Χρονολόγιο Αγίων

Συναξάρι Αγίων

Η ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Αναγνώριση των αγίων στην Ανατολική Εκκλησία: Στην εκκλησία η κατάταξη κάποιου στην κατηγορία τον αγίου ακολουθεί μια μακροχρόνια διαδικασία που πραγματοποιείται από το πλήρωμά της. Γενικά μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι η διοικούσα εκκλησιαστική αρχή δεν έχει το δικαίωμα να κατατάσσει στην τάξη των αγίων πρόσωπα με πράξεις της απλά διοικητικές. Το δικαίωμα αυτό ανήκε πάντοτε στη γνώμη του πληρώματός της. Για το λόγο αυτό στην πρώτη Εκκλησία η κατάταξη κάποιου στη χορεία των Αγίων θεωρούνταν ως απαραίτητο η ομολογία της χριστιανικής πίστεως που επισφραγιζόταν με το μαρτύριο ή το μαρτύριο της συνειδήσεως. Με τις προϋποθέσεις αυτές η ορολογία που επικράτησε στην Ανατολική Εκκλησία είναι "αναγνώριση" κάποιου ως αγίου και όχι η "ανακήρυξη" όπως επικράτησε στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ή αργότερα η "αγιοποίηση". Έτσι στην πρώτη Εκκλησία συναντούμε αγίους ακόμη και μη βαπτισμένους, πλην όμως είχαν μαρτυρήσει, γιατί το πλήρωμα της Εκκλησίας δέχθηκε ότι οι μη βαπτισμένοι μάρτυρες βαπτίσθηκαν με το αίμα τον μαρτυρίου τους στο "Πάθος τον Χριστού" επειδή τον μιμήθηκαν με το πάθος τους στο μαρτύριο του Γολγοθά. Στη συνείδηση της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων, επικράτησε η πρακτική του μαρτυρίου περισσότερο από την πρακτική τον ήθους. Την πρακτική αυτή συνεχίζει και σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία. Κλασικό παράδειγμα θεωρείται η πρακτική που εφαρμόζεται για την αναγνώριση των νεομαρτύρων.

Αργότερα η Εκκλησία θεώρησε προϋπόθεση αναγνωρίσεως κάποιου πιστού

  1. την ενάρετη χριστιανική ζωή,
  2. το μαρτύριο της συνειδήσεως που δέχθηκε για όλους που προέρχονταν από το μοναχισμό και
  3. τα θαύματα που επιτελούν και θεωρούνται ένδειξη της θείας χάριτος.

Πάντως η Εκκλησία έδειξε μια ελαστικότητα γύρω από το ζήτημα της "αναγνωρίσεως" των αγίων ώστε να βλέπουμε να κατατάσσονται στη χορεία των αγίων και πρόσωπα που δεν θαυματούργησαν ούτε κατά τη διάρκεια της ζωής τους ούτε μετά το θάνατό τους.

Αρχικά η αναγνώριση ενός μάρτυρα ήταν υπόθεση της τοπικής Εκκλησίας και ο άγιος εγγράφονταν στα Δίπτυχα ή το Μαρτυρολόγιο της Εκκλησίας αυτής. Όταν η φήμη του τοπικού αγίου ξεπερνούσε τα όρια της τοπικής Εκκλησίας, τότε η τιμή τον γενικεύονταν και εγγράφονταν τότε και στα Δίπτυχα ή τα Μαρτυρολόγια και των γειτονικών ή άλλων Εκκλησιών· έτσι η τιμή του γενικεύονταν. Για να αποφευχθούν καταχρήσεις ως προς την τιμή της γενικευομένης τιμής των αγίων παρενέβαινε η Εκκλησιαστική αρχή και με πράξεις της καθιέρωνε όχι, μόνο την εγγραφή του τιμωμένου αγίου στα Δίπτυχα, αλλά καθόριζε ακόμη και την ημέρα της μνήμης του μέσα στο λειτουργικό έτος. Η μνήμη του αγίου αυτού συνέπιπτε συνήθως με την ημέρα του μαρτυρίου ή του θανάτου του. Με την πάροδο τον χρόνου και όταν επικράτησε η συνήθεια της μετακομιδής των λειψάνων, τότε τα λείψανά τον εκτίθοντο σε προσκύνημα αν υπήρχαν, ή φιλοτεχνούνταν εικόνα του ή έκτιζαν προς τιμή του ναό και συνέτασσαν ειδική Ακολουθία που εξήρε ποιητικά τα χριστιανικά του προσόντα.

Μετά τον ΙΒ' μ.Χ. αι. παρατηρούμε ότι η "αναγνώριση" αγίων παίρνει κάποια διοικητική τυπικότητα, χωρίς να παραγνωρίζεται η προηγούμενη πρακτική συνήθεια της Εκκλησίας. Πάντως την περίοδο αυτή την καθιέρωση της τιμής ορισμένων αγίων αναλαμβάνουν είτε Σύνοδοι είτε επίσημες πράξεις της διοικούσας Εκκλησίας. Έκτοτε η πρακτική αυτή γίνεται εκκλησιαστική συνήθεια πού διαρκεί μέχρι σήμερα. Μετά το σχίσμα της Εκκλησίας η επίσημη τουλάχιστον αναγνώριση ενός αγίου απαιτούσε:

  1. το ορθόδοξο φρόνημα αυτού που πρόκειται να τιμηθεί,
  2. την ενάρετη χριστιανική ζωή,
  3. την παρά Θεού επίδειξη "σημείων υπερφυών και θαυμάτων".

Σήμερα το δικαίωμα της αναγνωρίσεως αγίων στο ελληνόφωνο Χριστιανισμό έχει το Οικουμενικό Πατριαρχείο τιμής ένεκεν.

Στη Ρωσική Εκκλησία από το έτος 1721 καθιερώθηκε ιδιαίτερη διαδικασία για την αναγνώριση των αγίων της δικαιοδοσίας της. Έτσι η Ρωσική Εκκλησία: 1) εξέταζε επισταμένως τα θαύματα και το άφθαρτο του σώματος του κοιμηθέντος χριστιανού, 2) ταυτόχρονα απαιτούνταν αυτοκρατορικό διάταγμα πού όριζε την τιμή και την ημέρα της μνήμης του, 3) πριν από την επίσημη "αναγνώριση" τον αγίου και επί τρεις συνεχείς ημέρες τελούνταν Λειτουργίες, για την ανάπαυση της ψυχής του τιμηθησομένου αγίου, 4) την ημέρα της επίσημης αναγνωρίσεως τον αγίου τα λείψανά του εκτίθοντο σε προσκύνημα.

Τίθεται όμως το ερώτημα· πότε χρονικά γινόταν η "αναγνώριση" ενός αγίου; Σύμφωνα με τα δεδομένα της Ορθόδοξης Εκκλησίας η "αναγνώριση" γινόταν αμέσως μετά το θάνατο είτε μετά την πάροδο κάποιον χρονικού διαστήματος. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και στους νεομάρτυρες κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Τελευταία όμως διαχέεται η γνώμη ότι η "αναγνώριση" ενός αγίου οφείλει να γίνεται έπειτα από πενήντα ή εκατό χρόνια από το θάνατο τον πιστού. Όμως η πρακτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι κατά την παράδοση διάφορη και αυτό γιατί η αγιότητα κάποιου δεν είναι θέμα χρόνου αλλά πίστεως και θείας χάριτος.

από το βιβλίο του ΚΟΚΚΑΛΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, "ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ", εκδόσεις Στερέωμα