Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Ἀπόδοση στὴ νέα Ἑλληνική: Ἱερομόναχος Βενέδικτος
Ἔκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου,
Νέα Σκήτη,  Άγιον Όρος

2) Πῶς πρέπει κανεὶς νὰ δέχεται τὸ πανάγιο Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, δηλαδὴ πῶς πρέπει νὰ δέχεται μυστηριακὰ τὸν Χριστό.

Published in Μερος Β'

2) ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β´ Πῶς πρέπει κανεὶς νὰ δέχεται τὸ πανάγιο Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, δηλαδὴ πῶς πρέπει νὰ δέχεται μυστηριακὰ τὸν Χριστό.

Σὲ διάφορες περιπτώσεις μποροῦμε νὰ πλησιάζουμε σὲ αὐτὸ τὸ θειότατο μυστήριο, τὸ ὁποῖο γιὰ νὰ τὸ πετύχουμε πρέπει νὰ κάνουμε διάφορα πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι διαιρεμένα σὲ τρεῖς περιόδους: Πρὶν ἀπὸ τὴν Μετάληψι, τὸν καιρὸ τῆς Μεταλήψεως καὶ μετὰ τὴν Μετάληψι. Πρὶν ἀπὸ τὴν Μετάληψι πρέπει νὰ καθαρισθοῦμε μὲ τὸ μυστήριο τῆς Μετανοίας καὶ Ἐξομολογήσεως ἀπὸ τὸν μολυσμὸ τόσο τῆς θανάσιμης ὅσο καὶ τῆς μὴ θανάσιμης ἁμαρτίας ποὺ κάναμε καὶ νὰ φυλάξουμε τὸν Κανόνα ποὺ θὰ μᾶς δώσῃ ὁ Πνευματικός. Καὶ μὲ τὴν διάθεσι ὅλης μας τῆς καρδιᾶς νὰ δοθοῦμε ὁλοκληρωτικὰ μὲ ὅλη μας τὴν ψυχή, μὲ ὅλη μας τὴν ἰσχὺ καὶ μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις μας στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ σὲ ὅ,τι τοῦ ἀρέσει. Ἐπειδὴ καὶ ὁ ἴδιος σὲ αὐτὸ τὸ μυστήριο μᾶς δίνει τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα του μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὴν Θεότητα καὶ μὲ τὶς ἀξιομισθίες του. Καὶ σκεπτόμενοι ὅτι τὸ δῶρο μας, συγκρίνοντάς το μὲ τὸ δικό του, εἶναι λίγο καὶ σχεδὸν μηδαμινό, πρέπει νὰ ἐπιθυμοῦμε νὰ ἔχουμε τόσο μεγάλο δῶρο, ὅσο ποτὲ δὲν τοῦ πρόσφεραν ὅλα τὰ κτίσματα, ἀνθρώπινα καὶ οὐράνια, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ τὸ δώσουμε στὴν θεία του Μεγαλειότητα.

Γι᾿ αὐτό, λοιπόν, ὅταν θέλῃς νὰ δεχθῇς τὸ Μυστήριο αὐτό, γιὰ νὰ καταστραφοῦν καὶ οἱ δικοί του καὶ οἱ δικοί σου ἐχθροί, προτοῦ νὰ μεταλάβης, ἄρχισε ἀπὸ τὸ ἑσπέρας ἢ καὶ νωρίτερα νὰ σκέπτεσαι πόσο ἐπιθυμεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ νὰ τοῦ δώσῃς ἐσὺ τόπο στὴν καρδιά σου μὲ τὸ Μυστήριο αὐτό, γιὰ νὰ ἑνωθῆ μαζί σου καὶ νὰ σὲ βοηθήσῃ νὰ νικήσῃς κάθε σου πάθος.

Αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Κυρίου εἶναι τόσο μεγάλη καὶ ἀμέτρητη ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν καταλάβη μέχρι τὸ ὕψος της κτιστὸς νοῦς. Ἐσύ, ὅμως, γιὰ νὰ μπορέσῃς κάπως νὰ τὴν χωρέσῃς στὸ νοῦ σου, πρέπει νὰ βάλῃς καλὰ στὸ νοῦ σου δυὸ πράγματα: Τὸ ἕνα εἶναι ἡ ἀνέκφραστη ἐπιθυμία ποὺ ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ νὰ βρίσκεται μέσα μας. Διότι αὐτὴ τὴν ἕνωσι μὲ τοὺς ἀνθρώπους τὴν ὀνομάζει τρυφὴ καὶ εὐχαρίστησι δική του: «Ἡ εὐχαρίστησί μου εἶναι μὲ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων». Τὸ ἄλλο εἶναι νὰ σκεφθῇς καλὰ ὅτι ὁ Θεὸς μισεῖ πολὺ τὴν ἁμαρτία, ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι αἰτία στὸ νὰ ἑνώνεται ὁ Θεὸς μαζί μας, πρᾶγμα ποὺ τόσο πολὺ ἐπιθυμεῖ, καὶ εἶναι ἀντίθετη στὶς θεϊκές του τελειότητες. Διότι ὁ Θεὸς ὄντας ἐκ φύσεως ἀπόλυτο ἀγαθό, καθαρὸ φῶς καὶ ἄπειρη ὡραιότητα, δὲν μπορεῖ παρὰ ἐκ φύσεως νὰ μισῇ καὶ νὰ συχαίνεται ἀμέτρητες φορὲς τὴν ἁμαρτία, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἀπόλυτο κακό, σκοτάδι, ἔλλειψι καὶ ἀνυπόφορη ἀσχήμια στὶς ψυχές μας. Καὶ αὐτὸ τὸ μῖσος τοῦ Θεοῦ κατὰ τῆς ἁμαρτίας εἶναι τόσο δυνατὸ καὶ τόσο πολύ, ὥστε γιὰ τὴν καταστροφή της δόθηκε διαταγὴ καὶ ἔγιναν ὅλα τὰ ἔργα τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Διαθήκης καὶ μάλιστα ἐκεῖνα τοῦ Παναγίου Πάθους τοῦ Υἱοῦ του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ λέγουν μερικοὶ θεολόγοι καὶ διδάσκαλοι, ὅτι γιὰ νὰ ἐξαλείψῃ ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς κάθε πταῖσμα καὶ τὸ πιὸ μικρὸ ἀκόμη, ἂν ἦταν ἀνάγκη καὶ ἔπρεπε, ἦταν ἕτοιμος νὰ παραδοθῆ καὶ σὲ χιλιάδες πάλι θανάτους.

Ἀπὸ τὶς μελέτες λοιπὸν αὐτὲς καὶ τὶς σκέψεις, ἂν καὶ σὲ πολὺ μικρὸ βαθμό, καταλαβαίνοντας τὸ μέγεθος τῆς ἐπιθυμίας ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς νὰ εἰσέλθη στὴν καρδιά σου, γιὰ νὰ νικήσῃ ἐντελῶς τοὺς ἐχθροὺς τοὺς δικούς Του καὶ τοὺς δικούς σου, θὰ ἀνάψης μέσα σου μία ζωντανὴ ἐπιθυμία νὰ τὸν δεχθῇς, γιὰ νὰ φέρῃ μέσα σου τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό. Καὶ ἔτσι, ἀφοῦ γεμίσῃς ἀπὸ ἀνδρεία καὶ παίρνοντας θάρρος ἀπὸ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἔλθη νὰ κατοικήσῃ μέσα σου ὁ ἐπουράνιός σου ἀρχιστράτηγος Ἰησοῦς, κάλεσε δυνατὰ πολλὲς φορὲς σὲ πόλεμο τὸ πάθος ἐκεῖνο ποὺ θέλεις νὰ νικήσῃς καὶ κατάβαλέ το μὲ διπλὲς καὶ τριπλὲς ἐπιθυμίες καὶ ὀρέξεις, μισώντας το καὶ προβάλλοντας πράξεις ἀρετῆς ἀντίθετες πρὸς τὸ πάθος ἐκεῖνο. Ἔτσι θὰ κάνῃς τὸ ἑσπέρας.

Τὸ πρωὶ πάλι, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία, ρίξε νοερὰ ἕνα σύντομο βλέμμα μέσα σου στὰ σφάλματα ποὺ ἔκανες ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ μετέλαβες μέχρι τότε, ὅσα ἔκανες μὲ τόση ἀφοβία σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε Θεὸς νὰ σὲ βλέπῃ καὶ νὰ σὲ κρίνῃ, οὔτε νὰ ὑπέφερε γιὰ σένα τόσα πάθη ἐπάνω στὸ σταυρό. Γιατὶ καὶ σὺ προτίμησες τὶς σιχαμερὲς καὶ τιποτένιες σου ἐπιθυμίες καὶ ὄχι τὸ θέλημα καὶ τὴν τιμὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ σκεπτόμενος ἔτσι μὲ πολλὴ ντροπὴ καὶ μὲ ἅγιο φόβο, θὰ ντραπῆς γιὰ τὴν ἀχαριστία καὶ γιὰ τὴν ἀναξιότητά σου. Ἀλλὰ ὅμως καὶ πάλι σκεπτόμενος μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὅτι ἡ ἀμέτρητη ἄβυσσος τῆς ἀγαθότητος τοῦ Θεοῦ σου προσκαλεῖ στὰ Μυστήριά του τὴν ἄβυσσο τῆς ἀχαριστίας σου καὶ τῆς μικρῆς σου πίστεως, πλησίασε σὲ αὐτὸν μὲ θάρρος, καὶ χάρισέ του τόπο εὐρύχωρο στὴν καρδιά σου, γιὰ νὰ γίνῃ σὲ αὐτὴν ὁλόκληρος Δεσπότης καὶ Κυρίαρχος. Πῶς καὶ μὲ ποιό τρόπο; Ὅταν διώξης ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά σου κάθε διάθεσι καὶ ἀγάπη τῶν κτισμάτων, κλείνοντάς την γιὰ νὰ μὴν εἰσέλθη κάποιος ἄλλος, παρὰ ὁ Θεός σου.

Καὶ ἀφοῦ μεταλάβης μπὲς μέσα ἀμέσως στὰ ἀπόκρυφα τῆς καρδιᾶς σου, προσκυνώντας πρῶτα τὸν Κύριο μὲ κάθε ταπείνωσι καὶ εὐλάβεια καὶ μίλησέ του νοερὰ μὲ τὸν τρόπο αὐτόν: «Ἐσὺ βλέπεις, τὸ μόνο μου ἀγαθό, πόσο εὔκολα ἐγὼ σὲ βλάπτω καὶ πόση δύναμι ἔχει ἐναντίον μου τὸ πάθος αὐτὸ ποὺ μὲ πολεμεῖ καὶ μόνος μου δὲν ἔχω τὴν δύναμι νὰ ἐλευθερωθῶ. Γι᾿ αὐτὸ δικός σου κυρίως εἶναι ὁ πόλεμος αὐτὸς καὶ ἀπὸ σένα μόνο ἐλπίζω τὴν νίκη, μολονότι εἶναι ἀνάγκη νὰ πολεμῶ κι ἐγώ».

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ στρέφοντας τὸ νοῦ σου στὸν ἐπουράνιο Πατέρα, πρόσφερέ του ὡς εὐχαριστία καὶ γιὰ τὴν νίκη τοῦ ἑαυτοῦ σου τὸν εὐλογημένο του Υἱό, ποὺ αὐτὸς σοῦ ἔδωσε στὰ Μυστήρια καὶ ποὺ κρατᾷς πλέον μέσα στὴν καρδιά σου. Καὶ πολεμώντας γενναῖα κατὰ τοῦ πάθους ἐκείνου ποὺ σὲ πολεμεῖ, περίμενε μὲ πίστι τὴν νίκη ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ δὲν ὑπάρχει περίπτωσι νὰ σοῦ στερήσῃ τὴν νίκη, ἂν ἔκανες ἐσὺ ὅ,τι μποροῦσες, κι ἂν ἀκόμη ἀργήσῃ ὁ Θεὸς νὰ σοῦ τὴν δώσῃ.