ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Μετάφρασις: Παντελεήμονος Καρανικόλα
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ από το 1986

17. σελ. 180-190

Τα λόγια αυτά εκέντησαν την προσοχή μου και θαυμάζοντας την σοφία τους, ευχαρίστησα τον μοναχό αυτό για μια τέτοια διδασκαλία που μου εχάρισεν, εκείνος δε εξηκολούθησε λέγοντας:

«Εάν θέλης, μου είπε, ενώ εγώ εσκεπτόμουν μέσα μου πως θάναι κανένας σοφός καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ελλάδος, θα εξακολουθήσω να σου μιλήσω για τον διαφορετικό τόνο με τον οποίο λέγεται η Προσευχή του Ιησού. Συμβαίνει να έχω ακούσει πολλούς θεοφοβούμενους χριστιανούς να εφορμόζουν προφέροντας την προφορική αυτή προσευχή του Χριστού, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Αγίας Εκκλησίας και την Παράδοσι. Την χρησιμοποιούν και ιδιαιτέρως και εις την κοινή λατρεία μέσα εις τον ναό. Εάν κανείς τούς παρακολουθήση προσεκτικά και φιλικά θα αντιληφθή ότι ο τόνος της φωνής με την οποία λένε την προσευχή αυτή διαφέρει από τον ένα εις τον άλλο. Δηλαδή άλλοι τονίζουν την πρώτη λέξι της προσευχής λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ», τις άλλες δε λέξεις τις προφέρουν σε χαμηλότερο τόνο. Άλλοι αρχίζουν την Προσευχή με χαμηλή φωνή, τονίζουν περισσότερο την λέξι Ιησού κ΄ εξακολουθούν τα υπόλοιπα σε χαμηλό τόνον, όπως άρχισαν. Άλλοι πάλι αρχίζουν χαμηλά την Προσευχή και προχωρούν τονίζοντας τις τελευταίες λέξεις «Ελέησόν με», ενώ η φωνή τους έχει κάτι το εκστατικό, και άλλοι, τέλος, λένε όλη την Προσευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό», τονίζοντας μόνο τις λέξεις «Υιέ του Θεού».

»Τώρα τι συμβαίνει; Η Προσευχή είναι εις όλες τις περιπτώσεις η ίδια και μία. Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί έχουν μία και την αυτή πίστι. Η γνώσις είναι κοινή σε όλους. Πιστεύουν, δηλαδή, ότι η υπέρτατη αυτή προσευχή των προσευχών, περιλαμβάνει δύο πράγματα: το όνομα «Κύριε Ιησού» και την επίκλησι προς Αυτόν. Αυτό το ξεύρουν καλά όλοι. Γιατί, όμως, δεν την λένε όλοι κατά τον ίδιο τρόπο και δεν την τονίζουν με τον ίδιο τόνο; Γιατί η κάθε ψυχή συμβαίνει να τονίζη διαφορετικές λέξεις εις την Προσευχήν αυτή και δεν τονίζουν όλοι εις το ίδιο μέρος, τις ίδιες λέξεις; Πολλοί λένε ότι αυτό είναι αποτέλεσμα κάποιας συνηθείας, την οποίαν απεκόμισαν αντιγράφοντας άλλους ανθρώπους. Άλλοι παραδέχονται ότι αυτό εξαρτάται από την κατανόησι των λέξεων και ανταποκρίνεται σε ατομική αντίληψι, τέλος δε άλλοι πιστεύουν ότι αυτό έχει σχέσι με το ζήτημα της ευκολίας ή δυσκολίας την οποίαν έχει κάθε άτομον ως προς την προφορά των διαφόρων λέξεων. Εγώ, όμως, φροντίζω να βρω κάτι υψηλότερο, κάτι άγνωστο όχι μόνον εις τον ακροατή αλλά και εις αυτόν που προσεύχεται. Δεν θα μπορούσαμε να σκεφθούμε ότι αυτό που κινεί αόρατα τον τόνο είναι το Άγιον Πνεύμα το οποίον εντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις, μέσα εις εκείνους οι οποίοι δεν ξεύρουν πώς και για ποιό πράγμα πρέπει να προσεύχονται; Εάν ο κάθε ένας προσεύχεται εις το όνομα του Ιησού Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος, όπως λέει ο Απόστολος, το Άγιον αυτό Πνεύμα, που εργάζεται μυστικά μέσα εις την ψυχήν αυτού που προσεύχεται και του χαρίζει την προσευχή, είναι δυνατόν επίσης να εμπιστευθή το αγαθοποιό του χάρισμα, παρά το γεγονός της ελλείψεως εκ μέρους του ανθρώπου αναλόγου δυνάμεως.

»Εις τον ένα, το Άγιον Πνεύμα παρέχει το χάρισμα του φόβου του Θεού, εις τον άλλον, την αγάπη, εις τον τρίτον σταθερότητα πίστεως, εις άλλον ταπείνωσιν κ.ο.κ. Εφ' όσον έτσι έχει το πράγμα, αυτός ο οποίος έχει λάβει το χάρισμα της τιμής και δοξολογίας προς την δύναμι του Παντοδυνάμου, εις τις προσευχές του, ασφαλώς θα τονίζη με ιδιαίτερη θέρμη την λέξι Κύριε, επειδή είναι φυσικόν να αισθάνεται περισσότερο την δύναμι και το μεγαλείο του Πλάστου του Σύμπαντος. Αυτός που έχει λάβει την μυστική έκχυσι της αγάπης εις την καρδιά του, ρίχνεται εις την έκστασιν και γεμίζει από ευτυχία προφέροντας τις λέξεις «Ιησού Χριστέ», ακριβώς όπως κάποτε με έναν ορισμένο μοναχό, ο οποίος δεν ημπορούσε να ακούση το όνομα Ιησού και εις τις καθημερινές ακόμη ομιλίες, χωρίς να αισθανθή ένα κύμα αγάπης και ευτυχίας να εκχύνεται από την καρδιά του.

»Ο ακλόνητος προς την θεότητα του Χριστού και το ομοούσιόν Του προς τον Πατέρα, γεμίζει με λαύρα πίστεως όταν λέη τις λέξεις «Υιέ του Θεού». Αυτός που έχει λάβει το δώρο της ταπεινοφροσύνης και γνωρίζει βαθειά τις αδυναμίες του, με τις λέξεις «Ελέησόν με», αισθάνεται την αμαρτωλότητά του και οι πάρα πάνω λέξεις που προφέρει, συντρίβουν κυριολεκτικά την καρδιά του, χωρίς να του βγάζουν την ελπίδα ότι η απέχθεια του Θεού για τα αμαρτήματα δεν είναι μεγαλύτερα από την αγάπη Του προς τον αμαρτωλό. Αυτές είναι οι σκέψεις μου επάνω εις το ζήτημα των διαφόρων τόνων φωνής, με τους οποίους οι διάφοροι άνθρωποι λέγουν την Προσευχήν, εις το όνομα του Ιησού. Έτσι, λοιπόν, από τον τρόπο που ακούει κανείς να λέγεται η Προσευχή μπορεί να καταλάβη με τι χάρισμα είναι προικισμένος από τον Θεόν εκείνος που την λέει.

«Ένας αριθμός ανθρώπων με έχουν ερωτήσει και για το εξής ζήτημα: Γιατί δεν παρουσιάζονται ενωμένα όλα αυτά τα σημεία των κρυμμένων πνευματικών χαρισμάτων; Επειδή όχι μόνον μία, αλλά κάθε λέξις της Προσευχής θα μπορούσε να λεχθή με ένα και τον ίδιο τόνο, εις την ερώτησιν αυτή συνήθως απαντώ ως εξής: Εφ' όσον η χάρις του Θεού διανέμει τα χαρίσματα με σοφία εις τον κάθε άνθρωπο σύμφωνα με την δύναμί του, όπως το βλέπουμε και εις την Αγία Γραφή, ποιος μπορεί με το περιωρισμένο του μυαλό να μπη και να ερωτήση το μυστήριο που διέπει τη διανομή της χάριτος αυτής; Δεν είναι ο πηλός απόλυτα εις την διάθεσι του κεραμοποιού που φτιάχνει με αυτόν, αυτό το αντικείμενον ή το άλλο»;

Έμεινα πέντε ημέρες κοντά εις τον Έλληνα αυτόν Πνευματικόν οδηγό ο οποίος, εν τω μεταξύ, άρχισε να αισθάνεται πολύ καλύτερα, ως προς την υγεία του. Οι ημέρες αυτές υπήρξαν τόσον ωφέλιμες για την ψυχή μου ώστε δεν κατάλαβα καθόλου πώς επέρασαν, επειδή μέσα εις αυτό το μικρό δωμάτιο σε σιωπηλή απομόνωσι δεν ασχολούμεθα με τίποτε άλλο παρά με την νοερά προσευχή εις το όνομα του Ιησού και δεν ωμιλούσαμε παρά μόνο γι' αυτήν.

Μια μέρα ένας άλλος προσκυνητής ήλθε να μας έπισκεφθή. Παρεπονείτο πολύ πικρά για τους Εβραίους, τους οποίους και κατηγορούσε. Είχε περάσει από τα χωριά τους και είχε πολύ δυσαρεστηθή από τις κοροϊδίες που του έκαναν και από την έχθρα που του έδειξαν. Ήτο τόσο πολύ εναντίον τους, ώστε τους καταριόταν κ' επί πλέον έλεγε ότι ήσαν ανάξιοι και να ζουν λόγω της επιμονής των εις την απιστίαν. Τέλος προσέθεσε ότι η δυσαρέσκειά του ήτο τόσο μεγάλη, ώστε εφοβείτο ότι δεν θα μπορούσε να επιβληθή εις τον εαυτόν του.

«Δεν έχεις δίκιο, φίλε μου, του είπε ο πνευματικός αυτός οδηγός, να βρίζης και να καταριέσαι τους Εβραίους κατ' αυτόν τον τρόπο. Ο Θεός τους έχει πλάσει κι αυτούς όπως έπλασε κ' εσένα κ' εμένα. Έπρεπε να λυπηθής γι' αυτά που έκαναν και όχι να τους καταριέσαι. Θα ήτο καλύτερο να προσεύχεσαι γι' αυτούς. Πίστευσέ με. Η απέχθεια που αισθάνεσαι γι' αυτούς προέρχεται από το γεγονός ότι δεν είσαι θεμελιωμένος εις την αγάπη του Θεού και δεν έχεις την ασφάλεια της εσωτερικής προσευχής, γι' αυτό δεν έχεις και εσωτερική γαλήνη. Θα σου διαβάσω ένα κομμάτι από τους αγίους Πατέρας πάνω σ' αυτό το ζήτημα, που είναι γραμμένο από τον όσιο Μάρκο τον ασκητή. Άκουσε τι λέει: "Η ψυχή η οποία είναι εσωτερικά ενωμένη με τον Θεό γίνεται με το μέγεθος της χαράς της σαν ένα απλό και καλόκαρδο παιδί. Δεν καταδικάζει κανέναν, ούτε ειδωλολάτρη, ούτε Εβραίο, ούτε αμαρτωλόν, αλλά τους βλέπει όλους με καθαρό μάτι, παίρνει χαρά απ' όλα τα πλάσματα και θέλει όλους, αμαρτωλούς, Εβραίους, ειδωλολάτρας, να δοξάζουν τον Θεό".

»Ο Μέγας Μακάριος ο Αιγύπτιος, λέει επίσης, για τον πνευματικώτατον εσωτερικά άνθρωπο, τα εξής: "Αυτός που έφθασε εις ανωτέραν πνευματικότητα φλέγεται από τόσο μεγάλην αγάπη ώστε εάν ήτο δυνατόν θα ήθελε τον κάθε ένα να κατοική μέσα εις την καρδιά του, ασχέτως αν αυτός είναι καλός ή κακός". Βλέπεις, αγαπητέ αδελφέ, πώς σκέπτονται και διδάσκουν γι' αυτό οι άγιοι Πατέρες; Σε συμβουλεύω, λοιπόν, να εγκαταλείψης την δυσαρέσκειά σου, να περιβάλης τα πάντα με καλωσύνη και αγάπη, όπως τα περιβάλει η παντογνωστική Πρόνοια του Θεού, όταν δε ενοχληθής από κάποιον, να μη κατηγορής αυτόν, αλλά να τα βάλης με τον εαυτόν σου, που έχει έλλειψιν υπομονής και ταπεινοφροσύνης».

Τέλος, μετά παρέλευσιν μιας εβδομάδος και πλέον, ο ασθενής αυτός Πνευματικός οδηγός έγινε καλά κ' εγώ ετοιμάσθηκα να αναχωρήσω. Τον ευχαρίστησα εγκάρδια για την ευλογημένην αυτή διδασκαλία που μου έδωσε, και του εφίλησα το χέρι χαιρετώντας τον. Αυτός εσκέπτετο να επιστρέψη εις το Άγιον Όρος, ενώ εγώ εξακολούθησα την εφαρμογήν του σχεδίου μου, δηλαδή την αναχώρησί μου για το Ποτσαέβ. Δεν είχα προχωρήσει περισσότερο από πενήντα χιλιόμετρα όταν με έφθασεν ένας στρατιώτης, τον οποίον ερώτησα πού επήγαινε. Μου είπεν ότι επέστρεφε εις το μέρος όπου είχε γεννηθή, εις την περιοχή του Καμενέτς Ποντόλσκ.

Προχωρήσαμε μαζί περίπου πέντε χιλιόμετρα σιωπηλοί, όταν παρετήρησα ότι κάπου - κάπου ανεστεναζε πολύ βαθειά, σαν κάποια μεγάλη θλίψις να επίεζε τα στήθη του, ενώ εγίνετο συγχρόνως όλο και πιο μελαγχολικός. Τον ερώτησα γιατί ήτο τόσο λυπημένος κ' εκείνος μου είπε:

«Καλέ μου φίλε, αφού κατάλαβες την λύπη μου, εάν με βεβαιώσης σε ό,τι έχεις ιερόν ότι δεν θα πης τίποτε ποτέ σε κανένα, θα σου πω όλη την ζωή μου, επειδή άλλως τε είμαι πολύ κοντά εις τον θάνατό μου».

Τον εβεβαίωσα σαν χριστιανός ότι δεν θάλεγα ούτε το παραμικρό σε οποιονδήποτε και ότι θα ήμουν πολύ ευτυχής να του παράσχω όσο περισσότερες και καλύτερες συμβουλές θα μπορούσα.

«Λοιπόν, άρχισε να διηγήται, ήμουν στρατιώτης και υπηρέτησα σ' ένα μέρος, περίπου πέντε χρόνια, οπότε η εργασία εκεί έγινε εξαιρετικά σκληρή, συχνά δε μ' ετιμωρούσαν για αμέλεια, που άρχισε να με καταλαμβάνη και το πιοτό, που συνήθισα να πίνω. Εμπήκε τότε εις το κεφάλι μου να δραπετεύσω, δεν άργησα δε να πραγματοποιήσω την σκέψι μου αυτή κ' έγινα λιποτάκτης. Από τότε έχουν περάσει δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Τα πρώτα έξη χρόνια εκρυβόμουνα όπως ημπορούσα κ' έκλεβα διάφορα πράγματα από αποθήκες, μπακάλικα και αγροικίες. Έκλεβα και άλογα, εφρόντιζα δε να πουλώ τα διάφορα κλοπιμαία με διαφόρους τρόπους.

Ό,τι χρήματα έπαιρνα τα έπινα, γενικά δε έκανα μια πολύ άσωτη ζωή και διέπραττα κάθε είδος αμαρτίας. Εις την αρχή επήγαινα καλά, έπειτα, όμως, επειδή δεν είχα χαρτιά και ταυτότητα για να ταξειδεύω, μ' επιάσανε και μ' εβάλανε εις την φυλακή. Τέλος κατώρθωσα να δραπετεύσω από εκεί, για μεγάλη μου δε τύχην συναντήθηκα μετά με ένα στρατιώτη που είχεν απολυθή από τον στρατό κ' επήγαινε σπίτι του σε μια μακρυνή διοικητική περιοχή. Εφαινόταν άρρωστος, γιατί περπατούσε με δυσκολία, με παρεκάλεσε δε να τον βοηθήσω μέχρι το πλησιέστερο χωριό όπου θάβρισκε ένα μέρος για να ησυχάση. Τον εβοήθησα και εφθάσαμε εκεί που επιθυμούσε.

Ο αστυνομικός διευθυντής μου επέτρεψε να μείνουμε σε μια χόρτινη καλύβα, όπου ξαπλωθήκαμε για ν' αναπαυθούμε την νύκτα αυτή. Όταν εξύπνησα το πρωί, εκοίταξα τον σύντροφό μου αλλά ήταν ακίνητος και ξυλιασμένος. Ήταν νεκρός. Μόλις το αντελήφθηκα αυτό, έσπευσα να τον ψάξω για να βρω τα χαρτιά του και προ παντός το χαρτί της απολύσεώς του. Το επήρα μαζί με τα λίγα χρήματα που είχε και εξαφανίσθηκα μέσα σ' ένα κοντινό δάσος, ενώ όλοι κοιμώνταν ακόμη.

»Τα χαρτιά ευτυχώς συνέπεσε να είχαν τέτοια χρονολογία και ηλικία, που να μπορώ να τα χρησιμοποιήσω εύκολα. Ευχαριστήθηκα πολύ για την επιτυχία μου αυτή, επειδή θα μπορούσα τώρα, έχοντας χαρτιά, να ταξειδεύω παντού. Έτσι επήγα μέχρι τα βάθη του Αστραχάν. Εκεί απεφάσισα να παραμείνω και έπιασα δουλειά εργάτου σε ένα ζωέμπορο, ηλικιωμένον άνθρωπο εγκατεστημένον εκεί.

»Εζούσεν ο άνθρωπος αυτός με την κόρη του, που ήταν χήρα. Μετά ένα έτος ζωής κοντά του ενυμφεύθηκα την χήρα κόρη του, έπειτα δε από λίγο καιρό ο γέρος απέθανε. Δυστυχώς δεν ημπορέσαμε να συνεχίσουμε την επιχείρησι, κ' εγώ άρχισα πάλι να πίνω. Η γυναίκα μου έκανε κι αυτή το ίδιο. Σε διάστημα ενός χρόνου εσπαταλήσαμε όσα μας είχεν άφησει ο γέρος πεθερός μου. Μετά από λίγο καιρό η σύζυγός μου αρρώστησε βαρειά και πέθανε. Τότε εγώ επούλησα ό,τι είχε απομείνει, τα έφαγα και έμεινα χωρίς πεντάρα. Άρχισα να πεινώ, οπότε ξαναγύρισα εις την παλιά μου τέχνη. Τώρα, όμως, έκανα τον κλεπταποδόχο, γιατί είχα πια χαρτιά και ταυτότητα. Με το ξαναγύρισμα εις το αμαρτωλό επάγγελμα, ξαναβρήκα και την παλιά μου αμαρτωλή ζωή. Οι επιτυχίες μου αυτές διήρκεσαν ένα χρόνο. Αργότερα, όμως, δεν επήγαν και τόσο καλά τα πράγματα. Έκλεψα ένα γέρικο άλογο από ένα ακτήμονα χωριάτη, ένα Μπόμπιλο, όπως τους λέμε, και το επούλησα για λίγα λεπτά.

»Με τα χρήματα που επήρα ήπια αρκετά σε μια μπυραρία κ' ύστερα μου ήλθε η ιδέα να πάω σε ένα γειτονικό χωριό, όπου γινόταν ένας γάμος, με το σκοπό να επιδοθώ σε κλοπές, όταν μετά την διασκέδασι θα έπεφταν όλοι εις τον ύπνο. Πριν ακόμη δύση ο ήλιος εμπήκα μέσα σ' ένα κοντινό δάσος για να νυκτώση. Εξάπλωσα εκεί κάπου για να περάση η ώρα, αλλά μ' επήρε ο ύπνος χωρίς να το καταλάβω. Εις τον ύπνο μου αυτόν είδα ένα όνειρο. Είδα ότι εκαθόμουν σ' ένα πλατύ και ωραίο χλοερό μέρος. Ξαφνικά παρετήρησα ότι ένα φοβερό σύννεφο άρχισε να ανεβαίνη εις τον ουρανό. Σε λίγο εξέφυγε μια τόσο τρομερή βροντή κεραυνού από το σύννεφο αυτό, ώστε εσείστηκε το έδαφος κάτω από τα πόδια μου κ' έτρεμε. Εγώ ενόμισα σαν κάποιος να με αναποδογύρισε και να με εκύλισε κάμποσες φορές επάνω εις το έδαφος. Έπειτα, το σύννεφο αυτό, εφάνηκε σαν να κατεβαίνη προς τα κάτω χαμηλά κι από μέσα επρόβαλλε σε λίγο η μορφή του πατέρα μου, που είχε πεθάνει πριν είκοσι χρόνια. Ήταν, εις την ζωή του, ο πατέρας μου, ένας εξαίρετος άνθρωπος κ' είχεν υπηρετήσει τριάντα ολόκληρα χρόνια ως εκκλησιαστικός επίτροπος εις το χωριό μας.

«Προχώρησε προς το μέρος μου με μια έκφρασι γεμάτη θυμό και αγανάκτησι που με έκαναν να με κυριεύση μεγάλος φόβος. Γύρω εκεί είδα ακόμα, διάφορους σωρούς από ποικίλα πράγματα που είχα κατά διάφορες εποχές κλέψει. Η θέα τους μ' ετρομοκράτησεν ακόμη περισσότερο. Συγχρόνως εφάνηκε κι ο παππούς μου να έρχεται προς το μέρος μου, να δείχνη τον πρώτο σωρό και να λέη:

"Τι είναι αυτό; Τώρα θα το πληρώσης"! Τότε ξαφνικά το έδαφος εβούλιαξε κάμποσο γύρω μου κι άρχισε να με πιέζη απ' όλες τις πλευρές, τόσο σκληρά, ώστε δεν ημπορούσα να υποφέρω τον πόνο και την λιποψυχία που με κατέλαβαν. Εφώναξα: "Λυπήσου με". Αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έπειτα, για δεύτερη φορά, ο παππούς μου δείχνοντάς μου έναν άλλο σωρό επανέλαβε λέγοντας: "Τι είναι αυτό; Δώστε του μια σκληρότερη πληρωμή". Τότε αισθάνθηκα τόσο βίαιο και μαρτυρικό πόνο κι αγωνία που δεν ημπορούν να συγκριθούν με τίποτε παρόμοιο εις την γη.

«Τέλος ο παππούς μου έφερε κοντά μου το άλογο, που είχα κλέψει την προηγούμενη βραδυά. Και μου φώναξε: "Κι αυτό εδώ τι είναι; Βασανίσου, λοιπόν, τώρα όσο πιο σκληρότερα παίρνει"!

«Αποτέλεσμα των λόγων αυτών ήτο ένας τόσο σκληρός, τραχύς κ' εξαντλητικός πόνος, που είναι αδύνατον να περιγραφή. Ήταν σαν κάποιος να μου έβγαζε τους τένοντας απ' τις σάρκες μου, πράγμα που με έκανε να κόβεται η αναπνοή μου, απ' τον πόνο που ακολουθούσε. Αισθάνθηκα ότι δεν θα άντεχα πλέον κι ότι θα έμενα πια αναίσθητος εις τον λάκκον αυτό αλλά το άλογο την ίδια στιγμή μου έδωσε ένα λάκτισμα εις το μάγουλο, οπότε εξύπνησα τρέμοντας και σπαρταρώντας απ' τον φόβο σαν το ψάρι.

«Εν τω μεταξύ είχεν όχι μόνον ξημερώσει αλλ' είχε βγη και ο ήλιος δυο κοντάρια ψηλά εις τον ουρανό. Αυτόματα έκανα μια ακούσια κίνησι, πιάνοντας το μάγουλό μου, και είδα ότι ήτο πληγωμένο κ' έτρεχεν αίμα από την πληγή. Όλα τα μέρη επίσης του σώματός μου, που είχα δη εις τον ύπνο μου πως είχαν υποφέρει, τα αισθανόμουν σκληρά και πονεμένα σαν να τα είχαν τρυπήσει χιλιάδες βελόνες. Ευρισκόμουν σε κατάστασι τέτοιου τρόμου που δεν ημπορούσα να σηκωθώ. Το κτυπημένο μάγουλό μου έκανε αρκετό καιρό να περάση κι ακόμα μέχρι τώρα μπορείς να δης το σημάδι που άφησε. Να, κοίταξέ το, δεν υπήρχε πριν από το περιστατικό αυτό.

«Έτσι μετά από το τρομακτικό αυτό όνειρο με κατελάμβαναν συχνά τύψεις και τρόμος Μόνον που το θυμόμουν έτρεμα και η αγωνία κατελάμβανε την ψυχή και την καρδιά μου. Δεν ήξευρα τι να κάνω, πώς να εύρισκα κάποια γαλήνη να ηρεμούσα. Το χειρότερο, όμως, όσο περνούσεν ο καιρός τόσον εμεγάλωνε κι ο φόβος μου κ' η ταραχή.

Άρχισα να αισθάνωμαι ένα φόβο για τους ανθρώπους, γιατί με κατελάμβανε μια ντροπή για όσα είχα κάμει, νομίζοντας πως όλοι εγνώριζαν το ελεεινό μου παρελθόν. Δεν ημπορούσα πια ούτε να φάω ούτε να κοιμηθώ από αυτή την συνεχή οδύνη της ψυχής μου. Είχα καταντήσει σαν ένα σκιάχτρο. Εσκέφθηκα να παραδοθώ εις την αστυνομία και να ομολογήσω όλες τις κλοπές και τις απάτες μου. Ενόμιζα ότι ο Θεός θα με συγχωρούσε αν ελάβαινα τις ανάλογες τιμωρίες. Δεν είχα το θάρρος, όμως, να το κάμω γιατί φοβώμουν τις ταλαιπωρίες της φυλακής.

Έχασα ύστερα απ' όλα αυτά κάθε είδος υπομονής και παρηγοριάς και εσκέφθηκα να αυτοκτονήσω, αλλ' έπειτα είδα ότι θα ήταν περιττή η αυτοκτονία γιατί όσο περνούν οι ημέρες όλο και χάνω δυνάμεις, πιστεύω δε πως η ζωή που μου μένει είναι λίγη, επειδή οπωσδήποτε, έτσι όπως πάω, θα πεθάνω. Τώρα πηγαίνω εις το χωριό μου να ιδώ έναν ανεψιό μου και εκεί να πεθάνω εις το μέρος που εγεννήθηκα. Έχω έξη μήνες που ταξειδεύω, κάθε μέρα δε που περνά, με κάνει και περισσότερο αξιολύπητο. Τι λες εσύ, φίλε μου, για όλα αυτά; Τι πρέπει να κάνω; Αλήθεια! Είναι αδύνατο πια να υποφέρω περισσότερο»!