ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Μετάφρασις: Παντελεήμονος Καρανικόλα
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ από το 1986

08. σελ. 82-94

Published in Οι Περιπέτειες ενός Προσκυνητού

Λίγο προτού αφήσω το Ιρκούτσκ επήγα να ιδώ τον πνευματικό μου πατέρα, με τον οποίο πολλάκις είχα συζητήσει, για να του πω αυτή τη φορά:

«Πηγαίνω εις την Ιερουσαλήμ, και ήλθα να σε ευχαριστήσω για την χριστιανική σου αγάπη προς εμένα, ένα φτωχό προσκυνητή».

«Ο Θεός να ευλογήση το ταξείδι σου», απήντησε. «Πώς, όμως, συνέβη, ώστε ποτέ να μη μου πης τίποτε για τον εαυτό σου, ποιος είσαι και από πού έρχεσαι; Έχω ακούσει ένα σωρό για τα ταξείδια σου, αλλά θάθελα να γνωρίζω κάτι και για το μέρος που γεννήθηκες καθώς και για την ζωή σου προτού γίνης προσκυνητής».

«Γιατί όχι; Με μεγάλην ευχαρίστησι», απήντησα, «θα σου πω το κάθε τι, άλλως τε δεν είναι ζήτημα που θα μας απασχολήση πολλήν ώρα. Εγεννήθηκα σ' ενα χωριό της περιοχής της διοικήσεως του Ορέλ. Μετά τον θάνατο των γονέων μας εμείναμε μόνοι εγώ και ο αδελφός μου, αυτός δέκα χρόνων κ' εγώ δύο. Μας ανέθρεψεν ο παππούς μας, που ήταν ένας καλός και πλούσιος γέρος, ιδιοκτήτης ενός πανδοχείου εις τα μισά ενός δρόμου.

Χάρις εις την καλή καρδιά του παππού μου, πολλοί ταξειδιώται τον προτιμούσαν κ' εσταματούσαν εκεί. Ο αδελφός μου, που ήταν πολύ παλιόπαιδο, επερνούσε τον περισσότερον καιρό γυρίζοντας εδώ και εκεί στο χωριό, αλλά εμένα μου άρεσε καλύτερα να μένω κοντά στον παππού μου. Τις Κυριακές και τις γιορτές επηγαίναμε μαζί εις την εκκλησία. Εις το σπίτι ο παππούς συνήθιζε να διαβάζη την Αγία Γραφή, αυτή την ίδια που έχω εγώ τώρα.

Όταν ο αδελφός μου εμεγάλωσε, άρχισε να πίνη. Μιά φορά όταν ήμουν επτά χρόνων και είμαστε οι δυό ξαπλωμένοι κοντά στη θερμάστρα, μ' έσπρωξε τόσο πολύ, ώστε κατρακύλισα και πέφτοντας εκτύπησα το αριστερό μου μπράτσο στις σκάλες, τόσον, ώστε πια δεν κατέστη δυνατόν να το χρησιμοποιήσω, επειδή από τότε εις την πραγματικότητα το χέρι μου παρέλυσε. Ο παππούς μου βλέποντας ότι ύστερα από αυτό, ποτέ δεν θα μπορούσα να εργασθώ εις την γη, με έμαθε να διαβάζω. Μη έχοντας άλλο βιβλίο για αναγνωστικό εχρησιμοποιούσε την Αγία Γραφή.

Με εδίδαξε το αλφάβητο, με έμαθε να φτιάχνω λέξεις και να διακρίνω τα διάφορα γράμματα, όταν τα έβλεπα. Χωρίς να καταλάβω επαναλαμβάνοντας συνεχώς ό,τι εδιάβαζε αυτός, έμαθα σιγά - σιγά και ύστερα από κάμποσο χρονικό διάστημα, μπορούσα να διαβάζω ελεύθερα. Αργότερα, όταν το φως του παππού μου άρχισε να ελαττώνεται, με έβαζε συχνά να του διαβάζω δυνατά από την Αγία Γραφή και με διώρθωνε όταν έκανα λάθη. Την εποχή αυτή, συνήθιζε και ένας κύριος γραμματισμένος, να έρχεται συχνά εις το πανδοχείο μας.

Έγραφε πολύ ωραία γράμματα και μου άρεσε να τον βλέπω όταν καλλιγραφούσε. Αντέγραφα το γράψιμό του και αυτός άρχισε να με διδάσκη. Μου έδωσε χαρτί και μελάνη, μου έφτιαξε πέννες από φτερά κ' έτσι έμαθα να γράφω πολύ καλά. Ο παππούς μου ήταν πολύ ευχαριστημένος και μιά μέρα μου είπε τα εξής: «Ο Θεος σου έδωσε το χάρισμα της μαθήσεως που θα σε κάνη άνθρωπο. Να δοξάζης, λοιπόν, το όνομά Του και να προσεύχεσαι συχνά». Συνηθίζαμε να πηγαίνουμε σ' όλες τις ακολουθίες της εκκλησίας, συχνά δε εκάναμε προσευχές και εις το σπίτι.

Εμένα μούπεφτε πάντοτε στη σειρά μου να διαβάζω τον πεντηκοστό ψαλμό, την ώρα που ο παππούς μου και η γιαγιά μου έκαναν μετάνοιες και γονάτιζαν. Όταν ήμουν δέκα επτέ ετών η γιαγιά μου πέθανε. Ο παππούς έπειτα από αυτό, μου είπε: "Το σπίτι μας δεν έχει πια οικοδέσποινα και αυτό είναι άσχημο πράγμα. Ο αδελφός σου είναι ελεεινός. Φροντίζω, λοιπόν, να σου βρω μια γυναίκα να παντρευτείς". Εγώ ήμουν αντίθετος εις την σκέψι του αυτή, λέγοντάς του ότι ήμουν ένας ανάπηρος, αλλά ο παππούς μου δεν υποχωρούσε. Ευρήκε μιά καλή κοπέλλα είκοσι χρόνων, κ' επαντρευτήκαμε. Έπειτα από ένα χρόνο ο παππούς μου αρρώστησε βαρειά.

Γνωρίζοντας ότι ο θάνατός του ήταν κοντά, με εκάλεσε και με απεχαιρέτησε, λέγοντας: "Σου αφήνω το σπίτι μου με όλα όσα έχει. Να είσαι τίμιος, ευσυνείδητος, να μην απατήσης ποτέ άνθρωπο και πάνω απ΄ όλα να προσεύχεσαι τακτικά, για το κάθε τι, για όλα που ο Θεός μάς δίνει. Μόνον σ' αυτόν να εμπιστεύεσαι τα πάντα συ και η γυναίκα σου· να πηγαίνετε τακτικά εις την εκκλησία, να διαβάζετε την Αγία Γραφή και να θυμάστε την γιαγιά σας κ' εμένα εις τις προσευχές σας. Να και τα χρήματα μου. Είναι χίλια ρούβλια χρυσά και σου τα χαρίζω. Φρόντισε να μην ξοδέψης άσκοπα ούτε ένα από αυτά, φρόντισε να μη σου κυριεύσουν την ψυχή και δώσε μερικά εις τους φτωχούς και εις την Εκκλησία». Μετά λίγες ημέρες απέθανε και τον εκηδεύσαμε σεμνά.

Αλλ' ο αδελφός μου, με εφθόνησε φοβερά επειδή όλη η περιουσία έγινε δική μου. Ο θυμός του εναντίον μου εμεγάλωνε συνεχώς και ο Σατανάς τον παρώτρυνε τόσο εις το μίσος του εναντίον μου, ώστε εσχεδίαζε να με σκοτώση. Τελικά δεν μ' εσκότωσε αλλά έκανε το εξής: Μιά νύχτα ενώ κοιμώμαστε, μη έχοντας πελάτες εις το πανδοχείο, διέρρηξε το δωμάτιο μεσ' στο οποίο είχαμε τα λεπτά, τα επήρε από το μπαούλο κ' έπειτα έβαλε φωτιά. Η φωτιά ξαπλώθηκε σ' όλο το σπίτι χωρίς να το καταλάβουμε, μόλις δε κατωρθώσαμε εγώ κ' η γυναίκα μου να γλυτώσουμε, πηδώντας μεσ' στις φλόγες από ένα παράθυρο, φορώντας μόνο τα ρούχα του ύπνου. Η Αγία Γραφή ήταν κάτω από το μαξιλάρι μας, μα με όλη την παραζάλη κατώρθωσα να την πάρω μαζί μου. Καθώς εβλέπαμε το σπίτι μας να καίγεται, είπαμε ο ένας εις τον άλλο. «Δόξα τω Θεώ που εσώσαμε τη ζωή μας και την Αγία Γραφή, για να την έχουμε παρηγοριά, εις τις συμφορές που μας ευρήκαν». Έτσι ό,τι είχαμε και δεν είχαμε το χάσαμε και ο αδελφός μου εξαφανίστηκε χωρίς ν' αφήση κανένα ίχνος. Αργότερα εμάθαμε ότι μεθυσμένος κάποτε εκόμπαζε, λέγοντας με τι τρόπο πήρε τα χρήματα και έκαψε το σπίτι.

Εμείναμε γυμνοί και κατεστραμμένοι, σχεδόν ζητιάνοι. Εδανειστήκαμε μερικά χρήματα, εφτιάξαμε μια μικρή καλύβα και αρχίσαμε να ζούμε όπως οι ακτήμονες χωρικοί. Η γυναίκα μου ήταν προκομμένη κι άρχισε να πλέκη, να υφαίνη και να ράβη. Είχε πολλή δουλειά κ' έτσι συντηρούσε υποφερτά τον εαυτό της κ εμένα. Εγώ με την πάθησι του χεριού μου δεν ημπορούσα ούτε σκέτα ξυλοπάπουτσα να φτιάχνω.

Έτσι εκαθόμουνα δίπλα της όταν εδούλευε και της εδιάβαζα κομμάτια από την Αγία Γραφή. Άκουγε πάντα με προσοχή και ευλάβεια και μερικές φορές έκλαιγε. Όταν ερωτούσα γιατί έκλεγε, λέγοντάς της, ότι ο Θεός μάς εχάρισε το πολυτιμότερο αγαθό, τη ζωή, αυτή μου απαντούσε: «Συγκινούμαι τόσο πολ.ύ από την ανάγνωσι της Αγ. Γραφής»!

Εκτελούσαμε όσα ο παππούς μας, μας είχε παραγγείλει, ενηστεύαμε συχνά, κάθε πρωί ελέγαμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και την νύκτα εκάναμε εκατό μετάνοιες ο καθένας, για να αποφύγουμε το πέσιμό μας σε πειρασμό. Έτσι εζήσαμε ήρεμα δυό ολόκληρα χρόνια. Αλλά αυτό που είναι εκπληκτικό, είναι το γεγονός, ότι αν και δεν καταλαβαίναμε, επειδή δεν είχαμε ακούσει τίποτε για την εσωτερική προσευχή της καρδιάς, παρά προσευχόμεθα με το στόμα μόνον και με τις μετάνοιες χωρίς βαθύτερη σκέψι, σαν κούκλες που κάνουν παιγνίδια, παρ' όλα αυτά, η επιθυμία για γνήσια προσευχή υπήρχε μέσα μας και οι μακρές προσευχές που τις ελέγαμε χωρίς να τις καταλαβαίνουμε, δεν μας εκούραζαν, αλλά πραγματικά μας άρεσαν.

Η καθαρή αλήθεια είναι, όπως ένας διδάσκαλος μού είπε κάποτε, ότι η μυστική Προσευχή πάντοτε κρύβεται μέσα εις την ανθρώπινη καρδιά. Ο άνθρωπος τις περισσότερες φορές δεν το γνωρίζει αυτό, αλλ' αυτή εργάζεται κατά τρόπο μυστηριώδη μέσα εις την ψυχή και προτρέπει σε εκδήλωσι, ανάλογα με του κάθε ανθρώπου την γνώσι και την δύναμι.

Ύστερα από δυο χρόνια που εζήσαμε έτσι, η σύζυγός μου αρρώστησε με υψηλό πυρετό. Την εκοινωνήσαμε και την ενάτην ημέρα της αρρώστιας απέθανε. Τώρα ήμουν ολομόναχος εις τον κόσμον. Δεν ημπορούσα να κάμω καμμιά εργασία κ' έπρεπε συγχρόνως να ζήσω· μά και η ζητιανιά μού φαινόταν ασυνείδητο πράγμα. Εκτός αυτού είχα τόση λύπη για το θάνατο της γυναίκας μου, ώστε δεν ήξευρα τί να κάμω. Όταν επήγαινα μέσα στην καλύβα κ' έβλεπα τα ρούχα της, επνιγόμουν εις τα δάκρυα τόσο, που δυό - τρείς φορές, έπεσα κάτω αναίσθητος. Κατάλαβα, λοιπόν, ότι δεν ημπορούσα πιά να ζήσω εις το μέρος αυτό. Επούλησα την καλύβα μου για είκοσι ρούβλια και έδωσα τα λίγα ρούχα της γυναίκας μου εις τους φτωχούς. Επειδή ήμουν ανάπηρος, οι αρχές του τόπου μου δώσανε ένα διαβατήριο, το οποίον με ελευθέρωνε από κάθε δημόσια υποχρέωσι και έτσι παίρνοντας μαζί μου την Αγία Γραφή άρχισα τα ταξείδια χωρίς να ενδιαφέρωμαι πού πηγαίνω.

Έπειτα από λίγο καιρό άρχισα να σκέπτωμαι πού θα ημπορούσα να πάγω και είπα με τον εαυτόν μου: Πρώτα απ΄ όλα θα πάγω εις το Κίεβο. Θα προσκυνήσω εκεί τα μέρη αυτών που ευαρεστήσανε το Θεό και θα τους παρακαλέσω να με βοηθήσουν στα βάσανά μου.

Κάνοντας τις σκέψεις αυτές, άρχισα να αισθάνωμαι καλύτερα κ' εγέμισε η ψυχή μου από ανακούφισι, αρχίζοντας το ταξείδι μου για το Κίεβο. Από τότε, δέκα τρία ολόκληρα χρόνια έχω περάσει ταξειδεύοντας από τόπο σε τόπο, κ' έχω προσκυνήσει σε πάμπολλες εκκλησίες και σε μοναστήρια, αλλά τον τελευταίο καιρό έχω περπατήσει περισσότερο μέσα σε λειβάδια και στέππες. Δεν ηξεύρω αν ο Θεός θα ευδοκήση να πάω εις την Ιερουσαλήμ. Εάν αυτό είναι η θέλησί Του, τα αμαρτωλά μου κόκκαλα θα αναπαυθούν εκεί.

«Και πόσων χρόνων είσαι τώρα»;

«Τριάντα τριών».

«Ώστε, αγαπητέ μου αδελφέ, έχεις φθάσει την ηλικία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού»!

Δ'

«Εμοί δε τω προοκολλάσθαι τω Θεώ αγαθόν 

εστι τίθεσθαι εν τω Κυρίω την ελπίδα μου».

Η ρωσική παροιμία που λέγει: «Ο άνθρωπος καταθέτει και ο Θεός διαθέτει» αληθεύει, είπα, όταν εγύρισα πίσω εις τον πνευματικό μου. Εσκεπτόμουν ότι τώρα, ασφαλώς, θα είχα αρχίσει τον δρόμον μου για την Ιερουσαλήμ, αλλά κοίταξε πόσο αντίθετα εξελίχθησαν τα πράγματα. Κάτι εντελώς ανεπάντεχο συνέβη και μ' εκράτησε εις το ίδιο μέρος για άλλες τρεις ημέρες. Δεν ημπορούσα δε να μην έλθω να σου πω και να σε συμβουλευθώ, προτού τελικά αποφασίσω για ο,τιδήποτε.

Συνέβη, λοιπόν, το εξής: Τους είχα αποχαιρετήσει όλους και με την βοήθεια του Θεού άρχισα τον δρόμο μου. Είχα φθάσει εις τα κράσπεδα της πόλεως όταν είδα ένα γνωστό μου άνδρα να κάθεται εις την πόρτα του τελευταίου σπιτιού. Ήταν κι αυτός κάποτε προσκυνητής σαν κ' εμένα, αλλά δεν τον είχα ιδή τρία ολόκληρα χρόνια. Χαιρετισθήκαμε και μ' ερώτησε, πού επήγαινα.

«Αν ο Θεός θέλη, απήντησα, σκοπεύω να πάω εις τα Ιεροσόλυμα».

«Δόξα τω Θεώ! Υπάρχει ένας πολύ καλός συνταξειδιώτης για σένα», είπε.

«Ο Θεός να ευλογή και σένα και αυτόν, είπα, αλλά ασφαλώς γνωρίζεις ότι ποτέ δεν ταξειδεύω με παρέα. Συνηθίζω πάντα να περιπλανιέμαι μόνος μου».

«Ναι, μα άκουσε πρώτα, γιατί νομίζω ότι αυτός που σου λέω είναι συνταξειδιώτης όπως θα τον ήθελες, θα σου ταιριάζη πραγματικά, σαν κοστούμι. Άκουσε, λοιπόν: Ο πατέρας του κατόχου αυτού του σπιτιού εδώ που υπηρετώ, έχει τάξει να προσκυνήση εις την Ιερουσαλήμ. Είναι πολύ καλός άνθρωπος, αλλά είναι εντελώς κουφός. Οσοδήποτε κι αν φωνάζης δεν ακούει ούτε λέξι. Όταν χρειάζεται να του πης κάτι, πρέπει να του το γράψης. Βλέπεις, λοιπόν, δεν θα σε στενοχωρήση καθόλου στο δρόμο και ούτε θα σου μιλά, γιατί κ' εδώ εις το σπίτι κάθε μέρα γίνεται και πιο σιωπηλός. Από μέρους σου, εσύ θα του είσαι βοηθός στο ταξείδι. Ο γυιός του θα του παραχωρήση ένα αμάξι με άλογα που θα σας πάη μέχρι την Οδησσό κι από εκεί θα τα πουλήσετε και τα δυο. Ο γέρος θα προτιμούσε να πεζοπορήση, αλλά δεν ημπορεί γιατί έχει αποσκευές μαζί του και μερικά πράγματα που θέλει να φέρη εις τον Τάφο του Κυρίου. Θα βάλης κ' εσύ το σακκίδιό σου μέσα εις το αμάξι.

»Τώρα σκέψου, πώς είναι δυνατόν ν' αφήσουμε ένα γέρον άνθρωπο και κουφό, να φύγη μόνος του μ' ένα αμάξι για ένα τόσο μεγάλο ταξείδι; Έχουμε ερευνήσει, έχουμε ψάξει παντού να βρούμε κάποιον για συνοδό, αλλά όλοι τους ζητούν πολλά λεπτά και εκτός απ' αυτό, είναι δυνατόν να μπλέξουμε με κανέναν απατεώνα, που μπορεί να του κλέψη και τα χρήματα που θα έχη μαζί του και να τον εγκαταλείψη. Πες μου το ναι, αδελφέ μου, και όλα θα πάνε καλά. Κάνε την απόφασι για την δόξα του Θεού και την αγάπη του πλησίον. Θα χαρούνε πάρα πολύ οι δικοί του, που είναι καλοί άνθρωποι και μου έχουν δείξει τόση αγάπη, δυο χρόνια τώρα που εργάζομαι κοντά τους».

Όλη αυτή η συνομιλία έγινε στην πόρτα και έπειτα μ' επήρε μέσ' στο σπίτι. Ο νοικοκύρης ήταν εκεί και αμέσως κατάλαβα καθαρά ότι ήταν πλούσιοι και ευγενείς άνθρωποι. Τέλος συμφώνησα με το σχέδιό τους. Εκανονίσαμε να αρχίσουμε το ταξείδι μας, με την ευλογία του Θεού, δυό μέρες μετά την Λειτουργία των Χριστουγέννων. Αλλά πόσα απροσδόκητα πράγματα συναντά κάνεις στο δρόμο τούτο της ζωής του! Εις όλο αυτό το διάστημα, η θεία Πρόνοια καθοδήγησε τις πράξεις μας και εκυβέρνησε τα σχέδιά μας σύμφωνα με το γραμμένο: «Θεός εστίν ο ενεργών εν ημίν και το θέλειν και το ενεργείν».

Ακούγοντας όλα αυτά ο εξομολόγος μου, μου είπε: «Χαίρω με όλη μου την καρδιά, επειδή ο Θεός επέτρεψε να σε δω και πάλιν, έτσι ανεπάντεχα και γρήγορα. Τώρα που έχεις, λοιπόν, καιρό διαθέσιμο μένοντας με αγάπη κοντά μου, θα μου πης περισσότερα από τη διδακτική πείρα που πήρες από τόσα και τόσα προσκυνηματικά ταξείδια. Το ενδιαφέρον μου ν ακούσω, γεννήθηκε όταν σε πρωτοάκουσα να μου διηγήσαι για όλα αυτά που έχεις ιδή. Είμαι, λοιπόν, έτοιμος να ξανακούσω την συνέχεια με μεγάλη ευχαρίστησι και ενδιαφέρον».

«Και εγώ είμαι έτοιμος και ευτυχής να σου διηγηθώ περισσότερα», απήντησα, και άρχισα ως εξής:

«Πολλά μου έχουν συμβή άλλα καλά και άλλα άσχημα. Για να σου τα διηγηθώ όμως όλα, πρέπει να έχω πάρα πολύ χρόνο εις την διάθεσί μου, αλλλα επίσης έχω ξεχάσει και μερικά εν τω μεταξύ, επειδή μόνη μου προσπάθεια ήταν πάντα να μη λησμονήσω εκείνα τα περιστατικά που μ' εβοηθούσαν και ωδηγούσαν την αμελή ψυχή μου εις την Προσευχή. Όλα τα υπόλοιπα μόλις τα θυμούμαι ή μάλλον εφρόντισα να τα ξεχάσω, σύμφωνα και με την εντολή του Αποστόλου Παύλου που λέγει: "Τα μεν οπίσω επιλανθανόμενος τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος, κατά σκοπόν διώκω επί το βραβείον της άνω κλήσεως του Θεού εν Χριστώ Ιησού ".

»Ο μακαρίτης ο Πνευματικός μου οδηγός συνήθιζε επίσης να λέγη, ότι οι δυνάμεις οι αντίθετες εις την προσευχή της καρδιάς, μας επιτίθενται από δυό μεριές, από αριστερά και από δεξιά. Δηλαδή όταν ο εχθρός δεν ημπορεί να μας εμποδίση από την προσευχή με τις μάταιες και τις αμαρτωλές σκέψεις, φέρνει εις το μυαλό μας καλές διδασκαλίες και όμορφες ιδέες, ώστε να μας παγιδεύση ή με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο και να ματαιώση την Προσευχή που δεν ημπορεί με κανέναν τρόπο να την ανεχθή και να την βαστάξη. Ονομάζεται "κλέπτης εκ δεξιών", και αν ο άνθρωπος απατηθή, εγκαταλείπει την συνομιλία με τον Θεό, για να συνομιλή με τον εαυτό του ή με άλλους. Έτσι με εδίδαξε να μην επιτρέπω καμμιάν άλλη, έστω και την πιο ωραία, απασχόλησι εις το μυαλό μου την ώρα της προσευχής και πολλές φορές όταν εξώδευα την ημέρα, περισσότερο χρόνο σε σκέψεις ή συνομιλίες, αντί για την νοερά Προσευχή, επίστευα ότι κάτι επήγε χαμένο, ενώ άλλοτε κατελάμβανε την ψυχή μου ένα είδος πνευματικής δίψας. Είναι αλήθεια, μου είπεν ακόμη, ότι οι αρχάριοι, ειδικώτερα, επειδή έχουν ανάγκη να αφιερώνουν πολύ χρόνον εις την προσευχή, πρέπει το περισσότερο μέρος της ημέρας να προτιμούν να το αφιερώσουν εις αυτήν, παρά σε οποιαδήποτε άλλη πνευματική απασχόλησι. Αλλά ο άνθρωπος δεν ημπορεί να ξεχάση, όλα όσα του συνέβησαν, έστω και αν πολλές φορές για πολύν καιρό δεν τα επανέφερε εις την μνήμη του.

«Θυμάμαι, λοιπόν, πως όταν ήμουν εις την περιοχή του Τομπόλσκ, συνέβη να περάσω από μιαν επαρχιακή πόλι. Τα παξιμάδια μου εκόντευαν να τελειώσουν, γι αυτό αναγκάσθηκα να μπω σ' ένα σπίτι και να ζητήσω λίγα. Μόλις άνοιξαν την πόρτα, ο οικοδεσπότης μού είπε: "Έρχεσαι ακριβώς την πιο κατάλληλη στιγμή. Η σύζυγός μου μόλις τώρα ξεφούρνισε. Πάρε, λοιπόν, ένα μεγάλο και ζεστό καρβέλι, για να μας θυμάσαι εις τις προσευχές σου". Τον ευχαρίστησα και όπως έβαζα το καρβέλι μέσ' στο σακκίδιό μου η νοικοκυρά βλέποντάς το μου είπε: "Πολύ ετρίφτηκε αυτό το σακκίδιό σου, έχω όμως εγώ ένα καινούργιο και θα σου το δώσω". Μου έδωσε, λοιπόν, ένα καινούργιο και γερό σακκίδιο και εγώ αφού τους ευχαρίστησα και πάλι θερμά, εκίνησα για να φύγω. Βγαίνοντας από την πόλι, εχρειάσθηκα λίγο αλάτι, κ' εζήτησα από ένα σπίτι, όπου οι καλοί άνθρωποι εκεί, μου έδωσαν άφθονο. Αγαλλίασε πραγματικά η καρδιά μου και ευχαρίστησα τον Θεό που με ωδήγησε σε τόσο καλούς ανθρώπους. "Τώρα, είπα με τον εαυτόν μου, μη έχοντας να φροντίσω για τροφή, θα ευφρανθώ ψυχικά για μιαν ολόκληρην εβδομάδα. Ευλογημένο το όνομα του Κυρίου".

«Πέντε χιλιόμετρα από εκεί, περνώντας μέσα από ένα φτωχικό χωριό, είδα μια μικρή ξύλινη εκκλησία, κομψή και όμορφα χρωματισμένη απ' έξω. Όπως επερνούσα δίπλα, αισθάνθηκα την ανάγκη να προσευχηθώ λιγάκι μέσα εκεί κ' εμπήκα εις τον πρόναο. Εις την πρασινάδα της αυλής της εκκλησίας έπαιζαν δυό παιδάκια πέντε έως έξη χρόνων. Ήσαν καλοντυμένα και τα πήρα πως ήσαν τα παιδιά του παπά. Ετελείωσα την προσευχή μου κ' επροχώρησα στο δρόμο μου, αλλά δεν είχα κάνει δέκα - δώδεκα βήματα όταν άκουσα να με φωνάζουν: "Ζητιανάκο, ζητιανάκο, στάσου". Τα δυό μικρά που είχα ιδή, ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι, με εφώναζαν κ' έτρεχαν πίσω μου. Εσταμάτησα, και αυτά μ' επήραν από το χέρι λέγοντας: "Έλα από το σπίτι, η μητέρα μας έχει συμπάθεια εις τους ζητιάνους .

"Δεν είμαι ζητιάνος, είπα, είμαι ένας περαστικός άνθρωπος.

"Γιατί τότε έχεις σακκούλα;

"Την έχω για το ψωμί που τρώγω εις τον δρόμο". 

"Το ίδιο κάνει· έλα, η μητέρα μας να σου δώση χρήματα για το ταξείδι σου".

"Μα πού είναι η μητέρα σας"; ερώτησα.

"Κάτω εκεί, πίσω από την εκκλησία, μέσα σ' αυτό το μικρό πάρκο".

»Με οδήγησαν σε ένα όμορφο κήπο που εις τη μέση του ήταν ένα μεγάλο επαρχιακό σπίτι. Εμπήκαμε μέσα. Πόσο όμορφα και καθαρά ήσαν όλα εκεί. Η οικοδέσποινα έτρεξε να μας πη: "Καλώς ωρίσατε! Καλώς ωρίσατε! Ο Θεός σάς έστειλε· καθήστε, σας παρακαλώ". Με τα ίδια της τα χέρια επήρε το σακκίδιό μου και το έβαλε επάνω σ' ένα τραπέζι και εμένα μ' εκάθισε σε μια μαλακή και αναπαυτική πολυθρόνα.

"Μήπως θέλετε να φάτε κάτι; Μήπως θέλετε τσάι; Ό,τι χρειάζεστε υπάρχει εδώ".

"Σας ευχαριστώ, απήντησα, μα έχω ένα σακκίδιο γεμάτο παξιμάδια. Είναι αλήθεια πως δεν απεχθάνομαι το τσάι, αλλά, σαν χωρικός που είμαι, δεν το έχω πολυσυνηθίσει. Με ευχαριστεί και με υποχρεώνει το εγκάρδιό σας καλωσόρισμα, τόσο, που δεν θέλω τίποτε άλλο. Θα προσευχηθώ να σας ευλογή ο Θεός, που δείχνετε εις τους ξένους τόσην αγάπη, ποτισμένη με το πνεύμα του Ευαγγελίου".

»Ενώ μιλούσα, ένα ισχυρό συναίσθημα με κατέλαβε σπρώχνοντάς με να μείνω μόνος. Η Προσευχή μού αναστάτωνε την καρδιά και είχα ανάγκη από σιωπή και ηρεμία, ν' αφήσω ελεύθερο αυτό το ξύπνημα που μου έφερνε της Προσευχής η φλόγα, καθώς επίσης να κρύψω από τους άλλους τα εξωτερικά σημάδια που το ακολουθούν, όπως τα δάκρυα, οι αναστεναγμοί και οι συσπάσεις εις το πρόσωπο και εις τα χείλη που λέγονται "αλλοίωσις", κ' εσηκώθηκα λέγοντας :

"Να με συγχωρήτε, αλλά πρέπει να φύγω τώρα. Ο Χριστός να είναι μαζί σας, και μαζί με τ' αγαπημένα σας παιδάκια".

"Ω, όχι! Θεός φυλάξοι· δεν θα φύγετε! Δεν σας αφήνω. Ο άνδρας μου, που είναι δικαστής, θα γυρίση απ' την πόλι απόψε, κι αλήθεια πόσο θα ευχαριστηθή να σας συναντήση! Θεωρεί τους προσκυνητάς αγγελιαφόρους του Θεού. Εάν φύγετε, θα λυπηθή πολύ, που δεν θα σας ιδή. Εκτός αυτού αύριο είναι Κυριακή· θα προσευχηθήτε, λοιπόν, μαζί μας εις την εκκλησία, και το μεσημέρι θα φάτε εδώ, ό,τι ο Θεός μάς δώση. Εις τις γιορτές πάντοτε έχουμε καμμιά τριανταριά επισκέπτας, όλους πτωχούς αδελφούς μας. Ελάτε τώρα, γιατί δεν μου είπατε ακόμη τίποτε για τα ταξείδια σας; Πού επήγατε και πού θα πάτε να προσκυνήσετε; Μιλήστε μου μου αρέσει τόσο πολύ να συνομιλώ με αφωσιωμένους εις τον Θεόν ανθρώπους. Παιδιά, παιδιά! Πάρετε το σακκίδιο του προσκυνητού και φυλάξετέ το μέσα, γιατί θα μείνη απόψε εδώ".

»Η έκπληξίς μου ήτο τόσο μεγάλη και όπως άκουγα αυτά που έλεγε ερώτησα τον εαυτόν μου, εάν μιλούσα με άνθρωπο ή με κάποιο είδος επιγείου αγγέλου!

»Έμεινα, λοιπόν, κ' επερίμενα τον σύζυγό της. Της διηγήθηκα με συντομία για τα ταξείδια μου και της είπα ότι επήγαινα στο Ιρκούτσκ.