ΒΙΟΣ: Όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης

Όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης

Ο Όσιος Μάξιμος γεννήθηκε γύρω στα 1270 στη Λάμψακο, που ήτανε πόλη ξακουστή κοντά στον Ελλήσποντο. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι, γένος ευγενών, συνάμα ήταν κι άνθρωποι ευλαβείς και ενάρετοι. Ήσαν όμως άτεκνοι, και σήκωναν βαριά τούτη τη δοκιμασία, παρακαλώντας νύχτα - μέρα το Θεό να τους χαρίσει παιδί. Ο Θεός εισάκουσε και τους έδωσε ένα υιό, που τον ονόμασαν Εμμανουήλ (= ο Θεός μαζί μας). Από μικρό παιδί θεωρώντας τον δώρο θεόσδοτο, όπως πραγματικά ήταν, μερίμνησαν με πολλή αγάπη και επιμέλεια για την κατά Θεόν μόρφωσή του.

Από τα πρώιμα παιδικά του χρόνια τον αφιέρωσαν στο ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου στη Λάμψακο, ώστε η Παναγία να γίνει πλέον γι’ αυτόν «εν τω παρόντι βίο θερμή προστάτις και βοηθός» και τέλος να τον αναδείξει «της απαορρήτου δόξης» τον Υιού της και Θεού μας «κληρονόμον». Εκεί, στο ναό της Παναγίας, δεν χόρταινε να μένει και με τη μελωδία της Ορθοδοξίας μας, τη χαρμόσυνη και σεμνή, την ταπεινή και κατανυκτική, να ψέλνει τα πρώτα εναύσματα του Θείου έρωτά του. Κι όσο μεγάλωνε στην ηλικία, πρόκοβε στη χάρη κι ολοένα γινόταν σ’ όλους πιο αγαπητός, γιατί η κακία, το μίσος κι η σκληροκαρδία αφοπλίζονταν μπροστά στην ταπεινή αγάπη του Αγίου. Από νωρίς, με φρόνημα μεγάλου ανθρώπου, είχε για φίλους κάποιους όσιους γέροντες ασκητές που ησύχαζαν εκεί κοντά. Τους επισκεπτόταν συχνά για να απολαμβάνει το θείο γλυκασμό των πνευματικών νουθεσιών τους. Συναναστρεφόταν μ’ αυτούς και τους υπηρετούσε όποτε εύρισκε ευκαιρία, μια και ακόμα ήταν κάτω από την επιμέλεια των γονιών του. Οδηγείτο απ’ αυτούς σε θεάρεστο τρόπο ζωής, ώσπου άναψε επίμονα στη καρδιά τον ο θείος πόθος, που τον βίαζε να βγει από τον κόσμο για την ησυχία της ερήμου, να ντυθεί το σχήμα των μοναχών και να βρεθεί «μόνος μόνω θεώ».

Αλλά ποθώντας στην ουσία τη μοναχική ζωή, ήταν μοναχός πριν γίνει μοναχός. Έβγαζε τα ρούχα του κι έντυνε τους φτωχούς αφήνοντας τον εαυτό του να τρέμει από την παγωνιά. Εύσπλαχνος απ’ τα βάθη της καρδιάς του απλόχερα μοίραζε το ψωμί τον στους πεινασμένους. Και για να κρύβει την αρετή του υποκρινόταν στους γονείς του και στους άλλους πως είναι τρελός μιμούμενος χορεία αγίων της Ορθοδοξίας μας, τους δια Χριστόν σαλούς, που αντιλήφθηκαν σοφά ότι η σαλότητα αυτή είναι δίκοπο μαχαίρι ενάντια στον εγωισμό και την κενοδοξία! Η αρετή του όμως δεν μπορούσε να κρυφτεί! Ωστόσο οι γονείς του, λησμονώντας ότι τον αφιέρωσαν στο Θεό, ετοιμάζονταν να τον νυμφεύσουν για να τον έχουν κοντά τους και να τον χαίρονται όσο ζουν.

Πριν φτάσει στο Άγιον Όρος πέρασε από τη Θεσσαλονίκη να προσκυνήσει τον Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλήτη και από κει κατευθύνθηκε προς τη χερσόνησο του Αγίου Όρους. Περιήλθε πολλά μοναστήρια, ώσπου έφτασε στη Μεγίστη Λαύρα του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη, τον θεμελιωτή της μοναστικής αγιορείτικης κοινοβιακής ζωής. Διάβασε το βίο του αγίου καθώς και του αγίου Πέτρου τον Αθωνίτη, που έζησε αναχωρητική ζωή στις απρόσιτες σπηλιές τον Άθωνα. Θαύμαζε του αγίου Πέτρου την ησυχία και του αγίου Αθανασίου την κοινοβιακή ζωή. Ένα δίλημμα πρόβαλε μπροστά του, μια και τα θέλγητρα και της μιας και της άλλης πολιτείας ήσαν ισχυρά. Αποφάσισε να παραμείνει εκεί και συμβουλεύτηκε τους έμπειρους αγίους Πατέρες που ασκούνταν εκεί ποιο τρόπο ζωής να μεταχειριστεί πρώτα. Τον συμβούλευαν πρώτα να υποταχθεί σε κοινόβιο, να κάμει υπακοή στον ηγούμενο και να γυμναστεί καθώς πρέπει με τα κατορθώματα της μακαρίας υπακοής. Και ύστερα αφού βάλει καλό θεμέλιο στην πέτρα του Χριστού, την ταπείνωση, που είναι ρίζα και θεμέλιο όλων των αρετών, να πάει μόνος τον στην ησυχία για ν’ αγωνίζεται πιο αποτελεσματικά.

Έτσι και έκανε. Δοκιμάστηκε σε όλα τα διακονήματα και με τον καιρό διορίστηκε να ψέλνει στο χορό της εκκλησίας για τη δόξα του Θεού και για την πνευματική αγωγών των αδελφών. Έψελνε συνετά, βυθίζοντας το νου του στη σοφία των ύμνων της Ορθοδοξίας μας, που είναι μεστοί από θεολογικά νοήματα, τεχνουργημένοι με μουσική, που οδηγεί τον άνθρωπο σε ταπείνωση. Παρόμοια, βίωνε τις αιώνιες αλήθειες, που μας αποκάλυψε η θεία Αγάπη, ακροώμενος τα ιερά αναγνώσματα. Και ούτε η παρουσία των άλλων αδελφών, ούτε η ακρόαση των ύμνων και των αναγνωσμάτων τον εμπόδιζαν από την αδιάλειπτη νοερή προσευχή. Αντιθέτως ο μυσταγωγικός χαρακτήρας των αναγνωσμάτων, των ύμνων και της αρχιτεκτονικής του ορθόδοξου αγιορείτικου ναού τον βοηθούσαν στη εσωτερική λειτουργία της ευχής τον Ιησού («Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με»), την οποία ένοιωθε αδιάκοπα να κινείται μέσα στην καρδιά του από τα παιδικά του χρόνια, χάρισμα κι αυτό της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκείνο τον καιρό ήρθε στο Άγιο Όρος ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης και έμενε στη σκήτη του Μαγουλά. Σ’ όλους τους πατέρες του Όρους έγινε ποθητός και ιδιαίτερα στους ησυχαστές, γιατί ήταν θαυμαστός διδάσκαλος της ησυχίας και της νοερής προσευχής και γνώριζε πολύ καλά την τέχνη του πνευματικού αγώνα, τις πονηριές και τις παγίδες των δαιμόνων, πράγμα που είναι σπάνιο και δυσεύρετο. Γι’ αυτό έτρεχαν σ’ αυτόν οι ησυχαστές και διδάσκονταν τα μυστήρια της νοερής προσευχής και μάθαιναν ποια είναι τα απλανή σημεία της χάριτος και ποια της πλάνης. Μερικοί απ’ αυτούς τον είπαν για τον όσιο Μάξιμο. Διηγήθηκαν την υπεράνθρωπη διαγωγή του και την διακριτική του μωρία για το Χριστό.

Ο Θείος Γρηγόριος ένοιωσε μέσα του σφοδρή την επιθυμία να συναντήσει τον Όσιο, να συνομιλήσει μαζί τον, να απολαύσει την ευωδία απ’ αυτό το εξαίσιο άνθος, που φύτεψε η Παναγία στο περιβόλι της, να μεταλάβει λίγο από τη χάρη του. Χωρίς καθυστέρηση έστειλε μερικούς μαθητές του να τον προσκαλέσουν κοντά τον.

Αλλά ο Όσιος δεν ήταν στην καλύβα του. Δυο μέρες τριγύριζαν οι απεσταλμένοι. Ήταν χειμώνας και οι αντίξοες καιρικές συνθήκες, οι λάσπες, τα βάτα, τα χαμόδενδρα και οι πέτρες που είχε κατεβάσει το νερό της βροχής κάνανε την αναζήτησή του δυσκολότερη, μια και για να βρουν το Μάξιμο ήταν υποχρεωμένοι να ψάξουν στις πιο απόμερες σχισμές τον βουνού, τις πιο απόκρημνες ακτές τον Άθωνα, στα πιο πυκνόφυτα δάση και λαγκάδια. Μάταια όμως. Ταλαιπωρημένοι, μη έχοντας βρει τον Όσιο κατέφυγαν στο κελί του αγίου Μάρκου για να ξαποστάσουν. Και καθώς έκαιγε η φωτιά κι όλοι μαζεύτηκαν γύρω της προσπαθούσαν να βρουν ανακούφιση κτύπησε η πόρτα και παρουσιάστηκε μπροστά τους ο όσιος Μάξιμος.

Τους χαιρέτησε όλους ονομαστικά όσους ήξερε και όσους δεν ήξερε. Και όταν χαιρετούσε τον Μάρκο που ήταν και αυτός ανάμεσα στους απεσταλμένους, είπε:
- Ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης σκέφτεται να φύγει για τη Μακεδονία. Είναι θέλημα Θεού γι’ αυτόν. Αλλά συ μην φύγεις από το Άγιο Όρος.

Πραγματικά όταν ήρθε α καιρός, ο Γρηγόριος ετοιμάστηκε να αναχωρήσει και ο Μάρκος μη υπακούοντας στο Μάξιμο ξεκίνησε να πάει μαζί του. Κοντεύοντας να βγει από το Όρος ο Μάξιμος άκουσε μια φωνή πίσω τον και γυρνώντας βλέπει το Όρος από τη μια άκρη ως την άλλη χτισμένο σαν ψηλό κάστρο. Και στα ολόφωτα παλάτια του είχε το θρόνο της η Θεοτόκος και μυριάδες αγγέλων και μοναχών την υμνούσαν αδιάκοπα. Τότε ο Μάρκος θυμήθηκε τα λόγια του Οσίου και επέστρεψε πίσω στη Μονή της Λαύρας.

Και δαιμονισμένους είχε αξιωθεί ο Άγιος να θεραπεύσει:
α. Στο λιμάνι της Μέγιστης Λαύρας άραξε μια μέρα ένα καΐκι που έφερνε ένα δαιμονισμένο. Οι άνθρωποι απ’ το καΐκι τον πήραν και τον έφεραν στον όσιο. Ο δύστυχος αυτός βασανιζόταν από το δαίμονα της αχορτασιάς. Έτρωγε καθημερινά φαΐ για πέντε ανθρώπους και δεν χόρταινε. Τον έριψαν στα πόδια του Οσίου και τον παρακάλεσαν να τον ελευθερώσει. Ο Όσιος πήρε ένα παξιμάδι, το έδωσε στον πάσχοντα και του είπε: «Στο όνομα τον Χριστού τόσο να τρώγεις και να χορταίνεις, και να ειρηνεύεις». Από τότε ελευθερώθηκε εκείνος από το δαιμόνιο, και χωρίς να τρώει περισσότερο από τη ποσότητα του παξιμαδιού χόρταινε. Μάλιστα, η θεραπεία του στάθηκε αργότερα η αιτία ν’ αρνηθεί τον κόσμο και να γίνει μοναχός κοντά στον όσιο Μάξιμο από τον οποίο οδηγούμενος πρόκοψε στην αρετή.
β. Διηγούνται ακόμη, ότι συνάντησε κάποτε στο δρόμο ο Όσιος έναν υποτακτικό, που για την ανυπακοή του υπέφερε από ισχυρό δαιμόνιο. Ο Όσιος τον παράγγειλε να φυλάγει υπακοή τέλεια στο γέροντά του και να νηστεύει και στο όνομα του Ιησού Χριστού θα γιατρευτεί. Πράγματι σε λίγο καιρό ο υποτακτικός θεραπεύτηκε.
γ. Κάποιο μοναχό ονομαζόμενο Μερκούριο πρόσταξε μια φορά ο Όσιος να διώξει το δαιμόνιο από ένα δαιμονισμένο. Μπροστά στον Όσιο επετίμησε το πονηρό πνεύμα ο Μερκούριος με το όνομα του Χριστού και θεράπευσε το δαιμονισμένο.

Σε τούτη την καλύβα έμεινε ο Όσιος δεκατέσσερις χρόνους, κοντά στο ξωκλήσι της Παναγίας, για να μεταφερθεί για τελευταία φορά σ’ άλλη καλύβα κοντά στη Λαύρα.

Στα ενενήντα πέντε του χρόνια προέβλεψε, πως πλησιάζει το τέλος της επίγειας ζωής του. Τη μέρα του θανάτου τον εκμυστηρεύτηκε με ακρίβεια στο μοναχό Νικόδημο καθώς και τα πρόσωπα, που θα παρευρεθούν στη ταφή του. Όπως και πράγματι έγινε. Στις 13 Ιανουαρίου 1365 ο Θεός κάλεσε τη ψυχή τον στις αιώνιες μονές, το δε σώμα του, άξιο υπηρέτη της ψυχής τον, το έσπειρε βαθεία στο χώμα να προσμένει την Άνοιξη της Ανάστασης, που Θα αναστηθεί άφθορο και να συναπολαύσει κι αυτό με τη ψυχή τη Θεία Δόξα.