλέα στη νέα συνάντησή της με τον Αιγεάτη. Του δήλωσε μάλιστα ότι θεωρεί προτιμότερο τον μαρτυρικό θάνατο από το να ζει μαζί με έναν αμετανόητο ειδωλολάτρη. Τα λόγια της εξαγρίωσαν ακόμα περισσότερο τον άντρα της που οργισμένος της είπε: Αν αυτός ο γέροντας δεν σου αλλάξει τνώμη ώστε να ξαναγυρίσεις σ’ εμένα, εκείνον και εσένα θα σας παραδώσω στο θάνατο.

Ενώ όμως ο Αιγεάτης απειλούσε για να κάμψει το φρόνημα της Μαξιμίλλας, ο απόστολος του Χριστού την ενθάρρυνε, ώστε να παραμείνει σταθερή στην πίστη της: “Μη υποχωρήσεις εξαιτίας των απειλών”, της έλεγε. “Υπόμεινε. Φύλαξε τον εαυτό σου αγνό και καθαρό. από τη συναναστροφή σου μ’ αυτόν”. Όσο για μένα, δεν πτοούμαι, ούτε με τα λόγια ούτε με την εφαρμογή των απειλώ του. Είτε με παραδώσει σε αιμοβόρα θηρία, είτε με κάψει στην πυρά, είτε με πνίξει στη θάλασσα, είτε με αποκεφαλίσει με το ξίφος, είτε με καρφώσει σε σταυρό, θα μάθει τι σημαίνει αγάπη και αφοσίωση των χριστιανών στον Κύριο, προς τον οποίον έχουμε στραμμένο το βλέμμα μας και προς τον οποίον επειγόμαστε να πάμε, για να μετάσχουμε στη βασιλεία του, όπως ο ίδιος μας διαβεβαίωσε.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο εκεί παρευρισκόμενος Στρατοκλής, αδελφός του ανθυπάτου, συγκινήθηκε και δακρυσμένος άρχισε να στενάζει χωρίς διακοπή. Ο απόστολος Ανδρέας τον έπιασε από το χέρι και παρηγορώντας τον τον ρώτησε γιατί δεν ηρεμεί αλλά αναστενάζει έτσι. Εγώ, του είπε, χαίρομαι που σου αποκάλυψα τον λόγο του Κυρίου και τον έσπειρα στην καρδιά σου, σαν σε εύφορη γη, και έφερε καρπό εκατονταπλασίονα. Μη στενοχωρείσαι λοιπόν και μου ραγίζεις την καρδιά. Ο Στρατοκλής του απάντησε πως κλαίει γιατί απειλείται κατά του αποστόλου θάνατος και δεν θα ακούν πλέον τον θείο λόγο του. Και ο άγιος τον βεβαίωσε πως χαίρεται διότι η διδασκαλία του δεν έπεσε στο κενό και ότι γνωρίζει για τη δίκη, την καταδίκη και το μαρτύριό του που θα ακολουθήσουν σύντομα, για χάρη του Κυρίου και του Ευαγγελίου Του.

Καταδίκη και θάνατος με σταύρωση

Όταν ο ανθύπατος της Αχαΐας Αιγεάτης έχασε κάθε ελπίδα για μεταστροφή της γυναίκας του, πήρε τις τελικές αποφάσεις. Και επειδή, φοβούμενος τους γονείς της Μαξιμίλλας που ήταν επιφανείς, δεν τολμούσε να της κάνει κάτι έστρεψε όλη την οργή του κατά του αγίου, τον οποίο άλλωστε θεωρούσε και υπαίτιο για ότι είχε συμβεί.

Με διαταγή του οδήγησαν τον απόστολο Ανδρέα ενώπιόν του για να τον δικάσει με τη κατηγορία ότι διέδιδε μία νέα θρησκεία την οποία “οι Ρωμαίοι βασιλείς εξαφανίσει εκέλευσαν”, ενώ και οι συμπατριώτες του Ιησού, οι Ιουδαίοι, είχαν αποδοκιμάσει τη διδασκαλία του και μάλιστα τον κάρφωσαν επάνω στο σταυρό. Μετά την διατύπωση αυτής της κατηγορίας, μεταξύ του αγίου Ανδρέα και του ανθυπάτου Αιγεάτη έγινε ο διάλογος που ακολούθει και διασώζεται στις “Πράξεις και μαρτύριον του αγίου αποστόλου Ανδρέου”:

Ανδρέας: Αν ήξερες ποιο μυστήριο κρύβεται στο σταυρικό θάνατο του Κυρίου μου και από ποια αγάπη για το ανθρώπινο γένος τον δέχθηκε με την θέλησή του!

Αιγεάτης: Τι είναι αυτά που λες; Αφού προδόθηκε από το δικό ου μαθητή και συνελήφθη από τους Ιουδαίους και παραδόθηκε στον Πιλάτο και σύμφωνα με αίτημα των Ιουδαίων καρφώθηκε πάνω στο σταυρό, πως εσύ ισχυρίζεσαι ότι με τη θέληση του σταυρώθηκε;

Ανδρέας: Εγώ όμως ήμουν μαζί του και μπορώ σαν αυτόπτης να βεβαιώσω ότι με τη θέλησή του παραδόθηκε στο θάνατο. Διότι πολύ πριν συλληφθεί, μας προείπε ότι θα σταυρωνόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων, γνώριζε ποιος από τους μαθητές του θα τον πρόδιδε και, αν ήθελε, είχε καιρό να φύγει και να κρυφτεί, για να μην τον συλλάβουν οι Ιουδαίοι. Και όμως όταν επρόκειτο να τον προδλω΄σει ο μαθητής του, ατνί να κρυφτεί, πήγε σοτν τόπο =που συνήθιζε και τον οποίο γνώριζε καλά ο Ιούδας.

Αιγεάτης: Τέλος πάντων, είτε εκούσια είτε ακούσια, ομολογείς κι εσύ ότι σταυρώθηκε και θανατώθηκε ως κακούργος.

Ανδρέας: Είπα όμως ότι είναι “μέγα το μυστήριον του σταυρού”, αν ήθελες μάλιστα ευχαρίστως θα σου μιλούσα γι’ αυτό.

Ο ανθύπατος δέχθηκε να τον ακούσει, απειλώντας τον εκ προτέρου ότι αν δεν πεισθεί, θα υποβάλει τον απόστολο του Χριστού στον ίδιο σταυρικό θάνατο. Ο άγιος Ανδρέας του ανέπτυξε με δύναμη λόγου το μυστήριο του σταυρού, η παχυλή όμως άγνοια και ο ειδωλολατρικός φανατισμός δεν επέτρεψαν στον Αιγεάτη να παρακολουθήσει και να κατανοήσει τη σχετική διδασκαλία. Γι’ αυτό κάλεσε τον άγιο Ανδρέα να θυσιάσει στους θεούς του, διαφορετικά -του είπε- “εν αυτώ τω σταυρώ όνπερ επαινείς ραβδισθέντα σε προσπαγήναι προστάξω”. Στη συνέχεια, με εντολή του, οδηγήθηκε ο απόστολος και πάλι στο δεσμωτήριο, γιατί ο ανθύπατος ήθελε να εξαντλήσει κάθε ελπίδα για αλλαγή στάσεως του Ανδρέα και της Μαξιμίλλας.

Ενόσω ο πρωτόκλητος απόστολος βρισκόταν στο δεσμωτήριο, μέγα πλήθος λαού, χριστιανών ή θαυμαστών του, εκδήλωνε τη διάθεση να κάνει χρήση βίας προκειμένου να τον απελευθερώσει. Εκείνος όμως του νουθετούσε λέγοντάς τους να μη διαταράξουν την ειρήνη της πόλεως, ούτε να προκαλέσουν “στασιώδη και διαβολικήν ταραχήν”

Του έφερνε δε ως παράδειγμα τον Ιησού Χριστό, ο οποίος όταν παραδόθηκε συμπεριφέρθηκε με άκρα μακροθυμία. Και αφού τους καθησύχασε, συνέχισε ήρεμα να τους απευθύνει λόγια οικοδομής, ενώ οι χριστιανοί έψαλαν ύμνους. Τις νυχτερινές ώρες τέλεσε και το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και αφού μετέδωσε στου παρόντες το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, χειροτόνησε τον Στρατοκλή πρεσβύτερο, ώστε να έχει η νεοσύστατη Εκκλησία των Πατρών τον ποιμένα της. Κατόπιν, “ασπασάμενος άπαντας εν αγίω φιλήματι, απέλυσεν αυτούς εν ειρήνη”.

Όταν το πρωί ο ανθύπατος πληροφορήθηκε τα συμβάντα κατά τη νύχτα, κάλεσε στο βήμα τον άγοι Ανδρέα και με οργή, αφού αποδοκίμασε τα διατρέξαντα, τον κάλεσε για τελευταία φορά να θυσιάσει στα είδωλα. Ο απόστολος όμως του Χριστού του είπε με παρρησία ότι είναι έτοιμος να δεχθεί και τα χειρότερα βασανιστήρια τα οποία θα υπομείνει, για χάρη του Χριστού, με καρτερία. Τότε ο Αιγεάτης διέταξε αφού πρώτα δείρουν σκληρά τον άγιο, κατόπιν να τον δέσουν και όχι να τον καρφώσουν πάνω σε σταυρό, για να παραμείνει κρεμασμένος περισσότερο χρόνο και να παραταθεί έτσι το μαρτύριό του.

Ενώ λοιπόν οδηγείτο στον τόπο του μαρτυρίου, πολλοί χριστιανοί, έχοντας μαζί τους και τον Στρατοκλή, θέλησαν να τον ελευθερώσουν από το στρατιωτικό απόσπασμα. Ο άγιος Ανδρέας τους απέτρεψε, συνιστώντας τους να είναι επιεικείς, πράοι, ταπεινόφρονες και έτοιμου για μαρτύριο αν τους καλέσει ο Κύριος.

Σε λίγο έφτασε η πομπή “προς το χείλος της θαλασσίας ψάμμου”, όπου ήταν ήδη έτοιμος ο σταυρός, σε σχήμα Χ. Πλησιάζοντας τον ο άγιος Ανδρέας άρχισε να τον εξυμνεί “ως εμψύχω μετά φωνής ισχυράς”. Ύστερα έβγαλε το χιτώνα του και τον έδωσε στους δημίους και προέτρεψε το πλήθος να μη προβάλει αντίσταση στην απόφαση του Αιγεάτη.

Οι δήμιου τον έδεσαν σφιχτά πάνω στο σταυρό, με το κεφάλι προς τα κάτω χωρίς να τον καρφώσουν, σύμφων με την εντολή του ανθυπάτου. Όμως, ’ευπρεπείας και ευλαβείας ένεκεν, εν φαίνεται εσταυρωμένος“. Όταν απομακρύνθηκαν, οι παριστάμενοι χριστιανοί περικύκλωσαν τον σταυρωμένο άγιο για να ακούσουν ”παρά του αποστόλου ωφέλιμόν τι". Κι εκείνος δεν του στέρησε αυτήν την επιθυμία τους.

Για τρία ημερόνυχτα ο άγιος Ανδρέας έμεινε δεμένος πάνω στο σταυρό, νουθετώντας χριστιανούς και καλοπροαίρετους ειδωλολάτρες. Την τέταρτη ημέρα εξαγριωμένο πλήθος όρμισε στην αίθουσα που δίκαζε ο ανθύπατος και άρχισε να φωνάζει ότι ήταν άδικη η απόφαση του για τον Ανδρέα, που σε τίποτε δεν έβλαψε, αντίθετα ευεργέτησε την πόλη. Απαίτησε μάλιστα να τον λύσουν για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Μπροστά στην απειλή εξέγερσης ο Αιγεάτης αποφάσισε να μεταβεί στον τόπο όπου βρισκόταν ακόμα ζωντανός και κρεμασμένος ο άγιος. Κάποιοι πίστεψαν ότι θα τον ελευθέρωνε και έσπευσαν να ειδοποιήσουν τη Μαξιμίλλα, τον Στρατοκλή και τον άγιο Ανδρέα.

Όταν το πληροφορήθηκε ο απόστολος του Χριστού και καθώς είδε να καταφθάνει και ο ανθύπατος, τον παρακάλεσε να μη τον λύσει, αφού ήδη “τον βασιλέα μου ορώ και προσκυνώ”. Επειδή όμως το πλήθος απαιτούσε την απελευθέρωση του, ο άγιος “μετά φωνής μεγάλης ατενίσας εις τον ουρανόν, είπε: Μη επιτρέψεις, Δέσποτα, εμέ τον επί ξύλου αναρτηθέντα πάλιν λυθήναι”. Και αφού είπε αυτά και ύμνησε τον Θεό, “παρέδωσε το πνεύμα του”.

Η αυτοκτονία του ανθυπάτου

Η Μαξιμίλλα, με τη βοήθεια του Στρατοκλή, έλυσε το νεκρό πλέον σώμα του αγίου αποστόλου και αφού το ευτρέπισε και το άλειψε με αρώματα το έθαψε στον τάφο που είχε ετοιμάσει για την ίδια, “πλησίον του αιγιαλού”. Εκεί κοντά, σε μικρό σπίτι, παρέμεινε και η ίδια “κατάκλειστος” και δεν θέλησε πλέον να έχει επικοινωνία με τον ανθύπατο σύζυγό της.

Εκείνος, διαπιστώνοντας ότι δεν κατάφερε να επαναφέρει κοντά του τη σύζυγο, καταλήφθηκε από μανία και έπεσε σε πλήρη απόγνωση. Τη νύχτα δε μέσα στην βαθιά ησυχία, σηκώθηκε και αφού ξέφυγε από την προσοχή όλων, “Έρριψεν ευατόν αφ’ ύψους μεγάλου” και “εν μέση αγορά της πόλεως κυλιόμενος εξέπνευσε”. Μετά το οικτρό τούτο τέλος, μερίμνησε ο αδελφός του Στρατοκλής να ταφεί το σώμα του Αιγεάτη, “μεταξύ των βιαίως αποθανόντων”.

Οι περιπέτειες του ιερού λειψάνου

Ακόμη και κατά την περίοδο των διωγμών ο τάφος του αγίου Ανδρέα παρέμεινε ανέπαφος και ήταν αφορμή “πολλών ιάσεων” των πασχόντων. Επί της βασιλείας όμως του Κωνσταντίνου, γιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, διατάχθηκε ο άγιος Αρτέμιος, στρατιωτικός “περιβόητος”, να μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη από διάφορα σημεία της αυτοκρατορίας, τα ιερά λείψανα αγίων αποστόλων. Μεταξύ αυτών του ευαγγελιστού Λουκά από τη Θήβα και του αγίου Ανδρέα από την Πάτρα. Οι χριστιανοί της Πάτρας αρνήθηκαν την παράδοση. Και μόνο τότε συγκατατέθηκαν, όταν ο Αρτέμιος ανέλαβε γενναιόδωρα να κατασκευάσει το υδραγωγείο της πόλεως. Τα μεταφερθέντα ιερά λείψανα κατατέθηκαν “ένδον της αγίας Τραπέζης του ναού των Αγίων Αποστόλων” που είχε ανεγείρει ο Μέγας Κωνσταντίνος. Το γεγονός έλαβε χώραν στις 3 Μαρτίου του έτους 357. Διακόσια περίπου χρόνια αργότερα (έτος 550) έγινε νέα κατάθεσή τους σε λαμπρότερο ναό των Αγίων Αποστόλων που ανήγειρε ο Ιουστινιανός.

Από διάφορες αρχαίες πηγές μαρτυρείται ότι ο άγιος Αρτέμιος δεν μετέφερε ολόκληρο το ιερό λείψανο του αποστόλου Ανδρέα στην Κωνσταντινούπολη. Αναφέρεται ύπαρξη τεμαχίων του λειψάνου “εν τοις ορίοις της Θεσσαλονίκης” (Ιωάννης ο υμνογράφος, 9ος αιώνας), στην Κόρινθο και στην Αθήνα ο όσιος Φραντίνος), σε μονές του Αγίου Όρους, ενώ και πριν τις σταυροφορίες και την άλωση της Πόλης (1453) “η τίμια κάρα φέρεται υπάρχουσα εν Πάτραις”. Εξάλλου στην Δύση κυκλοφορούν πολλές παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες τεμάχια ιερών λειψάνων του αγίου Ανδρέα διακομίσθηκαν σε αρκετά σημεία της, γεγονός που πείθει ότι δεν έγινε ανακομιδή ολόκληρου του ιερού λειψάνου του αγίου στην Κωνσταντινούπολη.

Ισχυρότατη είναι η παράδοση για την μεταφορά ιερού λειψάνου του στη Σκωτία, επί αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Μικρού (μεταξύ 408 και 450), ή επί βασιλέως των Πικτών Ούγου (9ος αιώνας), ή και επί Κωνσταντίνου (4ος αιώνας), όταν άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στον μοναχό (ή επίσκοπο) Ρέγουλο και του παρήγγειλε να λάβει τεμάχια ιερών λειψάνων, να επιβιβαστεί σε πλοίο και να πλεύσει προς άγνωστη κατεύθυνση. Το πλοίο μετά πολλές ημέρες, ναυάγησε στο λιμάνι Mucros της Σκωτίας, που αργότερα έγινε πρωτεύουσα των Σκώτων “και μητέρα πασών των εν Σκωτία εκκλησιών” και έλαβε το όνομα Ανδρεόπολη. Η σημαία των Πικτών και Σκώτων “έφερε τον χιαστόν Σταυρόν, όστις μετά την ένωσιν της Σκωτίας με την Αγγλίαν συμπεριελήφθη εις την αγγλικήν σημαίαν, διατηρούμενος μέχρι σήμερον”.

Άλλη παράδοση υποστηρίζει ότι το ιερό λείψανο είχε μεταφερθεί στην Ιταλία από τους Σταυροφόρους, όταν το έτος 1204 κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Αυτοί που το αφήρεσαν το έκρυψαν πολύ καλά, το 1208, στο ναό του Αγίου Ανδρέα στην πόλη Αμάλφη. Με την πάροδο του χρόνου και επειδή το σημείο εκρατείτο μυστικό “δια τον φόβον της κλοπής”, στο τέλος ξεχάστηκε ή διότι οι γνωρίζοντες πέθαναν ή διότι παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν στους επιζώντες. Για την ύπαρξη αυτών των λειψάνων βεβαίωσαν νεότεροι Ιταλοί λόγιοι.

Σε ότι αφορά στην τιμία κάρα του αγίου, η σοβαρότερη από τις εκδοχές είναι εκείνη που αναφέρει ότι μέχρι και την Άλωση της Πόλεως (1453) φυλασσόταν στην Πάτρα. Όταν όμως επρόκειτο και η πόλη αυτή να αλωθεί από τους Τούρκους, ο Θωμάς Παλαιολόγος, φεύγοντας από την Πάτρα για την Αγκώνα της Ιταλίας (16 Νοεμβρίου 1460) και από εκεί για τη Ρώμη, συναποκόμισε και την τιμία κάρα την οποία και έκανε δώρο στον πάπα Πίο Β’, όπως αναφέρει ο χρονογράφος Γεώργιος Φραντζής. Όταν κατασκευάσθηκε κατάλληλος χώρος στο ναό του Αγίου Πέτρου και αργυρή λειψανοθήκη (17.6.1464), η τιμία κάρα τοποθετήθηκε και κατατέθηκε εκεί, γεγονός που πανηγυριζόταν επίσημα την τρίτη Κυριακή του Ιουνίου.

Επανακομιδή της τιμίας κάρας στην Πάτρα

Η πόλη των Πατρών δεν έπαψε φυσικά να τιμά δεόντως τον άγιο προστάτη και πολιούχο της, έστω και αν δεν κατείχε πλέον το ιερό του λείψανο. Έτσι μετά την απελευθέρωσή της από τον οθωμανικό ζυγό, το έτος 1835 συγκροτήθηκε επιτροπή για να συλλέξει χρήματα ώστε να ανεγερθεί “οικοδομή λαμπροτάτη και ανάλογος του σεβασμού και της οφειλομένης ευλαβείας προς τον πρωτόκλητον απόστολον”. Ο ναός αυτός ανοικοδομήθηκε από το 1836 ως το 1834. Το 1847 ο Ρώσος αυλικός Ανδρέας Μουράβιεφ πρόσφερε στον ιερό ναό μικρό τεμάχιο από δάκτυλο του αγίου, το οποίο είχε παραλάβει από τον εφησυχάζοντα στο Άγιον Όρος επίσκοπο πρώην Μοσχονησίων Καλλίνικο.

Και ενώ η Πάτρα τιμούσε με λιτανεία “επακολουθουμένη από την δημοτικήν αρχήν και από τον λαό” ήδη από το έτος 1836 (διεκόπη το 1868 και επανελήφθη από το 1930), δεν έπαυσε να ενεργεί -πρωτοστατούσης της Ιεράς Μητροπόλεως και του Δήμου Πατρεών- για να πεισθεί ο πάπας της Ρώμης, προκειμένου να επιστρέψει στον τόπο του μαρτυρίου την τιμία κάρα του αγίου. Και οι ενέργειες αυτές καρποφόρησαν σε μία περίοδο κατά την οποία είχε εμφανιστεί ένα πνεύμα “διαλόγου αγάπης” μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας (πατριάρχης Αθηναγόρας - πάπας Ιωάννης ΚΓ’). Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ρώμης στην διάρκεια του λόγου του προς τους καρδιναλίους ανακοίνωσε την είδηση ότι “η κάρα του αποστόλου Ανδρέα επιστρέφεται είς ένδειξιν σεβασμού μας έναντι της Ελληνορθοδόξου Εκκλησίας και της προθέσεώς μας να ανοίξωμεν εις αυτήν την αδελφικήν μας καρδίαν”.

Έτσι λοιπόν στις 26 Σεπτεμβρίου 1964 παπική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον καρδινάλιο Αυγουστίνο Μπέα, επέστρεψε στην πόλη των Πατρών, μέσα σε χρυσή λειψανοθήκη, την τιμία κάρα, ύστερα από απουσία της 504 ετών. Ο τότε μητροπολίτης Πατρών Κωνσταντίνος, παρουσία 20 αρχιερέων, όλου του κλήρου της Μητροπόλεως, επίσημων κρατικών και δημοτικών αρχών και ψιλιάδων λαού, παρέλαβε το ιερό λείψανο στην πλατεία Τριών Συμμάχων της πόλεως. Η ιερή πομπή που σχηματίσθηκε κατευθύνθηκε μέσω των κεντρικών οδών στο νέο μεγαλοπρεπέστατο Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέα, που ανοικοδομήθηκε δίπλα στον παλαιότερο.

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα

Αν και ο ανοικοδομηθείς μετά την απελευθέρωση ναός (1836–1845) στον τόπο του μαρτυρίου είναι πλούσιος σε εσωτερικό διάκοσμο και θαυμάσια εικονογραφημένος, δεν θεωρήθηκε από τους κατοίκους της Πάτρας αντάξιος για τον πολιούχο και προστάτη τους. Γι’ αυτό και από το έτος 1900 εγκρίθηκε η ανέργεση νέου ναού. Πράγματι, την 1η Ιουνίου 1908 ο τότε βασιλιάς Γεώργιος Α’, μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα έθεσε το θεμέκιο λίθο και μετά από αρκετές δεκαετίες ολοκληρώθηκε το έργο ανεγέρσεως και διακοσμήσεως του. Είναι μεγαλοπρεπής και εντυπωσιακός τόσον εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Ο κεντρικός τρούλος έχει ύψος 43 μέτρων, με χρυσό σταυρό ύψους 5 μέτρων, περιβάλλεται δε από 12 μικρότερους τρούλους -όσοι και οι απόστολοι του Χριστού. Με την επιβλητική παρουσία του δεσπόζει στον πατραϊκό κόλπο και την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου. Το αρχικό σχέδιο του ναού ανήκει στο Γάλλο αρχιτέκτονα Emile Robert, αλλά μεταγενέστερα διαρρυθμίστηκε από τον καθηγητή Αναστάσιο Ορλάνδο και το ναοδόμο Γεώργιο Νομικό. Το μαρμαρόγλυπτο τέμπλο, σε σχέδιο Γ. Νομικού, είναι έργο των Τηνίων καλλιτεχνών Κ. Περράκη και Ά. Σκαρή (1971), φέρει δε εικόνες των Π. Βαμπούλη και των “Παχωμαίων” αγιογράφων. Ο μοναδικός στον κόσμο ξυλόγλυπτος “πολυέλαιος” (σε σχέδιο Γ. Νομικού) κατασκευάστηκε από το Θεοφάνη Νομικό, ενώ το εντυπωσιακό δάπεδο, φιλοτεχνημένο από τους αδελφούς Στελ. και Εμ. Μάστορη (1971) σε σχέδιο Γ. Νομικού, αποτελεί σύνθεση με ένθετα μάρμαρα συμβολικών παραστάσεων με παραδείσια πτηνά, ζώα και φυτά.

Η Αγία μας Εκκλησία ευλαβείται, τιμά και γεραίρει τον πρωτόκλητο Μαθητή του Χριστού. Αλλά ιδιαίτερα και η Πάτρα, που τον έχει ποιμένα, πολιούχο και προστάτη της, όπως ψάλλει ο υμνογράφος “εις του Αίνους”. σε ήχο α’:

Η των Πατρέων σε πόλις, ποιμένα κέκτηται,
και πολιούχον θείον, και κινδύνων παντοίων,
ρύστην και φρουρόν σε, Ανδρέα σοφέ,
ευχαρίστως τιμώσά σε.
Αλλ’ εκδυσώπει απαύστως υπέρ αυτής,
διασώζεσθαι αλώβητον.