Κλίμαξ

Aγίου Ιωάννη του Σιναΐτη

Νεοελληνικὴ ἀπόδοση: Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου Ωρωπού

26. Περὶ διακρίσεως

ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΕΚΤΟΣ

Περὶ διακρίσεως

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

(Περὶ διακρίσεως λογισμῶν καὶ παθῶν καὶ ἀρετῶν)

ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ, στοὺς μὲν ἀρχαρίους εἶναι ἡ ὀρθὴ ἐπίγνωσις τοῦ ἑαυτοῦ των. Στοὺς μεσαίους εἶναι ἡ νοερὰ αἴσθησις ἡ ὁποία διακρίνει ἀλάνθαστα τὸ πραγματικὸ ἀγαθὸ ἀπὸ τὸ φυσικὸ ἀγαθὸ καὶ ἀπὸ τὸ ἀντίθετό του κακό. Στοὺς δὲ τελείους εἶναι ἡ γνῶσις ποὺ ἔχουν ἀπὸ θεϊκὴ ἔλλαμψι καὶ ἡ ὁποία ἔχει τὴν δύναμι νὰ φωτίζῃ πλήρως μὲ τὴν λάμψι της καὶ ὅσα σκοτεινὰ ὑπάρχουν μέσα στοὺς ἄλλους.

Ἤ, ὁμιλώντας κατὰ τρόπο γενικό, τοῦτο ἀναγνωρίζεται ὡς διάκρισις καὶ τοῦτο εἶναι: ἡ ἀλάνθαστη γνῶσις καὶ ἀντίληψις τοῦ θείου θελήματος σὲ κάθε καιρὸ καὶ τόπο καὶ περίπτωσι, ἡ ὁποία συνήθως ὑπάρχει στοὺς καθαροὺς κατὰ τὴν καρδιὰ καὶ τὸ σῶμα καὶ τὸ στόμα. Διάκρισις σημαίνει συνείδησις ἀμόλυντη καὶ καθαρότης τῶν αἰσθήσεων.

2. Ἐκεῖνος ποὺ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἐνίκησε τοὺς τρεῖς, αὐτὸς ἐνίκησε συγχρόνως καὶ τοὺς ἄλλους πέντε (1). Ὅποιος ὅμως ἀδιαφόρησε γιὰ τοὺς πρώτους, οὔτε ἀπὸ τοὺς δεύτερους θὰ νικήση κανέναν.

3. Κανεὶς ἂς μὴ περιπέση ἐξ αἰτίας τῆς ἀγνοίας του σὲ ἀπιστία, ὅταν ἀκούση ἢ ἰδῆ ὑπερφυσικὰ σημεῖα μέσα στὸν χῶρο τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Διότι ὅπου ἐγκατασταθῆ ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ὑπὲρ τὴν φύσιν ἐκεῖ παρατηροῦνται πράγματα ὑπερφυσικά.

4. Κάθε πόλεμος τῶν δαιμόνων ἐναντίον μας ὀφείλεται γενικῶς στὶς τρεῖς ἑπόμενες αἰτίες: ἢ στὴν ἀμέλεια ἢ στὴν ὑπερηφάνεια ἢ στὸν φθόνο τῶν δαιμόνων. Ὁ πρῶτος εἶναι ἐλεεινός, ὁ δεύτερος πανάθλιος καὶ ὁ τρίτος μακάριος.

5. Μετὰ τὸν Θεὸν ἂς ἔχωμε σὲ κάθε ἐνέργειά μας ὡς ἄγρυπνο φρουρὸ καὶ ὡς γνώμονα ἀσφαλῆ τὴν συνείδησί μας. Ἔτσι ἀντιλαμβανόμενοι ἀπὸ ποῦ φυσᾶ ὁ ἄνεμος θὰ ἀνοίγωμε πρὸς τὰ ἐκεῖ τὰ ἱστία τοῦ πλοίου μας.

6. Σὲ ὅλες τὶς κατὰ Θεὸν προσπάθειές μας τρεῖς λάκκους μᾶς σκάπτουν ὑπούλως οἱ δαίμονες. Κατ᾿ ἀρχὴν ἀγωνίζονται νὰ μὴν κατορθωθῆ τὸ ἀγαθό. Ἔπειτα, ἀφοῦ νικηθοῦν στὸ πρῶτο σημεῖο, ἀγωνίζονται ὥστε τὸ ἀγαθὸ ποὺ κατωρθώθηκε νὰ μὴν εἶναι καθ᾿ ὅλα θεάρεστο. Ὅταν δὲ καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν στόχο ἀποτύχουν οἱ κλέπτες, τότε πλησιάζουν ἀθόρυβα στὴν ψυχή μας καὶ μᾶς μακαρίζουν ὅτι σὲ ὅλα πολιτευόμεθα ὅπως θέλει ὁ Θεός. Ἀντίπαλος τοῦ πρώτου πολέμου εἶναι ἡ συστηματικὴ μέριμνα τοῦ θανάτου, τοῦ δευτέρου ἡ ὑποταγὴ καὶ ἡ ἐξουδένωσις, καὶ τοῦ τρίτου ἡ ἔντονη καὶ συνεχὴς αὐτομεμψία.

7. «Τοῦτο κόπος ἐστὶν ἐνώπιον ἡμῶν, ἕως οὗ εἰσέλθη εἰς τὸ ἁγιαστήριον ἡμῶν» (πρβλ. Ψαλμ. οβ´ 16-17) τὸ πῦρ τοῦ Θεοῦ. Τότε πλέον δὲν ἔχομε νὰ φοβηθοῦμε τὶς προλήψεις, διότι «ὁ Θεὸς ἡμῶν πῦρ καταναλίσκον» (Δευτ. δ´ 24) κάθε σαρκικὴ πύρωσι καὶ κίνησι, κάθε πρόληψι καὶ πώρωσι καὶ σκοτισμό, εἴτε αὐτὰ εἶναι ἐσωτερικὰ εἴτε ἐξωτερικά, εἴτε αἰσθητὰ εἴτε νοητά.

Οἱ δαίμονες ὅμως μᾶς προξενοῦν τὰ ἐντελῶς ἀντίθετα. Ὅταν κυριαρχήσουν στὴν ψυχή μας καὶ μᾶς σκοτίσουν τὸν νοῦ, δὲν ὑπάρχει πλέον σ᾿ ἐμᾶς τοὺς ἀθλίους οὔτε νήψις οὔτε διάκρισις οὔτε αὐτογνωσία οὔτε ἐντροπή, «ἀλλ᾿ ἀναλγησία καὶ ἀναισθησία καὶ ἀδιακρισία καὶ ἀβλεψία».

8. Τὰ γνωρίζουν αὐτὰ πάρα πολὺ καλὰ ὅσοι ἀνένηψαν ἀπὸ τὴν πορνεία καὶ ὅσοι συνεστάλησαν ἀπὸ τὴν παρρησία καὶ ὅσοι συνῆλθαν ἀπὸ τὴν ἀναισχυντία. Ὅλοι αὐτοὶ μετὰ τὴν ἀνάνηψι καὶ μετὰ τὴν διάλυσι τῆς πυρώσεως ἢ καλύτερα τῆς πηρώσεως (= τυφλώσεως) τοῦ νοῦ, ὅσα προηγουμένως ἔλεγαν καὶ ἔπρατταν τυφλωμένοι, μόλις τὰ σκέπτονται ἐντρέπονται, θὰ ἐλέγαμε, καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό τους ἀκόμη.

9. Ἂν δὲν σουρουπώση καὶ δὲν σκοτεινιάση πρῶτα ἡ ἡμέρα, δηλαδὴ ἡ φωτεινὴ ψυχή, «οὐ μὴ οἱ κλέπται κλέψωσι καὶ θύσωσι καὶ ἀπολέσωσι» (πρβλ. Ἰωάν. ι´ 10). Κλοπὴ σημαίνει ἀπώλεια τῆς περιουσίας. Κλοπὴ σημαίνει τὸ νὰ ἐργάζεσαι σὰν καλὸ ἐκεῖνο ποὺ δὲν εἶναι καλό. Κλοπὴ σημαίνει ἀσυναίσθητη αἰχμαλωσία τῆς ψυχῆς. Θυσία τῆς ψυχῆς σημαίνει τὸ νὰ θανατώνεται ὁ λογικὸς νοῦς ἀπὸ πτῶσι σὲ παράνομες πράξεις. Καὶ ἀπώλεια σημαίνει ἀπελπισία μετὰ τὴν διάπραξι τῆς παρανομίας.

10. Κανεὶς ἂς μὴ προβάλλη ἀδυναμία στὴν ἐκτέλεσι τῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου, διότι ὑπῆρξαν ψυχὲς ποὺ ἔπραξαν καὶ παραπάνω ἀπὸ αὐτές. Ἀσφαλῶς θὰ σὲ πείση περὶ αὐτοῦ ἐκεῖνος ποὺ ἀγάπησε τὸν πλησίον παραπάνω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του καὶ θυσίασε πρὸς χάριν του καὶ τὴν ζωή του ἀκόμη, παρ᾿ ὅλον ὅτι δὲν ἔλαβε τέτοια προσταγὴ ἀπὸ τὸν Κύριον (2).

11. Οἱ ἐμπαθεῖς ποὺ νοιώθουν ταπεινωμένοι ἂς ἀναθαρρήσουν. Διότι καὶ ἂν ἀκόμη πέσουν σὲ ὅλους τοὺς λάκκους, καὶ ἂν συλληφθοῦν σὲ ὅλες τὶς παγίδες, καὶ ἂν δοκιμάσουν ὅλες τὶς ἀσθένειες, ὅμως μετὰ τὴν θεραπεία γίνονται στοὺς ἄλλους «ἰατροὶ καὶ φωστῆρες καὶ λύχνοι καὶ κυβερνῆται». Δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἰδική τους πείρα θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ διδάξουν τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θεραπεύεται κάθε ἀσθένεια καὶ νὰ προλαμβάνουν ὅσους κινδυνεύουν νὰ πέσουν.

12. Ὅσοι τυραννοῦνται ἀπὸ παλαιὲς προλήψεις καὶ μποροῦν, ἔστω μὲ τὸν λόγο μόνο, νὰ διδάσκουν, ἂς διδάσκουν· ἀλλὰ ἂς μὴ ἀναλάβουν ὅμως καὶ εὐθύνη ψυχῶν. Ἴσως διδάσκοντας νὰ ἐντραποῦν ἀπὸ τὰ ἴδια τους τὰ λόγια καὶ ἀρχίσουν καὶ αὐτοὶ νὰ διορθώνονται. Θὰ συμβῆ τότε σ᾿ αὐτοὺς ὅ,τι εἶδα σὲ μερικοὺς ποὺ ἔπεσαν στὸν βόρβορο: Καθὼς ἦταν καταλασπωμένοι διηγοῦντο στοὺς διαβάτες πῶς ἔπεσαν, καὶ συνιστοῦσαν σ᾿ αὐτοὺς νὰ μὴν ἀκολουθήσουν τὸν ἴδιο δρόμο, γιὰ νὰ σωθοῦν.

Ἐπειδὴ δὲ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἔσῳζαν τοὺς ἄλλους, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ παντοδύναμος Θεὸς τοὺς ἀπήλλαξε ἀπὸ τὴν λάσπη. Ἐὰν ὅμως οἱ ἐμπαθεῖς ρίχνωνται μὲ τὴ θέλησί τους στὶς ἡδονές, ἂς διδάσκουν καλύτερα μὲ τὴν σιωπή τους. (Θὰ διδάσκουν δηλαδὴ ὅτι συναισθάνονται τὴν ἀναξιότητά τους γιὰ διδασκαλία), ἀφοῦ ἡ Γραφὴ ἀναφέρει: «ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν» (Πραξ, α´ 1). (Πρῶτα «ποιεῖν» καὶ ἔπειτα «διδάσκειν»).

13. Ἐπικίνδυνο πράγματι, ὦ ταπεινοὶ μοναχοί, πολὺ ἐπικίνδυνο πέλαγος διαπλέομε! Πέλαγος γεμάτο ἀνέμους καὶ σκοπέλους καὶ δίνες καὶ ὑφάλους καὶ θηρία καὶ πειρατὰς καὶ ἀνεμοστροβίλους καὶ ἄγρια κύματα!

Καὶ σκόπελο μὲν γιὰ τὴν ψυχὴ θὰ ἐννοήσωμε τὸν ἄγριο καὶ αἰφνίδιο θυμό. Δίνη, τὴν ἀπελπισία ποὺ περικυκλώνει τὸν νοῦ καὶ τὸν τραβᾶ στὸν βυθὸ τῆς ἀπογνώσεως. Ὕφαλο, τὴν ἄγνοια ποὺ θεωρεῖ τὸ κακὸ ὡς καλό. Θηρίο, τοῦτο τὸ βαρὺ καὶ ἄγριο σῶμα. Πειρατάς, τοὺς τόσο φοβεροὺς δαίμονας ποὺ ὑπηρετοῦν τὴν κενοδοξία, οἱ ὁποίοι μᾶς ἁρπάζουν τὸ φορτίο τῶν ἀρετῶν καὶ τοὺς κόπους μας. Κύμα, τὴν κοιλία ἡ ὁποία φουσκώνει καὶ ἐξογκοῦται καὶ μὲ τὴν ὁρμή της μᾶς ρίχνει στὸ στόμα τοῦ θηρίου. Ἀνεμοστρόβιλο δὲ τὴν ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία ἐδιώχθηκε καὶ ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ποὺ μᾶς ἀνεβάζει ὑψηλὰ καὶ ἐν συνεχείᾳ μᾶς κατεβάζει ὡς τὴν ἄβυσσο.

14. Ὅλοι ὅσοι σπουδάζουν, γνωρίζουν ποιὰ μαθήματα εἶναι τῶν ἀρχαρίων, ποιὰ τῶν μεσαίων καὶ ποιὰ τῶν διδασκάλων. Ἂς προσέξωμε καλά, μήπως, ἐνῷ σπουδάζομε χρόνια, περνοῦμε ἀκόμη τὸν καιρό μας μὲ τὶς ἀσχολίες καὶ τὰ μαθήματα τῶν ἀρχαρίων. Τί πιὸ μεγάλη ἐντροπή! Νὰ βλέπης ἕναν ἡλικιωμένο γέροντα νὰ πηγαίνη στὸ δημοτικὸ σχολεῖο!

Νὰ μία ἀρίστη πνευματικὴ ἀλφάβητος γιὰ ὅλους (τοὺς ἀρχαρίους):

Α: Ὑπακοή

Β: Νηστεία

Γ: Σάκκος

Δ: Σποδὸς

Ε: Δάκρυα

Ζ: Ἐξομολόγησις

Η: Σιωπὴ

Θ: Ταπείνωσις

Ι: Ἀγρυπνία

Κ: Ἀνδρεία

Λ: Ψῦχος

Μ: Κόπος

Ν: Ταλαιπωρία

Ξ: Ἐξουδένωσις

Ο: Συντριβὴ

Π: Ἀμνησικακία

Ρ: Συναδελφία

Σ: Ἠπιότης

Τ: Πίστις ἁπλὴ καὶ ἀπερίεργος

Υ: Ἀμεριμνία κόσμου

Φ: Μίσος ἄμισων γονέων

Χ: Ἀπροσπάθεια

Ψ: Ἁπλότης σὺν ἀκακίᾳ

Ω: Ἑκούσιος εὐτέλεια

Νὰ μία καλὴ σειρὰ καὶ ἀπαρίθμησις ἀρετῶν γιὰ τοὺς μεσαίους:

1. Ἀκενοδοξία

2. Ἀοργησία

3. Εὐελπιστία

4. Ἡσυχία

5. Διάκρισις

6. Κρίσεως μνήμη παγία

7. Εὐσπλαγχνία

8. Φιλοξενία

9. Νουθεσία σύμμετρος

10. Προσευχὴ ἀπαθὴς

11. Ἀφιλαργυρία

Νὰ (καὶ μία ἀλφάβητος ποὺ ἀποτελεῖ) τὸν ὅρο καὶ τὸν λόγο καὶ τὸν νόμο τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ποὺ μὲ εὐσέβεια φθάνουν στὴν τελειότητα, ἐνῷ εὑρίσκονται «ἐν σαρκί»:

Α: Ἀναιχμαλώτιστος καρδία

Β: Τελειωμένη ἀγάπη

Γ: Ταπεινοφροσύνης πηγὴ

Δ: Νοὸς ἐκδημία

Ε: Χριστοῦ ἐνδημία

Ζ: Φωτὸς καὶ προσευχῆς ἀσυλία

Η: Ἐλλάμψεως Θεοῦ περιουσία

Θ: Πόθος θανάτου

Ι: Μίσος ζωῆς

Κ: Φυγὴ σώματος

Λ: Κόσμου πρέσβυς

Μ: Θεοῦ βιαστὴς

Ν: Ἀγγέλων συλλειτουργὸς

Ξ: Γνώσεως ἄβυσσος

Ο: Μυστηρίων οἶκος

Π: Ἀρρήτων φύλαξ

Ρ: Ἀνθρώπων σωτὴρ

Σ: Δαιμόνων Θεὸς

Τ: Παθῶν Κύριος

Υ: Δεσπότης σώματος

Φ: Φύσεως ἐπίτροπος

Χ: Ἁμαρτίας ξένος

Ψ: Ἀπαθείας οἶκος

Ω: Μιμητὴς Δεσπότου ἐκ βοηθείας Δεσπότου.

15. Δὲν εἶναι ὀλίγη ἡ νήψις ποὺ μᾶς χρειάζεται, ὅταν ἀσθενῆ τὸ σῶμα. Διότι καθὼς οἱ δαίμονες μᾶς βλέπουν ξαπλωμένους καὶ ἀνικάνους ἀπὸ τὴν ἐξάντλησι νὰ χρησιμοποιήσωμε ἀσκητικὰ ὅπλα ἐναντίον τους, ἀρχίζουν νὰ μᾶς πολεμοῦν σκληρά. Τοὺς μὲν κοσμικοὺς τοὺς πειράζει ὁ δαίμων τοῦ θυμοῦ καὶ μερικὲς φορὲς καὶ τῆς βλασφημίας. Τοὺς δὲ ἐκτὸς τοῦ κόσμου μοναχοὺς ὁ δαίμων τῆς γαστριμαργίας καὶ τῆς πορνείας, ἐὰν ὑπάρχη ὑλικὴ εὐπορία. Καὶ ἐκείνους τοὺς μοναχοὺς ποὺ ζοῦν σὲ τόπους ἀσκητικοὺς καὶ χωρὶς καμμία παράκλησι, ὁ τυραννικὸς δαίμων τῆς ἀκηδίας καὶ τῆς ἀχαριστίας.

16. Παρετήρησα τὸν λύκο τῆς πορνείας νὰ προσθέτη πόνους στὸν ἀσθενῆ, καὶ μέσα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς πόνους νὰ τοῦ προκαλῆ σαρκικὲς κινήσεις καὶ ρεύσεις. Καὶ ἦταν τὸ πράγμα καταπληκτικό: νὰ βλέπης τὴν σάρκα γεμάτη σφρίγος καὶ μανία τὴν ὥρα τῶν φρικτῶν πόνων! Ἀντιθέτως ἔστρεψα σὲ ἄλλους ἀσθενεῖς καὶ τοὺς εἶδα νὰ δέχωνται ἐπάνω στὰ κρεββάτια τους τὴν ἐνέργεια τῆς θείας χάριτος καὶ τὴν παρηγορία τῆς κατανύξεως, καὶ νὰ ἀποκρούουν ἔτσι μὲ τὴν παράκλησι αὐτὴ τοὺς πόνους, καὶ νὰ μὴ θέλουν ποτὲ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν ἀσθένεια. Καὶ στρεφόμενος εἶδα ἄλλους νὰ ταλαιπωροῦνται πάλι ἀπὸ ἀσθένεια καὶ μὲ αὐτὴν σὰν μὲ κάποιο ἐπιτίμιο νὰ ἁπαλλάσσωνται ἀπὸ κάποιο πάθος τῆς ψυχῆς των· καὶ ἐδόξασα Ἐκεῖνον ποὺ μὲ τὴν πηλὸ ἐκαθάρισε τὴν πηλό, (δηλαδὴ μὲ τὴν ἀσθένεια τῆς πήλινης σάρκας ἐκαθάρισε τὴν ἁμαρτία της).

17. Ὁ νοῦς ὁ νοερὸς ὁπωσδήποτε διαθέτει καὶ νοερὰ αἴσθησι. Αὐτὴν τὴν αἴσθησι ποὺ καὶ ὑπάρχει μέσα μας καὶ δὲν ὑπάρχει, ἂς τὴν ἀναζητοῦμε συνεχῶς (3). Διότι ὅταν φανερωθῆ ἐκείνη, οἱ ἐξωτερικὲς αἰσθήσεις θὰ παύσουν μόνες τους νὰ ἐνεργοῦν τὰ ἰδικά τους. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψιν του ἕνας σοφὸς εἶπε: «Καὶ θείαν αἴσθησιν εὑρήσεις».

18. Ἡ μοναχικὴ ζωὴ ἂς συντονίζεται πάντοτε ἀπὸ τὴν καρδιακὴ αἴσθησι καὶ στὰ ἔργα καὶ στὰ λόγια καὶ στὶς σκέψεις καὶ στὶς κινήσεις. Διαφορετικὰ δὲν εἶναι μοναχικὴ καὶ μάλιστα ἀγγελικὴ ζωή.

19. Ἄλλο πράγμα εἶναι ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλο ἡ βοήθειά Του καὶ ἄλλο ἡ προστασί Του καὶ ἄλλο τὸ ἔλεός Του καὶ ἄλλο ἡ παράκλησίς Του. Τὸ μὲν πρῶτο ἐκτείνεται σὲ ὅλη τὴν κτίσι, τὸ δεύτερο μόνο στοὺς πιστούς, τὸ τρίτο στοὺς πιστούς, στοὺς πραγματικὰ πιστούς, τὸ τέταρτο σὲ ὅσους Τὸν ὑπηρετοῦν, τὸ δὲ τελευταῖο σὲ ὅσους Τὸν ἀγαποῦν.

20. Μερικὲς φορὲς τὸ φάρμακο τοῦ ἑνὸς εἶναι δηλητήριο γιὰ τὸν ἄλλο. Μερικὲς δὲ φορὲς τὸ ἴδιο παρασκεύασμα στὸν ἴδιο ἄνθρωπο, ἂν προσφέρεται στὸν καιρό του εἶναι φάρμακο, καὶ ἂν ὄχι, δηλητήριο.

21. Εἶδα ἕναν ἀνόητο ἰατρὸ νὰ ἐξουδενώνη κάποιον συντετριμμένο ἀσθενῆ καὶ νὰ μὴ τοῦ προξενῆ τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν ἀπελπισία. Καὶ εἶδα ἄλλον συνετὸ νὰ χειρουργῆ μὲ τὶς ἐξουδενώσεις κάποια ὑπερήφανη καρδιὰ καὶ νὰ ἀδειάζη ὅλη τὴν δυσωδία της. Εἶδα ἕναν ἀσθενῆ, ὁ ὁποῖος προκειμένου νὰ καθαρισθῆ ἀπὸ κάποιο σαρκικὸ μολυσμὸ ἤπιε τὸ φάρμακο τῆς ὑπακοῆς καὶ ἐθεραπεύθη καὶ ἐκινεῖτο καὶ ἐβάδιζε καὶ δὲν ἐνύσταζε. Καὶ εἶδα τὸν ἴδιο ἄρρωστο νὰ ἀσθενῆ κάποτε κατὰ τὸν ψυχικὸ ὀφθαλμό, καὶ (νὰ χρησιμοποιῆ διαφορετικὸ φάρμακο γιὰ τὴν θεραπεία του), νὰ καταφεύγη δηλαδὴ στὴν ἡσυχία καὶ στὴν σιωπή. «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω» (Λουκ. ιδ´ 35).

22. Μερικοί, δὲν γνωρίζω πῶς -οὔτε ἄλλωστε συνηθίζω νὰ ἐξετάζω ὑπερήφανα τοῦ Θεοῦ τὰ δῶρα- ἐκ φύσεως ἔχουν κλίσι πρὸς τὴν ἐγκράτεια ἢ τὴν ἡσυχαστικὴ ζωὴ ἢ τὴν ἁγνότητα ἢ τὸ ἀπαρρησίαστον ἢ τὴν πραότητα ἢ τὴν κατάνυξι. Καὶ ὑπάρχουν ἄλλοι ποὺ ἔχουν σ᾿ αὐτὲς τὶς ἀρετὲς ἀντίπαλο τὴν ἴδια τὴν φύσι τους, καὶ ἀναγκάζονται νὰ ἐκβιάζουν ὅσο μποροῦν τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό τους. Αὐτούς, ἂν καὶ κάποτε νικῶνται, τοὺς ἐκτιμῶ περισσότερο ἀπὸ τοὺς πρώτους, διότι εἶναι βιασταὶ τῆς φύσεώς των.

Μὴ καυχᾶσαι, ἄνθρωπε, γιὰ πλοῦτο ποὺ ἀπέκτησες ἄκοπα. Διότι ὁ δωρεοδότης Θεός, γνωρίζοντας ἀπὸ πρὶν τὴν μεγάλη βλάβη καὶ τὴν ἀσθένεια καὶ τὴν καταστροφὴ ποὺ σὲ ἀνέμεναν, σοῦ ἐχάρισε τὰ ἄμισθα αὐτὰ προτερήματα γιὰ νὰ κατορθώση κάπως νὰ σὲ σώσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἡ παιδαγωγία καὶ ἡ ἀναστροφὴ καὶ οἱ ἀσχολίες ποὺ εἴχαμε ἀπὸ τὴν νηπιακὴ ἡλικία καὶ ἑξῆς, παίζουν τὸν ρόλο τους στὴν ἀρετὴ καὶ στὴν μοναχικὴ ζωή, καὶ ἀναλόγως ἢ μᾶς βοηθοῦν ἢ μᾶς δυσκολεύουν.

23. Φῶς τῶν μοναχῶν εἶναι οἱ Ἄγγελοι καὶ φῶς ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἡ ζωὴ τῶν μοναχῶν. Γι᾿ αὐτὸ ἂς προσπαθοῦν οἱ μοναχοί, ὥστε σὲ ὅλα καὶ σὲ ὅλους νὰ δίδουν τὸ καλὸ παράδειγμα «μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν» (Β´ Κορ. ς´ 3) εἴτε μὲ τὰ ἔργα τους εἴτε μὲ τὰ λόγια τους. Διότι «εἰ τὸ φῶς σκότος γένηται, τὸ σκότος», δηλαδὴ ὅσοι ζοῦν στὸν κόσμο, «πόσον ἄρα σκοτισθήσονται»; (πρβλ. Ματθ. ς´ 23).

24. Ἂν ἴσως καὶ πείθεστε σ᾿ ἐμένα, ὅσοι θέλετε, σᾶς συνιστῶ ὡς καλὸ νὰ μὴ κάνωμε πολυποίκιλο τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ μὴ τεμαχίζωμε τὴν ἀθλία ψυχή μας, ὥστε νὰ πολεμᾶ μὲ χίλιες χιλιάδες καὶ μύριες μυριάδες ἐχθρούς. Διότι δὲν θὰ κατορθώσωμε ποτὲ νὰ γνωρίσωμε ἢ νὰ ἀνακαλύψωμε ὅλες τὶς πανουργίες τους. Μὲ τὴν βοήθεια τῆς Ἁγίας Τριάδος διὰ τῶν τριῶν ἂς ἐξοπλισθοῦμε ἐναντίον τῶν τριῶν (4). Διαφορετικὰ θὰ προξενήσωμε πολλοὺς κόπους στὸν ἑαυτό μας.

25. Πραγματικά! Ἐὰν ἔλθη κοντὰ καὶ σ᾿ ἐμᾶς «ὁ μεταστρέφων τὴν θάλασσαν εἰς ξηράν» (Ψαλμ. ξε´ 6), θὰ τὴν διαβῆ ὁπωσδήποτε χωρὶς τρικυμία καὶ ὁ ἰδικός μας Ἰσραήλ, δηλαδὴ ὁ νοῦς ποὺ βλέπει τὸν Θεόν (5), καὶ θὰ ἰδῆ τοὺς Αἰγυπτίους νὰ πνίγωνται μέσα στὰ ὕδατα τῶν δακρύων.

Ὅταν ὅμως Ἐκεῖνος δὲν κατοικῆ μέσα μας, τότε «ἤχους κυμάτων αὐτῆς», δηλαδὴ τῆς σαρκός, «τίς ὑποστήσεται»; (Ψαλμ. ξδ´ 8). Ἐὰν ἀναστηθῆ μέσα μας ὁ Θεὸς μὲ τὴν πράξι, «διασκορπισθήσονται οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ». Καὶ ἐὰν Τὸν πλησιάσωμε μὲ τὴν θεωρία, θὰ φύγουν «οἱ μισοῦντες αὐτὸν καὶ ἡμᾶς, ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ καὶ ἡμῶν» (πρβλ. Ψαλμ. ξζ´ 2).

26. Ἂς προσπαθήσωμε νὰ μάθωμε τὰ θεῖα μὲ ἱδρῶτες μᾶλλον παρὰ μὲ ξηρὰ λόγια. Διότι στὴν ὥρα τοῦ θανάτου θὰ χρειασθῆ νὰ δείξωμε ὄχι λόγια, ἀλλὰ ἔργα.

27. Ἐκεῖνοι ποὺ ἄκουσαν ὅτι ὑπάρχει κάπου κρυμμένος θησαυρός, τὸν ἀναζητοῦν. Καὶ ἐπειδὴ ἐμόχθησαν πολὺ στὴν ἀναζήτησί του, διαφυλάττουν μὲ ἀγωνία τὸ εὕρημα. Ἐνῷ ἐκεῖνοι ποὺ ἐπλούτησαν ἄκοπα, σκορπίζουν μὲ εὐκολία τὰ πλούτη τους.

28. Εἶναι δύσκολο νὰ νικήσῃ κάποιος τὶς προλήψεις. Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ συνεχῶς τὶς ἐπαυξάνουν, ἢ ἀπελπίσθηκαν ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους ἢ δὲν ὠφελήθηκαν καθόλου ἀπὸ τὴν ἀποταγή. Ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι «πάντα δύναται ὁ Θεός· ἀδυνατεῖ δὲ αὐτῷ οὐδέν» (Ἰὼβ μβ´ 2).

29. Μοῦ ἔθεσαν μερικοὶ κάποιο πολὺ δύσκολο θεωρητικὸ πρόβλημα, ἀνώτερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις ἐκείνων ποὺ εὑρίσκονται στὰ ἰδικά μου μέτρα, καὶ τὸ ὁποῖο δὲν περιείχετο σὲ κανένα ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ ἦλθαν στὰ χέρια μου. Μοῦ ἔλεγαν δηλαδή: «Ποιὰ εἶναι τὰ ἰδιαίτερα τέκνα καθενὸς ἐκ τῶν ὀκτὼ πονηρῶν λογισμῶν; Καὶ ποιὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς πρώτους εἶναι γεννήτωρ τῶν ὑπολοίπων πέντε»; Ἐγὼ τότε προβάλλοντας στὴν ἀπορία ἀξιέπαινη ἄγνοια, ἔμαθα ἀπὸ τοὺς ὁσιωτάτους ἄνδρας τὰ ἑξῆς:

Μητέρα τῆς πορνείας εἶναι ἡ γαστριμαργία, τῆς ἀκηδίας ἡ κενοδοξία. Ἡ λύπη εἶναι τέκνο καὶ τῶν τριῶν καθὼς καὶ ἡ ὀργή. Μητέρα τῆς ὑπερηφανείας εἶναι πάλι ἡ κενοδοξία.

Ἐγὼ τότε λαμβάνοντας τὸν λόγο ἔλεγα πρὸς τοὺς ἀειμνήστους ἐκείνους: «Σᾶς ἱκετεύω νὰ μοῦ μάθετε ἐν συνεχείᾳ καὶ τῶν ὀκτὼ πονηρῶν λογισμῶν τὰ τέκνα, καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ ποῦ γεννᾶται τὸ καθένα».

Καὶ μὲ ἐδίδασκαν μὲ πολλὴ καλωσύνη οἱ ἀπαθεῖς ἐκεῖνοι, λέγοντάς μου ὅτι δὲν εὑρίσκεται τάξις καὶ σύνεσις στοὺς ἀσυνέτους, ἀλλὰ μᾶλλον ἀταξία καὶ ἀκαταστασία. Μὲ ἔπειθαν δὲ οἱ μακάριοι μὲ πειστικὰ παραδείγματα, φέροντας πάρα πολλὰ ἀποδεικτικὰ ἐπιχειρήματα, ἐκ τῶν ὁποίων μερικὰ τὰ συμπεριλαμβάνομε στὸν παρόντα λόγο, ὥστε ἀπὸ αὐτὰ νὰ διαφωτισθοῦμε καὶ γιὰ τὰ ὑπόλοιπα.

Ἐπὶ παραδείγματι: Ὁ ἄκαιρος γέλως ἄλλοτε γεννᾶται ἀπὸ τὴν πορνεία, ἄλλοτε ἀπὸ τὴν κενοδοξία -ὅταν κανεὶς καυχᾶται μέσα του ἄτακτα- καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τὴν τρυφή.

Ὁ πολὺς ὕπνος ἄλλοτε γεννᾶται ἀπὸ τὴν τρυφή, ἄλλοτε καὶ ἀπὸ τὴν νηστεία -ὅταν οἱ νηστεύοντες ὑπερηφανεύωνται- ἄλλοτε ἀπὸ τὴν ἀκηδία καὶ ἄλλοτε ἀπὸ φυσικὴ ἀνάγκη.

Ἡ πολυλογία ἄλλοτε γεννᾶται ἀπὸ τὴν γαστριμαργία καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τὴν κενοδοξία.

Ἡ ἀκηδία ἄλλοτε γεννᾶται ἀπὸ τὴν τρυφὴ καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τὴν ἀφοβία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ βλασφημία εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον γέννημα τῆς ὑπερηφανείας. Πολλὲς φορὲς ὅμως καὶ τῆς ἐσωτερικῆς κατακρίσεως ἢ καὶ τοῦ ἀκαίρου φθόνου τῶν δαιμόνων. Ἡ σκληροκαρδία προέρχεται ἐνίοτε ἀπὸ τὸν χορτασμό, συχνότερα ὅμως ἀπὸ τὴν ἀναισθησία καὶ τὴν προσπάθεια.

Ἡ προσπάθεια πάλι προέρχεται ἀπὸ τὴν πορνεία ἢ τὴν φιλαργυρία ἢ τὴν κενοδοξία καὶ ἀπὸ ἄλλα πολλά.

Ἡ πονηρία πάλι ἀπὸ τὴν οἴησι καὶ τὴν ὀργή.

Ἡ ὑποκρισία ἀπὸ τὴν αὐταρέσκεια καὶ τὴν ἰδιορρυθμία.

Τὰ δὲ ἀντίθετά τους, ἀπὸ τοὺς ἀντιθέτους γονεῖς.

Καὶ γιὰ νὰ μὴν πολυλογῶ -διότι δὲν θὰ μοῦ ἐπαρκέση ὁ χρόνος, ἂν θελήσω νὰ ἐξετάσω τὸ καθένα χωριστά-, ὅλων αὐτῶν τῶν παθῶν κατὰ κύριον λόγον εἶναι φονεύτρια ἡ ταπείνωσις. Ὅσοι τὴν ἀπέκτησαν τὰ ἐνίκησαν ὅλα.

30. Γεννήτρια ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ ἡδονὴ καὶ ἡ πονηρία. Ὅποιος τὶς ἔχει μέσα του δὲν πρόκειται νὰ ἰδῆ τὸν Κύριον. Καθόλου δὲν θὰ μᾶς ὠφελήση ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὴν πρώτη, ἐὰν δὲν ἀπομακρύνωμε καὶ τὴν δευτέρα.

31. Ἂς παίρνωμε παράδειγμα φόβου Θεοῦ ἀπὸ τὸν φόβο πρὸς τοὺς ἄρχοντας καὶ τὰ θηρία. Καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν ἂς σοῦ γίνη ὑπόδειγμα ὁ σαρκικὸς ἔρωτας. Δὲν μᾶς ἐμποδίζει δὲ τίποτε νὰ παίρνωμε ὑποδείγματα γιὰ τὶς ἀρετὲς ἀπὸ τὰ ἀντίθετά τους.

32. Ἐπονήρευσε ἄσχημα ἡ παροῦσα γενεὰ καὶ κυριεύθηκε ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὴν οἴησι καὶ τὴν ὑποκρισία. Ἴσως νὰ παρουσιάζη σωματικοὺς κόπους σὰν ἐκείνους τῶν ἀρχαίων Πατέρων, ἀλλὰ δὲν ἀξιώνεται νὰ λάβη καὶ τὰ χαρίσματα ἐκείνων· ἂν καί, νομίζω, ποτὲ ἄλλοτε ὅσο σήμερα ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ χαρίσματα. Δικαίως ὅμως τὸ ἐπάθαμε αὐτό, γιατί ὁ Θεὸς δὲν ἐμφανίζεται στοὺς κόπους, ἀλλὰ στὴν ἁπλότητα καὶ στὴν ταπείνωσι. Ἂν καὶ ἡ δύναμις τοῦ Κυρίου «τελειοῦται» στὴν ἀσθένεια καὶ στὴν κακοπάθεια (Β´ Κορ. ιβ´ 9), δὲν περιφρονεῖ ὅμως ὁ Κύριος τὸν ἐργάτη τῆς ταπεινοφροσύνης.

33. Ὅταν ἰδοῦμε κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀθλητὰς τοῦ Χριστοῦ νὰ πάσχη σωματικῶς, ἂς μὴ προσπαθήσωμε μὲ πονηρὴ διάθεσι νὰ ἐξακριβώσωμε τὸ κρίμα καὶ τὴν αἰτία τῆς ἀσθενείας του. Εἶναι καλύτερο νὰ τὸν δεχθοῦμε μὲ ἁπλὴ καὶ ἀπονήρευτη ἀγάπη καὶ νὰ τὸν θεραπεύσωμε σὰν μέλος τοῦ σώματός μας καὶ σὰν συστρατιώτη μας ποὺ πληγώθηκε στὸν πόλεμο.

34. Ἄλλες ἀσθένειες ἔρχονται γιὰ νὰ καθαρίσουν τὰ πταίσματά μας, καὶ ἄλλες γιὰ νὰ ταπεινώσουν τὸ φρόνημά μας. Ὁ ἀγαθὸς καὶ πανάγαθος Δεσπότης καὶ Κύριός μας, ὅταν πολλὲς φορὲς βλέπη μερικοὺς πολὺ ὀκνηροὺς στὴν ἄσκησι, τότε μὲ τὴν ἀσθένεια, ὡσὰν μὲ πιὸ ἄκοπη ἄσκησι, ταπεινώνει τὴν σάρκα τους. Κάποτε μάλιστα μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καθαρίζει καὶ τὴν ψυχὴ ἀπὸ τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς καὶ ἀπὸ τὰ πάθη.

35. Ὅλα ὅσα μᾶς συμβαίνουν, εἴτε ὁρατὰ εἶναι αὐτὰ εἴτε ἀόρατα, μποροῦμε νὰ τὰ δεχθοῦμε καὶ μὲ καλὸ τρόπο καὶ μὲ ἐμπαθῆ καὶ μὲ μεσαῖο.

Εἶδα τρεῖς ἀδελφοὺς ποὺ ἔπαθαν κάποιο ἀτύχημα· ὁ πρῶτος ἀγανάκτησε, ὁ δεύτερος δὲν ἐλυπήθηκε καὶ ὁ τρίτος αἰσθάνθηκε πολλὴ χαρά.

36. Εἶδα γεωργοὺς ποὺ ἔσπερναν τὸν ἴδιο σπόρο, γιὰ νὰ ἐξοφλήση τὰ χρέη του. Ὁ ἄλλος, γιὰ νὰ ἀποκτήση πλοῦτο. Ὁ ἄλλος, γιὰ νὰ προσφέρη δῶρα στὸν Δεσπότη Χριστό. Ὁ ἄλλος, γιὰ νὰ θηρεύη ἔπαινο ἀπὸ τοὺς διαβάτες ποὺ θὰ ἔβλεπαν τὴν καλλιέργειά του. Ὁ ἄλλος, γιὰ νὰ προξενήση θλίψι στὸν ἐχθρό του, κάνοντάς τον νὰ ζηλεύη. Καὶ ὁ ἄλλος, γιὰ νὰ μὴν ὀνειδίζεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἀργός. Οἱ προηγούμενοι αὐτοὶ γεωργοὶ ὀνομάζονται: νηστεία, ἀγρυπνία, ἐλεημοσύνη, διακονία κ. λπ.

Τοὺς δὲ σκοποὺς κάθε ἐνεργείας ἂς προθυμοποιηθοῦν νὰ τοὺς ἐξακριβώσουν μόνοι τους οἱ ἀδελφοί μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου.

37. Μερικὲς φορές, καθὼς ἀντλούσαμε νερὸ ἀπὸ τὶς πηγές, ἀντλήσαμε μαζὶ μὲ αὐτό, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβωμε, καὶ ἕναν βάτραχο. Παρόμοια πολλὲς φορές, καθὼς καλλιεργοῦμε τὶς ἀρετές, ὑπηρετοῦμε καὶ τὶς κακίες ποὺ χωρὶς νὰ φαίνωνται εἶναι συμπεπλεγμένες μαζί τους.

Ἐπὶ παραδείγματι: Μὲ τὴν φιλοξενία συμπλέκεται ἡ γαστριμαργία, μὲ τὴν ἀγάπη ἡ πορνεία, μὲ τὴν διάκρισι ἡ δεινότης (6), μὲ τὴν φρόνησι ἡ πονηρία, μὲ τὴν πραότητα ἡ ὑπουλότης καὶ ἡ νωθρότης καὶ ἡ ὀκνηρία καὶ ἡ ἀντιλογία καὶ ἡ ἰδιορρυθμία καὶ ἡ ἀνυπακοή. Μὲ τὴν σιωπὴ ἡ διδασκαλικὴ ὑπεροψία, μὲ τὴν χαρὰ ἡ οἴησις, μὲ τὴν ἐλπίδα ἡ ὀκνηρία, μὲ τὴν ἀγάπη πάλι ἡ κατάκρισις, μὲ τὴν ἡσυχία ἡ ἀκηδία καὶ ἡ ὀκνηρία, μὲ τὴν ἁγνότητα ἡ πικρὴ συμπεριφορά, μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη ἡ παρρησία.

Σὲ ὅλα δὲ αὐτὰ ἀκολουθεῖ ὡσὰν κοινὸ κολλύριο, ἢ μᾶλλον δηλητήριο, ἡ κενοδοξία.

38. Ἂς μὴ λυπούμεθα, ὅταν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ζητοῦμε κάτι ἀπὸ τὸν Κύριον, καὶ δὲν μᾶς εἰσακούη. Ὁ Κύριος βέβαια θὰ ἤθελε νὰ γίνουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μέσα σὲ μία στιγμὴ ἀπαθεῖς, [ἀλλὰ σὰν προγνώστης γνωρίζει ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον τους]. Ὅλοι ὅσοι προσεύχονται καὶ δὲν εἰσακούονται ἀπὸ τὸν Θεὸν τὰ αἰτήματά τους, ὁπωσδήποτε γιὰ κάποια ἀπὸ τὶς ἑξῆς αἰτίες δὲν εἰσακούονται: Ἢ διότι ζητοῦν πρὸ τῆς ὥρας ἢ διότι ζητοῦν μὲ ἀναξιότητα καὶ κενοδοξία ἢ διότι, ἐὰν εἰσακούονταν, ἐπρόκειτο νὰ ὑπερηφανευθοῦν ἢ νὰ πέσουν μετὰ τὴν ἀπόκτησι τοῦ αἰτήματός των σὲ ἀμέλεια.

39. Ἔφυγαν ὅλα τὰ πάθη ἀπὸ μερικοὺς ἀνθρώπους, ὄχι μόνο πιστούς, ἀλλὰ καὶ ἀπίστους, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα πάθος, (δηλαδὴ τὴν ὑπερηφάνεια). Ἀφέθηκε μόνο αὐτό, διότι μπορεῖ νὰ ἀναπληρώση ὅλα τὰ ἄλλα, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι τὸ πρωταρχικὸ κακὸ καὶ ἔχει τόση μεγάλη βλαπτικότητα, ὥστε καὶ ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς νὰ ρίχνη κάτω Ἀγγέλους.

40. Κανείς, νομίζω, δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι οἱ δαίμονες καὶ τὰ πάθη φεύγουν ἀπὸ τὴν ψυχὴ ἢ γιὰ ὡρισμένο καιρὸ ἢ γιὰ πάντοτε. Ὀλίγοι ὅμως γνωρίζουν πόσες εἶναι οἱ αἰτίες καὶ οἱ τρόποι αὐτῆς τῆς ἀπομακρύνσεως.

Καίγεται τὸ ὑλικὸ (τῶν ἁμαρτημάτων) καὶ ἐξαφανίζεται μὲ τὸ θεϊκὸ πῦρ (7). Ὅταν δὲ τὸ ὑλικὸ ἐκριζωθῆ καὶ ἡ ψυχὴ καθαρισθῆ, τότε παίρνουν καὶ τὰ πάθη τὸν δρόμο τῆς ἀναχωρήσεως. (Ἔπειτα ὅμως χρειάζεται πολλὴ προσοχή), μήπως καὶ τὰ τραβήξωμε πάλι κοντά μας μὲ τὴν ὑλόφρονα ζωὴ καὶ τὴν ρᾳθυμία μας. Φεύγουν ἀκόμη ἐπίτηδες οἱ δαίμονες, γιὰ νὰ μᾶς ρίξουν στὴν ἀμεριμνησία, ὥστε ἔπειτα αἰφνιδίως νὰ ἐπιτεθοῦν καὶ νὰ ἁρπάξουν τὴν ἀθλία ψυχή μας.

Γνωρίζω καὶ μία ἄλλη ὑποχώρησι ποὺ κάνουν τὰ θηρία: Ὑποχωροῦν ὅταν ἡ ψυχὴ ὑποστῆ μεγάλο ἐθισμὸ στὰ πάθη καὶ ταυτισθῆ εἰς τὸ ἔπακρον μαζί τους, διότι πλέον γίνεται ἡ ἴδια ἐχθρὸς καὶ ἐπίβουλος τοῦ ἑαυτοῦ της. Παράδειγμα σ᾿ αὐτὸ ἔχομε τὰ νήπια, τὰ ὁποῖα ὕστερα ἀπὸ μακροχρόνιο συνήθεια θηλασμοῦ, θηλάζουν ἀντὶ μαστοῦ τὰ δάκτυλά τους.

Γνωρίζω καὶ μία Πέμπτη ἀκόμη ἀπάθεια, ἡ ὁποία ἔρχεται στὴν ψυχὴ ἀπὸ πολλὴ ἁπλότητα καὶ ἐπαινετὴ ἀκεραιότητα. Διότι «δικαία ἡ βοήθεια αὐτῶν παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σῴζει τοὺς εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ» (Ψαλμ. ζ´ 11), καὶ τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὰ κακὰ χωρὶς αὐτοὶ νὰ τὸ ἀντιλαμβάνωνται. Ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὰ νήπια, ἐνῷ ἔχουν γυμνωθῆ, δὲν τὸ καταλαβαίνουν καὶ τόσο.

41. Ἡ κακία καὶ τὸ πάθος δὲν ὑπάρχουν ἐκ φύσεως στὴν ἀνθρώπινη φύσι, διότι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι δημιουργὸς παθῶν. Ἀντιθέτως, ἀπὸ Αὐτὸν ἐδημιουργήθηκαν μέσα στοὺς ἀνθρώπους πολλὲς φυσικὲς ἀρετές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες εὔκολα διακρίνονται: Ἡ ἐλεημοσύνη, ἀφοῦ καὶ οἱ εἰδωλολάτρες εἶναι εὐσπλαγχνικοί· ἡ ἀγάπη, ἀφοῦ καὶ τὰ ἄλογα ζῷα πολλὲς φορὲς ἐδάκρυσαν γιὰ τὴν στέρησί τους ἀπὸ τὰ ἄλλα· ἡ πίστις, ἀφοῦ ὑπάρχει ἔμφυτη μέσα σὲ ὅλους μας· ἡ ἐλπίς, ἀφοῦ καὶ ὅταν δανειζώμαστε καὶ ὅταν δανείζωμε καὶ ὅταν ταξειδεύωμε στὴν θάλασσα καὶ ὅταν σπείρωμε, πάντοτε ἐλπίζομε κάτι καλύτερο.

Ἐὰν λοιπόν, ὅπως ἀπεδείχθη, ἡ ἀγάπη εἶναι φυσικὴ ἀρετὴ τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμη δὲ εἶναι «σύνδεσμος καὶ πλήρωμα νόμου» (Κολ. γ´ 14, Ρωμ. ιγ´ 10), ἄρα οἱ ἀρετὲς δὲν εἶναι ξένες πρὸς τὴν ἀνθρώπινη φύσι. Ἂς αἰσχυνθοῦν λοιπὸν ὅσοι προβάλλουν ἀδυναμία στὴν ἀπόκτησί τους.

42. Ἀρετὲς ὑπὲρ τὴν ἀνθρωπίνη φύσι εἶναι: Ἡ ἁγνότης, ἡ ἀοργησία, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ προσευχή, ἡ ἀγρυπνία, ἡ νηστεία, ἡ συνεχὴς κατάνυξις. Σὲ ἄλλες ἀπὸ αὐτὲς ἔχομε πρότυπα καὶ διδασκάλους ἀνθρώπους, σὲ ἄλλες Ἀγγέλους (8) καὶ σὲ ἄλλες ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Λόγος εἶναι διδάσκαλος καὶ χορηγός.

43. Ὅταν ἔχωμε ἐμπρός μας δυὸ κακά, πρέπει νὰ ἐκλέγωμε τὸ ἐλαφρότερο. Ἐπὶ παραδείγματι: Πολλὲς φορὲς ἐνῷ προσευχόμεθα, μᾶς ἦλθαν ἀδελφοί. Καὶ ἀναγκαστικὰ θὰ κάνωμε ἕνα ἀπὸ τὰ δύο, ἢ θὰ σταματήσωμε τὴν προσευχή, ἢ θὰ λυπήσωμε τὸν ἀδελφό μας ἀφίνοντάς τον νὰ φύγη ἄπρακτος. (Σ᾿ αὐτὴ τὴν περίπτωση πρέπει νὰ σκεφθοῦμε, ὅτι) ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν προσευχή, διότι κατὰ κοινὴν ὁμολογία ἡ προσευχὴ εἶναι μία ἐπὶ μέρους ἀρετή, ἐνῷ ἡ ἀγάπη τὶς περικλείει ὅλες.

Κάποτε -ἄλλη περίπτωσις- ὅταν ἤμουν ἀκόμη νέος ἐπῆγα σὲ κάποια πόλι ἢ σὲ κάποια κωμόπολι, (δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς), καὶ καθὼς ἐκάθησα στὸ τραπέζι μοῦ ἐπετέθηκαν συγχρόνως οἱ λογισμοὶ τῆς γαστριμαργίας καὶ τῆς κενοδοξίας. Καὶ ἐπροτίμησα νὰ νικηθῶ ἀπὸ τὴν κενοδοξία, (δηλαδὴ νὰ ἐγκρατευθῶ καὶ νὰ ἐπαινεθῶ ὡς ἀσκητικὸς καὶ νηστευτής), διότι ἐφοβήθηκα τὸ τέκνο τῆς κοιλιοδουλείας, (δηλαδὴ τὴν πορνεία). Ἐγὼ ἐγνώρισα ὅτι στοὺς νέους πολλὲς φορὲς ὁ δαίμων τῆς γαστριμαργίας νικᾶ τὸν δαίμονα τῆς κενοδοξίας. Αὐτὸ εἶναι καὶ πιὸ φυσικό.

44. Γιὰ τοὺς κοσμικοὺς «ρίζα πάντων τῶν κακῶν ἡ φιλαργυρία» (Α´ Τιμ. ς´ 10), ἐνῷ γιὰ τοὺς μοναχοὺς ἡ γαστριμαργία.

Σὲ ἀνθρώπους πνευματικοὺς ἀφίνει πολλὲς φορὲς ὁ Θεὸς κατ᾿ οἰκονομία μερικὰ ἀσήμαντα πάθη. Κατηγορώντας δὲ αὐτοὶ συνεχῶς τὸν ἑαυτόν τους γιὰ τὰ μικρὰ καὶ ἀθῴα αὐτὰ πάθη, ἀποκτοῦν ἀναφαίρετο πλοῦτο ταπεινοφροσύνης.

45. Στὰ πρῶτα βήματα τῆς μοναχικῆς ζωῆς αὐτὸς ποὺ δὲν εὑρίσκεται κάτω ἀπὸ ὑπακοὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήση ταπείνωσι, διότι καθένας ποὺ μαθαίνει μόνος του μία τέχνη περιπίπτει σὲ ἐγωϊσμὸ καὶ ἐπίδειξι.

46. Σὲ δυὸ γενικώτατες ἀρετὲς καθώρισαν οἱ Πατέρες τὴν πρακτικὴ ζωή, (στὴν νηστεία δηλαδὴ καὶ στὴν ὑπακοή). Καὶ πολὺ φυσικά, διότι ἡ μία ἀπὸ αὐτὲς φονεύει τὶς ἡδονές, ἐνῷ ἡ ἄλλη χορηγώντας ταπείνωσι ἐξασφαλίζει τὴν ἐπιτυχία τῆς προηγουμένης. Ὁμοίως καὶ τὸ πένθος ἔχει δυὸ καλά, ἐφ᾿ ὅσον καὶ τὴν ἁμαρτία φονεύει καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη προξενεῖ.

47. Ἴδιον τῶν εὐσεβῶν εἶναι νὰ δίδουν στὸν καθένα ποὺ ζητεῖ. Τῶν εὐσεβεστέρων, καὶ σὲ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ζητεῖ. Ἀλλὰ τὸ νὰ μὴ διεκδικῆ κανεὶς αὐτὸ ποὺ τοῦ ἀφαίρεσαν, καὶ μάλιστα ὅταν ἔχη τὴν δύναμι, αὐτὸ εἶναι μᾶλλον ἴδιον μόνο τῶν ἀπαθῶν.

48. Ἂς μὴ παύσωμε νὰ ἐξετάζωμε ποῦ εὑρίσκεται ὁ ἑαυτός μας σὲ κάθε πάθος καὶ σὲ κάθε ἀρετή: στὴν ἀρχή, στὴ μέση ἢ στὸ τέλος; Ὅλοι οἱ πόλεμοι τῶν δαιμόνων ἐναντίον μας ὀφείλονται σὲ μία ἀπὸ τὶς ἑξῆς αἰτίες: στὴν φιληδονία ἢ στὴν ὑπερηφάνεια ἢ στὸν φθόνο τῶν δαιμόνων. Ἀπὸ αὐτούς, οἱ πόλεμοι τῆς τελευταίας περιπτώσεως εἶναι μακάριοι, τῆς δευτέρας πανάθλιοι καὶ τῆς πρώτης ἀχρεῖοι ὁλωσδιόλου.

49. Ὑπάρχει κάποια αἴσθησις ἢ μᾶλλον ἕξις ποὺ ὀνομάζεται «φερέπονος». Ὅποιος αἰχμαλωτισθῆ ἀπ᾿ αὐτήν, δὲν πρόκειται νὰ δειλιάση ποτὲ καὶ νὰ ἀποστραφῆ τὸν κόπο καὶ τὸν πόνο. Ἀπὸ τὴν ἀοίδιμη αὐτὴν αἴσθησι καὶ ἕξι ἐκρατήθηκαν καὶ οἱ ψυχὲς τῶν Μαρτύρων καὶ ἔτσι κατεφρόνησαν μὲ εὐκολία τὰ βασανιστήρια.

50. Ἄλλο πράγμα εἶναι ἡ φυλακὴ τῶν λογισμῶν καὶ ἄλλο ἡ τήρησις τοῦ νοός. Ὅσο ἀπέχει ἡ ἀνατολὴ ἀπὸ τὴν δύσι, τόσο εἶναι πιὸ ὑψηλὴ καὶ πιὸ κοπιαστικὴ ἡ δευτέρα ἀπὸ τὴν πρώτη.

51. Ἄλλο πράγμα εἶναι τὸ νὰ προσεύχεσαι ἐναντίον τῶν λογισμῶν, ἄλλο τὸ νὰ ἀντιλέγης πρὸς αὐτοὺς καὶ ἄλλο τὸ νὰ τοὺς ἐξουθενώνης καὶ νὰ τοὺς ἀφίνης ὀπίσω σου. Γιὰ τὸ πρῶτο μαρτυρεῖ ἐκεῖνος ποὺ εἶπε: «Ὁ Θεός, εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες» κ. λπ. (Ψαλμ. ξθ´ 2). Γιὰ τὸ δεύτερο ἐκεῖνος ποὺ εἶπε: «Καὶ ἀποκριθήσομαι τοὺς ὀνειδίζουσί μοι λόγον ἀντιρρητικόν» (πρβλ. Ψαλμ. ριη´ 42) ἢ «ἔθου ἡμᾶς εἰς ἀντιλογίαν τοῖς γείτοσιν ἡμῶν» (Ψαλμ. οθ´ 7). Καὶ γιὰ τὸ τρίτο μαρτυρεῖ πάλι ἐκεῖνος ποὺ ἔψαλε: «Ἐκωφώθην καὶ οὐκ ἤνοιξα τὸ στόμα μου» (Ψαλμ. λη´ 10) ἢ «ἐθέμην αὐτῷ φυλακῇ ἐν τῷ συστῆναι τὸν ἁμαρτωλὸν ἐναντίον μου» (Ψαλμ. λη´ 2) ἢ «ὑπερήφανοι παρηνόμουν ἕως σφόδρα, ἀπὸ δὲ τῆς σῆς θεωρίας ἐγὼ οὐκ ἐξέκλινα» (πρβλ. Ψαλμ. ριη´ 51).

Ὅποιος χρησιμοποιεῖ τὸν δεύτερο τρόπο ἀναγκάζεται πολλὲς φορὲς νὰ χρησιμοποιήση τὸν πρῶτο, ἐπειδὴ εὑρίσκεται ἀπροετοίμαστος. Ὅποιος χρησιμοποιεῖ τὸν πρῶτο δὲν μπορεῖ ἀκόμη νὰ ἀπομακρύνῃ τοὺς ἐχθρούς μὲ τὸν δεύτερο τρόπο. Καὶ ὅποιος χρησιμοποιεῖ τὸν τρίτο, ἔφτυσε καὶ ἐξευτέλισε ὁλωσδιόλου τοὺς δαίμονας (9).

52. Εἶναι ἐκ φύσεως ἀδύνατον, ἕνα πράγμα ἀσώματο (ὅπως π. χ. ὁ νοῦς) νὰ περιορίζεται ἐντὸς τοῦ σώματος. Ὅλα ὅμως εἶναι δυνατὰ σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἀπέκτησε μέσα του τὸν Θεόν.

53. Ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν καλὴ ὄσφρησι μποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν κάποιον ποὺ ἔχει ἐπάνω του κρυμμένα ἀρώματα. Ὁμοίως καὶ μία καθαρὴ ψυχή, ὅταν πλησιάση κάποιον ποὺ ἔχει τὴν εὐωδία ποὺ καὶ αὐτὴ ἀπέκτησε ἀπὸ τὸν Θεὸν ἢ τὴν δυσωδία ποὺ καὶ αὐτὴν κάποτε εἶχε ἀλλὰ τώρα ἐλευθερώθηκε τελείως, ἀμέσως τὶς ἀντιλαμβάνεται, τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ ἄλλοι γύρω δὲν αἰσθάνονται τίποτε.

54. Νὰ γίνουν ὅλοι ἀπαθεῖς δὲν εἶναι βεβαίως δυνατόν. Νὰ σωθοῦν ὅμως ὅλοι καὶ νὰ συμφιλιωθοῦν μὲ τὸν Θεὸν δὲν εἶναι ἀδύνατον.

55. Μὴ ἀφήσης νὰ κυριαρχήσουν ἐπάνω σου οἱ ἀλλόφυλοι ἐκεῖνοι λογισμοὶ ποὺ ἀρέσκονται νὰ πολυεξετάζουν τὰ μυστικὰ καὶ ἀνεξιχνίαστα σχέδια τοῦ Θεοῦ ἢ τὶς ὀπτασίες ποὺ ἐμφανίζονται σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους· καὶ οἱ ὁποῖοι σοῦ παρουσιάζουν, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβης, τὸν Θεὸν ὡς προσωπολήπτη. Οἱ λογισμοὶ αὐτοὶ καὶ εἶναι καὶ μὲ εὐκολία ἀναγνωρίζονται ὡς τέκνα τῆς οἰήσεως.

56. Συναντᾶται πολλὲς φορὲς ἕνας δαίμων τῆς φιλαργυρίας ποὺ ὑποκρίνεται τὴν ταπεινοφροσύνη. (Συνιστᾶ δηλαδὴ νὰ μὴν ἐλεοῦμε, γιὰ νὰ μὴν πέσωμε δῆθεν στὴν ἀνθρωπαρέσκεια καὶ στὴν κενοδοξία). Καὶ συναντᾶται ἀντιθέτως ἕνας δαίμων τῆς κενοδοξίας, καθὼς καὶ τῆς φιληδονίας, ποὺ μᾶς προτρέπει στὴν ἐλεημοσύνη. Ἂν λοιπὸν καθαρισθοῦμε καὶ ἀπὸ τὰ δυὸ αὐτὰ πάθη, ἂς μὴν παύσωμε νὰ ἐλεοῦμε σὲ κάθε περίστασι.

57. Εἶπαν μερικοὶ ὅτι οἱ δαίμονες ἔρχονται σὲ ἀντίθεσι μεταξύ τους. Ἐγὼ ὅμως ἐγνώρισα καλὰ ὅτι ὅλοι ἐπιζητοῦν τὴν καταστροφή μας.

58. Πρὶν ἀπὸ κάθε πνευματικὴ ἐργασία εἴτε ἐξωτερικὴ εἴτε ἐσωτερικὴ προηγεῖται ἡ ἰδική μας πρόθεσις καὶ ὁ ἐξαίρετος πόθος μας, καθὼς καὶ ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐὰν ἐμεῖς δὲν καταβάλωμε τὰ δυὸ πρῶτα, τὸ τελευταῖο, (ἡ βοήθεια δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ), δὲν πρόκειται νὰ ἐπακολουθήση.

59. Ὅπως λέγει ὁ Ἐκκλησιαστῆς, «καιρὸς παντὶ πράγματι τῷ ὑπὸ τὸν οὐρανόν» (γ´ 1). Στὸ «παντὶ πράγματι» συμπεριλαμβάνεται καὶ κάθε τί ποὺ ἀνήκει στὴν ἱερὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν. Γι᾿ αὐτὸ ἂν τὸ νομίζετε καλό, ἂς τὸ λάβωμε αὐτὸ σοβαρὰ ὑπ᾿ ὄψιν μας καὶ ἂς ἐπιζητοῦμε σὲ κάθε καιρὸ τὰ ἁρμόδια. Διότι ὁπωσδήποτε σὲ ὅλους τοὺς ἀγωνιζομένους ὑπάρχει καιρὸς τῆς ἀπαθείας καί, ὅταν εἶναι πνευματικῶς νήπιοι, ὁ καιρὸς τῆς ἐμπαθείας. Καιρὸς τῶν δακρύων καὶ καιρὸς τῆς σκληροκαρδίας. Καιρὸς τῆς ὑποταγῆς καὶ καιρὸς τῆς προσταγῆς. Καιρὸς νηστείας καὶ καιρὸς φαγητοῦ. Καιρὸς πολέμου κατὰ τοῦ ἐχθροῦ ποὺ λέγεται σῶμα καὶ καιρὸς ποὺ ἀτονεῖ καὶ θανατώνεται ἡ σαρκικὴ πύρωσις. Καιρὸς ψυχικῆς κακοκαιρίας καὶ καιρὸς ψυχικῆς γαλήνης. Καιρὸς καρδιακῆς λύπης καὶ καιρὸς χαρᾶς πνευματικῆς. Καιρὸς διδασκαλίας καὶ καιρὸς ἀκροάσεως. Καιρὸς σαρκικῶν μολυσμῶν -ἴσως ἀπὸ τὴν οἴησι- καὶ καιρὸς καθαρισμοῦ λόγω τῆς ταπεινώσεως. Καιρὸς πάλης καὶ καιρὸς ἀσφαλείας καὶ ἀναπαύσεως. Καιρὸς ἡσυχίας καὶ καιρὸς εὐτάκτου περισπασμοῦ. Καιρὸς ἀδιαλείπτου προσευχῆς καὶ καιρὸς καθαρᾶς καὶ εἰλικρινοῦς διακονίας.

Ἂς μὴν ἐπιζητοῦμε λοιπὸν ἀπατημένοι ἀπὸ ἐγωϊστικὸ ζῆλο τὰ τοῦ καιροῦ πρὸ τοῦ καιροῦ οὔτε τὰ τοῦ θέρους στὸν χειμώνα οὔτε τὰ τοῦ θερισμοῦ στὴν σπορά. Ἄλλος εἶναι ὁ καιρὸς ποὺ θὰ σπείρωμε τοὺς πνευματικούς μας κόπους καὶ ἄλλος ὁ καιρὸς ποὺ θὰ θερίσωμε τὶς ἀνεκδιήγητες χάριτες. Ἂν δὲν κάνωμε ἔτσι, δὲν θὰ ἀποκομίσωμε οὔτε τὰ ἁρμόδια στὸν καιρό τους.

60. Μερικοὶ ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Θεὸν τὶς ἅγιες ἀμοιβὲς τῶν κόπων τους πρὶν ἀπὸ τοὺς καμάτους, ἄλλοι μετὰ τοὺς καμάτους καὶ ἄλλοι τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, σύμφωνα μὲ τὴν ἀνεκδιήγητη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ. Ἀξίζει δὲ νὰ ἐρευνήσωμε σὲ ποιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις συμβαδίζει περισσότερο ἡ ταπεινοφροσύνη. (Ὁπωσδήποτε στὴν τελευταία).

61. Ὑπάρχει ἀπόγνωσις ποὺ ὀφείλεται στὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν καὶ στὸ βάρος τῆς συνειδήσεως καὶ στὴν ἀφόρητη λύπη, διότι γέμισε ὁλωσδιόλου ἡ ψυχὴ ἀπὸ τραύματα καὶ καταποντίσθηκε ἀπὸ τὸ βάρος τους στὸν βυθὸ τῆς ἀπογνώσεως. Καὶ ὑπάρχει ἄλλη ἀπόγνωσις ποὺ μᾶς συμβαίνει ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ οἴησι, διότι θεωροῦμε ὅτι δὲν ἄξιζε νὰ πάθη μία τέτοια πτῶσι ὁ ἑαυτός μας. Τοῦτο εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα ποὺ θὰ διακρίνη ἕνας προσεκτικὸς παρατηρητὴς στὴν κάθε μία: Στὴν πρώτη παραδίδεται ὁ ἄνθρωπος στὴν ἀδιαφορία, ἐνῷ στὴν δευτέρα συνεχίζει μὲ ἀπόγνωσι τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες – πράγμα ἐπιζήμιο. Θεραπεία τοῦ ἑνὸς εἶναι ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ εὐελπιστία, καὶ τοῦ ἄλλου ἡ ταπείνωσις καὶ τὸ νὰ μὴ κρίνη κανένα.

62. Ἂς μὴ θαυμάζωμε καὶ ἂς μὴ παραξενευώμαστε, ὅταν βλέπωμε μερικοὺς νὰ προφέρουν καλοὺς λόγους, ἐνῷ διαπράττουν ἔργα πονηρά. (Αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὴν οἴησι). Καὶ τὸν ὄφι ἄλλωστε ἐκεῖνον στὸν παράδεισο, ἡ οἴησις μᾶλλον τὸν κατέστρεψε, ἀνυψώνοντάς τον.

63. Σὲ κάθε ἐνέργειά σου καὶ σὲ κάθε σου συμπεριφορά, εἴτε εἶσαι κάτω ἀπὸ ὑποταγὴ εἴτε ὄχι, εἴτε πρόκειται γιὰ κάτι φανερὸ εἴτε γιὰ κάτι ἐσωτερικό, νὰ ἔχης ὡς τύπο καὶ ὡς κανόνα τοῦτο, γιὰ νὰ διακρίνης ἐὰν αὐτὰ γίνωνται σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ: Ἐάν, δηλαδή, ἕνας ἀρχάριος ἐπιτελῆ κάποιο πνευματικὸ ἔργο καὶ δὲν ἀποκτᾶ ἀπὸ αὐτὸ περισσοτέρα ταπείνωσι ἀπὸ ὅ,τι εἶχε, νομίζω, ὅτι τὸ ἔργο αὐτὸ δὲν γίνεται κατὰ Θεόν, εἴτε μικρὸ εἶναι εἴτε μεγάλο.

64. Ἐμεῖς λοιπὸν οἱ νήπιοι καὶ ἀρχάριοι θὰ πληροφορούμεθα τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἀνέφερα. Οἱ μεσαῖοι, ἴσως μὲ τὸ σταμάτημα τῶν πολέμων τοῦ διαβόλου. Καὶ οἱ τέλειοι, μὲ τὴν προσθήκη καὶ τὴν ἀφθονία τοῦ θείου φωτός.

Ὅσα κατορθώνουν οἱ μεγάλοι τὰ θεωροῦν μικρά, χωρὶς ἴσως νὰ εἶναι μικρά. Ὅσα ὅμως οἱ μικροὶ τὰ θεωροῦν μεγάλα, δὲν εἶναι ὁπωσδήποτε μεγάλα οὔτε τέλεια.

65. Ἡ ἀτμόσφαιρα ποὺ καθάρισε ἀπὸ τὰ σύννεφα, μᾶς παρουσίασε λαμπρὸ τὸν ἥλιο. Καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ ἀπηλλάγη ἀπὸ τὶς προλήψεις καὶ ἀξιώθηκε τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, ὁπωσδήποτε ἀντίκρυσε τὸ θεῖο φῶς.

66. Ἄλλο πράγμα εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ ἄλλο ἡ ἀργία καὶ ἄλλο ἡ ἀμέλεια καὶ ἄλλο τὸ πάθος καὶ ἄλλο ἡ πτῶσις. Ὅποιος μπορεῖ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου νὰ τὰ ἐρευνήση, ἂς τὰ ἐρευνήση προσεκτικά.

67. Μερικοὶ μακαρίζουν ἀνάμεσα στὰ πνευματικὰ χαρίσματα ὅ,τι φαίνεται ἐξωτερικὰ καὶ ὅ,τι θαυματουργεῖ· καὶ δὲν γνωρίζουν ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ ἀλλὰ ἀνώτερα καὶ ἀπόκρυφα, τὰ ὁποῖα γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν χάνονται.

68. Ἐκεῖνος ποὺ ἐπέτυχε τὴν τελεία κάθαρσι, ἂν καὶ δὲν βλέπη τὴν ἴδια τὴν οὐσία τῆς ψυχῆς τοῦ πλησίον, βλέπει ὅμως σὲ τί κατάστασι εὑρίσκεται. Ἐκεῖνος ποὺ προοδεύει, ἀλλὰ δὲν ἔφθασε ἀκόμη στὴν τελειότητα, ἀντιλαμβάνεται τὴν ψυχικὴ κατάστασι τοῦ πλησίον ἀπὸ τὶς σωματικὲς ἐκδηλώσεις του.

69. Ὀλίγη φωτιὰ ἐξαφάνισε πολλὲς φορὲς ὁλόκληρο δάσος. Ὁμοίως μία μικρὴ τρύπα σ᾿ ἕνα δοχεῖο μᾶς κατέστρεψε ὅλον τὸν κόπο.

70. Συμβαίνει μερικὲς φορές, ὥστε ἡ ἀνάπαυσις τοῦ ἐχθροῦ μας, δηλαδὴ τοῦ σώματός μας, νὰ διεγείρη τοὺς λογισμοὺς χωρὶς νὰ ἐπιφέρη σαρκικὴ πύρωσι. Καὶ ἄλλες φορὲς συμβαίνει, ὥστε ἡ καταπίεσις καὶ ἡ θλίψις τοῦ σώματος νὰ προκαλῆ ἀκόμη καὶ σαρκικὲς κινήσεις. Καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ μὴ στηριζώμεθα στοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ σ᾿ Ἐκεῖνον, τὸν Θεὸν δηλαδή, ποὺ μπορεῖ καὶ θανατώνει τὴν ζωντανή, δηλαδὴ τὴν σάρκα, μὲ τρόπο ποὺ ἐμεῖς δὲν γνωρίζομε.

71. Ὅταν ἰδοῦμε κάποιους ἀδελφοὺς νὰ μᾶς δείχνουν ἐν Κυρίῳ πολλὴ ἀγάπη, πρὸς αὐτοὺς περισσότερο ἂς φυλάξωμε τὸ ἀπαρρησίαστον. Διότι τίποτε δὲν διαλύει τόσο τὴν ἀγάπη, ὅσο ἡ παρρησία. Ἐπὶ πλέον δημιουργεῖ καὶ μίσος.

72. Ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς εἶναι νοερὸς καὶ περικαλλὴς καί, ἐὰν ἐξαιρέσωμε τοὺς Ἀγγέλους, ὑπερβαίνει στὴν ὡραιότητα τὸ καθετί. (Εἶναι δὲ καὶ πολὺ διεισδυτικός)· γι᾿ αὐτὸ πολλὲς φορὲς μερικοὶ ἐμπαθεῖς κατώρθωσαν νὰ διακρίνουν σὲ ἄλλες ψυχὲς ποὺ τὶς ἀγαποῦσαν ὑπερβολικὰ τὶς μυστικὲς σκέψεις τους. Καὶ μάλιστα ὅταν δὲν ἦταν βυθισμένοι στὰ ἀκάθαρτα πάθη τῆς σαρκός.

73. Σὲ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἄϋλο τίποτε δὲν ἀνθίσταται τόσο, ὅσο ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ὑλικό (10). Ἐὰν αὐτὸ συμβαίνει, ὁ ἀναγνώστης ἂς ἐξάγη μόνος του τὰ συμπεράσματα.

74. Οἱ παρατηρήσεις καὶ οἱ κρίσεις τῶν κοσμικῶν εἶναι συνήθως ἀντίθετες πρὸς τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Οἱ δὲ παρατηρήσεις καὶ οἱ κρίσεις διαφόρων μοναχῶν εἶναι συνήθως ἀντίθετες πρὸς τὴν νοερὰ γνῶσι ποὺ χορηγεῖ ὁ Θεός. Οἱ πνευματικὰ ἀδύνατοι ἂς γνωρίζουν ὅτι τοὺς ἐπισκέπτεται ὁ Θεός, ὅταν παρουσιάζωνται σωματικὲς ταλαιπωρίες καὶ κίνδυνοι καὶ ἐξωτερικοὶ πειρασμοί, ἐνῷ οἱ τέλειοι ἂς τὸ γνωρίζουν ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀπὸ τὴν προσθήκη τῶν χαρισμάτων.

75. Ὑπάρχει κάποιος δαίμων ποὺ μόλις πέσωμε στὸ κρεββάτι, μᾶς πλησιάζει καὶ μᾶς κατατοξεύει μὲ πονηροὺς καὶ ρυπαροὺς λογισμούς. Ἀποσκοπεῖ δὲ νὰ μᾶς κάνη νὰ κοιμηθοῦμε μὲ ἀκάθαρτες σκέψεις, καὶ νὰ ἰδοῦμε ἐν συνεχείᾳ καὶ ἀκάθαρτα ὄνειρα, ἐὰν βεβαίως ἀπὸ ὀκνηρία δὲν σηκωθοῦμε γιὰ προσευχὴ καὶ δὲν ὁπλισθοῦμε ἐναντίον του.

76. Ὑπάρχει ὁ λεγόμενος πρόδρομος τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ὁ ὁποῖος μᾶς ὑποδέχεται μόλις ξυπνήσωμε, καὶ μολύνει τὴν «πρωτόνοιά» μας, δηλαδὴ τὴν πρώτη μας σκέψι. Νὰ προσφέρης τὶς ἀπαρχὲς τῆς ἡμέρας σου στὸν Κύριον, διότι ἡ ἡμέρα θὰ ἀνήκη σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ ἐπρόλαβε τὴν ἀρχή της. Κάποιος ἐξαίρετος ἀγωνιστῆς μοῦ εἶπε ἕναν ἀξιάκουστο λόγο: «Ἀπὸ τὸ πρωὶ καταλαβαίνω πῶς θὰ περάσω τὴν ἡμέρα μου».

77. Εἶναι πολλοὶ οἱ δρόμοι καὶ τῆς εὐσεβείας καὶ τῆς ἀπωλείας. Διὰ τοῦτο πολλὲς φορές, ἐνῷ ἀντιτάσσεται κάποιος σὲ ἕναν γιὰ κάτι καλό, συμβαίνει νὰ συμφωνῆ ἀπόλυτα μὲ ἕναν ἄλλο· (διότι τὸν ἄλλον τὸν θεωρεῖ ἱκανόν). Ἔτσι καὶ τῶν δυὸ ἐνεργειῶν του ὁ σκοπὸς εἶναι εὐάρεστος στὸν Θεόν.

78. Ὅταν μᾶς συμβαίνουν θλίψεις καὶ πειρασμοί, οἱ δαίμονες μᾶς παρακινοῦν νὰ εἰποῦμε ἢ νὰ πράξωμε κάτι ἁμαρτωλό. Καὶ ἂν δὲν μπορέσουν, τότε πλησιάζουν ἀθόρυβα καὶ μᾶς προτρέπουν νὰ προσφέρωμε στὸν Θεὸν εὐχαριστία ὑπερήφανη.

79. Ὅσοι ἐφρόνησαν τὰ ἄνω, κατὰ τὸν χωρισμὸ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σῶμα, πρὸς τὰ ἄνω ἀνέρχονται μερικῶς, (δηλαδὴ μὲ τὴν ψυχὴ μόνο). Καὶ ὅσοι ἐφρόνησαν τὰ κάτω, πρὸς τὰ κάτω ὁμοίως. Σ᾿ αὐτὰ δὲ ποὺ χωρίζονται δὲν ὑπάρχει τίποτε στὸ μέσον.

80. Ἕνα ἀπὸ τὰ κτίσματα, (δηλαδὴ ἡ ψυχή), ἔλαβε τὸ εἶναι της ὄχι στὸν ἑαυτό της, ἀλλὰ μέσα σὲ ἄλλο κτίσμα, (δηλαδὴ στὸ σῶμα). Καὶ εἶναι ἀξιοθαύμαστο, πῶς μπορεῖ καὶ ὑπάρχει (μετὰ τὸν θάνατο), χωρὶς ἐκεῖνο μέσα στὸ ὁποῖο ἔλαβε τὸ εἶναι της.

81. Τὶς εὐσεβεῖς θυγατέρες τὶς γεννοῦν οἱ μητέρες (11) καὶ τὶς μητέρες ὁ Κύριος. Δὲν εἶναι δὲ ἄστοχο νὰ χρησιμοποιηθῆ αὐτὸς ὁ κανὼν καὶ στὰ ἀντίθετα, δηλαδὴ στὶς κακίες.

82. «Δειλὸς εἰς πόλεμον μὴ ἐξιέτω» (Δευτ. κ´ 8), ὁρίζει ὁ Μωϋσῆς ἢ καλύτερα ὁ Θεός. Διότι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ὑποστῆ αὐτὸς τὴν «ἐσχάτην πλάνην τῆς ψυχῆς», ἡ ὁποία φυσικὰ εἶναι βαρύτερη ἀπὸ τὴν πρώτη, τὴν πτῶσι δηλαδὴ τοῦ σώματος (12).

Φῶς γιὰ ὅλα τὰ σωματικὰ μέλη εἶναι οἱ αἰσθητοὶ ὀφθαλμοί. Καὶ νοερὸ φῶς γιὰ τὶς θεῖες ἀρετὲς εἶναι ἡ διάκρισις.

----------

1. Τρεῖς ἐννοεῖ τὴν γαστριμαργία, φιλαργυρία καὶ κενοδοξία, ποὺ θεωροῦνται ρίζες τῶν παθῶν. Στοὺς τρεῖς αὐτοὺς πειρασμοὺς ἐπολεμήθηκε καὶ ὁ Κύριος στὴν ἔρημο. Πέντε ἐννοεῖ τὴν πορνεία, ἀκηδία, λύπη, ὀργὴ καὶ ὑπερηφάνεια.

2. Ἐννοεῖ τὸν ἀββᾶ Λέοντα ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, ὁ ὁποῖος προκειμένου νὰ σώση τρεῖς μοναχοὺς ποὺ συνέλαβαν αἰχμαλώτους οἱ Μάζικες -βερβερικὸς λαὸς τῆς Βορείου Ἀφρικῆς- δὲν ἐδίστασε νὰ παραδοθῆ ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τελικὰ νὰ ὑποστῆ μαρτυρικὸ θάνατο δι᾿ ἀποκεφαλισμοῦ. Τὸ περιστατικὸ ἀναγράφεται στὸ Λαυσαϊκό.

3. Ἡ ἔκφρασις «νοερὰ αἴσθησις» ἀποτελεῖ καθιερωμένο νηπτικὸ ὅρο. Συνώνυμος διατύπωσις εἶναι: «καρδιακὴ αἴσθησις» ἢ «πνευματικὴ αἴσθησις». «Ὑπάρχει μέσα μας καὶ δὲν ὑπάρχει» σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει, ὅταν ὁ νοῦς δὲν ἔχη καθαρθῆ ἀπὸ τὸ σκότος τῶν παθῶν καὶ δὲν ἔχη γίνει ὄχημα τῆς Χάριτος. Μὲ τὴ νοερὰ αὐτὴ αἴσθησι γίνονται ἀντιληπτὲς οἱ θείες ἀποκαλύψεις, θεωρίες καὶ ὁράσεις.

4. Δηλαδή: Μὲ τὶς τρεῖς μεγάλες ἀρετὲς νὰ πολεμήσωμε τὰ τρία μεγάλα πάθη. Τὰ πάθη αὐτά, ὅπως σχολιάζει καὶ ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης τῆς Ραϊθοῦ, εἶναι ἡ φιληδονία, ἡ φιλαργυρία καὶ ἡ φιλοδοξία. Οἱ δὲ ἀρετὲς ἡ ἐγκράτεια, ἡ ταπείνωσις καὶ ἡ ἀγάπη.

5. «Ἰσραήλ» κατὰ μία ἑρμηνευτικὴ ἐκδοχὴ σημαίνει «ὁ βλέπων τὸν Θεόν». Στοὺς μυστικοὺς Πατέρες ὡς Ἰσραὴ ἀλληγορεῖται ὁ κεκαθαρμένος νοῦς ποὺ ἀξιώθηκε τῆς θείας θεωρίας καὶ ἐλλάμψεως -«νοῦς ὁρῶν τὸν Θεόν».

6. «Δεινότητα» ἐδῶ ἐννοεῖ τὴν ἰκανότητα, τὴν πανουργία, τὴν ἐφευρετικότητα. Δηλαδὴ μπορεῖ κάποιος ἐν ὀνόματι τῆς διακρίσεως νὰ προβάλλη ποικίλα ἐπιχειρήματα γιὰ νὰ ὑποστηρίζει ἀπόψεις, νὰ δικαιολογεῖ ἐνέργειες, νὰ καθησυχάζη τὴν συνείδησί του κ. λπ.

7. Δηλαδὴ μὲ τὸ πῦρ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο γίνεται ἀντιληπτὸ στοὺς προχωρημένους ὡς αἰσθητὸ πῦρ ποὺ καίει χωρὶς νὰ καίη. Ἢ μὲ πῦρ τοῦ θείου πόθου, ὁ ὁποῖος φλογίζει καὶ θερμαίνει τὴν καρδία τῶν ἀγωνιστῶν.

8. Στὸν Μέγαν Ἀντώνιο ἐπὶ παραδείγματι καὶ στὸν ὅσιο Παχώμιο ἐδίδαξε τὴν προσευχή, ὅπως ἀναφέρεται στὸν βίο τους, θεῖος Ἄγγελος.

9. Ὁ πρῶτος τρόπος ἀρμόζει στοὺς ἀρχαρίους, ὁ δεύτερος στοὺς μεσαίους καὶ ὁ τρίτος στοὺς προχωρημένους καὶ θεωρητικούς.

10. Τὸν ἄϋλο δηλαδὴ καὶ ὑψιπέτη νοῦ τὸν θολώνει, τὸν ἀμαυρώνει καὶ τὸν σύρει πρὸς τὰ κάτω ἡ σάρκα μὲ τὰ πάθη της.

11. Ὡς μητέρες χαρακτηρίζονται ἐδῶ οἱ γενικὲς ἢ καθολικὲς ἢ περιεκτικὲς ἀρετές· καὶ ὡς θυγατέρες οἱ ἐπὶ μέρους ἀρετές.

12. Τὸ νόημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Κανεὶς δειλὸς καὶ μικρόψυχος ἂς μὴ προχωρήση στὸν ἀγῶνα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, μὴ τυχὸν καὶ πτοηθῆ καὶ νικηθῆ καὶ πέση ὄχι μόνο στὴν σαρκικὴ ἁμαρτία, ἀλλὰ καὶ στὴν πλήρη ψυχικὴ ἀπόγνωσι, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς «ἐσχάτη πλάνη» τῆς ψυχῆς.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

(Περὶ διακρίσεως εὐδιακρίτου)

«ΟΝ ΤΡΟΠΟΝ ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος φλεγομένη τὰ νάματα» (Ψαλμ. μα´ 2), ἔτσι εἶναι ποθητὴ στοὺς μοναχοὺς ἡ κατανόησις τοῦ ἀγαθοῦ θείου θελήματος. Ἐπὶ πλέον δὲ καὶ τοῦ συγκεκριμένου, (ὅταν δηλαδὴ στὸ ἀγαθὸ ὑπάρχη καὶ τὸ κακό), καθὼς ἐπίσης καὶ τοῦ ἀντιθέτου· περὶ τῶν ὁποίων «πολὺς ἡμῖν ὄντως ὁ λόγος καὶ δυσερμήνευτος» (Ἑβρ. ε´ 11). Δύσκολα ἀντιλαμβάνεται κανεὶς ποιὲς ἀπὸ τὶς μοναχικές μας ὑποθέσεις πρέπει νὰ τακτοποιοῦνται ταχύτατα καὶ χωρὶς καμμία ἀναβολή, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνον ποὺ λέγει: «Οὐαὶ ὁ ἀναβαλλόμενος ἡμέραν ἐξ ἡμέρας» (πρβλ. Σοφ. Σειρὰχ ε´ 7) καὶ καιρὸν ἐκ καιροῦ. Καὶ ποιὲς πάλι, μὲ ἠρεμία καὶ περίσκεψι, ὅπως μᾶς συμβουλεύει ἐκεῖνος ποὺ εἶπε: «Μετὰ κυβερνήσεως γίνεται πόλεμος» (Παρ. κδ´ 6)· καθὼς ἐπίσης: «Πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω» (Α´ Κορ. ιδ´ 40).

Δὲν εἶναι! Ὄχι! Δὲν εἶναι τοῦ τυχόντος νὰ διακρίνη ἀμέσως καὶ εὐκρινῶς τὰ δυσδιάκριτα αὐτὰ πράγματα. Ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ὁ θεοφόρος Δαβίδ, ποὺ ὡμιλοῦσε μέσα του τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, πολλὲς φορὲς προσεύχεται γι᾿ αὐτό. Καὶ ἄλλοτε λέγει: «Δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου» (Ψαλμ. ρμβ´ 10). Ἄλλοτε: «Ὁδήγησόν με ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν σου» (Ψαλμ. κδ´ 5). Καὶ ἄλλοτε: «Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἀπὸ πάσης μερίμνης βιοτικῆς καὶ πάθους, τὴν ψυχήν μου ᾗρα καὶ ὕψωσα» (πρβλ. Ψαλμ. ρμβ´ 8).

2. Ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ μάθουν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ὀφείλουν προηγουμένως νὰ θανατώσουν τὸ ἰδικό τους. Ἀφοῦ δὲ προσευχηθοῦν μὲ πίστι καὶ ἀπονήρευτη ἁπλότητα, ἂς ἐρωτήσουν μὲ ταπείνωσι καρδίας καὶ ἀδίστακτο λογισμὸ τοὺς γέροντας ἢ καὶ τοὺς ἀδελφοὺς ἀκόμη, καὶ ἂς δεχθοῦν τὶς συμβουλές τους σὰν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ, ἔστω καὶ ἐὰν εἶναι ἀντίθετες πρὸς τὸ θέλημά τους· ἔστω καὶ ἐὰν δὲν εἶναι καὶ τόσο πνευματικοὶ οἱ ἐρωτηθέντες· διότι δὲν εἶναι ἄδικος ὁ Θεὸς νὰ ἀφήση νὰ πλανηθοῦν ψυχὲς ποὺ μὲ πίστι καὶ ἀκακία ἐταπεινώθηκαν ἐμπρὸς στὴν συμβουλὴ καὶ στὴν κρίσι τοῦ πλησίον.

Ἀκόμη καὶ ἀνίδεοι ἐὰν εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἐρωτῶνται, ἐκεῖνος ποὺ ἀπαντᾶ μὲ τὸ στόμα τους εἶναι ὁ ἄϋλος καὶ ἀόρατος Θεός.

Ὅσοι ἀκολουθοῦν ἀδίστακτα αὐτὸν τὸν κανόνα, εἶναι ἄνθρωποι μὲ πολλὴ ταπείνωσι. Ἐὰν κάποιος ἔθετε τὸ πρόβλημά του ἐμπρὸς στὸν ἦχο τοῦ Ψαλτηρίου (πρβλ. Ψαλμ. μη´ 5), πόσο νομίζετε ὅτι ὑπερτερεῖ ὁ λογικὸς νοῦς καὶ ἡ νοερὰ ψυχὴ ἀπὸ τὸν ἦχο ἑνὸς ἀψύχου πράγματος;

Πολλοὶ ὅμως ἀπὸ τὴν αὐταρέσκειά τους δὲν ἀξιώθηκαν νὰ ἐνστερνισθοῦν τὸν τέλειο καὶ εὔκολο αὐτὸν τρόπο. Αὐτοὶ προσεπάθησαν νὰ ἀντιληφθοῦν τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μὲ τὶς ἰδικές τους δυνατότητες, καὶ μᾶς ἐξέφεραν ἐπ᾿ αὐτοῦ πολυάριθμες καὶ ποικίλες γνῶμες.

3. Μερικοί, ἀσχολούμενοι μὲ τὰ θέματα αὐτά, ἐσταμάτησαν κάθε προσπάθεια τοῦ λογικοῦ τους στὸ νὰ δεχθῇ μία ἀπὸ τὶς δυὸ γνῶμες τους, εἴτε τὴν θετικὴ εἴτε τὴν ἀρνητική.

Καὶ μὲ γυμνὸ τὸν νοῦ τους ἀπὸ τὸ ἰδικό τους θέλημα, προσευχήθηκαν θερμὰ στὸν Κύριον ὡρισμένες ἡμέρες, καὶ ἔτσι κατώρθωσαν νὰ γνωρίσουν τὸ θεῖον θέλημα. Δηλαδή: Ἢ κάποιος νοῦς ὡμίλησε νοερῶς στὸν νοῦ τους ἢ ἐξηφανίσθη τελείως ἡ μία γνώμη ἀπὸ τὴν ψυχή.

Ἄλλοι ἀπὸ τὶς θλίψεις, τὶς ἀνωμαλίες καὶ ἀποτυχίες ποὺ συνέβησαν σὲ προσπάθειά τους, κατενόησαν (ὅτι δὲν ἦταν σύμφωνή μὲ τὸ θεῖον θέλημα καί) ὅτι τὰ ἐμπόδια ἦλθαν κατὰ παραχώρησι Θεοῦ, στηριζόμενοι σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ εἶπε: «Ἠθελήσαμεν ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς καὶ ἅπαξ καὶ δίς, καὶ ἐνέκοψεν ἡμᾶς ὁ σατανᾶς» (Α´ Θεσ. β´ 18). Καὶ ἄλλοι ἀντιθέτως ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη συμπαράστασι ποὺ εὕρισκαν, ἀντελήφθησαν ὅτι ἡ προσπάθειά τους εἶναι ἀρεστὴ στὸν Θεόν, καὶ εἶπαν: «Παντὶ τῷ προαιρουμένῳ τὸ ἀγαθὸν συνεργεῖ ὁ Θεός» (πρβλ. Ρωμ. η´ 28).

4. Ὅποιος ἀπέκτησε μέσα του τὸν Θεὸν δι᾿ ἐλλάμψεως, αὐτός, καὶ στὰ πράγματα ποὺ ἐπείγουν καὶ στὰ ἀντίθετα, πληροφορεῖται τὸ θεῖον θέλημα μὲ τὸν δεύτερο τρόπο, (τὴν προσευχή), ὄχι ὅμως μὲ ἀναμονὴ καὶ πάροδο χρόνου.

5. Τὸ νὰ διστάζη κανεὶς στὶς κρίσεις καὶ ἀποφάσεις καὶ νὰ μένη ἐπὶ πολὺ ἀπληροφόρητος, ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ψυχὴ ἀφώτιστη καὶ φιλόδοξη. Διότι δὲν εἶναι ὁ Θεὸς ἄδικος νὰ κλείνη τὴν πόρτα σὲ ὅσους κρούουν ταπεινά. Σὲ ὅλα μας τὰ ἔργα, καὶ στὰ ἄμεσα καὶ στὰ ἀπώτερα, ἂς ἀναζητοῦμε τὴν σημασία ποὺ ἔχουν ὅσον ἀφορᾶ τὸν Κύριον. Ὅλα ὅσα γίνονται χωρὶς προσπάθεια καὶ χωρὶς μολυσμό, μόνο γιὰ τὸν Κύριον καὶ ὄχι γιὰ τίποτε ἄλλο, αὐτὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶναι τελείως ἀγαθά, ὅμως γιὰ ἀγαθὰ θὰ μᾶς λογισθοῦν. Διότι ἔχει ἐπικίνδυνη κατάληξι τὸ νὰ πολυλεπτολογοῦμε καὶ νὰ ἐρευνοῦμε πράγματα ποὺ ὑπερβαίνουν τὶς δυνάμεις μας.

6. Μυστικὸ καὶ ἀνεξιχνίαστο εἶναι τὸ σχέδιο καὶ τὸ κρίμα ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ μᾶς. Πολλὲς φορὲς ἐπὶ παραδείγματι θέλει νὰ ἀποκρύψῃ ἀπὸ ἐμᾶς κατ᾿ οἰκονομία τὸ θεῖον θέλημά Του, γνωρίζοντας πὼς καὶ ἂν τὸ μάθωμε θὰ τὸ παραβοῦμε, ὁπότε καὶ θὰ τιμωρηθοῦμε περισσότερο.

7. Ἡ εὐθεία καρδία εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὰ πολύπλοκα καὶ πολυειδὴ πράγματα, καὶ ταξειδεύει ἀκίνδυνα μὲ τὸ πλοῖο τῆς ἀκακίας.

8. Ὑπάρχουν ἀνδρεῖες ψυχὲς ποὺ ἐπιβάλλουν στὸν ἑαυτό τους ἀγῶνες ὑπεράνω τῶν δυνάμεών τους ἀπὸ ἔρωτα πρὸς τὸν Θεὸν καὶ μὲ ταπεινὸ φρόνημα στὴν καρδιά. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ὑπερήφανες καρδιὲς ποὺ κάνουν τὸ ἴδιο. Ἔχουν δὲ οἱ ἐχθροί μας σκοπὸ νὰ μᾶς προτρέπουν πολλὲς φορὲς σὲ πράγματα ἀνώτερα τῶν δυνάμεών μας, γιὰ νὰ κουρασθοῦμε ψυχικά, νὰ μὴ κατορθώσωμε ἔπειτα καὶ ὅσα εἶναι τῶν δυνάμεών μας, καὶ νὰ καταντήσωμε ἔτσι περίγελος στὰ μάτια τους.

9. Εἶδα μερικούς μὲ ἀδύνατη ψυχὴ καὶ ἀσθενικὸ σῶμα νὰ ἀποδύωνται γιὰ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν τους σὲ ἀγῶνες ἀνωτέρους τῶν δυνάμεών τους, ἀλλὰ τελικὰ νὰ μὴ μποροῦν νὰ ἀνθέξουν. Ἐγὼ τοὺς εἶπα ὅτι στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ὁ Θεὸς κρίνει τὴν μετάνοια ἀνάλογα μὲ τὸ μέτρο τῆς ταπεινώσεως καὶ ὄχι τῶν καμάτων.

10. Μερικὲς φορὲς ἡ κακὴ ἀνατροφὴ ἀποτελεῖ τὴν αἰτία πολὺ μεγάλων ἁμαρτιῶν. Ἐπίσης καὶ ἡ κακὴ συναναστροφή. Πολλὲς ὅμως φορὲς μία διεστραμμένη ψυχὴ ἐπαρκεῖ μόνη της γιὰ τὴν καταστροφή της. Ὅποιος ἐσώθηκε ἀπὸ τὰ δυὸ πρῶτα, ἐσώθηκε ἴσως καὶ ἀπὸ τὸ τρίτο. Ὅποιος ὅμως ἔχει τὸ τρίτο, σὲ ὁποιοδήποτε τόπο καὶ ἂν εὑρεθῆ, δὲν προκόπτει, ἀφοῦ ἄλλωστε κανένας τόπος δὲν εἶναι πιὸ ἀσφαλὴς ἀπὸ τὸν οὐρανό, (ἀπ᾿ ὅπου ἔπεσε ὁ διάβολος).

11. Τοὺς ἀπίστους ἢ τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ μᾶς ἐπιτίθενται μὲ κακότητα, ἂς τοὺς ἀφίνουμε «μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν» (Τίτ. γ´ 10). Στοὺς ἐπιθυμοῦντας ὅμως νὰ μάθουν τὴν ἀλήθεια, «τὸ καλὸν ποιοῦντες ἕως αἰῶνος μὴ ἐκκακῶμεν» (Γαάλ. ς´ 9). Ἀλλὰ καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις ἂς εἶναι ἡ συμπεριφορά μας ἀνάλογη μὲ τὴν ψυχική μας δύναμι καὶ ἀντοχή.

12. Εἶναι παράλογος ὅποιος πέφτει σὲ ἀπόγνωσι, ἀκούοντας τὰ ὑπερφυσικὰ κατορθώματα τῶν Ἁγίων. Αὐτὰ ἀντιθέτως τὸν ἐκπαιδεύουν ἄριστα σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ δυό: Ἢ τὸν παρακινοῦν μὲ τὴν ὁσιακὴ ἀνδρεία τους πρὸς μίμησι· ἢ πρὸς μεγάλη αὐτοκατάκρισι καὶ ἀναγνώρισι τῆς ἀδυναμίας του μὲ τὴν τρεῖς φορὲς ὁσιακὴ ταπείνωσι.

13. Ὑπάρχουν ἀκάθαρτοι δαίμονες, πονηρότεροι τῶν πονηρῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς συμβουλεύουν νὰ μὴ κάνωμε μόνοι μας τὴν ἁμαρτία. Αὐτοὶ ἐπιθυμοῦν νὰ ἔχωμε καὶ ἄλλους συνενόχους στὸ κακό, γιὰ νὰ μᾶς ἑτοιμάσουν βαρύτερη τιμωρία. Εἶδα μία ἁμαρτωλὴ συνήθεια ποὺ τὴν ἔμαθε ὁ ἕνας ἀπὸ κάποιον ἄλλο. Ἔπειτα ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἐδίδαξε ἦλθε σὲ συναίσθησι, ἄρχισε νὰ μετανοῆ καὶ ἐσταμάτησε τὴν ἁμαρτία. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ μαθητὴς του συνέχιζε νὰ τὴν διαπράττη, καὶ ἡ ἰδική του μετάνοια ἀπέβη ἀτελὴς καὶ ἀνίσχυρη.

14. Μεγάλη, πράγματι, μεγάλη εἶναι ἡ πονηρία τῶν δαιμόνων· δύσκολα τὴν ἀντιλαμβανόμεθα καὶ ὀλίγοι τὴν βλέπουν. Καὶ αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι, νομίζω, δὲν τὴν βλέπουν ὁλόκληρη. Ἀλήθεια, πῶς συμβαίνει πολλὲς φορὲς νὰ εἴμαστε χορτασμένοι ἀπὸ ἀπολαυστικὰ φαγητά, καὶ ἐν τούτοις νὰ ἀγρυπνοῦμε μὲ καθαρὸ νοῦ, καὶ ἄλλες φορὲς νὰ νηστεύωμε καὶ νὰ ταλαιπωρούμεθα, καὶ ἐν τούτοις νὰ μᾶς κυριεύη ἄσχημα ὁ ὕπνος; Νὰ ἡσυχάζωμε, καὶ ἐν τούτοις νὰ εἴμαστε σκληροί, καὶ νὰ συναναστρεφώμαστε ἄλλους, καὶ νὰ εἴμαστε γεμάτοι κατάνυξι; Ἐνῷ πεινοῦμε ὑπερβολικά, νὰ ἔχωμε πειρασμοὺς στὸν ὕπνο, καὶ ἐνῷ εἴμαστε χορτάτοι, νὰ μὴν ἐνοχλούμεθα καθόλου; Ἐνῷ περνοῦμε πτωχικά, νὰ γινώμαστε σκυθρωποὶ καὶ ἀσυγκίνητοι, καὶ ἐνῷ περνοῦμε πλούσια καὶ μὲ οἰνοποσίες, νὰ παρουσιαζώμαστε γεμάτοι ἱλαρότητα καὶ κατανυκτικότητα; Γι᾿ αὐτὰ ὅποιος μπορεῖ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου, ἂς διαφωτίση ὅσους εἶναι ἀφώτιστοι. Διότι ἐμεῖς σ᾿ αὐτὰ τὰ θέματα εἴμαστε ἀφώτιστοι. Τὸ μόνο ποὺ ἔχομε νὰ εἰποῦμε εἶναι ὅτι οἱ ἀλλαγὲς αὐτὲς δὲν ὀφείλονται πάντοτε στοὺς δαίμονας, ἀλλὰ μερικὲς φορὲς στὴν κράσι καὶ στὴν κατάστασι τοῦ σώματος, στὸ ἀκάθαρτο καὶ ἀχόρταγο αὐτὸ πάχος ποὺ μᾶς ἐδόθηκε καὶ ποὺ -δὲν ξέρω πῶς- δέθηκε γύρω στὴν φύσι μας.

Γιὰ τὶς δυσδιάκριτες αὐτὲς μεταπτώσεις ἂς παρακαλέσωμε εἰλικρινὰ καὶ ταπεινὰ τὸν Κύριον. Καὶ ἐὰν μετὰ τὸ διάστημα τῶν προσευχῶν μας διαπιστώσωμε ὅτι συνεχίζεται μία ὡρισμένη κατάστασις, τότε θὰ καταλάβωμε ὅτι δὲν προέρχεται ἀπὸ τοὺς δαίμονες, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν φύσι μας. Πολλὲς φορὲς ὅμως καὶ ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νὰ μᾶς εὐεργετῆ, σύμφωνα μὲ τὰ σοφὰ σχέδιά Του, καὶ μὲ τὰ ἀντίθετα, γιὰ νὰ καταστέλλη ἔτσι μὲ κάθε τρόπο τὴν οἴησί μας. Εἶναι δύσκολο καὶ ἐπικίνδυνο νὰ περιεργάζεται κανεὶς τὸν βυθὸ τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ, διότι αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ περίεργοι ταξειδεύουν μὲ τὸ πλοῖο τῆς οἰήσεως. [Χάριν ὅμως τῆς ἀσθενείας πολλῶν θὰ πρέπει νὰ εἰποῦμε μερικά].

15. Ἐρώτησε κάποιος ἕναν διορατικό: «Γιατί ὁ Θεὸς ἐστόλισε μερικούς μὲ χαρίσματα καὶ θαυματουργικὲς ἱκανότητες, ἀφοῦ προεγνώριζε τὶς μελλοντικὲς πτώσεις τους»; Καὶ ἐκεῖνος τοῦ λέγει: «Γιὰ νὰ προφυλάξη τοὺς ὁμοίους των πνευματικοὺς ἄνδρας, γιὰ νὰ φανῆ ὅτι ἔχομε τὸ αὐτεξούσιον, καὶ γιὰ νὰ καταστήση τοὺς πεσόντας ἀναπολογήτους τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως».

16. Ὁ Μωσαϊκὸς νόμος ὡς μὴ τέλειος λέγει: «Πρόσεχε σεαυτῷ» (Δευτερ. δ´ 9), ἐνῷ ὁ Κύριος ὡς ὑπερτέλειος μᾶς παρήγγειλε ἐπὶ πλέον καὶ γιὰ τὴν διόρθωσι τοῦ ἀδελφοῦ μας: «Ἐὰν ἁμάρτη ὁ ἀδελφός σου ἢ μᾶλλον ἡ ὑπόδειξίς σου εἶναι ἄδολη καὶ ταπεινή, τότε μὴν ἀμελήσης τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου καὶ μάλιστα σὲ αὐτοὺς ποὺ δέχονται τὴν ὑπόδειξι. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔχης φθάσει ἀκόμη σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἂς ἐκτελῆς ἔστω τὴν ἐντολὴ τοῦ Νόμου.

17. Μὴν ἐκπλήττεσαι βλέποντας καὶ τοὺς προσφιλεῖς σου νὰ σὲ ἐχθρεύωνται (ἐπειδὴ τοὺς ἐλέγχεις). Διότι οἱ ἐπιπόλαιοι γίνονται ὄργανα (καὶ ὅπλα) τῶν δαιμόνων καὶ μάλιστα ἐναντίον τῶν ἐναρέτων, ποὺ εἶναι ἐχθροὶ τῶν δαιμόνων.

18. Ἕνα ἀπ᾿ ὅσα συμβαίνουν σ᾿ ἐμᾶς μοῦ δημιουργεῖ μεγάλη ἔκπληξι: Ἐνῷ στὶς ἀρετὲς ἔχομε ὡς βοηθοὺς τὸν παντοδύναμον Θεόν, τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἁγίους, καὶ στὰ πάθη μόνο τὸν πονηρὸ διάβολο, πῶς συμβαίνει νὰ ὑποκύπτωμε εὐκολώτερα καὶ γρηγορώτερα στὰ πάθη; Ἐπάνω σ᾿ αὐτὸ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω λεπτομερῶς, ἀλλὰ καὶ οὔτε μπορῶ.

19. Ἐὰν τὰ διάφορα κτίσματα παραμένουν στὴν κατάστασι ποὺ ἐδημιουργήθηκαν, πῶς ἐγὼ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐδημιουργήθηκα κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ταλαιπωροῦμαι ἀναμεμειγμένος μὲ τὴν λάσπη, (τὸ πήλινο δηλαδὴ σῶμα); ὅπως λέγει ὁ μέγας Γρηγόριος. Ἐὰν πάλι κάποια δημιουργήματα κατέληξαν νὰ γίνουν κάπως διαφορετικὰ ἀπὸ τὸν προορισμό τους, πάντως θὰ πρέπει μὲ σφοδρότητα νὰ ἐπιθυμοῦν τὴν συγγένειά τους, (ἐκεῖνα δηλαδὴ μὲ τὰ ὁποῖα ἐξ ἀρχῆς ἐπλάσθηκαν ὅμοια).

20. Ὅλα τὰ τεχνάσματα -γιὰ νὰ εἰπῶ ἔτσι- πρέπει κανεὶς νὰ χρησιμοποιῆ, προκειμένου τὸν πηλό, (τὸ πήλινο δηλαδὴ σῶμα), νὰ τὸν ἀνεβάση καὶ νὰ τὸν ἐνθρονίση στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Κανεὶς λοιπὸν ἂς μὴ προφασίζεται ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ ἀνεβῆ ἐκεῖ, διότι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ θύρα εἶναι ἀνοιγμένες.

21. Ἡ ἀκρόασις τῶν κατορθωμάτων τῶν πνευματικῶν μας Πατέρων δημιουργεῖ στὸν νοῦ καὶ στὴν ψυχὴ φλογερὸ ζῆλο. Ἡ ἀκρόασις ὅμως τῶν διδασκάλων εἶναι αὐτὴ ποὺ καθοδηγεῖ τοὺς ζηλωτὰς στὴν ἐπιτυχῆ μίμησι τῶν Πατέρων.

22. Διάκρισις σημαίνει λύχνος μέσα στὸ σκοτάδι, ἐπιστροφὴ τῶν πεπλανημένων, φωτισμὸς ὅσων ἔχουν μυωπία. Διακριτικὸς σημαίνει χορηγός της ὑγείας, καταστροφεὺς τῆς ἀσθενείας.

23. Οἱ λεγόμενοι μικροθαύμαστοι, (αὐτοὶ ποὺ θαυμάζουν καὶ μεγαλοποιοῦν τὰ μικρά), φθάνουν σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀπὸ δυὸ αἰτίες: Ἢ λόγω ὑπερβολικῆς ἀγνοίας ἢ λόγω ταπεινοφροσύνης, ἡ ὁποία τοὺς κάνει νὰ ἐξυψώνουν καὶ νὰ ἐκθειάζουν τὰ κατορθώματα τοῦ πλησίον.

24. Ἂς ἀγωνιζώμαστε νὰ μὴν εἴμαστε μόνο παλαισταὶ ἀλλὰ καὶ πολεμισταὶ τῶν δαιμόνων. Διότι οἱ πρῶτοι ἄλλοτε κτυποῦν καὶ ἄλλοτε κτυποῦνται, ἐνῷ οἱ δεύτεροι πάντοτε καταδιώκουν τὸν ἐχθρό.

25. Ὅποιος ἐνίκησε τὰ πάθη, αὐτὸς πληγώνει τοὺς δαίμονας καὶ μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ὑποκρίνεται ὅτι εἶναι κυριευμένος ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἐξαπατώντας ἔτσι τοὺς ἐχθρούς του μένει ἀπολέμητος. Ὅπως συνέβη μὲ κάποιον ἀδελφό, ποὺ ἐνῷ κάποτε ὑπέστη ἀτιμίες δὲν ἐταράχθη καθόλου ἡ καρδιά του, παρὰ μόνο προσευχήθηκε νοερῶς. Ἐν συνεχείᾳ ὅμως ἄρχισε νὰ διαμαρτύρεται καὶ νὰ ὀδύρεται γιὰ τὶς ἀτιμίες ποὺ ὑπέστη, καὶ ἔτσι μὲ ἕνα προσποιητὸ πάθος ἔκρυψε τὴν ἀπάθειά του. Καὶ ἄλλος πάλι ἀδελφὸς ἐνῷ δὲν εἶχε τὴν παραμικρὴ ὄρεξι γιὰ προεδρία, ἐπροσποιεῖτο ὅτι πολὺ ἔπασχε γι᾿ αὐτήν.

Πῶς δὲ νὰ σοῦ περιγράψω τὴν ἁγνότητα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἰσῆλθε στὸ πορνεῖο δῆθεν γιὰ νὰ ἁμαρτήση, καὶ ἔτσι ἀνέσυρε τὴν πόρνη στὴν ζωὴ τῆς ἀσκήσεως! (13) Σὲ ἕναν πάλι ἡσυχαστὴ ἔφερε κάποιος πρωὶ – πρωὶ ἕνα σταφύλι. Καὶ ἐκεῖνος, μόλις ἀνεχώρησε αὐτὸς ποὺ τὸ ἔφερε, ἂν καὶ δὲν εἶχε ὄρεξι, τὸ κατεβρόχθισε ἀμέσως μὲ ὑπερβολικὴ βουλιμία, παρουσιάζοντας ἔτσι τὸν ἑαυτό του ὡς γαστρίμαργο στοὺς δαίμονες.

Ἕνας ἄλλος πάλι ποὺ ἔχασε μερικὰ θαλλία, ὅλη τὴν ἡμέρα ἔδειχνε πολὺ πικραμένος γι᾿ αὐτό.

Σὲ ὅσους ὅμως χρησιμοποιοῦν αὐτὴν τὴν μέθοδο χρειάζεται μεγάλη νήψις, μήπως καὶ ἐπιχειρώντας νὰ ἐμπαίξουν τοὺς δαίμονας καταλήξουν στὸν ἐμπαιγμὸ τοῦ ἑαυτοῦ τους. Αὐτοὶ ποὺ χρησιμοποιοῦν ἐπιτυχῶς αὐτὴ τὴν μέθοδο εἶναι μόνο ἐκεῖνοι γιὰ τοὺς ὁποίους κάποιος εἶπε: «Ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς» (Β´ Κορ. ς´ 8).

26. Ὅποιος ἐπιθυμῆ νὰ παραστήση ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ ἁγνὸ τὸ σῶμα καὶ νὰ τοῦ παρουσιάση καθαρὴ τὴν καρδιά, ἂς τηρῆ τὴν ἀοργησία καὶ τὴν ἐγκράτεια. Διότι χωρὶς αὐτὲς τὶς ἀρετὲς ὅλοι οἱ κόποι μας εἶναι μάταιοι.

27. Σὲ διαφορετικοὺς βαθμοὺς ἀντιλαμβάνονται τὸ ὑλικὸ φῶς οἱ ὀφθαλμοί. Ὁμοίως πολλὲς φορὲς καὶ διαφορετικὲς εἶναι οἱ λάμψεις καὶ οἱ ἐπισκέψεις τοῦ νοητοῦ Ἡλίου μέσα στὶς ψυχές. Ἄλλες δηλαδὴ γίνονται μὲ τὰ δάκρυα τοῦ σώματος καὶ ἄλλες μὲ τὰ δάκρυα τῆς ψυχῆς, ἄλλες μὲ τὰ σωματικὰ μάτια καὶ ἄλλες μὲ τὰ ψυχικά. Διαφορετικὲς εἶναι ὅσες προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀκρόασι κάποιου λόγου καὶ διαφορετικὲς ὅσες ἐκδηλώνονται σὰν αὐθόρμητο σκίρτημα ψυχικῆς ἀγαλλιάσεως. Διαφορετικὲς οἱ προερχόμενες ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς ἡσυχίας καὶ διαφορετικὲς ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς ὑπακοῆς. Ἐπὶ πλέον ὑπάρχει καὶ μία ἰδιαιτέρα περίπτωσις: Κατ᾿ αὐτὴν ὁ νοῦς δι᾿ ἐκστάσεως παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ «ἀρρήτως καὶ ἀφράστως» ἐν μέσῳ (νοεροῦ) φωτός.

28. Ὑπάρχουν οἱ ἀρετές, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ μητέρες τῶν ἀρετῶν. Ὁ δὲ συνετὸς ἄνθρωπος ἀγωνίζεται περισσότερο γιὰ νὰ ἀποκτήση τὶς μητέρες. Περὶ τῶν μητέρων διδάσκει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μὲ κάποια ἰδιαιτέρα ἐνέργεια. Περὶ τῶν θυγατέρων ὅμως μποροῦν νὰ διδάσκουν πολλοί.

29. Ἂς προσέξωμε μήπως ἀναπληρώνωμε τὴν ὀλιγοφαγία μὲ πολυϋπνία, διότι αὐτὸ εἶναι ἔργο ἀφροσύνης, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ ἀντίθετο εἶναι ἔργο συνέσεως, (νὰ καταπολεμῆται δηλαδὴ ἡ τυχὸν πολυφαγία μὲ τὴν ὀλιγοϋπνία). Εἶδα ὡρισμένους ἀγωνιστὰς σὲ κάποια περίστασι νὰ ὑποχωροῦν κάπως στὴν ἐπιθυμία τῆς κοιλίας. Γρήγορα ὅμως καὶ χωρὶς καθυστέρησι οἱ ἀνδρεῖοι αὐτοὶ ἐβασάνισαν τὴν «τάλαινα», δηλαδὴ τὴν κοιλία, μὲ ὁλονύκτιο ἀγρυπνία καὶ τὴν ἔμαθαν νὰ ἀποστρέφεται στὸ ἑξῆς μετὰ χαρᾶς τὸν χορτασμό.

30. Πολεμεῖ πολὺ ἰσχυρὰ ὁ δαίμων τῆς φιλαργυρίας τοὺς ἀκτήμονας. Καὶ ὅταν δὲν κατορθώση τίποτε, τότε μὲ τὴν πρόφασι τῆς ἐλεημοσύνης πρὸς τοὺς πτωχοὺς πείθει τοὺς ἀΰλους νὰ γίνουν πάλι ὑλικοί.

31. Ὅταν εἴμαστε καταβεβλημένοι ψυχικὰ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας, ἂς ἐνθυμούμεθα συνεχῶς τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου στὸν Πέτρο νὰ συγχωρῆ «ἑβδομηκοντάκις ἑπτά» αὐτὸν ποὺ ἁμαρτάνει. Διότι ὁ Κύριος ποὺ παρήγγειλε κάτι τέτοιο στὸν ἄλλον, αὐτὸς ὁπωσδήποτε θὰ τὸ τηρήση πολὺ περισσότερο. Ὅταν ἀντιθέτως ὑπερηφανευώμαστε ἐν γένει γιὰ τὶς ἀρετές μας, ἂς ἐνθυμηθοῦμε πάλι αὐτὸν ποὺ εἶπε: «Ὅστις τελέσει πάντα τὸν πνευματικὸς νόμον, πταίσει δὲ ἐν ἑνὶ πάθει - τουτέστιν ἐν ὑψηλοφροσύνῃ – γέγονε πάντων ἔνοχος» (Ἰακώβ. β´ 10).

32. Ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες ὡρισμένοι πονηροὶ καὶ φθονεροὶ δαίμονες ὑποχωροῦν ἑκουσίως καὶ δὲν πολεμοῦν τοὺς Ἁγίους. Καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ μὴ τοὺς προξενήσουν στεφάνους, μὲ πολέμους ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν περιμένουν νίκη.

33. «Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί» (Ματθ. ε´ 9). Κανεὶς δὲν ἀντιλέγει. Ἐγὼ ὅμως εἶδα καὶ «ἐχθροποιούς» οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν μακάριοι! Ἦταν κάποτε δυὸ ποὺ συνεδέοντο μὲ ἁμαρτωλὴ σχέσι. Καὶ κάποιος ἀπὸ τοὺς γνωστικοὺς πατέρας, σπουδαιότατος στὴν ἀρετή, ἐδημιούργησε μίσος μεταξύ τους, κατηγορώντας τὸν ἕναν στὸν ἄλλον ὅτι τὸν ὕβριζε, καὶ ἀντιθέτως. Ἔτσι κατώρθωσε ὁ πάνσοφος νὰ ἀποκρούση μὲ ἀνθρώπινη πονηρία τὴν κακία τῶν δαιμόνων καὶ νὰ δημιουργήση μίσος ποὺ διέσπασε τὸν ἁμαρτωλὸ δεσμό.

34. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι χάριν μιᾶς ἐντολῆς παραβαίνουν τὴν ἄλλη. Εἶδα κάποτε δυὸ νέους ἀγαπημένους μεταξύ τους κατὰ Θεόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἀντελήφθησαν ὅτι μερικοὶ ἐβλάπτοντο καὶ ἐσκανδαλίζοντο, ἐσυμφώνησαν μεταξύ τους νὰ κρατηθοῦν ὡρισμένο καιρὸ σὲ ἀπόστασι.

35. Ὅπως δὲν ταιριάζουν ὁ γάμος μὲ τὴν κηδεία, ἔτσι καὶ ἡ ὑπερηφάνεια μὲ τὴν ἀπόγνωσι. Μερικὲς φορὲς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ συναντήση κανεὶς μαζί, ἀπὸ τὴν ἀκαταστασία τῶν δαιμόνων.

36. Ὑπάρχουν μερικοὶ ἀκάθαρτοι δαίμονες ποὺ μόλις ἀρχίση κάποιος τὴν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς τοῦ ἀποκαλύπτουν τὴν ἑρμηνεία της. Τοῦτο ἰδιαίτερα ἀγαποῦν νὰ τὸ κάνουν σὲ καρδιὲς κενοδόξων ἀνθρώπων καὶ μάλιστα μορφωμένων μὲ τὴν κατὰ κόσμον παιδεία. Καὶ ἀποσκοποῦν νὰ τοὺς ρίξουν σὲ αἱρέσεις καὶ βλάσφημες ἰδέες ἀπατώντας τοὺς σιγὰ-σιγά. Θὰ ἀντιληφθοῦμε δὲ καλῶς τὴν δαιμονικὴ αὐτὴ θεολογία ἢ καλύτερα βαττολογία ἀπὸ τὴν ταραχὴ καὶ τὴν ἀκατάστατη καὶ ἄτακτη εὐχαρίστησι ποὺ δημιουργεῖται στὴν ψυχὴ τὴν ὥρα τῆς ἐξηγήσεως.

37. Ὅλα τὰ πράγματα ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Δημιουργὸ τάξι καὶ ἀρχή, μερικὰ δὲ καὶ τέλος. Τὸ τέλος ὅμως τῆς ἀρετῆς εἶναι χωρὶς τέλος – «πέρας ἀπέραντον». Διότι ὅπως λέγει ὁ Ψαλμῳδός: «Πάσης συντελείας εἶδον πέρας· πλατεία δὲ καὶ ἀπέραντος ἡ ἐντολή σου σφόδρα» (πρβλ. Ψαλμ. ριη´ 96).

38. Ἐὰν μερικοὶ ἀγωνισταὶ «πορεύωνται ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν» (Ψαλμ. πγ´ 8), ἀπὸ τὴν δύναμι δηλαδὴ τῆς πράξεως στὴν δύναμι τῆς θεωρίας· καὶ ἐὰν «ἡ ἀγάπη οὐδέποτε λήγη» (πρβλ. Α´ Κορ. ιγ´ 8)· καὶ ἐάν, ὅπως ἀναφέρεται πάλι στὴν Γραφή, «ὁ Κύριος φυλάξη τὴν εἴσοδον τοῦ φόβου σου καὶ τὴν ἔξοδον τῆς ἀγάπης σου» (πρβλ. Ψαλμ. ρκ´ 8)· ἄρα τὸ τέλος της εἶναι χωρὶς τέλος – «πέρας ἀπέραντον». Ὅσο καὶ ἂν προχωροῦμε σ᾿ αὐτήν, ποτὲ δὲν θὰ παύσωμε, ὄχι μόνο στὴν παροῦσα, ἀλλὰ οὔτε στὴν μέλλουσα ζωή, ἀπὸ τοῦ νὰ λαμβάνωμε καὶ νὰ προσθέτωμε φῶς γνώσεως ἐπάνω στὸ φῶς. Θὰ λεχθῆ δὲ καὶ τοῦτο, ὅσο καὶ ἂν φανῆ σὲ πολλοὺς παράδοξο: Σύμφωνά μὲ τὸν προηγούμενο συλλογισμό, ὦ μακάριε, θὰ ἐτολμοῦσα νὰ εἰπῶ ὅτι οὔτε οἱ Ἄγγελοι σταματοῦν νὰ προοδεύουν. Λέγω δὲ ὅτι προσθέτουν περισσότερη δόξα στὴν δόξα τους καὶ γνῶσι στὴν γνῶσι τους.

39. Μὴ θαυμάσης γιὰ τὸ ὅτι πολλὲς φορὲς οἱ δαίμονες μᾶς φέρνουν καὶ ἀγαθοὺς λογισμούς. Μᾶς τοὺς φέρνουν μέν, ἀλλὰ ἐν συνεχείᾳ ἐναντιώνονται νοερῶς σ᾿ αὐτούς. Καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ μᾶς πείσουν ὅτι ἀκόμη καὶ τὶς πιὸ μυστικὲς σκέψεις τῶν καρδιῶν μας τὶς γνωρίζουν (14).

40. Νὰ μὴ θέλης νὰ γίνεσαι αὐστηρὸς δικαστῆς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀναπτύσουν θαυμάσιες διδασκαλίες, βλέποντάς τους κάπως ὀκνηροὺς στὴν πρακτική. Διότι πολλὲς φορὲς τὴν ἔλλειψί τους στὰ ἔργα τὴν ἀναπληρώνει ἡ ὠφέλεια ποὺ προξενεῖ ὁ λόγος τους. Ἀσφαλῶς δὲν τὰ κατέχομε ὅλοι ἐξ ἴσου ὅλα. Σὲ μερικοὺς ὁ λόγος ὑπερτερεῖ τοῦ ἔργου. Σὲ ἄλλους πάλι τὸ δεύτερο ὑπερέχει τοῦ πρώτου.

41. Ὁ Θεὸς οὔτε ἔπλασε οὔτε ἐδημιούργησε κανένα κακό. Κάποιοι ὅμως ἀπατήθηκαν ποὺ ἰσχυρίσθηκαν ὅτι μερικὰ ἀπὸ τὰ πάθη ὑπάρχουν ἐκ φύσεως στὴν ψυχή. Δὲν ἔλαβαν ὑπ᾿ ὄψιν τους ὅτι ἐμεῖς ὡρισμένες στοιχειώδεις κλίσεις τῆς φύσεώς μας τὶς μετεστρέψαμε σὲ πάθη. Ἐπὶ παραδείγματι: Ἐκ φύσεως ὑπάρχει μέσα μας ἡ δυνατότης τῆς σαρκικῆς σπορᾶς γιὰ τὴν γέννησι τέκνων. Ἐμεῖς ὅμως αὐτὸ τὸ μεταβάλαμε σὲ πορνεία. Ἐκ φύσεως ὑπάρχει μέσα μας ὁ θυμὸς ἐναντίον τοῦ ὄφεως, καὶ ἐμεῖς τὸν χρησιμοποιοῦμε ἐναντίον τοῦ πλησίον. Ἐκ φύσεως ὑπάρχει μέσα μας ὁ ζῆλος γιὰ τὶς ἀρετές, καὶ ἐμεῖς τὸν στρέφομε πρὸς τὸ κακό. Ἐκ φύσεως ὑπάρχει στὴν ψυχὴ ἡ ἐπιθυμία τῆς δόξης, ἀλλὰ τῆς ἄνω. Ἐκ φύσεως καὶ τὸ νὰ ὑπερηφανευώμεθα, ἀλλὰ κατὰ τῶν δαιμόνων. Ὁμοίως καὶ ἡ χαρά, ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ ἔχει σχέσι μὲ τὸν Κύριον καὶ μὲ τὴν εὐτυχία τοῦ πλησίον. Μᾶς ἐδόθηκε ἀκόμη καὶ ἡ μνησικακία, ἀλλὰ ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν της ψυχῆς. Μᾶς ἐδόθηκε καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς τροφῆς, ἀλλὰ ὄχι καὶ τῆς ἀσωτίας.

42. Ἡ ἄοκνη ψυχὴ ἐξήγειρε ἐναντίον της τοὺς δαίμονας. Ὅσο ὅμως αὐξήθηκαν οἱ πόλεμοι, τόσο αὐξήθηκαν καὶ οἱ στέφανοι. Αὐτὸς ποὺ δὲν κτυπᾶται ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς δὲν πρόκεται βέβαια νὰ στεφανωθῆ. Καὶ αὐτὸς ποὺ δὲν ἀποκάμνει ἀπὸ τὶς τυχὸν πτώσεις, θὰ δοξασθῆ ὡς πολεμιστὴς ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους.

43. Κάποιος ἀφοῦ παρέμεινε τρεῖς νύκτες μέσα στὴν γῆ ἀνεβίωσε μονίμως. Καὶ ὅποιος θὰ νικήση τὶς τρεῖς ὦρες δὲν πρόκειται πλέον νὰ ἀποθάνη (15).

44. Ἐὰν σύμφωνα μὲ τὰ παιδαγωγικά Του σχέδια ὁ Ἥλιος, (δηλαδὴ ὁ Θεός), ἀφοῦ ἀνέτειλε μέσα μας, «ἔγνω» γιὰ πρώτη φορὰ «τὴν δύσιν αὐτοῦ» (Ψαλμ. ργ´ 19), ὁπωσδήποτε «ἔθετο σκότος ἐν τῇ ἀποκρυφῇ αὐτοῦ καὶ ἐγένετο νύξ» (πρβλ. Ψαλμ. ιζ´ 12, ργ´ 20). Κατ᾿ αὐτὴν τὴν νύκτα θὰ ἔλθουν ἐναντίον μας οἱ ἄγριοι λέοντες ποὺ εἶχαν πρὸ ὀλίγου ἀναχωρήσει, καὶ ὅλα τὰ θηρία τῶν ἀκανθωδῶν παθῶν ὠρυόμενα νὰ ἁρπάξουν ἀπὸ μέσα μας τὴν ἐλπίδα καὶ ζητώντας ἀπὸ τὸν Θεὸν τὴν ἄδεια νὰ τραφοῦν ἀπὸ τὰ πάθη μας εἴτε μὲ τὸν λογισμὸ εἴτε μὲ τὴν πράξι (πρβλ. Ψαλμ. ργ´ 20-21).

«Ἀνέτειλε» πάλι σ᾿ ἐμᾶς διὰ τῆς σκοτεινῆς ταπεινώσεως «ὁ ἥλιος, καὶ συνήχθησαν» ὅλα τὰ θηρία, «καὶ εἰς τὰς μάνδρας αὐτῶν κοιτασθήσονται» (Ψαλμ. ργ´ 22), δηλαδὴ στὶς καρδιὲς τῶν φιληδόνων ἀνθρώπων, καὶ ὄχι σ᾿ ἐμᾶς. Τότε οἱ δαίμονες θὰ εἰποῦν μεταξύ τους: «Ἐμεγάλυνε Κύριος τοῦ ποιῆσαι πάλιν μετὰ τούτων ἔλεος». Ἐμεῖς θὰ εἰποῦμε πρὸς αὐτούς: «Ἐμεγάλυνε Κύριος τοῦ ποιῆσαι μεθ᾿ ἡμῶν· ἐγενήθημεν εὐφραινόμενοι, ὑμεῖς δὲ διωκόμενοι» (πρβλ. Ψαλμ. ρκε´ 2-3).

«Ἰδοὺ Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης», δηλαδὴ σὲ ψυχὴ ποὺ ὑψώθηκε ἐπάνω ἀπὸ κάθε γήϊνη ἐπιθυμία, καὶ θὰ ἔλθη στὴν καρδιὰ ποὺ προηγουμένως ἦταν σὰν Αἰγυπτία, γεμάτη σκότος, «καὶ σεισθήσονται τὰ χειροποίητα εἴδωλα» καὶ οἱ πονηροὶ λογισμοὶ τοῦ νοῦ (πρβλ. Ἡσ. ιθ´ 1).

45. Ἐὰν ὁ Χριστὸς σωματικῶς φεύγη μακρυὰ ἀπὸ τὸν Ἡρῴδη, παρ᾿ ὅλον ὅτι εἶναι παντοδύναμος, ἂς διδαχθοῦν οἱ προπετεῖς νὰ μὴν εἰσορμοῦν στοὺς πειρασμούς. Ἀναφέρει δὲ ἡ Γραφή: «Μὴ δώης εἰς σάλον τὸν πόδα σου, καὶ οὐ νυστάξει ὁ φυλάσσων σε ἄγγελος» (πρβλ. Ψαλμ. ρκ´ 3).

46. Μὲ τὴν ἀνδρεία συμπλέκεται ἡ ὑπερηφάνεια, ὅπως ὁ σμίλαξ μὲ τὸ κυπαρίσσι. Ἂς φροντίζωμε συνεχῶς ὥστε νὰ ἀποφεύγωμε καὶ τὸν ἁπλὸ λογισμό, ὅτι ἀποκτήσαμε κάποιο ἀγαθό. Ἀφοῦ δὲ ἐξετάσωμε ἐπακριβῶς τὰ γνωρίσματα αὐτοῦ τοῦ ἀγαθοῦ, ἂς ἐρευνήσωμε ἂν ὑπάρχη μέσα μας, καὶ τότε ἀσφαλῶς θὰ διαπιστώσωμε τὶς ἐλλείψεις μας. Ἐπίσης νὰ ἀναζητῆς συνεχῶς καὶ τὰ σημάδια τῶν παθῶν, καὶ τότε θὰ ἀνακαλύψης πολλὰ μέσα σου. Αὐτὰ δὲ τὰ πάθη, ἐπειδὴ εἴμαστε ἄρρωστοι δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ἀντιληφθοῦμε, εἴτε ἀπὸ ἀδυναμία καὶ ἀσθένεια εἴτε ἀπὸ ριζωμένη πολυχρόνιο συνήθεια.

47. Ὁ Θεὸς ἐξετάζει τὴν πρόθεσι. Σὲ ὅσα ὅμως μποροῦμε, ζητεῖ μὲ φιλάνθρωπο τρόπο καὶ ἔργα. Εἶναι μέγας αὐτὸς ποὺ δὲν παραλείπει τίποτε ἀπὸ ὅσα μπορεῖ. Μεγαλύτερος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μὲ ταπείνωσι ἐπιχειρεῖ πράγματα ὑπὲρ τὴν δύναμί του. Πολλὲς φορὲς οἱ δαίμονες μᾶς ἐμποδίζουν ἀπὸ τὰ πιὸ ἐλαφρὰ καὶ ὠφέλιμα ἔργα καὶ μᾶς προτρέπουν περισσότερο στὰ πλέον κοπιαστικά.

48. Εὑρίσκω ὅτι ὁ Ἰωσὴφ δὲν ἐμακαρίσθη (πρβλ. Γεν. λθ´) γιὰ τὴν ἀπάθειά του, ἀλλὰ διότι ἀπεστράφη τὴν ἁμαρτία. Εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀναζητήσωμε σὲ ποιὲς καὶ σὲ πόσες ἁμαρτίες ἡ ἀποστροφὴ στεφανώνεται. Διότι καλὸ μὲν πράγμα εἶναι νὰ ἀποστρέφεται κάποιος τὴν σκιά, ἀνώτερο ὅμως τὸ νὰ προστρέχη στὸν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης.

49. Ὁ σκοτισμὸς γίνεται αἰτία νὰ σκοντάφτουμε. Τὸ νὰ σκοντάφτουμε γίνεται αἰτία νὰ πέφτουμε. Καὶ τὸ νὰ πέφτουμε γίνεται αἰτία νὰ ἀποθνήσκωμε. Ἐκεῖνοι ποὺ ἐσκοτίσθηκαν ἀπὸ τὸν οἶνο, ἐνίφθηκαν πολλὲς φορὲς μὲ νερό. Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐσκοτίσθηκαν ἀπὸ τὰ πάθη, ἐνίφθηκαν μὲ δάκρυα.

50. Ἄλλο πράγμα εἶναι ἡ θόλωσις (τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς), ἄλλο ὁ διασκορπισμὸς καὶ ἄλλο ἡ τύφλωσις. Καὶ τὸ μὲν πρῶτο τὸ θεραπεύει ἡ ἐγκράτεια, τὸ δεύτερο ἡ ἡσυχία καὶ τὸ τρίτο ἡ ὑπακοὴ καὶ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος πρὸς χάριν μας ἔγινε «ὑπήκοος».

51. Ἐμεῖς θεωροῦμε ὅτι δυὸ εἰδῶν καθαρισμοὶ ὑπάρχουν σὲ ὅσους «φρονοῦσι τὰ ἄνω», παίρνοντας παράδειγμα τοὺς δυὸ καθαρισμοὺς ποὺ χρησιμοποιοῦνται κάτω στὴν γῆ. Καὶ χαρακτηρίζομε κναφεῖον τὸ ἐν Κυρίῳ κοινόβιο, διότι ξύνει καὶ καθαρίζει τὸν ρύπο καὶ τὸ πάχος καὶ τὴν δυσμορφία τῆς ψυχῆς. Καὶ ὡς βαφεῖον θὰ ὠνομάζαμε τὴν ἀναχώρησι στὴν ἔρημο, διότι (βάφει μὲ οὐράνια χαρίσματα) ὅσες ψυχὲς ἐκαθαρίσθηκαν στὸ κοινόβιο ἀπὸ τὴν λαγνεία καὶ τὴν μνησικακία καὶ τὸν θυμό, καὶ ἔτσι ἀσπάσθηκαν τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή.

52. Ὑποστηρίζουν μερικοὶ ὅτι ἡ πτῶσις στὶς ἴδιες ἁμαρτίες προέρχεται ἀπὸ τὴν ἔλλειψι τῆς πρεπούσης μετανοίας, ἡ ὁποία χρησιμεύει σὰν ἀντίβαρο γιὰ τὴν διόρθωσι τῶν προηγουμένων πταισμάτων. Ἂς ἐρευνηθῆ δὲ καὶ τοῦτο, ἐὰν αὐτὸς ποὺ δὲν ἔπεσε στὴν ἴδια ἁμαρτία, μετενόησε πράγματι, ὅπως ἔπρεπε νὰ μετανοήση.

53. Ἔπεσαν στὶς ἴδιες ἁμαρτίες, ἄλλοι μὲν διότι κατέχωσαν στὸν βυθὸ τῆς λήθης τὶς προηγούμενες, ἄλλοι δὲ διότι ἡ φιληδονία τοὺς ἔκανε νὰ βλέπουν μόνο τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, καὶ ἄλλοι ἐπειδὴ ἀπελπίσθηκαν γιὰ τὴν σωτηρία τους. Καὶ ἂν δὲν θὰ μὲ κατηγοροῦσε κανείς, θὰ ἔλεγα ἐπὶ πλέον, ὅτι ἡ πτῶσις στὶς προηγούμενες ἁμαρτίες ὀφείλεται καὶ σὲ τοῦτο: Στὸ ὅτι δὲν μποροῦν πλέον νὰ δέσουν ἐκεῖνον τὸν ἐχθρό, ὁ ὁποῖος τοὺς σύρει βιαίως στὴν ἁμαρτία μὲ τὴν τυραννία τῆς συνηθείας.

54. Ἀξίζει νὰ ἐρευνηθῆ τὸ πῶς ἡ ψυχή, ἂν καὶ εἶναι ἀσώματη, δὲν βλέπει τί εἴδους εἶναι τὰ πνεύματα (ἄγγελοι-δαίμονες) ποὺ τὴν πλησιάζουν, ἐνῷ καὶ αὐτὰ εἶναι ὁμοίας φύσεως. Αὐτὸ μᾶλλον θὰ ὀφείλεται στὴν σύζευξι τῆς ψυχῆς μὲ τὸ ὑλικὸ σῶμα, πράγμα ποὺ μόνο Ἐκεῖνος ποὺ ἔκανε αὐτὴ τὴν σύζευξι τὸ γνωρίζει.

55. Κάποτε ἕνας ἀπὸ τοὺς γνωστικοὺς πατέρας μὲ ἐρώτησε: «Πές μου, πές μου, σὲ παρακαλῶ, διότι θέλω νὰ μάθω, ποιὰ ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα κάνουν τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ταπεινώνεται καὶ ποιὰ νὰ ὑπερηφανεύεται γιὰ τὶς ἁμαρτίες του»; Καὶ ἐνῷ ἐγὼ ἀπόρησα γιὰ τὸ ζήτημα καὶ ἐβεβαίωσα τὴν ἄγνοιά μου μὲ ὅρκο, τότε ἔλαβε τὸν λόγο ἐκεῖνος ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ διδαχθῆ καὶ μὲ ἐδίδαξε: «Μὲ ὀλίγα λόγια –μοῦ εἶπε- θὰ σοῦ προσφέρω μικρὴ ζύμη διακρίσεως, ἀφίνοντάς σε νὰ κοπιάσης μόνος σου γιὰ τὰ ὑπόλοιπα. Οἱ δαίμονες τῆς σαρκός, τῆς ὀργῆς, τῆς κοιλιοδουλείας, τῆς ἀκηδίας καὶ τοῦ ὕπνου κατὰ κανόνα δὲν ἀνυψώνουν τὸ κέρας τοῦ νοῦ. Ἐνῷ οἱ δαίμονες τῆς φιλαργυρίας, τῆς φιλαρχίας καὶ τῆς πολυλογίας καὶ πολλοὶ ἄλλοι (τὸ ἀνυψώνουν, καὶ ἔτσι) στὸ ἕνα κακὸ προσθέτουν ἄλλο. Γι᾿ αὐτὸ εὑρίσκεται κοντά τους καὶ ὁ δαίμων τῆς κατακρίσεως.

56. Ὅποιος ἐπισκέφθηκε κοσμικοὺς ἢ ἐδέχθηκε ἐπίσκεψί τους, καὶ μετὰ τὴν ὥρα ἢ τὴν ἡμέρα τοῦ χωρισμοῦ αἰσθάνθηκε στὴν καρδιά του βέλος λύπης –καὶ ὄχι χαρά, διότι ἀπηλλάγη ἀπὸ ἐμπόδια καὶ παγίδες- αὐτὸς ἐμπαίζεται ἢ ἀπὸ τὴν κενοδοξία ἢ ἀπὸ τὴν πορνεία.

57. Ἂς ἀναζητήσωμε πρὸ πάντων ἀπὸ ποῦ φυσᾶ ὁ ἄνεμος, μὴ τυχὸν καὶ ἔχομε ἀνοίξει τὰ ἱστία τοῦ πλοίου πρὸς τὴν ἀντίθετη κατεύθυνσι.

58. Νὰ παρηγορῆς μὲ ἀγάπη τοὺς ἡλικιωμένους ἀγωνιστάς, οἱ ὁποῖοι ἔλυωσαν τὰ σώματά τους στὴν ἄσκησι καὶ νὰ παρέχης σ᾿ αὐτοὺς ὀλίγη ἀνάπαυσι. Νὰ πιέζης τοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι ἔλυωσαν τὶς ψυχές τους στὴν ἁμαρτία, νὰ ἐγκρατεύωνται, ὀμιλώντας τους γιὰ τὴν αἰώνιο κόλασι.

59. Εἶναι ἀπὸ τὰ ἀκατόρθωτα, ὅπως καὶ ἀλλοῦ ἀναφέραμε, νὰ ἐλευθερωθοῦμε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τελείως καὶ ἀπὸ τὴν γαστριμαργία καὶ ἀπὸ τὴν κενοδοξία. Ἂς μὴν θελήσωμε ὅμως νὰ πολεμήσωμε τὴν κενοδοξία μὲ τὴν τρυφὴ –ὡς γνωστὸν στοὺς ἀρχαρίους ἡ ἥττα τῆς γαστριμαργίας δημιουργεῖ κενοδοξία. Εἶναι καλύτερα νὰ προσευχηθοῦμε κατὰ τῆς κενοδοξίας, μὲ λιτότητα καὶ ἐγκράτεια. Καὶ ὁπωσδήποτε γιὰ ὅσους τὸ ἐπιθυμοῦν «ἐλεύσεται ὥρα, καὶ νῦν ἔστιν» (Ἰωάν. δ´ 23), κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος θὰ ὑποτάξη καὶ αὐτὴν κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας.

60. Οἱ νέοι καὶ οἱ ἡλικιωμένοι ποὺ προσέρχονται (στὴν μοναχικὴ ζωή) δὲν πολεμοῦνται ἀπὸ τὰ ἴδια πάθη. Πολλὲς φορὲς μάλιστα πάσχουν ἀπὸ τὶς πιὸ ἀντίθετες ἀσθένειες. Γιὰ τοῦτο εἶναι μακαρισμένη ἡ μακαρία ταπείνωσις, διότι καὶ στοὺς νέους καὶ στοὺς ἡλικιωμένους καθιστᾶ ἀσφαλῆ καὶ δυνατὴ τὴν μετάνοια.

61. Μὴ ταραχθῆς γι᾿ αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ εἰπῶ: Ὑπάρχουν, ἂν καὶ σπανίως, ψυχὲς μὲ εὐθύτητα, χωρὶς πονηρία, ἀπηλλαγμένες ἀπὸ κάθε κακία, ὑποκρισία καὶ δολιότητα. Σ᾿ αὐτὲς τὶς ψυχὲς δὲν συμφέρει ἡ συμβίωσις μὲ ἄλλους. Διότι μποροῦν νὰ ξεκινήσουν μαζὶ μὲ τὸν πνευματικό τους ὁδηγὸ σὰν ἀπὸ κάποιο λιμάνι, ἀπὸ τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, καὶ νὰ ἀνέβουν στὸν οὐρανό, χωρὶς ἔτσι νὰ γευθοῦν καὶ νὰ δοκιμάσουν τοὺς θορύβους καὶ τὰ σκάνδαλα τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς.

62. Τοὺς λάγνους μποροῦν νὰ τοὺς ἰατρεύσουν οἱ ἄνθρωποι, τοὺς πονηροὺς οἱ Ἄγγελοι, καὶ τοὺς ὑπερηφάνους μόνο ὁ Θεός.

63. Ἕνα εἶδος ἀγάπης εἶναι πολλὲς φορὲς καὶ τοῦτο: Ὅταν μας ἐπισκεφθῆ ὁ πλησίον, νὰ τὸν ἀφίνουμε νὰ κάνη σὲ ὅλα ὅ,τι ἐπιθυμεῖ, ἐνῷ ἐμεῖς θὰ τοῦ δείχνωμε ὅλη μας τὴν ἀγάπη καὶ τὴν καλωσύνη.

64. Ἀξίζει νὰ ἐρευνήσωμε πῶς καὶ μέχρι ποίου σημείου καὶ πότε βλάπτει ἡ μεταμέλεια ποὺ γίνεται γιὰ τὰ καλά μας ἔργα (16), ὅπως καὶ γιὰ τὰ κακά.

65. Ἂς ἔχωμε πολλὴ διάκρισι, γιὰ νὰ γνωρίζωμε πότε πρέπει νὰ πολεμοῦμε πρὸς τὰ πάθη καὶ μὲ ποιὰ καὶ μέχρι ποίου σημείου, καὶ πότε νὰ ὑποχωροῦμε. Διότι ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ προτιμήσωμε τὴν φυγὴ ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας μας, γιὰ νὰ μὴ μᾶς εὕρῃ ὁ θάνατος.

66. Ἂς παρατηρήσωμε καὶ ἂς παρακολουθήσωμε πότε καὶ πῶς μποροῦμε μὲ κάποιο πικρὸ φάρμακο νὰ ἐμέσωμε τὴν χολὴ τοῦ κακοῦ ποὺ ὑπάρχει μέσα μας. Ποιοὶ δαίμονες ἀνυψώνουν καὶ ποιοὶ ταπεινώνουν. Ποιοὶ σκληρύνουν καὶ ποιοὶ ἀνακουφίζουν. Ποιοὶ σκοτίζουν καὶ ποιοὶ ὑποκρίνονται ὅτι φωτίζουν. Ποιοὶ μᾶς κάνουν νωθροὺς καὶ ποιοὶ ἐπιτηδείους στὸ κακό. Καὶ ποιοὶ πάλι σκυθρωποὺς καὶ ποιοὶ χαρούμενους.

67. Ἂς μὴν ἐκπλαγοῦμε, ἐὰν βλέπωμε στὴν ἀρχὴ τοῦ μοναχικοῦ σταδίου τὸν ἑαυτό μας πιὸ ἐμπαθῆ ἀπὸ ὅ,τι στὴν κοσμικὴ ζωή. Διότι πρέπει νὰ φανερωθοῦν πρῶτα οἱ κρυφὲς αἰτίες τῆς ἀσθενείας μας καὶ ἔπειτα νὰ ἀποκτήσωμε τὴν ὑγεία. Προηγουμένως δὲ τὰ θηρία δὲν ἐφαίνοντο, διότι ἦταν κρυμμένα.

68. Ἐκεῖνοι ποὺ πλησιάζουν στὴν τελειότητα, ἂν συμβῇ καὶ ὑποστοῦν μία μικρὴ ἥττα ἀπὸ τοὺς δαίμονας, προσπαθοῦν παντοιοτρόπως νὰ ἀνακτήσουν σύντομα ὅ,τι τοὺς ἀφηρέθη καὶ μάλιστα νὰ τὸ πάρουν πίσω ἑκατὸ φορὲς περισσότερο.

69. Οἱ ἄνεμοι ἄλλοτε, σὲ καιρὸ γαλήνης, ταράζουν μόνο τὴν ἐπιφάνεια τῆς θαλάσσης, ἄλλοτε ὅμως, ὅταν πνέουν σφοδρά, καὶ τὸν βυθό. Κάτι παρόμοιο στοχάσου καὶ γιὰ τοὺς σκοτεινοὺς ἀνέμους τῆς πονηρίας: Στοὺς ἐμπαθεῖς ἀναστατώνουν τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς. Στοὺς προχωρημένους ὅμως μόνο τὴν ἐπιφάνεια τοῦ νοῦ· καὶ ἔτσι αὐτοὶ ἐπανευρίσκουν γρηγορότερα τὴν ἐσωτερική τους γαλήνη, ἀφοῦ ἡ καρδιὰ παρέμεινε ἀμόλυντη.

70. Μόνον οἱ τέλειοι εἶναι σὲ θέσι νὰ γνωρίζουν πάντοτε ποιὰ σκέψις μέσα στὴν ψυχὴ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, ποιὰ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ποιὰ ἀπὸ τοὺς δαίμονας.

Οἱ δαίμονες δὲν προτρέπουν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς σὲ ὅλα τὰ ἀντίθετα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶναι σκοτεινὸ πραγματικὰ καὶ δυσεπίλυτο τὸ πρόβλημα αὐτό.

Μὲ τοὺς δυὸ αἰσθητοὺς ὀφθαλμοὺς φωτίζεται τὸ σῶμα, καὶ μὲ τὴν αἰσθητὴ καὶ νοερὰ διάκρισι λαμπρύνονται οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς καρδιᾶς.

----------

13. Ὁ ὅσιος Σεραπίων ὑποκρινόμενος τὸν ἀκόλαστο εἰσῆλθε στὸ δωμάτιο μιᾶς πόρνης στὴν Αἴγυπτο. Ἡ προσευχὴ ποὺ ἔκανε ἐκεῖ ἔφερε σὲ κατάνυξι τὴν πόρνη, ἡ ὁποία τὸν ἀκολούθησε καὶ τελικῶς παρεδόθη σὲ γυναικεῖο Μοναστήρι, ὅπου ἔφθασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀσκήσεως καὶ μετανοίας (βλέπε «Γεροντικόν», ἐκδ. Πάσχου, σελ. 117)

14. Ἐκπλήσσεται κανεὶς γιὰ τὴν πονηρία τῶν πονηρῶν πνευμάτων, προκειμένου νὰ ἐξαπατήσουν τοὺς λογισμοὺς τῶν μοναχῶν. Γι᾿ αὐτό, χωρὶς τὴν καθοδήγησι διακριτικοῦ Γέροντος, ἡ διάκρισις τῶν πνευμάτων καὶ ἡ ἐν γένει πνευματικὴ πρόοδος καθίσταται εὐχὴ ἀνεκπλήρωτη.

15. Ὁ Χριστὸς παρέμεινε τρεῖς ἡμέρες καὶ τρεῖς νύκτες στὴν γῆ καὶ ἐν συνεχεία ἀνέζησε διὰ παντός. Ἐννοοῦνται δὲ ὡς τρεῖς ὧρες ἡ νεανική, ἡ ἀνδρικὴ καὶ ἡ γεροντικὴ ἡλικία.

16. Ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὶς ὁποῖες μεταμελεῖται κανεὶς καὶ γιὰ τὰ καλά του ἔργα; Βεβαίως! Ὅταν π. χ. ἀφιέρωσε πολὺν κόπο γιὰ τὴν ἀπόκτησι μιᾶς μικροτέρας ἀρετῆς καὶ παρημέλησε ἔτσι κάποια σπουδαιοτέρα καὶ βασική. Κατώρθωσε λ. χ. κάποιος τὴν σιωπή, ἀλλὰ ἔμεινε πίσω στὴν ἀγάπη.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ

(Σύντομος ἀνακεφαλαίωσις τῶν προηγουμένων)

Η ΒΕΒΑΙΑ πίστις εἶναι μητέρα τῆς ἀποταγῆς. Καὶ τὸ ἀντίθετο εἶναι ἐξ ἴσου φανερό. Ἡ ἀκλόνητη ἐλπίδα εἶναι ἡ θύρα τῆς ἀπροσπαθείας. Καὶ τὸ ἀντίθετο εἶναι ἐξ ἴσου φανερό. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν εἶναι αἰτία τῆς ξενιτείας. Καὶ τὸ ἀντίθετο εἶναι ἐξ ἴσου φανερό.

2. Τὴν ὑποταγὴ τὴν ἐγέννησε ἡ καταδίκη τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἡ ὄρεξις τῆς πνευματικῆς ὑγείας. Μητέρα τῆς ἐγκρατείας εἶναι ἡ σκέψις τοῦ θανάτου καὶ ἡ διαρκὴς μνήμη τῆς χολῆς καὶ τοῦ ὄξους τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Προϋπόθεσις καὶ συνεργὸς τῆς σωφροσύνης καὶ καθαρότητος εἶναι ἡ ἡσυχία. Θραῦσις τῆς σαρκικῆς πυρώσεως εἶναι ἡ νηστεία. Καὶ ἀντίπαλος τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν εἶναι ἡ συντριβὴ τοῦ νοῦ.

3. Ἡ πίστις καὶ ἡ ξενιτεία εἶναι ὁ θάνατος τῆς φιλαργυρίας. Ἡ εὐσπλαγχνία καὶ ἡ ἀγάπη παρέδωσαν τὸ σῶμα σὲ θυσία. Ἡ ἐκτενὴς προσευχὴ εἶναι ὄλεθρος τῆς ἀκηδίας. Ἡ μνήμη τῆς Κρίσεως εἶναι πρόξενος τῆς πνευματικῆς προθυμίας. Θεραπεία τοῦ θυμοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη τῆς ἀτιμίας, ἡ ὑμνῳδία καὶ ἡ εὐσπλαγχνία.

4. Ἡ ἀκτημοσύνη καταπνίγει τὴν λύπη. Ἡ ἀπροσπάθεια πρὸς τὰ αἰσθητὰ πράγματα ὁδηγεῖ στὴν θεωρία τῶν νοερῶν. Ἡ σιωπὴ καὶ ἡ ἡσυχία καταπολεμοῦν τὴν κενοδοξία – ἐὰν ὅμως εὑρίσκεσαι ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους, χρησιμοποίησε τὴν ἀτιμία.

5. Τὴν ἐξωτερικὴ καὶ ὁρατὴ ὑπερηφάνεια τὴν ἐθεράπευσαν ἡ πτωχεία, ἡ θλίψις καὶ οἱ παρόμοιες καταστάσεις. Τὴν δὲ ἐσωτερικὴ καὶ ἀόρατη Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι προαιωνίως Ἀόρατος. Ὅλα τὰ αἰσθητὰ ἑρπετὰ τὰ φονεύει τὸ ἐλάφι καὶ ὅλα τὰ νοητὰ ἡ ταπείνωσις. Εἶναι δυνατόν μὲ παραδείγματα ἀπὸ τὴν φύσι νὰ διδασκώμεθα καλῶς ὅλα τὰ πνευματικά.

6. Ὅπως εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀποβάλη ὁ ὄφις τὸ παλαιό του δέρμα, ἐὰν δὲν εἰσχωρήση σὲ στενὴ τρύπα, ἔτσι καὶ ἐμεῖς δὲν θὰ ἀποβάλωμε τὶς παλαιὲς προλήψεις καὶ τὴν ψυχικὴ παλαιότητα καὶ τὸν χιτώνα τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ἐὰν δὲν περάσωμε ἀπὸ τὴν στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὁδὸ τῆς νηστείας καὶ τῆς ἀτιμίας.

7. Ὅπως τὰ πολύσαρκα πτηνὰ δὲν μποροῦν νὰ πετάξουν στὸν οὐρανό, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ τρέφει καὶ περιποιεῖται τὴν σάρκα του.

8. Ὁ ξηραμένος βόρβορος δὲν ἱκανοποιεῖ πλέον τοὺς χοίρους. Καὶ ἡ σάρκα ποὺ ἐμαράνθηκε δὲν ἀναπαύει πλέον τοὺς δαίμονας.

9. Ὅπως πολλὲς φορὲς τὰ πολλὰ ξύλα πνίγουν καὶ σβήνουν τὴν φωτιὰ δημιουργώντας ὑπερβολικὸ καπνό, ἔτσι πολλὲς φορὲς καὶ ἡ ὑπέρμετρη λύπη καπνίζει καὶ γεμίζει σκότος τὴν ψυχὴ καὶ ξηραίνει τὸ ὕδωρ τῶν δακρύων.

10. Ὅπως ἀποτυγχάνει ὁ τυφλὸς τοξότης στὸν στόχο του, ἔτσι ἀποτυγχάνει καὶ καταστρέφεται καὶ ὁ ὑποτακτικὸς ποὺ ἀντιλέγει.

11. Καθὼς τὸ κοπτερὸ σίδερο μπορεῖ νὰ ὀξύνη ἕνα ἄλλο ἀκατέργαστο, ἔτσι καὶ ὁ πρόθυμος ἀδελφὸς ἔσωσε πολλὲς φορὲς τὸν ρᾴθυμο.

12. Ὅπως τὰ αὐγὰ τῶν ὀρνίθων ποὺ θερμαίνονται στὸν κόλπο τοῦ στήθους ζωογονοῦνται, ἔτσι καὶ οἱ λογισμοὶ ποὺ δὲν φανερώνονται μὲ τὴν ἐξομολόγησι, γίνονται ἔργα.

13. Ὅπως οἱ ἵπποι ποὺ τρέχουν ἁμιλλῶνται μεταξύ τους, ἔτσι καὶ μετὰ στὴν καλὴ συνοδία ὁ ἕνας ἀδελφὸς διεγείρει τὸν ἄλλο.

14. Ὅπως τὰ σύννεφα ἀποκρύπτουν τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ οἱ πονηρὲς σκέψεις σκοτίζουν καὶ καταστρέφουν τὸν νοῦ.

15. Ὅπως αὐτὸς ποὺ ἔλαβε τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφασι καὶ ὁδηγεῖται πρὸς τὴν ἐκτέλεσι δὲν ὁμιλεῖ γιὰ τὰ θέατρα, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ πενθεῖ εἰλικρινὰ δὲν θὰ ἀναπαύση ποτὲ τὴν κοιλία του.

16. Ὅπως οἱ πτωχοὶ ποὺ βλέπουν τοὺς θησαυροὺς τοῦ βασιλέως αἰσθάνονται περισσότερο τὴν πτωχεία τους, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ μελετᾶ τὶς μεγάλες ἀρετὲς τῶν Πατέρων, ταπεινώνει ὁπωσδήποτε περισσότερο τὸ φρόνημά της.

17. Ὅπως τὸ σίδερο καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλη σπεύδει πρὸς τὸν μαγνήτη, διότι ἕλκεται ἀπὸ κάποια μυστικὴ φυσικὴ δύναμι, ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἐχρόνισαν στὶς κακές τους συνήθειες τυραννοῦνται ἀπὸ αὐτές.

18. Ὅπως τὸ λάδι γαληνεύει τὴ θάλασσα καὶ παρὰ τὴν θέλησί της, ἔτσι καὶ ἡ νηστεία σβήνει ἐντελῶς τὶς σαρκικὲς πυρώσεις, καὶ παρὰ τὴν θέλησί τους.

19. Ὅπως τὸ ὕδωρ ὅταν πιεσθῆ ἀνυψώνεται ἔτσι πολλὲς φορὲς καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ ἐπιέσθη ἀπὸ διαφόρους κινδύνους, ἀνυψώθηκε πρὸς τὸν Θεὸν μὲ τὴν μετάνοια, καὶ ἐσώθηκε.

20. Ὅπως ἐκεῖνος ποὺ κρατᾶ ἀρώματα προδίδεται καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλη ἀπὸ τὴν εὐωδία, ἔτσι καὶ ὅποιος ἔχει μέσα του τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὰ λόγια του καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη του.

21. Ὅπως ὁ ἥλιος μὲ τὸ φῶς του δείχνει τὸν χρυσὸ ποὺ λάμπει, ἔτσι καὶ ἡ ἀρετὴ φανερώνει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει.

22. Ὅπως οἱ ἄνεμοι ἀναταράζουν τὸν βυθὸ τῆς θαλάσσης, ἔτσι καὶ ὁ θυμὸς ταράζει περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὸν νοῦ.

23. Ὅπως, ὅσα δὲν εἶδε ὁ ἄνθρωπος μὲ τοὺς ὀφθαλμούς του, δὲν ἐπιθυμεῖ καὶ τόσο πολὺ νὰ τὰ γευθῆ, ἔστω καὶ ἂν τὰ ἄκουσε, ἔτσι καὶ ὅσοι ἔμειναν ἁγνοὶ στὸ σῶμα, ἔχουν ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἐλαφροτέρους πειρασμούς.

24. Ὅπως οἱ κλέπτες δὲν πλησιάζουν εὔκολα στὸν τόπο ποὺ βλέπουν βασιλικὴ φρουρὰ καὶ ὅπλα, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἕνωσε τὴν καρδιὰ μὲ τὴν προσευχὴ δὲν κλέπτεται εὔκολα ἀπὸ τοὺς νοητοὺς ληστάς.

25. Ὅπως ἡ φωτιὰ δὲν γεννᾶ χιόνι, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ ζητεῖ τὶς τιμὲς τοῦ κόσμου δὲν θὰ ἀπολαύση τὶς τιμὲς τῆς μελλούσης ζωῆς.

26. Ὅπως πολλὲς φορὲς μία σπίθα κατέκαυσε ἕνα μεγάλο δάσος, ἔτσι καὶ μία ἐνάρετη πράξις συνέβη νὰ ἐξαλείψῃ πλῆθος ἀπὸ μεγάλα πταίσματα.

27. Ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φονεύση κανεὶς ἕνα ἄγριο θηρίο χωρὶς ὅπλο, ἔτσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήση τὴν ἀοργησία χωρὶς ταπείνωσι.

28. Ὅπως εἶναι ἀδύνατο, σύμφωνα μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους, νὰ ζήση κανεὶς χωρὶς τροφή, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπιθυμεῖ τὴν σωτηρία του νὰ δείξη μέχρι τὸ θάνατό του ἔστω καὶ γιὰ μία στιγμὴ ἀμέλεια.

29. Ὅπως ἡ ἡλιακὴ ἀκτίνα ποὺ εἰσχωρεῖ ἀπὸ κάποιο μικρὸ ἄνοιγμα στὸ σπίτι, τὸ φωτίζει τόσο, ὥστε νὰ διακρίνεται καὶ ἡ πιὸ λεπτὴ σκόνη ποὺ αἰωρεῖται στὸν ἀέρα, ἔτσι καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἰσερχόμενος στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φανερώνει ὅλα τὰ ἁμαρτήματά της.

30. Ὅπως τὰ λεγόμενα καβούρια συλλαμβάνονται εὔκολα, διότι βαδίζουν ἄλλοτε ἐμπρὸς καὶ ἄλλοτε πίσω, ἔτσι καὶ μία ψυχὴ ποὺ ἄλλοτε γελᾶ, ἄλλοτε πενθεῖ καὶ ἄλλοτε ζῆ μὲ τρυφή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθώση τίποτε.

31. Ὅπως οἱ κοιμώμενοι κλέπτονται εὔκολα, ἔτσι καὶ ὅσοι ἀσκοῦνται στὴν ἀρετὴ κοντὰ στὸν κόσμο.

32. Ὅπως ἐκεῖνος ποὺ παλαίει μὲ λέοντα, ἂν στρέψῃ ἀλλοῦ τὸ βλέμμα του, ἐξοντώνεται ἀμέσως, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ παλαίει μὲ τὴν σάρκα του, ἐὰν τῆς προσφέρη ἀνάπαυσι.

33. Ὅπως κινδυνεύουν νὰ πέσουν ὅσοι ἀνεβαίνουν σὲ σαθρὴ σκάλα, ἔτσι κάθε τιμὴ καὶ δόξα καὶ ἐξουσία καταρρίπτουν τὸν κάτοχό τους, ἐπειδὴ αὐτὲς ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη.

34. Ὅπως εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ σκέπτεται ὁ πεινασμένος τὸν ἄρτο, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ σκέπτεται τὸν θάνατο καὶ τὴν Κρίσι ἐκεῖνος ποὺ ἀγωνίζεται γιὰ νὰ σωθῆ.

35. Ὅπως τὸ νερὸ σβήνει τὰ γράμματα, ἔτσι καὶ τὸ δάκρυ μπορεῖ νὰ σβήσει τὰ πταίσματα.

36. Ὅπως μερικοὶ ποὺ δὲν ἔχουν νερό, σβήνουν μὲ ἄλλο τρόπο τὰ γράμματα, ἔτσι ὑπάρχουν καὶ ψυχὲς ποὺ στεροῦνται δακρύων, καὶ γι᾿ αὐτὸ τρίβουν καὶ ἀποξέουν τὶς ἁμαρτίες τους μὲ τὴν λύπη, τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὴν σκυθρωπότητα.

37. Ὅπως ἀπὸ τὸ πλῆθος τῆς κοπριᾶς προέρχονται πλῆθος σκουλήκια, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν φαγητῶν προέρχονται πλῆθος ἁμαρτωλῶν πτώσεων καὶ πονηρῶν λογισμῶν καὶ ἀκαθάρτων ὀνείρων.

[38. Ὅπως ὁ τυφλὸς δὲν βλέπει νὰ βαδίζη, ἔτσι καὶ ὁ ὀκνηρὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἰδῆ τὸ καλὸ καὶ νὰ τὸ πράξη].

39. Ὅπως ἐκεῖνος ποὺ ἔχει δεμένα τὰ πόδια δὲν μπορεῖ νὰ βαδίζη εὔκολα, ἔτσι καὶ αὐτοὶ ποὺ θησαυρίζουν χρήματα δὲν μποροῦν νὰ ἀνέβουν στὸν οὐρανό.

40. Ὅπως ἡ πρόσφατη πληγὴ θεραπεύεται εὔκολα, ἔτσι, ἀντιθέτως, τὰ χρόνια τραύματα τῆς ψυχῆς δύσκολα θεραπεύονται, ὅταν βεβαίως θεραπεύωνται.

41. Ὅπως εἶναι ἀδύνατον νὰ βαδίζη ὁ νεκρός, ἔτσι εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθῆ ὁ ἀπελπισμένος.

42. Αὐτὸς ποὺ ἔχει ὀρθὴ πίστι καὶ ὅμως διαπράττει ἁμαρτίες, ὁμοιάζει μὲ πρόσωπο ποὺ δὲν ἔχει ὀφθαλμούς.

43. Αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει πίστι, καὶ ὅμως πράττει ἴσως μερικὰ καλά, ὁμοιάζει μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἀντλεῖ νερὸ καὶ τὸ χύνει σ᾿ ἕνα τρυπημένο πιθάρι.

44. Ὅπως τὸ πλοῖο ποὺ ἔχει καλὸν κυβερνήτη φθάνει μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ σῶο στὸ λιμάνι, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ ἔχει καλὸν ποιμένα ἀνεβαίνει εὔκολα στὸν οὐρανό, ἔστω καὶ ἐὰν ἔχη διαπράξει πλῆθος κακῶν.

45. Ὅπως αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ὁδηγὸ χάνει εὔκολα τὸν δρόμο, ἔστω καὶ ἐὰν εἶναι πολὺ ἔξυπνος, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ προχωρεῖ αὐτοκυβέρνητος τὴν μοναχικὴ ὁδό, εὔκολα χάνεται, ἔστω καὶ ἐὰν κατέχη ὅλη τὴν σοφία τοῦ κόσμου.

46. Ὅταν κάποιος ἀσθενῆ κατὰ τὸ σῶμα, ἔχη δὲ διαπράξει καὶ βαριὰ ἁμαρτήματα, αὐτὸς ἂς ἀκολουθῆ τὴν ὁδὸ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῶν διαφόρων μορφῶν καὶ ἐκδηλώσεών της, διότι δὲν πρόκειται νὰ εὕρῃ ἀλλοῦ τὴν σωτηρία.

47. Ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸς ποὺ ἐπέρασε μακροχρόνιο ἀσθένεια νὰ ἀνακτήση τὴν ὑγεία του μέσα σε μία στιγμή, ἔτσι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νικήσουμε διὰ μιᾶς τὰ πάθη μας ἢ ἕνα πάθος μας. Νὰ παρατηρῆς σὲ τί μέτρα εὑρίσκεσαι σὲ κάθε πάθος καὶ σὲ κάθε ἀρετή, καὶ ἔτσι θὰ ἀντιληφθῆς καλύτερα τὴν πρόοδό σου.

48. Ὅπως ζημιώνονται ὅσοι ἀνταλάσσουν τὸν χρυσό μὲ τὴν λάσπη, ἔτσι καὶ ὅσοι διηγοῦνται καὶ ἀποκαλύπτουν τὰ πνευματικὰ γιὰ νὰ κερδήσουν κάτι ἀπὸ τὰ ὑλικά.

49. Τὴν ἄφεσι πολλοὶ τὴν ἀπέκτησαν σύντομα, ἀλλὰ τὴν ἀπάθεια κανείς, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ πολὺν χρόνο καὶ πόθο καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

50. Ἂς ἀναζητήσωμε ποιὰ θηρία ἢ πτηνὰ μᾶς ἐπιβουλεύονται στὴν σπορά, ποιὰ στὴν βλάστησι καὶ ποιὰ στὸν θερισμό, ὥστε νὰ στήνωμε κάθε φορὰ τὶς ἀνάλογες παγίδες.

51. Ὅπως δὲν εἶναι σωστὸ νὰ αὐτοκτονήση κάποιος, ἐπειδὴ ἔχει πυρετό, ἔτσι δὲν πρέπει νὰ περιπίπτη κανεὶς στὴν ἀπόγνωσι ποτὲ μέχρι τελευταίας ἀναπνοῆς.

52. Ὅπως εἶναι ἄσχημο, ἐκεῖνος ποὺ ἔθαψε τὸν πατέρα του, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν κηδεία νὰ κατευθυνθῆ σὲ γάμο, ἔτσι εἶναι ἀνάρμοστο σὲ ὅσους θρηνοῦν τὶς πτώσεις τους, νὰ ἐπιζητοῦν στὴν παροῦσα ζωὴ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τιμὴ ἢ ἀνάπαυσι ἢ δόξα.

53. Ὅπως ἄλλες εἶναι οἱ κατοικίες τῶν ἐλευθέρων πολιτῶν καὶ ἄλλες τῶν καταδίκων, ἔτσι πρέπει νὰ ξεχωρίζη τελείως ἡ κατάστασις καὶ ἡ ζωὴ τῶν πενθούντων καὶ ἐνόχων ἀπὸ τῶν ἀνενόχων.

54. Ὅπως τὸν στρατιώτη ποὺ ἐπληγώθηκε βαρειὰ στὸ πρόσωπό του κατὰ τὸν πόλεμο, ὁ βασιλεὺς δὲν τὸν ἀποβάλλει ἀπὸ τὸ στράτευμα, ἀλλὰ μᾶλλον τὸν προβιβάζει σὲ ἀνωτέρα τάξι, ἔτσι καὶ τὸν μοναχὸ ποὺ κινδυνεύει καὶ ὑποφέρει πολλὰ ἀπὸ τοὺς δαίμονας, ὁ ἐπουράνιος Βασιλεὺς τὸν στεφανώνει.

55. Ἡ αἴσθησις ποὺ διαθέτει ἡ ψυχὴ εἶναι ἕνα ἰδίωμά της. Ἡ δὲ ἁμαρτία εἶναι ὁ κόλαφος αὐτῆς τῆς αἰσθήσεως.

Ἡ συναίσθησις εἶναι αὐτὴ ποὺ ἐπιφέρει τὴν κατάπαυσι ἢ τὴν μείωσι τοῦ κακοῦ, καὶ εἶναι τέκνο τῆς συνειδήσεως.

Ἡ δὲ συνείδησις εἶναι ὁ λόγος καὶ ὁ ἔλεγχος τοῦ φύλακός μας Ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐδόθηκε στὸ βάπτισμα.

Γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο βλέπομε ὅτι οἱ ἀβάπτιστοι δὲν αἰσθάνονται ἔντονες τύψεις γιὰ τὶς κακές τους πράξεις, ἀλλὰ πολὺ ἐλαφρές.

Ἡ ἐλάττωσις τοῦ κακοῦ γεννᾶ τὴν ἀποχὴ ἀπὸ τὸ κακό. Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ κακὸ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς μετανοίας. Ἡ ἀρχὴ τῆς μετανοίας εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ καλὴ πρόθεσις. Ἡ καλὴ πρόθεσις γεννᾶ τοὺς κόπους. Ἀρχὴ τῶν κόπων εἶναι οἱ ἀρετές. Ἡ ἀρχὴ τῶν ἀρετῶν εἶναι τὸ ἄνθος (τῆς πνευματικῆς ζωῆς). Τὸ ἄνθος τῆς ἀρετῆς εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς (πνευματικῆς) ἐργασίας. Ἡ (πνευματική) ἐργασία εἶναι τέκνο τῆς ἀρετῆς· καὶ αὐτῆς τέκνο ἡ συνέχισις καὶ ἡ συχνότης τῆς ἐργασίας. Καρπὸς καὶ τέκνο τῆς συνεχοῦς καὶ ἐπιμελοῦς ἐργασίας εἶναι ἡ ἕξις, (ἡ μόνιμη δηλαδὴ συνήθεια). Καὶ τέκνο τῆς ἕξεως εἶναι ἡ ποίωσις, (νὰ γίνῃ δηλαδὴ ἡ ἀρετὴ ἕνα μὲ τὴν ψυχή, φυσικὴ κατάστασίς της).

Ἡ ποίωσις στὸ καλὸ γεννᾶ τὸν φόβο (τοῦ Θεοῦ). Ὁ φόβος γεννᾶ τὴν τήρησι τῶν ἐντολῶν – εἴτε τῶν ἐπουρανίων εἴτε τῶν ἐπιγείων. Ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἀγάπης (πρὸς τὸν Θεόν). Ἀρχὴ τῆς ἀγάπης εἶναι τὸ πλῆθος τῆς ταπεινώσεως. Τὸ πλῆθος δὲ τῆς ταπεινώσεως εἶναι θυγατέρα τῆς ἀπαθείας. Καὶ ἡ ἀπόκτησις τῆς ἀπαθείας εἶναι ἡ πληρότης τῆς ἀγάπης, δηλαδὴ ἡ πλήρης κατοίκησις τοῦ Θεοῦ σὲ ὅσους ἔγιναν μὲ τὴν ἀπάθεια «καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε´ 8).

Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.