ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Μετάφρασις: Παντελεήμονος Καρανικόλα
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ από το 1986

23. σελ. 246-259

Ο Ιερεύς: Μήπως αυτού του είδους η μελέτη οδηγήση, άπειρα τυχόν πρόσωπα, σε πνευματικήν ηδυπάθεια, όπως θα μπορούσαμε να πούμε αυτήν την τάσι της ψυχής κατά την οποία επικρατεί ένα είδος αποκλειστικής αγάπης προς την εξαιρετική παρηγοριά και την γλυκύτητα της χάριτος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εκδηλούται η αγάπη του φιλάργυρου προς τα χρήματα; Δεν θα ήτο καλύτερο να προκύπτη οποιαδήποτε πνευματική εργασία από την ιδέα της υποχρεώσεως και όχι από την ιδέα της ανταποδόσεως και την ελπίδα του μισθού ο οποίος θα ακολουθήση;

Ο Καθηγητής: Νομίζω ότι οι θεολόγοι εις την περίπτωσι αυτή μας ειδοποιούν σχετικά με την αχορτασιά της πνευματικής ευτυχίας, αν και δεν θέλουν να απορρίπτουμε εντελώς την χαρά και την ευτυχία αυτήν απ' την καρδιά μας, επειδή, αν και η επιθυμία για ανταμοιβή δεν είναι τελειότης, όμως ο Θεός δεν απηγόρευσεν εις τους ανθρώπους να σκέπτωνται σχετικά με την ανακούφισι και με ανταμοιβές, πολλές δε φορές ο ίδιος χρησιμοποιεί την ιδέα της ανταποδώσεως για να παρακίνηση τον καθένα από εμάς εις την τήρησι της τελειοποιήσεως. «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου ?να ε? σοι γένηται καί ?να μακροχρόνιος γένη ?πί τ?ς γ?ς» (Έξ. 20,12).

Ο Κύριος επίσης καλώντας εις την τελειότητα τον νεανίσκον του λέει: «Ε? θέλεις τέλειος ε?ναι, ?πάγε πώλησόν σου τα ?πάρχοντα καί δός πτωχο?ς, καί ?ξεις θησαυρόν ?ν ο?ραν?» (Ματθ. 19,21). Ομιλώντας, λοιπόν, καθαρά για ανταπόδοσι, όπως και εις τα ακόλουθα λόγια του, «Μακάριοί ?στε ?ταν μισήσωσιν ?μ?ς ο? ?νθρωποι καί ?ταν ?φορίσωσιν ?μ?ς καί ?νειδίσωσι καί ?κβάλωσι τό ?νομα ?μ?ν ?ς πονηρόν ?νεκα το? υ?ο? το? ?νθρώπου· χάρητε ?ν ?κείν? τ? ?μέρα και σκιρτήσατε· ?δού γάρ ? μισθός πολύς ?ν το?ς ο?ρανο?ς» (Λουκ. 6,22-23). Έπειτα από αυτά νομίζω ότι ωρισμένη επιθυμία για ευχαρίστησι κατά την προσευχή της καρδιάς είναι κάτι απαραίτητο και αποτελεί τον τρόπο της αποκτήσεως και των δύο, δηλαδή και της ευτυχίας σ' αυτή, καθώς και της επιμελείας. Έτσι, λοιπόν, χωρίς αμφιβολία υποστηρίζεται σαφώς η πρακτική διδασκαλία εις αυτό το θέμα, το οποίον μόλις ακούσαμε από το στόμα σου, πάτερ μεγαλόσχημε.

Ο Μεγαλόσχημος: Ένας από τους μεγάλους θεολόγους, ο άγιος Μάρκος ο Αιγύπτιος, ομιλεί κατά τον καθαρώτερο δυνατό τρόπο εις το ζήτημα αυτό, ως εξής: «Όταν φυτεύουμε ένα κλήμα, το κάνουμε αυτό με την σκέψι και τον σκοπό να πάρουμε σταφύλια, όταν δε το κλήμα δεν αποδώση καρπό, τότε όλοι οι κόποι μας επήγαν χαμένοι. Έτσι συμβαίνει σχετικά με την προσευχή. Εάν, δεν αποβλέπουμε εις τον πνευματικό καρπό, δηλαδή εις την αγάπη, την ειρήνη, τη χαρά, την ανάπαυσι, οι μόχθοι γι' αυτήν είναι άσκοποι.

Γι' αυτό, λοιπόν, πρέπει να εκπληρώνουμε τα πνευματικά καθήκοντά μας, όπως είναι και η προσευχή, με τον σκοπό και την ελπίδα της απολαυής του καρπού, ο οποίος είναι η ειρήνη και η αγαλλίασις των καρδιών μας». Βλέπετε, λοιπόν, πόσο καθαρά ο Άγιος αυτός Πατήρ απαντά εις το ερώτημα αυτό για την προσευχή; Αλλ' επί πλέον αυτήν την στιγμή εθυμήθηκα κάτι το οποίο προ ολίγου χρόνου είχα διαβάσει από ένα βιβλίο κάποιου πνευματικού συγγραφέως, ότι δηλαδή, η φυσικότης της προσευχής διά τον άνθρωπο είναι η κυρία αιτία για να προσκλίνη κανείς προς αυτήν. Έτσι, η εξέτασις αυτής της υπάρξεως της προσευχής εις τον άνθρωπον, ως φυσικής καταστάσεως βοηθεί, κατά την γνώμην μου, εις την διέγερσιν της επιμελείας γι' αυτήν, θέμα για το οποίον τόσον αξιόλογα και ο Καθηγητής ενδιαφέρεται.

» Ας συνοψίσω τώρα με λίγα λόγια μερικά σημεία, τα οποία μου έκαναν εντύπωσι από εκείνο το σημειωματάριο. Ο συγγραφεύς π.χ. γράφει ότι το λογικό και η φύσις οδηγούν τον άνθρωπο εις την γνώσι του Θεού. Το πρώτον ερευνά το γεγονός κατά το οποίον τίποτε, καμμιά πράξις, δεν ημπορεί να γίνη χωρίς να την προξενήση μια αιτία. Κατά τον συλλογισμόν αυτόν ανεβαίνοντας εις την κλίμακα από τα χαμηλά προς τα υψηλότερα, φθάνουμε εις το συμπέρασμα, ότι η αιτία των πάντων, η πρώτη αιτία, είναι ο Θεός. Το δεύτερο δείχνει σε κάθε βήμα την θαυμαστή σοφία, την αρμονία, την τάξι, την διαβάθμισι και δίνει τα βασικά στοιχεία για την κλίμακα επίσης, η οποία οδηγεί από τις περιωρισμένες αιτίες εις την άπειρη και πρώτη αιτία.

Ώστε ο φυσικός άνθρωπος φθάνει δια φυσικού τρόπου εις την γνώσι του Θεού, δι' αυτόν δε τον λόγον ούτε υπήρξε ποτέ, ούτε υπάρχει, είτε λαός είτε και βάρβαρη φυλή χωρίς να έχη κάποια γνώσι περί Θεού. Αποτέλεσμα, λοιπόν, αυτής της γνώσεως, είναι το γεγονός ότι και ο πιο άγριος και απολίτιστος άνθρωπος, μη έχοντας καμμιά εξωτερική παρακίνησι, χωρίς καν να το θέλη, σηκώνει το βλέμμα του προς τον ουρανό, πέφτει εις τα γόνατά του, βγάζει έναν αναστεναγμό και για τον ίδιον ακατάληπτον, αλλ΄ αναγκαίο, και αισθάνεται απ' ευθείας ότι κάτι υπάρχει, κάτι το οποίον τον σπρώχνει προς τα άνω, τον παρακινεί, για να γνωρίση το άγνωστο.

Απ' αυτήν την βάσι αρχίζουν όλες οι φυσικές θρησκείες. Σχετικά δε μ' αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι η ουσία ή η ψυχή κάθε θρησκείας συνίσταται εις την μυστική προσευχή, η οποία εκδηλώνεται σε κάποιο είδος κινήσεως του πνεύματος, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσφορά προς το θείον, αν και λίγο πολύ, διεστραμμένη από το σκότος και την ακατανοησία, ως όργανο της κατωτέρας και όχι πνευματικής φύσεώς του».

Ο Πνευματικός: Σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου, αγαπητοί μου επισκέπται. Η αποχαιρετιστήριος αυτή συνομιλία υπήρξε μεγάλη ανακούφισις για μένα, με εδίδαξε δε και επλούτισε την πείρα μου με πολλά ωφέλιμα διδάγματα. Η χάρις του Θεού να είναι μαζί σας εις ανταμοιβήν της εποικοδομητικής σας αγάπης. Χωρίζουν όλοι.

Μέρος 12ο

Ο Προσκυνητής: Ο αγαπητός μου φίλος, ο καθηγητής και εγώ, δεν ημπορέσαμε να αντισταθούμε εις την επιθυμία να ξεκινήσουμε σήμερα για το ταξείδι μας. Πριν, λοιπόν, αναχωρήσουμε, θέλουμε να σας χαιρετήσουμε και να σας παρακαλέσουμε για τις προσευχές σας να μη μας ξεχνάτε σ' αυτές.

Ο Καθηγητής: Βεβαίως, η φιλία μας μαζί σας εσήμανε πολλά για μας και αποτέλεσμα αυτής ήταν η αποχαιρετιστήριος συνομιλία για τα πνευματικά ζητήματα, τα οποία τόσο μας εχαροποίησαν εδώ εις το σπίτι σας, μαζί με την συντροφιά των φίλων σας.

»Θα τα θυμώμεθα όλα αυτά πάντοτε και θα τα έχουμε εις την καρδιά μας, σαν υποθήκη χριστιανικής αγάπης, εις την μακρυνή χώρα προς την οποία κατευθυνόμεθα.

Ο Πνευματικός: Ευχαριστώ γιατί μ' εθυμηθήκατε. Είναι δε μαζί με τα άλλα, επί πλέον και μια ιδιαίτερη ευκαιρία η άφιξίς σας εδώ, γιατί υπάρχουν δυο ταξειδιώτες κοντά μου, ένας Μολδαυός μοναχός και ένας ερημίτης, ο όποιος έχει ζήσει σε σιωπή είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια σε ένα δάσος. Θέλουν να σας ιδούν, τους έχω δε καλέσει ήδη να έλθουν εις την παρέα μας. Νάτοι, ήλθαν κι όλας.

Ο Προσκυνητής: Ω! Πόσον ευλογημένη είναι η ζωή της μοναξιάς και πόσο κατάλληλη για να φέρνη την ψυχή σε αδιάσπαστην επαφή με τον Θεό! Το δάσος της σιωπής είναι σαν ένας Κήπος της Εδέμ εις τον οποίον το γλυκύτατο δένδρο της ζωής θάλλει, ριζωμένο εις την γεμάτη προσευχή καρδιά του ερημίτου. Εάν ημπορούσα να εξασφαλίσω την στοιχειώδη τροφή μου, τίποτε δεν θα ήτο δυνατόν να με κρατήση από την ζωή της οσιότητος εις την ερημιά.

Ο Καθηγητής: Το κάθε τι από μακρυά μας φαίνεται καλό και το επιθυμούμε, αλλ' η πείρα μάς διδάσκει ότι από κοντά τα πάντα, όσα πλεονεκτήματα κι αν έχουν, έχουν επίσης και τα μειονεκτήματά τους. Φυσικά εάν κάποιος είναι μελαγχολικός τύπος και προσκλίνει προς την ζωήν της σιωπής, τότε αυτού η μονήρης ζωή θα του φαίνεται ιδεώδης. Αλλά μια τέτοια ζωή, είναι, πάλι, γεμάτη από κινδύνους. Η ιστορία της ασκητικής ζωής έχει όχι ολίγα περιστατικά κατά τα οποία πολλοί ασκηταί και ερημίται έχοντας εντελώς αποξενωθή από την επικοινωνία με τους ανθρώπους, έπεσαν σε πλάνες μεγάλες και σε διάφορες πνευματικές διαστροφές.

Ο Ερημίτης: Πολύ εκπλήττομαι που ακούω αυτό το πράγμα να λέγεται συχνά και από μοναχούς και από θεοφοβούμενους ανθρώπους, ότι δηλαδή πολλοί οι οποίοι αγαπούν την ζωή της μονώσεως και εφαρμόζουν την εσωτερική προσευχή, δήθεν κινδυνεύουν να φθάσουν σε επιζήμιες υπερβολές ή πνευματικές διαστροφές και να καταστραφούν. Αυτός ο φόβος και αυτή η νοοτροπία κάνουν πολλούς να φοβούνται να «αποταχθούν» και να ακολουθήσουν την κλήσι του Θεού προς την ψυχή των.

«Επικαλούνται ωρισμένα περιστατικά μόνο και μόνο για να ανακόψουν, και εις τον εαυτόν τους και εις τους άλλους, τον ζήλον για την μακάρια ζωή της ασκήσεως και της εσωτερικής προσευχής.

«Κατά την γνώμην μου, αυτό είναι αποτέλεσμα δύο αιτίων, τα οποία είναι, είτε αδυναμία κατανοήσεως του έργου αυτού, καθώς και έλλειψις πνευματικού φωτισμού, είτε αδιαφορία προς τις αληθινές πνευματικές επιτεύξεις, η οποία αδιαφορία γεννά την ζήλεια, μήπως άλλοι φθάσουν σε πνευματικά ύψη, οπότε θα είναι δυνατή η σύγκρισις του ύψους εις το οποίον έφθασαν μερικοί, με τα χαμηλώματα των τόπων εις τα οποία εκείνοι που κατηγορούν, περιορίζονται.

«Είναι αλήθεια ότι όλοι αυτοί οι οποίοι φέρονται κατ' αυτόν τον τρόπον δεν ερεύνησαν ποτέ την διδασκαλία των αγίων Πατέρων εις αυτό το ζήτημα, επειδή είναι γεγονός, ότι κατηγορηματικά διδάσκουν πως αυτός που επικαλείται τον Θεόν δεν είναι ούτε να φοβήται ούτε να αμφιβάλλη. Εάν μερικοί ερημίται έτυχε να πέσουν σε ακατανόητες υπερβολές και σε φανατισμό, τούτο εγινεν εξ αιτίας ή υπερηφάνειας ή στερήσεως οδηγού ή τέλος δια τον λόγον ότι εξέλαβαν ως πραγματικές, διάφορες ψευδοοράσεις που ήσαν αποτέλεσμα ή της φαντασίας των ή απάτης του σατανά.

«Εάν ήλεγχαν τον εαυτόν τους με πραγματική διάθεσι και ταπείνωσι θα αντελαμβάνοντο εξ ιδίας πείρας τον πραγματικό στέφανον της δόξης, συνεχίζουν οι Πατέρες, επειδή η βοήθεια εκ μέρους του Θεού έρχεται απαλή και προστατευτική όταν ένα τέτοιο πράγμα παρέχεται από τον Θεόν εις τον άνθρωπο. Έχε θάρρος. Εγώ είμαι μαζί σου. Μη φοβείσαι, λέγει προτρέποντας ο Ιησούς Χριστός. Ως εκ τούτου, το να μη ησυχάζη κανείς και να αισθάνεται φόβον δια την εσωτερικήν ζωήν, με την προφασιστικήν ιδέαν του κινδύνου της δήθεν πτώσεως εις πλάνας, τούτο είναι, μάταιο, αστήρικτο και άτοπο.

«Η ταπείνωσις, αποτέλεσμα της συναισθήσεως των αμαρτιών μας, το άνοιγμα της ψυχής μας εις ένα πνευματικόν οδηγό και η "αμορφία" εις την προσευχήν, είναι η τριπλή και ισχυρή άμυνα εναντίον των ενδεχομένων παραπλανήσεων, δια τας οποίας μερικοί αισθάνονται τόσον φόβον ώστε δεν καταπιάνονται με την ενεργητικότητα του νου.

«Συνήθως αυτοί οι άνθρωποι θεωρούν τους εαυτούς των εκτεθειμένους σε πειρασμούς, όπως τα κατωτέρω σοφά λόγια του Φιλόθεου του Σιναΐτου μας λέγουν: "Υπάρχουν μερικοί μοναχοί οι οποίοι δεν εννοούν την απάτην του ιδικού των νου, η οποία απάτη είναι έργον του διαβόλου και προσκολλώνται με επιμέλεια σε ένα είδος ενεργητικότητος, όπως π.χ. εις τις εξωτερικές καλές πράξεις, σχετικά δε με τον νου, δηλαδή όσον αφορά εις την εσωτερική πνευματικήν εμβάθυνσι, λίγη δίνουν φροντίδα, τούτο δε διότι δεν έχουν ούτε φωτισμόν ούτε γνώσιν, σχετικά με αυτό το μεγάλο ζήτημα". "Κι όταν ακόμη οι, σαν τους πάρα πάνω, άνθρωποι, ακούουν για άλλους ότι η χάρις ενεργεί και εργάζεται εσωτερικά μέσα εις αυτούς που φροντίζουν, εξ αιτίας της ζήλειας των, θεωρούν την ενέργειαν αυτή της χάριτος ότι είναι αυταπάτη", διακηρύσσει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης».

Ο Καθηγητής: Επιτρέψατέ μου να σας υποβάλλω μίαν ερώτησι. Φυσικά η επίγνωσις των διαφόρων αμαρτημάτων ενός εκάστου καθίσταται προσιτή όταν ο καθένας ερευνά τον εαυτόν του. Αλλά πώς είναι δυνατόν να έχη επιτυχία κανείς όταν δεν διαθέτει ένα πνευματικόν οδηγό, ο οποίος θα τον καθοδήγηση ως προς την εσωτερική ζωήν, από την ιδικήν του πείρα, ανοίγοντας την καρδιά του εις τον μαθητευόμενον και κερδίζοντας εκείνου την ψυχή, με αποτέλεσμα να εμφυτευθή εις τον ακόμη ατελή, η ορθή και αξιόπιστη γνώσις περί της πνευματικής ζωής;

»Σε παρόμοια περίπτωσι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα ήτο καλύτερο να μη επιχείρηση κανείς την πνευματικήν εμβάθυνσι καθόλου, παρά να την αρχίση χωρίς την καθοδήγησι κάποιου ο οποίος να είναι έμπειρος; Επί πλέον, για μένα, δεν είναι καταληπτόν, πώς ένας ο οποίος θέτει τον εαυτόν του εις την παρουσία του Θεού, είναι δυνατόν να τηρήση τελείαν "αμορφίαν". Αυτό δεν είναι φυσικόν επειδή ως προς την ψυχήν, ή το μυαλό μας δεν ημπορούν να φέρουν και να παρουσιάσουν εις την φαντασίαν τίποτε χωρίς αυτό να έχη κάποια μορφή. Η τελεία "αμορφία", λοιπόν, φαίνεται, κατά την γνώμη μου, μάλλον αδύνατη.

«Αλλά γιατί τάχα; Όταν ο νους μας προσκολλάται εις τον Θεόν δεν θα μπορούσαμε να θέσουμε εις την φαντασίαν μας, τον Ιησούν Χριστόν, ή την Αγία Τριάδα, κ.ο.κ.»;

Ο Ερημίτης: Η καθοδήγησις ενός πνευματικού οδηγού, ο οποίος θα είναι γνώστης εκ πείρας των πνευματικών αυτών ζητημάτων και προς τον οποίον ο μαθητευόμενος θα δύναται να ανοίγη, χωρίς κανένα εμπόδιο, την καρδιά του με εμπιστοσύνη, δε θα λέη και τους λογισμούς οι οποίοι τον συναντούν κατά το διάστημα της διαβάσεώς του επάνω εις το μονοπάτι της εσωτερικής ζωής, είναι από τα πιο απαραίτητα για όποιον εφαρμόζει την προσευχή της καρδιάς κ' έχει περάσει μέσα εις τα όρια της ζωής της σιωπής. Ακόμη, εις περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι αδύνατο να εύρη κανείς ένα τέτοιον άνθρωπον, οι ίδιοι οι άγιοι Πατέρες κάμουν εξαίρεσι σχετικά με αυτό. 

Ο Νικηφόρος ο Έγκλειστος μας ομιλεί καθαρά ως προς αυτό, με τα εξής λόγια: «Κατά το διάστημα της εφαρμογής της εσωτερικής ενεργείας της καρδιάς ένας γνήσιος και κατηρτισμένος Πνευματικός Οδηγός είναι απαραίτητος. Εάν δεν ευρίσκεται εύκολα, θα επιμείνη κανείς και θα ψάξη για να εύρη τον καλύτερο. Εάν και τότε καταστή αδύνατο να ευρεθή, πρέπει με άκρα ταπείνωσιν ο ενδιαφερόμενος να ζητήση του Θεού την βοήθεια και να καταφύγη για καθοδήγησι εις τα συγγράμματα που περιέχουν την διδασκαλίαν των αγίων Πατέρων, αφού συγχρόνως συμβουλεύεται σχετικά και τον Λόγον του Θεού, όπως είναι διατυπωμένος εις τας Αγίας Γραφάς.

«Πρέπει, κανείς, επίσης, να λάβη υπ' όψιν του το γεγονός ότι αυτός ο οποίος θέλει να αποκτήση καλωσύνη και ενδιαφέρεται για τον ζήλο, ημπορεί να πάρη κάτι τι ωφέλιμο από κατάλληλες συμβουλές απλοϊκών ανθρώπων επειδή οι άγιοι Πατέρες μας βεβαιώνουν ότι εάν με πίστι και με καλή προαίρεσι υποβάλλουμε μίαν ερώτησιν, ακόμη και προς ένα Σαρακηνόν, ημπορεί αυτός να μας δώση αξιόλογες συμβουλές. Εάν πάλι, αντίθετα, ζητήση κανείς συμβουλές έ'στω κι από ένα προφήτη, χωρίς, όμως, πεποίθησι και καλοπιστίαν, ασφαλώς δεν θα μείνη ικανοποιημένος. Υπάρχει σχετικά με την πάρα πάνω υπόθεσι ένα περιστατικό με τον άγιο Μακάριο τον Μέγα, τον Αιγύπτιο, προς τον οποίον ένας απλός και αγράμματος χωρικός, έδωσε κάποτε μιάν εξαίρετη εξήγησιν που έβγαλε εντελώς τον άγιο, από την κατάστασι μιας θλίψεως η οποία τον κατείχε.

«Σχετικά με την "αμορφία", που είναι η αποφυγή χρησιμοποιήσεως της φαντασίας και η μη παραδοχή οιασδήποτε μορφής κατά το διάστημα της πνευματικής απορροφήσεως, έστω και αν η μορφή αυτή είναι είτε φως, είτε άγγελος, είτε ο Χριστός, είτε οποιοσδήποτε άγιος, δηλαδή σχετικά με την εξοστράκισι κάθε είδους ονειροπολήσεως, είναι σύμφωνοι οι πεπειραμένοι Πατέρες δια τον εξής λόγον, ο οποίος δεν είναι άλλος, ειμή το γεγονός ότι η φαντασία πολύ εύκολα ημπορεί να ενσαρκώση, ή με άλλα λόγια, να δώση ζωή εις ό,τι ο νους μας παρουσιάζει, εις τρόπον ώστε αυτός που δεν διαθέτει πολλήν πείρα, να κινδυνεύση να εκλάβη τις φαντασιώσεις αυτές, ως σημεία και οράματα τα οποία είναι δήθεν γεννήματα της θείας Χάριτος και να πέση έτσι σε αυταπάτη, συγχρόνως δε να λησμονήση την Αγία Γραφή η οποία μας προειδοποιεί ότι είναι δυνατόν, προκείμενου να πλανήση τους ανθρώπους ο Σατανάς να μετασχηματισθή ακόμη και εις άγγελον φωτός.

Το ότι ο νους μας κατά τρόπον φυσικό και εύκολον ημπορεί να ευρεθή εις μία κατάστασιν "αμορφίας" και να διατηρηθή έτσι, ακόμη και όταν συλλογίζεται την παρουσία του Θεού, φαίνεται από το γεγονός ότι η δύναμις της φαντασίας δύναται με τρόπον εμφανή να παρουσίαση ένα πράγμα κατά τον τρόπον της "αμορφίας" και να διατηρήση την παρουσία του για ένα διάστημα. Παράδειγμα σχετικό είναι η παρουσία εις τις ψυχές μας, του αέρος ή της θερμότητος ή του ψύχους. Όταν π.χ. αισθάνεσαι κρύο ημπορείς να έχης μια ζωντανή ιδέα της θερμότητος εις το μυαλό σου, αν και η θερμότης δεν έχει σχήμα ούτε είναι αντικείμενον της οράσεως κι ούτε ημπορεί να μετρηθή από το φυσικον αίσθημα ενός ανθρώπου ο οποίος κρυώνει.

»Κατά τον ίδιον τρόπον η πνευματική και ακατάληπτος ύπαρξις του Θεού, ημπορεί να παρουσιασθή εις τον νουν και να αναγνωρισθή από την καρδιά, σε απόλυτη "αμορφία"».

Ο Προσκυνητής: Κατά το διάστημα των ταξειδιών μου συναντήθηκα με ανθρώπους, αφωσιωμένους εις τον Θεόν, ανθρώπους οι οποίοι ζητούσαν την σωτηρία και οι οποίοι μου είπαν ότι εφοβούντο πολύ να ασχοληθούν με την εσωτερική ζωή, που την απέκρουαν ως απλή φαντασίωσι.

»Σε μερικούς απ' αυτούς εδιάβασα από την "Φιλοκαλία" την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου, με κάμποση ωφέλεια κ' η οποία έχει ως εξής: "Η ενέργεια της καρδιάς δεν είναι δυνατόν να είναι φαντασίωσις, όπως ημπορεί να συμβή με το μυαλό. Επειδή, όταν ο εχθρός θέλη να μετατρέψη την θερμότητα της καρδιάς εις το ιδικόν του αδέσποτο πυρ, ή να μεταλλάξη τη χαρά της καρδιάς σε παχυλές απολαύσεις των αισθήσεων, η ησυχία, η πείρα και το συναίσθημα το ίδιο, θα αποκαλύψουν την τεχνική και το βάθος ακόμη και προς αυτούς οι οποίοι δεν είναι πολύ διαβασμένοι. Έχω συναντήσει επίσης μερικούς ανθρώπους οι οποίοι, δυστυχώς, παρ' ότι εγνώρισαν την οδό της σιωπής και της προσευχής της καρδιάς, επειδή συνήντησαν ένα εμπόδιο ή την θλίψι μιας εφάμαρτης αδυναμίας, εσταμάτησαν την εσωτερική ενεργητικότητα της καρδιάς, την οποίαν είχαν γνωρίσει».

Ο Καθηγητής: Μάλιστα. Αυτό είναι πολύ φυσικό. Έχω κ' εγώ πείρα του ιδίου πράγματος, όταν πολλές φορές, κατά διάφορα διαστήματα, εξέφυγα από το εσωτερικό αυτό σχήμα του νου ή όταν έκανα κάποια αμαρτία κάνω δε την εξής σκέψι. Εφ' όσον η εσωτερική προσευχή της καρδιάς, είναι κάτι τι το άγιον, είναι ένωσις με τον Θεό, δεν πρέπει να είναι απαράδεκτο και δεν πρέπει να αποφύγη κανείς να τολμήση, να φέρη τα άγια, μέσα σε μια αμαρτωλή καρδιά, εκτός εάν την αγνίση πρώτα με σιωπηρή συντριβή και μετάνοια και γενικά την προπαρασκευάση κατάλληλα για την επικοινωνία με τον Θεό; Δεν είναι καλύτερα να είναι κανείς βουβός ενώπιον του Θεού παρά να του προσφέρη άσκοπες λέξεις και μάλιστα μέσα από μια καρδιά η οποία είναι το σκοτάδι και η ακαταστασία;

Ο Μοναχός: Είναι μεγάλο κρίμα ότι σκέπτεσαι κατ' αυτόν τον τρόπο. Αυτό είναι απελπισία η οποία είναι η χειρότερη από τις αμαρτίες και αποτελεί το ισχυρότερον όπλο του άρχοντος του σκότους, εναντίον μας. Η διδασκαλία των πεπειραμένων αγίων Πατέρων μας, σχετικώς με αυτό, είναι εντελώς διαφορετική. Ο Νικήτας Στηθάτος λέει ότι εάν έχη κανείς πέσει και έχει βυθισθή μέσα και εις τα βάθη ακόμη του κακού της Κολάσεως, πάλι δεν πρέπει να απελπίζεται, αλλά γρήγορα να στρέψη το βλέμμα του προς τον Θεό κ' Εκείνος γοργά θ' αναστήση την πεσμένη του καρδιά και θα της δώση περισσότερη δύναμι απ' όση πρώτα είχε.

Έτσι μετά από κάθε πτώσι και κάθε τραύμα της καρδιάς από αμαρτία, αυτό που έχει να κάνη κανείς είναι να θέση αμέσως την καρδιά του εις την παρουσία του Θεού για θεραπεία και καθαρμό, ακριβώς όπως όταν ωρισμένα αντικείμενα έχουν μολυνθή ή μουχλιάσει, τα εκθέτουμε εις την δύναμι των ηλιακών ακτίνων, οι οποίες με την ισχύ τους τα ξεμουχλιάζουν, τα καθαρίζουν, τα ξεβρωμίζουν. Πολλοί πνευματικοί συγγραφείς μιλούν θετικά γι' αυτόν τον εσωτερικόν αγώνα εναντίον των εχθρών της σωτηρίας, που είναι τα πάθη μας. 

Εάν τραυματίζεται κανείς έστω και χίλιες φορές και πάλι δεν πρέπει με κανένα τρόπο να σταματήση την ζωοποιό ενέργεια, δηλαδή την επίκλησι του Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι παρών εις την καρδιά του καθενός μας. Οι πράξεις μας, όχι μόνον δεν πρέπει να μας απομακρύνουν από την όδευσί μας μέσα εις την παρουσία του Θεού, ή να μας απωθούν από την εσωτερική προσευχή με αποτέλεσμα την ανησυχία, την θλίψι, την απογοήτευσι, αλλά πρέπει όσο το δυνατόν περισσότερο να μας πλησιάζουν προς τον Θεό. Το παιδάκι, που η μητέρα του το διδάσκει τα πρώτα βήματα, περπατάει ένα γύρω κοντά της, μόλις δε αισθανθή να κλονίζωνται τα βήματά του τρέχει και στηρίζεται πιάνοντας τα φορέματά της, χωρίς χρονοτριβή.