ΒΙΟΣ: Άγιος Κυπριανός

Published in Βίοι Αγίων

ΜΕΡΟΣ Α'

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ

Τα πρώτα χρόνια

Ο Άγιος Κυπριανός καταγόταν από την παραλιακή πόλη της Καρχηδόνας ή Καρθαγένης που βρισκόταν στη Λιβύη. Να θυμήσουμε ότι η Καρχηδόνα ήταν για πολλά χρόνια το αντίπαλο δέος της αρχαίας Ρώμης. Δεν είναι τυχαίο δηλαδή το γεγονός ότι από την Καρχηδόνα ξεκίνησε ο Αννίβας, για να υποτάξει τη Ρώμη. Ο Κυπριανός λοιπόν γεννήθηκε σε αυτή την πόλη το 211 μ.Χ. περίπου. Ήταν γόνος μιας μεγάλης ειδωλολατρικής και πλούσιας οικογένειας Συγκλητικών. Ανατράφηκε και έζησε στην Καρχηδόνα ενώ όλη του η δράση, ως ρήτορα πρώτα και μάγου μετά, αναφέρεται στην Αντιόχεια της Συρίας όταν βασιλιάς ήταν ο Δέκιος, περίπου το 250 μ.Χ.
Ήταν πολύ έξυπνος και επιμελής στα γράμματα και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αποκτήσει σπουδαία μόρφωση και να κάνει λαμπρές σπουδές. Ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία και την ρητορική και με τις απόκρυφες επιστήμες, έτσι ώστε από πολλούς να θεωρείτε μάγος. Ήταν πολύ καλός ρήτορας και η φήμη που απέκτησε για την εποχή του ήταν πολύ μεγάλη. Σαν ειδωλολάτρης και πλούσιος που ήταν ζούσε μία ζωή άνετη, μέσα στις απολαύσεις και βέβαια ανήθικη. Ήταν η ειδωλολατρική παιδεία που ωθούσε τους νέους τότε στην άτακτη ζωή. Ένα επί πλέον επιβαρυντικό στοιχείο ήταν βέβαια και η ενασχόλησή του με την μαγεία. Ασχολιόταν πολύ με την μαγεία, η οποία ήταν τότε της μόδας, λόγω της ειδωλολατρίας. Είχε καταξιωθεί ως ο πιο διάσημος μάγος της εποχής του. Στην Αντιόχεια, που ήταν πρωτοπόρα πόλη στον τομέα των γραμμάτων ο Κυπριανός πήγε με σκοπό να δείξει τις όποιες ικανότητές του.

Η Ιούστα

Στην περιοχή της Αντιόχειας από όπου και καταγόταν ζούσε η Αγία Ιουστίνα. Ήταν η κόρη ενός ειδωλολάτρη ιερέα, που ονομαζόταν Αιδέσιος και της Κληδονίας που και αυτή βρισκόταν στην πλάνη των ειδώλων. Η Ιούστα όπως ήταν το όνομά της πριν βαπτιστεί, σαν ειδωλολάτρισσα που ήταν, ξεχώριζε από τα παιδιά της ηλικίας της γιατί είχε καλή καρδιά αλλά και ήθελε να μαθαίνει την αλήθεια για κάθε τι που την απασχολούσε. Μεγαλώνοντας λοιπόν σε ένα ειδωλολατρικό περιβάλλον η Ιούστα άρχισε να ξεφεύγει σιγά σιγά από την πλάνη της ειδωλολατρίας και με την καλή της διάθεση άρχισε να περιφρονεί τη λατρεία των ειδώλων. Ο Πανάγαθος Θεός βλέποντας την καλή της καρδιά και την διάθεσή της, την φώτισε, ώστε έφτασε στον σημείο, να πιστέψει στον μόνο Αληθινό Θεό και να περιφρονεί εντελώς την ειδωλολατρική θρησκεία.
Ο Πραύλιος που ήταν διάκονος από την Αντιόχεια βοήθησε την Ιούστα για να πιστέψει και να στερεώσει την χριστιανική πίστη μέσα της. Και αυτό γινόταν με το να πηγαίνει η Ιούστα κρυφά στην Εκκλησία και να ακούει τους λόγους του Πραύκου. Μετά από καιρό η Ιούστα και αφού είχε στερεώσει την πίστη της απευθυνόμενη προς την μητέρα της, της είπε:
- "Μητέρα, εξήγησέ μου σε παρακαλώ το λόγο για τον οποίο πιστεύουμε στους θεούς, που δεν είναι παρά πέτρες και λιθάρια. Έχεις ακούσει για εκείνους που πιστεύουν στον Χριστό και αποκαλούνται Χριστιανοί; Δεν μπορεί. Εσύ η ίδια είχες παρατηρήσει ότι μόλις κάποιος από τους Χριστιανούς εμφανίζεται, οι δικοί μας θεοί φεύγουν αμέσως τρέμοντας. Πως γίνεται δηλαδή να προσφέρουμε τιμές σε αυτούς τους θεούς που τρέμουν μπροστά σε κάθε Χριστιανό;"
Η Κληδονία ακούγοντας την κόρη της να μιλά και να φαίνεται τόσο σίγουρη για τα λόγια που της έλεγε ταλαντεύτηκε μέσα της, αλλά όχι δεν ήταν έτοιμη να αφήσει τα είδωλα. Φοβούμενη μάλιστα την επερχόμενη οργή του πατέρα της Ιούστας, άμα μάθαινε ξαφινκά ότι η κόρη του μιλά με απαξιωτικά λόγια για τους προγονικούς τους θεούς, τον ενημέρωσε για τα όσα ειπώθηκαν μεταξύ τους. Σκεφτόταν μάλιστα ότι αυτό θα ήταν το ποιο συνετό μιας και θα μπορούσε από την οργή του να σκοτώσει την κόρη του. Ο Αιδέσιος, ακούγοντας την εξιστόρηση της Κληδονίας όχι μόνο δεν οργίστηκε αλλά απεναντίας, άρχισε να αμφιβάλει για τους θεούς του. Το ίδιο βράδυ μάλιστα στον ύπνο του είδε τον Ιησού Χριστό εν μέσω Αγγέλων που τον καλούσε με ένα νεύμα και του έλεγε:
- "Έλα κοντά Μου καθ θα σου χαρίσω την Βασιλεία των Ουρανών".
Την άλλη μέρα το πρωί πήρε, τη γυναίκα του και την κόρη του και πήγε στον Επίσκοπο, που τον λέγανε Όκτατο. Ο Επίσκοπος Όκτατος, άκουσε προσεκτικά όλα όσα είχαν συμβεί αλλά και για το ενύπνιό του Αιδέσιου και δέχτηκε να τους βαπτίσει. Μάλιστα ο Αιδέσιος, χειροτονήθηκε και από ιερέας των ειδώλων που ήταν, έγινε Ιερέας του Αληθινού Θεού. Από εκείνη τη μέρα έζησε μία ζωή θεάρεστη. Ο Αιδέσιος αποδήμησε εις Κύριον μετά από ενάμιση χρόνο και έπειτα από λίγο καιρό τον ακολούθησε και η Κληδονία. Έτσι η παρθένα Ιούστα έμεινε ορφανή από τους γονείς της και μόνη της πλέον.

Το πάθος του Αγλαΐδα.

Η Ιούστα αφιερώθηκε ολόψυχα στον Χριστό και το έργο Του. Συνέτρεχε τους αρρώστους και προσπαθούσε να τους ανακουφίζει, ενώ ταυτόχρονα κατηχούσε τις κοπέλες για να τις φέρει κοντά στον Ιησού Χριστό και την πραγματική πίστη. Διέδιδε τον λόγο του Θεού και με τον καλύτερο τρόπο μιας που ήταν στολισμένη με πολλές αρετές. Περισσότερο από όλες όμως η σεμνότητα και η αγνότητα λαμποκοπούσαν πάνω της. Αγωνιζόταν κάθε μέρα να κρατηθεί αμόλυντη και καθαρή από κάθε σαρκική επιθυμία και σκέψη. Ο διάβολος βλέποντας την καθαρότητά της δεν μπορούσε να την αφήσει να συνεχίσει αμόλυντη το έργο της. Έτσι θέλησε να δυσκολέψει το έργο της.
Υπήρχε εκείνη την εποχή ένας νέος ευγενής, ειδωλολάτρης, πλούσιος και ακόλαστος που τον έλεγαν Αγλαΐδα. Είχε δει πολλές φορές την παρθένα Ιούστα, να πηγαίνει στην Εκκλησία. Πάντα της έκανε νεύματα και την κολάκευε και της υποσχόταν να την κάνει γυναίκα του. Η Ιούστα από την άλλη βλέποντας αυτή την κατάσταση αγωνιζόταν να αφαιρέσει την εξωτερική της ομορφιά με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές. Ο Αγλαΐδας όμως συνέχιζε τα νεύματα και τις κολακίες και τις υποσχέσεις να την κάνει γυναίκα του. Κάποια στιγμή μάλιστα η Ιούστα ακούγοντας για άλλη μια φορά τα όσα έλεγε ο Αγλαΐδας του είπε:
- "Όλα όσα λες, μου ακούγονται φλύαρα, διότι μου φτάνει ο Νύμφιος μου ο Χριστός που φυλάει την παρθενία μου αμέτοχη και μακρυά από κάθε ρύπο".
Ο Αγλαΐδας θύμωσε και κάποια στιγμή επιχείρησε μαζί με μερικούς φίλους του, να την απαγάγει με τη βία. Οι συγγενείς όμως της Ιούστας έτρεξαν οπλισμένοι και ο Αγλαΐδας όταν τους είδε φοβήθηκε και έτρεξε να κρυφτεί. Ήταν τόσο μεγάλο το πάθος όμως του Αγλαΐδα που θα προσπαθούσε με χίλιους τρόπους να μολύνει την παρθένα Ιούστα.

Ο Μάγος Κυπριανός και η παρθένα Ιούστα

Ο Αγλαΐδας δεν απογοητευόταν και το πάθος του έρωτα τον καθοδηγούσε στο να κάνει πολλές πανουργίες στα κρυφά. Κάποια στιγμή λοιπόν, άκουσε για τη φήμη του μεγάλου μάγου που ονομαζόταν Κυπριανός. Μόλις είχε φθάσει στην Αντιόχεια όπως αναφέραμε πιο πάνω με σκοπό να δείξει και εδώ τις ικανότητες του. Εμφανίστηκε λοιπόν μπροστά στον Κυπριανό και του είπε:
- "Μεγάλε μάγε Κυπριανέ που η φήμη σου έχει σκορπίσει στα πέρατα της γης ήρθα μπροστά σου να σε παρακαλέσω για κάτι που πονάει η καρδία μου. Θέλω η παρθένα Ιούστα να γίνει δική μου. Γι' αυτό θέλω να κάνεις μάγια, για να πετύχω το σκοπό μου και εγώ θα σου δώσω όσο χρυσάφι επιθυμήσεις".
Ο μάγος Κυπριανός του το υποσχέθηκε μιας και νόμιζε ότι μία τέτοια περίπτωση ήταν παιχνιδάκι για ένα μάγο σαν τον ίδιο.
Άνοιξε λοιπόν τα μαγικά του βιβλία και κάλεσε τα πονηρά πνεύματα. Ύστερα γέμισε ένα δοχείο, με αυτό που έφτιαξε και έδωσε οδηγίες στα πονηρά πνεύματα να πάνε να ραντίσουν με αυτό έξω από το σπίτι Ιούστας. Ήταν τόσο σίγουρος για το αποτέλεσμα γιατί τότε το να κάνει μία κοπέλα να αγαπήσει ένα νέο, θεωρούνταν ευκολώτατο για τον οποιοδήποτε μάγο. Το ίδιο βράδυ η Ιούστα, όπως έκανε κάθε βράδυ θέλησε να προσευχηθεί. Αισθανόταν όμως κάποιες περίεργες και πονηρές επιθυμίες που μέσα της μεγάλωναν και θέριευαν. Έκανε το σημείο του Σταυρού και αμέσως έφυγαν όλες αυτές οι επιθυμίες και ηρέμησε και συνέχισε να προσεύχεται μέχρι το πρωί. Από την άλλη ο μάγος Κυπριανός, κατάλαβε ότι δεν πέτυχε το σκοπό του και μεταχειρίστηκε και άλλα μαγικά τεχνάσματα πιο αποτελεσματικά για τον ίδιο. Μάταια όμως, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα απολύτως στην παρθένα Ιούστα. Έφτασε στο σημείο μάλιστα να καλέσει τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα πονηρά πνεύματα, χωρίς και πάλι κανένα αποτέλεσμα. Ο σατανάς σαν τελευταία λύση του μεγάλου μάγου Κυπριανού μεταμορφώθηκε σε μία ευσεβή και ευγενική γυναίκα που παρουσιάστηκε στην Ιούστα και κατάφερε και την πάρει στο σπίτι της, για να βοηθούνται στην πνευματική ζωή, σαν καλές πνευματικά αδελφές.
Σε μία από τις συζητήσεις που είχαν μεταξύ τους και που αφορούσε την παρθενία της Ιούστας η γυναίκα εκείνη είπε:
- "Καλή μου Ιούστα έχεις σκεφτεί ποτέ ότι αν όλες οι γυναίκες έμεναν παρθένες, τότε μάλλον θα χανόταν ολόκληρη η ανθρωπότητα;"
Ακούγοντας τα λόγια της γυναίκας αυτής, η Ιούστα έκανε το σημείο του Σταυρού και αμέσως εξαφανίστηκε από μπροστά της. Έτσι κατάλαβε την πλεκτάνη του δαίμονα και προσευχήθηκε στον Κύριο να την δυναμώσει.

Η Μετάνοια

Μεγάλη αποτυχία για τον μάγο Κυπριανό, ήταν αυτή η επαφή που είχαν τα πονηρά πνεύματά του με την παρθένα Ιούστα. Άρχισε λοιπόν να σκέφτεται την Ιούστα και για ποιο λόγο δεν έπιαναν τα μάγια του, αυτή τη κοπέλα. Τον απασχολούσε πολύ αυτή η αποτυχία του και άρχισε να μαθαίνει πληροφορίες για την συγκεκριμένη παρθένα. Το πρώτο που έμαθε ήταν ότι η Ιούστα ήταν Χριστιανή και ότι με τη δύναμη του Σταυρού αντιμετώπιζε κάθε δαιμονική ενέργεια. Παρακολουθούσε για πολύ καιρό την Ιούστα και θαύμαζε τις αρετές της. Είχε πλέον καταλάβει, ότι οι χριστιανοί έχουν δύναμη μεγαλύτερη από την δική του μιας και δεν τους έπιαναν τα μάγια, που τους έκανε. Ας μην ξεχάσουμε ότι ήταν μορφωμένος πολύ και μάλιστα είχε εντριφίσει στη φιλοσοφία. Κάποια στιγμή, αποφάσισε συνετά και άρχισε να ασχολείται με τη χριστιανική θρησκεία, με κίνητρό του τη γνώση της υπέρτατης δύναμης που δημιουργούσε ανθρώπους στολισμένους με αρετές.
Βλέποντας λοιπόν την παντελή αδυναμία των πονηρών πνευμάτων, με τα οποία συνεργαζόταν, όταν βρίσκονταν μπροστά στους χριστιανούς αποφάσισε να απαρνηθεί την ειδωλολατρία και τις μαγικές τεχνικές του και να πιστέψει στον Χριστό.

Εκείνο τον καιρό Επίσκοπος ήταν ο Άνθιμος ο οποίος βοήθησε πάρα πολύ τον Κυπριανό στο να στερεώσει την πίστη του και να προσκοληθεί στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Ο Κυπριανός για να δώσει σημάδι της ακράδαντης πίστης του έφερε όλα τα μαγικά του βιβλία και όλα τα είδωλά του μπροστά στον Άνθιμο και τα έκαψε. Στη συνέχεια με δάκρυα στα μάτια προσευχόταν με τόση ταπεινότητα και δεν τολμούσε να πει το όνομα του Θεού. Μετά από αυτό το περιστατικό ο Κυπριανός πούλησε όλα τα υπάρχοντα και τα χρήματα που εισέπραξε τα δώρισε στην Εκκλησία, για τους φιλανθρωπικούς σκοπούς της και για τις ανάγκες της. Έτσι μέσα σε μεγάλη συντριβή για τις προηγούμενες πράξεις του έμεινε απολύτως μόνος του και άρχισε να μελετάει τις Γραφές και τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Ήταν το Μεγάλο Σάββατο του έτους 246 μ.Χ. και ενώ όλη τη νύχτα προσευχόταν μέσα σε ποταμούς δακρύων. Εκείνο το πρωί πήγε στην Εκκλησία και αξιώθηκε να βαπτιστεί σε ηλικία τριανταπέντε ετών. Από εκείνη λοιπόν την ημέρα οι αρετές του θα αρχίσουν να φαίνονται σε όλο τον κόσμο και έως τις μέρες μας.

Η Χειροτονία

Είχαν περάσει τριάντα μέρες και ενώ πλέον είχε βαπτιστεί ο Κυπριανός χειροτονήθηκε σταδιακά αναγνώστης, υποδιάκονος και διάκονος. Του δόθηκε μάλιστα από το Θεό η ειδική Χάρη ενάντια στα πάθη και ενάντια στους δαίμονες. Δηλαδή μπορούσε να λύνει τα μάγια και να διώχνει τους δαίμονες, τους οποίους στο παρελθόν υπηρετούσε.
Οι ειδωλολάτρες προσπάθησαν με τους ιερείς τους και τους λογίους τους να τον αποσπάσουν από την νέα Πίστη του αλλά η πίστη του στο Χριστό ήταν τόσο μεγάλη, που του είχε γεμίσει όλη του τη ζωή και όλο του το είναι. Ήταν έτοιμος, γι' αυτή τη Πίστη του Χριστού ν' αγωνισθεί και να πεθάνει. Ο Κυπριανός ως διάκονος εργαζόταν εντατικά, για την εξάπλωση της χριστιανικής διδασκαλίας και πίστης και ποθούσε ο Χριστιανισμός να περάσει τα μικρά όρια της Καρχηδόνας όπου ο ίδιος δίδασκε τους νέους, που ποθούσαν μία υψηλή επιστημονική κατάρτιση. Σε πολλά σπίτια της Καρχηδόνας, μαζευόταν κόσμος και άκουγε τη φωνή του Κυπριανού, που τους παρακινούσε να πιστέψουν ολόψυχα στον Χριστό.
Είχε περάσει ένας χρόνος από την ημέρα που βαπτίστηκε και έπειτα από απαίτηση όλων των πιστών χειροτονήθηκε, ιερέας. Από εκείνη τη στιγμή λοιπόν ο Κυπριανός δίδασκε καθημερινά το ποίμνιό του και έδειχνε με την πίστη του το δρόμο της σωτηρίας.
Το έτος 246 μ.Χ. ο Επίσκοπος της Καρχηδόνας Δονάτος αποδήμησε εις Κύριον και οι πιστοί έδειχναν την επιθυμία τους για να καταλάβει τη θέση του ο Κυπριανός. Ο ίδιος όμως ο Κυπριανός αισθανόταν, ότι ήταν αμαρτωλός στην προηγούμενη ζωή του και ότι ήταν πολύ γι τον ίδιο το ότι είχε χειροτονηθεί Ιερέας. Με το Βάπτισμα βέβαια είχε απολύτως καθαριστεί αλλά όλες εκείνες τις αμαρτίες, που είχε κάνει παλιά, ήταν ασφαλώς ένα μεγάλο εμπόδιο για την Ιεροσύνη αλλά ειδικότερα για την Αρχιερωσύνη. Νοιώθοντας λοιπόν ο μέγας αυτός Άγιος τόσο ταπεινός και ανάξιος και για να αποφύγει όλη αυτή την κατάσταση, κρύφτηκε σε ένα φιλικό του σπίτι. Οι πιστοί όμως έμαθαν που κρυβόταν και περικύκλωσαν το σπίτι. Απαίτησαν μάλιστα από τον ιερέα Κυπριανό να δεχτεί να χειροτονηθεί Επίσκοπος τόσο επίμονα, έστω τους είπε:
- "Εγώ αδελφοί μου, είμαι νεόφυτος. Δεν πέρασαν δυο χρόνια που έχω βαπτιστεί. Υπάρχουν άλλοι, που είναι αρχαιότεροί μου και καλύτεροί μου. Έναν από αυτούς να κάνετε Επίσκοπο".
Οι πιστοί όμως απείλησαν ότι θα τον αρπάξουν με τη βία και έτσι αναγκάστηκε να χειροτονηθεί Επίσκοπος Καρχηδόνας σε ηλικία τριάντα επτά ετών.

Ο Επίσκοπος Καρχηδόνας

Σαν επίσκοπος Καρχηδόνας εκτελεί τα ποιμαντικά του καθήκοντα με μεγάλο ζήλο αφού με τη δύναμη των λόγων του, με τις επιστολές του και πρώτα από όλα τον διαφανή και ενάρετο βίο του, πολυάριθμοι άπιστοι οδηγούνται στην Χριστιανική πίστη. Η παρθένα Ιούστα, έγινε διάκονος της Εκκλησίας του Χριστού και μετονομάστηκε, κατά την χειροτονία της σε Ιουστίνη ενώ συμπεριλαμβανόταν και αυτή στους διακόνους της Εκκλησίας. Στη συνέχεια μάλιστα η Ιουστίνη έγινε ηγουμένη των ασκητριών, που βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή.
Ο Κυπριανός και ενώ η φήμη του είχε εξαπλωθεί στην Ανατολή και τη Δύση, το έτος 250 μ.Χ. έγινε Αρχιερέας. Ήταν το έτος που ο σατανικός Δέκιος ξεκίνησε καινούργιο διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Οι ειδωλολάτρες έριχναν τους Χριστιανούς στα θηρία για να τους εξοντώσουν. Στην περιοχή μάλιστα της Καρχηδόνας αναζητούσαν τον Κυπριανό με σκοπό να τον θανατώσουν. Ο Κυπριανός όμως ήταν κρυμμένος και έδινε από το κρησφύγετο του τις οδηγίες του και φρόντιζε για το ποίμνιο του. Μετά τη παρέλευση ενός έτους το 251 μ.Χ. επέστρεψε στην Καρχηδόνα, την περίοδο του Πάσχα.
Ένα έτος μετά το 252 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Γάλλος, εξαπολύει νέο διωγμό εναντίον των χριστιανών, οι οποίοι φυλακίζονται και βασανίζονται με ανελέητα μαρτύρια. Ο Κυπριανός παρακινούσε τους πιστούς να σκέπτονται την Ουράνια Βασιλεία και μόνον αυτήν. Την εποχή λοιπόν που ξεκινάει αυτός ο καινούργιος διωγμός των χριστιανών οι άνθρωποι στην Καρχηδόνα πεθαίνουν κατά χιλιάδες από επιδημία πανούκλας. Οι άνθρωποι έφευγαν από την πόλη της Καρχηδόνας για να σωθούν. Ήταν τόσο μεγάλη αυτή η επιδημία που οι άνθρωποι πέφτανε στους δρόμους και στα σπίτια τους ανήμποροι να βοηθήσουν τον ευατό τους και δεν υπήρχε κάποιος συνάνθρωπος τους να ασχοληθεί μαζί τους. Έτσι η πόλη σιγά σιγά γέμισε πτώματα τα οποία σάπιζαν και έκαναν τη ζωή στην πόλη ανυπόφορη και γεμάτη θάνατο.
Ο Κυπριανός συγκέντρωσε λοιπόν τους χριστιανούς και τους μίλησε για την χριστιανική αγάπη που θα έπρεπε να δείξουν όχι μόνο στους χριστιανούς αλλά και στους ειδωλολάτρες συμπολίτες τους. Οι χριστιανοί με μεγάλη αυτοθυσία άρχισαν να περιποιούνται τους άρρωστους και να θάβουν τους νεκρούς, όχι μόνο τους χριστιανούς αλλά και τους ειδωλολάτρες.
Ήταν αυτή η στάση των χριστιανών της Καρχηδόνας που έκανε πολλούς ειδωλολάτρες να θαυμάσουν την χριστιανική πίστη και να ακολουθήσουν τον Χριστό. Υπάρχει μάλιστα ένα περιστατικό όπου μια μεγάλη ομάδα ληστών πολιόρκησε την χώρα της Νομαδικής. Οι ληστές πολιόρκησαν πολλούς χριστιανούς και τους πήραν μαζί τους. Οι επίσκοποι λοιπόν ειδοποίησαν τον Κυπριανό στην Καρχηδόνα για το συγκεκριμένο περιστατικό. Ο Κυπριανός με τη σειρά του ενημέρωσε τους πιστούς και τους παρακίνησε να συνεισφέρουν ότι μπορούν έτσι ώστε να εξαγοράσουν τους αιχμαλώτους. Πράγματι έτσι και έγινε.
Ο Πάπας Στέφανος κάποια στιγμή υποστήριζε, ότι το βάπτισμα των αιρετικών πρέπει να είναι έγκυρο. Σε αντίθεση λοιπόν με αυτόν οι Επίσκοποι της Ανατολής υποστήριζαν, ότι είναι άκυρο και ότι δεν πρέπει, όσοι άνθρωποι είναι βαπτισμένοι από αιρετικούς, να ξαναβαπτίζονται. Ο Κυπριανός ήταν με το μέρος των Επισκόπων της Ανατολής. Μαθαίνοντας λοιπόν ο Πάπας Στέφανος την άποψη του Κυπριανού θέλησε να τον αφορίσει. Ο Κυπριανός μαθαίνοντας την επιθυμία του Πάπα συγκαλεί τρεις τοπικές Συνόδους στην Καρχηδόνα. Το έτος 255 μ.Χ. καλεί την πρώτη Σύνοδο στην οποία είχαν συμμετοχή τριάντα Επίσκοποι, ενώ το έτος 258 μ.Χ. την δεύτερη και την τρίτη Σύνοδο με την συμμετοχή εβδομήντα και ογδόντα επτά Επισκόπων αντίστοιχα. Στην τρίτη και πολυαριθμότερη από την άποψη της συμμετοχής των Επισκόπων Σύνοδο, έβγαλε κανόνα που όριζε, ότι όλοι οι βαπτισμένοι από αιρετικούς πρέπει να ξαναβαπτίζονται, αφού η βάπτιση των αιρετικών είναι άκυρη.

Ο Κυπριανός και η Ιουστίνη απτόητοι στα μαρτύρια

Βρισκόμαστε πλέον στο έτος 257 μ.Χ. κατά το ο αυτοκράτορας Ουαλερανός ξεκινάει ένα καινούργιο διωγμό εναντίον των χριστιανών. Ο Κυπριανός εξορίστηκε σε μία επαρχιακή πόλη που ονομαζόταν Κούροβη. Ο Κυπριανός επιστρέφει πάλι πίσω στην Καρχηδόνα μόλις αλλάζει ο ανθύπατος της Καρχηδόνος. Δεν πέρασε πολύς καιρός που είχε επιστρέψει στην πόλη ο Κυπριανός και κάποιοι σατανικοί ειδωλολάτρες έκαναν καταγγελία προς τον νέο ανθύπατο της Καρχηδόνας λέγοντας τα εξής:
- "Ο Κυπριανός, με τα μαγικά του τεχνάσματα, με τα λόγια του και με τα γραφτά του, πείθει τους ανθρώπους να αρνούνται τους προγονικούς μας θεούς και να πιστεύουν στον Χριστό. Αυτός ο ίδιος πιστεύει στο Χριστό και βρίζει και περιγελά τους θεούς μας".
Ο ανθύπατος της Καρχηδόνας με την σειρά του διέταξε να φέρουν τον Κυπριανό στη πόλη Ιτήκη, όπου βρισκόταν, εκείνη την περίοδο για να τον δικάσει. Ο Κυπριανός όμως αψήφησε τις εντολές του ανθύπατου κρύφτηκε και δεν πήγε. Ήθελε να παρουσιαστεί και να χύσει το αίμα του στην πόλη της Καρχηδόνας. Αυτός ήταν ο λόγος, που παρουσιάστηκε μπροστά στον ανθύπατο όταν ο τελευταίος επέστρεψε στην πόλη της Καρχηδόνας. Μαζί του παρουσιάστηκε και η παρθένα Ιουστίνη. Ήταν και δύο αποφασισμένοι να μαρτυρήσουν για την αγάπη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Ο ανθύπατος απευθύνθηκε στον Κυπριανό λέγοντάς του:

- "Εσύ δηλαδή είσαι δάσκαλος των χριστιανών; Αφού ήσουν πριν Εθνικός, πως τώρα πια κηρύττεις τους λόγους και τις πράξεις του Εσταυρωμένου;"
- "Εγώ είχα μεγάλο ζήλο, πριν γνωρίσω τον Χριστό, για τις σπουδές μου και διάβασα πολύ φιλοσοφία και άλλες επιστήμες, αλλά ασχολήθηκα και με μαγικά βιβλία. Δεν βρήκα όμως κάτι που να με ωφελήσει, με όλα αυτά. Ανακάλυψα λοιπόν ότι οι δαίμονες και τα πονηρά πνεύματα φοβούνται τον Εσταυρωμένο. Επειδή τα είδωλά σας είναι μία απάτη και μόνο ανακάλυψα ότι ένας μόνο είναι ο Αληθινός Θεός. Αυτός είναι ο Χριστός, που μπορεί να σώσει τον άνθρωπο. Γι' αυτό και εγώ, πιστεύω στον Χριστό".
Η Ιουστίνη, με τη σειρά της ομολόγησε και αυτή με θαυμαστό θάρρος τον Χριστό.
Ο ανθύπατος θύμωσε πολύ και διέταξε να κρεμάσουν τον Άγιο και να του ξεσκίσουν τις σάρκες. Την Ιουστίνη διέταξε να την χτυπήσουν στο πρόσωπο αλύπητα.
Οι διαταγές του ανθύπατου εκτελούνται πάραυτα. Την ώρα που χτυπούν την Αγία Ιουστίνη, εκείνη φωνάζει δυνατά:
- "Δόξα σοι ο Θεός. Σ' ευχαριστώ Μεγαλοδύναμε που με αξίωσες να βασανίζομαι, για το όνομά σου το Άγιο".
Την ώρα που ξεσκίζουν το σώμα του Αγίου Κυπριανού εκείνος στέκεται με γενναιότητα και τους μιλά με ανδρεία και μακαριότητα, ώστε όλοι οι παρευρισκόμενοι ειδωλολάτρες να πιστέψουν στον Χριστό. Απευθυνόμενος μάλιστα στον ανθύπατο του είπε:
- "Ανόητε και ανάξιε της Βασιλείας των Ουρανών, για την οποία εγώ αγωνίζομαι, γιατί δεν βλέπεις το Αληθινό φως; Γιατί δεν εγκαταλείπεις το σκοτάδι στο οποίο βρίσκεσαι;"
- "Αφού λογίζεις τα βασανιστήρια για κέρδος σου, εγώ θα σου τα αυξήσω για να με ευγνωμονείς πιο πολύ και για να χαρείς περισσότερο".
Έτσι είπε ο άπιστος ανθύπατος και διέταξε να κλείσουν στην φυλακή τον Κυπριανό και την Ιουστίνη στο φροντιστήριο, όπως λεγόταν, της Τερεντίνης. Οι Χριστιανοί, την νύχτα εκείνη, συναθροίστηκαν και έμειναν άγρυπνοι γύρω από το σπίτι.

Μέσα στο πυρακτωμένο τηγάνι

Την επόμενη μέρα έφεραν τους Αγίους, πάλι μπροστά στον τύραννο που αυτή τη φορά άλλαξε τον τρόπο του και τους μιλούσε ήρεμα και με υποκριτική καλοσύνη.
- "Μα είναι αλήθεια ότι πιστεύετε σε ένα άνθρωπο νεκρό που δεν μπόρεσε να φυλάξει τη δική του τη ζωή; Δηλαδή είστε έτοιμοι να θυσιάσεται τη ζωή σας για έναν τέτοιο άνθρωπο;"
- "Μα καημένε, δεν ξέρεις ότι, χωρίς θάνατο δεν υπάρχει η Αθανασία; Δεν μπορείς λοιπόν να καταλάβεις το Μυστήριο του Χριστού, που με την τριήμερη ταφή του νίκησε τον θάνατο. Αλλά είσαι τυφλός και με θολωμένο μυαλό, ώστε να μην καταλαβαίνεις. Βλέπεις, ενώ δεν βλέπεις και επειδή είσαι εγωιστής, δεν θέλεις κιόλας να καταλάβεις".
Ο τύραννος οργισμένος για τις απαντήσεις των Αγίων διέταξε να κάψουν πολύ ένα μεγάλο τηγάνι και να τους πετάξουν μέσα.
Ο Άγιος Κυπριανός έτρεξε και πήδησε άφοβα μέσα στο τηγάνι και από εκεί είδε την Ιουστίνη που περπατούσε σιγά σιγά και της είπε:
- "Ιουστίνη, παιδί μου, θυμήσου πως νίκησες τους δαίμονες και πως και εμένα με ελευθέρωσες από την απιστία. Πάρε θάρρος για να μην τα χάσεις όλα καλό μου παιδί".
Η Αγία Ιουστίνη, έκανε το σημείο του Σταυρού και πήδησε και αυτή πάνω στο πυρακτωμένο πλέον από τη φωτιά σιδερένιο τηγάνι. Ο Θεός όμως τους φύλαξε και οι παρευρισκόμενοι θαύμασαν τους Αγίους, αφού συμπεριφέρονταν σαν να πατούσαν πάνω σε ένα δροσερό μέρος.
Βλέποντας όλα όσα συνέβαιναν μπροστά του ο τύραννος, έλεγε, ότι όλα αυτά βασίζονται στη μαγική τέχνη που ήξερε  ο Κυπριανός. Ένας όμως από τους κριτές που ονομαζόταν, Αθανάσιος είπε:
- "Εγώ λοιπόν, θα σας αποδείξω την αδυναμία του Χριστού σας και την δύναμη των προγονικών μας θεών".
Στη συνέχεια ο δυστυχής προσευχήθηκε στον Δία και στον Ασκληπιό, για να τον βοηθήσουν και πήδησε στο τηγάνι που μέσα του βρίσκονταν οι Άγιοι. Έχασε τη ζωή του αμέσως αφού ψήθηκε ζωντανός, ενώ οι Άγιοι μείνανε αρκετή ώρα μέσα στο τηγάνι, χωρίς όμως να πάθουν το παραμικρό. Ο τύραννος τώρα πια πέρα από τη λύπη για το χαμό του συνεργάτη του Αθανάσιου έβλεπε να συμβαίνουν περίεργα πράγματα μπροστά του. Κάλεσε λοιπόν κάποιον συγγενή του, τον Τερέντιο και τον ρώτησε τι να κάνει με τους δυο Αγίους. Η απάντηση του Τερέντιου ήταν πολύ συγκεκριμένη:
- "Μείνε μακριά από αυτούς τους δύο. Η δύναμη του Χριστού είναι ανίκητη γι' αυτό σε συμβουλεύω να παραπέμψεις την υπόθεση στον βασιλιά".

Το μαρτυρικό τέλος

Τελικά ο ανθύπατος Γαλέριος εξέδωσε την ακόλουθη απόφαση σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε ο Άγιος Κυπριανός και η Αγία Ιουστίνη να θανατωθούν με ξίφος:
- "Κυπριανός και Ιουστίνη αυθαδιάσαντες προς τους θεούς και ούτε δια δώρων και ούτε δια τιμωριών μεταγνώντες, ξίφει θανατούσθωσαν".
Οι Άγιοι πληροφορήθηκαν την απόφαση του Γαλέιου και χάρηκαν τόσο πολύ που ο Άγιος Κυπριανός φώναξε με φωνή μεγάλη:
- "Θεώ χάριτας".
Μετά την κοινοποίησε της απόφασης του ανθύπατου οι στρατιώτες μαζί με τους δήμιους συνόδευσαν τους Αγίους έξω από τα όρια της πόλης. Τους οδήγησαν λοιπόν σε ένα τόπο δίπλα σε ένα ποτάμι. Μέγα πλήθος κατέκλυσε τον τόπο εκείνο για να δει με τα μάτια του το μαρτυρικό τέλος των Αγίων. Την στιγμή που έφτασε όλη η πομπή στο σημείο θανάτωσης, κάποιος από το πλήθος που ονομαζόταν Θεόκτιστος, αντικρίζοντας τον Άγιο Κυπριανό να τον πηγαίνουν για θανάτωση φώναξε με φωνή μεγάλη:
- "Κάνετε μεγάλη αδικία που θανατώνετε έναν άνθρωπο καθαρό και γεμάτο αρετή".
Ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος, που τον έλεγαν Φλάβιο ακούγοντας τον Θεόκτιστο, οργίστηκε πολύ και όρμησε πάνω του, τον έριξε κάτω από το άλογο και τον σκότωσε. Μόλις λοιπόν κατέληξαν στον τόπο της θανάτωσης ο Άγιος Κυπριανός προσευχήθηκε και επειδή φοβόταν τη γυναικεία αδυναμία, παρακάλεσε τους δήμιους να αποκεφαλίσουν πρώτα την Ιουστίνη. Πράγματι, πρώτη θανατώθηκε η Αγία Ιουστίνη και ύστερα ο Άγιος Κυπριανός έδωσε εντολή να μετρήσουν στον δήμιο είκοσι πέντε χρυσά νομίσματα. Στη συνέχεια του έδεσαν τα χέρια και τα μάτια και ο δήμιος του έκοψε τη τίμια κεφαλή του.
Βρισκόμαστε λοιπόν στο έτος 268 μ.Χ. που το τίμιο αίμα του χύθηκε πάνω σε υφάσματα, τα οποία είχαν απλώσει οι Χριστιανοί για αυτό το λόγο. Τα λείψανα των Αγίων οι φρουροί τα πρόσεχαν να μην τα πάρουν οι Χριστιανοί. Κάποιοι όμως ευλαβείς, που είχαν έρθει από τη Ρώμη, βρήκαν την ευκαιρία μόλις αποκοιμήθηκαν και τα πήραν κρυφά και γύρισαν στη Ρώμη. Εκεί τα δώρισαν στην Ματρώνα Ρουδίνα, που ήταν συγγενής με τον Κλαύδιο Καίσαρα. Στη συνέχεια δόθηκαν σε κάποια άλλη γυναίκα και έκαναν θεραπείες σε όσους με πίστη κατέφευγαν για τη θεραπεία τους.

Ένα από τα πολλά σημερινά θαύματα του Αγίου Κυπριανού

Ένας ποδοσφαιριστής από την περιοχή της Αθήνας όντας θύμα μαγείας έφτασε πολύ κοντά στον θάνατο. Ο νεαρός ποδοσφαιριστής μόλις είχε εκφράσει την επιθυμία του να παντρευτεί μία κοπέλα όμορφη και σεμνή. Κάποια αντίζηλος όμως, κατέφυγε σε κάποια μάγισσα για να κάνει τον νεαρό να τρελαθεί και στο τέλος να πεθάνει. Τα μάγια όπως έχουμε αναφέρει πιο πάνω, πιάνουν όλους όσους δεν έχουν κάποιο σύνδεσμο με τα Μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η αρχή λοιπόν έγινε με το να μη θέλει να εργαστεί και είχε σαν συνέπεια να διαλύσει ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα που είχε στην κατοχή του. Στη συνέχεια δεν ήθελε να βλέπει και να συναναστρέφεται τους οικείους του και στο τέλος υπέφερε από πολύωρους και φρικτούς πονοκεφάλους, Ήταν τέτοιας έντασης οι πόνοι που τον οδήγησαν σε σημείο να επιχειήσει να δώσει μόνος τυ τέλος στην ζωή του. Παρά το ότι δεν ήθελε να βλέπει τους οικείους του, αυτοί ήταν που έτρεχαν σε γιατρούς επί δύο μήνες, χωρίς όμως να ανακαλύπτουν το τι συνέβαινε στο νεαρό και ήταν που έτρεχαν σε γιατρούς επί δύο μήνες, χωρίς όμως να ανακαλύπτουν το τι συνέβαινε στο νεαρό και είχαν φτάσει στο σημείο να αποφανθούν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα πια. Η μητέρα του νεαρού, στην απεγνωσμένη προσπάθειά της για να γίνει καλά το παιδί της, απευθύνεται σε κάποιο πρόσωπο που εμφανιζόταν σαν μέντιουμ. Το συγκεκριμένο ποόσωπο πληροφορεί την μητέρα του νεαρού ότι έχουν κάνει μάγια στο γιο της. Την πληροφορεί μάλοστα και για το πρόσωπο που τα έκανε, καθώς και για την τοποθεσία που είχαν θαφτεί κάποια οστά και που δεν ήταν παρά ένα μέορς της αυλής του σπιτιού. Πράγματι επιστρέφοντας στο σπίτι σκάλισαν το μέρος της αυλής που τους είχε υποδείξει και τα βρήκαν. Να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι ο σατανάς αν κάνει κάποιες περίεργες αποκαλύψεις τις κάνει μόνο και μόνο κγια να στερεώσει τον άνθρωπο στην πλάνη. Δεν θεραπεύει ποτέ. Θα είχαν περάσει λοιπόν δυο μήνες από τότε, που ο νεαρός άρχισε να υποφέρει και δεν κοιμόταν ενώ τις τελευταίες αυτές δεκαπέντε ημέρες δεν έτρωγε τίποτα.
Έφθασε λοιπόν στα πρόθυρα του θανάτου κάποιο Σάββατο 16 Ιουλίου. Άρχισε να χάνει την επαφή με το περιβάλλον και το πρόσωπό του ήταν μελανιασμένο. Ανάμεσα στο θρήνο και τον οδυρμό της μητέρας του κάποιοι συγγενείς τον επιβιβάζουν σε ένα αυτοκίνητο και τον πηγαίνουν αναίσθητο και ετοιμοθάνατο στο Μοναστήρι του Αγίου Κυπριανού, που βρίσκεται στη Φυλή της Αττικής. Ενημερώνουν για το ιστορικό του νεαρού και τον μεταφέρουν μέσα στον Ιερό Ναό όπου ο Ιερέας της Ιεράς Μονής αρχίζει την ανάγνωση των ευχών. Μόλις είχε αρχίσει η πάλη με τον διάβολο. Ο διάβολος ακούγοντας τους εξορκισμούς δημιούργησε μία αντίδραση στον ετοιμοθάνατο νεαρό που άρχισε να φωνάζει με κραυγές:
- "Φτάνει πια... δεν αντέχω... φτάνει πια... δεν αντέχω...".
Συνέχεια λοιπόν ο νεαρός κραύγαζε όση ώρα κράτησαν οι εξορκισμοί. Και κράτησαν μιάμιση ώρα περίπου. Πριν καλά καλά γίνει η απόλυση, ο Άγιος Κυπριανός έκανε το θαύμα του, αφού το μελάνιασμα που υπήρχε στο πρόσωπο του νεαρού υποχώρησε. Στη συνέχεια ο νεαρός ησύχασε και ζήτησε να τον αφήσουν να κοιμηθεί, Να κάνει κάτι δηλαδή που για πολύ καιρό δεν μπορούσε ούτε καν να διανοηθεί. Κοιμήθηκε έως το πρωί της Κυριακής και ξύπνησε με τις καμπάνες της Ιεράς Μονής που χτυπούσαν χαρμόσυνα για το θαύμα του Αγίου Κυπριανού.
Έγινε τελείως καλά, εξομολογήθηκε και για πρώτη φορά στη ζωή του κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στις 22 Ιουλίου έφυγε για το σπίτι του δοξάζοντας τον Θεό και τιμώντας τον προστάτη και ευεργέτη του Άγιο Κυπριανό.

 


ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΓΙΑ

Ευλογητός. Βασιλεύ Ουράνιε. Τρισάγιον.
Ελέησον ημάς, Κύριε, ελέησον ημάς.
Της ευσπλαγχνίας την πύλην. Τον Ν' ψαλμόν.
Ελέησόν με ο Θεός κ.λ.π.
Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου.

Ήχος δ'. Ως γενναίον εν μάρτυσιν.
Ιερέων εν χρίσμασι και Μαρτυρίων εν αίματι, τω Θεώ προσήγγισας, τελειώτατα, Κυπριανέ παναοίδημε, το άνθος της πίστεων, η των λόγων καλλονή, της σοφίας ακρόπολις, της ορθότητος των δογμάτων η στάθμη, των κανόνων παναρμόνιος αυθύτης, Εκκλησιών η ευπρέπεια.
Των αθλούντων την ευκλειάν, των Μαρτύρων τον στέφανον, υπογράφων, έπεισας τους θεόφρονας κατατολμάν γενναιότητα ποικίλων κολάσεων και δεσμών και φυλακή και σωμάτων γυμνώσεως και στρεβλώσεων και κρυμού δριμυτάτου και μαστιγών και θανάτου τελευταίον, Κυπριανέ πανσεβάσμιε.
Επωδαίς ταίς του δαόμονος τας ωδάς τα του Πνεύματος και Σταυρού το τρόπαιον αντιτάξασα, την παρθενίαν ετήρησας και Μάρτυς αήττητος προσηνέχθης τω Χριστώ, ιερώτατος σφάγιον όθεν έτυχες, των στεφάνων της νήκης, Ιουστίνα, των Παρθένων και Μαρτύρων, κεκοσμημένη φαιδρότησιν.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι.
Κύριε, όπλον κατά του διαβόκου, τον Σταυρόν ημίν δέδωκας. Φρίττει γαρ και τρέμει, μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησε. Δια τούτο προσκυνούμεν την ταφή Σου και την έγερσιν.

Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν

Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης. Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας. Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα. Σταυρός πιστών το στήριγμα. Σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα. Συνετριβήτωσαν υπό την σημείωσιν του τύπου του Σταυρού Σου πάσαι αι δυνάμεις (τρις).
Η βοήθεια ημών εν ονόματι Κυρίου του ποιήσαντος τον ουρανόν και την γην.
(και επιθείς την χείρα επί την κεφαλήν του πασχόντος λέγει:)

ΕΥΧΗ Α

Του Αγίου Κυπριανού.
Του Κυρίου Δεηθώμεν
Δέσποτα Κύριε Ιησού ο Θεός΅ημών, ο τα πάντα κρατών και κυβερνών. Άγιος και δεδοξασμένος υπάρχεις. Δι' ο Βασιλεύ των Βασιλευόντων και Κύριε των Κυριευόντων, δόξα Σοι. Ο καθήμενος εν τω φωτί τω απείρω και απροσίτω βροτοίς, δια προσευχής εμού του ταπεινού και ανάξιου δούλου Σου, φυγάδευσον τους δαίμονας και κατάργησον τας πονηρίας αυτών, ένα τα νέφη δώδωσι υετός επί πάσαν την γην και η γη δώσει τα γεννήματα αυτής εν τω καιρώ αυτών, τα δένδρα καρποφοφήσωσιν, και οι άμπελοι ευφορήσωσι πλήρεις βοτρύων, αι γυναίκες λυθώσι και ελευθερωθώσιν από του καρπού των μητρών αυτών και πας ο κόσμος άρχων και αρχόμενος, και πάσα η κτίσις λυθή από παντός δεσμού του δαίμονος.
Ο δε δούλος Σου (τάδε), συν παντί τω οίκω αυτού και τοις πράγμασι αυτού, λυθήσεται εκ παντός δεσμού σατανικού, μαγείας, μαγγανίας, και αράς και έστω λελυτρωμένος από πάσης ασθενείας και αντικείμενης δυνάμεως. Δεόμεθά Σου, Κύριε ο Θεός των Πατέρων ημών, δος, ένα λύθωσι τα εκ μαγείας, μαγγανίας, βασκανίας και πάσης σατανικής ενεργείας δεσμά αυτού και αφανισθώσι πάντα τα πονηρά έργα, δια της επικλήσεως του Παναγίου Πνεύματος Θεού Σαβαώθ.
Ναι! Κύριε του παντός, επάκουσόν μου δεομένου Σου και λυθήτω ο δούλος (...) ει εστί δεδεμένος εν ουρανώ ή εν γη ή εν ανωφλίω ή εν δέρματι αλόγων ή εν σιδήρω ή εν λίθω ή ξύλω ή εν γραμματίω, δ' αίματος ανθρώπου, ζώου, πτηνού, ή ιχθύος ή δια μελάνης ή δι' άλλου τινός, προς βλάβην αυτού ή του οίκου αυτού, και ει κατέχωσαν ή διέσπειαν αυτά εν αυλαός, εν θαλάσση, εν φρεάτι, εν μνημάτι ή εν οιωδήποτε τόπω.
Και ει δι' ονώχων ανθρώπων, ζώων, πτηνών, (ζώντων ή τεθνεώντων) ή δια χώματος τεθνεώντων εγένοντο και ει δια πασάλου ή καρφίου, ή βελόνης διεπεράσθησαν, λύσον εν τη ώρα ταύτη, Κύριε δια παντός, τη κραταιά δυνάμει Σου.
Συ Κύριε, ο Θεός ημών, ο γιγνώσκων τους τόπους, τους τρόπους και τους ανθρώπους, διάλυσον και διάρρηξον και αφάνησον τα της μαγείας έργα, ένθα κείνται, τον δε δούλον Σου (...) διαφύλαξον συν παντί τω οίκω αυτού.
Συντριβήτωσαν υπό την σημείωσιν του Τιμίου Ζωοποιού Σταυρού πάσαι αι εναντίαι δυνάμεις (τρίς). Αναχωρησάτωσαν και διαλυθήτωσαν δια παντός πάντα τα της μαγείας, μαγγανίας και βασκανίας έργα, εκ του δούλου του Θεού (...).
Ναι Κύριε, δεομένου Σου, επάκουσόν μου και ελευθέρωσον τον δούλον Σου και τον οίκον αυτού από συμπτώματος και δαιμονίου μεσημβρινού, από πάσης ασθενείας, αναθέματος, οργής, κατάρας, δυσπραγίας, καταλαλιάς, φθόνου, βασκανίας, αμελείας, νωθρότητος, λαιμαργίας, αδυναμίας, βλακείας, αφροσύνης, υπερηφανείας, ασπλαχνίας, αδικίας, αλαζονείας και πάσης πλάνης και απάτης, δια το Όνομά Σου το Άγιον και δεδοξασμένον εις τους αιώνας. Αμήν.

ΕΥΧΗ Β'

Του Κυρίου Δεηθώμεν
Εξορκίζω υμάς, δαιμόνια πονηρά, δια του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και δια πασών των αγγελικών και θείων δυνάμεων των τω Θεώ υπηρετουσών και των Αγίων Αυτού μαθητών και Αποστόλων του έχειν δύναμιν και εξουσίαν επί του πλάσματος του Θεού (τάδε) ή του οίκου αυτού. Φυγαδεύθητε, άθλιοι και πονηροί, εντεύθεν. Εκλείπειν υμάς ποιήσαι, Κύριος, ως εκλείπει καπνός από προσώπου πυρός, και μη έχειν εξουσίαν πόνους και φόβους επιφέρειν, ζημίαν ή κακόν τι έτερον εν τω σώματι και ταις σαρξίν και τοις μέλεσι τούτου του πλάσματος του Θεού (τάδε), ή του οίκου αυτού δια του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, του ελευσομένου κρίναι ζώντας και νεκρούς.

ΕΥΧΗ Γ'

Του Κυρίου δεηθώμεν
Κύριε ο Θεός ημών ο Παντοκράτωρ και παντοδύναμος, ο ποιητής του ουρανού και της γης και κτίστης πάντων, συγγνώμην παράσχου μοι και τω δούλω σου τούτω, εις όσα Σοι ημάρτομεν, ως άνθρωποι. Ναι ο Θεός του Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, ο Θεός Αγγέλων Μιχαήλ, Γαβριήλ και Ραφαήλ, Χερουβείμ, Σεραφείμ, Αρχαγγέλων, Θρόνων, Κυριοτήτων, Αρχών, Εξουσιών, Δυνάμεων και πάντων των Προφητών, Πατριαρχών, Μαρτύρων, Ομολογητών, φύλαξον τον δούλον σου (τάδε) του μη αδικήσαι αυτόν ή βλάψαι τι κακόν ή μαντικόν ή τον αρχέκακον διάβολον και τους υπουργούντας αυτώ ή κακόν άνθρωπον, ή γυναίκα, εν νυκτί και εν ημέρα, εν γη, εν θαλάσση, εν οδώ, ή περιπάτω, εν σπηλαίω, εν οίκω, εν χώρα, εν χωρίω, εν αγρώ, και εν οιωδήποτε τινί τόπω, εν οράσει ή εν ακοή, πίνοντα, τρώγοντα, αναγινώσκοντα, καθεύδοντα, αγρυπνούντα, εργαζόμενον, εν γελώτι, εν οφθαλμοίς εν νώτω, εν μικτήρσιν, εν στήθεσι, εν χερσί, εν βραχίονι, εν δακτήλοις, εν κοιλία, και υπογαστρίοις, εν ηπάτοις και εντοσθίοις πάσιν, εν χολή και αίματι, εν σαρκί και δερματίδι και πάσι τοις μέλεσι του ανθρώπου τούτου, ένδοθεν και έξωθεν, από ποδών έως κεφαλής. Ναι Παντοκράτωρ Κύριε, ελευθέρωσον τον δούλον Σου (τάδε) από πάσης μαγείας, μαντείας, δεσμού και παντός κακού.
Και ως ηλευθέρωσας τον Αδάμ εξ άδου, τον μακάριον Πέτρον εκ της φυλακής, τον Παύλον, το σκεύος της εκλογής εκ των δεσμών, δια του Αγίου Πνεύματος, τον παραλυτικόν εκ του κραββάτου, τον Λάζαρον εκ του τάφου, τον Ισραηλητικόν λαόν εκ της θαλάσσσης, τον Ιωνάν εκ της κοιλίας του κήτους, τον Λωτ εκ Σοδόμων, τους τρεις παίδας εκ της καμίνου του πυρός, τον Δανιήλ εκ των λεόντων, Νώε εκ του κατακλυσμού, Μαρίαν την Μαγδαληνήν εκ των επτά ακαθάρτων πνευμάτων, ούτως Δέσποτα, ελευθέρωσον και τον δούλον Σου (δείνα) εκ του δεσμού πάσης μαγείας, μαντείας, φαρμακείας και εκ πάσης πονηράς επιβουλής των εχθρών ημών, ορατών τε και αοράτων, και μη εχέτωσαν δύναμιν, μηδέ εξουσίαν επηρεάζειν. Και η ειρήνη του Μονογενούς Σου Υιού έστω μετ' αυτού. Αμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Εκ του κατά Ματθαίον (Θ' 32-34, Ι' 1-2, 5-9)
Τω καιρώ εκείνω προσήνεγκον τω Ιησού άνθρωπον κωφόν δαιμονιζόμενον και εκβληθέντος του δαιμονίου ελάλησεν ο κωφός και εθαύμασαν οι όχλοι λέγοντες, ότι ουδέποτε εφάνη ούτως εν τω Ισραήλ. Οι δε Φαρισαίοι έλεγον, εν τω αρχόντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια. Και προσκαλεσάμενος τους δώδεκα μαθητάς αυτού έδωκεν αυτοίς εξουσίαν κατά πνευμάτων ακαθάρτων, ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Τούτους τους δώδεκα απέστειλεν ο Ιησούς παραγγείλας αυτοίς λέγων "εις οδόν εθνών μη απέλθητε και εις πόλιν Σαμαρειτών μη εισέλθητε, πορεύεσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ. Πορευομένοι δε κηρύσσετε λέγοντες, ότι ήγγικεν η Βασιλεία των ουρανών. Ασθενούντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς εγείρετε, δαιμόνια εκβάλλετε. Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε".

ΕΥΧΗ Δ'

Του Κυρίου Δεηθώμεν
Κύριε των δυνάμεων και πάσης κτίσεως Δημιουργέ, πρόσδεξε τας δεήσεις, ας προσήξαμεν Σοι Δια τον δούλον Σου (δείνα) και δίωξον τους εχθρούς ημών τους αοράτους και πάντας τους εν αυτώ υπουργούντας και πάσαν αυτών πανουργίαν, αλαζονείαν και πονηράν ασθενείαν του μηδέποτε έχειν δύναμιν ή εξουσίαν κατ' αυτού, του καταδυναστεύειν και επηρεάζειν αυτόν. Επί Σοι γαρ, Κύριε, ήλπιζεν αυτός τε και ημείς και μη καταισχυθείημεν εις τον αιώνα, αλλ' εν τη δικαιοσύνη Σου και τη δυνάμει Σου, ελευθέρωσον τούτον, πρεσβείαις και ικεσίαις της Υπερενδόξου ημών  Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και πάντων των Αγίων. Αμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Εκ του κατά Ματθαίον (ΙΖ' 14-21)
Τω καιρώ εκείνω άνθρωπός τις προσήλθε τω Ιησού γονυπετών αυτώ και λέγων "Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει, πολλάκις γαρ πίπτει εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ. Και προσήνεγκα αυτόν τοις μαθηταίς Σου και ουκ ηδυνήθησαν αυτόν θεραπεύσαι". Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν "Ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη. Έως πότε έσομαι μεθ' ημών; Έως πότε ανέξομαι υμών; Φέρετέ μοι αυτόν ώδε" και επετίμησεν αυτώ ο Ιησούς και εξήλθεν απ' αυτού το δαιμόνιον και εθαραπεύθη ο παις από της ώρας εκείνης. Τότε προσελθόντες οι μαθηταί τω Ιησού κατ' ιδίαν είπον "διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό;" Ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς "δια την απιστία υμών. Αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν. Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται, ει μη εν προσευχή και νηστεία".

ΕΥΧΗ Ε'

Γρηγορίου του Δεκαπολίτου
Του Κυρίου δεηθώμεν
Δέσποτα Θεέ, Πάτερ Παντοκράτωρ, ο διοικών και κυβερνών την πάσαν κτίσιν και φυλάσσων τας ψυχάς και τα σώματα των ανθρώπων από του νοητού και δολίου δράκοντος και αποστείλας τον Μονογενή Σου Υιόν, Υπεράγιε, δια την ημετέραν σωτηρίαν, γεννηθέντα εκ της Αειπαρθένου Μαρίας, Αυτός Πανάγαθε Βασιλεύ, αποδίωξον παν πονηρόν και ακάθαρτον και εβδελυγμένον πνεύμα και πάσαν μαγείαν, φαρμακείαν, μαντείας και πάσαν ασέβειαν και πονηράν ασθένειαν από του δούλου Σου (δείνα) και παν πνεύμα επιβουλεύον και αδικούν αυτόν. Εξαλειφθήτω δε πάσα πονηρία και ακαθαρσία απ' αυτού.
Ορκίζω σε εις τον αόρατον και Υψηλότατον Θρόνον του Παντοκράτορος Θεού, παν ακάθαρτον και πονηρόν, ερχόμενον και εμφωλεύον και αδικούν αυτόν. Ορκίζω σε εις τον ανεξιχνίαστον και ακατάληπτον Θεόν, Ον τρέμουσιν οι Ουρανοί και η γη και η θάλασσα και δοξολογούσιν οι Άγιοι.
Φεύγε ανεμόπους και άνομε, φεύγε ανεμόφορε και ανεμόστροφε, φεύγε δαιμόνιον το εγείραν την δεξιάν επί την αριστεράν, φεύγε ο χαλεπός δαίμων, ο απτόμενος των καρδιών των ανθρώπων, ο ερχόμενος εις τα οστά και εις τους οφθαλμούς αυτών, ο δαμάζων τα σώματα των ανθρώπων και την σάρκα αυτών, ο απτόμενος των νεύρων και των αρτηριών αυτών, φεύγε από τον δούλον του Θεού (δείνα) και αναχώρησον από του πλάσματος Χριστού του Θεού ημών. Ορκίζω σε και αύθις εις τον επουράνιον Θεόν και Βασιλέα πάντων των ποιημάτων Αυτού και κτίσματων, και μη εμμείνης, πονηρέ και μιαρέ δαίμων εις τον δούλον του Θεού (δείνα) και την ψυχήν και την καρδία κρατήσης, μη άψη συ εις ήπαρ ή εις πνεύμονα ή εις νεφρούς, μηδέ οστά αυτού διασείσεις, μη σάρκα παραλύσης μη δακτύλους ή αστραγάλους, ή κνήμας, ή μηρούς, ή πήχεις, ή ώτα, ή εγκέφαλον αυτού αδικήσης ή υπογάστριον βαρύνης, μη ενδυθής την τάξιν των στοιχείων και διαφθείρης την τάξιν αυτών. Αλλ' έξελθε συν πάση πονηρά ασθενεία και αναχώρησον από του δούλου του Θεού (τάδε) δια τους αφορισμούς και εξορκισμούς, ους επιτιμά σοι Κύριος ο Θεός, ο Μέγας τη βουλή και αινετός τοις έργοις. Φεύγε παν κακόν και ακάθαρτον πνεύμα, και αναχώρησον από του δούλου του Θεού (δεινός) εν ονόματι του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Εκ του κατά Ματθαίον (Ε' 23 - 25)
Τω καιρώ εκείνω περιήγεν ο Ιησούς όλην την Γαλιλαίαν, διδάσκων εν ταις συναγωγαίς και κηρύσσων το Ευαγγέλιον της Βασιλείας και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ. Και απήλθεν η ακοή Αυτού εις όλην την Συρίαν και προσήνεγκαν Αυτώ πάντας τους κακώς έχοντας ποικίλαις νόσοις και βασάνοις συνεχομένους και δαιμονισμένους και σεληνιαζομένους και παραλυτικούς και εθεράπευσεν αυτούς.

ΕΥΧΗ ΣΤ'

Γρηγορίου Δεκαπολίτου
Του Κυρίου δεηθώμεν
Βασιλεύ ουράνιε Παράκλητε το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών ο θησαυρός των αγαθών, και ζωής χορηγός, ο ποιητής των άνω και των κάτω και πάντων των όντων εμφανών και αφανών, ο δούς εξουσίαν και δύναμιν τοις Σοις μαθηταίς και Αποστόλοις, θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν επειγενομένην τοις ανθρώποις, επάκουσον και εμού του αμαρτωλού εν τη ώρα ταύτη και δίωξον και εξάλειψον εκ του δούλου Σου (τάδε) παν πονηρόν και ακάθαρτον και πάσαν πονηράν ασθένειαν και επιβουλήν αντικειμένου δι' ευχών και δεήσεων των Αγίων Σου ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, Μάρκου και Λουκά, Φιλίππου και Ματθαίου, Ιωάννου και Θωμά, Ανδρέου και Ιακώβου και πάντων των Αγίων Αποστόλων και των εβδομήκοντα των καταβαλόντων τον άρχοντα του αιώνος τούτου, τουτέστι τον διάβολον, όπως δραπετεύση και εκρύβυ εις τόπον ητοιμασμένον αυτώ και πάσι της μετ' αυτού και ουδέν της αδικίας αυτού αδικήσει τον δούλον Σου τούτον.
Επακούσατε ουν, Άγιοι Απόστολοι, εμού του δεομένου εν τη ώρα ταύτη και περιφυλάξατε τον δούλον υμών (τάδε) από πάσης επηρείας δαιμονικής, δια του ονόματος του Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Είτα το Απολυτίκιον. Του Αγίου Κυπριανού.
Ήχος Δ'
Και τρόπων μέτοχος, και θρόνων διάδοχος των Αποστόλων γενόμενος, την πράξιν εύρες θεόπνευστε είς θεωρίας επίβασιν, δια τούτο τον λόγον της αληθείας ορθοτομών, και τη πίστει ενήθλησας μέχρις αίματος, ιερομάρτυς Κυπριανέ, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Και το Κοντάκιον.
Ήχος Α'. Χορός Αγγελικός.
Εκ τέχνης μαγικής, επιστρέψας θεόφρον, προς γνώσιν θεϊκής, ανεδείχθεις τω κόσμω ακέστωρ σοφώτατος, τας ιάσεις δωρούμενος, τοις τιμώσι σε, Κυπριανέ συν Ιουστίνη μεθ' ης πρέσβευε τω φιλανθρώπω Δεσπότη σωθήναι τους δούλους σου.
Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φεγέτωσαν από προσώπου Αυτού οι μισούντες Αυτόν.
Ως εκλείπει καπνός εκλειπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός. Ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί από προσώπου του Θεού και οι δίκαιοι ευφρανθήτωσαν.

ΑΠΟΛΥΣΙΣ

Δόξα Σοι ο Θεός, η ελπίς ημών, δόξα Σοι
Χριστός ο αληθινός Θεός ημών, πρεσβείαις της Παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, δυνάμει του Τιμίου και Ζωοποίου Σταυρού, προστασίας των τιμίων επουράνιων Δυνάμεων Ασωμάτων, ικεσίαις του τιμίου ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, των Αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων, των εν Αγίοις Πατέρων και οικουμενικών μεγάλων διδασκάλων και ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αθανασίου και Κυρίλλου, Ιωάννου του Ελεήμονος Πατριαρχών Αλεξανδρείας, Νικολάου του εν Μύροις, Σπυρίδωνος επισκόπου Τριμηθούντος των θαυματουργών, του Αγίου Αποστόλου Πρωτομάρτυρος και αρχιδιακόνου Στεφάνου, των οσίων και θεοφόρων Πατέρων ημών Αντωνίου, Ευθυνίου, Σάββα του ηγιασμένου, Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου, Ονουφρίου, Αρσενίου, Γερασίμου του νέου ασκητού και πάντων των οσίων, των αγίων και ιαματικών Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού., Κύρου και Ιωάννου, Παντελεήμονος και Ερμολάου, Σαμψών και Διομήδους, Μωκίου και Ανικήτου, Θαλλελαίου και Τρύφωνος και Παγκρατίου του αρχιεπισκόπου, των αγίων και ενδόξων και καλλινίκων μαρτύρων Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, Δημητρίου του Μυροβλήτου, Θεοδώρου Τύρωνος και στρατηλάτου, Μηνά του θαυματουργού και ιερομάρτυτος Χαραλάμπους, των αγίων και δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, του Αγίου ιερομάρτυρος Κυπριανού, Κοσμά του Αιτωλού, και νεομάρτυρος Ιακώβου και πάντων των Αγίων ελεήσαι και σώσαι ημάς, ως αγαθός και φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός.

Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων ημών,
Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών,
ελέησον και σώσον ημάς.
ΑΜΗΝ