ΒΙΟΣ: Άγιος Κωνσταντίνος (ο Υδραίος)

Πρόλογος

Η γη της Ύδρας αλλά και της Ρόδου είναι τόποι ευλογημένοι με πλούσια πολιτιστική και θρησκευτική παράδοση. Ιδιαίτερα όμως οι άγιο που ανεδείχθησαν και λάμπρυναν ποικιλοτρόπως το στερέωμα δια μέσου των αιώνων, όπως ο άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος και τόσοι άλλοι τοπικοί άγιοι, ακολούθησαν τα "ίχνη" του Ιησού Χριστού. Καθένας βέβαια με τον τρόπον του, μας διδάσκουν για την αγιότητα, την πίστη, το νόημα του μαρτυρίου και της ασκήσεως, την τόλμη και την παρρησία, την αυταπάρνηση και την θυσία, την αξία της ομολογίας και γενικότερα την διαφύλαξη του θησαυρού της πίστεώς μας ανόθευτη. Ο βίος του λοιπόν είναι ένα λαμπρό παράδειγμα αγάπης και αφοσίωσης στον Κύριό μας. Γιατί η ψηλάφιση των βίων των αγίων της Εκκλησίας μας είναι μέλημα σοβαρό για τον κάθε χριστιανό, αφού οι άγιοι μας είναι εκείνοι που θεράπευσαν τα πάθη και έγιναν οι άριστοι οδοδείκτες για να ακολουθήσουν τα ίχνη του Κυρίου μας Ιησού. Τέτοιες άγιες μορφές στέλνει κοντά μας ο Κύριος για να μην ξεχνάμε και ξεμακραίνουμε από την αγκαλιά Του.

ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΥΔΡΑΙΟΣ

Τα πρώτα χρόνια

Ο άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος γεννήθηκε το 1770 ανάμεσα στα χρόνια που η χώρα μας βρισκόταν κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Μεγάλωσε στην συνοικία Κιάφα, στο ηρωικό νησί της Ύδρας. Ήταν ο μοναχογιός του άρρωστου ξωμάχου ναυτικού Μιχαήλ και της κυρά-Μαρίνας που ξενοδούλευε ολημερίς για να έχει η οικογένεια φαγητό. Και οι δύο γονείς του ήταν ευλαβέστατοι ορθόδοξοι χριστιανοί και μεταλαμπάδευσαν στον μικρό Κωνσταντίνο τα νάματα της πίστεως και της αγάπης στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό αλλά και την αγάπη στην πατρίδα μας. Να μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή που όλα τα "έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά", οι Τούρκοι είχαν επιβάλλει την απόλυτη φτώχεια στην πλειοψηφία των Ελλήνων που ήταν πιστοί στην ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία και ταυτόχρονα επιβράβευαν με πλούτο και καλοπέραση τους λιγοστούς που ασπάστηκαν την θρησκεία τους. Έτσι η ανισότητα και ανάμεσα στους Έλληνες φαινόταν από το αν ήσουν χριστιανός ή όχι. Γιατί οι χριστιανοί τότε ήταν καταδικασμένοι να ζουν σε κατάσταση απόλυτης φτώχειας και ανέχειας. Οι ευσεβείς όμως γονείς του Αγίου δεν πτοήθηκαν ούτε από την σκλαβιά αλλά ούτε και από την σκληρότητα και την αδιαφορία των λιγοστών προδοτών που όχι μόνο συνεργάζονταν με τους Τούρκους αλλά και που είχαν ασπαστεί και την θρησκεία τους. Ο μικρός γιος τους θα μεγάλωνε με΄σα στη φτώχεια και την ανέχεια αλλά και μέσα στην αγκαλιά του Χριστού που τόσο αγαπούσαν.

Η σκέψη για το ταξίδι

Με τα χρόνια ο Κωνσταντίνος μεγάλωνε και στο πνεύμα. Έβλεπε τους γονείς του που με πολύ κόπο κατόρθωναν να έχουν έστω λίγο ψωμί για να φάει ο γιος τους αλλά και την αγάπη τους και την φροντίδα τους που ήταν ανεξάντλητες. Κάποια στιγμή λοιπόν καθώς βρισκόταν στην εφηβεία άκουσε από κάποιους συγχωριανούς του ότι στον νησί της Ρόδου που ήταν το εμπορικό κέντρο της εποχής, είχαν βρει εργασία κάποιοι πατριώτες του και ανάμεσά τους τύχαινε όπως άκουσε να υπάρχουν και κάποια ξαδέλφια του. Σκέφτηκε τότε τι καλά που θα ήταν να πήγαινε να βρει δουλειά σε εκείνο το μέρος έτσι ώστε να μην επιβαρύνει τους γονείς του αλλά και για να τους βοηθούσε στέλνοντάς τους χρήματα από εκεί. Εξάλλου στον ταρσανά της Ρόδου πολλοί συμπατριώτες του είχαν βρει δουλειά και όπως άκουσε να λένε οι μεγαλύτεροι υπήρχε δουλειά για πολλούς περισσότερους ακόμα. Την ίδια μέρα λοιπόν που άκουσε για το νησί της Ρόδου έτρεξε χαρούμενος στους γονείς του και ζήτησε την άδειά τους για να ξεκινήσει το ταξίδι του προς τα εκεί. Στο παιδικό μυαλό του Κωνσταντίνου η σκέψη να μπαρκάρει για να ανακουφίσει και τη μητέρα του που ξενοδούλευε, δεν έφευγε. Της το εξομολογήθηκε αλλά εκείνη ούτε ν' ακούσει δεν ήθελε αφού θεωρούσε ότι ο Θεός δεν θα τους άφηνε ποτέ αφού τόσα χρίνια ήταν κοντά τους. Επίσης φοβόταν μην "χαλάσει" ο μονάκριβος γιος της. Στη Ρόδο είχε πράγματι ξαδέλφια, τα οποία όπως σκεφτόταν ο Κωνσταντίνος, θα τον βοηθούσαν να βρει κάποια δουλειά. Όμως οι αντιρρήσεις της μητέρας του που δεν ήθελε για κανένα λόγο να τον αποχωριστεί, τον συγκλόνισαν και αποφάσισε να αναβάλει για λίγο καιρό το ταξίδι του. Πέρασε πολύς καιρός και ο Κωνσταντίνος ξεκίνησε τελικά το ταξίδι του κρυφά με προορισμό το νησί της Ρόδου. Η μπρατσέρα τον ταξιδεύει προς τα Δωδεκάνησα και ο Κωνσταντίνος έχει πάντα πάνω του για φυλαχτό τον Τίμιο Σταυρό που του είχε φορέσει από πολύ μικρός που ήταν, η μητέρα του. Σε όλο το ταξίδι σκεφτόταν τις δουλειές που θα μπορούσε να κάνει αλλά και τα χρήματα που θα έστελνε πίσω στο σπίτι του.

Στο Νησί της Ρόδου

Σε λίγες μέρες βρισκόταν στο νησί της Ρόδου και εντυπωσιάστηκε, αφού το μέρος αυτό δεν έμοιαζε καθόλου με την Ύδρα. Ο τόπος εδώ που πατούσε τα πόδια του ήταν πλούσιος και είχε όλα τα καλά. Αντίκριζε λοιπόν για πρώτη φορά στη ζωή του πολλά ψηλά κάστρα, πολλές εκκλησιές αλλά και τζαμιά, σπίτια πλουσίων αλλά και φτωχών. Συναντούσε χριστιανούς, Εβραίους και μουσουλμάνους. Στο νησί της Ρόδου είχαν στήσει τις δουλειές τους άνθρωποι που ασχολούνταν με το εμπόριο από όλες τις χώρες του κόσμου. Έτσι ήταν πολύ εύκολο για τον Κωνσταντίνο να βρει μία δουλειά. Ξεκίνησε λοιπόν να δουλεύει στους ταρσανάδες εκεί που δούλευαν και τα ξαδέλφια του. Πέρασε λίγος καιρός και επειδή δεν έβλεπε προκοπή με αυτή τη δουλειά, αναγκάστηκε να φύγει και να ζητήσει δουλειά σε ένα μπακάλικο που είχε κάποιος ευσεβής ονόματι Νικόλαος Καλόγλου. Το μπακάλικο βρισκόταν κοντά στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Ο κύριος Νικόλαος βλέποντας την τιμιότητα αλλά και την εργατικότητα του νεαρού Κωνσταντίνου τον συμπάθησε πολύ. Πολύ γρήγορα μάλιστα τον εμπιστεύτηκε τόσο, που πολλές φορές τον έβαζε στο σπίτι του, του έκανε το τραπέζι, τον φιλοξενούσε και του συμπεριφερόταν σαν να ήταν παιδί του. Ο Κωνσταντίνος από την άλλη βλέποντας την συμπεριφορά του κυρ Νικόλα ασχολείται και με αρκετές από τις δουλειές του σπιτιού του. Στο μπακάλικο ο Κωνσταντίνος γρήγορα γίνεται συμπαθής σε όλους. Οι γνωριμίες με Εβραίους, Τούρκους, Έλληνες, Αρμένιους τον οδηγούν ώστε να κάνει και τις πρώτες παρέες του στο νησί. Δεν άργησε μάλιστα να γίνει γνωστός στην κοινωνία της Ρόδου, αφού όλοι είχαν να πουν κάτι καλό για τον χριστιανό με τις σπάνιες αρετές. Όταν ο Κωνσταντίνος τελείωνε την εργασία του, επισκεπτόταν ένα γέροντα πνευματικό στο Ροδίνι ή πήγαινε για ψάρεμα στην θάλασσα, όπου γνωρίστηκε και με άλλους ερασιτέχνες ψαράδες μεταξύ των οποίων και τον Τούρκο υπασπιστή του διοικητή της Ρόδου. Οι φίλοι του τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν τόσο πολύ που ένας από αυτούς, Τούρκος στην καταγωγή, του προξένεψε την ίδια του την αδελφή, για γυναίκα του. Και ενώ αυτό ήταν τιμή για τον Τούρκο φίλο του Κωνσταντίνου, ο κύριος Νικόλαος που είχε το μπακάλικο το θεώρησε μεγάλη προσβολή και προδοσία, με αποτέλεσμα να τον διώξει και να βρεθεί χωρίς δουλειά.

Στο Σεράϊ του Χασάν

Περιδιαβαίνοντας στα στενά δρομάκια της Ρόδου και περνώντας στιγμές πείνας και ανέχειας, ο Κωνσταντίνος προσπαθεί να βρει κάποια δουλειά. Ο Τούρκος υπασπιστής, που γνώριζε και εκτιμούσε την ευγένεια και αξιοσύνη του Κωνσταντίνου απευθύνθηκε στον Τούρκο διοικητή της Ρόδου που ονομαζόταν Χασάν-Καπετάν, και του συνέστησε να προσλάβει τον Κωνσταντίνο στο Σεράϊ. Πράγματι ο Κωνσταντίνος πήγε στο Σεράϊ και παρουσιάστηκε μπροστά στον Τούρκο διοικητή. Μπαίνοντας λοιπόν για πρώτη φορά στη ζωή του στο Σεράϊ έβλεπε τι σήμαινε πολυτέλεια, άνεση κα χλιδή. Ο Χασάν-Καπετάν μόλις είδε τον Κωνσταντίνο κατάλαβε ότι ο νεαρός από την Ύδρα που είχε μπροστά του ήταν τίμιος και επειδή εκείνη την εποχή η τιμιότητα ήταν αρετή που όλοι οι άνθρωποι εκτιμούσαν, τον προσέλαβε αμέσως. Θα έκανε διάφορες εργασίες αλλά θα περιποιόταν και το πιο αγαπημένο άλογο του Τούρκου διοικητή, την Εσταφέτ. Η πρόσληψη στο Σεράϊ ήταν το γεγονός για το οποίο τον απέφευγαν πλέον οι Έλληνες φίλοι του.

Ο Κωνσταντίνος από την άλλη, πάντα με προθυμία εργαζόταν και ποτέ δεν βαρυγκώμησε. Και εδώ γίνεται αγαπητός. Η τιμιότητα, η εργατικότητα, η αφοσίωση, η καλοσύνη, το χαμόγελο, η γλυκύτητα του προσώπου του, αλλά και το παράστημα του τον κάνουν να ξεχωρίζει, Όλοι μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τον Κωνσταντίνο. Ακούγοντας μάλιστα ο Χασάν-Καπετάν, όλα όσα του έλεγαν για τον Κωνσταντίνο, αλλά και εκτιμώντας τις αρετές του, τον συμπάθησε πάρα πολύ. Το μόνο παράπονο που είχε από την Κωνσταντίνο ο Χασάν-Καπετάν ήταν το γεγονός ότι ήταν χριστιανός.

- "Τι κρίμα ορέ Γκιαούρη να είσαι άπιστος", έλεγε και ξανάλεγε στον Κωνσταντίνο.

Τα επινίκια

Με τον καιρό όμως ο Κωνσταντίνος, διορίστηκε υπασπιστής του Χασάν-Καπετάν με τον ανάλογο μισθό που του εξασφάλιζε πλέον πολυτελή ζωή στο Σεράϊ. Δεν άργησε λοιπόν λόγω και του νεαρού της ηλικίας να ζει και να διασκεδάζει όπως διασκέδαζαν εκείνη την εποχή οι Τούρκοι. Στο Σεράϊ του Χασάν κάθε μέρα κατέφθαναν οι άρχοντες της Ρόδου αλλά και οι έμποροι και γενικά οι πλούσιοι του νησιού που συζητούσαν με τον Τούρκο διοικητή. Μάλιστα ο Καπετάν-Χασάν κάποια βράδια φώναζε τους φίλους του και διασκέδαζαν όλοι μαζί συζητώντας και πίνοντας. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός και χάρη στο άλογο του Χασάν, την Εσταφέτ, ο Κωνσταντίνος κατόρθωσε να κερδίσει στο "τζιρίτι", σε αγώνες σκοποβολής, και να χαρίσει την νίκη στον Χασάν-Καπετάν.

Στο Σεράϊ γίνεται μεγάλη γιορτή. Ο Χασάν όμως που θέλει να αλλαξοπιστήσει ο Κωνσταντίνος, σκέφτεται πονηρά και περιμένει την ευκαιρία για να πετύχει το στόχο του. Σε αυτή τη γιορτή ο Χασάν κάλεσε τον Κωνσταντίνο να καθίσει μαζί του. Ο Κωνσταντίνος υπάκουσε και όχι μόνο κάθισε μαζί του αλλά και στην προσταγή του Χασάν να πιει, ήπιε και μέθυσε. Όταν λοιπόν όλοι κατάλαβαν ότι μέθυσε ο Κωνσταντίνος άρχισαν να μιλούν για τον πολύ καλό χαρακτήρα του αλλά και για το μόνο αρνητικό που είχε για αυτούς. Ήταν χριστιανός ορθόδοξος

Το άσπρο σακίρι

Ο Χασάν ακούγοντας τα σχόλια των φίλων του συμφωνούσε και μάλιστα έλεγε ότι ένας τέτοιος άνθρωπος που ήταν υπόδειγμα για πολλούς χριστιανούς αν αλλαξοπιστούσε θα οδηγούσε πολλούς από αυτούς στο να αλλαξοπιστήσουν. Βλέποντας λοιπόν τον Κωνσταντίνο μεθυσμένο αποφάσισε να βάλει μπροστά το σατανικό του σχέδιο. Μεθυσμένος ο Κωνσταντίνος καθώς ήταν, άκουγε τα γλυκόλογα του Χασάν-Καπετάν που με την πονηρία του κατόρθωσε να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει.

Ο Κωνσταντίνος ζαλισμένος από την νίκη, από την χαρά και από τα γλέντια δέχεται αν αλλαξοπιστήσει. Ο Χασάν-Καπετάν φωνάζει τότε τους χοτζάδες για να του κάνουν "σουννέτι", δηλαδή περιτομή.

Οι χοτζάδες ειδοποιήθηκαν και σε λόγο κατέφθασαν στο Σεράϊ. Αφού έκαναν περιτομή στον μεθυσμένο Κωνσταντίνο στην συνέχεια τον οδήγησαν στον καδή και του φόρεσε ένα καινούργιο άσπρο σαρίκι στο κεφάλι, για να ξεχωρίζει από τους χριστιανούς. Αφού λοιπόν του φόρεσε το άσπρο σαρίκι τον ονόμασε Χασάν, όπως έλεγαν και τον Τούρκο διοικητή.

Πλούσιος και αξιωματούχος

Μετά από αυτό το γεγονός ο Κωνσταντίνος εξαντλημένος καθώς ήταν έπεσε σε λήθαργο. Όταν την επόμενη ημέρα συνειδητοποίησε αυτό που είχε συμβεί, ο Χασάν πια Κωνσταντίνος, δεν αντέδρασε καθόλου, κολακευμένος από τη μία σαν νέος που ήταν από τα μεγαλεία αλλά και με τη σκέψη ότι έτσι θα έστελνε περισσότερα χρήματα στους δικούς του στην Ύδρα. Για τρία χρόνια θα βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση που θα τον οδηγούσε στο να γίνει πλούσιος και αξιωματούχος. Κάποτε όμως άρχισε να τον ελέγχει η συνείδησή του και άρχισε να ξυπνά από το λήθαργο και να συνέρχεται, Τότε άρχισε να ψάχνει γεμάτος αγωνία να βρει το φυλαχτό που του είχε φορέσει η μητέρα του. Το βρήκε τελικά κάπου παραπεταμένο και τότε κατάλαβε ότι το λάθος στο οποίο είχε υποπέσει ήταν φοβερό. Με τις τύψεις να τον βασανίζουν, επί μέρες τριγυρνά λυπημένος και σκεφτικός. Στο νησί της Ρόδου όλοι οι φίλοι του και οι γνωστοί του που ήταν χριστιανοί είχαν απομακρυνθεί από κοντά του. Τόσο πολύ στενοχωριόταν και τόσο πολύ πονούσε ο Κωνσταντίνος που όλοι οι χριστιανοί του νησιού τον αντιμετώπιζαν σαν γενίτσαρο, που κάθε βράδυ όταν έμενε μόνος του έκλαιγε με λυγμούς.

Οι γονείς του μαθαίνουν τα νέα

Άρχισε λοιπόν να δίνει σε φτωχούς όλα όσα έπαιρνε για αμοιβή σαν αξιωματούχος που ήταν, καθώς και όλα όσα είχε μέχρι εκείνο τον καιρό στην κατοχή του. Κάποια στιγμή όμως την προηγούμενη περίοδο έτυχε να στείλει χρήματα στην μητέρα του με κάποιον γνωστό του. Εκείνος πηγαίνοντας τα χρήματα στην μητέρα του την πληροφόρησε ότι ο Κωνσταντίνος είχε αλλαξοπιστήσει. Η μητέρα του αμέσως πικραμένη πέταξε τα χρήματα και κλειδώθηκε στο σπίτι της και έκλαιγε πολλές ημέρες απαρηγόρητη γι' αυτό το κακό που είχε συμβεί στο παιδί της. Ο πατέρας του από την μία δεν άντεξε και πέθανε από τη λύπη του και η μητέρα του από την άλλη τον ξέγραψε από παιδί της. Όταν λοιπόν κάποτε, πλούσιος όπως ήταν, νοστάλγησε να συναντήσε και πάλι την οικογένειά του ζήτησε άδεια από τον Πασά για να τους επισκεφτεί. Ο Πασάς αμέσως του έδωσε άδεια και ο Κωνσταντίνος ξεκίνησε τις ετοιμασίες του ταξιδιού του. Σκεφτόταν συνέχεια το νησί της Ύδρας, τους γονείς του και τους φίλους του που θα τον έβλεπαν και νοσταλγούσε.

Η επίσκεψη στην Ύδρα

Οι ετοιμασίες τελείωσαν γρήγορα και ο Χασάν με την ακολουθία του επιβιβάστηκε σε μία μπρατσέρα για το ταξίδι προς την Ύδρα. Όταν έφτασε όμως με την ακολουθία του και πάτησε το πόδι του στο λιμάνι της Ύδρας, κατάλαβε ότι όλοι τον αποστρέφονταν και ότι κανείς δεν είχε διάθεση να του μιλήσει. Από όπου και να πέρναγε τα παντζούρια και πόρτες των σπιτιών έκλειναν. Μάλιστα καθώς ανηφόριζε για το πατρικό του σπίτι συνέβη κάτι που τον συγκλόνισε. Σταμάτησε για λίγο στην ανηφόρα και βλέποντας κάποια γειτόνισσα της ζήτησε λίγο νερό, αλλά μόλις τον είδε να απομακρύνεται από κοντά της έσπασε με δύναμη στο έδαφος το σταμνί. Ο λόγος ήταν γιατί πίστευε ότι το είχαν μολύνει τα χείλη του εξωμότη. Ο Κωνσταντίνος όμως που αντιλήφθηκε την πράξη αυτή συντετριμμένος πλέον ανηφόρισε για το πατρικό του σπίτι ελπίζοντας ότι η αγκαλιά της μητέρας του θα έσβηνε όλη την πικρία που ένιωθε. Με λαχτάρα λοιπόν έφτασε έξω από το σπίτι του και χτύπησε δυνατά την πόρτα.

- "Ποιος είναι;" ακούστηκε από μέσα η φωνή της μητέρας του.
- "Μητέρα ο γιος σου είμαι. Μόλις ήρθα από την Ρόδο".

Η μητέρα του όμως με σπασμένη τη φωνή της από τον πόνο, όχι μόνο δεν του άνοιξε, αλλά τον έδιωξε κιόλας.

Η επιστροφή στην Ρόδο

Ο πόνος γέμισε την καρδιά του και η θλίψη ξεχείλισε με το άκουσμα των λόγων της μητέρας του. Μόνο ο Παντοδύναμος γνωρίζει όλα όσα συμβαίνουν στην ψυχή του. Έχοντας πάρει την μεγάλη απόφαση, επιστρέφει πίσω στο νησί της Ρόδου. Φτάνοντας στο νησί της Ρόδου όμως δεν πηγαίνει στους φίλους ή στο Σεράϊ του Χασάν-Καπετάν αλλά κατευθύνεται προς το δάσος, στο Ροδίνι. Εκεί λοιπόν σε μία σπηλιά ασκήτευε ο γέροντας πνευματικός του στον οποίο, ο Κωνσταντίνος εξομολογείται. Του εξιστορεί όλα όσα έχουν συμβεί και ταυτόχρονα του ανακοινώνει την απόφασή του να μαρτυρήσει. Γονατισμένος μπροστά στα πόδια του εξομολογείται το αμάρτημα του και ο πνευματικός του, του δίνει συγχώρεση αλλά και τις κατάλληλες συμβουλές για το πως θα έπρεπε να κινηθεί από εκεί και πέρα. Ο σοφός γέροντας ακούγοντας τον Κωνσταντίνο να του μιλά καταλαβαίνει ότι δεν θα αντέξει τους πόνους του μαρτυρίου και τον αποτρέπει να μαρτυρήσει. Μάλιστα τον προτρέπει να φύγει από το νησί της Ρόδου και να ταξιδέψει μακριά.

Στην Κωνσταντινούπολη

Ο Κωνσταντίνος ακολουθεί την προτροπή του γέροντα και αφού πέταξε πρώτα το άσπρο σαρίκι και τα τούρκικα ρούχα επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο και κατευθύνθηκε πρώτα στην Κριμαία. Εκεί θα εργαστεί στο λιμάνι και ταυτόχρονα θα αρχίσει την μελέτη εκκλησιαστικών βιβλίων. Τρία χρόνια θα περάσουν μέσα στην προσευχή ενώ η φλόγα της μετάνοιας θα φουντώσει μέσα του την ιδέα του μαρτυρίου. Από την Κριμαία ο Κωνσταντίνος θα κατευθυνθεί προς την Κωνσταντινούπολη, Εκεί λοιπόν θα ψάξει και θα βρει έναν πνευματικό στον οποίο θα εξομολογηθεί και πάλι την άρνησή του προς τον Κύριο αλλά και την μετάνοιά του και την επιθυμία του να μαρτυρήσει για τον Κύριο. Ο πνευματικός του ακούγοντας όλα όσα του είπε ο Κωνσταντίνος αποφάσισε ότι καλό θα ήταν να τον παρουσίαζε στον εθνομάρτυρα πατριάρχη άγιο Γρηγόριο τον Ε' για να ζητήσει την γνώμη του ιδίου του Πατριάρχη.

Βρισκόμαστε στο έτος 1797 όταν ο Πατριάρχης δέχτηκε τον Κωνσταντίνο και χάρηκε για την μετάνοιά του αλλά του είπε ότι δεν θα ήταν φρόνιμο να προχωρήσει στο εκούσιο μαρτύριο. Ο Πατριάρχης θα συμβουλέψει τον Κωνσταντίνο να πάει στο Άγιο Όρος και να μείνει εκεί για πάντα.

Μάλιστα θα του δώσει την ευλογία του και μία συστατική επιστολή προς τον Ηγούμενο για να επισκεφθεί την Ιερά Μονή Ιβήρων.

Στην Ιερά Μονή Ιβήρων

Ο Κωνσταντίνος αμέσως υπάκουσε και έχοντας μαζί του την συστατική επιστολή του Πατριάρχη κατευθύνθηκε προς το Άγιο Όρος. όπου και τελικά εγκαταστάθηκε εκεί στην Ιερά Μονή Ιβήρων. Στο Άγιο Όρος θα έχει την τύχη να γνωρίσει τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, που έγινε και ο πνευματικός του. Στην Ιερά Μονή Ιβήρων θα μείνει αρκετούς μήνες ζώντας με πολλή μετάνοια, προσευχή και άσκηση όπου και θα λάβει το Σχήμα του Μοναχού. Οι συνομιλίες καθώς και η συναναστροφή του με τους Πατέρες της Μόνης καθώς και με τον Ιερομόναχο Σέργιο που ήταν πνευματικός όλης την Μοναστηριακής Πολιτείας του Άθωνα, τον θωρακίζουν και τον ενισχύουν στην απόφασή του να μαρτυρήσει. Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πνευματικού του, των άλλων Πατέρων και κυρίως την ευλογία της Παναγίας της Πορταΐτισσας που τόσο πολύ ευλαβούνταν, αποφασίζει μετά από πέντε περίπου μήνες να ξαναγυρίσει την Ρόδο αποφασισμένος να πάει στον Χασάν-Καπετάν και να του πει ότι είναι χριστιανός και ότι σαν χριστιανός θα πεθάνει.

Μπροστά στον Χασάν-Καπετάν

Ενδεδυμένος πλέον το ράσο του μοναχού αναχωρεί από το Άγιο Όρος και κατευθύνεται προς το νησί της Ρόδου όπου όταν φθάνει αναζητεί τον Χασάν-Καπετάν, τον Τούρκο διοικητή που παλαιότερα ήταν υπασπιστής του. Πράγματι τον βρήκε και παρουσιάστηκε μπροστά του λέγοντάς του:

- "Χαίρε αφέντη Χασάν".
- "Ποιος είσαι εσύ ορέ καλόγερε που με τόσο θάρρος με χαιρετάς;" ρώτησε ο Χασάν-Καπετάν.
- "Έχεις μπροστά σου ένα πρώην δούλο σου που είναι τόσο ελεεινός που αρνήθηκε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό μετά από την προτροπή σου. Είμαι ο Κωνσταντίνος που δέχτηκα να προσκυνήσω τον Μωάμεθ".
- "Μα τον Αλλάχ! Σου σάλεψε καλόγερε και δεν ξέρεις τι λες. Δεν είσαι εσύ ο Χασάν ο έμπιστος υπασπιστής μου. Εσύ φοράς ράσο και μου φαίνεσαι για καλόγερος. Ο Χασάν φορά άσπρο σαρίκι και όχι μαύρο σκούφο. Αλλά από την άλλη αν είσαι ο Χασάν τι δουλειά έχεις να φοράς τον σκούφο των καλογέρων που φορούν οι γκιαούρηδες;"
- "Εγώ είμαι ο Κωνσταντίνος που με ονόμασες Χασάν όταν αρνήθηκα Τον Χριστό".
- "Έλα μωρέ Χασάν, φτάνουν τα αστεία. Άντε να βγάλεις τα μαύρα που φοράς και φόρα άσπρα όπως είναι το σωστό. Άντε και έλα να σε παντρέψω, να μείνεις κληρονόμος μου".
- "Αφέντη Χασάν ήρθα πίσω μόνο και μόνο για να σου επιστρέψω την ψεύτικη θρησκεία σου που με δόλο με έκανες να ασπαστώ. Ήρθα εδώ μπροστά σου μόνο και μόνο για να σου πω ίτι εγώ χριστιανός γεννήθηκα και χριστιανός θα πεθάνω", είπε με θάρρος που εξέπληξε αλλά και εξόργισε τον Χασάν-Καπετάν. Στη συνέχεια πέταξε προς το μέρος του το άσπρο σαρίκι που του είχαν φορέσει όταν με δόλο τον είχαν κάνει μουσουλμάνο.

Στην σκοτεινή φυλακή

Ο Χασάν-Καπετάν σάστισε ακούγοντας αυτά τα λόγια. Βλέποντας όμως κάποιος μουσουλμάνος που ήταν εκεί τον αφέντη του να ταράζεται με την συμπεριφορά του Κωνσταντίνου χαστούκισε τον Άγιο. Επειδή όμως υπήρχαν πολλοί που παρακολουθούσαν την σκηνή ο Χασάν-Καπετάν φοβήθηκε προφανώς για τον αντίκτυπο που θα είχε στον λαό της Ρόδου και δεν επέτρεψε άλλη χειροδικεία εις βάρος του Αγίου. Διέταξε λοιπόν να φυλακιστεί. Τον οδήγησαν λοιπόν στο παλάτι των Ιπποτών στο οποίο υπήρχε τότε και ένα πολύ σκοτεινό υπόγειο που το έλεγαν φυλακή του Ζυντανιού. Ζιντάνι στα τουρκικά θα πει σκοτάδι. Εκεί λοιπόν οδήγησαν τον άγιο. Στο μεταξύ ο Χασάν-Καπετάν που δεν μπορούσε να ανεχτεί να τον προσβάλλουν πήγε στο σπίτο του και κλείστηκε για τρεις μέρες εκεί απαγορεύοντας σε όλους να τον ενοχλήσουν. Κάποια στιγμή λοιπόν μετά από τις τρεις μέρες βγήκε από το σπίτι του και διέταξε να φέρουν μπροστά του τον Άγιο. Μόλις τον έφεραν μπροστά του, του είπε:

- "Για πες μου ορέ γκιαούρη τι λόγια ήταν αυτά που τόλμησες να μου πεις τις προάλλες;"

Στην οργή του Χασάν-Καπετάν που τρεις ημέρες φούντωνε και που τώρα ήταν έτοιμη να εκραγεί ο άγιος Κωνσταντίνος απάντησε γεμάτος θάρρος και δύναμη.

- "Εγώ αφέντη σου είπα να πιστέψεις στον Χριστό που είναι Θεός αληθινός, γιατί η δική σας πίστη είναι βδελυρή, μιαρή και ψεύτικη, επειδή πιστεύτετε ένα ψεύτη, που στον κόσμο δεν έκανε κανένα θαύμα, ούτε σας δίδαξε καμία αλήθεια και κανένα καλό, αλλά μόνο σας δίδαξε μυθολογίες, και σας παραγγέλνει να κάνετε πορνείες και άλλες κακίες και εσείς σαν τυφλοί τον πιστεύετε για προφήτη. Για αυτό θα πάτε να τον συναντήσετε στην αιώνια κόλαση και στο υρ το εξώτερον, για να κατακαίγεστε παντοτινά μαζί με τους αδελφούς σας του δαίμονες. Μόνο έλα να γίνεις χριστιανός, για να χαίρεσαι αιώνια με τον Χριστό στον παράδεισο".

Τα βασανιστήρια ξεκινούν

Ο Χασάν ακούγοντας τον άγιο Κωνσταντίνο να τον καλεί να γίνει χριστιανός έδωσε αμέσως διαταγή στους στρατιώτες του να τον βασανίσουν. Οι στρατιώτες με τα βάρβαρα ένστικτα, αμέσως έπεσαν σαν άγρια θηρία και άρχισαν να χτυπούν και να δέρνουν τον άγιο. Προσπάθησαν να ξεριζώσουν τα μαλλιά του και τα γένια του τραβώντας με δύναμη τις ρίχες. Τον σήκωναν και τον πετούσαν με δύναμη κάτω στη γη. Τον έσερναν πάνω στις πέτρες, τον έφτυναν και τον έβριζαν. Κάποιος μάλιστα από τους βασανιστές, του φώναζε βγάζονας αφρούς από το κακό του:

- "Πες στον Χριστό σου αν τολμάει να έρθει να σε πάρει από τα χέρια μας".
Ο άγιος το μόνο που έλεγε ήταν:
- "Μνήσθητί μου Κύριε εν τη Βασιλεία Σου".
Μόλις κουράστηκαν οι στρατιώτες ο Χασάν-Καπετάν έδωσε διαταγή να οδηγήσουν και πάλι τον άγιο στη φυλακή.
Πράγματι του ξαναφόρεσαν τις βαριές αλυσίδες και τον οδήγησαν αιμόφυρτο καθώς ήταν στο σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι.

Τον ραβδίζουν

Την επόμενη ημέρα ο Χασάν διέταξε τους στρατιώτες του να πάνε και να του φέρουν και πάλι μπροστά του τον άγιο Κωνσταντίνο. Είχε την περιέργεια να δει αν ο μισοπεθαμένος χριστιανός της χθεσινής ημέρας είχε αλλάξει γνώμη. Έτσι μόλις τον έφεραν μπροστά του, του είπε:
- "Ορέ Χασάν, μετάνοιωσες ορέ για όλα όσα έλεγες;"
- "Αφέντη εμένα με λένε Κωνσταντίνο και είμαι χριστιανός και αν χρειαστεί θα δώσω και τη ζωή μου για τον Κύριο μου και Θεό μου. Αυτόν μόνο προσκυνώ και καμιά άλλη θρησκεία δεν ασπάζομαι".
Ο Χασάν-Καπετάν βλέποντας ότι ο άγιος δεν λύγιζε, διέταξε να του ρίξουν πεντακόσιους ραβδισμούς. Οι στρατιώτες πήραν κοντά τους τον άγιο και άρχισαν να τον ραβδίζουν Όταν κάποιος από τους στρατιώτες κουραζόταν από το σατανικό αυτό έργο αμέσως τον αντικαθιστούσε ο επόμενος με σκοπό να μην αφήνουν τον άγιο να παίρνει ανάσες ή να ανακουφίζεται έστω για λίγο.
Ο άγος και πάλι το μόνο που έλεγε ήταν:
-"Μνήσθητί μου Κύριε εν τη Βασιλεία Σου".
Οι στρατιώτες κάποια στιγμή που τελείωσαν οι ραβδισμοί νόμισαν ότι ο άγιος Κωνσταντίνος πέθανε και τον μετέφεραν στη φυλακή όπου τον πέταξαν στο υγρό πάτωμά της έφυγαν.

Ο Χριστός τον επισκέπτεται

Αυτή τη φορά που έριξαν τον άγιο στη φυλακή θα γινόταν κάτι θαυμαστό που όλοι οι κάτοικοι της Ρόδου θα μάθαιναν και θα θαύμαζαν και θα δυναμωνόταν η πίστη τους. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός θα επισκεφθεί τον άγιο μέσα στην φυλακή και θα μετατρέψει το πυκνό σκοτάδι σε λαμπερό ήλιο. Η σκοτεινή φυλακή θα μετατραπεί σε φάρο που θα φωτίσει τα πέρατα του κόσμου. Ο Κύριος γιάτρεψε τις πληγές του αγίου Κωνσταντίνου την στιγμή που ο άγιος δοξολογούσε τον Κύριο. Η παρουσία του Κυρίου γέμισε με θάρρος και χαρά τον άγιο που συνέχεια δοξολογούσε τον Κύριο.
Πέρασαν κάποιες μέρες και οι στρατιώτες πήγαν από περιέργεια στο μπουντρούμι για να δουν αν ζει ο άγιος. Ανοίγοντας όμως την πόρτα διαπίστωσαν ότι η άσχημη μυρωδιά που έβγαινε από το μπουντρούμι είχε αντικατασταθεί από μια ευωδία που σε λίγο είχε καλύψει όλη τη φυλακή. Έβγαλαν έξω από το μπουντρούμι τον άγιο και διαπίστωσαν ότι στο σώμα του αγίου δεν υπήρχε καμία πληγή αλλά ούτε και κάποια ουλή που να μαρτυράει ότι είχε βασανιστεί. Ταράχτηκαν και επειδή δεν μπορούσαν να εξηγήσουν το γεγονός άρχισαν να του λένε:
- "Έλα ορέ Χασάν, δεν βλέπεις που ο Αλλάχ σε έκανε καλά; Άντε τώρα να σε πάμε στον πασά για να του πεις να σου δώσει και ότι σου έταξε".

Το θαύμα δεν έπρεπε να μαθευτεί

Έτσι του είπαν οι στρατιώτες και άρχισαν να τον μεταφέρουν στον Χασάν-Καπετάν για να δει και αυτός το παράξενο τούτο θέαμα.
Ο άγιος Κωνσταντίνος όμως τους είπε ότι τον επισκέφθηκε και τον γιάτρεψε στη φυλακή ο Ιησούς Χριστός.
Μάλιστα όταν τον παρουσίασαν μπροστά στον Χασάν-Καπετάν τον παρακάλεσε να ανοίξει για λίγο τα μάτια της ψυχής του και να αγαπήσει και εκείνος τον Χριστό όπως έκαναν οι γονείς του.
Ο Χασάν-Καπετάν που πραγματικά καταγόταν από χριστιανούς γονείς ακούγοντας τον άγιο να μιλά ταράχτηκε και θύμωσε που η αλήθεια αυτή ακούστηκε μπροστά σε άλλους Τούρκους. Έτσι θυμωμένος καθώς ήταν διέταξε να τον ξανακλείσουν και πάλι στη φυλακή και να βάλουν τα πόδια του στις τρύπες ενός ξύλου που χρησιμοποιούσαν σαν εργαλείο βασανισμού. Κι αυτό το μαρτύριο που θα κρατήσει τρεις μέρες θα το υπομείνει με ασταμάτητες προσευχές. Άλλη μία νύχτα θα λάμψει η φυλακή από ουράνιο φως που θα πλημμυρίσει τη φυλακή και τα πόδια του αγίου θα ελευθερωθούν από τα δεσμά. Τούρκοι και χριστιανοί που βρίσκονταν φυλακισμένοι στο ίδιο μέρος που είχαν τον άγιο θαύμασαν. Ενώ κοιμόντουσαν ξύπνησαν και οι μεν χριστιανοί κατάλαβαν ότι ήταν άγιος οι δε Τούρκοι νόμιζαν ότι ο Αλλάχ έκανε θαύμα. Οι φύλακες από την άλλη νόμισαν ότι πήρε φωτιά η φυλακή και έτρεξαν να δουν τι είχε συμβεί. Βλέποντας όμως τον άγιο χωρίς τα δεσμά του άρχισαν να ρωτούν ποιος τον είχε λύσει. Η αλήθεια που άκουσαν τους έκανε να τρέξουν προς τον Χασάν-Καπετάν για να του πουν τι είχε συμβεί.
- "Να μυ μαθευτεί το γεγονός αυτό", είπε στους φύλακες με θυμό. Στη συνέχεια διέταξε να παρουσιαστούν μπροστά του όλοι όσοι από τους φυλακισμένους είδαν αυτό το θαύμα και τους είπε:
- "Όποιος τολμήσει και πει τίποτα για αυτό που είδε θα θανατωθεί".

Πέντε μήνες βασανιστήρια

Μόλις επέστρεψαν στη φυλακή οι φυλακισμένοι, κάποιος από τους Τούρκους που ήταν ο φόβος και ο τρόμος της φυλακής σήκωσε το χέρι του για να χτυπήσει τον άγιο. Άλλα τότε άρχισε να καίγεται το χέρι του και κατάντησε ένα κατάμαυρο άψυχο πράγμα. Οι Τούρκοι φοβήθηκαν και μαζεύτηκαν κάπου απόμερα από τον άγιο που οι δήμιοι δεν έπαψαν να τον βασανίζουν μπροστά στα μάτια όλων των άλλων φυλακισμένων. Πέντε μήνες θα τον βασανίζουν οι Τούρκοι και το μόνο που τους συγκρατούσε για να μην τον θανατώσουν ήταν η δύναμη των Υδραίων που βρισκόταν κοντά στον Σουλτάνο. Μάλιστα ο Χασάν-Καπετάν έστειλε φιρμάνι στον Γεώργιο Βούλγαρη που ήταν στην Αλεξάνδρεια όπου του έλεγε όλα όσα είχαν συμβεί σχετικά με τον άγιο. Η αναβολή λοιπόν της θανάτωσης του αγίου υπήρχε επειδή δεν του απάντησε ο Γεώργιος Βούλγαρης. Ο άγιος όμως όταν το έμαθε παρακάλεσε τον Γεώργιο Βούλγαρη να μην εμποδίσει το μαρτύριο του. Έτσι ο Γεώργιος Βούλγαρης απάντησε στον Χασάν-Καπετάν ότι δεν τον ενδιαφέρει η ζωή του Αγίου.

Η τελείωση του Αγίου

Ο Χασάν-Καπετάν μόλις έλαβε την απάντηση του Γεωργίου Βούλγαρη, διέταξε τους στρατιώτες του να βγάλουν τον άγιο Κωνσταντίνο από την φυλακή και να τον υποβάλουν σε νέο βασανιστήριο. Με την συνοδεία πάντα κάποιου στρατιώτη θα έπρεπε να κουβαλάει πέτρες από ένα μέρος σε ένα άλλο. Ο άγιος όμως που τόσο πολύ ήθελε να μαρτυρήσει κάποια στιγμή που είχε αφήσει κάτω τις πέτρες έκανε ότι πάει να δραπετεύσει. Ο στρατιώτης που τον συνόδευε μόλις είδε την κίνηση του αγίου Κωνσταντίνου έτρεξε και θυμωμένος καθώς ήταν άρχισε να μαχαιρώνει τον άγιο. Ο Άγιος χαιρόταν με το μαρτύριο που θα τον έφερνε πιο κοντά στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Ο Χασάν-Καπετάν που δεν ήθελε πλέον να ασχολείται με τον άγιο ζήτησε και πάλι να τον ξαναφέρουν μπροστά του.
Ο άγιος που τρεις μέρες πριν, ο Κύριος του είχε αποκαλύψει ότι είχε φθάσει ο καιρός για να μαρτυρήσει μόλις είδε τον Τούρκο διοικητή είπε:
- "Ποτέ δεν θα αρνηθώ τον Χριστό μου. Κάνε ότι νομίζεις με το σώμα μου αφού η ψυχή μου είναι δοσμένη σε Εκείνον".
Στη συνέχεια απευθυνόμενος σε κάποιον χριστιανό που βρισκόταν εκεί κοντά του είπε να πάει να του φέρει τα Άχραντα Μυστήρια για να κοινωνήσει γιατί όπως είπε:
- "Την Τετάρτη θα με θανατώσουν".
Στην φυλακή λοιπόν θα δεχθεί Τα Τίμια Δώρα και τώρα πλέον θα είναι έτοιμος για το μαρτύριο. Στις 14 Νοεμβρίου του έτους 1800, μετά από διαταγή του σουλτάνου ο άγιος Κωνσταντίνος θα υποστεί το δι' απαγχονισμού μαρτυρικό θάνατο. Το σημείο που έγινε αυτό το φοβερό γεγονός κατ' άλλους ήταν στη θέση Κολώνα και κατ' άλλους στο Μανδράκι. Μάλιστα λέγεται ότι φιλούσε το σταυρουδάκι του και προσευχόταν και όταν ο δήμιος πήγε να του το πάρει ο άγιος Κωνσταντίνος το έριξε στον πλάτανο, για να μην πέσει σε βέβηλα χέρια.

Το Άγιο Λείψανο

Ήταν 30 χρονών ο άγιος όταν τον κρέμασαν στον πλάτανο. Την νύχτα εκείνη του μαρτυρίου του αγίου ένας μεγάλος φωτεινός Σταυρός έλουσε με το φως του τον πλάτανο. Μόλις συμπληρώθηκε ένας χρόνος ένας δυνατός ανεμοστρόβιλος έριξε κάτω τον πλάτανο. Ο Χασάν-Καπετάν πέθανε μέσα σε αφόρητους πόνους από άσχημη αρρώστια. Όλοι οι χριστιανοί ήξεραν όλα όσα είχαν συμβεί με τον νεαρό Υδραίο και από την πρώτη στιγμή τον τιμούσαν για την αγιότητά του. Μάλιστα ο τότε μητροπολίτης Ρόδου Αγάπιος μαζί με τους προκρίτους της Ρόδου ζήτησαν να παραλάβουν το άγιο λείψανο όπως και έγινε. Το παρέλαβαν και το έθαψαν με μεγάλες τιμές πίσω από το ιερό του Ιερού Ναού των Εισόδιων της Θεοτόκου στο Νιοχώρι. Για το μνήμα φρόντισε ο συμπατριώτης του αγίου, Κωνσταντίνος Κάφας. Μάλιστα τοποθέτησε και μαρμάρινη πλάκα που έγραφε:
- "Τούτο το μνήμα υπάρχει του Αγίου Νεομάρτυρος Κωνσταντίνου Νυδριώτη, συνδρομή Κωνσταντίνου Υδριώτη Καφά".
Η πλάκα αυτή βρέθηκε το 1921 κατά τις εργασίες επέκτασης της εκκλησίας κάτω από τον στύλο της αγίας Τράπεζας, όπου προφανώς μεταφέρθηκε, και σήμερα είναι τοποθετημένη στον δεξιό τοίχο του κυρίως ναού.
Πέρασαν τρία χρόνια από την στιγμή του μαρτυρίου του, και η μητέρα του, η κυρά-Μαρίνα πήγε στο νησί της Ρόδου και πήρε το άγιο Λείψανο του γιου της μαζί με μία συστατική επιστολή του τότε μητροπολίτη Ρόδου Αγαπίου και το μετέφερε στην Ύδρα όπου ύστερα από πάνδημη υποδοχή και έκθεση σε λαϊκό προσκύνημα βρήκε τη γαλήνη στο Μοναστήρι της Παναγίας όπου υπάρχει μέχρι σήμερα σε χρυσή θήκη. Λίγο πριν ξεκινήσει το ταξίδι προς την Ύδρα ο ιερέας στο Νιοχώρι της Ρόδου που ονομαζόταν Παπαγιάννης κράτησε την ωλένη του χεριού του Αγίου που σήμερα φυλάσσεται σε ασημένια θήκη στο ιερό του Ναού.
Να θυμηθούμε ότι μετά από ένα αιώνα από την τελείωσή του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατέταξε επίσημα τον άγιο Κωνσταντίνο στην χορεία των αγίων Νεομαρτύρων και όρισε η μνήμη του να εορτάζεται στις 14 Νοεμβρίου, που είναι και η ημέρα του απαγχονισμού του. Να θυμίσουμε επίσης το έτος 2000, εορτάστηκαν στην γενέτειρα του Αγίου, την Ύδρα με εκδηλώσεις, συνέδριο και ειδικές εκδόσεις, τα διακόσια χρόνια από το μαρτύριο του Αγίου. Σήμερα, στην γενέτειρά του την Ύδρα, υπάρχει λαμπρότατος Ναός στο όνομά του, όπου βρίσκεται και το ιερό του λείψανο.

Οι τιμές προς τον Άγιο

Η είδηση της τελείωσης του Αγίου έφτασε γρήγορα και στο Άγιο Όρος, όπου ο άγιος Νικόδημος έγραψε συγκινημένος τον βίο και την ασματική ακολουθία του μάρτυρα, που εκδόθηκε στη Βενετία πρώτη φορά το 1814. Στην συγκεκριμένη έκδοση υπάρχει και καλλιτεχνική χαλκογραφία του αγίου. Από το 1955, με ενέργειες του τότε μητροπολίτη Ρόδου Σπυρίδωνος, που καταλάβαινε την επιθυμία των Ροδίων, ο άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος καθιερώθηκε και επίσημα με διάταγμα ως πολιούχος Άγιος της Ρόδου. Από τότε κάθε χρόνο η 14η Νοεμβρίου είναι αργία για την πόλη της Ρόδου και η εικόνα του ηρωϊκού αγίου λιτανεύεται με επίσημη τελετή. Στις 23 Οκτωβρίου 1994 θεμελιώθηκε νέος μεγάλος ναός από τον πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο.
Στην Ύδρα επίσης ο νεομάρτυς Κωνσταντίνος είναι πολυούχος, και στη μνήμη του κτίστηκε καινούργιος μεγάλος ναός στο ύψωμα της Κιάφας, όπου φυλάσσεται η τιμία "κάρα" του, ενώ τα λοιπά οστά μένουν να αγιάζουν στην παλιά εκκλησία της Παναγίας κάτω στην Πόλη. Εικόνες και χαλκογραφίες με τον άγιο Κωνσταντίνο τον Υδραίο άρχισαν να κυκλοφορούν ελάχιστα χρόνια μετά το μαρτύριο του.