ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Μετάφρασις: Παντελεήμονος Καρανικόλα
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ από το 1986

11. σελ. 118-128

»Εξεκινήσαμε, λοιπόν, το πρωί, όπως είχαμε σχεδιάσει, αφού ευχαριστήσαμε για την τόσο στοργική περίθαλψι, αυτούς που μας εφιλοξένησαν.

»Μας συνώδευσαν και οι δύο, ένα χιλιόμετρο απόστασι περίπου και μας κατευώδωσαν από εκεί κι ο δικαστής και η κυρία του.

»Προχωρούσαμε δέκα έως δώδεκα χιλιόμετρα την ημέρα. Τον υπόλοιπο χρόνο εκαθόμαστε κάπου κ' εδιαβάζαμε. Του εδιάβασα απ' την "Φιλοκαλία" όλα όσα είναι γραμμένα για την Προσευχή της καρδιάς, με την σειρά την οποία μου έδειξε κάποτε ο μακαρίτης ο πνευματικός μου οδηγός, αρχίζοντας από τον Νικηφόρο τον μονάζοντα και τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη.

»Με πόση προσοχή και προθυμία άκουγε, ενώ η χαρά είχε ξεχυθή εις το πρόσωπό του! Έπειτα άρχισε να μου υποβάλλη τέτοιες ερωτήσεις που δύσκολα μπορούσα να βρίσκω να του δίνω τις κατάλληλες απαντήσεις. Όταν εδιαβάσαμε τα απαραίτητα απ' την "Φιλοκαλία", με παρεκάλεσε με επιμονή να του δείξω τον τρόπο με τον οποίο ο νους συναντάται με την καρδιά και σταλάζει μέσα της το θείο όνομα του Ιησού Χριστού, που φέρνει την ανείπωτη χαρά της επιτυχίας της εσωτερικής Προσευχής.

Του τα εξήγησα, λοιπόν, ως εξής: "Τώρα εσύ επειδή είσαι τυφλός δεν ημπορείς να ιδής τίποτα. Όμως ασφαλώς μπορείς με τη μνήμη και με τη φαντασία σου να σχηματίσης εις το μυαλό σου μιαν εικόνα, μια παράστασι ενός ανθρώπου, ενός ζώου, ενός δένδρου, ενός σπιτιού, όπως τα είχες ιδή εις το παρελθόν όταν είχες την όρασί σου. Δεν ημπορείς, λοιπόν, να σχηματίσης πλήρη εικόνα των χεριών σου, των ποδιών σου, όπως όταν θα είχες υγιά την όρασί σου";

"Βεβαιότατα, μπορώ", απήντησε.

"Φαντάσου, λοιπόν, την εικόνα της καρδιάς σου, κατά τον ίδιον τρόπο, γύρισε τα άφωτα, έστω, μάτια σου προς αυτήν και κράτησε την εικόνα της αυτή, όσο δυνατώτερα και καθαρώτερα μπορείς. Τα αυτιά σου θα ακροώνται όσο περισσότερο μπορούν ένα - ένα τους κτύπους της. Όταν το επιτύχης αυτό, άρχισε πάλι την προσπάθεια να συνηθίσης να προσκομίζης τα λόγια της Προσευχής με τον κάθε ένα κτύπο. Έτσι εις τον πρώτο κτύπο πες με το μυαλό σου: "Κύριε", εις τον δεύτερο, Ιησού , εις τον τρίτο, Χριστέ , εις τον τέταρτο, ελέησόν , εις τον πέμπτο, "με".

"Αυτό δεν θα σταματάς να το επαναλαμβάνης συνεχώς και θα το οικειοποιηθής εύκολα, επειδή έχεις ήδη κατορθώσει να βάλης τα θεμέλια και να κτίσης τον πρώτον όροφο του παλατιού της εγκάρδιας προσευχής.

"Το δεύτερο στάδιό της είναι, όπως σου είπα ήδη, η προσαρμογή της εις την αναπνοή σου, όπως οι άγιοι Πατέρες μας εδίδαξαν.

"Σύμφωνα με την δεύτερη και υψηλήν αυτή περίοδο, θα εισπνέης λέγοντας εις το μυαλό σου: "Κύριε Ιησού Χριστέ" και με την εκπνοή θα συμπληρώνης λέγοντας νοερά "ελέησόν με". Ενέργησε αυτό όσο πιο συχνά μπορείς και θα αισθανθής ύστερα από κάμποσο χρόνο ένα ευχάριστο πόνο εις την καρδιά σου και μια θερμότητα να σε καταλαμβάνη. Τότε με τη χάρι του Θεού θα μπης μέσ' στη χαρά τής "αυτοενεργούσης προσευχής της καρδιάς"! Τότε όμως πρέπει να προσέχης και να ασφαλίζης τον εαυτό σου από τον κίνδυνο των διαφόρων οραμάτων που θα σου παρουσιασθούν.

Μη παρασύρεσαι και μη παραδέχεσαι κανένα απ' αυτά, επειδή οι άγιοι Πατέρες επιμένουν αφάνταστα εις το γεγονός, ότι πρέπει η εσωτερική προσευχή να κρατηθή μακρυά κ' ελεύθερη απ' τα οράματα, επειδή αυτά είναι πολύ επισφαλή και ρίχνουν την ψυχή σε τρομερούς πειρασμούς και κινδύνους".

»Ο τυφλός εφάνηκε σαν να ερρούφηξε κυριολεκτικά όλα αυτά που του είπα και άρχισε να τα εφαρμόζη όπως τα άκουσε αμέσως περισσότερο όμως τις νύχτες, όταν διακόπταμε για πολλές ώρες την πορεία. Πέντε ημρες αργότερα άρχισε να αισθάνεται γλυκεία θερμότητα εις την καρδιά του και άρρητη ευτυχία, επήρε δε πλέον η υπόλοιπη ταλαιπωρημένη ζωή του, περιεχόμενο και ανείπωτη παρηγοριά εις την Προσευχή την ασίγαστη, που τον έκανε να καίγεται κυριολεκτικά απ' την αγάπη προς τον γλυκύτατον Ιησού.

Από καιρό σε καιρό έβλεπε φως, αν και δεν ημπορούσε να το προσδιορίση επακριβώς. Μερικές φορές όταν ο τυφλός έκανε την είσοδο εις την καρδιά του, του εφαινόταν πως έβλεπε κάτι σαν φλόγα που την επυρπολούσε, βγαίνοντας δε απ' έξω απ' αυτήν, τον επλημμύριζε με φως. Με το φως αυτής της φλόγας ημπορούσε να βλέπη απομεμακρυσμένα πράγματα κι αφανή γεγονότα. Άλλη μια φορά του συνέβη το εξής: Περπατούσαμε μέσ' από ένα δάσος. Είμεθα και οι δυό σιωπηλοί, δοσμένοι ολότελα εις την Προσευχή, όταν ξαφνικά μου είπε:

"Τί κρίμα! Η εκκλησία καίγεται εκεί. Το καμπαναριό της έπεσε κάτω συντρίμμι φοβερό"!

"Σταμάτησε το απατηλό όραμα, του είπα. Είναι του πειρασμού. Πρέπει αυτές τις φαντασίες να τις αποδιώχνης αμέσως. Πώς ημπορείς να βλέπης πράγματα που συμβαίνουν εις την πόλι, από την οποία απέχουμε δέκα τρία ολόκληρα χιλιόμετρα";

»Με υπήκουσε και προχώρησε εις την Προσευχή. Το βραδάκι εφθάσαμε στην πόλι και είδαμε εις την πραγματικότητα αρκετά σπίτια καμμένα και ένα ξύλινο κωδωνοστάσιο πεσμένο. Ο κόσμος ήταν μαζεμένος και εθαύμαζαν όλοι το συμβάν του καμπαναριού, που έπεσε χωρίς να προξενήση πουθενά την παραμικρότερη ζημιά. Ερώτησα πότε συνέβη η πυρκαϊά και είδα ότι έγινε ακριβώς την ώρα που την είδε ο τυφλός, όταν είμεθα ακόμη στο δάσος.

Αρχίσαμε οι δυό μας να συζητούμε γι' αυτό:

"Είχες την γνώμη ότι το όραμα ήταν απατηλό, μου είπε, αλλ' όμως, ό,τι είδα, συνέβη εις την πραγματικότητα. Πώς ημπορώ να μη δοξάζω με δάκρυα τ' όνομα του Κυρίου Ιησού, που εκχύνει την Χάρι του σ' ανθρώπους μωρούς και τυφλούς και αμαρτωλούς, σαν κ' εμένα; Σε ευχαριστώ και σένα θερμά, που με εδίδαξες την προσευχή της ενεργείας της καρδίας".

"Λάτρευε τον Κύριον Ιησού, του είπα και Αυτόν ευχαρίστησε με όλο σου το είναι. Αλλά προσπάθησε να μη θεωρής το όραμά σου σαν απ' ευθείας ενέργεια της Χάριτος του Θεού, επειδή γεγονότα σαν αυτό που είδες είναι δυνατόν να συμβαίνουν σύμφωνα και με τους φυσικούς νόμους.

Η ψυχή του ανθρώπου δεν δεσμεύεται απ' την ύλη ή τον χώρο. Ημπορεί πολλές φορές να δη και μέσα στο σκοτάδι και να διακρίνη γεγονότα που συμβαίνουν μακρυά, αλλά δεν πρέπει να τα περιβάλλουμε όλα αυτά με πίστι ότι είναι αποτελέσματα χριστιανικής αρετής και θείας Χάριτος. Οι δυνάμεις που έχουμε μέσα μας, ατονούν και εξαφανίζονται κάτω από το παχυλό βάρος των υλικών μας σωμάτων, των υλικών σκέψεών μας και φροντίδων. Αλλ' όταν αυτοσυγκεντρούμεθα, και απομακρυνώμεθα από κάθε τι που μας περιβάλλει και γινώμεθα πιο τέλειοι, σαν εξαϋλωμένοι, η ψυχή τότε επανέρχεται εις τον πραγματικό της εαυτό και εργάζεται με αδέσμευτες όλες μας τις δυνάμεις. Έτσι, ό,τι συνέβη σε σένα προηγουμένως, δεν είναι κάτι το υπερφυσικό.

Άκουσα κάποτε από τον μακαρίτη τον Πνευματικό μου οδηγό που έλεγε, ότι ακόμη και άνθρωποι, χωρίς να έχουν μπη εις τα βασίλεια της προσευχής της καρδιάς, συμβαίνει πολλές φορές να κατέχουν την ικανότητα αυτή, ή συμβαίνει να την αποκτούν κατά το διάστημα μιας αρρώστιας που οι δυνάμεις του σώματος υποχωρούν αφήνοντας ελευθερία κινήσεως εις τις διάφορες ικανότητες της ψυχής. Τότε μέσα στο σκοτάδι, διακρίνουν πνεύματα ανθρώπων που ευρίσκονται μακρυά, επικοινωνούν με ψυχές που ευρίσκονται εις τον άλλο κόσμο και άλλοτε διαβάζουν εις των συνανθρώπων των τιςσκέψεις.

 Αλλ' αυτό που προέρχεται κατ' ευθείαν απ' του Θεού τη Χάρι εις την περίπτωσιν της εσωτερικής προσευχής, είναι το γέμισμα της καρδιάς από γλυκύτητα και ευφροσύνη, τις οποίες "ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι", επειδή δεν υπάρχει εις την γην κάτι ανάλογο δια να συγκριθούν, αντίθετα δε όλες οι χαρές της γης υστερούν, όσο κι αν παραβληθούν με την πνευματικήν αυτή γλυκύτητα και ευφροσύνη".

»Ο τυφλός φίλος μου με άκουγε με πολλή προσοχή και έγινε ακόμη πιο ταπεινός. Η προσευχή ανδρώθηκε μέσ' στην καρδιά του και τον εγέμιζε με αγαλλίασι. Εχαιρόμουν μέσ' απ' την ψυχή μου και ευχαρίστησα με την καρδιά μου τον Θεό που ευδόκησε να γνωρίσω ένα τόσον ευλογημένο δούλο Του.

»Εφθάσαμε τέλος εις το Τομπόλσκ. Ωδήγησα τον τυφλό εις το άσυλο και φεύγοντας τον εχαιρέτησα με τον ασπασμό της χριστιανικής αγάπης.

»Περιπλανήθηκα ένα περίπου μήνα χωρίς να βιάζωμαι για τίποτα, έχοντας βαθειά συναίσθησι τού τρόπου με τον οποίο το αγαθόν υπάρχει, ζη, διδάσκει, και παρακινεί τους ανθρώπους να το υιοθετήσουν. Εδιάβασα πολλά από την "Φιλοκαλία" κι εβεβαιώθηκα απ' αυτή, ότι όλα ήσαν σωστά όσα είχα πη εις τον τυφλό. Η προθυμία υπέκαψε και τον ιδικό μου ζήλο, για ευγνωμοσύνη και αγάπη προς τον Θεό. Η προσευχή της καρδιάς μου, μου έδινε τόσην ανακούφισι ώστε αισθανόμουν ότι δεν υπήρχε ευτυχέστερο πλάσμα από εμένα εις την γη και διαλογιζόμουν πόσο μεγαλύτερη θα ήταν η ευτυχία, εις την Βασιλεία των Ουρανών. Η αγαλλίασις αυτή δεν περιωριζόταν μόνον εις την ψυχή μου μέσα, αλλά και όλον τον άλλο κόσμο γύρω μου τον έβλεπα ότι ήταν βουτηγμένος εις την ομορφιά και την ευφροσύνη. Το κάθε τι μου προξενούσε αυθόρμητες ευχαριστίες προς τον Θεόν.

Τους ανθρώπους, τα δένδρα, τα φυτά, τα ζώα, όλα τα θεωρούσα σαν συγγενικά μου πλάσματα, και διέβλεπα μέσα σ' αυτά την μαγεία της μυστηριώδους δυνάμεως του Θεού. Μερικές φορές η χαρά μ' έκανε να νομίζω ότι δεν περπατούσα, αλλ' επετούσα. Άλλοτε συγκέντρωνα τις σκέψεις μου εις τον εαυτόν μου και εθαύμαζα την λεπτομέρεια, την σκοπιμότητα, την τελειότητα και την σοφία με την οποίαν επλάσθηκαν για να εργάζωνται, όλα τα διάφορα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού. Τέλος η πολλή μου χαρά με έκανε να θεωρώ τον εαυτό μου σαν κυρίαρχο όλου του κόσμου. Σ' αυτές τις καταστάσεις της πνευματικής ευτυχίας, ευχόμουν να έλθη ο θάνατος, για να μετατεθώ απ' την ευτυχία της γης, αμέσως εις την ευφροσύνη των ουρανών και να προσκυνήσω το "υποπόδιον των ποδών του Κυρίου", μαζί με τα πνεύματα εκείνων που ελεήθηκαν απ' Αυτόν.

»Παρ' ότι εφαινόμουν ότι έπλεα σε πελάγη πνευματικής ευτυχίας χαρισμένης απ' του Θεού την συγκατάβασι, όμως, κάπου - κάπου αισθανόμουν ένα είδος σαν φόβο και σεισμό εις την καρδιά μου. Εσκεπτόμουν ότι κάποια καινούργια φασαρία ή ατυχία θα έπεφτε επάνω μου, όπως τότε μ' αυτή την χωριατοπούλα που της εδίδαξα την Προσευχή του Ιησού Χριστού. Τέτοια σύννεφα σκέψεων ετριγυρνούσαν εις το μυαλό μου και εθυμήθηκα τα λόγια του Ιωάννου του Καρπαθίου που λένε: "Ο διδάσκαλ,ος πρέπει συχνά να ταπεινώνεται και να υποφέρη ατυχήματα και πειρασμούς, για να διδάσκωνται τα πνευματικά του παιδιά".

Επολέμησα αυτές τις μελαγχολικές σκέψεις και προσευχήθηκα αυτή την φορά με θέρμη πρωτοφανή. Η Προσευχή απόδιωξε όλες αυτές τις ανησυχίες και καταλαμβάνοντας πάλι την καρδιά μου με έκανε να πω εις τον εαυτό μου, "γενηθήτω το θέλημα του Θεού —είμαι έτοιμος για τις αδυναμίες μου και την υπερηφάνεια που υποβόσκει μέσα μου να υποφέρω ο,τιδήποτε στείλη ο Χριστός σ' εμένα", γιατί και αυτοί εις τους οποίους είχα την ευκαιρία να διδάξω το μυστικό της εισόδου εις την καρδιά καθώς και την εσωτερική προσευχή, πολύ πριν με συναντήσουν, είχαν προπαρασκευασθή απ' την απ' ευθείας μυστική του Θεού διδασκαλία.

«Ειρηνευμένος με τις τελευταίες σκέψεις και αποφάσεις, άρχισα τον δρόμο με την Προσευχή. Είχε βρέξει δυο ολόκληρες ημέρες και ο δρόμος ήτο τόσο λασπωμένος ώστε με μεγάλη δυσκολία μπορούσα να περπατώ. Εβάδισα, λοιπόν, παραπλεύρως εις την στέππα, μιάν ολόκληρη απόστασι δεκαπέντε χιλιομέτρων. Δεν συνήντησα πουθενά ψυχή ζώσα. Επί τέλους βράδυ - βράδυ, συνήντησα ένα μοναχικό σπίτι, κτισμένο από το δεξιό μέρος του δρόμου. Εχάρηκα επειδή θα μπορούσα να παρακαλέσω να μείνω το βράδυ εκεί κι ως την άλλην ημέρα θα είχε ο Θεός, ίσως δε υποχωρούσε και η κακοκαιρία. Όπως εζύγωσα, είδα να κάθεται σ' ένα πεζούλι ένας γέρος μισομεθυσμένος, φορώντας ένα χονδρό στρατιωτικό μανδύα.

Τον εχαιρέτησα και του είπα:

"Ποιόν θα μπορούσα να παρακαλέσω να μου επιτρέψη να μείνω το βράδυ εδώ;

"Ποιος άλλος από εμένα θα μπορούσε να δώση την άδεια; εφώναξε δυνατά. Εγώ είμαι ο αφέντης εδώ. Αυτό εδώ είναι το ταχυδρομείο και εγώ είμαι ο υπεύθυνος".

"Θα μ' αφήσετε, λοιπόν, να περάσω την νύκτα στο σπίτι σας";

Έχεις ταξειδιωτική άδεια; δώσε μου ό,τι άλλο επίσημο χαρτί έχεις".

«Του έδωσα το διαβατήριό μου και ενώ το εκρατούσε μ' ερώτησε: "Πού είναι το διαβατήριο σου";

"Αυτό είναι που κρατείτε εις τα χέρια σας", του απήντησα.

Τότε, λοιπόν, έλα μέσα , μου είπε.

«Φόρεσε τα γυαλιά του, εδιάβασε το διαβατήριο απ' την αρχή μέχρι το τέλος και είπε:

"Εν τάξει είναι. Μείνε εδώ τη νύκτα. Εγώ είμαι καλός άνθρωπος, πιε μια βότκα".

"Δεν πίνω, δεν ήπια ποτέ μου", απήντησα.

"Καλά, τότε πιε ό,τι θέλεις. Πιε νερό σκέτο, δεν με νοιάζει. Πάντως κάθησε να δειπνήσουμε μαζί.

«Κάθησαν εις το τραπέζι, αυτός και η μαγείρισσά του, μια νέα γυναίκα, που είχε και αυτή πιη κάμποσο, με παρεκάλεσαν δε να καθήσω κ' εγώ. Ελογόφερναν σ' όλο το διάστημα του φαγητού, βριστήκανε αρκετά και στο τέλος πιαστήκανε στα χέρια. Ο άνδρας επήγε να κοιμηθή στο ανώγι, ενώ η μαγείρισσα άρχισε να πλένη τα πιάτα εξακολουθώντας το υβρεολόγιο. Εκάθησα σε μια καρέκλα κ' εσκεπτόμουν ότι θα περάση κάμποση ώρα μέχρις ότου τελειώση. Σε λίγο την ερώτησα πού θα κοιμηθώ, επειδή ήμουν πάρα πολύ κουρασμένος απ' την πεζοπορία. "Θα σου φτιάξω το κρεβάτι σου" μου απάντησε κ' έστρωσε πάνω σε δυό πάγκους κοντά εις το παράθυρο, μια κουβέρτα, δείχνοντάς μου επί πλέον κ' ένα μαξιλάρι. Εξάπλωσα και έκλεισα τα μάτια μου για να κοιμηθώ. Η μαγείρισσα απασχολήθηκε ακόμη για κάμποσο, έπειτα έσβησε τη φωτιά και έφυγε για να κοιμηθή.

»Δεν είχε περάσει, όμως, λίγη ώρα, όταν ξαφνικά, το παράθυρο δίπλα μου, η κορνίζα, τα τζάμια, τα εξώφυλλα έγιναν κομμάτια, ενώ συγχρόνως ένας τρομερός κρότος ετρύπησε τ' αυτιά μου. Όλο το σπίτι εφάνηκε πως έφυγε απ' τη θέσι του κ' ένα ξεφωνητό ακούστηκε. Όλα αυτά ετρόμαξαν την μαγείρισσα και καθώς εγύρισε πάλι εις το δωμάτιο για να ιδή τί συμβαίνει, παραπάτησε και έπεσε κάτω στο πάτωμα. Επετάχτηκα κ' εγώ τρομαγμένος, νομίζοντας ότι η γη είχε ανοίξει εμπρός εις τα πόδια μου. Μέσ' στον τρόμο μου, είδα δυο αμαξάδες να φέρνουν μέσα εις το δωμάτιο έναν άνδρα, του οποίου το κεφάλι δεν ξεχώριζε από τα αίματα. Αυτό μ' ετρόμαξε περισσότερο. Ο τραυματίας ήταν ταχυδρόμος του Τσάρου και είχε φθάσει εις τον σταθμόν αυτόν για ν' αλλάξη άλογα. Ο οδηγός δεν υπελόγισε καλά την στροφή και το ένα από τα τιμόνια εκτύπησε εις το παράθυρο, που ήταν γωνιακό, ενώ ο τροχός του αμαξιού υπεχώρησε σ' ένα χαντάκι που ήταν μπροστά και όλο το αμάξι έκανε ένα άσχημο αναποδογύρισμα. Ο αγγελιαφόρος του βασιλέως έπεσε έξω από το αμάξι κ' εκτύπησε πολύ το κεφάλι του σ' ένα στύλο. Ο τραυματίας παρεκάλεσε να του δέσουν το τραύμα, ήπιε ένα ποτήρι βότκα κ΄ εφώναξε:

"Άλογα"!

«Προχώρησα προς το μέρος του και του είπα:

"Δεν πρέπει, κύριε, με το τραύμα που έχετε να ταξειδεύσετε, νύχτα καιρό".

"Ένας πιστός του Τσάρου δεν έχει καιρό να αρρωστήση", απήντησε, για να φύγη σε λίγο, μόλις τον ετοίμασαν.

«Οι αμαξάδες εσήκωσαν την μαγείρισσα απ' το πάτωμα, που είχε μείνει αναίσθητη, και την έφεραν κοντά εις την σόμπα, λέγοντας: "Δεν έχει τίποτα, σε λίγο θα συνέλθη". Ο οικοδεσπότης ήπιε ένα ποτήρι βότκα κ' εξαναπήγε εις το κρεβάτι του. Έτσι έμεινα μόνος. Σε λίγο η γυναίκα συνήλθε, εσηκώθηκε, περπάτησε κάμποσο μέσα στο δωμάτιο και παραληρώντας εβγήκε έξω από το σπίτι. Ο φόβος που επήρα μου εφάνηκε ότι μου ενέκρωσε τις δυνάμεις μου και αφού άφησα τον εαυτό μου να προσευχηθή για λίγο, εκοιμήθηκα, ενώ η ώρα ήταν λίγο πριν από τα χαράματα.

«Το πρωί εξεκίνησα και μόλις επροχώρησα λιγάκι, άρχισα την Προσευχή με πίστι, με βεβαιότητα και με ευχαριστίες προς τον Πατέρα των πάντων, η ευλογία και η συγκατάνευσις του οποίου με είχαν σώσει από τόσους παλαιούς και προσφάτους κινδύνους.

«Έξη χρόνια αργότερα επερνούσα έξω από ένα γυναικείο μοναστήρι κ' εμπήκα μέσα εις την εκκλησία του για να προσευχηθώ. Η ηγουμένη, μια ευγενέστατη γυναίκα, με καλωσώρισε και με προσκάλεσε να πάρω τσάϊ μετά τη Λειτουργία. Όλως απρόοπτα μερικοί ξένοι εζήτησαν να την ιδούν, εβγήκε, λοιπόν, έξω, αφήνοντάς με με μερικές καλογριές, που περίμεναν να τελείωση το τσάϊ, για να της μιλήσουν για τις διάφορες δουλειές του μοναστηριού.

«Ερώτησα μιαν απ' αυτές, αυτήν ακριβώς που μας σερβίριζε το τσάϊ και που φαινόταν ψυχή με πολλή ταπείνωσι, πόσα χρόνια είχε στο μοναστήρι.

"Πέντε χρόνια", μου απήντησε.

"Είχε πάθει το μυαλό μου και με τη δύναμι του Θεού, ευρήκα εδώ τη γιατρειά μου. Μετά το θαύμα που συνέβη σε μένα κ' ευρήκα την υγεία μου, έλαβα το σχήμα και αφιερώθηκα εις τον Θεό με την φροντίδα της αγίας ηγουμένης".

"Πώς σου συνέβη να αρρωστήσης"; την εξαναρώτησα.

"Από φόβο, μου απήντησε. Εργαζόμουν σε ένα απομεμακρυσμένο ταχυδρομείο, και μια βραδυά ένα αμάξι έπεσε επάνω στο παράθυρό του και συνέτριψε τα πάντα. Τόσο πολύ ετρόμαξα ώστε δεν συνήλθα από τότε παρά ύστερα από ένα ολόκληρο χρόνο, όταν ο Θεός εφώτισε τους δικούς μου να με φέρουν σε τούτο εδώ το άγιο μοναστήρι".

«Όταν τα άκουσα αυτά, εχάρηκε εις τα βάθη της η ψυχή μου, που είδα, με τα μάτια μου τα ίδια πόσους τρόπους έχει ο Θεός για να ομιλή και να ξυπνά απ' τον λήθαργο της αμαρτίας, τις ψυχές των ανθρώπων.