ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Μετάφρασις: Παντελεήμονος Καρανικόλα
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ από το 1986

15. σελ. 160-169

Όπως, όμως, εσκεπτόμουν αυτά, ο γονατισμένος άνθρωπος ξαφνικά έπεσε εις το έδαφος και έμεινε εκεί ξαπλωμένος κι ακίνητος. Αυτό με εφόβισε και όπως δεν τον είχα ιδή εις το πρόσωπο, γιατί είχε την πλάτη του γυρισμένη προς εμένα, αισθάνθηκα ισχυρή την ανάγκη και την περιέργεια να πάγω να τον ιδώ ποιος ήταν και τι του συνέβη. Όταν έφθασα κοντά, τον είδα να έχη πέσει σε έναν ελαφρόν ύπνο. Ήταν ένα χωριατόπαιδο είκοσι πέντε περίπου ετών. Είχε ένα πολύ ελκυστικό και συμπαθητικό πρόσωπο αλλ' ωχρό ως προς το χρώμα. Ήταν ντυμένος με χωρικά ρούχα, με μια μεγάλη ζώνη εις τη μέση, χωρίς κανένα άλλο διακριτικό, ούτε ραβδί, ούτε το χαρακτηριστικό σακκίδιο, την «κοτόμκα», όπως λέγεται, που έχουν μαζί τους οι χωρικοί. Q θόρυβος των βημάτων μου τον εξύπνησεν και εσηκώθηκεν όρθιος. Τον ερώτησα ποιός ήτο και μου απήντησεν ότι ήτο κυβερνητικός χωρικός της κυβερνήσεως του Σμολένσκ και ότι ήθελε να πάη για το Κίεβο.

«Γιατί, όμως, κάθεσαι εδώ τώρα»; τον ερώτησα πάλι.

«Δεν ηξεύρω, περιμένω κάποια καθοδήγησιν από τον Θεόν», ήταν η απάντησις.

«Είναι πολύς καιρός αφ' ότου άφησες το σπίτι σου»;

«Πάνω από τέσσερα χρόνια».

«Αλλά πού έμενες όλο αυτό το διάστημα»;

«Γυρίζω από προσκύνημα σε προσκύνημα και σε Μοναστήρια και Εκκλησίες. Δεν έχω σπίτι, είμαι ορφανός, δεν έχω συγγενείς εις τον κόσμον αυτό, επί πλέον δε το ένα μου πόδι είναι παράλυτο. Έτσι, λοιπόν, γυρίζω από μέρος σε μέρος εις τον κόσμον αυτό».

«Καλά όλα αυτά, του είπα, αλλά νομίζω, πώς κάποιος θεοφοβούμενος άνθρωπος θα σε καθωδήγησε να επισκέπτεσαι διάφορα αγιασμένα μέρη, γυρίζοντας από τόπο σε τόπο».

Εκείνος απήντησε: «Επειδή δεν είχα πατέρα και μητέρα είχα προσληφθή και εργαζόμουν με τους κοινούς τσοπάνηδες του χωριού μου αρκετά καλά και ευχάριστα μέχρι τα δέκα μου χρόνια, όταν μιαν ημέρα φέρνοντας το κοπάδι πίσω εις το μαντρί, αντελήφθηκα ότι έλειπε του δημάρχου το καλύτερο πρόβατο, ήταν δε ο δήμαρχός μας ένας κακός και απάνθρωπος χωρικός. Όταν το ίδιο αυτό βράδυ ήλθεν απ' τα χωράφια του σπίτι και είδεν ότι είχα χάσει το πρόβατό του αυτό, ώρμησε κατ' επάνω μου βρίζοντάς με και απειλώντας με φοβερά. Εάν δεν έφευγα αμέσως για να ψάξω και να βρω το χαμένο πρόβατον, είχεν ορκισθή ότι θα με εξυλοκοπούσε μέχρι θανάτου. "Θα σου σπάσω χέρια και πόδια" μου είπεν επί λέξει. Εγώ, γνωρίζοντας πόσο σκληρός ήταν, έφυγα και επήγα να ψάξω όλα τα μέρη που είχε βοσκήσει το κοπάδι την ημέρα, για να το βρω. Έψαξα παντού μέχρι τα μεσάνυκτα σχεδόν, αλλά δεν συνήντησα ούτε τα ίχνη του πουθενά. Ήταν άλλωστε μια πολύ σκοτεινή φθινοπωρινή νύκτα.

»Όταν είχα εισχωρήσει ψάχνοντας, βαθειά μέσα εις το δάσος της περιοχής του χωριού μου, που έχει ατέλειωτες περιοχές δασών, ξαφνικά άρχισε μια καταιγίδα. Τα δένδρα έδιναν την εντύπωσιν ότι έσπαζαν, ενώ συγχρόνως σε κάποιαν απόστασι, λύκοι άρχισαν να ουρλιάζουν. Ο τρόμος μου ήταν τόσο μεγάλος ώστε εσηκώθηκαν ολόρθες οι τρίχες του κεφαλιού μου. Η καταιγίδα όσο επήγαινε και προχωρούσε χειρότερα, εγώ δε ήμουν έτοιμος να πέσω κάτω απ' το φόβο μου και τον τρόμο. Τότε, χωρίς να το καταλάβω εγονάτισα, έκανα το σταυρό μου και απ' τα βάθη της καρδιάς μου είπα: "Κύριε Ιησού ελέησόν με". Μόλις είπα τα λόγια αυτά μια απροσδόκητη γαλήνη με κατέλαβεν, σαν να μην είχαν προϋπάρξει, ο φόβος και ο τρόμος εις την ψυχή μρυ, αντιθέτως δε την θέσι τους κατέλαβε μαζί με την γαλήνη, μια χαρά που έκανε την καρδιά μου να αισθάνεται ότι βρίσκεται εις τον ουρανό.

«Έτσι όπως αισθανόμουν, εξηκολούθησα την Προσευχή και απ' την στιγμή της αλλαγής των συναισθημάτων μου και της μεταπτώσεως από τον τρόμο εις την γαλήνην και την χαρά, δεν κατάλαβα τίποτε άλλο. Ούτε πόσο εκράτησε η καταιγίδα, ούτε πότε εσταμάτησε, ούτε πότε επέρασε η νύκτα, παρά μόνον αισθάνθηκα ότι εις το φως της ημέρας συνήλθα και ότι ήμουν εις την ίδια θέσι όπως ακριβώς την στιγμή που είχεν αρχίσει η μπόρα. Εσηκώθηκα ήσυχα και επειδή είδα ότι δεν θα μπορούσα να βρω το πρόβατο, έφυγα. Η καρδιά μου, όμως, επάλλετο με την Προσευχή του Ιησού και ήμουν ευτυχισμένος. 

Όταν έφθασα εις το χωριό, ο δήμαρχος μη βλέποντας να φέρνω το πρόβατο πίσω, με εκτύπησε δυνατά και με άφησεν αναίσθητο. Από τότε το πόδι μου αυτό, όπως βλέπεις, είναι παράλυτο. Μετά από αυτό το κτύπημα έμεινα έξι εβδομάδες ακίνητος εις το κρεβάτι. Σ' όλο αυτό το διάστημα έλεγα την Προσευχή, πράγμα που μου έδινε παρηγοριά. Όταν εσηκώθηκα άρχισα να περιπλανούμαι σε διάφορα μέρη, επειδή, όμως, πολλές φορές συνέβαινε να απαντώμαι με ομάδες ανθρώπων που δεν με ενδιέφεραν, μάλλον δε και με εζημίωναν πνευματικά, αφωσιώθηκα να επισκέπτωμαι τα διάφορα άγια μέρη και να τριγυρνώ εις τα δάση. Έτσι έχω περάσει σχεδόν πέντε χρόνια μέχρι τώρα».

Όταν άκουσα όλην αυτή την ιστορία η καρδιά μου αισθάνθηκεν ευτυχισμένη, γιατί ο Θεός είχεν επιτρέψει να συναντήσω ένα τόσο καλόν άνθρωπο, τον οποίον αμέσως ερώτησα: «Χρησιμοποιείς συχνά τώρα την νοεράν αυτή Προσευχή»;

«Δεν θα μπορούσα να υπάρξω χωρίς αυτήν, απήντησε, γιατί μόλις, την πρώτη φορά που σου ανέφερα, εσκέφθηκα και είπα την προσευχήν αυτήν, αισθάνθηκα σαν κάποιος να έκανε τα γόνατά μου να λυγίζουν για την συνηθισμένη στάσι της. Δεν γνωρίζω εάν είναι δεκτή απ' τον Θεόν η Προσευχή μου αυτή, αλλ' εμένα με κάνει ευτυχισμένο και δεν ηξεύρω γιατί, αισθάνομαι ακόμη, μια διαύγεια πνεύματος, ένα είδος ευτυχίας και γαλήνης, άλλοτε δε θλιβερό βάρος εις την καρδιά μου και ένα αίσθημα εγκαταλείψεως των δυνάμεών μου. Παρ' όλα αυτά, όμως, θέλω όσο ζω να προχωρήσω εις την Προσευχήν αυτήν».

«Μη λυπάσαι, αγαπητέ μου αδελφέ. Όλα αυτά ευαρεστούν τον Θεό και για την σωτηρία μας είναι καλό το κάθε τι που συμβαίνει σε ώρα προσευχής. Έτσι λένε οι άγιοι Πατέρες. Όλα ωφελούν και η χαρά και η βαρυκαρδία. Καμμιά προσευχή, είτε καλή είτε όχι καλή, δεν ξεφεύγει την προσοχή του Θεού. Ο Θεός παρέχει διαύγεια, θερμότητα και χαρά όταν θέλη να ανταμείψη και να μας παρηγορήση για τις προσπάθειές μας, ενώ όταν δίνη βαρυκαρδία, δυσθυμία και ξηρότητα καρδίας, επιθυμεί να καθαρίση και να στερεώση την ψυχή μας, όλα δε αυτά σκοπόν έχουν την σωτηρία, την προπαρασκευή και την ταπείνωσι, και την προπαρασκευή για την ευλογημένη ευτυχία της βασιλείας των ουρανών. Για να το αποδείξω αυτό θα σου διαβάσω ένα κομμάτι από τον άγιο Ιωάννη τον συγγραφέα της Κλίμακος.

Ευρήκα το τμήμα αυτό, του το εδιάβασα με προσοχή, εκείνος ευχαριστήθηκε πολύ, ευχαρίστησε δε και εμένα γι' αυτό κ' έπειτα εχωρίσαμε. Επροχώρησε κ' εχάθηκε μέσα στο δάσος, ενώ επήρα πάλι τον αμαξωτό δρόμο. Όπως προχωρούσα ευχαρίστησα τον Θεό που εχρησιμοποίησεν εμένα, έναν άθλιο αμαρτωλό για να διδάξω άλλους. Την άλλην ημέρα με την βοήθεια του Θεού έφθασα εις το Κίεβο. Το πρώτο και κυριώτερο πράγμα που είχα να κάμω εκεί ήταν να σπεύσω να έξομολογηθώ και να προπαρασκευασθώ για να μεταλάβω, αφού ευρισκόμουν εις την αγίαν αυτή πόλι. Εσταμάτησα, λοιπόν, εις το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας - Πετσέσκαγιας, που είναι γεμάτη από κατακόμβες και τάφους αγίων μαρτύρων της παλαιάς Ρωσίας. Εκεί θα μπορούσα να εκτελέσω και τα δύο καθήκοντά μου αυτά. Ένας καλός γέρος κοζάκος με οδήγησε μέσα εις το δωματιάκι του και όπως εκάθησα εκεί κοντά, αισθάνθηκα ειρήνη εις την ψυχή μου.

Εις το τέλος της εβδομάδος, αφού προπαρασκευάσθηκα καλά για την αγία Κοινωνία, πριν εξομολογηθώ, εσκέφθηκα ότι ήταν μια ευκαιρία να κάνω εκεί μιαν εξομολόγησιν όσον το δυνατόν πιο λεπτομερή. "Άρχισα, λοιπόν, την προσπάθεια για να θυμηθώ όλα τα αμαρτήματα απ' την νεότητά μου και για να μη τυχόν λησμονήσω έστω και το παραμικρό, τα έγραψα με όση το δυνατόν περισσότερη λεπτομέρεια. Εγέμισα έτσι μια μεγάλη κόλλα χαρτί με όλα αυτά που έγραψα. Έπειτα, όμως, άκουσα ότι εις την Κιτεβάγια Παστίνα, που απέχει περίπου τρία χιλιόμετρα από εκεί, εζούσεν ένας ασκητής ιερεύς, ο οποίος ήτο σοφός άνθρωπος και γεμάτος από κατανόησι. Οποιοσδήποτε επήγαινεν εις αυτόν για να εξομολογηθή ευρισκόταν σε μιαν ατμόσφαιρα γεμάτη από μειλιχιότητα και συμπάθεια, αποχωρούσε δε χορτάτος από διδασκαλία για την σωτηρία του και ήρεμος ψυχικά. Με μεγάλην ευχαρίστησι επληροφορήθηκα για όλα αυτά και ανεχώρησα αμέσως να συναντήσω τον άγιον αυτόν γέροντα.

Όταν έφθασα, εις την αρχή, εζήτησα ολίγες συμβουλές, ύστερα δε από κάμποσην ώρα συνομιλίας του εδιάβασα το χαρτί με τις αμαρτίες μου, που είχα γράψει. Όταν ετελείωσα το διάβασμα, εκείνος μου είπε:

«Παιδί μου, πολλά απ' αυτά που μου εδιάβασες είναι χωρίς καμμιά αξία, οι συμβουλές μου δε για την εξομολόγησι είναι γενικά οι εξής:

Πρώτον: Δεν είναι ανάγκη να εξομολογήσαι αμαρτήματα για τα οποία άλλοτε μετενόησες, τα εξαγορεύθηκες και επήρες την συγχώρησι. Όταν τα ξαναεξομολογήσαι είναι σαν να θέττεις σε αμφιβολία τη δύναμι του μυστηρίου της θείας Εξομολογήσεως.

Δεύτερον: Δεν πρέπει να θυμάσαι εις την εξομολόγησι ούτε και να αναφέρης εις αυτήν άλλα τυχόν πρόσωπα που συνέβη να είναι συνδεδεμένα με τις αμαρτίες σου. Δηλαδή, πρέπει να εξομολογηθής τα ιδικά σου μόνον αμαρτήματα και να κρίνης τον εαυτό σου μόνον και κανέναν άλλον.

Τρίτον: Δεν πρέπει να ξεχνάς ότι οι άγιοι Πατέρες μάς απαγορεύουν να αναφέρουμε με όλες τις λεπτομέρειες τα διάφορα αμαρτήματά μας, επειδή είναι καλύτερο να τα ομολογούμε και να τα αναγνωρίζουμε εις τις γενικές τους γραμμές για να αποφεύγεται ο πειρασμός από την επανάληψι των λεπτομερειών και για τον εαυτό μας και για τον πνευματικό.

Τέταρτον: Όταν μετανοής πρέπει να μετανοής ειλικρινά και πραγματικά γιατί είναι γεγονός ότι η μετάνοιά σου αυτή σήμερα είναι αφρόντιστη, χλιαρή και πρόχειρη.

Πέμπτον: Ασχολήθηκες σήμερα με ένα σωρό λεπτομέρειες, ενώ παρέλειψες το κυριώτερο πράγμα, δηλαδή δεν ανέφερες τις πιο βαρειές απ' όλες τις αμαρτίες, γιατί δεν παραδέχθηκες, ούτε έγραψες εις το χαρτί, ότι δεν αγαπάς τον Θεό, ότι μισείς τον πλησίον σου, ότι δεν πιστεύεις εις τον Λόγον του Θεού, και ότι είσαι γεμάτος από υπερηφάνεια και φιλοδοξία, γεγονότα που αποτελούν την τετραπλή μάζα του κακού και τα οποία είναι η αιτία όλων των άλλων αμαρτημάτων μας. Αυτά είναι οι τέσσαρες κυριώτερες ρίζες, από τις οποίες φυτρώνουν όλα τα άλλα αμαρτήματα εις τα οποία πέφτουμε όλοι».

Η έκπληξίς μου πραγματικά ήταν μεγάλη από όσα άκουσα, γι' αυτό απευθυνόμενος προς τον φημισμένον αυτόν πνευματικό, του είπα:

«Να με συγχωρήσης, σεβαστέ πάτερ, αλλά πώς είναι δυνατόν να μη αγαπώ τον Θεό, τον Πατέρα όλων μας και Συντηρητή; Σε τί άλλο θα μπορούσα να πιστεύσω, εκτός από τον Λόγο του Θεού, η ευλογία του οποίου αγιάζει τα πάντα; Εγώ θέλω πάντα το καλό του πλησίον μου, ποιόν δε λόγο θα είχα για να τους μισώ; Ως προς την υπερηφάνεια, δεν έχω τίποτα για να υπερηφανευθώ, εκτός απ' τα αναρίθμητά μου αμαρτήματα. Αλλ' ακόμη τι καλό έχω επάνω μου για να υπερηφανευτώ; Μήπως τα πλούτη μου ή την υγεία μου; Μόνον αν ήμουν μορφωμένος ή πλούσιος, θα μπορούσα να έχω πέσει σε σφάλματα σαν αυτά που μου ανέφερες».

«Αγαπητέ μου, είναι κρίμα που τόσο λίγο κατάλαβες τι εννοώ με αυτά που είπα. Κοίταξε! Θα διδαχθής πολύ και γρήγορα, επάνω σε όσα σου είπα, εάν διαβάσης αυτές τις σημειώσεις που σου δίνω, τις οποίες και εγώ χρησιμοποιώ εις την εξομολόγησί μου. Διάβασέ τες προσεκτικά και θα καταλάβης εντελώς καθαρά την ακριβή απόδειξι όλων αυτών που σου είπα και τα οποία σε εξέπληξαν».

Μου έδωσε τις σημειώσεις και εγώ άρχισα να τις διαβάζω. Οι σημειώσεις αυτές έχουν ακριβώς ως εξής:

«Εξομολόγησις που οδηγεί τον έσω άνθρωπο σε ταπείνωσι».

«Στρέφοντας τα μάτια μου προσεκτικά εις τον εαυτό μου και παρακολουθώντας την πορεία της εσωτερικής μου καταστάσεως, πιστοποιώ από την πείρα μου, ότι δεν αγαπώ τον Θεόν, ότι δεν έχω θρησκευτική πίστι και ότι είμαι γεμάτος από υπερηφάνεια και υλοφοοσύνη. Όλα αυτά τα βρίσκω εις τον εαυτό μου μετά από λεπτομερή εξέτασι των αισθημάτων και της συμπεριφοράς μου.

»1. Δεν αγαπώ τον Θεό. Αν αγαπούσα πραγματικά τον Θεό θα είχα συνεχώς την σκέψι μου εστραμμένη προς Αυτόν και θα ήμουν ευτυχισμένος.

Κάθε σκέψις για τον Θεό θα μου έδινε χαρά και αγαλλίασι. Αντιθέτως, όμως, πολύ συχνότερα και πολύ ευκολώτερα σκέπτομαι διάφορα γήϊνα πράγματα, ενώ η απασχόλησις της σκέψεώς μου με τον Θεό καταντά εργασία επίπονη και ξερή.

Εάν αγαπούσα τον Θεόν, η συνομιλία μου με Αυτόν, δια της προσευχής, θα ήτο η τροφή και η τρυφή μου και θα με οδηγούσε σε αδιάσπαστη επικοινωνία με Αυτόν. Όμως, όλως αντίθετα, όχι μόνο δεν ευρίσκω ευχαρίστησι εις την προσευχή μου αλλά χρειάζεται κάθε φορά να καταβάλλω προσπάθεια για να προσευχηθώ.

Αγωνίζομαι κατά της απροθυμίας, νικώμαι από την αμαρτωλότητά μου και ε!μαι πάντα πρόθυμος να καταπατώ με κάθε ανόητη σκέψι και πράγμα, ακόμη και κατά την ώρα της προσευχής, γεγονότα, που, όπως είναι φυσικόν, μικραίνουν την προσευχή και απομακρύνουν την σκέψιν από αυτήν.

 Ο καιρός μου περνά αχρησιμοποίητος ή μάλλον χρησιμοποιείται σε μάταιες απασχολήσεις, όταν δε απασχολούμαι με τον Θεόν, όταν θέτω τον εαυτόν μου κάτω από την παρουσία Του, τότε κάθε ώρα μου φαίνεται πως είναι ένας ολόκληρος χρόνος. Όταν ένας άνθρωπος αγαπά κάποιο πρόσωπο, το σκέπτεται όλη την ημέρα χωρίς διακοπή, διατηρεί συνεχώς την εικόνα του μέσα εις την καρδιά του, φροντίζει γι' αυτό, και σε καμμιά περίπτωσι το αγαπημένο του πρόσωπο δεν φεύγει από την σκέψι του.

Εγώ, όμως, ολόκληρη την ημέρα, είναι ζήτημα αν ξεχωρίζω έστω και μιαν ώρα για να βυθισθώ σε εντρύφησι και θεία μελέτη, για να ζωογονήσω την καρδιά μου με την αγάπη μου προς Αυτόν, ενώ με ευκολία και ευχαρίστησι εξοδεύω τις είκοσι τρεις ώρες του ημερονυκτίου σαν μια θερμή προσφορά και θυσία εις τα είδωλα των διαφόρων παθών.

«Ολονένα συζητώ για τιποτένια πράγματα και γεγονότα, τα οποία μολύνουν το πνεύμα, κι αυτό μου δίνει ευχαρίστησι. Εις τις σκέψεις μου για τον Θεό, είμαι ξηρός, απρόθυμος και αμελής. Κι όταν ακόμη χωρίς να το θέλω, συμβαίνει ώστε άλλοι να με παρακινήσουν σε πνευματική συζήτησι, κοιτάζω να μετατρέψω το θέμα σε κάτι άλλο, πιο ευχάριστο εις τις επιθυμίες μου.

Είμαι τρομερά περίεργος για κάθε μοντέρνο, για τα πολιτικά και για χίλια δυο άλλα ζητήματα. Πολύ συχνά ζητώ την ικανοποίησι εις την αγάπη προς τις κοσμικές γνώσεις, εις την επιστήμη, εις την τέχνη, και θέλω όλο και περισσότερα αγαθά να αποκτήσω. Η μελέτη του Νόμου του Θεού, η γνώσις αυτού και της Θρησκείας, δεν μου κάνουν πολλήν εντύπωσιν, ούτε ικανοποιούν την πνευματική πείνα της ψυχής μου. Όλα αυτά τα παραδέχομαι ότι είναι όχι μόνον ανούσια απασχόλησις για ένα χριστιανό, αλλ' επί πλέον και ανωφελής.

»Εάν η αγάπη προς τον Θεό είναι η τήρησις των εντολών Του, όπως ο Χριστός είπε «ει αγαπάτε με τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», εγώ όχι μόνον δεν τηρώ τας εντολάς Του, αλλ' ούτε καμμιά προσπάθεια καταβάλλω να κατορθώσω την τήρησί τους. Έτσι είναι απόλυτη αλήθεια, την οποία εύκολα συμπεραίνει κανείς, ότι δεν αγαπώ τον Θεόν. Επάνω σ' αυτό ο Μέγας Βασίλειος λέει: "Η απόδειξις ότι ο άνθρωπος δεν αγαπά τον Θεό και τον Χριστόν, έγκειται εις το γεγονός ότι δεν τηρεί τας εντολάς του".