ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ

ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Μετάφρασις: Παντελεήμονος Καρανικόλα
Εκδόσεις ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ από το 1986

24. σελ. 259-272 τελος

Ο Ερημίτης: Νομίζω, σχετικά με το πνεύμα της απελπισίας και τις σκέψεις της αγωνίας και της αμφιβολίας, ότι εύκολα όλα αυτά προκαλούνται από την ακαταστασία του νου και την αποτυχία του, να καθοδηγήση την σιωπηλή εσωτερική ζωή. Οι παλαιοί Πατέρες με την θεία σοφία τους ενικούσαν την απελπισία και ελάμβαναν εσωτερικό φωτισμό και δύναμι από την ελπίδα προς τον Θεό, δια της ειρηνικής σιωπής και της μονώσεως, μας έδωσαν δε σοφή διδασκαλία την εξής ωφέλιμη συμβουλή: «Μείνε σιωπηλός εις το κελλί σου κι αυτό θα σε διδάξη τα πάντα».

Ο Καθηγητής: Έχω τέτοια εκτίμησι σ' εσάς, ώστε άκουσα με μεγάλη χαρά την από μέρους σας κριτικήν ανάλυσι των ιδικών μου σκέψεων περί της σιωπής, την οποίαν τόσο πολύ εκθειάζετε και περί της ωφελείας της ζωής της μονώσεως, την οποίαν οι ερημίται με τόση πολλήν αγάπη ζουν. Καλά, αλλά σκέπτομαι και το εξής:

»Εφ' όσον όλοι οι άνθρωποι, σύμφωνα με φυσικόν νόμο τον οποίον ώρισεν ο Θεός, εξαρτώνται ο ένας από τον άλλο και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένοι εις την ζωή τους να βοηθή ο ένας τον άλλον, να εργάζεται ο ένας για τον άλλον, να υπηρετή ο ένας τον άλλον, αυτή η αλληλοβοήθεια δεν είναι σημαντικός παράγων της ευτυχίας των ανθρώπων και δεν δείχνει του καθενός την αγάπη προς τον πλησίον; Ο ερημίτης όμως και οπαδός της σιωπής, που έχει εγκαταλείψει την ανθρωπίνη κοινωνία με ποιόν τρόπο με την απραξία την οποία έχει καθιερώσει, ημπορεί να υπηρετήση τον συνάνθρωπό του και να συμβάλη εις την ευτυχία του συνόλου; Νομίζω ότι καταστρέφει εντελώς εις τον εαυτόν του τον νόμον του δημιουργού, ο οποίος αφορά εις την δι' αγάπης ένωσιν, κατά τον τρόπον του καθενός, καθώς και εις την ευεργετικήν επίδρασι εις την αδελφότητα, την κοινότητα των ανθρώπων.

Ο Ερημίτης: Εφ' όσον η άποψίς σας αφορά εις την σιωπήν είναι λανθασμένη και το συμπέρασμα εις το οποίον καταλήξατε δεν είναι δυνατόν να είναι ορθόν. Ας το ιδούμεν, όμως, εις τας λεπτομερείας του, το ζήτημα αυτό: 1) Ο άνθρωπος ο οποίος έχει εκλέξει να ζη σε σιωπηρή μόνωσι, δεν ζη καθόλου σε κατάστασιν απραξίας και οκνηρίας, απεναντίας δε ευρίσκεται σε ύψιστο σημείο ενεργητικότητος, πολύ μεγαλυτέρας μάλιστα αυτής, την οποίαν αναπτύσσει ένας ο οποίος ζη μέσα εις την ανθρώπινη κοινωνία. Χωρίς κατάπαυσιν, ενεργεί σύμφωνα προς την λογική του φύσιν, αγρυπνεί διανοητικά, διανοείται συνεχώς και με άγρυπνο μάτι παρακολουθεί την πνευματική πρόοδό του και την ηθική του ύπαρξιν. Αυτός είναι ο πραγματικός και ορθός σκοπός της σιωπής. 

Με αυτόν, όμως, τον τρόπον, ο αναχωρητής υπηρετώντας την τελειοποίησίν του, εξυπηρετεί και άλλους διά τους οποίους η αδιάσπαστη βύθισις εις τον εαυτόν του για την ηθική τους εξέλιξιν, είναι αδύνατος. Αυτός, λοιπόν, που φρουρεί τον εαυτόν του εις την σιωπήν και επικοινωνεί κατ' αυτήν με την εσωτερική του πείραν, είτε με λόγους σε εξαιρετικές περιστάσεις, είτε με συγγραφάς, προάγει τα πνευματικά πλεονεκτήματα και αυτά που αφορούν εις την σωτηρίαν των αδελφών του. 

Προσφέρει δε περισσότερες και μάλιστα υψηλοτέρας μορφής υπηρεσίες, απ' ό,τι θα προσέφερεν ένας άλλος σε ευεργεσίες και αγαθοεργίες, επειδή όσα βοηθήματα κι αν μοιράση κανείς εις τους διαφόρους πάσχοντας ουδέποτε θα επαρκέσουν, ενώ εκείνος ο οποίος ημπορεί να προσφέρη ηθικές ευεργεσίες και υπηρεσίες, βοηθώντας εις την τελειοποίησιν την πνευματικήν των ανθρώπων, καθίσταται ευεργέτης του συνόλου. 

Η πείρα του και η διδασκαλία του μεταδίδεται από γενεάς εις γενεάν και έτσι εμείς σήμερα ημπορούμε και ωφελούμεθα από πείρα, διδασκαλία και αρετή, που ακμάσανε και σε παλαιές εποχές ακόμη. Αυτή η ευεργεσία δεν διαφέρει, νομίζω, καθόλου από την χριστιανικήν αγάπη, μάλιστα δε, θα έλεγα, ότι μάλλον την ξεπερνά. 

2) Η ευεργετική και χρησιμωτάτη επίδρασις του ανθρώπου, ο οποίος τηρεί την σιωπή με τους πλησίον αυτού, δεν φαίνεται μόνον από την τρανήν απόδειξι περί του πόση δύναμιν ημπορεί να αποκτήση ο άνθρωπος επάνω εις τον εαυτόν του, καθώς και πόση κυριαρχίαν εις τα πάθη του, αλλ' επί πλέον, με το ζωντανό παράδειγμα της αυταπαρνήσεως ωφελεί τον προσεκτικό και καλόπιστο χριστιανό, διδάσκοντάς τον την ανάγκη, της περισσοτέρας κυριαρχίας εις τις αδυναμίες του, και το απαραίτητο, της πυκνοτέρας εντρυφήσεώς του εις την μελέτη του νόμου του Θεού. Ο χριστιανός που ζη εις τον κόσμον, ακούγοντας για τον αφωσιωμένον ερημίτη και την αγία ζωή του, αισθάνεται κι αυτός την ανάγκη να ζήση μια ενάρετη ζωή, συλλογίζεται ότι ο άνθρωπος είναι ένα φύσημα ανέμου, ένα πέταγμα πουλιού επάνω εις την γη, τέλος δε διδάσκει ότι είναι δυνατόν ο άνθρωπος με την προσπάθεια, με την νοερά προσευχή και την χάρι του Θεού να φθάση σε τέτοιο ύψος πνευματικότητος, ώστε να μπορή από μακρυά να ατενίζη κάπως την πλήρη πνευματικότητα, την οποίαν είχαν οι πρωτόπλαστοι εις τον Παράδεισο, μόλις εβγήκαν από τα χέρια του Δημιουργού. Ο σιωπηρός ασκητής διδάσκει με την σιωπή του και οικοδομεί περισσότερον ίσως απ' ό,τι θα εδίδασκε με τα λόγια του. 

3) Όλες οι πάρα πάνω ωφέλειες εκπηγάζουν από την γνήσια σιωπή η οποία φωτίζεται και αγιάζεται από το φως της Χάριτος. Αλλ' εάν ο τηρητής της σιωπής δεν έχει αποκτήσει αυτές τις δωρεές της Χάριτος, οι οποίες τον αναδεικνύουν φως δια τον κόσμον, κ' επίσης όταν ακόμη εμπήκε εις την οδόν της σιωπής με τον σκοπόν να κρύψη τον εαυτόν του, τούτο δε εξ αιτίας κλίσεώς του προς την αφροντισίαν, και τότε ακόμη, προξενεί μεγάλο καλό εις τους συνανθρώπους του, ακριβώς όπως ο κηπουρός που με το κλάδεμα των διαφόρων ξερών και παρασιτικών κλαδιών, καθαρίζει τα δένδρα, ώστε οι υπόλοιποι κλάδοι δυναμώνοντας, να μπορέσουν ασφαλέστερα να καρποφορήσουν. Αυτό ασφαλώς δεν είναι ολίγη ωφέλεια.

«Γενικά, τέλος, είναι σπουδαίο το όφελος από το γεγονός ότι ο αφιερωμένος εις την μονήρη ζωήν εκλεκτός, προξενεί την εξασθένησι της δυνάμεως των διαφόρων πειρασμών οι οποίοι θα ήτο δυνατόν να έχουν καταστρεπτικό πνευματικό και ηθικόν αποτέλεσμα εις την κοινωνίαν των συνανθρώπων του, με την οποίαν έρχεται εις επαφήν. Για το θέμα της αξίας της σιωπής ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος εκφράζεται ως εξής: "Εάν από την μια μεριά βάλουμε όλες τις πράξεις της ζωής αυτής και από την άλλη πλευρά θέσουμε την σιωπή θα ιδούμε ότι η ζυγαριά θα γείρη προς το μέρος της δευτέρας. Μη θέτης αυτούς οι οποίοι επιτελούν σημεία και κάνουν αξιοθαύμαστα πράγματα εις τον κόσμον, με εκείνους οι οποίοι τηρούν την σιωπή και κατέχουν γνώσι. Αγάπα την απραξία της σιωπής περισσότερο απ' ό,τι ο ποτισμένος με την φιλαργυρία ποθεί τον χρυσό, αγάπα την επιστροφή των ανθρώπων προς τον Θεό. Είναι προτιμότερο να κόψης τους ιδικούς σου δεσμούς προς την αμαρτία, από το να ελευθέρωσης δούλους από τα δεσμά της δουλείας τους". Αλλ' επί πλέον και διάφοροι σοφοί συνέβη να αναγνωρίσουν την αξία της σιωπής. 

Η φιλοσοφική σχολή των Νεοπλατωνικών, η οποία απέκτησε πολλούς οπαδούς κάτω από την καθοδήγησι του φιλοσόφου Πλωτίνου, ανεβίβασε σε μέγα βαθμό την εσωτερική θεωρητική ζωή, την οποία, όμως, κατώρθωναν ιδιαιτέρως δια της σιωπής. Ένας πνευματικός συγγραφεύς γράφει, ότι εάν το κράτος συμβή να φθάση σε ύψιστο βαθμό παιδείας και ηθικής και πάλιν έχει ανάγκη να έχη ανθρώπους για την πνευματική θεωρία, η οποία, μαζί με τις άλλες υπηρεσίες των πολιτών, θα χρησιμεύση εις την διατήρησι του πνεύματος της αληθείας, το οποίον λαμβάνεται από τις προηγούμενες γενεές και παραδίδεται εις τις επόμενες. Τέτοια άτομα εις την Εκκλησίαν είναι οι Ερημίται, οι Έγκλειστοι, οι Αναχωρηταί».

Ο Προσκυνητής: Νομίζω ότι κανείς δεν απέδωσε τόσον αληθινά την αξία της υπεροχής της σιωπής, όσον ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, όταν έγραψε: «Η σιωπή είναι η μητέρα της προσευχής, είναι μία επιστροφή από την αιχμαλωσία της αμαρτίας, είναι η αυθόρμητη επιτυχία εις την αρετή, είναι μία συνεχής άνοδος προς τους ουρανούς». Αλλά και ο Ιησούς Χριστός, ο ίδιος, θέλοντας να μας δείξη τα πλεονεκτήματα και την αναγκαιότητα της μονώσεως με σιωπή, συχνά άφηνε για λίγο το δημόσιο κήρυγμά του και ανεχώρει σε σιωπηλά μέρη για προσευχή και ησυχία.

»Οι σιωπηλοί θεωρητικοί Πατέρες, είναι σαν τους στύλους και υποστηρίζουν την βαθειά ευσέβεια της Εκκλησίας, δια της μυστικής και συνεχούς προσευχής των. Βλέπει κανείς, λοιπόν, και κατά το απώτερον παρελθόν, διαφόρους κοινούς ανθρώπους καθώς και ευγενείς, τέλος δε και βασιλείς, να πηγαίνουν για να επισκεφθούν διαφόρους ερημίτας και ανθρώπους αφιερωμένους εις την σιωπή και να τους παρακαλούν θερμά να προσεύχωνται γι' αυτούς και την ενίσχυσί των εις την σωτηρίαν. 

Ώστε ο σιωπηλός έγκλειστος, ο ερημίτης και ο αναχωρητής, ημπορούν να υπηρετούν τον πλησίον τους και να βοηθούν εις την πρόοδον της κοινωνίας και την ευτυχίαν της, με την αδιάπτωτη, γι' αυτήν, προσευχή τους».

Ο Καθηγητής: Τώρα υπάρχει ακόμη κάτι το οποίο δεν κατορθώνω εύκολα να το καταλάβω. Υπάρχει γενική συνήθεια μεταξύ όλων μας των χριστιανών, να παρακαλούμε ο ένας τον άλλον για προσευχές προς τον Θεό, να θέλουμε ο ένας τις προσευχές του άλλου και να εκδηλώνουμε πεποίθησι για τις προσευχές ωρισμένων μελών της Εκκλησίας.

Δεν είναι αυτό, όμως, μία σαφής εκδήλωσις φιλαυτίας; Δεν είναι επίσης αυτό μια απλή συνήθεια την οποία επαναλαμβάνουμε ακούσια, μόνο και μόνο γιατί ακούμε τους άλλους να παρακαλούν για ενθύμισιν εις τις προσευχές, ο ένας τον άλλο; Χρειάζεται πράγματι ο Θεός την ανθρώπινη παράκλησιν, αφού Εκείνος προβλέπει για τα πάντα και ενεργεί σύμφωνα με την ευλογημένη Πρόνοιά Του κι όχι κατά τις ιδικές μας επιθυμίες, επειδή γνωρίζει και διευθετεί τα πάντα, προτού ακόμη λάβουν χώραν οι παρακλήσεις μας, όπως άλλωστε το λέει και το Άγιον Ευαγγέλιό Του; Είναι δυνατόν η προσευχή, έστω και πολλών ανθρώπων, να καταστή ισχυρότερη και να υπερισχύση των αποφάσεών Του; Ημπορεί δε να κάνη το ίδιο η προσευχή ενός μόνου προσώπου; Δεν θα γινόταν εις αυτήν την περίπτωσιν ο Θεός ακροατής του καθενός ανθρώπου; Είναι δε ακόμη δυνατόν, να με σώση πραγματικά, η προσευχή ενός τρίτου προσώπου, όταν όλες οι ενδείξεις είναι αντίθετες από τον σκοπό της παρακλήσεώς μου προς εκείνον, για την συμπερίληψί μου εις την προσευχή του;

«Νομίζω ότι η προτροπή μεταξύ διαφόρων προσώπων, για προσευχή, του ενός υπέρ του άλλου προς τον Θεόν, δεν είναι παρά μια ευσεβής έκφρασις χριστιανικής αβρότητος, η οποία δείχνει σημεία ταπεινοφροσύνης με αυτό που εκδηλώνεται ως επιθυμία προτιμήσεως εις την προσευχήν, αυτού ή εκείνου».

Ο Μοναχός: Εάν κανείς κρίνη επιπόλαια και εξωτερικά το ζήτημα αυτό, τότε, φυσικά, καταλήγει σε πρόχειρα συμπεράσματα, σαν το πάρα πάνω. Αλλ' ο πνευματικός σκοπός, ευλογημένος από το φως της θρησκείας και εξησκημένος με την πείρα της εσωτερικής ζωής, προχωρεί πολύ βαθύτερα, θεωρεί τα πνευματικά καθαρώτερα και μυστηριωδώς αποκαλύπτει κάτι εντελώς διαφορετικό απ' ό,τι διετυπώσατε προηγουμένως. 

Έτσι, λοιπόν, για να το εννοήσουμε αυτό πληρέστερα και συντομώτερα, ας πάρουμε ένα παράδειγμα και ας βεβαιώσουμε την αλήθειά του από τον Λόγον του Θεού. Ας υποθέσουμε ότι ένας μαθητής έρχεται σε έναν ωρισμένο διδάσκαλο για να μαθητεύση, αλλ' οι όχι μεγάλες ικανότητές του, η οκνηρία και η αδυναμία του να συγκεντρωθή εις τον εαυτόν του, τον εμποδίζουν από την επιτυχία εις τις σπουδές του και τον θέτουν εις την κατηγορία των αμελών και αποτυχημένων, θλιμμένος από την κατάστασιν αυτή και μη ξεύροντας τί να κάμη και πώς να αντιμετωπίση σταθερά τις αποτυχίες του, πιάνει γνωριμία με ένα συμμαθητή του, ικανώτερον απ' αυτόν και επιμελέστερον, εις τον οποίον εξηγεί το πρόβλημα που τον απασχολεί και την στενοχώρια του.

«Ας εργασθούμε από εδώ και πέρα μαζί, απαντά πρόθυμα ο συμμαθητής, ας συνδεθούμε περισσότερον, ας είμεθα χαρούμενοι και το αποτέλεσμα του φιλικού συνδέσμου μας, της συμμελέτης μας και της χαράς, θα είναι οπωσδήποτε η επιτυχία». Έτσι αρχίζει η συνεργασία εις την μελέτην, ο ένας εξηγεί εις τον άλλο τις δυσκολίες κι αλληλοβοηθούνται και προοδεύουν, χαρούμενοι κ' οι δυό, ώστε ύστερα από λίγο καιρόν ο αδύνατος μαθητής γίνεται καλός, αγαπά την εργασία του, η αδιαφορία και η οκνηρία μετατρέπονται σε επιμέλεια, τελικά δε παρουσιάζεται με έναν εξαίρετο και καλό σφυρηλατημένο χαρακτήρα. 

Από την άλλη μεριά ο καλός απ' την αρχή, ο πρόθυμος και επιμελής μαθητής, καθίσταται καλύτερος, επιμελέστερος, αποδοτικώτερος. Από την επίδρασι την οποίαν είχαν ο ένας προς τον άλλον, έφθασαν από κοινού σε ζηλευτό σημείο προόδου. Ένα τέτοιο περιστατικό είναι κάτι τι το φυσικό, γιατί ο άνθρωπος είναι γεννημένος να ζη σε επικοινωνία με τους συνανθρώπους του, να εξελίσσεται φυσιολογικά, λογικά, διανοητικά, ψυχικά, δια της κοινωνίας, δια των διαφόρων συνηθειών της ζωής, δια της εξασκήσεως, δια των διαφόρων συγκινήσεων, δια των ενεργειών της θελήσεως, με μια λεξι, δι' όλων εκείνων τα οποία λαμβάνει ως παραδείγματα αυτού του είδους. 

Ώστε εφ' όσον η ζωή των ανθρώπων ευρίσκεται σε πολύ στενές σχέσεις και κάτω από ισχυρότατες επιδράσεις του ενός προς τον άλλον, αυτός ο οποίος τυχόν ζη μέσα σε ωρισμένο είδος ανθρώπων, συνηθίζει και εφαρμόζει εις την ιδική του ζωή τις συνήθειες, το είδος της συμπεριφοράς, όχι σπάνια δε και τις ιδιοτυπίες του περιβάλλοντός του. Συνεπώς ο ψυχρός γίνεται ενθουσιώδης, ο αμβλύς οξύς, ο οκνηρός ενεργητικός, και αντιθέτως.

Το πνεύμα ενός ημπορεί να ωφελήση και να ενεργήση ευεργετικά εις την ψυχήν ενός άλλου και φυσικά εις την περίπτωσιν της προσευχής δεν είναι αφύσικον να επηρεάζη δι' αυτής ο ένας τον άλλον, δίνοντας θάρρος εις την περίπτωσιν της απελπισίας, απωθώντας από τυχόν πτώσεις σε αμαρτίες ενισχύοντας σε προσπάθειες τελειοποιήσεως. Έτσι βοηθώντας ο ένας τον άλλον καθιστάμεθα όλοι περισσότερον αφωσιωμένοι εις τον Θεό, περισσότερον ενεργητικοί πνευματικά, περισσότερον σταθεροί, περισσότερον σοβαροί, εις όλας μας τας εκδηλώσεις.

Αυτό είναι το μυστικό της προσευχής που γίνεται για τους άλλους, εξηγώντας την ευσεβή συνήθεια των χριστιανών να προσεύχωνται ο ένας για τον άλλον και να παρακαλούν τον Θεό εις τις προσευχές, για τους αδελφούς των. Ακόμη από αυτό καταλαβαίνει κανείς ότι ο Θεός δεν είναι σαν τους ισχυρούς των ανθρώπων οι οποίοι ευχαριστούνται εις τις πολλές και αλλεπάλληλες αιτήσεις.

»Ο Θεός ευαρεστείται εις την προσευχή η οποία απευθύνεται προς Αυτόν από καθαρή καρδιά, που είναι εις θέσιν να τον αισθανθή, να συνομιλήση και να ενωθή τελικά μαζί Του. Αλλ' εάν η αμοιβαία προσευχή των χριστιανών οι οποίοι ζουν εις την γην είναι τόσον ωφέλιμη και αποτελεσματική, επίσης κατά τον ίδιο τρόπο η προσευχή αμοιβαίως ωφελεί και όταν γίνεται για τους κεκοιμημένους, των οποίων ο κόσμος ευρίσκεται εις τους ουρανούς, πλην όμως ευρίσκεται συγχρόνως και σε στενό σύνδεσμο με τον ιδικόν μας επάνω εις την γην, κόσμο. Κατ' αυτόν τον τρόπο οι ψυχές της Στρατευόμενης Εκκλησίας έρχονται σε πνευματικήν επικοινωνία με τις ψυχές της θριαμβευούσης Εκκλησίας, ή όπως θα ελέγαμε με απλούστερα λόγια, έρχονται σε πνευματικήν επικοινωνία οι ζώντες μετά των τεθνεώτων.

»Όλα όσα ελέχθησαν πάρα πάνω είναι βασισμένα εις την ψυχολογία, αλλ' εάν ανοίξουμε την Αγία Γραφή ημπορούμε να επιβεβαιώσουμε την ίδια αλήθεια σχετικά και από τον λόγο του Θεού. 

1) Ο Ιησούς Χριστός λέει εις τον Απόστολο Πέτρο: "?γώ ?δεήθην περί σο? ?να μή ?κλίπ? ? πίστις σου". (Λουκ. 22,32). Βλέπουμε δηλ. από τα λόγια αυτά, ότι η δύναμις της προσευχής την οποίαν έκαμε ο Χριστός, ενίσχυσε το πνεύμα του Αποστόλου Πέτρου και τον εδυνάμωσε όταν η δύναμις της πίστεώς του εκρινόταν. 

2)Όταν ο ίδιος Απόστολος Πέτρος, εκρατείτο εις την φυλακή, "προσευχή ?ν ?κτενής γενομένη ?πό τ?ς ?κκλησίας πρός τόν Θεόν ?πέρ α?το?" (Πράξ. 12,5).Εδώ έχουμε πάλιν αποκάλυψι της βοηθείας την οποία η αδελφική προσευχή παρέχει εις τις ταραγμένες στιγμές του βίου. 

3) Η καθαρώτερη, όμως, αγιογραφική μαρτυρία για το ζήτημα που μας απασχολεί προέρχεται από τον άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο, ο οποίος γράφει εις την Επιστολήν του: "?ξομολογε?σθε ?λλήλοις τά παραπτώματα ?μ?ν καύ ε?χεσθε ?πέρ ?λλήλων ?πως ?αθ?τε, πολύ ?σχύει δέησις δικαίου ?νεργουμένη" (Ιακ. 5,16). Τα λόγια αυτά είναι θετική επιβεβαίωσις του ψυχολογικού θέματος το οποίον εθίγη πάρα πάνω. Τί θα ημπορούσαμεν, όμως, να ειπούμε για το παράδειγμα του μεγάλου Αποστόλου Παύλου, το οποίον μας έχει δοθή σαν υπόδειγμα Προσευχής του ενός προς τον άλλον; 

Ένας συγγραφεύς παρατηρεί λέγοντας ότι το παράδειγμα του Παύλου μας διδάσκει σαφώς πόσον αναγκαία είναι η αμοιβαία προσευχή του ενός για τον άλλον, όσο μας διδάσκει και το γεγονός ενός ισχυρού εις την προσευχή και εις τους αγώνας κατά των παθών της αμαρτίας, ασκητού, ο οποίος αισθάνεται ισχυρότατη την ανάγκη και ζητεί με δάκρυα την εξ ύψους βοήθεια για την τελική νίκη.

Εις την προς Εβραίους Επιστολήν ο Παύλος, παρακαλεί λέγοντας: "Προσεύχεσθε περί ?μ?ν πεποίθαμεν γάρ ?τι καλήν συνείδησιν ?χομεν ?ν πάσι καλ?ς θέλοντες ?ναστρέφεσθαι"(Εβρ. 13,18).

»Όταν, λοιπόν, έχουμε υπ' όψιν αυτό, τότε είναι δυνατόν να καταλάβουμε πόσο παράλογον είναι να επαναπαυώμεθα εις τις προσευχές μας μόνο και εις τις ιδικές μας επιτυχίες όταν ένας Παύλος, πλήρης χάριτος, με ταπεινοφροσύνη παρακαλεί τους αδελφούς να προσευχηθούν γι' αυτόν. Έτσι, λοιπόν, με ταπείνωσι, απλότητα και ενότητα αγάπης, δεν απορρίπτουμε ούτε απεχθανόμεθα την βοήθεια των προσευχών, των έστω και αδυνάτων κατά την πίστι, εφ' όσον το μεγάλο και καθαρώτατο πνεύμα του Παύλου δεν αφήνει καμμιά αμφιβολία σχετική μ' αυτό, τουναντίον δε παρακαλεί για τις προσευχές όλων γενικά, γνωρίζοντας ότι η δύναμις του Θεού "?ν ?σθενεί? τελειο?ται". 

Συνεπώς καθίσταται ενίοτε τέλεια και σ' αυτούς που δεν έχουν πολύ δυνατήν επιθυμία για προσευχή. Έχοντας την δύναμι του παραδείγματος αυτού αντιλαμβανόμεθα περαιτέρω ότι η προσευχή του ενός για τον άλλο, δυναμώνει την ένωσι εις την χριστιανική αγάπη την οποία έχει ο Θεός διατάξει, μαρτυρεί την ταπείνωσι του πνεύματος αυτού που παρακαλεί και τέλος προσελκύει το πνεύμα εκείνου ο οποίος προσεύχεται, κατ' αυτόν δε τον τρόπον λαμβάνει χώραν παρακίνησις για αμοιβαία παρακλητική προσευχή».

Ο Καθηγητής: Η ανάλυσις την οποίαν εκάματε και οι αποδείξεις σας είναι ακριβείς, αλλά θα ήτο πολύ ενδιαφέρον να ακούσω από το στόμα σας την πραγματική μέθοδο και τον τρόπο της προσευχής για τους άλλους, επειδή νομίζω ότι ο καρπός και η προσελκυστική δύναμις της προσευχής εξαρτώνται, από ένα ζωντανό ενδιαφέρον για τους συνανθρώπους μας και κατ' εμφανή τρόπον, ως κι από την συνεχή επίδρασι του πνεύματος αυτού που προσεύχεται, επί του πνεύματος αυτού ο οποίος παρεκάλεσε για προσευχές. Αλλά αυτή η κατάστασις της ψυχής δεν απομακρύνει από την αδιάκοπη αίσθησι της αοράτου Παρουσίας του Θεού και δεν μας κάμνει να παρουσιάζουμε εις τον Θεόν τις ανάγκες μας, αντί αυτής ταύτης της ψυχής μας;

»Εάν κάποιος ενθυμείται εις την προσευχήν του τον πλησίον του μια ή δυό φορές την ημέρα παρακαλώντας τον Θεό για δύναμι και βοήθεια, δεν θα ήτο τούτο αρκετό για την ενδυνάμωσι της ψυχής του; Δηλαδή, για να μη μακρυγορώ, θα ήθελα γενικά να μάθω ακριβώς πώς πρέπει να προσευχώμεθα για τους άλλους».

Ο Μοναχός: Η προσευχή, για ο,τιδήποτε, η οποία προσφέρεται εις τον Θεό, μας απομακρύνει από την αίσθησι της παρουσίας του Θεού, αλλά πρέπει ό,τι προσφέρουμε εις τον Θεόν να το προσφέρουμε εις την Παρουσίαν Εκείνου. Γι' αυτό σχετικά με την μέθοδο της προσευχής για τους άλλους πρέπει να σημειωθή ότι η δύναμίς της συνίσταται εις την συμπάθεια και την αγάπη μας για τον πλησίον και έχει επιρροή εις την ψυχή του, σύμφωνα με το μέγεθος της συμπαθείας μας αυτής και της αγάπης.

Έτσι, λοιπόν, όταν συμβαίνη να θυμώμεθα τον πλησίον μας, ή τις ώρες που έχουμε καθιερώσει για προσευχή για τον πλησίον, ορθόν είναι να τον φέρνουμε με το νου μας εις την Παρουσία του Θεού και να προσφέρουμε την προσευχή μας κατά τον ακόλουθο τρόπο, λέγοντας: «Πολυέλεε Κύριε και Θεέ, γενηθήτω το θέλημα σου, το οποίον θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν. Βοήθησε και σώσε τον δούλον σου... Δέξου την επιθυμία μου αυτήν σαν μια κραυγή αγάπης, αγάπης όπως την εδίδαξες Συ». Μπορεί να επαναλάβη κανείς τις λέξεις αυτές, όταν η ψυχή του το επιθυμή ή όταν είναι ώρα της προσευχής ή κι όταν θέλη να προσευχηθή με το κομποσχοίνι, αφιερώνοντας ωρισμένους κόμπους για τους άλλους. Η πείρα με έχει διδάξει ότι είναι πολύ ευεργετική αυτή η προσευχή για εκείνον τον οποίον προσφέρεται.

Ο Καθηγητής: Οι απόψεις σας, τα επιχειρήματά σας, η εποικοδομητική συνομιλία και οι φωτεινές σκέψεις σας, που ξεπήδησαν από όλα τα ανωτέρω, με έκαναν να αποφασίσω και να τηρήσω εις την ζωή μου όλα όσα άκουσα εδώ και αισθάνθηκα, σας προσφέρω δε ευχαριστίες, ευγνωμοσύνη και τα σεβάσματά μου, από τα βάθη της καρδιάς μου.

Ο Προσκυνητής και ο Καθηγητής: Η ώρα ήλθε για μας και πρέπει να αναχωρήσουμε. Με όλη μας την καρδιά σας παρακαλούμε για τις προσευχές σας, να τις έχουμε σύντροφο κατά το διάστημα του ταξειδιού μας.

Ο Πνευματικός: «Ο Θεός της Ειρήνης, ο οποίος ανέστησε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό εκ των νεκρών, τον μεγάλο Ποιμένα και Αμνό, ο οποίος έχυσε το Πανάγιό Του αίμα δια να υπογραφή η Καινή και αιώνιος Διαθήκη, ας σας τελειοποίηση σε κάθε έργο, ώστε να πράττετε το θέλημά Του. Ας κατεργάζεται μέσα σας κάθε τι που θα τον ευαρεστήση, ας σας ευλογή δια του Υιού Του, Κυρίου Ιησού και ας σας φωτίζη δια του Αγίου Πνεύματός Του. Αμήν».

ΤΕΛΟΣ

ΚΑΙ ΔΟΞΑ

ΤΩ ΔΙΔΟΝΤΙ ΗΜΙΝ ΖΩΗΝ

ΔΙΑ

ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ