ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Μετάφρασις: Παντελεήμονος Καρανικόλα
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ από το 1986

16. σελ. 169-180

»2. Δεν αγαπώ ούτε τον πλησίον μου. Εάν αγαπούσα τον πλησίον μου, θα ήτο δυνατόν να σκεφθώ και να αποφασίσω να δώσω και την ζωήν μου γι' αυτόν, εάν θα υπήρχε ανάγκη. Όχι, όμως, αυτό μόνον δεν κάνω, αλλ' ούτε και την παραμικρή θυσία είμαι διατεθειμένος να υποστώ γι' αυτόν. Εάν αγαπούσα τον πλησίον μου, σύμφωνα με την εντολήν του Ευαγγελίου, οι λύπες του θα ήσαν και δικές μου λύπες και οι χαρές του θα αντανακλούσαν εις το πρόσωπό μου, όπως εις το δικό του.

Αντιθέτως, όμως, ευχαριστούμαι να ακούω διάφορα άσχημα πράγματα γι' αυτόν, αντί να λυπούμαι και να πονώ. Το κάθε κακό τυχόν που ακούω για τον πλησίον μου, όχι μόνον δεν μου φέρνει στενοχώρια, αλλά μου δίνει ένα είδος χαράς, ενδιαφέροντος και ελπίδας, ν' ακούσω περισσότερα. Το σφάλμα ή το αμάρτημα του αδελφού μου όχι μόνον δεν το σκεπάζω με αγάπη, αλλά το διατυμπανίζω όπου μπορώ με εσωτερικήν ικανοποίησι. Η ευτυχία του πλησίον μου, η τιμή του, τα αγαθά του δεν με ευφραίνουν, μου δίνουν δε αντιθέτως το συναίσθημα της αδιαφορίας. Τέλος, όχι λίγες φορές, καταλαμβάνουν την ψυχή μου περιφρόνησις και φθόνος για τον πλησίον μου.

»3. Δεν έχω θρησκευτική πίστι. Ούτε εις την αθανασίαν, ούτε εις το Ευαγγέλιο, διότι εάν ήμουν τέλεια πεπεισμένος και επίστευα χωρίς αμφιβολία ότι μετά από τον τάφο ξανοίγεται η αιώνιος ζωή και η ανταπόδοσις των πεπραγμένων αυτού του κόσμου, θα εσκεπτόμουν συνεχώς αυτό, χωρίς ανάπαυλα. Η ιδέα της αθανασίας θα με συνέτριβε κυριολεκτικά και θα εζούσα αυτήν την πρόσκαιρη ζωή σαν ένας ξένος και παρεπίδημος, που έχει πάντα εις τον νου του την φροντίδα να αξιωθή κάποτε να φθάση εις την γλυκεία του πατρίδα. Αντίθετα, όμως, εγώ ούτε καν σκέπτομαι για την αιωνιότητα και συμπεριφέρομαι εις την ζωή μου σαν να πιστεύω ότι το τέλος του παρόντος βίου είναι και το τέρμα της ανθρωπίνης υπάρξεώς μου. Μέσα μου φωλιάζει υποσυνείδητα η σκέψις που συνοψίζεται εις το: ποιός ξέρει και ποιός είδε τα μετά θάνατον;

«Όταν μιλώ για την αθανασία, το μυαλό μου συμφωνεί μ' εκείνην, ενώ η καρδιά μου πολύ απέχει από του να είναι πεπεισμένη γι' αυτήν. Όλη αυτή η απιστία μου αποδεικνύεται από τις πράξεις μου και από την συνεχή φροντίδα να ικανοποιώ την ζωή των αισθήσεων. Εάν η διδασκαλία του Ευαγγελίου είχε κυριαρχήσει εις την καρδιά μου με την ανάλογη πίστι, θα είχα καταληφθή απ' τον Λόγο του Θεού και θα τον εμελετούσα, θάβρισκε δε η αφοσίωσις και η προσοχή την κατοικία της εις την ψυχή μου. Η προσοχή, η ευσπλαγχνία, η αγάπη που κρύπτονται μέσα εις Αυτόν θα με οδηγούσαν εις την χαρά και την ευτυχία της μελέτης του Νόμου του Θεού νύκτα και ημέρα. Εις την μελέτην αυτήν θα εύρισκα τροφή πνευματική, τον επιούσιον άρτον της ψυχής μου και η καρδιά μου θα παρεκινείτο εις την τήρησί του.

«Τίποτε εις τον κόσμον αυτόν δεν θάταν δυνατό να με αποτρέψη απ' την εφαρμογή της εις την ζωή μου. Αντιθέτως, όμως, όταν κάθε τόσο διαβάζω ή ακούω τον Λόγο του Θεού, αν η ανάγκη ή η αγάπη προς τη γνώσι με ωθούν προς τούτο, τον παρακολουθώ χωρίς την δέουσα προσοχή και τον ευρίσκω τις περισσότερες φορές καταθλιπτικό ή χωρίς σπουδαίο ενδιαφέρον. Συνήθως φθάνω εις το τέλος της μελέτης του χωρίς σπουδαία ωφέλεια και πάντα πρόθυμος να τον αλλάξω με ελαφρά αναγνώσματα που μου είναι πολύ ενδιαφέροντα και με ευχαριστούν.

«Είμαι πλήρης από υπερηφάνεια και φιλαυτία. Όλες μου οι ενέργειες το βεβαιώνουν. Βλέποντας κάτι καλό εις τον εαυτόν μου, επιθυμώ να το κάνω εμφανές ή να υπερηφανευθώ γι' αυτό μπροστά σε άλλους ανθρώπους ή να το θαυμάσω μόνος μου εσωτερικώς. Αν και επιδεικνύω μιαν εξωτερική ταπεινοφροσύνη, την αποδίδω σε αποτελεσματικότητα της ιδικής μου δυνάμεως, θεωρώ δε τον εαυτόν μου ή ανώτερον από τους άλλους, ή τουλάχιστον όχι χειρότερό τους. Όταν ανακαλύπτω ένα σφάλμα μου προσπαθώ να το δικαιολογήσω και να το σκεπάσω, λέγοντας: Τι να κάνω; Έτσι είμαι φτιαγμένος, ή δεν πειράζει, κανείς δεν θα με παρεξηγήση, θυμώνω με όσους δεν δείχνουν εκτίμησι προς το πρόσωπό μου και τους πιστεύω ότι είναι άνθρωποι που δεν ημπορούν να εκτιμήσουν την αξία του άλλου. Αγάλλομαι για τα χαρίσματά μου, και όλες μου τις πτώσεις τις θεωρώ εντελώς προσωπικό μου ζήτημα. Ενώ είμαι μεμψίμοιρος, ευρίσκω ευχαρίστησιν εις τις ατυχίες των εχθρών μου. Όταν αγωνίζωμαι για κάτι καλό το κάνω με τον σκοπό ή να κερδίσω επαίνους, ή να δώσω κάποια ελαστικότητα εις τον πνευματικό μου εαυτό, ή να πάρω μια πρόσκαιρη παρηγοριά.

»Με μια λέξι, συνεχώς κατασκευάζω ένα είδωλο του εαυτού μου προς το οποίον αποδίδω αδιάκοπες τις υπηρεσίες μου, φροντίζοντας με κάθε τρόπο για την ευχαρίστησί μου και την καλλιέργεια των παθών και των επιθυμιών μου. Πράττοντας όλα αυτά αναγνωρίζω τον εαυτόν μου να είναι γεμάτος από υπερηφάνεια, από διάφορες σαρκικές επιθυμίες, από απιστίαν, από έλλειψιν αγάπης προς τον Θεό και από κακία προς τον πλησίον μου. Ποιά κατάστασις θα μπορούσε να υπάρξη πιο αμαρτωλή από αυτήν; Η κατάστασις των πνευμάτων του σκότους πρέπει να είναι καλύτερη από την ιδικήν μου. Εκείνα, αν και δεν αγαπούν τον Θεό, αν και μισούν τους ανθρώπους και τροφή τους είναι η υπερηφάνεια, μ' όλα ταύτα πιστεύουν εις τον Θεό και φρίττουν. Εγώ όμως; Μπορώ να βρεθώ σε χειρότερη κόλασιν απ' αυτήν που αντιμετωπίζω; Πώς δε δεν θα λάβω την πιο αυστηρή τιμωρία για την ανόητη και απρόσεκτη ζωή μου, την οποίαν αναγνωρίζω ότι ζω»;

Διαβάζοντας όλον αυτόν τον τύπον της εξομολογήσεως που μου έδωσεν ο ιερεύς, τρομοκρατημένος εσκέφθηκα και είπα μέσα μου: «Θεέ και Κύριε! Τι φοβερά αμαρτήματα υπάρχουν κρυμμένα μέσα μου και μέχρι τώρα δεν τα είχα ανακαλύψει!» Η επιθυμία να καθαρισθώ από αυτά με έκαναν να ικετεύσω αυτόν τον μεγάλον εξομολόγο να με διδάξη πώς να γνωρίσω την αιτίαν όλου αυτού του κακού και πώς να θεραπεύσω, απ' αυτό, τον εαυτόν μου. Έτσι ο άγιος αυτός πνευματικός άρχισε να με καθοδηγή λέγοντας:

«Παιδί μου και αδελφέ μου, η αιτία της ελλείψεως αγάπης προς τον Θεό είναι έλλειψις πίστεως. Η έλλειψις αυτή της πίστεως είναι αιτία της ελλείψεως της πεποιθήσεως και η αιτία του τελευταίου αυτού, είναι η αποτυχία μας ως προς την αναζήτησι της αληθινής και αγίας γνώσεως και η αδιαφορία μας ως προς την αναζήτησι του φωτός του πνεύματος. Με μια λέξι εάν δεν πιστεύης, δεν ημπορείς να αγαπάς. Εάν δεν είσαι πεπεισμένος για κάτι, δεν είναι δυνατόν να πιστεύης. Για να αποκτήσης δε την πεποίθησι που είναι απαραίτητη, πρέπει να λάβης πλήρη και ακριβή γνώσι του θέματος περί του οποίου πρόκειται να πεισθής. Με την αγιαστική μελέτη του λόγου του Θεού και με την απόκτησι πείρας, πρέπει να γεννηθή εις την ψυχή σου μία δίψα, μια ακατάσχετη επιθυμία, κάτι σαν θαύμα, το οποίον θα σου φέρη μιαν ασίγαστη επιθυμία να μάθης, όσο μπορείς πιο πολύ, πιο τέλεια, πιο βαθειά, ό,τι περιβάλλει όλους μας.

»Ένας πνευματικός συγγραφεύς ομιλεί γι' αυτό ως εξής: "Η αγάπη συνήθως αυξάνεται με τη γνώσι και όσο μεγαλύτερην έκτασι και βάθος έχει η γνώσις, τόσο μεγαλύτερη είναι και η αγάπη. Όσο δε περισσότερη είναι η προσήλωσις προς την πληρότητα και το κάλλος της θείας φύσεως και της απείρου αγάπης του Θεού προς τους ανθρώπους, τόσο περισσότερον η ανθρώπινη καρδιά μαλακώνει και διατίθεται και προσκλίνει, προς την αγάπη του Θεού".

«Φαντάζομαι τώρα πως θα κατάλαβες ότι η αιτία των αμαρτημάτων, τα οποία εδιάβασες προηγουμένως, είναι η αδράνεια της ψυχής μας για σκέψεις επάνω σε πνευματικά πράγματα, αδράνεια που ξηραίνει τα συναισθήματα και την ανάγκη της ψυχής για παρόμοιες πνευματικές εντρυφήσεις. Εάν θέλης να μάθης πώς θα νικήσης αυτήν την αιτία του κακού, φρόντισε να αποκτήσης με όλη σου την δύναμι την φώτισι του πνεύματος, την φώτισι της ψυχής, με επιμελή και αγιαστική μελέτη του λόγου του Θεού, με την μελέτη των Πατέρων της Εκκλησίας, με τις συμβουλές πνευματικών ανθρώπων και με συζητήσεις με άτομα που είναι σοφοί και γεμάτοι από Χριστό.

Παιδί μου και αδελφέ μου, πραγματικά, πολλές είναι οι καταστροφές και δυστυχίες που έρχονται επάνω μας εξ αιτίας της αμελείας μας να φροντίζουμε να βρίσκουμε το φως για τις ψυχές μας δια του λόγου της αληθείας. Δεν μελετούμε τον λόγο του Θεού νύκτα και ημέρα, ούτε προσευχόμεθα γι' αυτό με επιμέλεια και πόθο συνεχή. Εξ αιτίας αυτού, ο εσωτερικός μας άνθρωπος είναι εξηντλημένος, πεινασμένος και άθερμος, τόσον, ώστε δεν έχει την δύναμι να κάνη το αποτελεσματικό βήμα προς την οδό της δικαιοσύνης και της σωτηρίας! Γι' αυτό, αγαπητέ μου, ας αποφασίσουμε να χρησιμοποιήσουμε τας μεθόδους αυτάς και, όσον το δυνατόν περισσότερον, ας γεμίζουμε το μυαλό μας με σκέψεις για τα Θεία.

Τότε η Αγάπη θα ξεχυθή εις τις καρδιές μας από τα ύψη και θ' ανάψη μέσα μας σαν μια φλόγα. Ας κάνουμε την προσπάθειαν αυτή μαζί και ας προσευχώμεθα, όσο συχνότερα μπορούμε, επειδή η προσευχή είναι απ' τις κυριώτερες και ισχυρότερες αιτίες που χαρίζουν αναγέννησι και εσωτερική πνευματική ευεξία. Ας προσευχηθούμε με τα λόγια, Κύριε Ιησού Χριστέ, κάνε μας να σε αγαπήσουμε τόσον, όσο πριν γνωρίσωμε Σένα, αγαπούσαμε την αμαρτία».

Άκουσα όλα αυτά με μεγάλη προσοχή και βαθειά συγκινημένος ερώτησα τον άγιον αυτόν πνευματικό αν θα μου επέτρεπε να μεταλάβω. Έτσι την άλλη μέρα μετά την Αγία Κοινωνία που αξιώθηκα να λάβω, εσκόπευα να φύγω για το Κίεβο, έχοντας εφόδιο μαζί μου τα Άγια Μυστήρια που είχα λάβει. Αλλ' ο άγιος αυτός άνθρωπος, επειδή θα επήγαινε για ένα διήμερο εις την Λαύρα, με άφησεν εις το ερημητήριό του ώστε εις την αδιατάρακτην εκεί σιωπή να βρω την ευκαιρία να παραδοθώ εις την προσευχή χωρίς κανένα εμπόδιο και επιφύλαξι, πραγματικά δε, επέρασα τις δύο αυτές ημέρες σαν να ήμουν σ' ένα ουράνιο παράδεισο. Γαλήνη, αν και είμαι ανάξιος, κατέλαβε την ψυχή μου και τέλεια ειρήνη. Η Προσευχή εξεπήγαζεν από την καρδιά μου τόσον εύκολα και ευχάριστα τις δυό αυτές ημέρες, ώστε με έκανε να ξεχνώ τα πάντα και τον εαυτό μου, επειδή εις το μυαλό μου εκυριαρχούσεν ο Ιησούς Χριστός και μόνον.

Όταν ο ιερεύς ήλθε πίσω τον παρεκάλεσα να με συμβουλεύση ποιο μέρος θα ήταν καλύτερο τώρα, για το προσεχές προσκύνημά μου. Μου έδωσε την ευλογία του και μου είπε τις ακόλουθες λέξεις: «Πήγαινε εις το Ποτσαέβ για να προσκυνήσης εκεί το θαυματουργόν αποτύπωμα του ποδιού της Παναχράντου Μητέρας του Θεού, η οποία θα οδηγήση τα διαβήματά σου εις οδόν ειρήνης». Τρεις ημέρες, λοιπόν, μετά ταύτα, σύμφωνα με τις οδηγίες του πνευματικού αυτού, εξεκίνησα για το Ποτσαέβ.

Τα πρώτα εκατό χιλιόμετρα που εβάδισα δεν ήσαν και τόσον ευχάριστα γιατί ο δρόμος διεκόπτετο από χάνια και εβραϊκά χωριά, σπανίως δε κανείς συναντούσε καμμιά χριστιανική κατοικία. Τέλος, κοντά σε μια αγροικία, διέκρινα ένα ρωσικό χριστιανικό χάνι και κατευθύνθηκα προς αυτό για να ανεφοδιασθώ με ψωμί και ντόπιο παξιμάδι, που μου ετελείωναν. Είδα τον νοικοκύρη, ένα γέρο αλλά καλοβαστούμενον άνθρωπο, που έμαθα έπειτα ότι κατήγετο απ' την ίδια περιοχή που καταγόμουν και εγώ, το Ορλόβσκυ. Μόλις εμπήκα μέσα, η πρώτη ερώτησις του ξενοδόχου προς εμένα ήταν: «Ποιά θρησκεία ακολουθείς»; «Είμαι χριστιανός ορθόδοξος» απήντησα. «Ορθόδοξος»; μου είπε, μόλις το άκουσε. «Σεις οι ορθόδοξοι είσθε με τα λόγια μόνο ορθόδοξοι· εις την πραγματικότητα, όμως, είθε εθνικοί. Την ξεύρω καλά την θρησκεία σας. Ένας παπάς γραμματισμένος κάποτε με έπεισε και έγινα κ' εγώ ορθόδοξος, αλλά παρέμεινα μόνον έξη μήνες, γιατί έπειτα ξαναγύρισα εις την θρησκευτική μου κοινότητα. Το να γίνη κανείς ορθόδοξος είναι ανωφελές. Οι αναγνώσται σας εις τις ακολουθίες διαβάζουν κατά τρόπον που κανείς δεν ημπορεί να καταλάβη τίποτα».

»Η ψαλμωδία επίσης δεν είναι καλύτερη απ' τα τραγούδια της ταβέρνας. Ο λαός στέκεται εις τις ακολουθίες, ανάμικτα άνδρες και γυναίκες και το πλείστον κουβεντιάζουν, μετακινούνται, κοιτάζουν από δω κι από κει, γενικά δε, δεν ημπορεί κανείς να βρη ησυχία και γαλήνη μέσα εκεί για να προσευχηθή. Τί είδος λατρείας είναι αυτή; Αντί για λατρεία, νομίζω πως καταντά αμαρτία. Εμείς είμεθα αφωσιωμένοι εις τον Θεό την ώρα της λατρείας. Ο καθένας ακούει καθαρά όλα όσα διαβάζονται σ' αυτή, δεν ξεφεύγει από κανένα ούτε η παραμική λέξις, η ψαλμωδία είναι κατανυκτική, ο λαός στέκει ήσυχα, χωριστά οι άνδρες απ' τις γυναίκες κι ο καθένας γενικά ξεύρει τι πρέπει να κάνη και πώς να δείξη τον απαιτούμενο σεβασμό και την συμμόρφωσι σε ό,τι η Εκκλησία διατάζει. Όταν συμβαίνη να μπαίνη κανείς σε μια απ' τις δικές μας εκκλησίες αισθάνεται ότι αληθινά μπαίνει για να λατρεύση τον Θεό, ενώ εις τις ιδικές σας δεν διακρίνει κανείς εάν έχη πάει εις την εκκλησία ή στην αγορά».

Απ' όσα είπεν ο ξενοδόχος αντελήφθηκα ότι ήταν φανατικός «Παλαιόδοξος» σχισματικός, «Ρασκόλνικος», όπως συνήθως ονομάζονται αυτοί. Ο άνθρωπος αυτός μίλησε με τόσην ευλογοφάνεια, που αμέσως κατάλαβα ότι θα ήταν ματαιοπονία να συζητήσω μαζί του και να τον πείσω. Εσκέφθηκα ότι είναι αδύνατο να μεταστραφούν οι Ρασκόλνικοι αυτοί εις την αληθινήν Εκκλησίαν, αν δεν διορθωθούν εις την τελευταίαν ορισμένα πράγματα απ' αυτά που ανέφερεν ο φανατικός αυτός άνθρωπος. Οι Παλαιόδοξοι αυτοί σχισματικοί δεν γνωρίζουν τίποτε από εσωτερική ζωή, αναπαύονται σε εξωτερικά μόνο πράγματα, εις τα οποία εμείς οι ορθόδοξοι δεν δίνουμε και πάρα πολύ μεγάλη σημασία.

Εσκέφθηκα να φύγω απ' το ξενοδοχείο και ετοιμαζόμουν γι' αυτό, όταν προς μεγάλην μου έκπληξιν, είδα μέσα από μιαν ανοιγμένη πόρτα σ' ένα δωμάτιο, έναν άνθρωπο που δεν έμοιαζε για Ρώσος. 'Ηταν ξαπλωμένος σ' ένα κρεβάτι και εδιάβαζε κάποιο βιβλίο. Μου ένευσε και με ερώτησε να μάθη ποιος ήμουν. Του απήντησα κ' εκείνος άρχισε να μου λέη: «Άκουσε, φίλε μου. Δεν θα συμφωνούσες να περιποιηθής καμμιάν εβδομάδα έναν άρρωστον άνθρωπο, σαν κ' εμένα, μέχρις ότου γίνω λίγο καλύτερα; Είμαι Έλληνας μοναχός απ' το Όρος του Άθω και ήλθα εις την Ρωσία να συλλέξω μερικά χρήματα για διάφορες ανάγκες του μοναστηριού μου. Δυστυχώς, όμως, τώρα εις την επιστροφή μου, αρρώστησα και δεν ημπορώ καθόλου να περπατήσω από πόνους εις τα πόδια μου, κοίτομαι δε έρημος και άρρωστος εις αυτό εδώ το πανδοχείο. Μη μου αρνηθής την υπηρεσίαν αυτήν, άνθρωπε του Θεού, κ' εγώ θα σε ανταμείψω».

«Δεν είναι ανάγκη να με ανταμείψετε, του απήντησα, θα σας εξυπηρετήσω με χαρά όσο καλύτερα μπορώ για την αγάπη του Θεού». Έτσι έμεινα μαζί του, άκουσα δε από το στόμα του πάρα πολλά πράγματα που αφορούν εις την σωτηρία των ψυχών μας. Μου μίλησε για το Άγιον Όρος του Άθω, για τους πολλούς του ασκητάς, τους ερημίτας, τους αναχωρητάς. Είχε μαζί του ένα αντίτυπο της «Φιλοκαλίας» εις την ελληνική γλώσσα και ένα βιβλίο γραμμένο από τον άγιον Ισαάκ τον Σύρο. Εδιαβάζαμε μαζί και παραβάλαμε με το ελληνικό κείμενο την Σλαυονική μετάφρασι που έκανε ο Παΐσιος Βελινόφσκυ. Ο Έλλην αυτός μοναχός, συγκρίνοντας κείμενο και μετάφρασιν, ομολόγησε χωρίς επιφύλαξι, ότι είναι απίστευτη η ακρίβεια και η τελειότης της μεταφράσεως την οποίαν επέτυχεν ο Παΐσιος.

Παρετήρησα ότι προσηύχετο συνεχώς με την εσωτερική προσευχή της καρδιάς, και επειδή μιλούσε τέλεια τα ρωσικά, εσκέφθηκα να του κάνω μερικές ερωτήσεις για το ζήτημα αυτό. Πράγματι, μου απήντησεν εις όλες μου τις ερωτήσεις και παρακολουθώντας προσεκτικά έμαθα εις το θέμα αυτό πολλά ωφέλιμα πράγματα. Ορισμένα μάλιστα απ' αυτά τα έγραψα, όπως π.χ. αυτό που είπε για την εξοχότητα και το μεγαλείο της προσευχής του Ιησού. «Ακόμη και ο απλός τύπος της νοεράς αυτής προσευχής, είπε, δείχνει πόσο μεγάλο πράγμα είναι. Αποτελείται από δυo μέρη.

Το πρώτο μέρος «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού», οδηγεί τις σκέψεις μας εις την ζωή του Χριστού κι όπως οι άγιοι Πατέρες λένε, αυτό το πρώτο μέρος είναι όλο το Ευαγγέλιο σε συντομία.

Το δεύτερο μέρος, "Ελέησόν με τον αμαρτωλόν», μας υπενθυμίζει το γεγονός της αμαρτωλότητος και αδυναμίας μας, πρέπει δε να ομολογηθή, ότι η επιθυμία και η παράκλησις μιας πτωχής αμαρτωλής και ταπεινής ψυχής δεν θα μπορούσε να εκφραστή με καλύτερες, σοφώτερες και εκφραστικώτερες λέξεις από το «Ελέησόν με». Κανένας άλλος τύπος λέξεων δεν θα μπορούσε να είναι τόσο πλήρης και τόσον ικανοποιητικός. Οι εκφράσεις συγχώρησέ με, απομάκρυνε τα αμαρτήματα από πάνω μου, καθάρισέ με απ' τα παραπτώματά μου, σβήσε τα διάφορα σφάλματά μου, εκφράζουν μόνο μιαν αίτησι που σκοπόν έχει κυρίως να λυτρώση απ' την τιμωρία η οποία είναι ο φόβος της δειλής και άθερμης ψυχής.

Το «Ελέησόν με», όμως, δηλώνει όχι μόνο την επιθυμία για την συγγνώμη, που γεννάται άλλως τε από φόβο, αλλ' είναι η ειλικρινής κραυγή της αγάπης του παιδιού που θέτει την ελπίδα του εις το έλεος τού Θεού και πατέρα και αναγνωρίζει ταπεινά ότι ευρίσκεται σε αδυναμία να νικήση το θέλημά του και να κρατήση σε μιαν αυστηρήν επιτήρησι τον εαυτόν του. Είναι κραυγή, ελέους, δηλαδή, φωνή για χάρι, που θα φέρη σαν δώρο Θεού την δύναμι απ' αυτόν, η οποία θα μας ικανώνη να αντιστεκώμεθα εις τους πειρασμούς και να υπερνικούμε τις αμαρτωλές μας κλίσεις.

Είναι, τα λόγια αυτά, «ελέησον με», σαν ένας απένταρος οφειλέτης που παρακαλεί θερμά τον δανειστή του όχι μόνο να του χαρίση το χρέος του αλλά να λυπηθή επί πλέον την μεγάλη του φτώχεια και ανέχεια και να του δώση ελεημοσύνη. Είναι σαν να λέμε: Εύσπλαγχνε Κύριε, συγχώρησε τα αμαρτήματά μου και βοήθησέ με να κάνω πάντα το καλό. Βάλε εις την ψυχήν μου δύναμι και ορμή για να τηρώ τα προστάγματά σου. Δώρησέ μου την Χάρι Σου, για να συγχωρήση τα παραπτώματά μου και να οδηγήση το μυαλό μου, την καρδιά και την θέλησή μου προς Εσένα και μόνο».