fbpx

Βίοι Αγίων

ΒΙΟΣ: Άγιος Αντώνιος

ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

Ο καθηγητής της ερήμου - Η πηγή του βίου και της πολιτείας του

Ο Μέγας Αθανάσιος, πατριάρχης Αλεξανδρείας (295/96-373), μία από τις μεγαλύτερες πατερικές μορφές, είχε την εύνοια του Θεού να δεχθεί σημαντική επίδραση στο ήθος του όταν, νέος ακόμη, γνώρισε τον Μέγα Αντώνιο στη Αλεξάνδρεια. Ένα χρόνο μετά την οσιακή κοίμηση του οποίου έγραψε το "Βίο και την πολιτεία" και την έστειλε "προς τους εν τη ξένη μοναχούς" της Δύσης. Στον πρόλογο αυτού του σπουδαίου έργου, που είναι το κυριότερο από τα ασκητικά του και γράφτηκε μάλλον το έτος 357 (ή το 365) διαβεβαιώνει τους παραλήπτες του ότι αυτά που γράφει είναι "όσα ο ίδιος γνωρίζω, αφού τον έχω δει πολλές φορές και όσα μπόρεσα να μάθω από αυτόν, αφού ήμουν στην ακολουθία του όχι λίγο χρόνο και έριχνα νερό στα χέρια του". Αυτή η επικοινωνία τους κράτησε μια ζωή, αφού και σαράντα χρόνια αργότερα τον ξανασυνάντησε στην έρημο, ο δε Μέγας Αντώνιος, λίγο πριν την κοίμηση του άφησε στον Αθανάσιο μία από τις δύο μηλωτές του.

Πηγή μας λοιπόν στη σκιαγράφηση του βίου του Μεγάλου Αντωνίου είναι το έργο αυτό, στον οποίο ο Μέγας Αθανάσιος εκθέτει με χάρη και ενάργεια τα σχετικά με τη γέννηση και τα παιδικά χρόνια του Αντωνίου, το μοίρασμα της περιουσίας του στους φτωχούς, τις πνευματικές του ασκήσεις, την απόσυρση του στην έρημο, την ίδρυση μοναστηριών, τη στήριξη των διωκόμενων χριστιανών, τον πόλεμο των δαιμόνων, τα θαύματά του, τις συζητήσεις του με φιλοσόφους, την παροχή συμβουλών σε βασιλείς, τα χαρίσματα με τα οποία ήταν προικισμένος, τις διδαχές του προς μοναχούς, και το μακάριο τέλος του.

Η μορφή και το περιεχόμενο του έργου καθώς και η φήμη του Αντωνίου που ήδη είχε φτάσει ως την αρχαία Ρώμη, την Ισπανία, τη Γαλλία και άλλες περιοχές, συνετέλεσαν στο να εισαχθεί και διαδοθεί ευρύτερα ο χριστιανικός μοναχισμός στη Δύση.

Τα παιδικά χρόνια

Ο πατέρας και πατριάρχης του μοναχικού βίου, τύπος του αναχωρητισμού και του ασκητισμού, αν και δεν υπήρξε ο πρώτος, αφού είχε δάσκαλο στην άσκηση τον όσιο Παύλο το Θηβαίο, γεννήθηκε το έτος 251 στην Αίγυπτο, από ευγενείς και πλούσιους γονείς. Από αυτούς, που ήταν πιστοί χριστιανοί, έλαβε την ανάλογη διαπαιδαγώγηση, εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου ('Εφεσ. 6, 4), στερήθηκε όμως τη μόρφωση των εκπαιδευτηρίων. Παρά ταύτα έγινε "θεοδίδακτος ... και γράμματα μη μαθών, αγχίνους ήν και συνετός άνθρωπος". Ως παιδί μεγάλωνε κοντά στους γονείς του, επιθυμώντας, ως άλλος Ιακώβ, να παραμένει στο σπίτι του ήσυχος (Γεν. 25, 27), αποφεύγοντας τη συναναστροφή με άλλους συνομηλίκους του. Του άρεσε να παίρνει μέρος στη σύναξη της εκκλησίας, έκανε υπακοή, αγαπούσε την εργασία, και παρόλο που ήταν πλουσιόπαιδο "δεν πίεζε τους γονείς του για εξεζητημένη και πλούσια τροφή, ούτε επεδίωκε τις ευχαριστήσεις που αυτή χαρίζει. Αρκούνταν μόνο σε όσα του έδιναν και δεν ζητούσε τίποτα περισσότερο".

Συνέβη όμως και οι γονείς του έφυγαν πρόωρα από την παρούσα ζωή. Ο Αντώνιος έμεινε ορφανός με την κατά πολύ μικρότερη αδελφή του. Ήταν τότε 18-20 ετών, φρόντιζε δε τα του οίκου και της αδελφής του ο ίδιος. Έξι περίπου μήνες μετά το θάνατο των γονέων του, καθώς πήγαινε στην εκκλησία, σκεπτόταν τους Δώδεκα αγίους Αποστόλους οι οποίοι αφού τα άφησαν όλα ακολούθησαν τον Κύριο (Ματθ. 4, 20), καθώς και τους χριστιανούς εκείνους που πουλούσαν τα υπάρχοντά τους και έφερναν στους Αποστόλους το αντίτιμο για να δοθεί στους έχοντες ανάγκη (Πράξ. 4, 35). Ενώ παρόμοιες σκέψεις έκανε, μπήκε στην εκκλησία. Και Συνέπεσε τη στιγμή εκείνη να διαβάζεται η ευαγγελική περικοπή και άκουσε τον Κύριο να λέει στον πλούσιο: αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς και θα έχεις θησαυρό κοντά στον Θεό (Ματθ. 19, 21).

Τα λόγια αυτά άγγιξαν την ψυχή του σα να απευθύνονταν από τον Ιησού Χριστό προσωπικά στον ίδιο. Επιστρέφοντας λοιπόν στο σπίτι, τα μεν κτήματα που κληρονόμησε από τους γονείς του (τριακόσια εύφορα και πολύ καλά χωράφια) τα χάρισε στους συγχωριανούς του, τα δε κονητά πράγματα τα πούλησε και τα χρήματα τα μοίρασε στους φτωχούς, κρατώντας λίγα για την αδελφή του. Αλλά κι αυτά τα λίγα τα μοίρασε αργότερα, όταν άκουσε στην εκκλησία την προτροπή του Κυρίου: μην αγωνιάτε για το αύριο (Ματθ. 6, 34). Έπειτα, αφού εμπιστεύθηκε την αδελφή του "σε γνωστές και έμπιστες παρθένες· κι αφού την έβαλε σε παρθεναγωγείο για ν' ανατραφεί", ο νεαρός ακόμα Αντώνιος άρχισε να ζει μπροστά στον σπίτι του με άσκηση, υπομονή και αυτοσυγκέντρωση, γιατί ακόμα δεν είχαν συσταθεί οργανωμένα μοναστήρια και οι μακρινές έρημοι ήταν άγνωστες για του ασκητές.

Ο βιογράφος του, Μέγας Αθανάσιος, εξιστορεί με λεπτομέρειες τους πρώτους ασκητικούς αγώνες του Αντωνίου: Πήγαινε και αναζητούσε τους φημισμένους γέροντες που ασκήτευαν στην περιοχή, όπως η σοφή μέλισσα. Εργαζόταν χειρωνακτικά, διότι είχε διαβάσει το όποιος δεν εργάζεται, αυτός να μη τρώει κιόλας (Β' Θεσ. 3, 10). Ένα μέρος του κόπου του το διέθετε για την διατροφή του, το υπόλοιπο το έδινε στους φτωχούς. Προσευχόταν αδιάκοπα. Και πρόσεχε ιδιαίτερα στην ανάγνωση των Γραφών, "ώστε τίποτα να μη του ξεφεύγει, αντίθετα δε να κατέχει τα πάντα, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιεί στο εξής τη μνήμη του αντί για τα βιβλία".

Αποτέλεσμα αυτού του πνευματικού αγώνα ήταν να γίνει αγαπητός από όλους τους ασκητές. Στους οποίους έκανε υπακοή και εφάρμοζε στη ζωή του του καθενός το προτέρημα του ζήλου και της άσκησης: επιμονή, νηστεία, σκληραγωγία, πραότητα, μακροθυμία. "Και όλων μαζί επεσήμανε την ευσέβεια προς το Χριστό και τη μεταξύ τους αγάπη". Επιστρέφοντας στον τόπο που ασκήτευε, αναπολούσε όσα έμαθε απ' τον καθένα και προσπαθούσε να τα εφαρμόσει και ο ίδιος.

Αλλά όπως ήταν φυσικό, ο διάβολος που μισεί το καλό, δεν άντεχε να βλέπει σ' ένα νέο τόσο υψηλό φρόνημα. Και άρχισε τους πειρασμούς του, προκειμένου να κάμψει τον Αντώνιο. Του θύμιζε τα κτήματα που είχε, την φροντίδα που χρωστούσε στην αδελφή του, την αγάπη των συγγενών, τη φιλαργυρία, τη φιλοδοξία, την ευχαρίστηση του καλού φαγητού, τις ανέσεις. Προσπαθούσε να τον τρομάζει με τις δυσκολίες της ασκητικής ζωής, τον κόπο της αρετής, την αδυναμία του σώματος, τη διάρκεια του πνευματικού αγώνα. χρησιμοποιούσε τις παγίδες της σάρκας που είναι οι χειρότερες σε βάρος των νεοτέρων: Τη νύχτα το αναστάτωνε με τους λογισμούς, την ημέρα τον ενοχλούσε με τρόπο αφόρητο. Ο Αντώνιος όμως ανέτρεπε τις παγίδες του με την προσευχή, την πίστη και τις νηστείες.

Θωρακίζει τον ευατό του στην έρημο

Αυτή η νίκη του κατά του διαβόλου δεν το οδήγησε στην επανάπαυση και την αδιαφορία. Ούτε ο αιώνιος εχθρός του ανθρώπου σταμάτησε να στήνει ενέδρες. Γι' αυτό ο Αντώνιος έκανε πιο εντατική προσευχή και αυστηρότερη νηστεία. Πήγε και διέμενε αρχικά μεν στα περίχωρα της Ηρακλεόπολης, αργότερα δε σε απομακρυσμένο τάφο. Αγρυπνούσε τόσο, "που πολλές φορές περνούσε όλη τη νύχτα άυπνος· κι αυτό το έκανε όχι μία αλλά πολλές φορές και προκαλούσε το θαυμασμό. Έτρωγε μία φορά την ημέρα μετά τη δύση του ήλιου· ενίοτε κάθε δύο ημέρες και πολλές φορές έτρωγε κάθε τέσσερις. Η τροφή ήταν ψωμί και αλάτι· και έπινε μόνο νερό... Για τον ύπνο του χρησιμοποιούσε ψάθα και τις περισσότερες φορές ξάπλωνε στο χώμα. ... Έλεγε ότι οι νεότεροι ασκητές πρέπει να ασκούνται περισσότερο και να μη επιδιώκουν όσα αποναρκώνουν το σώμα, αλλά αντίθετα να το συνηθίζουν στην σκληραγώγηση, σκεπτόμενοι το λόγο του αποστόλου: όταν φαίνεται πως έχω χάσει κάθε δύναμη, τότε είμαι πραγματικά δυνατός (Β' Κορ. 12, 10). Πίστευε πως τότε η δύναμη της ψυχής είναι μεγάλη, όταν εξασθενούν οι ηδονές του σώματος".

Ο βιογράφος του, Μέγας Αθανάσιος, περιγράφει ότι έχοντας μόνο ψωμί και νερό ο Αντώνιος παρέμεινε ασκούμενος για πολλά ημερόνυχτα έγκλειστος μέσα σ' έναν τάφο, όπου πολλοί δαίμονες, μετασχηματισμένοι σε άγρια θηρία και δηλητηριώδη ερπετά, φοβέριζαν και ενοχλούσαν με την παρουσία τους τον μεγάλο ασητή, προκαλώντας του αφόρητο σωματικό πόνο. Εκείνος "αναστέναζε μεν εξαιτίας του πόνου αυτού, αλλά με νηφαλιότητα και σα να τους κορόιδευε, έλεγε: Αν υπήρχε σε σας δύναμη, θα αρκούσε να μου επιτεθεί και μόνο ένας από όλους. Επειδή όμως σας έχει αχρηστέψει ο Κύριος, γι΄αυτό έστω κι αν προσπαθείτε να με φοβερίσετε με το πλήθος σας, είναι απόδειξη της αδυναμίας το να μιμείσθε τις μορφές των άλογων ζώων ..."

Μετά την άσκηση και δοκιμασία αυτή είδε σε οπτασία τον Κύριο και του είπε: "Που ήσουν; Γιατί δεν ήρθες από την αρχή να μου σταματήσεις τα βασανιστήρια; Κι ακούστηκε τότε φωνή να του λέει: Αντώνιε, εδώ ήμουν· αλλά περίμενα να δω τον αγώνα σου. Επειδή λοιπόν έδειξες υπομονή και δε νικήθηκες, θα είμαι για πάντα συμπαραστάτης σου και θα κάνω να γίνεις παντού ξακουστός". Ο Αντώνιος πήρε τόση δύναμη από τα λόγια του Κυρίου, ώστε αισθάνθηκε πως τώρα ήταν σε θέση να κάνει μεγαλύτερους πνευματικούς αγώνες. Όταν συνέβη αυτό ήταν τριάντα πέντε ετών. 

Μετά το περιστατικό επισκέφθηκε έναν από τους γέροντες που έβλεπε όταν ήταν νεότερος και του ζήτησε να παραμείνει μαζί του για άσκηση. Επειδή όμως τότε δεν υπήρχε τέτοια συνήθεια, ο γέροντας του το αρνήθηκε. Έτσι ο Αντώνιος αποφάσισε και έφυγε για την έρημο, ενώ ο αρχέκακος διάβολος του έστηνε καθ' οδόν παγίδες (με τον ασημένιο δίσκο ή τα χρυσά νομίσματα), προκειμένου να τον δελεάσει, γιατί φοβόταν ότι ο αγωνιστής αυτός του Χριστού θα γέμιζε την έρημο με ασκητές. Στην έρημο βρήκε πέρα απ'  το ποτάμι μία εγκαταλειμμένη καλύβα, που εξαιτίας του χρόνου ήταν γεμάτη ερπετά. Εγκαταστάθηκε σ' αυτήν, και ω του θαύματος, σα να τα κυνήγησε κάποιος, τα ερπετά εξαφανίστηκαν. 

Στην καλύβα έμεινε για πολλά χρόνια, τρώγοντας μόνο ψωμί που του έφερναν και πίνοντας λίγο νερό. Προσευχόταν, αντιμετώπιζε με τη δύναμη του Κυρίου τους πειρασμούς των δαιμόνων "που χτυπούσαν και άφηναν άγριες φωνές και κραύγαζαν: Φύγε μακριά μας! Ποια σχέση έχεις εσύ με την έρημο; Δεν αντέχεις την επιθετικότητά μας". Ο Αντώνιος όμως έμενε εκεί και δεν πάθαινε κανένα κακό από τους δαίμονες. Κι ούτε κουραζόταν από τον αγώνα. Έτσι πέρασε σχεδόν είκοσι χρόνια ασκητεύοντας κατ' αυτό τον τρόπο, "χωρίς ούτε να βγει από την καλύβα, ούτε να τον επισκέπτεται κάποιος τακτικά".

Ιδρύει μοναστήρια και κάνει θαύματα

Αφού πέρασαν αυτά τα είκοσι χρόνια, "επειδή πολλοί ποθούσαν και ήθελαν να ακολουθήσουν με ζήλο τον τρόπο της άσκησης του, κι ήρθαν και άλλοι γνωστοί και γκρέμισαν με βία την πόρτα της καλύβας του, αναγκάστηκε και βγήκε ο Αντώνιος, σαν από κάποιο απροσπέλαστο μέρος, μυημένος στα θεία κι έχοντας μέσα του τον Θεό". Όσοι τον είδαν απόρησαν βλέποντας πως το σώμα του είχε την ίδια εμφάνιση: ούτε είχε παχύνει αφού ήταν έγκλειστο επί είκοσι χρόνια, ούτε είχε αδυνατίσει από την αυστηρή νηστεία και την πάλη με τους δαίμονες. Ο ψυχικός του κόσμος ήταν καθαρός. Διατηρούσε την ισορροπία του, διότι τον κυβερνούσε η λογική και η συμπεριφορά του ήταν φυσική. 

Με τη χάρη του Κυρίου θεράπευσε πολλούς που υπέφεραν από αρρώστιες σωματικές. Άλλους απάλλαξε από δαιμόνια. Όσους ήταν λυπημένοι τους παρηγορούσε. Εκείνους που είχαν έχθρα μεταξύ τους τους συμφιλίωνε. Και προς όλους που τον επισκέπτονταν έλεγε να μη προτιμούν τίποτα απ' όσα υπάρχουν στον κόσμο σε σύγκριση με την αγάπη στο Χριστό. Ο βιογράφος του Μέγας Αθανάσιος επισημαίνει ότι "συζητώντας και προτρέποντας να σκέφτονται τα μελλοντικά αγαθά και την αγάπη που έδειξε σ' εμάς ο Θεός..., έπεισε πολλούς να διαλέξουν τη μοναχική ζωή. Κι έτσι λοιπόν ιδρύθηκαν μοναστήρια και στα βουνά και η έρημος κατοικήθηκε από μοναχούς που πήγαν με τη θέληση τους και μιμήθηκαν ακριβώς τον ουράνιο τρόπο ζωής".

Πολλά θαυμαστά γεγονότα επιτελέστηκαν με τις προσευχές και τι μεσιτείες του Αντωνίου σε άλλους ανθρώπους ή στον ίδιο και τους μοναχούς της συνοδείας του. Κάποτε, για παράδειγμα, χρειάστηκε να περάσει ο ίδιος την διώρυγα του Αρσενοϊτη, γιατί ήταν αναγκαίο να επισκεφθεί τους μοναχούς. Όμως η διώρυγα ήταν γεμάτη κροκοδείλους. Και μόνο που προσευχήθηκε, μπήκε κι αυτός και όλη η συνοδεία του και πέρασαν χωρίς να πάθουν τίποτα. 

Άλλη φορά ξεκίνησε με κάποιους μοναχούς για να επισκεφθεί προς οικοδομή άλλο μοναστήρι. Σε μία καμήλα είχαν φορτώσει το ψωμί και το νερό τους για το δρόμο. Όταν, λόγω του μεγάλου καύσωνα, τελείωσε το νερό, κινδύνεψαν σοβαρά. Μη βρίσκοντας γύρω τους νερό, απελπίστηκαν. Έπεσαν οι μοναχοί στην άμμο και άφησαν την καμήλα να φύγει. Ο Αντώνιος τους λυπήθηκε. Πήγε πιο πέρα, γονάτισε και ύψωσε τα χέρια σε στάση θερμής προσευχής. Αμέσως ο Κύριος έκανε να αναβλύσει νερό στο σημείο στο οποίο προσευχόταν. Ήπιαν όλοι, συνήλθαν και συνέχισαν το δρόμο τους. 

Στο σημείο που ασκήτευε με άλλους μοναχούς έρχονταν πολλοί επισκέπτες, Ανάμεσά τους και μερικοί άρρωστοι. Τους μεν επισκέπτες νουθετούσε με λόγια απλά. Με τους δε άρρωστους έπασχε και προσευχόταν μαζί τους. "Και πολλές φορές μάλιστα ο Κύριος τον άκουγε. Όμως, ούτε όταν εισακουόταν καμάρωνε, ούτε όταν δεν εισακουόταν γκρίνιαζε. Αλλά πάντοτε εκείνος μεν ευχαριστούσε τον Κύριο, τους δε αρρώστους προέτρεπε να δείχνουν υπομονή και να ξέρουν ότι η θεραπεία τους δεν εξαρτάται ούτε από τον ίδιο, ούτε γενικά από κάποιον άνθρωπο, αλλά μόνο από τον Θεό, ο οποίος δίνει την υγεία όταν και σε όποιους κρίνει".

Κάποτε δύο μοναχοί, άγνωστοι μεταξύ τους, πορεύονταν προς το μοναστήρι του. Επειδή τους τελείωσε το νερό, ο μεν ένας πέθανε, ο δε άλλος ήταν ετοιμοθάνατος. Μη έχοντας κουράγιο να συνεχίσει την πορεία του, έπεσε κάτω και περίμενε να πεθάνει. Ο Αντώνιος, που καθόταν ψηλά στο βουνό, φώναξε δύο μοναχούς και τους παρότρυνε πιεστικά λέγοντας: Πάρτε μία στάμνα με νερό και τρέξτε στο δρόμο προς την Αίγυπτο. Διότι καθώς έρχονταν εδώ δύο άνθρωποι, ο μεν ένας μόλις πέθανε, ο δε άλλος πρόκειται να πεθάνει, αν δεν προλάβετε. Αυτό μου αποκαλύφθηκε τώρα, καθώς προσευχόμουν. Όταν οι δύο μοναχοί μετέφεραν τη στάμνα με το νερό, διαπίστωσαν ότι η αποκάλυψη ήταν αληθινή. 

Πολλές φορές προέλεγε από μέρες γι' αυτούς που θα τον επισκέπτονταν, καθώς και για το λόγο για τον οποίο θα έρχονταν. Γιατί άλλοι έρχονταν απλώς για να τον δουν, άλλοι γιατί ήταν άρρωστοι κι άλλοι γιατί υπέφεραν από δαιμόνια.

"Αυτά και άλλα πολλά θαύματα έχουν σχέση με τον Άγιο Αντώνιο. Και δεν πρέπει να δυσπιστούμε, ως προς τον αν έγιναν τόσο θαυμαστά γεγονότα δια του ανθρώπου. Διότι είναι υπόσχεση του Σωτήρα που λέει· αν έχετε πίστη έστω και σαν κόκκο σιναπιού, θα λέτε σ΄αυτό το βουνό: πήγαινε από 'δω εκεί, και θα πηγαίνει· και τίποτα δεν θα είναι αδύνατο για σας (Ματθ. 17, 20). Και πάλι· σας βεβαιώνω πως αν ζητήσετε κάτι από τον Πατέρα στο όνομα μου, αυτός θα σας το δώσει (Ιω. 16, 23).

Εμπειρίες από τον πόλεμο των δαιμόνων

Στο βίο του Μεγάλου Αντωνίου, ο ιερός συγγραφέας άγιος Αθανάσιος περιλαμβάνει και μια εκτεταμένη ομιλία του πρώτου προς κάποια ομάδα μοναχών που τον είχε επισκεφθεί και ζητούσαν επίμονα ν' ακούσουν από το στόμα του "λόγον αγαθόν". Και ο μέγας ασκητής και καθηγητής της ερήμου, μεταξύ άλλων, τους μίλησε και για τις εμπειρίες του από τον πόλεμο που του έκαναν οι δαίμονες, όχι για να καυχηθεί, αλλά για την αγάπη τη δική τους και τη συμβουλή:

"Πόσες φορές δεν με καλοτύχισαν κι εγώ τους καταράστηκα στο όνομα του Κυρίου: Πόσες φορές δεν πρόβλεψαν για την πλημμύρα του ποταμού κι εγώ τους έλεγα· και τις σας μέλλει εσάς; Ήρθαν κάποτε απειλητικοί και με περικύκλωσαν σαν πάνοπλοι στρατιώτες. Και με τις προσευχές απομακρύνθηκαν από τον Κύριο. Ήρθαν κάποτε τη νύχτα, με μορφή φανταστικά φωτεινή, κι έλεγαν∙ήρθαμε να σου φωτίσουμε, Αντώνιε. Εγώ όμως, κλείνοντας τα μάτια προσευχόμουν κι αμέσως έσβησε το φως των ασεβών. Άλλη φορά ήρθαν κι έκαναν κρότο, σφύριζαν, χόρευαν. Καθώς εγώ προσευχόμουν..., άρχισαν να θρηνούν και να κλαίνε, σα να είχαν χάσει τη δύναμή τους, ενώ εγώ δοξολογούσα τον Κύριο, που γκρέμισε και εξευτέλισε το θράσος και τη μανία τους.

"Κάποτε που νήστευα ήρθε ο πονηρός σαν μοναχός, κρατώντας φανταστικά ψωμιά, και με συμβούλευε λέγοντας∙ φάε και σταμάτα να ταλαιπωρείσαι τόσο, άνθρωπος είσαι κι εσύ και θ' αρρωστήσεις. Εγώ όμως κατάλαβα την παγίδα του και σηκώθηκα να προσευχηθώ. Εκείνος δεν άντεξα, γιατί εξαφανίστηκε και τον είδα να βγαίνει από την πόρτα σαν καπνός". και κατέληξε, απευθυνόμενος στους μοναχούς: " Ας έχετε υπόψη σας και το εξής, για να μην φοβάστε τους δαίμονες· όταν σου παρουσιαστεί μια ψεύτικη παράσταση, μη χάνεις εκ των προτέρων το θάρρος σου. Αλλά οποιαδήποτε κι αν είναι, πρώτα, ρώτησε με θάρρος· ποιος είσαι ΄συ κι από που; Κι αν μεν πρόκειται για οπτασία αγίων, σε ενημερώνουν και μετατρέπουν το φόβο σου σε χαρά. Αν όμως είναι διαβολική, αμέσως εξασθενίζει, βλέποντας ρωμαλέα τη σκέψη".

Ενισχύει τους χριστιανούς, αποκηρύσσει τους αρειανούς

Η ασκητική ζωή του Μεγάλου Αντωνίου, τα θαύματα που επιτελούσε με τη χάρη του Θεού, η φήμη του που είχε εξαπλωθεί σ' όλη την Αίγυπτο και πέραν αυτής, συνετέλεσαν ώστε σιγά σιγά να ιδρυθούν "και εν τοις ΄ρεσιν μοναστήρια και η έρημος επολήσθη μοναχών".

Τον καιρό όμως εκείνο ενέσκηψε στην Εκκλησία ο διωγμός που έγινε στις ημέρες του αυτοκράτορα Μαξιμίνου (έτος 311 μ.Χ.). Γράφει ο Μέγας Αθανάσιος: "Όταν οι χριστιανοί οδηγούνταν για μαρτύριο στην Αλεξάνδρεια, ακολούθησε και ο Αντώνιος αφήνοντας το μοναστήρι. Είπε: Ας πάμε κι εμείς να αγωνιστούμε, αν μας καλέσει ο Κύριος, ή για να δούμε αυτούς που αγωνίζονται. Και βέβαια επιθυμούσε να μαρτυρήσει, επειδή όμως δεν ήθελε να αυτοπαραδοθεί, υπηρετούσε τους ομολογητές τόσο στα μεταλλεία όσο και στις φυλακές. Και κατάλαβε μεγάλη προσπάθεια στο δικαστήριο να  ενισχύει την αποφασιστικότητα εκείνων που καλούνταν να μαρτυρήσουν, ενώ εκείνους που οδηγούνταν στο μαρτύριο τους περισυνέλεγε και τους προέπεμπε μέχρι τον τάφο.

"Ο δικαστής, βλέποντας το θάρρος του Αντωνίου και των δικών του, καθώς και την μέριμνα τους γι' αυτό, διέταξε να μη εμφανίζεται κανένας από τους μοναχούς στο δικαστήριο, ούτε να παραμένουν στην πόλη. Όλοι οι άλλοι μοναχοί έκριναν πως πρέπει να κρυφτούν εκείνη τη μέρα. Ο Αντώνιος όμως την επόμενη πήγε και στάθηκε σ' ένα καλό σημείο μπροστά στον ηγεμόνα, ώστε να φαίνεται ολοκάθαρα απ' αυτόν. Ενώ λοιπόν όλοι θαύμαζαν για την τόλμη του αυτή κι ο ηγεμόνας τον έβλεπε καθώς περνούσε με την συνοδεία του, εκείνος στεκόταν άφοβος, δείχνοντας το ζήλο που έχουν οι χριστιανοί. Διότι κι αυτός προσευχόταν να μαρτυρήσει. Ο ίδιος βέβαια έδινε την εντύπωση ότι λυπάται που δεν μαρτύρησε· ο Κύριος όμως τον προστάτεψε για τη δική μας και των άλλων την ωφέλεια, ώστε με την άσκηση που ο ίδιος έμαθε από την Αγία Γραφή, να γίνει δάσκαλος σε πολλούς άλλους. Διότι παρακολουθώντας και μόνο τον τρόπο της ζωής του, πολλοί έδειχναν πρόθυμοι να μιμηθούν το βίο του".

Στα σχετικά με την πίστη θέματα υπήρξε αξιοθαύμαστος και ευσεβής. Ήταν η περίοδος που είχαν κάνει την εμφάνιση τους αρκετές αιρέσεις και σχίσματα. Ο Αντώνιος ούτε με τους σχισματικούς Μελιτιανούς επικοινώνησε ποτέ, ούτε με του Μανιχαίους ή κάποιους άλλους αιρετικούς μίλησε φιλικά, παρά μόνο για να συμβουλέψει να επιστρέψουν στην ορθή πίστη. Έτσι ακριβώς σιχαινόταν και την αίρεση των Αρειανών και έδινε εντολή σε όλους, ούτε να τους πλησιάζουν ούτε να πιστεύουν στις κακοδοξίες τους. Όταν λοιπόν κάποτε τον επισκέφθηκαν μερικοί φανατικοί Αρειανοί, αφού συζητώντας τους εξέτασε και κατάλαβε ότι ήταν κακόδοξοι, τους έδιωξε από τον τόπο λέγοντας ότι τα λόγια τους ήταν χειρότερα από δηλητήριο φιδιού.

Κάποτε οι Αρειανοί σκόπιμα διέδωσαν ότι ο Αντώνιος έχει τα ίδια μ' αυτούς φρονήματα. Εκείνος, όταν το πληροφορήθηκε, αγανάκτησε και θύμωσε μαζί τους. Αργότερα, όταν τον παρακάλεσαν οι επίσκοποι και όλοι οι χριστιανοί, κατέβηκε από το βουνό, Πήγε στην Αλεξάνδρεια και αποκήρυξε τους Αρειανούς, λέγοντας ότι η αίρεση τους είναι η χειρότερη και πρόδρομος του αντιχρίστου. Προέτρεπε τους χριστιανούς να μη έχουν καμία σχέση με τους ασεβέστατους αιρετικούς διότι τίποτε κοινό δεν υπάρχει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι (Β' Κορ. 6, 14).

Στην "ενδότερη έρημο"

Όταν ο Αντώνιος επέστρεψε από τη Αλεξάνδρεια στο μοναστήρι του, ένιωσε την επιθυμία να υποβάλει τον ευατό του σε μεγαλύτερη και συστηματικότερη άσκηση. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη που το πλήθος των επισκεπτών τον ενοχλούσε, Δεν τον άφηναν να ασκητέψει ουσιαστικά, όπως θα ήθελε. Φοβήθηκε μήπως, απ' όσα ο Κύριος κάνει δι' αυτού, περηφανευτεί ή κάποιος τον θεωρήσει κάτι ανώτερο απ' αυτό που είναι. Έτσι, σκέφθηκε και αποφάσισε ν' αφήσει την έρημο Πισπίρ, όπου διέμενε, και να εγκατασταθεί στην έρημο Kolzim, στην Άνω Θηβαΐδα, κοντά στην Ερυθρά θάλασσα, όπου σήμερα σώζεται η κοπτική Μονή του Αγίου Αντωνίου.

Με τη συνοδεία κάποιων Σαρακηνών περπάτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Έφτασε "σ' ένα πολύ ψηλό βουνό, όπου υπήρχε καθαρό, γλυκό και πολύ κρύο νερό, ενώ πιο πέρα απλωνόταν μια πεδιάδα και κάποια απεριποίητα φοινικόδενδρα". Στην αρχή ασκήτεψε στον τόπο αυτό μόνος του. Αργότερα, όταν οι αδελφοί μοναχοί έμαθαν τον τόπο που έμενε, σαν παιδιά που θυμούνται τον πατέρα τους, φρόντιζαν να του στέλνουν ψωμί. Για να μη ενοχλείται όμως από την επίσκεψή τους, ζήτησε και του έφεραν μια αξίνα, ένα τσεκούρι και λίγο σπόρο σιτάρι. Έτσι άρχισε να καλλιεργεί ένα χωράφι και να εξασφαλίζει τον επιούσιο άρτο του και λίγα λαχανικά. Γράφει ο Μέγας Αθανάσιος: "Στην αρχή, τα άγρια θηρία της ερήμου που έρχονταν να πιουν νερό, πολλές φορές έκαναν ζημιές στα σπαρτά και τις καλλιέργειες του Εκείνος, αφού έπιασε με χάρη ένα από τα θηρία, είπε προς όλα: Γιατί μου προκαλείτε ζημιές, ενώ εγώ δεν σας ενοχλώ; Φύγετε, και στο όνομα του Κυρίου να μη πλησιάσετε ξανά σ' αυτά. Κι από τότε, σα να φοβήθηκαν την προσταγή, δεν πλησίασαν καθόλου στο χωράφι του".

Αποστομώνει φιλοσόφους και συμβουλεύει βασιλείς

Ο Αντώνιος ήταν πολύ συνετός. Είναι μάλιστα άξιο θαυμασμού, ότι παρόλο που δεν έμαθε γράμματα ήταν και έξυπνος. Ο βιογράφος του αναφέρεται σε αρκετά περιστατικά που δείχνουν το σπινθηροβόλο πνεύμα και την κατάρτιση του καθηγητού της ερήμου?: "Κάποτε τον επισκέφθηκαν δύο ειδωλολάτρες φιλόσοφοι, νομίζοντας ότι μπορούσαν να πειράξουν τον Αντώνιο. Τότε βρισκόταν στο "έξω βουνό". την ενδότερη έρημο. Όταν απ΄το πρόσωπο τους κατάλαβε, αφού βγήκε να τους υποδεχτεί, με τη βοήθεια του διερμηνέα είπε: Γιατί κουραστήκατε τόσο, ω φιλόσοφοι, για να συναντήσετε έναν αμόρφωτο άνθρωπο; Όταν του απάντησαν, πως αυτός δεν είναι αμόρφωτος αλλά πολύ συνετός, τους είπε∙ αν μεν ήρθατε για κάποιον αμόρφωτο, άδικος ο κόπος σας. Αν πάλι με θεωρείτε συνετό, να γίνετε ότι κι εγώ∙ γιατί πρέπει να μιμούμαστε τα καλά. Κι αν βέβαια ερχόμουν εγώ προς εσάς, θα σας έμοιαζα. Αφού όμως ήρθατε εσείς σ' εμένα, να γίνετε ότι κι εγώ διότι είμαι χριστιανός. Εκείνοι θαυμάζοντας γύρισαν πίσω".

Άλλη φορά κάποιοι θέλησαν να τον ταπεινώσουν επειδή δεν είχε μάθει γράμματα. Ο Αντώνιος τους λέει: Τι είναι πρώτο, το μυαλό ή τα γράμματα; Και ποιο από τα δύο είναι αίτιο του άλλου; Όταν εκείνοι απάντησαν ότι πρώτο είναι το μυαλό που επινόησε και τα τα γράμματα, τους είπε: Σ' εκείνον που το μυαλό είναι υγιές, σ' αυτόν δεν είναι αναγκαία τα γράμματα! Έφυγαν κι εκείνοι εντυπωσιασμένοι από την απάντηση του.

Αργότερα τον επισκέφθηκαν κάποιοι σοφοί εθνικοί, θέλοντας να συζητήσουν μαζί του για την πίστη των χριστιανών στο Χριστό και για το κήρυγμα του Σταυρού, με πρόθεση να ειρωνευτούν. Αφού εκείνος καταρχήν τους συμπόνεσε για την άγνοιά τους, είπε: "Τι είναι καλύτερο∙ να ομολογεί κανείς το Σταυρό, ή ν' αποδίδει σ' αυτούς που εσείς ονομάζετε θεούς πράξεις μοιχείας και βιασμού παιδιών; Διότι αυτό που εμείς πιστεύουμε είναι αποδεικτικό στοιχείο ανδρείας και γνώρισμα περιφρόνησης του θανάτου, τα δικά σας όμως είναι πάθη ακολασίας... Όσον αφορά στο Σταυρό, τι θα λέγατε ότι είναι προτιμότερο: Να υπομένει κανείς Σταυρό ... και να μη φοβάται τον επερχόμενο θάνατο, ή να διηγείται μύθους για τις πλάνες του Όσιρη και της Ίσιδας και τις δολοπλοκίες του Τυφώνα και τη φυγή του Κρόνου και το φάγωμα των παιδιών και τις πατροκτονίες; Διότι αυτά είναι τα δικά σας σοφά. Γιατί όμως, ενώ ειρωνεύεστε το Σταυρό, δεν θαυμάζετε την Ανάσταση; Διότι εκείνοι που είπαν τα σχετικά με το Σταυρό, έγραψαν και γι' αυτόν. Μου φαίνεται ότι αδικείτε πολύ τον εαυτό σας. γιατί δεν διαβάσατε προσεκτικά τις γραφές μας. 

Αλλά μελετήσατε με προσοχή και θα δείτε, ότι αυτά που έκανε ο Χριστός, αποδεικνύουν πως είναι Θεός που ήρθε στη γη για τη σωτηρία των ανθρώπων".

Αυτά κι άλλα παρόμοια λόγια είπε ο Αντώνιος στους φιλοσόφους. Εκείνοι δε, θαυμάζοντας αναχώρησαν χαιρετώντας τον θερμά και ομολογώντας ότι είχαν ωφεληθεί απ' αυτόν.

Η φήμη γύρω από τον Αντώνιο έφτασε και μέχρι τα βασιλικά ανάκτορα στην Κωνσταντινούπολη. Όταν τα έμαθαν αυτά ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας και οι γιοι του Κωνσταντίνος και Κώνστας, του έγραφαν σαν σε πατέρα και παρακαλούσαν να τους απαντήσει. Ο Αντώνιος ούτε τις επιστολές  θεωρούσε σαν κάτι σπουδαίο, ούτε χαιρόταν γιατί τις λάμβανε. Και παρέμενε ο ίδιος. Έλεγε μάλιστα στους μοναχούς: Μη θαυμάζετε επειδή γράφει σ' εμάς ο αυτοκράτορας, γιατί κι αυτός άνθρωπος είναι. Πιο πού να θαυμάζετε, για το ότι ο Θεός έγραψε το Νόμο στους ανθρώπους και μίλησε σ' αυτούς με τον ίδιο του τον Υιό (πρβλ. Εβρ. 1, 2).

Στις επιστολές δεν ήθελε ν' απαντάει. Επειδή όμως τον προέτρεψαν οι μοναχοί με το επιχείρημα ότι και οι αυτοκράτορες είναι χριστιανοί, προκειμένου να μη σκανδαλιστούν, τους απαντούσε, συμβουλεύοντας τα σχετικά με την σωτηρία. Τους συνιστούσε να μη θεωρούν σπουδαία τα παρόντα, αλλά να θυμούνται περισσότερο τη μέλλουσα κρίση και να γνωρίζουν ότι ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός και αιώνιος βασιλιάς. Τους παρακινούσε επίμονα να είναι φιλάνθρωποι και να φροντίζουν για το δίκαιο και τους φτωχούς. Εκείνοι, όταν έπαιρναν τις απαντήσεις, χαίρονταν. Έτσι απ' όλους ήταν αγαπητός κι όλοι επέμεναν να τον έχουν πνευματικό πατέρα.

Τα χαρίσματά του

Και δεν είχαν άδικο. Διότι Ο Αντώνιος είχε προικισθεί με πολλά χαρίσματα, ενώ και άλλα τα απέκτησε με την έντονη ασκητική ζωή, την επίμονη προσευχή, τις αυστηρές νηστείες. 

Όταν κάποτε επρόκειτο να φάει και σηκώθηκε για να προσευχηθεί, αισθάνθηκε ότι συναρπάζεται νοερά. Έβλεπε τον ευατό του σα να είχε βγει έξω από το σώμα του και σα να οδηγούνταν από κάποιους στον αέρα. Άλλοι όμως κακοί και φοβεροί ήθελαν να λογαριαστούν μαζί του από την ημέρα που γεννήθηκε.

Οι πρώτοι που τον οδηγούσαν δεν επέτρεπαν στους κακούς, λέγοντάς τους. Όσα αμαρτήματα διέπραξε από τη γέννησή του, ο Κύριος τα έσβησε. Από τότε που έγινε μοναχός κι έδωσε υπόσχεση στον Θεό, σας επιτρέπεται να κάνετε λόγο. Κι επειδή μόνο τον κατηγορούσαν χωρίς να αποδεικνύουν, ελευθερώθηκε κι έμεινε χωρίς εμπόδια ο δρόμος. Αμέσως είδε τον εαυτό του να συνέρχεται. Τότε, ξεχνώντας ο ίδιος να φάει, παρέμεινε την υπόλοιπη μέρα και νύχτα στενάζοντας και προσευχόμενος και θαύμαζε διαπιστώνοντας με πόσους έχουμε να παλαίψουμε και με πόσους κόπους πρόκειται να διαβούμε τον αέρα (πρβλ. Εφεσ. 2, 2). 

Ο Αντώνιος είχε και το εξής χάρισμα. Μένοντας μόνος του πάνω στο βουνό, αν καμιά φορά είχε κάποια απορία και ζητούσε να του λυθεί, προσευχόταν και η απάντηση του αποκαλυπτόταν από την θεία πρόνοια. Και ο μακάριος αυτός άνθρωπος είχε γίνει θεοδίδακτος (πρβλ. Ιω. 6, 45).

Ακόμα, ήταν ανεξίκακος και ταπεινός στην ψυχή. Κι ενώ ήταν τόσο μεγάλος, όχι μόνο τιμούσε υπερβολικά την τάξη της Εκκλησίας, αλλά ήθελε να προηγείται απ' αυτόν στο σεβασμό κάθε κληρικός. Γι' αυτό και στους μεν επισκόπου και πρεσβυτέρους δεν ντρεπόταν να σκύψει με σεβασμό το κεφάλι, αν δε κάποιος διάκονος τον επισκεπτόταν καμιά φορά, συζητούσε μαζί του για να τον ωφελήσει, όμως του παραχωρούσε το προβάδισμα για την προσευχή.

Αλλά και το πρόσωπό του είχε πολλή και παράξενη χάρη. Ως προς το ύψος και το βάρος του σώματος δεν διέφερε από τους άλλους∙ υπερτερούσε όμως ως προς την ποιότητα του χαρακτήρα και την καθαρότητα της καρδιάς, επειδή είχε ήρεμη ψυχή και οι εξωτερικές του αισθήσεις ήταν ήρεμες. Εξαιτίας της χαρά της ψυχής του είχε και την μορφή του ιλαρή, Και από τος κινήσεις του σώματός του μπορούσε κανείς να καταλάβει και την κατάσταση της ψυχής του (πρβλ. Παροιμ. 15,13).

Ποτέ του δεν ήταν ταραγμένος αφού η ψυχή του ήταν ήρεμη. Και ποτέ δεν φαινόταν σκυθρωπός, αφού οι ψυχικές του λειτουργίες ήταν χαρούμενες.

Επιγραμματικά ο Μέγας Αθανάσιος συνοψίζει σε λίγες φράσεις το τι ήταν ο Αντώνιος ενόσω ζούσε. Γράφει: "Ήταν σαν γιατρός που δόθηκε από τον Θεό στην Αίγυπτο. Διότι, ποιος στεναχωρημένος τον συναντούσε και δεν γύριζε πίσω χαρούμενος; Ποιος ερχόταν κλαίγοντας για τους δικούς του που είχαν πεθάνει και δεν έδιωχνε αμέσως το πένθος; Ποιος οργισμένος ερχόταν σ' αυτόν και δεν μετατρεπόταν η οργή του σε αγάπη; Ποιος φτωχός απογοητευμένος δεν τον συναντούσε κι ακούγοντας και βλέποντάς τον δεν περιφρονούσε τον πλούτο και δεν παρηγοριόταν για τη φτώχεια του; Ποιος μοναχός που είχε πέσει στην αδιαφορία και τον επισκέφθηκε, δεν έγινε ακόμα πιο δυνατός; Ποιος νέος που ήρθε στο βουνό κι είδε τον Αντώνιο δεν απαρνήθηκε τις ηδονές και δεν αγάπησε τη σωφροσύνη; Ποιος απ' αυτούς που πειραζόταν απ' τους δαίμονες, δεν ήρθε σ' αυτόν και δεν θεραπεύτηκε; Ποιος απ' εκείνους που ενοχλούσαν οι αμαρτωλές σκέψεις δεν ερχόταν στον Αντώνιο και δεν γαλήνευε το μυαλό του;"

Αλλά και από μακρινά μέρη έρχονταν προς αυτόν. Κι αφού έπαιρναν πνευματική ωφέλεια, γύριζαν πίσω σα να τους ξεπροβόδιζε πατέρας. Όταν μάλιστα κοιμήθηκε αυτός, σα να έμειναν ορφανοί από πατέρα, παρηγορούσαν τον εαυτό τους μόνο με την ανάμνηση του, διατηρώντας συνάμα μέσα τους τις νουθεσίες και τις συμβουλές του. 

Διδαχές προς μοναχούς (και λαϊκούς)

Από την εμπνευσμένη και εκτενή ομιλία του Μεγάλου Αντωνίου προς μοναχούς, την οποία παραθέτει ο βιογράφος του άγιος Αθανάσιος, επιλέγουμε μερικά αποσπάσματα, από τα οποία φαίνεται η σοφή γνώση και εμπειρία του καθηγητού της ερήμου πάνω στα πνευματικά θέματα.

Ας υπάρχει για όλους κοινή η εξής μέριμνα: Να μην ενδώσουμε, ούτε να βαρυγκομούμε εξαιτίας των κόπων, ούτε να λέμε· πολλά χρόνια είμαστε στην άσκηση. Αλλά ν' αυξήσουμε το ζήλο μας περισσότερο, σα ν' αρχίζουμε την άσκηση κάθε μέρα για πρώτη φορά, Διότι όλη η ζωή των ανθρώπων είναι πολύ σύντομη, αν συγκριθεί προς τους αιώνες της μέλλουσας ζωής. Ώστε, ας μη χάνουμε το θάρρος μας, ούτε να νομίζουμε ότι ασκούμαστε πολλά χρόνια, ή ότι κάνουμε κάτι σπουδαίο. 

Ας μη έχει κανείς από μας ούτε την επιθυμία ν' αποκτάει υλικά πράγματα. Γιατί ποιο θα είναι το κέρδος ν' αποκτήσουμε αυτά, που δεν μπορούμε να πάρουμε μαζί μας; Και γιατί να μην αποκτούμε εκείνα, τα οποία μπορούμε να πάρουμε μαζί μας, όπως τη φρόνηση, την δικαιοσύνη, τη ανδρεία, τη σύνεση, την αγάπη, την ελεημοσύνη, την πίστη στο Χριστό, την πραότητα, τη φιλοξενία; Αποκτώντας αυτά, θα τα συναντήσουμε στον ουρανό που θα έχουν πάει πριν από μας για να μας προετοιμάσουν φιλοξενία.

Αν ζούμε καθημερινά με την αίσθηση του θανάτου, δεν θα αμαρτήσουμε. Αυτός ο λόγος έχει και τη σημασία πως πρέπει, όταν ξυπνούμε το πρωί να θεωρούμε ότι δεν θα ζούμε ως το βράδυ∙ κι όταν πρόκειται να κοιμηθούμε, να πιστεύουμε ότι δεν θα σηκωθούμε το πρωί, διότι απ' τη δύση του αυτό είναι άγνωστο και η ζωή μας μετριέται καθημερινά από τη θεία πρόνοια. Έχοντας αυτά τα αισθήματα και ζώντας καθημερινά έτσι, ούτε θα αμαρτήσουμε, ούτε θα έχουμε επιθυμία για κάτι κακό.

Όταν ακούτε για την αρετή να μην παραξενεύεστε. Γιατί δεν βρίσκεται μακριά από μας, ούτε στέκεται έξω από μας... Η αρετή έχει ανάγκη μόνο από την θέληση μας, διότι αποκτάται όταν η ψυχή εκ φύσεως επιθυμεί τα πνευματικά. Κι επιθυμεί τα πνευματικά, όταν παραμένει όπως δημιουργήθηκε∙ και δημιουργήθηκε καλή και δίκαιη.

Δεν πρέπει να καμαρώνουμε όταν διώχνουμε δαιμόνια, ούτε να υπερηφανευόμαστε όταν θεραπεύουμε αρρώστιες. Κι ούτε να θαυμάζουμε μόνο εκείνον που διώχνει δαιμόνια και να περιφρονούμε όποιον δεν έχει αυτή τη δύναμη.

Διότι το να κάνουμε θαύματα δεν είναι δική μας υπόθεση. Αυτό είναι έργο του Σωτήρα, ο οποίος έλεγε στους μαθητές του∙ μη χαίρεστε επειδή σας υπακούνε τα δαιμονικά πνεύματα∙ μάλλον να χαίρεστε που τα ονόματα σας έχουν γραφτεί στον ουρανό (Λουκ. 10, 10). Διότι το να γραφτούν τα ονόματα μας στον ουρανό, είναι απόδειξη της ενάρετης ζωής μας, ενώ το να διώχνουμε δαιμόνια είναι χάρισμα που μας δόθηκε από τον Σωτήρα.

Πρέπει να προσευχόμαστε, όχι για να αποκτήσουμε το προορατικό χάρισμα, ούτε και να το ζητούμε αυτό σαν ανταμοιβή για την ασκητική ζωή, αλλά για να γίνει βοηθός μας ο Κύριος στην νίκη κατά του διαβόλου. Αν όμως μας ενδιαφέρει και το προορατικό χάρισμα, ας είμαστε καθαροί στη σκέψη. Γιατί εγώ πιστεύω ότι η ψυχή που διατηρείται απ' όλα καθαρή και στέκεται στην φυσική της κατάσταση (όπως δημιουργήθηκε από τον Θεό), μπορεί ν' αποκτήσει το διορατικό χάρισμα ..., έχοντας μαζί της τον Κύριο.

Το μακάριο τέλος του Μεγάλου Αντωνίου

Ο Μέγας Αντώνιος είχε φτάσει σε ηλικία τα 105 χρόνια! Παρά ταύτα, όπως το συνήθιζε, επισκεπτόταν τους μοναχούς που ασκήτευαν στον "έξω βουνό", στην έρημο Πισπίρ. Όταν, φωτισμένος από τη θεία πρόνοια, προαισθάνθηκε το τέλος της επίγειας ζωής του, τους επισκέφθηκε για μια ακόμη φορά και τους είπε: Αυτή η επίσκεψη θα είναι η τελευταία και δεν ξέρω αν θα ξαναϊδωθούμε. Ακούγοντας τον οι μοναχοί έκλαιγαν και τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν. Αυτός όμως, όπως γράφει ο Μέγας Αθανάσιος, "σα να έφευγε από μια ξένη πόλη για τη δική του, συζητούσε χαρούμενος και τους προέτρεπε να μη δείχνουν αμέλεια στους κόπους, ούτε να απογοητεύονται κατά την άσκηση. Αλλά να ζουν σα να πεθαίνουν κάθε μέρα. Να φροντίζετε ώστε να φυλάγετε την ψυχή σας από ακάθαρτες σκέψεις και να μιμείσθε τους αγίους. Να μη πλησιάζετε τους αιρετικούς Μελιτιανούς και Αρειανούς, διότι γνωρίζετε τον πονηρό και βέβηλο σκοπό τους και η ασέβεια τους είναι φανερή σε όλους. Ούτε αν δείτε να τους προστατεύουν οι δικαστές να χάνετε την ηρεμία σας. Γι' αυτό να διατηρείτε τον εαυτό σας καθαρό απ' αυτούς και να κρατάτε και των πατέρων την παράδοση και πριν απ' όλα την ευσεβή πίστη στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, την οποία έχετε μεν μάθει από τις Γραφές, αλλά κι εγώ πολλές φορές σας την υπενθύμισα".

Ενώ δε οι μοναχοί τον πίεζαν να μείνει κοντά τους και να πεθάνει εκεί, ο  Αντώνιος δεν το δεχόταν. Γι' αυτό έφυγε και επέστρεψε στο "μέσα βουνό" (το ενδότερον όρος), όπου μόναζε. Μετά από λίγους μήνες αρρώστησε. Κι αφού κάλεσε τους δύο μοναχούς, που τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έμεναν μαζί του και τον εξυπηρετούσαν στα γεράματά του, τους είπε:

"Εγώ, όπως είναι γραμμένο, ακολουθώ το δρόμο των πατέρων (πρβλ. Ιησ. Ναυή 23, 15), διότι βλέπω τον εαυτό μου να καλείται από τον Κύριο. Εσείς όμως αγρυπνάτε για να μη πάει χαμένη η πολυετής άσκηση σας, αλλά σα να κάνετε τώρα αρχή φροντίστε να διατηρείτε την προθυμία σας. Γνωρίζετε τους δαίμονες που σας επιτίθενται, ξέρετε πόσο άγριοι είναι, αλλά αδύναμοι στην ισχύ τους. Μη τους φοβηθείτε λοιπόν, αλλά περισσότερο να αναπνέετε πάντοτε το Χριστό και σ' αυτόν να πιστεύετε. Να ζείτε σα να πεθαίνετε κάθε μέρα, προσέχοντας τον ευατό σας και ενθυμούμενοι τος συμβουλές που ακούσατε από μένα, ... και φροντίστε περισσότερο να είστε μεταξύ σας ενωμένοι, κυρίως βέβαια με τον Κύριο, έπειτα δε και με τους αγίους. Ώστε μετά τον θάνατο σας να σας υποδεχτούν κι αυτοί στις αιώνιες σκηνές σαν φίλους και γνωστούς σας. Αυτά να σκέπτεστε, αυτά να έχετε ως φρόνημα".

Έπειτα ζήτησε από τους δύο αφοσιωμένους μοναχούς, μόλις πεθάνει, να θάψουν το σώμα του και να το κρύψουν κάτω από το χώμα, ώστε κανένας να μη ξέρει τον τόπο της ταφής του. Τους είπε χαρακτηριστικά: Εγώ, κατά την ανάσταση των νεκρών, θα το πάρω και πάλι από το Σωτήρα άφθαρτο.

Ύστερα μοίρασε τα υπάρχοντά του, λέγοντας τους, στον με Αθανάσιο (τον πατριάρχη Αλεξανδρείας και μετέπειτα βιογράφο του) να δώσουν μία μηλωτή "και το ρούχο εκείνο που είχα για στρώμα, το οποίο εκείνος μου είχε δώσει καινούργιο και σ' εμένα πάλιωσε", στον δε επίσκοπο Σαραπίωνα την άλλη μηλωτή. Οι δύο μοναχοί θα κρατούσαν το τρίχινο ρούχο του. "Και τώρα", τους είπε, "φυλάγεστε, παιδιά μου, διότι ο Αντώνιος φεύγει από την παρούσα ζωή και δεν θα είναι πια μαζί σας".

Αφού είπε αυτά τα τελευταία λόγια, οι δύο μοναχοί τον ασπάστηκαν. Ο μακάριος Αντώνιος άπλωσε τα πόδια του και βλέποντας ως φίλους εκείνους που τον είχαν επισκεφθεί, γεμάτος χαρά γι' αυτούς πέθανε και προστέθηκε στους πατέρες. Οι δύο μοναχοί, καθώς τους είχε παραγγείλει, αφού τον περιτύλιξαν και τον κήδεψαν, έθαψαν το σώμα του στη γη. Και έκτοτε κανένας δεν γνωρίζει που είναι θαμμένος.

Αυτό υπήρξε το τέλος της επίγειας ζωής του, γράφει ο Μέγας Αθανάσιος, κι εκείνη η αρχή της άσκησης του. Και παρόλο που όσα εκθέτουμε είναι λίγα σε σύγκριση με την αρετή του, παίρνοντας αφορμή απ' αυτά, σκεφθείτε ποιος υπήρξε ο άνθρωπος του θεού Αντώνιος, που από τα νιάτα του μέχρι και τα βαθιά γεράματά του διατήρησε αμείωτη την προθυμία για άσκηση. Κι όμως σε όλα του διατηρήθηκε υγιής:

"Διότι και τα μάτια του δεν είχαν πρόβλημα κι έβλεπε καλά, κι από τα δόντια του δεν είχε πέσει ούτε ένα ... Αλλά και στα πόδια και τα χέρια παρέμενε υγιής και σε σύγκριση γενικά  με όλους εκείνους που κάνουν χρήση ποικιλίας τροφής και λουτρών και διαφόρων ενδυμάτων, αυτός φαινόταν πολύ πιο χαρούμενος και έδειχνε πιο ακμαίος. Και το ότι η φήμη του είχα φτάσει παντού κι όλοι τον θαύμαζαν, ενώ κι όσοι δεν το είχαν καν ιδεί τον αγαπούσαν, είναι γνώρισμα της αρετής και της θεοφιλούς ψυχής του. Διότι ο Αντώνιος έγινε γνωστός όχι από τα συγγράμματα του, ούτε από την κοσμική σοφία του ή από κάποια τέχνη, αλλά εξαιτίας της θεοσέβειας του. Κι αυτό δεν θα μπορούσε κανένας να αρνηθεί ότι υπήρξε δώρο του Θεού. Διότι από που έγινε ξακουστός στην Ισπανία και στη Γαλλία και στη Ρώμη και στην Αφρική (και σ' όλο το χριστιανικό κόσμο), ενώ ζούσε αφανής και στην έρημο, αν δεν ήταν ο Θεός που κάνει γνωστούς παντού τους δικούς του ανθρώπους;  Έστω κι αν αυτό εργάζονται αθόρυβα,, έστω κι αν θέλουν να μη φαίνονται, όμως ο Κύριος τους προβάλλει σε όλους σαν φώτα, ώστε και ν' αυτό τον τρόπο οι χριστιανοί να γνωρίζουν, ότι οι εντολές του Θεού είναι δυνατό να εφαρμοστούν και να παίρνουν θάρρος για την ενάρετη ζωή".

Ο Μέγας Αντώνιος εκοιμήθη εν Κυρίω το έτος 356 και η μνήμη του τιμάται στις 17 Ιανουαρίου.

ΒΙΟΣ: Άγιος Νεκτάριος

Ο Άγιος Νεκτάριος

Τα πρώτα χρόνια

Ο Άγιος Νεκτάριος γεννήθηκε το 1846 στην Σηλυβρία της Θράκης και το όνομά του ήταν Αναστάσιος. Οι γονείς του που ήταν πολύ φτωχοί αλλά ευσεβείς ονομάζονταν Δήμος και Βασιλική Κεφαλά. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην πατρίδα του. Ενώ ήθελε να μάθει περισσότερα, ήταν καταδικασμένος σαν φτωχός που ήταν και δεν είχε τα μέσα να προχωρήσει στα γράμματα, να φύγει από τον τόπο του. Έτσι σε ηλικία 14 ετών, ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη. Μάλιστα στο λιμάνι πλησίασε κάποιο πλοίο, που ήταν έτοιμο να ξεκινήσει για την Κωνσταντινούπολη και παρακάλεσε τον καπετάνιο να τον πάρει. Εκείνος τον κορόιδεψε και ο Αναστάσιος έμεινε στο λιμάνι να παρατηρεί το πλοίο που έβαλε μπρος τις μηχανές για τον απόπλου. Η μηχανή του πλοίου δούλευε αλλά το πλοίο έμενε ακίνητο. Ο καπετάνιος σε απόγνωση βγήκε έξω να πάρει αέρα και είδε τότε τον Αναστάσιο λυπημένο και του είπε να μπει στο πλοίο. Μόλις μπήκε, αμέσως το πλοίο ξεκίνησε. 

Στον έλεγχο των εισιτηρίων. ο Αναστάσιος βρέθηκε και πάλι σε δύσκολη θέση, αφού ο καπετάνιος δεν ήταν παρών και είπε στον ελεγκτή:

- "Είμαι φτωχός. Δεν έχω χρήματα. Πηγαίνω να δουλέψω για να ζήσω εγώ, να στείλω και στους γονείς μου".

Μεταξύ των επιβατών του πλοίου ήταν και ένας ανιψιός του Ιωάννη Χωρέμη, που ήταν πολύ πλούσιος και ο οποίος αργότερα τον υποστήριξε να σπουδάσει.

Στην Κωνσταντινούπολη

Στην Πόλη, ο Αναστάσιος, έπιασε δουλειά σε ένα καπνεργοστάσιο ενός συγγενή του. Ήταν τόσο άθλιες οι συνθήκες, αφού δεν πληρωνόταν καλά και γύριζε ξυπόλητος και πεινασμένος. Μόνο στην προσευχή έβρισκε παρηγοριά και στην Εκκλησία που πήγαινε τακτικά. Έγραψε λοιπόν ένα γράμμα στο Χριστό με διεύθυνση τους Ουρανούς:

- "Χριστέ μου βοήθησέ με".

Όταν λοιπόν πήγε να το ταχυδρομήσει, συνάντησε έναν έμπορο και του το έδωσε να το ταχυδρομήσει εκείνος. Όταν όμως ο έμπορος είδε την διεύθυνση, το άνοιξε και συγκινήθηκε τόσο πολύ ώστε του έβαλε ο ίδιος στον φάκελο αρκετά χρήματα και τα έστειλε στον Αναστάσιο. Το αφεντικό του όμως, που τον είδε με αγορασμένα ρούχα και παπούτσια υποπτεύθηκε ότι από κάπου τα είχε κλέψει. Με την επέμβαση όμως του εμπόρου απαλλάχτηκε από την κατηγορία ο μικρός Αναστάσιος.

Το πάθος του για να μορφωθεί τον οδήγησε στο να ξενυχτά και να διαβάζει διάφορα διδακτικά βιβλία και ιδίως τους βίους των Αγίων. Για να μην ξεχνάει μάλιστα τα ρητά που διάβαζε, τα έγραφε πάνω στ σακουλάκια του καπνού του εργοστασίου. Έτσι τα διάβαζαν και όσοι αγόραζαν τα σακουλάκια. Από αυτά λοιπόν τα ρητά, έφτιαξε πολύ αργότερα το βιβλίο του "Λογίων Θησαύρισμα".

Ο μικρός Αναστάσιος είχε πόθο να μεταβεί στου Αγίους Τόπους, για να προσκυνήσει. Έτσι πήρε το πλοίο για τους Άγιους Τόπους. Το πλοίο, συνάντησε μεγάλη τρικυμία και ο καπετάνιος είπε στον κόσμο, να είναι έτοιμοι για να μπουν στις βάρκες. Ο Αναστάσιος τότε έβγαλε έναν Σταυρό, που του είχε δώσει η γιαγιά του και αφού τον έδεσε με την ζ΄νη του, τον βύθισε στην θάλασσα τρεις φορές. Τότε ω του θαύματος, ο άνεμος κόπασε και έγινε αμέσως γαλήνη. Ο Σταυρός του όμως έπεσε στην θάλασσα. Στη συνέχεια καθώς προχωρούσε το πλοίο, ακούγονταν χτύποι στα ύφαλα του πλοίου. Οι ναύτες δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Όταν αποβιβάζονταν οι επιβάτες στον λιμάνι, ακούστηκαν πάλι χτύπο. Ο καπετάνιος έστειλε τους ναύτες με την βάρκα να εξετάσουν το πλοίο εξωτερικά. Τότε ήταν που ένας ναύτης βρήκε στο μέρος, που ακούγονταν οι χτύπο τον χαμένο Σταυρό του Αναστασίου. Αυτόν τον Σταυρό τον φορούσε στην ζωή του πάντα.

Κάποια στιγμή άφησε το καπνοπωλείο και προσλήφθηκε σαν παιδονόμος στο σχολείο του Μετοχίου του Παναγίου Τάφου. Εκεί δίδασκε στις κατώτερες τάξεις, αλλά συγχρόνων διδασκόταν και αυτός τα μαθήματα των ανωτέρων τάξεων. Στα είκοσι χρόνια του πήγε στην Χίο σαν δάσκαλος στο χωριό Λιθί. Κήρυττε μάλιστα στην εκκλησία του χωριού. Νήστευε πολύ και έτρωγε μόνο μια φορά την ημέρα. Στο Λιθί της Χίου έμεινε επτά χρόνια.

 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Ο Μοναχός

Ο πόθος, του είχε στην ψυχή του ο μικρός Αναστάσιος να γίνει μοναχός τον οδήγησε να συμπληρώσει τις γνώσεις του και να μελετήσει θεολογικά βιβλία. Επισκεπτόταν συχνά την Ιερά Μονή των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Για τρία χρόνια ασκητεύει στη Νέα Μονή.

Ο Ιερέας

Το έτος 1877 ο μητροπολίτης Χίου εκτίμησε την διαγωγή του και τον χειροτόνησε στον ναό του Αγίου Μηνά της Χίου, διάκονο ονομάζοντάς τον Νεκτάριο.

Κάποτε λοιπόν, ένας πολύ πλούσιος Χιώτης, που ονομαζόταν Ιωάννης Χωρέμης, ακούγοντας τα σχετικά με την φήμη του Αγίου, πήγε να τον συναντήσει. Ήθελε να σπουδάσει έναν ευσεβή νέο. Τον έστειλε λοιπόν με έξοδα του στην Αθήνα, για να τελειώσει το Γυμνάσιο. Κατόπιν ο Χωρέμης με συστατική του επιστολή, τον στέλνει στον πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρόνιο. Ο πατριάρχης λοιπόν όταν διαπίστωσε την αρετή και την ευφυΐα του Νεκταρίου, τον έστειλε πάλι στην Αθήνα, για να σπουδάσει θεολογία. Το έτος 1885 πήρε το πτυχίο του, το οποίο μπορεί κάποιος να το δει να κρέμεται στο δωμάτιό του στην Αίγινα.

Έρχεται λοιπόν στην Αλεξάνδρεια, όπου ο Σωφρόνιος τον δέχτηκε με μεγάλη χαρά και το έτος 1886 τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Ταυτόχρονα αναλαμβάνει και τα καθήκοντα του ιεροκήρυκα και γραμματέα του πατριαρχείου, καθώς και τα του πατριαρχικού επιτρόπου στο Κάιρο.

Ο Μητροπολίτης

Τρία χρόνια μετά χειροτονήθηκε μητροπολίτης Πενταπόλεως. Με τον τίτλο αυτό, γιατί ήταν απλός τιτουλάριος, εξακολουθούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εκκλησία με πολύ ζήλο. Ο Άγιος για την αρετή του αγαπήθηκε πολύ από όλους. Ήταν πολύ ταπεινός και το αξίωμα δεν τον πείραζε καθόλου. Αυτό φαίνεται και από κάποια επιστολή του σε ένα μοναχό:

– "Η υμετέρα ταπεινοφροσύνη διακρίνει ανισότητα τινά μεταξύ εαυτής και εμού, δια το αξίωμα της Αρχιεροσύνης. Το αξίωμα αληθώς μέγα, αλλά καθ' εαυτό και προς εαυτό. Το αξίωμα αληθώς τιμά τον κεκτημένο, δια την υποκειμενική του αξία, αλλά ουδόλως μεταβάλλει τας σχέσεις των ηξιωμένων προς τους αδελφούς του, τους αδελφούς του Κυρίου. Αι σχέσεις αύται διαμένουσι πάντοτε αι αυταί, διο ουδεμία διαφορά και επομένως ανισότης μεταξύ αλλήλων υφίσταται.

Πλήν τούτου, το αξίωμα του Αρχιερέως υπόδειγμα έστι ταπεινοφροσύνης. Ει ουν υπόδειγμα, πρώτος άρα εν τοις ταπεινόφροσιν. Ει δε πρώτον εν τούτοις, άρα και έσχατος πάντων. Ει δε έσχατος, που η υπεροχή; Το αξίωμα περιποιεί τιμήν τω έχοντι, αλλ' ου διακρίνει αυτόν των αδελφών του κυρίου, διακρίνονται, ασχέτως προς το αξίωμα, οι μιμητές του Χριστού, διότι ούτοι φέρουσι το αρχέτυπον της εικόνος και την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, την εγκαλλωπίζουσαν και εξυψούσαν αυτούς εις περιωπήν δόξης και τιμής. Μόνος αύτη η τιμή φέρει διάκρισην και ανισότητα μεταξύ των ισοτίμων της Χάριτος. Ο τελειωθείς εν τη αρετή, υπερέχει του μήπω τελειωθένοτες και ο μηδ' όλως αρετής γενόμενος, υστερεί πολύ του εν τη αρετή συζώντος.

Ο δε αμελής, καν Αρχιερεύς, τυγχάνει ων, υπολείπεται κατά παρασάγγας του επιμελούς και εγρηγορότος, καν ούτος ελάχιστος τις και ταπεινός τυγχάνει Μοναχός. Ήδη παρακαλώ να μάθω τις υπερέχει κατά την αρετήν, ο εν αυμαρεία και ευζωΐα του βίου διάγων, ή ο ερημίτης, ο εστερημένος και της ελάχιστης παρηγορίας; Ο εν τω κόσμω προκείμενος ή ο εν τω Θεώ αφοσιωμένος; Παραλείπω να ερωτήσω περί των παρεπομένων τη πολιτεία εκάστου. Προς τας ερωτήσεις μου πας τις δύναται προχείρως ν' απαντήσει, διότι εισί λελυμένα προβλήματα. Ώστε η αρετή και μόνη η αρετή διακρίνει, η δε αρετή εν τω πολιτεύματι. Η μείς, αγαπητέ αδελφέ, συναίσθηνιν έχοντες της ημετέρας αναξιότητος και γυμνότητος, ουδέ τολμώμεν καν να συγκρίνωμεν ημάς προς τον ελάχιστον των Μοναχών, το εν τη ασκήσει και σεμνή πολιτεία ζώντα. Διαβεβαιώ δε υμάς, ότι καθ' εκάστην μακαρίζω τους αφοσιωθέντας τω Θεώ, και εν Αυτώ και κινουμένους και όντας... Ιδού, αγαπητέ αδελφέ, ποία η εμή πεποίθησις, ης ένεκα θεωρώ τον ασκητήν υπέρτερον του Αρχιερέως, ήν έν πάση ειλικρίνεια ομολογώ"

Έλεγε μάλιστα με πολλή ταπείνωση:

"Κύριε, διατί με ανύψωσες εις τοσούτον μέγα αξίωμα; Εγώ σου εζήτησα να γίνω μόνον Θεολόγος και όχι Μητροπολίτης. Εκ νεαράς ηλικίας Σου εζήτησα να με αξιώσεις να γίνω ένας απλούς εργάτης του Θείου Λόγου Σου, και Συ Κύριε, τώρα με δοκιμάζεις με τόσα πράγματα. Αλλ' υποτάσσομαι, Κύριε, εις το θέλημά Σου, και δέομαι: Καλλιέργησε εντός μου την ταπεινοφροσύνην και τον σπόρον των λοιπών αγίων αρετών δι' ων τρόπων γνωρίζεις και αξίωσόν με να ζήσω πάσας τας επί γης ημέρας μου συμφώνως προς τους λόγους του μακαρίου Παύλου, όστις λέγει: "Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός"".

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ

Οι συκοφαντίες

Ο διάβολος όμως βλέποντας την αγιοσύνη του κίνησε μερικούς να τον διαβάλλουν στον Πατριάρχη, ότι δήθεν επιβουλεύτεται τη θέση του, πράγμα που ούτε κατά διάνοια το σκέφθηκε ποτέ για τον ευεργέτη του. Δυστυχώς, όμως, ο Σωφρόνιος τα πίστεψε όλα αυτά και τον απέλυσε από την θέση του, ενώ ταυτόχρονα τον έδιωξε από την Αίγυπτο. 

Ο Άγιος ήρθε λοιπόν την Αθήνα το έτος 1889 με σκοπό να πάει στο Άγιο Όρος, για να μονάσει. Ο Επίσκοπος Πατρών Δαμασκηνός όμως του συνέστησε να μείνει στην Αθήνα, για να ωφελήσει με το κήρυγμά του. Χωρίς χρήματα βέβαια, γιατί ποτέ δεν κρατούσε χρήματα αφού τα έδινε στους φτωχούς. Γι' αυτό έλεγαν: ¨=Χρήματα και Πενταπόλεως είναι δυο πράγματα αντίθετα". Και σαν Μητροπολίτης, το Πατριαρχείο δεν τον πλήρωνε, αφού του καθυστερούσαν όλους τους μισθούς του.

Οι συκοφαντίες λοιπόν φθάνουν και στην Αθήνα όπου τις υπέμεινε όμως αγόγγυστα. Μόνο μία φορά διαμαρτυρήθηκε στον Πατριάρχη, όταν το Υπουργείο ζήτησε πληροφορίες από το Κάιρο και οι πατριαρχικοί του απάντησαν συκοφαντικά για τον Άγιο. Τότε έγραψε προς τον Πατριάρχη:

– "Τοσούτο, Παναγιώτατε, εγενόμην εγώ κακός προς Υμάς, ώστε μετά τέσσαρα έτη από της αδικωτάτης από Αιγύπτου αναχωρήσεώς μου, καθ' εζήτουν τον επιούσιον άρτον, όπως μερίζωμαι αυτόν τοις πτωχοίς, κωφός και άναυδος γενόμενος προς τας των πατριαρχικών κατ' εμού κατηγορίας, οι πατριαρχικοί τοιαύτας κατ' εμού να δώσωσι πληροφορίες; Πότε, Παναγιώτατε, κατενοήσατε τας αντιπειθαρχικάς μου διαθέσεις και εν ποίοις εξεδηλώθησαν έργοις; Οποίαι αι ενδείξεις, ώστε να χαρακτηριστώ ως ασεβής και επαναστάτης και δούλος πονηρός κακά μελετήσας κατά της εκκλησιαστικής μου Αρχής; Οποίον εκκλησιαστικόν Δικαστήριον με εδίκασε και απεφάνθην περί της ανηθικότητός μου, ώστε οι πατριαρχικοί μετά παρρησίας να πληροφορήσωσι τον Πολιτικόν της Ελληνικής Κυβερνήσεως πράκτορα, επισήμως ζητούντα τοσαύτην σημαντικήν παρ' αυτώ πληροφορίαν, ότι εδιώχθην ως επαναστάτης και ανήθικος; Που ευρίσκονται τα πρακτικά; Που οι κατήγοραί μου; Που οι μάρτυρες; Που το σώμα του εγκλήματος; Που το έδαφος εφ' ου εστηρίχθη η κατ' εμού επίσημος αύτη κατηγορία, δι' ής κατεδικαζόμην εις ηθικόν θάνατον; Οποίον μέγα κακόν ειργάσθην προς Υμάς. Παναγιώτατε, ή και προς τίνα των Πατραρχικών, οπως δολοφονηθώ; Διατί τοσαύτη Υμών κατ' εμού μήνις, η πόρρω παρακολουθούσα με, δι' ης ζητείται η παντελής εξολόθρευσίς μου; Κατά τι παρενοχλήσα Υμάς; Οποίον το μέγα προς Υμάς αμάρτημά μου; Οποία η πονηρία μου και η κακία μου; Εγώ επικαλούμαι μάρτυρα τον Θεόν, ότι ουδέποτε περί ουδενός εμελέτησα κακόν. Μόνο το αγαθόν εμελέτησα, καθ' όλην την ζωή μου και αυτού εραστής και εργάτης εγενόμην Φρονώ, ότι των αγαθών μου διαθέσεων πείραν έλαβεν και τρανάς ενδείξεις η Υμετέρα Θειοτάτη Παναγιότης.

Αλλ' ήδη προς τι πάντα ταύτα; Το έργον συνετελέσθει, η μήνις ικανοποιήθει, ο πονηρός παραδειγματικώς ετιμωρήθη, Προς τι η άκαρπος αυτή διαμαρτύρησις; Προς ουδέν πλέον έτερον, αλλ' η προς το γνωρίσαι τη Υμετέρα Θειοτάτη Παναγιώτατι, ότι πάσα κατ' εμού μήνες Αυτής άδικος. Ο Θεός έστω μοι μάρτυς και Κριτής".

Ούτε Ιεροκήρυκας

Οι συζητήσεις που γίνονται με βάση τις συκοφαντίες έχουν σαν αποτέλεσμα επί ένα χρόνο που βρίσκεται στην Αθήνα να μην βρίσκει δουλειά. Κάποια μέρα λοιπόν πήγε στο Υπουργείο Παιδείας και ζήτησε να τον διορίσουν Ιεροκήρυκα, οπουδήποτε. Η απάντηση του Υπουργείου ήταν ότι στερούνταν της Ελληνικής υπηκοότητας και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να διοριστεί. Στην έξοδό του από το υπουργείο συνάντησε κάποιον επίσημο, που ονομαζόταν Μελάς, ο οποίος και ρώτησε τον Άγιο Νεκτάριο γιατί ήταν λυπημένος. Αφού λοιπόν του εξήγησε ξαναπήγαν μαζί πλέον στον υπουργό. Ο Μελάς σε έντονο ύφος είπε στον Υπουργό:

– "Εάν δεν διορίσεις τούτον, ποιον θα διορίσεις;" Έτσι μετά από αυτό το περιστατικό διορίστηκε ένας Μητροπολίτης, ως απλός Ιεροκήρυκας στην περιοχή της Χαλκίδος. Ο διάβολος όμως δεν έκανε πίσω και οι συκοφαντίες έφτασαν και στην περιοχή της Χαλκίδος, όπου από το εκκλησίασμα στο πρώτο κήρυγμά του αποδοκιμάστηκε. Κάθε Κυριακή το εκκλησίασμα τον αντιμετώπιζε όλο και πιο επιθετικά, αλλά ο Άγιος προσευχόταν και παρέμενε στη θέση του. Κάποια στιγμή όμως οι συκοφαντίες διαλύθηκαν και η αλήθεια νίκησε. Κατέφθασε μια επιστολή από το Κάιρο στην Αθήνα, που την υπέγραφαν πάνω από εννιακόσιοι Χριστιανοί του Καΐρου, που λυπήθηκαν που τον έχασαν. Ο Άγος Νεκτάριος που είχε την επιστολή πολύ πριν καταφθάσει στην Αθήνα δεν την γνωστοποιούσε αφού τα είχε αναθέσει όλα στον Θεό. Οι υπεύθυνοι, μόλις έλαβαν την επιστολή, έστειλαν απεσταλμένο τους στη Μητρόπολη Χαλκίδας και ενημέρωσαν ότι ο Μητροπολίτης - Ιεροκήρυκας ήταν θύμα συκοφαντίας και ότι πρέπει να τον προσέξουν. Αστραπιαία αυτή η πληροφορία μαθεύτηκε και το εκκλησίασμα από τότε έγινε πολυπληθέστερο και τον αγάπησε με την ψυχή του. Δυόμισι χρόνια έμεινε στη θέση του και όταν κάποτε τον μετέθεσαν στον νομό Λακωνίας. το εκκλησίασμα με την επιμονή του τον κράτησε και δεν τον άφησε να φύγει.

Κάποια στιγμή όμως τον μετέθεσαν στην Φθιώτιδα, όπου και έμενε στη Λαμία. Μάλιστα πλήρωσε ενοίκιο στο σπίτι του Κωστή Σακκόπουλου. Ήταν οικότροφος στο σπίτι του. Εκεί λοιπόν έλαβε ένα τηλεγράφημα που του ανέφερε ότι έπρεπε να επιστρέψει στην Αθήνα για να αναλάβει τα καθήκοντα του Διευθυντή της Ριζαρείου Σχολής. Οι κάτοικοι της Λαμίας κτυπούσαν λυπητερά τις καμπάνες την ώρα που στο σιδηροδρομικό σταθμό λυπημένοι ζητούσαν τις ευλογίες του.

 

Η ΡΙΖΑΡΕΙΟΣ ΣΧΟΛΗ

Ο Διευθυντής

Το έτος 1984 το Υπουργείο αναγνωρίζοντας την δράση του, τον διόρισε Διευθυντή της Ριζαρείου σχολής, που είναι Εκκλησιαστική και βγάζει Ιερείς. Η Ριζάρειος Σχολή πριν τον διορισμό του Αγίου Νεκταρίου δεν πήγαινε καλά. Η αρετή και οι πατρικές συμβουλές του Αγίου προς τους μαθητές της Σχολής και το προσωπικό της, την έφερε σε πολύ καλά επίπεδα. Μάλιστα ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο Α' έγραψε ότι ο Άγιος Νεκτάριος απεκατέστησε τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα της Σχολής, που επί των ημερών του και για δεκατέσσερα συνεχή χρόνια έβγαζε πολλούς κληρικούς, που με σεβασμό μίλησαν και έγραψαν βιβλία για τον Άγιο.

Μαρτυρίες λοιπόν αναφέρουν ότι, όταν κανείς μαθητής του, παρεκτρέπονταν ο Άγιος δεν τιμωρούσε τον μαθητή, αλλά τον εαυτό του, αφού έκανε νηστεία. Όσο λοιπόν κακός και αν ήταν ο μαθητής, όταν έβλεπε το μεσημέρι στο τραπέζι τον Άγιο να μένει νηστικός, εξαιτίας του, τον έπιανε τον φιλότιμο και διορθωνόταν.

Μάλιστα όταν το έτος 1889 χήρευσε ο Πατριαρχικός θρόνος της Αλεξανδρείας, ομογενείς της Αιγύπτου κάλεσαν τον Διευθυντή της Ριζαρείου Σχολής να θέσει υποψηφιότητα. Κατάλαβε όμως ότι οι κληρικοί του θρόνου υποστήριζαν τον Φώτιο και για αυτό το λόγο, απέσυρε την υποψηφιότητα του. 

Την εποχή λοιπόν που διευθύνει τη Σχολή λειτουργούσε και κήρυττε στο Παρεκκλήσι της Σχολής, ενώ εξομολογούσε και κατάρτιζε πνευματικά πολλούς ανθρώπους. Οι Μητροπολίτες των Αθηνών τον καλούσαν τιμητικά σε συσκέψεις, ενώ εκπαιδευτικοί, φιλανθρωπικοί και κοινωνικοί σύλλογοι τον προσκαλούσαν να τους βοηθήσει ή του ανέθεταν την προεδρία τους. Τέτοιοι σύλλογοι ήταν, η "Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος", ο "Σύλλογος Μικρασιατών: Η Ανατολή", η "Χριστιανική Εταιρεία" και πολλοί άλλοι. Η Χίος και η Αίγινα ευεργετήθηκαν ιδιαίτερα από το ενδιαφέρον του γι' αυτές.

Ο Συγγραφέας

Ο Άγιος Νεκτάριος είχε διαβάσει πολλά βιβλία και τις νύχτες προσευχόταν και έγραφε βιβλία. Τα ζητήματα που τον απασχολούσαν στην συγγραφή είχαν να κάνουν με τα προβλήματα που παρουσιάζονταν και απασχολούσαν τον Εκκλησιαστικό χώρο. Για παράδειγμα, την εποχή της συγγραφής των βιβλίων από τον Άγιο, στις ανώτατες σχολές της χώρας οι συζητητές στην πανεπιστημιακή κοινότητα δεν παραδέχονταν τα θαύματα και την παρουσία του Θεού στις πράξεις των ανθρώπων. Έτσι για το ζήτημα αυτό ο Άγιος έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο: "Περί της εν τω κόσμω αποκαλύψεως του Θεού". Στο βιβλίο αυτό με πολλά παραδείγματα, προσπαθεί να καθοδηγήσει τους πιστούς από την πλάνη στην Αλήθεια.

Ο ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ

Η εποχή του ορθολογισμού

Την εποχή λοιπόν του ορθολογισμού οι πολέμιοι του Μοναχισμού είχαν εξαπλωθεί. Μάλιστα οι Βαυαροί είχαν διαλύσει τα μεγαλύτερα Μοναστήρια, ενώ οι πανεπιστημιακοί κατηγορούσαν τον μοναχισμό μας ότι δεν προσφέρει στην κοινωνία.

Από την άλλη ο Άγιος Νεκτάριος πίστευε ότι ο μοναχισμός είναι ο καρπός του Χριστιανισμού. Μάλιστα από την αγάπη που είχε στον μοναχισμό, πήγε το καλοκαίρι του έτους 1898, με την ευκαιρία της διακοπής των μαθημάτων της Ριζαρείου Σχολής, στο Άγιο Όρος. Εκεί λοιπόν επισκέφτηκε όλες τις Μονές, καθώς και το Γηροκομείο της Ιεράς Μονής Σιμωνόπετρας. Γνωρίζοντας λοιπόν ο Άγιος Νεκτάριος ότι τα Μοναστήρια αποτελούν την καρδιά της Ορθοδοξίας, αποφάσισε να δημιουργήσει το δικό του, που θα είναι τόπος όπου θα μπορεί να αποσυρθεί και να ησυχάζει. Με όσα χρήματα είχε αγόρασε το έτος 1904 ένα παλιό Μοναστηράκι, την Ζωοδόχο Πηγή, που ήταν στην Αίγινα.

Στο μικρό αυτό Μοναστήρι είχε ασκητέψει στα χρόνια του Βυζαντίου η Οσία Αθανασία, που την μνήμη της εορτάζουμε στις 18 Απριλίου κάθε χρόνο. Για τον λόγο αυτό και έδωσε το όνομα Αθανασία στην κυρία Αβέρωφ, η οποία μόνασε εκεί και που είχε οριστεί γραμματέας της Μονής, λόγω της μορφώσεώς της. Με τον καιρό ανακαίνισε το ερειπωμένο Μοναστήρι, ενώ οκτώ κοπέλες που άκουγαν το κήρυγμά του αποφάσισαν τελικά να μονάσουν. Εκάρησαν λοιπόν Μοναχές στην Αγία Τριάδα της Αίγινας. Πρώτη Ηγουμένη ήταν η Ξένη και την ακολούθησε η Νεκταρία. Η ζωή βέβαια για τις κοπέλες δεν ήταν καθόλου εύκολη λόγω του νεαρού της ηλικίας τους.

Για τον λόγο αυτό ο Άγιος Νεκτάριος επέβλεπε τον μοναχικό τους βίο και φρόντιζε να εφαρμόζει στο Μοναστήρι τους κανονισμούς των Πατέρων, πάντα όμως σαν πατέρας.

Η Αίγινα

Όταν έφτασε ο καιρός να επισκεφθεί την Αίγινα, στο νησί ζούσε ένας νέος που ήταν δαιμονισμένος. Αυτός λοιπόν έκλεινε τα μάτια και προφήτευε διάφορα πράγματα. Την μέρα λοιπόν που ο Άγιος θα επισκεπτόταν το νησί έλεγε συνέχεια:

- Έρχεται ο Πενταπόλεως. Αυτός θα σώσει το νησί. Ετοιμαστείτε να τον υποδεχτούμε".

Το άκουσε λοιπόν ο π. Μιχαήλ και αποφάσισε να κατέβει στο λιμάνι. Τον υποδέχθηκε και του μίλησε για την προφητεία του νέου. Ο Άγιος Νεκτάριος θέλησε να συναντήσει τον νέο. Μόλις τον είδε έκανε το σημείο του Σταυρού στο μέτωπό του και το δαιμόνιο έφυγε αμέσως. Όταν οι κάτοικοι του νησιού έμαθαν την θεραπεία του νέου βγήκαν να προσκυνήσουν τον Δεσπότη. Μάλιστα μία γυναίκα που ήταν άρρωστη έσκυψε να φιλήσει την άκρη του ράσου του και αμέσως θεραπεύτηκε. Ο τότε δήμαρχος της Αίγινας παρακάλεσε τον Άγιο να προσευχηθεί στον Θεό να βρέξει, γιατί είχαν ξεραθεί τα πάντα στον νησί από την ανομβρία. 

- "Θα έρθω την άλλη Κυριακή να κάνουμε μία παράκληση στον Μητροπολιτικό Ναό. Αυτή την εβδομάδα όμως, όλοι να νηστεύουμε και να ετοιμαστούμε, για να κοινωνήσουμε την Κυριακή", τους είπε.

Την επόμενη Κυριακή, έκαναν την παράκληση και το απόγευμα άρχισε η βροχή, που κράτησε δυο μήνες με πολύ μικρές παύσεις. Τότε όμως οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να σπείρουν, και είπαν στον Άγιο να παρακαλέσει τον Θεό να σταματήσει την βροχή. Ο Άγιος του απάντησε:

- "Παιδιά μου, ο Θεός γνωρίζει καλύτερα από μας τι πρέπει να κάνει".

Μετά από λίγο σταμάτησε η βροχή και οι κάτοικοι έσπειραν.

Τον πρώτο καιρό τον βοήθησε ο Θεοδόσιος που ήταν ηγούμενος της Μονής της Κοιμήσεως Θεοτόκου. Ο Θεοδόσιος ήταν αυτός που ανέλαβε την συντήρηση των πρώτων Μοναχών, μέχρι την μόνιμη εγκατάσταση του Αγίου στην Αίγινα. Πολύ γρήγορα ο Άγιος Νεκτάριος παραιτήθηκε από την Ριζάρειο Σχολή και εγκαταστάθηκε μόνιμα στον Μοναστήρι του.

Η Μονή του Αγίου Μηνά

Κάποια στιγμή στο δρόμο προς το Μοναστήρι Ο Άγιος συνάντησε τον Άγιο Διονύσιο Αιγίνης. Ο Άγιος Διονύσιος είχε επιτελέσει Επίσκοπος Αιγίνης και την στιγμή της συνάντησης ήταν μαζί με ένα νέο ονόματι Μηνά. Μετά από καιρό ο Άγιος Νεκτάριος ρώτησε τους ντόπιους αν υπάρχει εκεί κοντά κάποιος Ναός του Αγίου Μηνά. Οι Αιγινήτες του απάντησαν ότι υπάρχει ένα ερημοκλήσι κοντά στο Μεσαγρό, που είναι όμως δύσκολο να φτάσει ως εκεί κάποιος γιατί είναι βουνό χωρίς δρόμο και γεμάτο πεύκα. Θα είχαν περάσει λοιπόν δυο χρόνια, όταν ο Άγιος πήρε ΄μαζί του δυο αδελφές και ξεκίνησαν να βρουν το άγνωστο ερημοκλήσι, το οποίο ήταν εγκαταλελειμμένο και καταφύγιο των τσοπάνων. Το καθάρισαν, άναψαν τα καντήλια του και προσευχήθηκαν για πολλή ώρα. Όταν τελείωσαν και βγήκαν, ο Άγιος κοίταξε στον ουρανό και τους είπε:

- "Σ' αυτή την τοποθεσία κάποτε, θα γίνει Μοναστήρι γυναικών".

Μετά από σαράντα χρόνια, σε εκείνο το σημείο δημιουργήθηκε η Μονή του Αγίου Μηνά, κατά θαυμαστό τρόπο, όταν κάποιος ευσεβής δώρισε τον τόπο στον Ιερομόναχο Αμφιλόχιο Μακρή. Μάλιστα οι Μοναχές ακόμη και σήμερα ζουν και προσεύχονται κάτω από την σκέπη του Αγίου Μηνά και του Αγίου Νεκταρίου.

Εργάτης και συγγραφέας

Ο Άγιος Νεκτάριος βασισμένος στους κανονισμούς των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, απαγόρευσε την ελεύθερη είσοδο των ανδρών στη Μονή. Οι Μοναχές σέβονταν τόσο τον αυστηρό Άγιο Νεκτάριο, που όταν έβγαιναν από την Μονή και τύχαινε να δουν κάποιον άντρα από μακριά. έπεφταν κάτω για να μην τις δει εκείνος. Στη Μονή υπήρχε πάντα ηρεμία και γαλήνη.

Ο ίδιος εκτελούσε όλα τα καθήκοντα του εφημερίου μόνος του, ενώ βοηθούσε ταυτόχρονα τους εργάτες και μάλιστα μπάλωνε και τα ρούχα των Μοναχών, ενώ καθάριζε τα αποχωρητήρια, καλλιεργούσε τους κήπους και τα κτήματα. Τις νύχτες λοιπόν και ενώ είχε κάνει όλες αυτές τις εργασίες έγραφε βιβλία. Εκδίδει λοιπόν τα "Περί του Σχίσματος" και το "Αλάθητο του Πάπα". στα οποία κατηγορεί τους Παπικούς ως αιρετικούς και αλαζόνες. Η συγγραφική δραστηριότητα του Αγίου ήταν τεράστια και τα εκδοθέντα βιβλία που έγραψε ο Άγιος κατά τη διάρκεια της ζωής του είναι τα πιο κάτω:

  • Γνώθι σ' αυτόν
  • Ευαγγελική Ιστορία
  • Θεία λειτουργία του Άγιου Αποστόλου Μάρκου
  • Θεοτοκάριον
  • Ιερά Κατήχησις
  • Ιστορία περί νηστειών των διατεταγμένων υπό της Εκκλησίας
  • Κεκραγάγιον
  • Λογίων θησαύρισμα
  • Λόγοι διάφοροι
  • Λόγοι εκκλησιαστικοί
  • Μελέτη περί θείων Μυστηρίων
  • Μελέτη περί Μετανοίας
  • Πανδέκτης των Θεόπνευστων Γραφών
  • Περί Αθανασίας Ψυχής
  • Περί αληθούς και ψευδούς μορφώσεως
  • Περί αναγκαιότητος και σπουδαιότητος των επτά Οικουμενικών Συνόδων
  • Περί εξομολογήσεως
  • Περί επιμέλειας ψυχής
  • Περί Θείων Μυστηρίων
  • Περί της αειπαρθενείας της Θεοτόκου
  • Περί της εν τω κόσμω Αποκαλύψεως του Θεού
  • Περί της Ιεράς Παραδόσεως
  • Περί της Μίας, Αγίας, Αποστολικής Εκκλησίας
  • Περί του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας
  • Περί των Αγίων του Θεού
  • Ποιμαντική
  • Προσευχητάριον Κατανυκτικόν
  • Τα παρ' ημίν τελούμενα Ιερά μνημόσυνα
  • Τριαδικόν έμμετρον
  • Υποτύπωσις περί ανθρώπου
  • Χριστιανική ηθική
  • Χριστολογία
  • Ψαλτήριον εκτεταμένον

Το προορατικό χάρισμα

Η φήμη του Αγίου εξαπλώθηκε και πολλοί άνθρωποι από την Αθήνα πήγαιναν για εξομολόγηση στον Άγιο και σε πολλούς από τους πιστούς ο Άγιος πρόλεγε τι θα τους συμβεί, αφού είχε το προορατικό χάρισμα. 

Κάποτε ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος, εκδήλωσε τον πόθο του να γίνει μοναχός. Ο Άγιος Νεκτάριος του συνέστησε την Ιερά Μονή της Λογγοβάρδας στην Πάρο. Ο π. Φιλόθεος είπε ότι θα ήταν προτιμότερο να πάει στο Άγιο Όρος, για να πάρει την απάντηση του Αγίου:

- "Πήγαινε", του είπε ο Άγιος, "αλλά κάποια μέρα στην Λογγοβάρδα θα καταλήξεις".

Ο π. Φιλόθεος λοιπόν δεν τον άκουσε και ξεκίνησε για το Άγιο Όρος. Θέλοντας να προσκυνήσει τον τάφο του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη οι Τούρκοι τον συνέλαβαν μαζί με ένα φίλο του για κατασκοπεία. Επειδή μάλιστα διαμαρτυρήθηκε για την άδικη σύλληψή τους, βγήκε απόφαση να θανατωθούν. Στον δρόμο για τον τόπο της εκτέλεσης ο Άγιος Δημήτριος μεσολάβησε και εμφανίστηκε ο Πασάς, ο οποίος τους απελευθέρωσε. Θυμήθηκε τότε τα λόγια του Αγίου και πήγε κατ' ευθείαν στη Λογγοβάρδα. Τρία χρόνια μετά τον επισκέφτηκε και πάλι στην Αίγινα μας και ήθελε να πάει και στον Μοναστήρι της Χρυσολεόντισσας.

- "Μην πας, γιατί θα στεναχωρηθείς".

Ο π. Φιλόθεος δεν τον άκουσε και πήγε στη Μονή όπου αντίκρισε δυο Ιερομόναχους που λογομαχούσαν και χρειάστηκε να επέμβουν άλλοι για να μην γίνει μεγαλύτερο κακό.

Οι συκοφαντίες πάλι επιστρέφουν

Ο διάβολος όμως πάντα ασχολιόταν με τον Άγιο γιατί ήταν εχθρός του. Πολλοί διεστραμμένοι άνθρωποι άρχισαν να σπέρνουν συκοφαντίες για τον Άγιο. Με αυτές μάλιστα ασχολήθηκε και η Ιερά Σύνοδος. Ο Πρόεδρος της Θεόκλητος, πήγε το έτος 1908 στην Αίγινα για να εξετάσει το ζήτημα. Φεύγοντας δήλωσε ότι το έργο του Αγίου ήταν Θείο.

Από την άλλη ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης ήταν μασόνος και την εποχή που ο Άγιος αγωνιζόταν να τελειώσει το Μοναστήρι, πήγαινε και του έλεγε ότι είναι άσκοπο να κτίζει γιατί η περίοδος του Μοναχισμού είχε πια τελειώσει.

Μάλιστα ο Άγιος Νεκτάριος πιστός στην ιερή παράδοση, έκτισε εννέα μοναστήρια γυναικών στην Αίγινα. Όμως, βρέθηκαν πολλοί που τον κατηγόρησαν για ανηθικότητες και ότι είχε μετατρέψει το μοναστήρι σε άντρο ακολασίας. Μάλιστα η μητέρα μιας δεκαεξάχρονης που είχε μανία καταδίωξης προς την κόρη της, δεν μπόρεσε να χωνέψει ότι η κόρη της την άφησε για να γίνει μοναχή στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Έλεγε σε όλους λοιπόν ότι ο Άγιος Νεκτάριος είχε όλες τις μοναχές ερωμένες και έκανε παιδιά μαζί τους που τα πετούσε στο πηγάδι. Ο εισαγγελέας, αποφάσισε να επέμβει, παίρονοντας μαζί του δυο αστυφύλακες. Πήγε στην Αίγινα και παραβιάζοντας την πόρτα του Μοναστηριού, πήγε κατευθείαν στο διαμέρισμα του Αγίου. Ο Άγιος τους υποδέχτηκε με χαμόγελο στα χείλη. Ο ανακριτής άρχιζε να φωνάζει και να βρίζει τον Άγιο κατηγορώντας τον για ανήθικα πράγματα.

Ο Άγιος το μόνο που έκανε ήταν να δείχνει τον ουρανό και να μονολογεί.

- "Βλέπει ο Θεός. Ξέρει ο Θεός.".

Ο ανακριτής της υπόθεσης αρρώστησε βαριά και ενώ ήταν έτοιμος να πεθάνει, παρακάλεσε να τον πάνε μπροστά στον Άγιο και να ζητήσει συγχώρεση και να γιατρευεί. Ο Άγιος τον δέχθηκε και προσευχήθηκε για την σωτηρία και την ίασή του, με όλη του την καρδιά.

Η ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΗ

Η κοίμηση του Άγιου

Ζούσε λοιπόν στο μοναστήρι, που είχε γίνει πια πνευματικό κέντρο για τους ανθρώπους. Μετά από δώδεκα χρόνια το έτος 1920 προσβλήθηκε από προστάτη και υπέφερε πολύ για ένα χρόνο. Πήγε λοιπόν στην μονή της Χρυσολεόντισσας, όπου υπάρχει θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, για να προσευχηθεί. Έμεινε εκεί δεκαπέντε μέρες γονατιστός και προσευχόταν, αλλά επιδεινώθηκε η κατάστασή του και επέστρεψε στην Αγία Τριάδα. Στο δρόμο παρακαλούσε την Παναγία να τον λυτρώσει από την αρρώστια, όμως προαισθάνθηκε τον θάνατό του και σταμάτησε πριν το μοναστήρι για να προσευχηθεί. Από τότε οι πόνοι έγιναν αφόρητοι και οι Μοναχές αναγκάστηκαν να τον μεταφέρουν στο Αρεταίειο Νοσοκομείο στην Αθήνα. 

Στο Αρεταίειο έμεινε δυο μήνες μαζί με τους άπορους γιατί ο Δεσπότης δεν είχε χρήματα για την νοσηλεία του. Εκεί λοιπόν, παρέδωσε το πνεύμα του στις 8 Νοεμβρίου του 1920, αφού προηγουμένως μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων.

Όταν παρέδωσε το πνεύμα του και οι νοσοκόμες του άλλαζαν τα ρούχα για τον ενταφιασμό, άφησαν την φανέλα που φορούσε στον διπλανό κρεβάτι, όπου κείτονταν ένας παράλυτος. Μόλις ακούμπησε τη φανέλα του Αγίου, ο παράλυτος σηκώθηκε υγιής από το κρεβάτι και περπάτησε. 

Ο θάλαμος που νοσηλεύονταν μοσχοβόλησε και επί  μήνες ευωδιάζε. Έκτοτε σ' αυτό το δωμάτιο δεν ξαναέβαλαν ασθενή και το χρησιμοποιούσαν σαν γραφείο και το ονόμασαν "Άγιος Νεκτάριος". Η Μοναχή κάλεσε τον ιερέα να πάρουν το σκήνωμα και να το πάνε για ταφή στην αγαπημένη του Αίγινα. Μεταφέρθηκε στον Πειραιά και τοποθετήθηκε στην Αγία Τριάδα για ανοιχτό προσκύνημα. Εκατοντάδες πιστοί έμειναν έκθαμβοι από το μύρο που έβγαινε από το λείψανο και από το οποίο ήταν μουσκεμένη η γενειάδα του και τα μαλλιά του. 

Το απόγευμα το πλοίο με το ευωδιαστό λείψανο ξεκίνησε για την Αίγινα. Κατά την είσοδο στο λιμάνι της Αίγινας, οι καμπάνες σήμαιναν λυπητερά. Η μεταφορά της σωρού από το λιμάνι στην Μονή έγινε στα χέρια από τους πιστούς. Την νύχτα εψάλη στον Ναό η νεκρώσιμη ακολουθία. Το μέτωπο του Αγίου ίδρωνε και ευωδίαζε και οι πιστοί μάζευαν με βαμβάκι τον ιδρώτα για να το κάνουν φυλακτό. Αν και 48 ώρες ανοικτό το φέρετρο, το λείψανο δεν παρουσίαζε καμία δυσοσμία.

Το Ιερό Λείψανο

Είχαν περάσει πέντε μήνες από την ταφή του Αγίου, όταν οι Μοναχές θέλησαν να κτίσουν ένα μαρμάρινο τάφο. Τις προβλημάτιζε όμως η δυσοσμία από την πολυκαιρία και γι' αυτό δεν άνοιγαν τον τάφο του. Το βράδυ λοιπόν εκείνης της μέρας η Ηγουμένη είδε τον Άγιο Νεκτάριο στον ύπνο της που την παρότρυνε να ανοίξουν τον τάφο.

Όταν έβγαλαν το φέρετρο και το άνοιξαν είδαν ότι το σώμα ήταν ανέπαφο. Το καθάρισαν οι Μοναχές από τις λάσπες και το μετέφεραν προσεκτικά μέσα στο Μοναστήρι. Το είδε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο οποίος δήλωσε ότι αυτό είναι δείγμα Αγιότητας και διέταξε μετά την ενταφίαση να κάνουν την ανακομιδή με πολλές τιμές επτά χρόνια μετά.

Ένας προσωπικός γνωστός του και άγιος άνθρωπος ο γιατρός της Αίγινας Γ. Ξυδέας, βεβαιώνει σε μία έκθεση του 1932 ότι είδε το σώμα του Αγίου ανέπαφο. Δεν είχε νεκρική δυσκαμψία και δεν μπορούσε να βγάλει τρίχες από την γενειάδα του.

Η Αγιοποίηση

Μετά την κοίμησή του, ο Άγιος άρχισε να θαυματουργεί συνεχώς. Μόνο κάποιοι μοναχοί από το Άγιο Όρος είχαν αντιρρήσεις για την αγιοποίηση του. Όμως το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1961 τον ανακήρυξε Άγιο:

- "Θεσπίζομεν συνοδικώς, όπως από του νυν και εις το εξής είς αιώνα τον άπαντα, ο αοίδημος Ιεράρχης Νεκτάριος Κεφαλάς, συναριθμήται τοις Οσίοις και Αγίοις της Εκκλησίας, τιμώμενος, παρά των πιστών".

"Έγινε τετραήμερος εορτασμός με σημαιοστολισμό ολόκληρου του νησιού. Χιλιάδες πιστοί κατέφτασαν στο παρεκκλήσι της Μονής για την Λειτουργία. Μέγας Εσπερινός τελέστηκε υπό του Μητροπολίτου Ύδρας και Αιγίνης μετά δέκα άλλων Αρχιερέων. Και στις 5 Νοεμβρίου τελέστηκε στο Μοναστήρι, πανηγυρική λειτουργία παρουσία ιερέων, σπουδαστών και πλήθος κόσμου η οποία αναμεταδιδόταν από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών.

Μετά την Θεία Λειτουργία επακολούθησε λιτανεία της Αγίας Κάρας που πέρασε από όλα τα σπίτια του νησιού και κατέληξε στο Μοναστήρι. Εκεί έγινε η δοξολογία και διαβάστηκε η ανακήρυξη του Πατριαρχείου. 

Σήμερα οι πιστοί συρρέουν στην Αίγινα να προσκυνήσουν τον τάφο του Αγίου και να ζητήσουν την βοήθεια του. Όλοι μένουν έκθαμβοι με την μυρωδιά που βγαίνει από τον τάφο καθώς και με τους ήχους που ακούγονται από μέσα.

Στις 2 Νοεμβρίου 1963 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του από τον Μητροπολίτη Ύδρας Προκόπιο.

ΒΙΟΣ: Άγιος Κυπριανός

ΜΕΡΟΣ Α'

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ

Τα πρώτα χρόνια

Ο Άγιος Κυπριανός καταγόταν από την παραλιακή πόλη της Καρχηδόνας ή Καρθαγένης που βρισκόταν στη Λιβύη. Να θυμήσουμε ότι η Καρχηδόνα ήταν για πολλά χρόνια το αντίπαλο δέος της αρχαίας Ρώμης. Δεν είναι τυχαίο δηλαδή το γεγονός ότι από την Καρχηδόνα ξεκίνησε ο Αννίβας, για να υποτάξει τη Ρώμη. Ο Κυπριανός λοιπόν γεννήθηκε σε αυτή την πόλη το 211 μ.Χ. περίπου. Ήταν γόνος μιας μεγάλης ειδωλολατρικής και πλούσιας οικογένειας Συγκλητικών. Ανατράφηκε και έζησε στην Καρχηδόνα ενώ όλη του η δράση, ως ρήτορα πρώτα και μάγου μετά, αναφέρεται στην Αντιόχεια της Συρίας όταν βασιλιάς ήταν ο Δέκιος, περίπου το 250 μ.Χ.
Ήταν πολύ έξυπνος και επιμελής στα γράμματα και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αποκτήσει σπουδαία μόρφωση και να κάνει λαμπρές σπουδές. Ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία και την ρητορική και με τις απόκρυφες επιστήμες, έτσι ώστε από πολλούς να θεωρείτε μάγος. Ήταν πολύ καλός ρήτορας και η φήμη που απέκτησε για την εποχή του ήταν πολύ μεγάλη. Σαν ειδωλολάτρης και πλούσιος που ήταν ζούσε μία ζωή άνετη, μέσα στις απολαύσεις και βέβαια ανήθικη. Ήταν η ειδωλολατρική παιδεία που ωθούσε τους νέους τότε στην άτακτη ζωή. Ένα επί πλέον επιβαρυντικό στοιχείο ήταν βέβαια και η ενασχόλησή του με την μαγεία. Ασχολιόταν πολύ με την μαγεία, η οποία ήταν τότε της μόδας, λόγω της ειδωλολατρίας. Είχε καταξιωθεί ως ο πιο διάσημος μάγος της εποχής του. Στην Αντιόχεια, που ήταν πρωτοπόρα πόλη στον τομέα των γραμμάτων ο Κυπριανός πήγε με σκοπό να δείξει τις όποιες ικανότητές του.

Η Ιούστα

Στην περιοχή της Αντιόχειας από όπου και καταγόταν ζούσε η Αγία Ιουστίνα. Ήταν η κόρη ενός ειδωλολάτρη ιερέα, που ονομαζόταν Αιδέσιος και της Κληδονίας που και αυτή βρισκόταν στην πλάνη των ειδώλων. Η Ιούστα όπως ήταν το όνομά της πριν βαπτιστεί, σαν ειδωλολάτρισσα που ήταν, ξεχώριζε από τα παιδιά της ηλικίας της γιατί είχε καλή καρδιά αλλά και ήθελε να μαθαίνει την αλήθεια για κάθε τι που την απασχολούσε. Μεγαλώνοντας λοιπόν σε ένα ειδωλολατρικό περιβάλλον η Ιούστα άρχισε να ξεφεύγει σιγά σιγά από την πλάνη της ειδωλολατρίας και με την καλή της διάθεση άρχισε να περιφρονεί τη λατρεία των ειδώλων. Ο Πανάγαθος Θεός βλέποντας την καλή της καρδιά και την διάθεσή της, την φώτισε, ώστε έφτασε στον σημείο, να πιστέψει στον μόνο Αληθινό Θεό και να περιφρονεί εντελώς την ειδωλολατρική θρησκεία.
Ο Πραύλιος που ήταν διάκονος από την Αντιόχεια βοήθησε την Ιούστα για να πιστέψει και να στερεώσει την χριστιανική πίστη μέσα της. Και αυτό γινόταν με το να πηγαίνει η Ιούστα κρυφά στην Εκκλησία και να ακούει τους λόγους του Πραύκου. Μετά από καιρό η Ιούστα και αφού είχε στερεώσει την πίστη της απευθυνόμενη προς την μητέρα της, της είπε:
- "Μητέρα, εξήγησέ μου σε παρακαλώ το λόγο για τον οποίο πιστεύουμε στους θεούς, που δεν είναι παρά πέτρες και λιθάρια. Έχεις ακούσει για εκείνους που πιστεύουν στον Χριστό και αποκαλούνται Χριστιανοί; Δεν μπορεί. Εσύ η ίδια είχες παρατηρήσει ότι μόλις κάποιος από τους Χριστιανούς εμφανίζεται, οι δικοί μας θεοί φεύγουν αμέσως τρέμοντας. Πως γίνεται δηλαδή να προσφέρουμε τιμές σε αυτούς τους θεούς που τρέμουν μπροστά σε κάθε Χριστιανό;"
Η Κληδονία ακούγοντας την κόρη της να μιλά και να φαίνεται τόσο σίγουρη για τα λόγια που της έλεγε ταλαντεύτηκε μέσα της, αλλά όχι δεν ήταν έτοιμη να αφήσει τα είδωλα. Φοβούμενη μάλιστα την επερχόμενη οργή του πατέρα της Ιούστας, άμα μάθαινε ξαφινκά ότι η κόρη του μιλά με απαξιωτικά λόγια για τους προγονικούς τους θεούς, τον ενημέρωσε για τα όσα ειπώθηκαν μεταξύ τους. Σκεφτόταν μάλιστα ότι αυτό θα ήταν το ποιο συνετό μιας και θα μπορούσε από την οργή του να σκοτώσει την κόρη του. Ο Αιδέσιος, ακούγοντας την εξιστόρηση της Κληδονίας όχι μόνο δεν οργίστηκε αλλά απεναντίας, άρχισε να αμφιβάλει για τους θεούς του. Το ίδιο βράδυ μάλιστα στον ύπνο του είδε τον Ιησού Χριστό εν μέσω Αγγέλων που τον καλούσε με ένα νεύμα και του έλεγε:
- "Έλα κοντά Μου καθ θα σου χαρίσω την Βασιλεία των Ουρανών".
Την άλλη μέρα το πρωί πήρε, τη γυναίκα του και την κόρη του και πήγε στον Επίσκοπο, που τον λέγανε Όκτατο. Ο Επίσκοπος Όκτατος, άκουσε προσεκτικά όλα όσα είχαν συμβεί αλλά και για το ενύπνιό του Αιδέσιου και δέχτηκε να τους βαπτίσει. Μάλιστα ο Αιδέσιος, χειροτονήθηκε και από ιερέας των ειδώλων που ήταν, έγινε Ιερέας του Αληθινού Θεού. Από εκείνη τη μέρα έζησε μία ζωή θεάρεστη. Ο Αιδέσιος αποδήμησε εις Κύριον μετά από ενάμιση χρόνο και έπειτα από λίγο καιρό τον ακολούθησε και η Κληδονία. Έτσι η παρθένα Ιούστα έμεινε ορφανή από τους γονείς της και μόνη της πλέον.

Το πάθος του Αγλαΐδα.

Η Ιούστα αφιερώθηκε ολόψυχα στον Χριστό και το έργο Του. Συνέτρεχε τους αρρώστους και προσπαθούσε να τους ανακουφίζει, ενώ ταυτόχρονα κατηχούσε τις κοπέλες για να τις φέρει κοντά στον Ιησού Χριστό και την πραγματική πίστη. Διέδιδε τον λόγο του Θεού και με τον καλύτερο τρόπο μιας που ήταν στολισμένη με πολλές αρετές. Περισσότερο από όλες όμως η σεμνότητα και η αγνότητα λαμποκοπούσαν πάνω της. Αγωνιζόταν κάθε μέρα να κρατηθεί αμόλυντη και καθαρή από κάθε σαρκική επιθυμία και σκέψη. Ο διάβολος βλέποντας την καθαρότητά της δεν μπορούσε να την αφήσει να συνεχίσει αμόλυντη το έργο της. Έτσι θέλησε να δυσκολέψει το έργο της.
Υπήρχε εκείνη την εποχή ένας νέος ευγενής, ειδωλολάτρης, πλούσιος και ακόλαστος που τον έλεγαν Αγλαΐδα. Είχε δει πολλές φορές την παρθένα Ιούστα, να πηγαίνει στην Εκκλησία. Πάντα της έκανε νεύματα και την κολάκευε και της υποσχόταν να την κάνει γυναίκα του. Η Ιούστα από την άλλη βλέποντας αυτή την κατάσταση αγωνιζόταν να αφαιρέσει την εξωτερική της ομορφιά με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές. Ο Αγλαΐδας όμως συνέχιζε τα νεύματα και τις κολακίες και τις υποσχέσεις να την κάνει γυναίκα του. Κάποια στιγμή μάλιστα η Ιούστα ακούγοντας για άλλη μια φορά τα όσα έλεγε ο Αγλαΐδας του είπε:
- "Όλα όσα λες, μου ακούγονται φλύαρα, διότι μου φτάνει ο Νύμφιος μου ο Χριστός που φυλάει την παρθενία μου αμέτοχη και μακρυά από κάθε ρύπο".
Ο Αγλαΐδας θύμωσε και κάποια στιγμή επιχείρησε μαζί με μερικούς φίλους του, να την απαγάγει με τη βία. Οι συγγενείς όμως της Ιούστας έτρεξαν οπλισμένοι και ο Αγλαΐδας όταν τους είδε φοβήθηκε και έτρεξε να κρυφτεί. Ήταν τόσο μεγάλο το πάθος όμως του Αγλαΐδα που θα προσπαθούσε με χίλιους τρόπους να μολύνει την παρθένα Ιούστα.

Ο Μάγος Κυπριανός και η παρθένα Ιούστα

Ο Αγλαΐδας δεν απογοητευόταν και το πάθος του έρωτα τον καθοδηγούσε στο να κάνει πολλές πανουργίες στα κρυφά. Κάποια στιγμή λοιπόν, άκουσε για τη φήμη του μεγάλου μάγου που ονομαζόταν Κυπριανός. Μόλις είχε φθάσει στην Αντιόχεια όπως αναφέραμε πιο πάνω με σκοπό να δείξει και εδώ τις ικανότητες του. Εμφανίστηκε λοιπόν μπροστά στον Κυπριανό και του είπε:
- "Μεγάλε μάγε Κυπριανέ που η φήμη σου έχει σκορπίσει στα πέρατα της γης ήρθα μπροστά σου να σε παρακαλέσω για κάτι που πονάει η καρδία μου. Θέλω η παρθένα Ιούστα να γίνει δική μου. Γι' αυτό θέλω να κάνεις μάγια, για να πετύχω το σκοπό μου και εγώ θα σου δώσω όσο χρυσάφι επιθυμήσεις".
Ο μάγος Κυπριανός του το υποσχέθηκε μιας και νόμιζε ότι μία τέτοια περίπτωση ήταν παιχνιδάκι για ένα μάγο σαν τον ίδιο.
Άνοιξε λοιπόν τα μαγικά του βιβλία και κάλεσε τα πονηρά πνεύματα. Ύστερα γέμισε ένα δοχείο, με αυτό που έφτιαξε και έδωσε οδηγίες στα πονηρά πνεύματα να πάνε να ραντίσουν με αυτό έξω από το σπίτι Ιούστας. Ήταν τόσο σίγουρος για το αποτέλεσμα γιατί τότε το να κάνει μία κοπέλα να αγαπήσει ένα νέο, θεωρούνταν ευκολώτατο για τον οποιοδήποτε μάγο. Το ίδιο βράδυ η Ιούστα, όπως έκανε κάθε βράδυ θέλησε να προσευχηθεί. Αισθανόταν όμως κάποιες περίεργες και πονηρές επιθυμίες που μέσα της μεγάλωναν και θέριευαν. Έκανε το σημείο του Σταυρού και αμέσως έφυγαν όλες αυτές οι επιθυμίες και ηρέμησε και συνέχισε να προσεύχεται μέχρι το πρωί. Από την άλλη ο μάγος Κυπριανός, κατάλαβε ότι δεν πέτυχε το σκοπό του και μεταχειρίστηκε και άλλα μαγικά τεχνάσματα πιο αποτελεσματικά για τον ίδιο. Μάταια όμως, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα απολύτως στην παρθένα Ιούστα. Έφτασε στο σημείο μάλιστα να καλέσει τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα πονηρά πνεύματα, χωρίς και πάλι κανένα αποτέλεσμα. Ο σατανάς σαν τελευταία λύση του μεγάλου μάγου Κυπριανού μεταμορφώθηκε σε μία ευσεβή και ευγενική γυναίκα που παρουσιάστηκε στην Ιούστα και κατάφερε και την πάρει στο σπίτι της, για να βοηθούνται στην πνευματική ζωή, σαν καλές πνευματικά αδελφές.
Σε μία από τις συζητήσεις που είχαν μεταξύ τους και που αφορούσε την παρθενία της Ιούστας η γυναίκα εκείνη είπε:
- "Καλή μου Ιούστα έχεις σκεφτεί ποτέ ότι αν όλες οι γυναίκες έμεναν παρθένες, τότε μάλλον θα χανόταν ολόκληρη η ανθρωπότητα;"
Ακούγοντας τα λόγια της γυναίκας αυτής, η Ιούστα έκανε το σημείο του Σταυρού και αμέσως εξαφανίστηκε από μπροστά της. Έτσι κατάλαβε την πλεκτάνη του δαίμονα και προσευχήθηκε στον Κύριο να την δυναμώσει.

Η Μετάνοια

Μεγάλη αποτυχία για τον μάγο Κυπριανό, ήταν αυτή η επαφή που είχαν τα πονηρά πνεύματά του με την παρθένα Ιούστα. Άρχισε λοιπόν να σκέφτεται την Ιούστα και για ποιο λόγο δεν έπιαναν τα μάγια του, αυτή τη κοπέλα. Τον απασχολούσε πολύ αυτή η αποτυχία του και άρχισε να μαθαίνει πληροφορίες για την συγκεκριμένη παρθένα. Το πρώτο που έμαθε ήταν ότι η Ιούστα ήταν Χριστιανή και ότι με τη δύναμη του Σταυρού αντιμετώπιζε κάθε δαιμονική ενέργεια. Παρακολουθούσε για πολύ καιρό την Ιούστα και θαύμαζε τις αρετές της. Είχε πλέον καταλάβει, ότι οι χριστιανοί έχουν δύναμη μεγαλύτερη από την δική του μιας και δεν τους έπιαναν τα μάγια, που τους έκανε. Ας μην ξεχάσουμε ότι ήταν μορφωμένος πολύ και μάλιστα είχε εντριφίσει στη φιλοσοφία. Κάποια στιγμή, αποφάσισε συνετά και άρχισε να ασχολείται με τη χριστιανική θρησκεία, με κίνητρό του τη γνώση της υπέρτατης δύναμης που δημιουργούσε ανθρώπους στολισμένους με αρετές.
Βλέποντας λοιπόν την παντελή αδυναμία των πονηρών πνευμάτων, με τα οποία συνεργαζόταν, όταν βρίσκονταν μπροστά στους χριστιανούς αποφάσισε να απαρνηθεί την ειδωλολατρία και τις μαγικές τεχνικές του και να πιστέψει στον Χριστό.

Εκείνο τον καιρό Επίσκοπος ήταν ο Άνθιμος ο οποίος βοήθησε πάρα πολύ τον Κυπριανό στο να στερεώσει την πίστη του και να προσκοληθεί στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Ο Κυπριανός για να δώσει σημάδι της ακράδαντης πίστης του έφερε όλα τα μαγικά του βιβλία και όλα τα είδωλά του μπροστά στον Άνθιμο και τα έκαψε. Στη συνέχεια με δάκρυα στα μάτια προσευχόταν με τόση ταπεινότητα και δεν τολμούσε να πει το όνομα του Θεού. Μετά από αυτό το περιστατικό ο Κυπριανός πούλησε όλα τα υπάρχοντα και τα χρήματα που εισέπραξε τα δώρισε στην Εκκλησία, για τους φιλανθρωπικούς σκοπούς της και για τις ανάγκες της. Έτσι μέσα σε μεγάλη συντριβή για τις προηγούμενες πράξεις του έμεινε απολύτως μόνος του και άρχισε να μελετάει τις Γραφές και τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Ήταν το Μεγάλο Σάββατο του έτους 246 μ.Χ. και ενώ όλη τη νύχτα προσευχόταν μέσα σε ποταμούς δακρύων. Εκείνο το πρωί πήγε στην Εκκλησία και αξιώθηκε να βαπτιστεί σε ηλικία τριανταπέντε ετών. Από εκείνη λοιπόν την ημέρα οι αρετές του θα αρχίσουν να φαίνονται σε όλο τον κόσμο και έως τις μέρες μας.

Η Χειροτονία

Είχαν περάσει τριάντα μέρες και ενώ πλέον είχε βαπτιστεί ο Κυπριανός χειροτονήθηκε σταδιακά αναγνώστης, υποδιάκονος και διάκονος. Του δόθηκε μάλιστα από το Θεό η ειδική Χάρη ενάντια στα πάθη και ενάντια στους δαίμονες. Δηλαδή μπορούσε να λύνει τα μάγια και να διώχνει τους δαίμονες, τους οποίους στο παρελθόν υπηρετούσε.
Οι ειδωλολάτρες προσπάθησαν με τους ιερείς τους και τους λογίους τους να τον αποσπάσουν από την νέα Πίστη του αλλά η πίστη του στο Χριστό ήταν τόσο μεγάλη, που του είχε γεμίσει όλη του τη ζωή και όλο του το είναι. Ήταν έτοιμος, γι' αυτή τη Πίστη του Χριστού ν' αγωνισθεί και να πεθάνει. Ο Κυπριανός ως διάκονος εργαζόταν εντατικά, για την εξάπλωση της χριστιανικής διδασκαλίας και πίστης και ποθούσε ο Χριστιανισμός να περάσει τα μικρά όρια της Καρχηδόνας όπου ο ίδιος δίδασκε τους νέους, που ποθούσαν μία υψηλή επιστημονική κατάρτιση. Σε πολλά σπίτια της Καρχηδόνας, μαζευόταν κόσμος και άκουγε τη φωνή του Κυπριανού, που τους παρακινούσε να πιστέψουν ολόψυχα στον Χριστό.
Είχε περάσει ένας χρόνος από την ημέρα που βαπτίστηκε και έπειτα από απαίτηση όλων των πιστών χειροτονήθηκε, ιερέας. Από εκείνη τη στιγμή λοιπόν ο Κυπριανός δίδασκε καθημερινά το ποίμνιό του και έδειχνε με την πίστη του το δρόμο της σωτηρίας.
Το έτος 246 μ.Χ. ο Επίσκοπος της Καρχηδόνας Δονάτος αποδήμησε εις Κύριον και οι πιστοί έδειχναν την επιθυμία τους για να καταλάβει τη θέση του ο Κυπριανός. Ο ίδιος όμως ο Κυπριανός αισθανόταν, ότι ήταν αμαρτωλός στην προηγούμενη ζωή του και ότι ήταν πολύ γι τον ίδιο το ότι είχε χειροτονηθεί Ιερέας. Με το Βάπτισμα βέβαια είχε απολύτως καθαριστεί αλλά όλες εκείνες τις αμαρτίες, που είχε κάνει παλιά, ήταν ασφαλώς ένα μεγάλο εμπόδιο για την Ιεροσύνη αλλά ειδικότερα για την Αρχιερωσύνη. Νοιώθοντας λοιπόν ο μέγας αυτός Άγιος τόσο ταπεινός και ανάξιος και για να αποφύγει όλη αυτή την κατάσταση, κρύφτηκε σε ένα φιλικό του σπίτι. Οι πιστοί όμως έμαθαν που κρυβόταν και περικύκλωσαν το σπίτι. Απαίτησαν μάλιστα από τον ιερέα Κυπριανό να δεχτεί να χειροτονηθεί Επίσκοπος τόσο επίμονα, έστω τους είπε:
- "Εγώ αδελφοί μου, είμαι νεόφυτος. Δεν πέρασαν δυο χρόνια που έχω βαπτιστεί. Υπάρχουν άλλοι, που είναι αρχαιότεροί μου και καλύτεροί μου. Έναν από αυτούς να κάνετε Επίσκοπο".
Οι πιστοί όμως απείλησαν ότι θα τον αρπάξουν με τη βία και έτσι αναγκάστηκε να χειροτονηθεί Επίσκοπος Καρχηδόνας σε ηλικία τριάντα επτά ετών.

Ο Επίσκοπος Καρχηδόνας

Σαν επίσκοπος Καρχηδόνας εκτελεί τα ποιμαντικά του καθήκοντα με μεγάλο ζήλο αφού με τη δύναμη των λόγων του, με τις επιστολές του και πρώτα από όλα τον διαφανή και ενάρετο βίο του, πολυάριθμοι άπιστοι οδηγούνται στην Χριστιανική πίστη. Η παρθένα Ιούστα, έγινε διάκονος της Εκκλησίας του Χριστού και μετονομάστηκε, κατά την χειροτονία της σε Ιουστίνη ενώ συμπεριλαμβανόταν και αυτή στους διακόνους της Εκκλησίας. Στη συνέχεια μάλιστα η Ιουστίνη έγινε ηγουμένη των ασκητριών, που βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή.
Ο Κυπριανός και ενώ η φήμη του είχε εξαπλωθεί στην Ανατολή και τη Δύση, το έτος 250 μ.Χ. έγινε Αρχιερέας. Ήταν το έτος που ο σατανικός Δέκιος ξεκίνησε καινούργιο διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Οι ειδωλολάτρες έριχναν τους Χριστιανούς στα θηρία για να τους εξοντώσουν. Στην περιοχή μάλιστα της Καρχηδόνας αναζητούσαν τον Κυπριανό με σκοπό να τον θανατώσουν. Ο Κυπριανός όμως ήταν κρυμμένος και έδινε από το κρησφύγετο του τις οδηγίες του και φρόντιζε για το ποίμνιο του. Μετά τη παρέλευση ενός έτους το 251 μ.Χ. επέστρεψε στην Καρχηδόνα, την περίοδο του Πάσχα.
Ένα έτος μετά το 252 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Γάλλος, εξαπολύει νέο διωγμό εναντίον των χριστιανών, οι οποίοι φυλακίζονται και βασανίζονται με ανελέητα μαρτύρια. Ο Κυπριανός παρακινούσε τους πιστούς να σκέπτονται την Ουράνια Βασιλεία και μόνον αυτήν. Την εποχή λοιπόν που ξεκινάει αυτός ο καινούργιος διωγμός των χριστιανών οι άνθρωποι στην Καρχηδόνα πεθαίνουν κατά χιλιάδες από επιδημία πανούκλας. Οι άνθρωποι έφευγαν από την πόλη της Καρχηδόνας για να σωθούν. Ήταν τόσο μεγάλη αυτή η επιδημία που οι άνθρωποι πέφτανε στους δρόμους και στα σπίτια τους ανήμποροι να βοηθήσουν τον ευατό τους και δεν υπήρχε κάποιος συνάνθρωπος τους να ασχοληθεί μαζί τους. Έτσι η πόλη σιγά σιγά γέμισε πτώματα τα οποία σάπιζαν και έκαναν τη ζωή στην πόλη ανυπόφορη και γεμάτη θάνατο.
Ο Κυπριανός συγκέντρωσε λοιπόν τους χριστιανούς και τους μίλησε για την χριστιανική αγάπη που θα έπρεπε να δείξουν όχι μόνο στους χριστιανούς αλλά και στους ειδωλολάτρες συμπολίτες τους. Οι χριστιανοί με μεγάλη αυτοθυσία άρχισαν να περιποιούνται τους άρρωστους και να θάβουν τους νεκρούς, όχι μόνο τους χριστιανούς αλλά και τους ειδωλολάτρες.
Ήταν αυτή η στάση των χριστιανών της Καρχηδόνας που έκανε πολλούς ειδωλολάτρες να θαυμάσουν την χριστιανική πίστη και να ακολουθήσουν τον Χριστό. Υπάρχει μάλιστα ένα περιστατικό όπου μια μεγάλη ομάδα ληστών πολιόρκησε την χώρα της Νομαδικής. Οι ληστές πολιόρκησαν πολλούς χριστιανούς και τους πήραν μαζί τους. Οι επίσκοποι λοιπόν ειδοποίησαν τον Κυπριανό στην Καρχηδόνα για το συγκεκριμένο περιστατικό. Ο Κυπριανός με τη σειρά του ενημέρωσε τους πιστούς και τους παρακίνησε να συνεισφέρουν ότι μπορούν έτσι ώστε να εξαγοράσουν τους αιχμαλώτους. Πράγματι έτσι και έγινε.
Ο Πάπας Στέφανος κάποια στιγμή υποστήριζε, ότι το βάπτισμα των αιρετικών πρέπει να είναι έγκυρο. Σε αντίθεση λοιπόν με αυτόν οι Επίσκοποι της Ανατολής υποστήριζαν, ότι είναι άκυρο και ότι δεν πρέπει, όσοι άνθρωποι είναι βαπτισμένοι από αιρετικούς, να ξαναβαπτίζονται. Ο Κυπριανός ήταν με το μέρος των Επισκόπων της Ανατολής. Μαθαίνοντας λοιπόν ο Πάπας Στέφανος την άποψη του Κυπριανού θέλησε να τον αφορίσει. Ο Κυπριανός μαθαίνοντας την επιθυμία του Πάπα συγκαλεί τρεις τοπικές Συνόδους στην Καρχηδόνα. Το έτος 255 μ.Χ. καλεί την πρώτη Σύνοδο στην οποία είχαν συμμετοχή τριάντα Επίσκοποι, ενώ το έτος 258 μ.Χ. την δεύτερη και την τρίτη Σύνοδο με την συμμετοχή εβδομήντα και ογδόντα επτά Επισκόπων αντίστοιχα. Στην τρίτη και πολυαριθμότερη από την άποψη της συμμετοχής των Επισκόπων Σύνοδο, έβγαλε κανόνα που όριζε, ότι όλοι οι βαπτισμένοι από αιρετικούς πρέπει να ξαναβαπτίζονται, αφού η βάπτιση των αιρετικών είναι άκυρη.

Ο Κυπριανός και η Ιουστίνη απτόητοι στα μαρτύρια

Βρισκόμαστε πλέον στο έτος 257 μ.Χ. κατά το ο αυτοκράτορας Ουαλερανός ξεκινάει ένα καινούργιο διωγμό εναντίον των χριστιανών. Ο Κυπριανός εξορίστηκε σε μία επαρχιακή πόλη που ονομαζόταν Κούροβη. Ο Κυπριανός επιστρέφει πάλι πίσω στην Καρχηδόνα μόλις αλλάζει ο ανθύπατος της Καρχηδόνος. Δεν πέρασε πολύς καιρός που είχε επιστρέψει στην πόλη ο Κυπριανός και κάποιοι σατανικοί ειδωλολάτρες έκαναν καταγγελία προς τον νέο ανθύπατο της Καρχηδόνας λέγοντας τα εξής:
- "Ο Κυπριανός, με τα μαγικά του τεχνάσματα, με τα λόγια του και με τα γραφτά του, πείθει τους ανθρώπους να αρνούνται τους προγονικούς μας θεούς και να πιστεύουν στον Χριστό. Αυτός ο ίδιος πιστεύει στο Χριστό και βρίζει και περιγελά τους θεούς μας".
Ο ανθύπατος της Καρχηδόνας με την σειρά του διέταξε να φέρουν τον Κυπριανό στη πόλη Ιτήκη, όπου βρισκόταν, εκείνη την περίοδο για να τον δικάσει. Ο Κυπριανός όμως αψήφησε τις εντολές του ανθύπατου κρύφτηκε και δεν πήγε. Ήθελε να παρουσιαστεί και να χύσει το αίμα του στην πόλη της Καρχηδόνας. Αυτός ήταν ο λόγος, που παρουσιάστηκε μπροστά στον ανθύπατο όταν ο τελευταίος επέστρεψε στην πόλη της Καρχηδόνας. Μαζί του παρουσιάστηκε και η παρθένα Ιουστίνη. Ήταν και δύο αποφασισμένοι να μαρτυρήσουν για την αγάπη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Ο ανθύπατος απευθύνθηκε στον Κυπριανό λέγοντάς του:

- "Εσύ δηλαδή είσαι δάσκαλος των χριστιανών; Αφού ήσουν πριν Εθνικός, πως τώρα πια κηρύττεις τους λόγους και τις πράξεις του Εσταυρωμένου;"
- "Εγώ είχα μεγάλο ζήλο, πριν γνωρίσω τον Χριστό, για τις σπουδές μου και διάβασα πολύ φιλοσοφία και άλλες επιστήμες, αλλά ασχολήθηκα και με μαγικά βιβλία. Δεν βρήκα όμως κάτι που να με ωφελήσει, με όλα αυτά. Ανακάλυψα λοιπόν ότι οι δαίμονες και τα πονηρά πνεύματα φοβούνται τον Εσταυρωμένο. Επειδή τα είδωλά σας είναι μία απάτη και μόνο ανακάλυψα ότι ένας μόνο είναι ο Αληθινός Θεός. Αυτός είναι ο Χριστός, που μπορεί να σώσει τον άνθρωπο. Γι' αυτό και εγώ, πιστεύω στον Χριστό".
Η Ιουστίνη, με τη σειρά της ομολόγησε και αυτή με θαυμαστό θάρρος τον Χριστό.
Ο ανθύπατος θύμωσε πολύ και διέταξε να κρεμάσουν τον Άγιο και να του ξεσκίσουν τις σάρκες. Την Ιουστίνη διέταξε να την χτυπήσουν στο πρόσωπο αλύπητα.
Οι διαταγές του ανθύπατου εκτελούνται πάραυτα. Την ώρα που χτυπούν την Αγία Ιουστίνη, εκείνη φωνάζει δυνατά:
- "Δόξα σοι ο Θεός. Σ' ευχαριστώ Μεγαλοδύναμε που με αξίωσες να βασανίζομαι, για το όνομά σου το Άγιο".
Την ώρα που ξεσκίζουν το σώμα του Αγίου Κυπριανού εκείνος στέκεται με γενναιότητα και τους μιλά με ανδρεία και μακαριότητα, ώστε όλοι οι παρευρισκόμενοι ειδωλολάτρες να πιστέψουν στον Χριστό. Απευθυνόμενος μάλιστα στον ανθύπατο του είπε:
- "Ανόητε και ανάξιε της Βασιλείας των Ουρανών, για την οποία εγώ αγωνίζομαι, γιατί δεν βλέπεις το Αληθινό φως; Γιατί δεν εγκαταλείπεις το σκοτάδι στο οποίο βρίσκεσαι;"
- "Αφού λογίζεις τα βασανιστήρια για κέρδος σου, εγώ θα σου τα αυξήσω για να με ευγνωμονείς πιο πολύ και για να χαρείς περισσότερο".
Έτσι είπε ο άπιστος ανθύπατος και διέταξε να κλείσουν στην φυλακή τον Κυπριανό και την Ιουστίνη στο φροντιστήριο, όπως λεγόταν, της Τερεντίνης. Οι Χριστιανοί, την νύχτα εκείνη, συναθροίστηκαν και έμειναν άγρυπνοι γύρω από το σπίτι.

Μέσα στο πυρακτωμένο τηγάνι

Την επόμενη μέρα έφεραν τους Αγίους, πάλι μπροστά στον τύραννο που αυτή τη φορά άλλαξε τον τρόπο του και τους μιλούσε ήρεμα και με υποκριτική καλοσύνη.
- "Μα είναι αλήθεια ότι πιστεύετε σε ένα άνθρωπο νεκρό που δεν μπόρεσε να φυλάξει τη δική του τη ζωή; Δηλαδή είστε έτοιμοι να θυσιάσεται τη ζωή σας για έναν τέτοιο άνθρωπο;"
- "Μα καημένε, δεν ξέρεις ότι, χωρίς θάνατο δεν υπάρχει η Αθανασία; Δεν μπορείς λοιπόν να καταλάβεις το Μυστήριο του Χριστού, που με την τριήμερη ταφή του νίκησε τον θάνατο. Αλλά είσαι τυφλός και με θολωμένο μυαλό, ώστε να μην καταλαβαίνεις. Βλέπεις, ενώ δεν βλέπεις και επειδή είσαι εγωιστής, δεν θέλεις κιόλας να καταλάβεις".
Ο τύραννος οργισμένος για τις απαντήσεις των Αγίων διέταξε να κάψουν πολύ ένα μεγάλο τηγάνι και να τους πετάξουν μέσα.
Ο Άγιος Κυπριανός έτρεξε και πήδησε άφοβα μέσα στο τηγάνι και από εκεί είδε την Ιουστίνη που περπατούσε σιγά σιγά και της είπε:
- "Ιουστίνη, παιδί μου, θυμήσου πως νίκησες τους δαίμονες και πως και εμένα με ελευθέρωσες από την απιστία. Πάρε θάρρος για να μην τα χάσεις όλα καλό μου παιδί".
Η Αγία Ιουστίνη, έκανε το σημείο του Σταυρού και πήδησε και αυτή πάνω στο πυρακτωμένο πλέον από τη φωτιά σιδερένιο τηγάνι. Ο Θεός όμως τους φύλαξε και οι παρευρισκόμενοι θαύμασαν τους Αγίους, αφού συμπεριφέρονταν σαν να πατούσαν πάνω σε ένα δροσερό μέρος.
Βλέποντας όλα όσα συνέβαιναν μπροστά του ο τύραννος, έλεγε, ότι όλα αυτά βασίζονται στη μαγική τέχνη που ήξερε  ο Κυπριανός. Ένας όμως από τους κριτές που ονομαζόταν, Αθανάσιος είπε:
- "Εγώ λοιπόν, θα σας αποδείξω την αδυναμία του Χριστού σας και την δύναμη των προγονικών μας θεών".
Στη συνέχεια ο δυστυχής προσευχήθηκε στον Δία και στον Ασκληπιό, για να τον βοηθήσουν και πήδησε στο τηγάνι που μέσα του βρίσκονταν οι Άγιοι. Έχασε τη ζωή του αμέσως αφού ψήθηκε ζωντανός, ενώ οι Άγιοι μείνανε αρκετή ώρα μέσα στο τηγάνι, χωρίς όμως να πάθουν το παραμικρό. Ο τύραννος τώρα πια πέρα από τη λύπη για το χαμό του συνεργάτη του Αθανάσιου έβλεπε να συμβαίνουν περίεργα πράγματα μπροστά του. Κάλεσε λοιπόν κάποιον συγγενή του, τον Τερέντιο και τον ρώτησε τι να κάνει με τους δυο Αγίους. Η απάντηση του Τερέντιου ήταν πολύ συγκεκριμένη:
- "Μείνε μακριά από αυτούς τους δύο. Η δύναμη του Χριστού είναι ανίκητη γι' αυτό σε συμβουλεύω να παραπέμψεις την υπόθεση στον βασιλιά".

Το μαρτυρικό τέλος

Τελικά ο ανθύπατος Γαλέριος εξέδωσε την ακόλουθη απόφαση σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε ο Άγιος Κυπριανός και η Αγία Ιουστίνη να θανατωθούν με ξίφος:
- "Κυπριανός και Ιουστίνη αυθαδιάσαντες προς τους θεούς και ούτε δια δώρων και ούτε δια τιμωριών μεταγνώντες, ξίφει θανατούσθωσαν".
Οι Άγιοι πληροφορήθηκαν την απόφαση του Γαλέιου και χάρηκαν τόσο πολύ που ο Άγιος Κυπριανός φώναξε με φωνή μεγάλη:
- "Θεώ χάριτας".
Μετά την κοινοποίησε της απόφασης του ανθύπατου οι στρατιώτες μαζί με τους δήμιους συνόδευσαν τους Αγίους έξω από τα όρια της πόλης. Τους οδήγησαν λοιπόν σε ένα τόπο δίπλα σε ένα ποτάμι. Μέγα πλήθος κατέκλυσε τον τόπο εκείνο για να δει με τα μάτια του το μαρτυρικό τέλος των Αγίων. Την στιγμή που έφτασε όλη η πομπή στο σημείο θανάτωσης, κάποιος από το πλήθος που ονομαζόταν Θεόκτιστος, αντικρίζοντας τον Άγιο Κυπριανό να τον πηγαίνουν για θανάτωση φώναξε με φωνή μεγάλη:
- "Κάνετε μεγάλη αδικία που θανατώνετε έναν άνθρωπο καθαρό και γεμάτο αρετή".
Ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος, που τον έλεγαν Φλάβιο ακούγοντας τον Θεόκτιστο, οργίστηκε πολύ και όρμησε πάνω του, τον έριξε κάτω από το άλογο και τον σκότωσε. Μόλις λοιπόν κατέληξαν στον τόπο της θανάτωσης ο Άγιος Κυπριανός προσευχήθηκε και επειδή φοβόταν τη γυναικεία αδυναμία, παρακάλεσε τους δήμιους να αποκεφαλίσουν πρώτα την Ιουστίνη. Πράγματι, πρώτη θανατώθηκε η Αγία Ιουστίνη και ύστερα ο Άγιος Κυπριανός έδωσε εντολή να μετρήσουν στον δήμιο είκοσι πέντε χρυσά νομίσματα. Στη συνέχεια του έδεσαν τα χέρια και τα μάτια και ο δήμιος του έκοψε τη τίμια κεφαλή του.
Βρισκόμαστε λοιπόν στο έτος 268 μ.Χ. που το τίμιο αίμα του χύθηκε πάνω σε υφάσματα, τα οποία είχαν απλώσει οι Χριστιανοί για αυτό το λόγο. Τα λείψανα των Αγίων οι φρουροί τα πρόσεχαν να μην τα πάρουν οι Χριστιανοί. Κάποιοι όμως ευλαβείς, που είχαν έρθει από τη Ρώμη, βρήκαν την ευκαιρία μόλις αποκοιμήθηκαν και τα πήραν κρυφά και γύρισαν στη Ρώμη. Εκεί τα δώρισαν στην Ματρώνα Ρουδίνα, που ήταν συγγενής με τον Κλαύδιο Καίσαρα. Στη συνέχεια δόθηκαν σε κάποια άλλη γυναίκα και έκαναν θεραπείες σε όσους με πίστη κατέφευγαν για τη θεραπεία τους.

Ένα από τα πολλά σημερινά θαύματα του Αγίου Κυπριανού

Ένας ποδοσφαιριστής από την περιοχή της Αθήνας όντας θύμα μαγείας έφτασε πολύ κοντά στον θάνατο. Ο νεαρός ποδοσφαιριστής μόλις είχε εκφράσει την επιθυμία του να παντρευτεί μία κοπέλα όμορφη και σεμνή. Κάποια αντίζηλος όμως, κατέφυγε σε κάποια μάγισσα για να κάνει τον νεαρό να τρελαθεί και στο τέλος να πεθάνει. Τα μάγια όπως έχουμε αναφέρει πιο πάνω, πιάνουν όλους όσους δεν έχουν κάποιο σύνδεσμο με τα Μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η αρχή λοιπόν έγινε με το να μη θέλει να εργαστεί και είχε σαν συνέπεια να διαλύσει ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα που είχε στην κατοχή του. Στη συνέχεια δεν ήθελε να βλέπει και να συναναστρέφεται τους οικείους του και στο τέλος υπέφερε από πολύωρους και φρικτούς πονοκεφάλους, Ήταν τέτοιας έντασης οι πόνοι που τον οδήγησαν σε σημείο να επιχειήσει να δώσει μόνος τυ τέλος στην ζωή του. Παρά το ότι δεν ήθελε να βλέπει τους οικείους του, αυτοί ήταν που έτρεχαν σε γιατρούς επί δύο μήνες, χωρίς όμως να ανακαλύπτουν το τι συνέβαινε στο νεαρό και ήταν που έτρεχαν σε γιατρούς επί δύο μήνες, χωρίς όμως να ανακαλύπτουν το τι συνέβαινε στο νεαρό και είχαν φτάσει στο σημείο να αποφανθούν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα πια. Η μητέρα του νεαρού, στην απεγνωσμένη προσπάθειά της για να γίνει καλά το παιδί της, απευθύνεται σε κάποιο πρόσωπο που εμφανιζόταν σαν μέντιουμ. Το συγκεκριμένο ποόσωπο πληροφορεί την μητέρα του νεαρού ότι έχουν κάνει μάγια στο γιο της. Την πληροφορεί μάλοστα και για το πρόσωπο που τα έκανε, καθώς και για την τοποθεσία που είχαν θαφτεί κάποια οστά και που δεν ήταν παρά ένα μέορς της αυλής του σπιτιού. Πράγματι επιστρέφοντας στο σπίτι σκάλισαν το μέρος της αυλής που τους είχε υποδείξει και τα βρήκαν. Να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι ο σατανάς αν κάνει κάποιες περίεργες αποκαλύψεις τις κάνει μόνο και μόνο κγια να στερεώσει τον άνθρωπο στην πλάνη. Δεν θεραπεύει ποτέ. Θα είχαν περάσει λοιπόν δυο μήνες από τότε, που ο νεαρός άρχισε να υποφέρει και δεν κοιμόταν ενώ τις τελευταίες αυτές δεκαπέντε ημέρες δεν έτρωγε τίποτα.
Έφθασε λοιπόν στα πρόθυρα του θανάτου κάποιο Σάββατο 16 Ιουλίου. Άρχισε να χάνει την επαφή με το περιβάλλον και το πρόσωπό του ήταν μελανιασμένο. Ανάμεσα στο θρήνο και τον οδυρμό της μητέρας του κάποιοι συγγενείς τον επιβιβάζουν σε ένα αυτοκίνητο και τον πηγαίνουν αναίσθητο και ετοιμοθάνατο στο Μοναστήρι του Αγίου Κυπριανού, που βρίσκεται στη Φυλή της Αττικής. Ενημερώνουν για το ιστορικό του νεαρού και τον μεταφέρουν μέσα στον Ιερό Ναό όπου ο Ιερέας της Ιεράς Μονής αρχίζει την ανάγνωση των ευχών. Μόλις είχε αρχίσει η πάλη με τον διάβολο. Ο διάβολος ακούγοντας τους εξορκισμούς δημιούργησε μία αντίδραση στον ετοιμοθάνατο νεαρό που άρχισε να φωνάζει με κραυγές:
- "Φτάνει πια... δεν αντέχω... φτάνει πια... δεν αντέχω...".
Συνέχεια λοιπόν ο νεαρός κραύγαζε όση ώρα κράτησαν οι εξορκισμοί. Και κράτησαν μιάμιση ώρα περίπου. Πριν καλά καλά γίνει η απόλυση, ο Άγιος Κυπριανός έκανε το θαύμα του, αφού το μελάνιασμα που υπήρχε στο πρόσωπο του νεαρού υποχώρησε. Στη συνέχεια ο νεαρός ησύχασε και ζήτησε να τον αφήσουν να κοιμηθεί, Να κάνει κάτι δηλαδή που για πολύ καιρό δεν μπορούσε ούτε καν να διανοηθεί. Κοιμήθηκε έως το πρωί της Κυριακής και ξύπνησε με τις καμπάνες της Ιεράς Μονής που χτυπούσαν χαρμόσυνα για το θαύμα του Αγίου Κυπριανού.
Έγινε τελείως καλά, εξομολογήθηκε και για πρώτη φορά στη ζωή του κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στις 22 Ιουλίου έφυγε για το σπίτι του δοξάζοντας τον Θεό και τιμώντας τον προστάτη και ευεργέτη του Άγιο Κυπριανό.

 


ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΓΙΑ

Ευλογητός. Βασιλεύ Ουράνιε. Τρισάγιον.
Ελέησον ημάς, Κύριε, ελέησον ημάς.
Της ευσπλαγχνίας την πύλην. Τον Ν' ψαλμόν.
Ελέησόν με ο Θεός κ.λ.π.
Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου.

Ήχος δ'. Ως γενναίον εν μάρτυσιν.
Ιερέων εν χρίσμασι και Μαρτυρίων εν αίματι, τω Θεώ προσήγγισας, τελειώτατα, Κυπριανέ παναοίδημε, το άνθος της πίστεων, η των λόγων καλλονή, της σοφίας ακρόπολις, της ορθότητος των δογμάτων η στάθμη, των κανόνων παναρμόνιος αυθύτης, Εκκλησιών η ευπρέπεια.
Των αθλούντων την ευκλειάν, των Μαρτύρων τον στέφανον, υπογράφων, έπεισας τους θεόφρονας κατατολμάν γενναιότητα ποικίλων κολάσεων και δεσμών και φυλακή και σωμάτων γυμνώσεως και στρεβλώσεων και κρυμού δριμυτάτου και μαστιγών και θανάτου τελευταίον, Κυπριανέ πανσεβάσμιε.
Επωδαίς ταίς του δαόμονος τας ωδάς τα του Πνεύματος και Σταυρού το τρόπαιον αντιτάξασα, την παρθενίαν ετήρησας και Μάρτυς αήττητος προσηνέχθης τω Χριστώ, ιερώτατος σφάγιον όθεν έτυχες, των στεφάνων της νήκης, Ιουστίνα, των Παρθένων και Μαρτύρων, κεκοσμημένη φαιδρότησιν.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι.
Κύριε, όπλον κατά του διαβόκου, τον Σταυρόν ημίν δέδωκας. Φρίττει γαρ και τρέμει, μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησε. Δια τούτο προσκυνούμεν την ταφή Σου και την έγερσιν.

Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν

Σταυρός ο φύλαξ πάσης της οικουμένης. Σταυρός η ωραιότης της Εκκλησίας. Σταυρός βασιλέων το κραταίωμα. Σταυρός πιστών το στήριγμα. Σταυρός αγγέλων η δόξα και των δαιμόνων το τραύμα. Συνετριβήτωσαν υπό την σημείωσιν του τύπου του Σταυρού Σου πάσαι αι δυνάμεις (τρις).
Η βοήθεια ημών εν ονόματι Κυρίου του ποιήσαντος τον ουρανόν και την γην.
(και επιθείς την χείρα επί την κεφαλήν του πασχόντος λέγει:)

ΕΥΧΗ Α

Του Αγίου Κυπριανού.
Του Κυρίου Δεηθώμεν
Δέσποτα Κύριε Ιησού ο Θεός΅ημών, ο τα πάντα κρατών και κυβερνών. Άγιος και δεδοξασμένος υπάρχεις. Δι' ο Βασιλεύ των Βασιλευόντων και Κύριε των Κυριευόντων, δόξα Σοι. Ο καθήμενος εν τω φωτί τω απείρω και απροσίτω βροτοίς, δια προσευχής εμού του ταπεινού και ανάξιου δούλου Σου, φυγάδευσον τους δαίμονας και κατάργησον τας πονηρίας αυτών, ένα τα νέφη δώδωσι υετός επί πάσαν την γην και η γη δώσει τα γεννήματα αυτής εν τω καιρώ αυτών, τα δένδρα καρποφοφήσωσιν, και οι άμπελοι ευφορήσωσι πλήρεις βοτρύων, αι γυναίκες λυθώσι και ελευθερωθώσιν από του καρπού των μητρών αυτών και πας ο κόσμος άρχων και αρχόμενος, και πάσα η κτίσις λυθή από παντός δεσμού του δαίμονος.
Ο δε δούλος Σου (τάδε), συν παντί τω οίκω αυτού και τοις πράγμασι αυτού, λυθήσεται εκ παντός δεσμού σατανικού, μαγείας, μαγγανίας, και αράς και έστω λελυτρωμένος από πάσης ασθενείας και αντικείμενης δυνάμεως. Δεόμεθά Σου, Κύριε ο Θεός των Πατέρων ημών, δος, ένα λύθωσι τα εκ μαγείας, μαγγανίας, βασκανίας και πάσης σατανικής ενεργείας δεσμά αυτού και αφανισθώσι πάντα τα πονηρά έργα, δια της επικλήσεως του Παναγίου Πνεύματος Θεού Σαβαώθ.
Ναι! Κύριε του παντός, επάκουσόν μου δεομένου Σου και λυθήτω ο δούλος (...) ει εστί δεδεμένος εν ουρανώ ή εν γη ή εν ανωφλίω ή εν δέρματι αλόγων ή εν σιδήρω ή εν λίθω ή ξύλω ή εν γραμματίω, δ' αίματος ανθρώπου, ζώου, πτηνού, ή ιχθύος ή δια μελάνης ή δι' άλλου τινός, προς βλάβην αυτού ή του οίκου αυτού, και ει κατέχωσαν ή διέσπειαν αυτά εν αυλαός, εν θαλάσση, εν φρεάτι, εν μνημάτι ή εν οιωδήποτε τόπω.
Και ει δι' ονώχων ανθρώπων, ζώων, πτηνών, (ζώντων ή τεθνεώντων) ή δια χώματος τεθνεώντων εγένοντο και ει δια πασάλου ή καρφίου, ή βελόνης διεπεράσθησαν, λύσον εν τη ώρα ταύτη, Κύριε δια παντός, τη κραταιά δυνάμει Σου.
Συ Κύριε, ο Θεός ημών, ο γιγνώσκων τους τόπους, τους τρόπους και τους ανθρώπους, διάλυσον και διάρρηξον και αφάνησον τα της μαγείας έργα, ένθα κείνται, τον δε δούλον Σου (...) διαφύλαξον συν παντί τω οίκω αυτού.
Συντριβήτωσαν υπό την σημείωσιν του Τιμίου Ζωοποιού Σταυρού πάσαι αι εναντίαι δυνάμεις (τρίς). Αναχωρησάτωσαν και διαλυθήτωσαν δια παντός πάντα τα της μαγείας, μαγγανίας και βασκανίας έργα, εκ του δούλου του Θεού (...).
Ναι Κύριε, δεομένου Σου, επάκουσόν μου και ελευθέρωσον τον δούλον Σου και τον οίκον αυτού από συμπτώματος και δαιμονίου μεσημβρινού, από πάσης ασθενείας, αναθέματος, οργής, κατάρας, δυσπραγίας, καταλαλιάς, φθόνου, βασκανίας, αμελείας, νωθρότητος, λαιμαργίας, αδυναμίας, βλακείας, αφροσύνης, υπερηφανείας, ασπλαχνίας, αδικίας, αλαζονείας και πάσης πλάνης και απάτης, δια το Όνομά Σου το Άγιον και δεδοξασμένον εις τους αιώνας. Αμήν.

ΕΥΧΗ Β'

Του Κυρίου Δεηθώμεν
Εξορκίζω υμάς, δαιμόνια πονηρά, δια του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και δια πασών των αγγελικών και θείων δυνάμεων των τω Θεώ υπηρετουσών και των Αγίων Αυτού μαθητών και Αποστόλων του έχειν δύναμιν και εξουσίαν επί του πλάσματος του Θεού (τάδε) ή του οίκου αυτού. Φυγαδεύθητε, άθλιοι και πονηροί, εντεύθεν. Εκλείπειν υμάς ποιήσαι, Κύριος, ως εκλείπει καπνός από προσώπου πυρός, και μη έχειν εξουσίαν πόνους και φόβους επιφέρειν, ζημίαν ή κακόν τι έτερον εν τω σώματι και ταις σαρξίν και τοις μέλεσι τούτου του πλάσματος του Θεού (τάδε), ή του οίκου αυτού δια του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, του ελευσομένου κρίναι ζώντας και νεκρούς.

ΕΥΧΗ Γ'

Του Κυρίου δεηθώμεν
Κύριε ο Θεός ημών ο Παντοκράτωρ και παντοδύναμος, ο ποιητής του ουρανού και της γης και κτίστης πάντων, συγγνώμην παράσχου μοι και τω δούλω σου τούτω, εις όσα Σοι ημάρτομεν, ως άνθρωποι. Ναι ο Θεός του Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, ο Θεός Αγγέλων Μιχαήλ, Γαβριήλ και Ραφαήλ, Χερουβείμ, Σεραφείμ, Αρχαγγέλων, Θρόνων, Κυριοτήτων, Αρχών, Εξουσιών, Δυνάμεων και πάντων των Προφητών, Πατριαρχών, Μαρτύρων, Ομολογητών, φύλαξον τον δούλον σου (τάδε) του μη αδικήσαι αυτόν ή βλάψαι τι κακόν ή μαντικόν ή τον αρχέκακον διάβολον και τους υπουργούντας αυτώ ή κακόν άνθρωπον, ή γυναίκα, εν νυκτί και εν ημέρα, εν γη, εν θαλάσση, εν οδώ, ή περιπάτω, εν σπηλαίω, εν οίκω, εν χώρα, εν χωρίω, εν αγρώ, και εν οιωδήποτε τινί τόπω, εν οράσει ή εν ακοή, πίνοντα, τρώγοντα, αναγινώσκοντα, καθεύδοντα, αγρυπνούντα, εργαζόμενον, εν γελώτι, εν οφθαλμοίς εν νώτω, εν μικτήρσιν, εν στήθεσι, εν χερσί, εν βραχίονι, εν δακτήλοις, εν κοιλία, και υπογαστρίοις, εν ηπάτοις και εντοσθίοις πάσιν, εν χολή και αίματι, εν σαρκί και δερματίδι και πάσι τοις μέλεσι του ανθρώπου τούτου, ένδοθεν και έξωθεν, από ποδών έως κεφαλής. Ναι Παντοκράτωρ Κύριε, ελευθέρωσον τον δούλον Σου (τάδε) από πάσης μαγείας, μαντείας, δεσμού και παντός κακού.
Και ως ηλευθέρωσας τον Αδάμ εξ άδου, τον μακάριον Πέτρον εκ της φυλακής, τον Παύλον, το σκεύος της εκλογής εκ των δεσμών, δια του Αγίου Πνεύματος, τον παραλυτικόν εκ του κραββάτου, τον Λάζαρον εκ του τάφου, τον Ισραηλητικόν λαόν εκ της θαλάσσσης, τον Ιωνάν εκ της κοιλίας του κήτους, τον Λωτ εκ Σοδόμων, τους τρεις παίδας εκ της καμίνου του πυρός, τον Δανιήλ εκ των λεόντων, Νώε εκ του κατακλυσμού, Μαρίαν την Μαγδαληνήν εκ των επτά ακαθάρτων πνευμάτων, ούτως Δέσποτα, ελευθέρωσον και τον δούλον Σου (δείνα) εκ του δεσμού πάσης μαγείας, μαντείας, φαρμακείας και εκ πάσης πονηράς επιβουλής των εχθρών ημών, ορατών τε και αοράτων, και μη εχέτωσαν δύναμιν, μηδέ εξουσίαν επηρεάζειν. Και η ειρήνη του Μονογενούς Σου Υιού έστω μετ' αυτού. Αμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Εκ του κατά Ματθαίον (Θ' 32-34, Ι' 1-2, 5-9)
Τω καιρώ εκείνω προσήνεγκον τω Ιησού άνθρωπον κωφόν δαιμονιζόμενον και εκβληθέντος του δαιμονίου ελάλησεν ο κωφός και εθαύμασαν οι όχλοι λέγοντες, ότι ουδέποτε εφάνη ούτως εν τω Ισραήλ. Οι δε Φαρισαίοι έλεγον, εν τω αρχόντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια. Και προσκαλεσάμενος τους δώδεκα μαθητάς αυτού έδωκεν αυτοίς εξουσίαν κατά πνευμάτων ακαθάρτων, ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν. Τούτους τους δώδεκα απέστειλεν ο Ιησούς παραγγείλας αυτοίς λέγων "εις οδόν εθνών μη απέλθητε και εις πόλιν Σαμαρειτών μη εισέλθητε, πορεύεσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ. Πορευομένοι δε κηρύσσετε λέγοντες, ότι ήγγικεν η Βασιλεία των ουρανών. Ασθενούντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς εγείρετε, δαιμόνια εκβάλλετε. Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε".

ΕΥΧΗ Δ'

Του Κυρίου Δεηθώμεν
Κύριε των δυνάμεων και πάσης κτίσεως Δημιουργέ, πρόσδεξε τας δεήσεις, ας προσήξαμεν Σοι Δια τον δούλον Σου (δείνα) και δίωξον τους εχθρούς ημών τους αοράτους και πάντας τους εν αυτώ υπουργούντας και πάσαν αυτών πανουργίαν, αλαζονείαν και πονηράν ασθενείαν του μηδέποτε έχειν δύναμιν ή εξουσίαν κατ' αυτού, του καταδυναστεύειν και επηρεάζειν αυτόν. Επί Σοι γαρ, Κύριε, ήλπιζεν αυτός τε και ημείς και μη καταισχυθείημεν εις τον αιώνα, αλλ' εν τη δικαιοσύνη Σου και τη δυνάμει Σου, ελευθέρωσον τούτον, πρεσβείαις και ικεσίαις της Υπερενδόξου ημών  Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και πάντων των Αγίων. Αμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Εκ του κατά Ματθαίον (ΙΖ' 14-21)
Τω καιρώ εκείνω άνθρωπός τις προσήλθε τω Ιησού γονυπετών αυτώ και λέγων "Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει, πολλάκις γαρ πίπτει εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ. Και προσήνεγκα αυτόν τοις μαθηταίς Σου και ουκ ηδυνήθησαν αυτόν θεραπεύσαι". Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν "Ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη. Έως πότε έσομαι μεθ' ημών; Έως πότε ανέξομαι υμών; Φέρετέ μοι αυτόν ώδε" και επετίμησεν αυτώ ο Ιησούς και εξήλθεν απ' αυτού το δαιμόνιον και εθαραπεύθη ο παις από της ώρας εκείνης. Τότε προσελθόντες οι μαθηταί τω Ιησού κατ' ιδίαν είπον "διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό;" Ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς "δια την απιστία υμών. Αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν. Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται, ει μη εν προσευχή και νηστεία".

ΕΥΧΗ Ε'

Γρηγορίου του Δεκαπολίτου
Του Κυρίου δεηθώμεν
Δέσποτα Θεέ, Πάτερ Παντοκράτωρ, ο διοικών και κυβερνών την πάσαν κτίσιν και φυλάσσων τας ψυχάς και τα σώματα των ανθρώπων από του νοητού και δολίου δράκοντος και αποστείλας τον Μονογενή Σου Υιόν, Υπεράγιε, δια την ημετέραν σωτηρίαν, γεννηθέντα εκ της Αειπαρθένου Μαρίας, Αυτός Πανάγαθε Βασιλεύ, αποδίωξον παν πονηρόν και ακάθαρτον και εβδελυγμένον πνεύμα και πάσαν μαγείαν, φαρμακείαν, μαντείας και πάσαν ασέβειαν και πονηράν ασθένειαν από του δούλου Σου (δείνα) και παν πνεύμα επιβουλεύον και αδικούν αυτόν. Εξαλειφθήτω δε πάσα πονηρία και ακαθαρσία απ' αυτού.
Ορκίζω σε εις τον αόρατον και Υψηλότατον Θρόνον του Παντοκράτορος Θεού, παν ακάθαρτον και πονηρόν, ερχόμενον και εμφωλεύον και αδικούν αυτόν. Ορκίζω σε εις τον ανεξιχνίαστον και ακατάληπτον Θεόν, Ον τρέμουσιν οι Ουρανοί και η γη και η θάλασσα και δοξολογούσιν οι Άγιοι.
Φεύγε ανεμόπους και άνομε, φεύγε ανεμόφορε και ανεμόστροφε, φεύγε δαιμόνιον το εγείραν την δεξιάν επί την αριστεράν, φεύγε ο χαλεπός δαίμων, ο απτόμενος των καρδιών των ανθρώπων, ο ερχόμενος εις τα οστά και εις τους οφθαλμούς αυτών, ο δαμάζων τα σώματα των ανθρώπων και την σάρκα αυτών, ο απτόμενος των νεύρων και των αρτηριών αυτών, φεύγε από τον δούλον του Θεού (δείνα) και αναχώρησον από του πλάσματος Χριστού του Θεού ημών. Ορκίζω σε και αύθις εις τον επουράνιον Θεόν και Βασιλέα πάντων των ποιημάτων Αυτού και κτίσματων, και μη εμμείνης, πονηρέ και μιαρέ δαίμων εις τον δούλον του Θεού (δείνα) και την ψυχήν και την καρδία κρατήσης, μη άψη συ εις ήπαρ ή εις πνεύμονα ή εις νεφρούς, μηδέ οστά αυτού διασείσεις, μη σάρκα παραλύσης μη δακτύλους ή αστραγάλους, ή κνήμας, ή μηρούς, ή πήχεις, ή ώτα, ή εγκέφαλον αυτού αδικήσης ή υπογάστριον βαρύνης, μη ενδυθής την τάξιν των στοιχείων και διαφθείρης την τάξιν αυτών. Αλλ' έξελθε συν πάση πονηρά ασθενεία και αναχώρησον από του δούλου του Θεού (τάδε) δια τους αφορισμούς και εξορκισμούς, ους επιτιμά σοι Κύριος ο Θεός, ο Μέγας τη βουλή και αινετός τοις έργοις. Φεύγε παν κακόν και ακάθαρτον πνεύμα, και αναχώρησον από του δούλου του Θεού (δεινός) εν ονόματι του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Εκ του κατά Ματθαίον (Ε' 23 - 25)
Τω καιρώ εκείνω περιήγεν ο Ιησούς όλην την Γαλιλαίαν, διδάσκων εν ταις συναγωγαίς και κηρύσσων το Ευαγγέλιον της Βασιλείας και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ. Και απήλθεν η ακοή Αυτού εις όλην την Συρίαν και προσήνεγκαν Αυτώ πάντας τους κακώς έχοντας ποικίλαις νόσοις και βασάνοις συνεχομένους και δαιμονισμένους και σεληνιαζομένους και παραλυτικούς και εθεράπευσεν αυτούς.

ΕΥΧΗ ΣΤ'

Γρηγορίου Δεκαπολίτου
Του Κυρίου δεηθώμεν
Βασιλεύ ουράνιε Παράκλητε το Πνεύμα της Αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών ο θησαυρός των αγαθών, και ζωής χορηγός, ο ποιητής των άνω και των κάτω και πάντων των όντων εμφανών και αφανών, ο δούς εξουσίαν και δύναμιν τοις Σοις μαθηταίς και Αποστόλοις, θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν επειγενομένην τοις ανθρώποις, επάκουσον και εμού του αμαρτωλού εν τη ώρα ταύτη και δίωξον και εξάλειψον εκ του δούλου Σου (τάδε) παν πονηρόν και ακάθαρτον και πάσαν πονηράν ασθένειαν και επιβουλήν αντικειμένου δι' ευχών και δεήσεων των Αγίων Σου ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, Μάρκου και Λουκά, Φιλίππου και Ματθαίου, Ιωάννου και Θωμά, Ανδρέου και Ιακώβου και πάντων των Αγίων Αποστόλων και των εβδομήκοντα των καταβαλόντων τον άρχοντα του αιώνος τούτου, τουτέστι τον διάβολον, όπως δραπετεύση και εκρύβυ εις τόπον ητοιμασμένον αυτώ και πάσι της μετ' αυτού και ουδέν της αδικίας αυτού αδικήσει τον δούλον Σου τούτον.
Επακούσατε ουν, Άγιοι Απόστολοι, εμού του δεομένου εν τη ώρα ταύτη και περιφυλάξατε τον δούλον υμών (τάδε) από πάσης επηρείας δαιμονικής, δια του ονόματος του Πατρός του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Είτα το Απολυτίκιον. Του Αγίου Κυπριανού.
Ήχος Δ'
Και τρόπων μέτοχος, και θρόνων διάδοχος των Αποστόλων γενόμενος, την πράξιν εύρες θεόπνευστε είς θεωρίας επίβασιν, δια τούτο τον λόγον της αληθείας ορθοτομών, και τη πίστει ενήθλησας μέχρις αίματος, ιερομάρτυς Κυπριανέ, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Και το Κοντάκιον.
Ήχος Α'. Χορός Αγγελικός.
Εκ τέχνης μαγικής, επιστρέψας θεόφρον, προς γνώσιν θεϊκής, ανεδείχθεις τω κόσμω ακέστωρ σοφώτατος, τας ιάσεις δωρούμενος, τοις τιμώσι σε, Κυπριανέ συν Ιουστίνη μεθ' ης πρέσβευε τω φιλανθρώπω Δεσπότη σωθήναι τους δούλους σου.
Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φεγέτωσαν από προσώπου Αυτού οι μισούντες Αυτόν.
Ως εκλείπει καπνός εκλειπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός. Ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί από προσώπου του Θεού και οι δίκαιοι ευφρανθήτωσαν.

ΑΠΟΛΥΣΙΣ

Δόξα Σοι ο Θεός, η ελπίς ημών, δόξα Σοι
Χριστός ο αληθινός Θεός ημών, πρεσβείαις της Παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, δυνάμει του Τιμίου και Ζωοποίου Σταυρού, προστασίας των τιμίων επουράνιων Δυνάμεων Ασωμάτων, ικεσίαις του τιμίου ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, των Αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων, των εν Αγίοις Πατέρων και οικουμενικών μεγάλων διδασκάλων και ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αθανασίου και Κυρίλλου, Ιωάννου του Ελεήμονος Πατριαρχών Αλεξανδρείας, Νικολάου του εν Μύροις, Σπυρίδωνος επισκόπου Τριμηθούντος των θαυματουργών, του Αγίου Αποστόλου Πρωτομάρτυρος και αρχιδιακόνου Στεφάνου, των οσίων και θεοφόρων Πατέρων ημών Αντωνίου, Ευθυνίου, Σάββα του ηγιασμένου, Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου, Ονουφρίου, Αρσενίου, Γερασίμου του νέου ασκητού και πάντων των οσίων, των αγίων και ιαματικών Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού., Κύρου και Ιωάννου, Παντελεήμονος και Ερμολάου, Σαμψών και Διομήδους, Μωκίου και Ανικήτου, Θαλλελαίου και Τρύφωνος και Παγκρατίου του αρχιεπισκόπου, των αγίων και ενδόξων και καλλινίκων μαρτύρων Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, Δημητρίου του Μυροβλήτου, Θεοδώρου Τύρωνος και στρατηλάτου, Μηνά του θαυματουργού και ιερομάρτυτος Χαραλάμπους, των αγίων και δικαίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, του Αγίου ιερομάρτυρος Κυπριανού, Κοσμά του Αιτωλού, και νεομάρτυρος Ιακώβου και πάντων των Αγίων ελεήσαι και σώσαι ημάς, ως αγαθός και φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός.

Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων ημών,
Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών,
ελέησον και σώσον ημάς.
ΑΜΗΝ

ΒΙΟΣ: Άγιος Νικόλαος

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Κανόνας Πίστεως και Προστάτης

"Ουδείς εν πειρασμοίς σε πότε προσεκάλεσε και την λύσιν ευθύς ουκ εδέξατο, άγιε. Τους μεν εν θαλάσση, τους δε εν τη γη γαρ ου διαλείπεις σώζων εκάστοτε, ως έχων το δύνασθαι...". Μ' αυτά τα λόγια στιχούργησε και περιέγραψε ο άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, συνοπτικά, τα θαυματουργικά χαρίσματα του άγιου Νικολάου, επισκόπου Μύρων της Λυκίας, στη Μικρά Ασία.
Η τιμή που αποδίδεται από τους όπου γης χριστιανούς προς τον άγιο Νικόλαο, τόσο τους Ορθοδόξους όσο και τους Ρωμαιοκαθολικούς, ακόμα και τους Προτεστάντες, τον κατατάσσει ανάμεσα στους πιο λαοφιλείς αγίους. Και δικαιολογημένα. Γιατί ο Νικόλαος υπήρξε ότι ακριβώς επεσήμαναν και οι υμνογράφοι του: Κανόνας πίστεως, πρόμαχος πιστών, εικόνα πραότητος, πατέρας ορφανών, πέλαγος αρετών, εγκρατείας διδάσκαλος, θλιβομένων παρηγοριά, ασθενούντων ιατρός, χηρών αντιλήπτωρ, προστάτης πενήτων, σωτήρας των εν θαλάσση, ολετήρ του Αρείου, στύλος της Εκκλησίας, δόξα ιεραρχών, αχείμαστος λιμήν, βρύσις θαυμάτων...
Και πράγματι· η ζωή, η δράση, τα θαύματα και γενικά η παρουσία του Άγιου στην Εκκλησία μας δικαιολογούν τα παραπάνω. Γι' αυτό και αξίζει να εκθέσουμε τα σχετικά με το βίο και την πολιτεία του μεγάλου αυτού Αγίου, προς οικοδομήν των αναγνωστών, έπαινο του Νικολάου και δόξαν του Θεού, που μας χαρίζει τέτοιες μορφές, για ν' αποτελούν πρότυπά μας.

Πατρίδα, γονείς, παιδικά χρόνια, χειροτονία

Τα Πάταρα της Λυκίας, νοτιοανατολικό άκρο της Μικράς Ασίας, είδε το φως της ζωής ο Νικόλαος, γιος ευσεβών και σχετικά ευκατάστατων γονέων, που διακρίνονταν για την ταπεινοφροσύνη τους και την άσκηση της αρετής.
Ο αναλυτικός βιογράφος του (10ος αιώνας), Άγιος Συμεών, λογοθέτης, ο Μεταφραστής, από τον οποίο αρυόμαστε τα στοιχεία του βίου του, αναφέρει τούτο το καταπληκτικό και το οποίο δείχνει ότι ο Νικόλαος, σαν άλλος Ιωάννης Πρόδρομος, "εκ κοιλίας μητρός" ήταν ο εκλεκτός του Θεού: Ως βρέφος θήλαζε το μητρικό γάλα, όπως όλα τα μωρά. Την Τετάρτη, όμως, και την Παρασκευή θήλαζε μόνο μία φορά την ημέρα, προσιωνίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο ότι μεγαλώνοντας θα αναδεικνυόταν "εγκρατείας διδάσκαλος", όπως ψάλλουμε στο απολυτίκιό του. Κατά το υπόδειγμα του Κυρίου, ο Νικόλαος "ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενος σοφίας, και χάρις Θεού ην επ' αυτόν" (Λουκ. 2, 40). Από την παιδική του ηλικία αγωνιζόταν για την απόκτηση αρετών, έχοντας και ως παράδειγμα τους ευσεβείς γονείς του, οι οποίοι φρόντισαν έγκαιρα και για την κατά κόσμον μόρφωσή του, αφού προσέλαβαν συνετό διδάσκαλο. Ο νεαρός Νικόλαος πολύ σύντομα απέκτησε γνώσεις και την ικανότητα να μιλάει δημόσια. Απέφευγε τις κακές συναναστροφές και κάθε πειρασμό. Ευχαριστιόταν να συχνάζει στο ναό του Θεού.
Ήταν, λοιπόν, φυσικό επακόλουθο ότι πολύ ενωρίς οι χριστιανοί των Πατάρων ζήτησαν επίμονα από τον επίσκοπο της πόλης Μύρα της Λυκίας, που γνώριζε το νεοχειροτονηθέντα ιερέα, με το προορατικό χάρισμά του είπε: "Θα είναι ο Νικόλαος παρηγοριά για τους πενθούντες, θα ποιμαίνει με καλό τρόπο της ψυχές, θα επιστρέψει στην πίστη πλανεμένους, θα σώσει πολλούς που κινδυνεύουν". Και τα όσα ακολούθησαν, έβγαλαν τα λόγια του αληθινά.

Ο θάνατος των γονιών του και η κληρονομιά

Μετά τη χειροτονία του επιδόθηκε με ακόμα μεγαλύτερο ζήλο σε σκληρότερους πνευματικούς αγώνες, νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές, ελεημοσύνες. Όλα αυτά εκτιμώντας ο θείος του, επίσης Νικόλαος, του ανέθεσε την διοίκηση ενός ναού που είχε ανεγείρει ο ίδιος και αργότερα τον είχε μετατρέψει σε μοναστήρι. Στη διάρκεια δε που ο ίδιος πραγματοποίησε "ιερή αποδημία" στους Άγιους Τόπους για να προσκυνήσει τα εκεί σεβάσματα της Πίστεως, ο Νικόλαος και οι συνεργάτες του διοίκησαν με περισσή σύνεση τα του μοναστηριού και της επισκοπής.
Στο μεταξύ έφυγαν από την πρόσκαιρη τούτη ζωή οι γονείς του κι έτσι έμεινε, ως μοναχοπαίδι, ο μοναδικός κληρονόμος της αρκετά μεγάλης περιουσίας τους. Ο Νικόλαος έπραξε όσα αρμόζουν για την κηδεία τους. Αλλά ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκε για την κληρονομιά κάτι που έχει σχέση με τον εαυτό του. Πως θα μπορούσε άλλωστε να κάνει κάτι παρόμοιο, αυτός που από παιδί είχε χαλιναγωγήσει κάθε γήινη επιθυμία κι είχε διαρκώς προσηλωμένη στα ουράνια την ψυχή του; Ίσα ίσα που θεώρησε άριστη ευκαιρία φιλανθρωπίας την κληρονομιά που του άφησαν οι γονείς του.
Έτσι με απλοχεριά στάθηκε βοηθός και συμπαραστάτης σε όσους είχαν ανάγκη στήριξης. Μη λησμονώντας ποτέ το "μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου" (Ματθ. 6, 3), σκόρπισε και έδωσε στους φτωχούς. Από τα αναρίθμητα περιστατικά φιλανθρωπίας του Αγίου Νικολάου, ο συναξαριστής - βιογράφος του αναφέρει λεπτομερώς το επόμενο:

Σώζει από την ατίμωση τρεις αδελφές

Κάποιος πατέρας είχε τρεις πολύ όμορφες θυγατέρες, σε ηλικία γάμου. Κι ενώ ήταν πλούσιος, ήρθαν έτσι τα πράγματα και ξέπεσε. Δεν μπορούσε πλέον να ζήσει την οικογένειά του. Κι αφού δεν έβρισκε άλλη διέξοδο στο πρόβλημα του, σκέφτηκε πως αν εξέδιδε τις κόρες του του - πράγμα εύκολο, επειδή και οι τρεις διακρινόταν για τα νιάτα και την ομορφιά τους - θα έβγαινε από την οικτρή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει. Όμως και πάλι δεν το σήκωνε η πατρική του συνείδηση. Αν μπορούσε να τις παντρέψει, θα ήταν καλύτερο. Αλλά πως, αφού δεν ήταν σε θέση να διαθέσει και την παραμικρή προίκα, όπως συνηθιζόταν και τότε: Πραγματικά, το δίλημμα που  του προκαλούσε η φτώχεια ήταν φοβερό. Όμως δεν εύρισκε άλλη λύση. Είχε πάρει την απόφαση να εκδώσει τις τρεις κόρες του...
Ο φιλάνθρωπος, όμως Θεός που θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι, βρήκε τρόπο και έφτασε στ' αφτιά του Νικολάου η απόφαση του τραγικού αυτού πατέρα. Και τι κάνει ο άγιος αυτός άνθρωπος; Αποφασίζει να σώσει την κατάσταση, αλλά με πολύ διακριτικό τρόπο: Γνωρίζοντας ότι θα πλήγωνε την υπερηφάνεια του ξεπεσμένου πλούσιου πατέρα, δεν έρχεται να τον συναντήσει προσωπικά και να συζητήσει μαζί του το πρόβλημα, προσφέροντας και τη βοήθειά του. Αλλά, αφού πήρε ένα πουγγί με χρυσά νομίσματα, πήγε νύχτα στο σπίτι του δύστυχου εκείνου πατέρα κι από το μισάνοιχτο παράθυρο το έριξε μέσα, και πριν τον αντιληφθεί κανένας, γύρισε αθόρυβα στο σπίτι του.
Όταν το πρωί ο ξεπεσμένος οικονομικά πατέρας βρήκε το πουγγί με τα χρυσά νομίσματα απόρησε. Σκεφτόταν, μα δεν πήγαινε το μυαλό του σε κανέναν από τους "κατέχοντες" που να είχαν τέτοια καρδιά, ώστε να του κ΄νουν αυτή την ευεργεσία. Έτσι απέδωσε το γεγονός στον ελεήμονα Θεό. Μετανιωμένος, μάλιστα, φι αυτό που σχεδίαζε για τις κόρες του, έσπευσε να παντρέψει τη μεγαλύτερη, προικίζοντάς την με τα χρυσά νομίσματα. Ο άγιος Νικόλαος πληροφορήθηκε το γεγονός. Ευχαριστήθηκε για το ότι ο πατέρας αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο της προσφορά, σώζοντας έτσι από την αμαρτία την κόρη ου. Γι' αυτό και επανέλαβε με τον ίδιο τρόπο, για τη δεύτερη κόρη, τη δωρεά: Νύχτα, απαρατήρητος, έριξε από το παράθυρο δεύτερο πουγγί με χρυσά νομίσματα. Και πάλι ο πατέρας ενήργησε με σύνεση, αποδίδοντας και τη νέα ευεργεσία στο Θεό, τον οποίο αφού ευχαρίστησε με δάκρυα στα μάτια, παρακάλεσε να του αποκαλύψει τον άνθρωπο που χρησιμοποιούσε ως όργανό του για να τον λυτρώσει από τη "μνηστεία" της κόρης του με τον διάβολο. Στο μεταξύ πάντρεψε και τη δεύτερη θυγατέρα του, περίμενε δε ότι ο άγνωστος ευεργέτης θα έκανε το ίδιο και για την τρίτη κόρη.
Γι' αυτό και βρισκόταν σε ετοιμότητα, επειδή ήθελε οπωσδήποτε να τον γνωρίσει, ώστε να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. Τα βράδια έμενε ξάγρυπνος. Έτσι, όταν ο άγιος Νικόλαος, με χίλιες προφυλάξεις, πλησίασε και έριξε από το μισάνοιχτο παράθυρο το πουγγί με τα χρυσά νομίσματα και απομακρύνθηκε βιαστικά, ο πατέρας τον ακολούθησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Καθώς τον πρόλαβε, διεπίστωσε ποιος ήταν. Και πέφτοντας στα πόδια του, τον ευχαριστούσε, αποκαλώντας τον ευεργέτη του ίδιου και των τριών θυγατέρων, τις οποίες έσωσε από την αμαρτία. Κι ο μεγάλος και συνάμα ταπεινός Νικόλαος, αφού τον σήκωσε, τον δέσμευσε με όρκους να κρατήσει μυστικό ότι είχε γίνει ως τότε.
Φυσικά αυτή η τριπλή ευεργεσία δεν υπήρξε η μόνη. Γιατί στο καθημερινό του πρόγραμμα ήταν η φιλανθρωπία. Μοίραζε στους φτωχούς ρούχα και τρόφιμα ή χρήματα, ανακουφίζοντας έτσι κάθε έναν που ήταν εμπερίστατος.

Ιερή αποδημία στους Αγίους Τόπους και θαύματά του

Κάποτε ο Νικόλαος απεφάσισε να μεταβεί στους Αγίους Τόπους, εκεί όπου γεννήθηκε ως άνθρωπος ο Ιησούς Χριστός, δίδαξε, θαυματούργησε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, ιδρύθηκε η πρώτη Εκκλησία και όπου υπήρχαν πάμπολλα ιερά προσκυνήματα, τα οποία επιθυμούσε να επισκεφθεί και να κάμψει ευλαβικά τα γόνατά του. Απώτερος στόχος του, βέβαια, ήταν να βρει έρημο τόπο για να ασκηθεί στην ησυχία. Πριν, όμως, να φτάσει στον προορισμό του, συνέβησαν πάνω στο καράβι, που μετέφερε τον ίδιο και τους άλλους ταξιδιώτες, κάποια γεγονότα τα οποία έδωσαν την ευκαιρία στον πιστό δούλο του Θεού να φανερώσει τις θαυμαστές επεμβάσεις του Κυρίου. Συγκεκριμένα:
Ενώ το αιγυπτιακό πλοίο κατευθυνόταν στην Παλαιστίνη, ο Άγιος προέβλεψε ότι θα αντιμετώπιζαν σφοδρή τρικυμία. Είχε δει στον ύπνο του ότι ο διάβολος ανέβηκε στο πλοίο κι έκοψε με μαχαίρι τα σχοινιά του ιστίου και των πηδαλίων, το έδεσε γύρω γύρω, το στριφογύρισε και προσπαθούσε να το βυθίσει. Και πράγματι, ξαφνικός άνεμος προκάλεσε τρικυμία και πανικό στους ναύτες. Οι οποίοι έσπευσαν κοντά στο Νικόλαο, προσεύχονταν στο Θεό και ζητούσαν τη μεσιτεία του, γιατί πίστευαν ότι είχε πάνω του την ευλογία και τη χάρη του Κυρίου. Ο Άγιος τους καθησύχαζε, του έδινε θάρρος και τους διαβεβαίωνε ότι όλα θα περάσουν γρήγορα. Και, ώ του Θαύματος! Έτσι και έγινε. Οι ναύτες και οι ταξιδιώτες ευχαρίστησαν το Θεό και τον άνθρωπό του Άγιο Νικόλαο, για τη σωτηρία τους.
Ο διάβολος, όμως, που δεν του άρεσε το ότι ματαιώθηκε το σχέδιό του για την βύθιση του πλοίου, προκάλεσε νέα δοκιμασία: Ένας ναύτης είχε ανεβεί ψηλά στο μεσαίο κατάρτι για να δέσει κάποιο σχοινί. Όταν τελείωσε την αποστολή του, ενώ κατέβαινε, γλίστρησε και πέφτοντας στο κατάστρωμα χτύπησε θανάσιμα. Ο Νικόλαος έσπευσε κοντά του, προσευχήθηκε θερμά στο Θεό και ανέστησε το νεκρό ναύτη, προς μεγάλη χαρά των συνταξιδιωτών και του πληρώματος, που δόξασαν απ' την καρδιά τους τον Κύριο για το θαύμα κι ευχαρίστησαν τον άγιο. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, πλήθος ασθενών προσέρχοταν στον άνθρωπο του Θεού και θεραπευόταν από τις αρρώστιες.
Ο Νικόλαος πήγε, στη συνέχεια, στον Τάφο του Κυρίου, στο Γολγοθά, και στον ιερό ναό όπου φυλασσόταν ο Τίμιος Σταυρός. Πλησιάζοντας στον ιερό ναό οι πύλες του άνοιξαν μόνες τους! Ο δούλος του Θεού προσκύνησε με ευλάβεια τα ιερά σεβάσματα της Πίστης. προσευχήθηκε με όλη τη δύναμη της καρδιάς και του νου του και έλαβε πρόσθετη δύναμη και χάρη. Στην Παλαιστίνη παρέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα, έλαβε όμως εντολή του Κυρίου να επιστρέψει στην έδρα του, για να μη τον στερείται επί μακρόν το ποίμνιό του.
Νέα δοκιμασία του επεφύλασσε ο διάβολος και σ' αυτό το ταξίδι της επιστροφής. Ο καπετάνιος και οι ναύτες του πλοίου με τους οποίους είχε συμφωνήσει να τον μεταφέρουν στην πατρίδα του, αθέτησαν τη συμφωνία. Και επειδή τους ευνοούσαν οι άνεμοι κατευθύνθηκαν προς την δική τους πατρίδα. Η θεία Δίκη όμως, τους τιμώρησε: Σφοδρή ξαφνική καταιγίδα μετατόπισε το πηδάλιο, άλλαξε την κατεύθυνση της πορείας του πλοίου, απείλησε το πλήρωμα με καταποντισμό και τελικά οδήγησε το καράβι στο λιμάνι - προορισμό του Αγίου Νικολάου. Παρά την κακή συμπεριφορά του πληρώματος ο Νικόλαος, όντας πράος και φιλάνθρωπος, προσευχήθηκε στο Θεό και Εκείνος έδωσε να επιστρέψουν γρήγορα και χωρίς περιπέτειες στην πατρίδα τους, ενώ ο Άγιος επανήλθε στη Μονή της Αγίας Σιών, που είχε ιδρύσει ο θείος του, και στην οποία τον υποδέχτηκαν όλοι με χαρά.

Γίνεται επίσκοπος με θαυμαστό τρόπο

Ο Νικόλαος, πλημμυρισμένος από τη χαρά και τη χάρη της επίσκεψης των Αγίων Προσκυνημάτων στην Παλαιστίνη, συνέχισε το θεοφιλές έργο του ως ιερέας στην ενορία και την πόλη του.
Συνέβη, όμως, και πέθανε ο ιεράρχης της πόλης των Μυρέων. Οι επίσκοποι της περιοχής αποφάσισαν να χειροτονήσουν αντικαταστάτη του πρόσωπο που να είναι κατά πάντα άξιο για το υψηλό υπούργημα της ιεροσύνης. Όταν συντάχτηκαν για το σκοπό αυτό, κάποιος - με θεία έμπνευση - πρότεινε να εμπιστευθούν στην προσευχή το θέμα της επιλογής του προσώπου. Οι λοιποί συμφώνησαν, ενώ ο Κύριος φανέρωσε σε έναν επίσκοπο ποιον έπρεπε να εκλέξουν: Να σταθούν κοντά στις πύλες του ιερού ναού· όποιος θα ερχόταν και θα έμπαινε σ' αυτόν για να προσευχηθεί, αυτός θα ήταν ο εκλεκτός του Θεού για τον αρχιερατικό θρόνο της Εκκλησίας των Μυρέων!
Ενώ, λοιπόν, όλοι προσεύχονταν, έφτασε ο Νικόλαος - παρακινημένος από το Άγιο Πνεύμα - στον ιερό ναό για να προσευχηθεί. Εκεί συναντήθηκε με τον επίσκοπο στον οποίο είχε αποκαλυφθεί το θέλημα του Θεού. Ο οποίος τον ρώτησε, πως ονομάζεται. Για ν' ακούσει: "Νικόλαος αμαρτωλός, Δέσποτα, δούλος της αγιότητάς του". Από την απάντησε, την ιεροπρέπεια και την όλη παρουσία του Νικολάου πείστηκε ότι αυτός ήταν ο εκλεκτός του Θεού. Και του είπε: "Τέκνο μου, ακολούθησέ με". Και τον οδήγησε στους άλλους επισκόπους. Οι οποίοι συμφώνησαν με τα γενόμενα. Πήγαν, λοιπόν, το Νικόλαο στο μέσον του ιερού ναού.
Στο μεταξύ η είδηση είχε αστραπιαία διαδοθεί σ' όλη την πόλη, με αποτέλεσμα να συρρεύσουν πλήθη χριστιανών. Οι επίσκοποι είπαν σ' αυτούς: "Δεχθείτε, αδελφοί, τον ποιμένα σας με προθυμία. Αυτόν που έχρισε το Άγιο Πνεύμα για σας, αυτόν που δεν εκλέξαμε εμείς αλλά τον όρισε ο Θεός...". Οι χριστιανοί ευχαρίστησαν το Θεό για την επιλογή του.
Ακολούθησε η χειροτονία του Νικολάου και η ανάληψη των καθηκόντων διαποίμανσης της επισκοπής των Μυρίων. Ο φθονερός, όμως, διάβολος, που "ως λέων ωρυόμενος" σκοπό έχει να βλάπτει ψυχές και να πολεμάει την Εκκλησία του Θεού, προκάλεσε νέο σφοδρό διωγμό κατά των χριστιανών. Αυστηρά αυτοκρατορικά διατάγματα απαιτούσαν θυσίες στα είδωλα, απειλούσαν συλλήψεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια, μαρτυρικούς θανάτους. Όπως ήταν φυσικό ο Νικόλαος, ο γνωστός και στους ειδωλολάτρες αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας, συνελήφθη μεταξύ των πρώτων. Αλυσοδέθηκε, βασανίστηκε, φυλακίστηκε μαζί με άλλους χριστιανούς. Αν και φυλακισμένος, κατά το χρονικό αυτό διάστημα που δεν ήταν και μικρό, δεν έπαψε να ενισχύει το ποίμνιο του, να στηρίζει τους χριστιανούς στην πίστη του Χριστού, να χαλυβδώνει τους γενναίους αγωνιστές.
Και ο θρίαμβος της Πίστεως δεν εβράδυνε να έρθει. Με την εμφάνιση του σημείου του Σταυρού στον ουρανό, με την προτροπή "εν τούτω νίκα", ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος που η ιστορία των ονόμασε μέγα και η εκκλησία Ισαπόστολο, έπαυσε τους τρομερούς διωγμούς. Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων αναγνώρισε το δικαίωμα της ανεξιθρησκείας. Οι χριστιανοί ήταν πλέον ελεύθεροι να λατρεύουν το Θεό τους. Αποφυλακίστηκαν οι κρατούμενοι σ' όλη την αυτοκρατορία. Και ο Νικόλαος, φυσικά, επέστρεψε ελεύθερος στην εκκλησία του, "μάρτυρας κατά την προαίρεση και στεφανωμένος με το στέφανο του μαρτυρίου χωρίς να χύσει, βέβαια το αίμα του", όπως σημειώνει ο συναξαριστής του.

Η συμμετοχή του Νικολάου στην Α' Οικουμενική Σύνοδο

Ενώ η Εκκλησία του Χριστού απαλλάχθηκε από τους διωγμούς και βγήκε από τις κατακόμβες, απολαμβάνοντας μετά από τρεις αιώνες την ελευθερία της, νέες δοκιμασίες τη βρήκαν: Οι αιρέσεις. Μεγαλύτερη ήταν η απειλή από την αίρεση του Αρείου, ο οποίος δίδασκε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι κτίσμα και αρνιόταν τη θεότητά του. Ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκάλεσε τότε την Α' Οικουμενική Σύνοδο, το έτος 325, στη Νίκαια της Βιθυνίας. Στην οποία όχι μόνο συμμετείχε και ο αρχιεπίσκοπος Μύρων Νικόλαος, ο κανόνας αυτός της Πίστεων, αλλά με φλογερό τρόπο απέδειξε ότι όσα δίδασκε ο Άρειος ήταν φλύαρα και δεν είχαν σχέση με την αλήθεια. Σύμφωνα, μάλιστα, με την παράδοση, σε κάποια στιγμή των εργασιών της Συνόδου, "τόσο οργίστηκε ο Νικόλαος από τα βλάσφημα λόγια του Αρείου, ώστε όρμησε στο βήμα και ράπισε το ρήτορα (αυτός, που ήταν πρότυπο πραότητας). Η πράξη του αυτή προκάλεσε την άνεση αντίδραση του παρευρισκόμενου Μεγάλου Κωνσταντίνου και κατά διαταγή του τα όργανα της τάξεως των συνέλαβαν, του αφαίρεσαν τα σύμβολα του αρχιερατικού του αξιώματος, δηλαδή το Ευαγγέλιο και το ωμοφόριο, και τον φυλάκισαν επί τόπου. Η δικαίωση του όμως ήλθε το βράδυ της ίδιας εκείνης ημέρας. Παρουσιάστηκαν στο κατάκλειστο και σκοτεινό κελί της φυλακής του ο Χριστός και η Παναγία, έλυσαν τα δεσμά του και του επέστρεψαν τα ιερά σύμβολα, που του είχαν αφαιρεθεί εκείνο το πρωί.

Σωτηρία της πόλης από την πείνα

Ο θαυματουργός Άγιος, όταν φοβερός λιμός (πείνα) έπληξε και την περιοχή της Λυκίας, με τρόπο που προσιδιάζει στους θεράποντες του Θεού μερίμνησε για την αντιμετώπισή της: Εμφανίστηκε στον ύπνο ενός εμπόρου σταριού, που είχε φορτώσει το καράβι του με το πολύτιμο αυτό αγαθό και τον έπεισε ν' αλλάζει προορισμό και να μεταφέρει το φορτίο του σταριού στο λιμάνι της επαρχίας των Μυρέων. Για να μη φέρει, μάλιστα, αντίρρηση άφησε δίπλα του τρία χρυσά νομίσματα!
Όταν ξύπνησε ο έμπορος θυμήθηκε το όνειρο. Και καθώς βρήκε και τα τρία νομίσματα, όπως είχε δει στον ύπνο του, άλλαξε πορεία, πήγε και πούλησε το στάρι στους κατοίκους των Μύρων και έτσι σώθηκαν από την πείνα οι χριστιανοί της ευρύτερης περιοχής, χάρη στον πονετικό ποιμένα τους!

Άλλες θαυμαστές επεμβάσεις - Η περίπτωση των τριών στρατηγών

Ο Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής αφιερώνει πολλές σελίδες από το βίο και την πολιτεία του Αγίου Νικολάου, προκειμένου να εξιστορήσει την καταστολή μιας επανάστασης στη Φρυγία με την επέμβαση τριών στρατηγών, κατόπιν εντολής του αυτοκράτορα, το ρόλο του Νικολάου, την κατασυκοφάντηση και φυλάκιση των στρατηγών, την καταδίκη τους σε θάνατο και τη σωτήρια επέμβαση του Αγίου Συγκεκριμένα και με κάθε δυνατή συντομία:
Στην περιοχή της Μεγάλης Φρυγίας (Μ. Ασία) ξέσπασε επανάσταση. Ο αυτοκράτορας Μ. Κωνσταντίνος έστειλε τρεις στρατηγούς (Νεπωτιανό, Ούρσο και Ερπυλίων), με ανάλογο στρατό, να την καταστείλουν και να επαναφέρουν την τάξη. Ο στρατός, με καράβια, έφτασε σ' ένα λιμάνι της Λυκίας, αλλά λόγω της θαλασσοταραχής δεν μπορούσε ν' αποπλεύσει. Οι στρατιώτες ενώ βγήκαν στην πόλη για προμήθειες, άρχισαν δυστυχώς να επιδίδονται σε κλοπές και βιαιοπραγίες σε βάρος των κατοίκων. Όταν το πληροφορήθηκε ο επίσκοπος Νικόλαος, έσπευσε στους κατοίκους και τους τρεις στρατηγούς, που έτρεξαν να τον συναντήσουν. Όταν ο Νικόλαος έμαθε την αιτία της εκεί παρουσίας τους τους προσκάλεσε να κατέβουν από τα πλοία και τους φιλοξένησε με εγκαρδιότητα. Γεγονός που συνετέλεσε στο να ηρεμήσουν οι στρατηγοί τους στρατιώτες και η πόλη να επανεύρει την ησυχία της.
Ενώ λοιπόν, οι στρατηγοί με τη δύναμή τους αναχωρούσαν για τη Μεγάλη Φρυγία, κάτοικοι της πόλης ενημέρωσαν το Νικόλαο ότι ο τοπικός διοικητής Ευστάθιος, δωροδοκημένος από φθονερούς ανθρώπους, είχε καταδικάσει σε θάνατο τρεις αθώους πολίτες, που επρόκειτο να  εκτελεστούν. Τότε ο Άγιος επίσκοπος, παίρνει μαζί του τους τρεις στρατηγούς και αναζητώντας βρίσκει τους τρεις καταδικασμένους, που τους είχαν μεταφέρει στην τοποθεσία Διόσκουροι, όπου θα γινόταν και η εκτέλεσε τους. Ο όχλος που αρέσκεται, δυστυχώς, σε παρόμοια θεάματα, είχε από νωρίς συγκεντρωθεί εκεί, ενώ ο δήμιος ήταν έτοιμος για το μακάβριο έργο του.
Καθώς ο Άγιος Νικόλαος αντίκρυσε τη συγκλονιστική εικόνα, όντας συγχρόνως αυστηρός και πράος, έτρεξε προς το δήμιο και με αποφασιστικότητα του άρπαξε το ξίφος, το πέταξε στο χώμα και έλυσε τους αθώους καταδίκους. Το γεγονός προκάλεσε τρομερή εντύπωση σ' όλους. Κανένας, ούτε ο δήμιος, δεν αντέδρασε. Ύστερα, όμως, κυριευμένοι όλοι από την έκπληξη, άρχισαν να επευφημούν τον επίσκοπο τους, με αποτέλεσμα και ο Ευστάθιος να πλησιάσει το Νικόλαο, θέλοντας να πέσει στα πόδια του, ζητώντας τη συγχώρεσή του. Εκείνος τον προειδοποίησε ότι αν ξαναπάρει άδικες αποφάσεις θα τον καταγγείλει στον αυτοκράτορα και θα ζητήσει την τιμωρία του από το Θεό. Οι τρεις διασωθέντες έχυναν δάκρυα χαράς για τη σωτηρία τους και ευγνωμονούσαν τον Άγιο και το Θεό. Ενισχυμένοι ηθικά απ' όσα έβλεπαν και οι τρεις στρατηγοί, πήγαν στη Φρυγία, διευθέτησαν με επιτυχία την κρίση που είχε ξεσπάσει και θριαμβευτές επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και συνέχισαν να ζουν κοντά στα ανάκτορα, έχοντας την εξαιρετική εύνοια του αυτοκράτορα.

Συκοφαντούνται και φυλακίζονται

Η εύνοια, όμως, αυτή προκάλεσε το φθόνο κάποιων ανθρώπων, που όντας φίλοι του επάρχου, συκοφάντησαν τους τρεις στρατηγούς, ότι δήθεν οργάνωναν στάση σε βάρος του αυτοκράτορα. Ο έπαρχος, εξαγορασμένος με πολύ χρυσάφι από τους φθονερούς αυλικούς, έπεισε τον αυτοκράτορα ότι οι δήθεν πληροφορίες για τη στάση ήταν αληθινές και εκείνος διέταξε τη σύλληψη και φυλάκιση των τριών, χωρίς απολογία και χωρίς οι ίδιοι να γνωρίζουν το λόγο! Επειδή, όμως, οι συκοφάντες ανησυχούσαν μήπως αποκαλυφθούν τα σατανικά ψέματά τους, έπεισαν εκ νέου τον έπαρχο να εισηγηθεί στον αυτοκράτορα την καταδίκη και εκτέλεση των στρατηγών.
Ο έπαρχος, όντας ενεργούμενο πλέον των συκοφαντών, εμφανίστηκε στον αυτοκράτορα και λέγοντας του και πάλι ψέματα, ότι οι τρεις στρατηγοί και από την φυλακή τους προσπαθούσαν να οργανώσουν την ανατροπή του, κατάφεραν να τον θορυβήσουν. Έτσι εκείνος, με απόφασή του, τους καταδίκασε σε θάνατο, όρισε δε να εκτελεστούν την επόμενη κιόλας ημέρα. Αγγελιοφόρος ανακοίνωσε το γεγονός στο δεσμοφύλακα, κι εκείνος με τη σειρά του στους τρεις στρατηγούς. Οι οποίοι, εξαιτίας της αδικίας που τους γινόταν, έπεσαν στην απελπισία. Θρηνούσαν γοερά, τραβούσαν τα μαλλιά του, ξέσχιζαν τα ρούχα τους, έλεγαν με πόνο ψυχής: "Ποιος δαίμονας μας βάσκανε; Τι κακό πράξαμε και καταδικαστήκαμε σαν κακούργοι; Ποιοι μας κατηγόρησαν χωρίς λόγο ...;".
Κι ενώ έτσι ολοφύρονταν, ένας - ο Νεπωτιανός, θυμήθηκε τον Άγιο Νικόλαο και τον τρόπο με τον οποίο είχε συμπαρασταθεί και σώσει τους τρεις άδικα καταδικασμένους πολίτες στα Μύρα. Υπενθύμισε το γεγονός στους άλλους δύο στρατηγούς και αμέσως γονάτισαν και με δάκρυα ικέτευαν το Θεό να τους σώσει, με τη μεσιτεία τους αγίου επισκόπου του.

Ο Νικόλαος εμφανίζεται στο βασιλιά και τον έπαρχο

Και ο φιλάνθρωπος Θεός, ο προστάτης των αδικουμένων που τον επικαλούνται, άκουσε την προσευχή τους. Και έστειλε τον άγιο Νικόλαο να εμφανιστεί σε όνειρο στον αυτοκράτορα και να του πει: "Σήκω γρήγορα και ελευθέρωσε τους τρεις στρατηγούς, γιατί η κατηγορία σε βάρος τους είναι συκοφαντική και ψεύτικη". Προειδοποίησε δε, ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του, θα υποκινηθεί εξέγερση εναντίον του και ανατροπή από τον θρόνο. Στην ερώτηση του έντρομου βασιλιά, "ποιος είναι και πως τολμάει να τον προειδοποιεί απειλητικά, απάντησε: Είμαι ο Νικόλαος, αρχιεπίσκοπος των Μύρων".
Την ίδια ώρα ο άγιος είχε εμφανισθεί και στον έπαρχο Αβλάβιο και του έδωσε την ίδια εντολή. Όταν αυτός ξύπνησε, προσπαθούσε να εξηγήσει τη σημασία του ονείρου. Καταφτάνει, όμως απεσταλμένος του βασιλιά και του ανακοινώνει την οπτασία. Το ίδιο πράττει και ο έπαρχος. Μένουν κατάπληκτοι και οι δύο. Και μη μπορώντας να εξηγήσουν το γεγονός, κάλεσαν τους τρεις στρατηγούς, που όταν τους παρουσίασαν μπροστά του, είπε ο βασιλιάς: "Τι είδους μάγια χρησιμοποιήσατε και μας στείλατε τέτοιες οπτασίες και απειλές;". Οι τρεις απόρησαν με την ερώτηση. Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι σεν είχαν γνώση κι έγινε πιο ήπιος. Εκείνοι αρνήθηκαν κάθε ανάμιξη και συγκινημένοι απάντησαν: "Ούτε τι είναι η μαγεία ξέρουμε, ούτε απειλές σε βάρος σου απευθύναμε. Αρχή δική μας ήταν και είναι: Να τιμάμαι το βασιλιά και να προτιμάμε την ευμενή μας προς αυτόν διάθεση. Γι' αυτό και μας ξεχώρισες απ΄όλους και μας ανέθεσες την καταστολή της εξέγερσης στη Μεγάλη Φρυγία, έργο που φέραμε σε πέρας. Ίσως γι' αυτό και λόγω της εύνοιας που μας είχες δείξει, κάποιοι μας φθόνησαν και μας συκοφάντησαν ενώπιόν σου ...".
Ο βασιλιάς επηρεασμένος από την ειλικρίνεια των τριών, αλλά και την εμφάνιση του αγίου Νικολάου, ανακάλεσε την προηγούμενη απόφασή του και του αθώωσε. Οι στρατηγοί ευχαρίστησαν τον αυτοκράτορα και εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους προς το Θεό και τον άγιο Νικόλαο. Έσπευσαν δε να μεταβούν στα Μύρα της Λυκίας για να τον ευχαριστήσουν και προσωπικά, ενώ του μετέφεραν και τα δώρα που του έστειλε ο βασιλιάς (χρυσό ευαγγέλιο, επιχρυσωμένες λαμπάδες κ.α.) για να τ' αφιερώσει στον ιερό ναό.

Προστάτης και βοηθός όσων ταξιδεύουν στη θάλασσα

Όλες αυτές οι θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού, που γίνονταν με τη μεσιτεία του αγίου Νικολάου, συνετέλεσαν στο να διαδοθεί η φήμη του αρχιεπισκόπου Μύρων της Λυκίας σ' όλο τον κόσμο, ενώ ακόμα ζούσε ο μακάριος αυτός άνθρωπος. Γράφει ο Συμεών ο βιογράφος του: "Η φήμη του πήρε φτερά, πέταξε ψηλά, έτρεχε παντού και αγκάλιαζε τα πάντα, διάβαινε το πέλαγος, τριγύριζε σ' ολόκληρη τη θάλασσα και δεν υπήρχε τόπος που να μη ακούει για τις θαυμαστές επεμβάσεις του". Αναφέρει δε και τα ακόλουθα περιστατικά:
Ένα καράβι κατά το ταξίδι του συνάντησε φοβερή θαλασσοταραχή. Το πλήρωμα έχασε κάθε ελπίδα σωτηρίας. Είχαν όμως οι ναύτες ακουστά, ότι ο άγιος Νικόλαος έσπευδε σε βοήθεια όσων επικαλούνταν τη συμπαράστασή του. Προσευχήθηκαν λοιπόν θερμά υψώνοντας το χέρια τους κι ήταν σα να τον είχαν εκεί μπροστά τους και εξαρτούσαν απ' αυτόν τη σωτηρία τους. Και ω του θαύματος! Εκείνος παρουσιάστηκε και τους είπε: "Με καλέσατε και ήρθα". Κι αφού τους είπε να έχουν θάρρος και να ελπίζουν στο Θεό, πήρε το πηδάλιο στα χέρια του και κατηύθυνε το καράβι, επιτίμησε δε και τη θάλασσα η οποία γαλήνεψε, όπως κάποτε είχε κάνει και ο Χριστός (Ματθ. 8, 23-27).
Φτάνοντας στο λιμάνι ήθελαν οι ναύτες να προφτάσουν αυτόν που τους είχε σώσει. Ρωτώντας έμαθαν ότι είχε πάει στο ναό, όπου κατευθύνθηκαν κι αυτοί. Δε δυσκολεύτηκαν να αναγνωρίσουν τον άγιο Νικόλαο ανάμεσα στους άλλους ιερωμένους. Έτρεξαν και έπεσαν στα πόδια του, ενώ του εξέφραζαν μεγαλόφωνα τις ευχαριστίες τους και στους απορημένους χριστιανούς που παρευρίσκονταν εξηγούσαν συγκινημένοι πως σώθηκαν από τον άγιο. Άλλα εκείνος γνώριζε πως υπήρχε ανάγκη οι ναύτες να σωθούν και από τις φουρτούνες που απειλούσαν την ψυχή τους, η οποία - με το θείο χάρισμα που διέθετε - έβλεπε ότι ήταν γαμάτη μοχθηρία και τους κρατούσε μακριά από το θέλημα του Θεού. Γι' αυτό και με πατρική αγάπη και στοργή τους είπε:
"Παιδιά μου, σας παρακαλώ εξετάστε στο βάθος την ψυχή σας και στρέψτε τις καρδιές σας, τις σκέψεις και τα διανοήματά σας στο Θεό. Γιατί έστω κι αν μπορούμε να κρυβόμαστε από τους άλλους και να φαινόμαστε καλοί άνθρωποι, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από το βλέμμα του Θεού. Η Αγία Γραφή λέει σχετικά· "ο άνθρωπος βλέπει το πρόσωπο" (Β' Κορ. 10, 7), δηλαδή εξωτερικά και επιφανειακά, ο Θεός όμως βλέπει την καρδιά, το βάθος δηλαδή της ψυχής του ανθρώπου. Αλλού πάλι ο λόγος του Θεού λέει· "μη κάνετε κακές πράξεις και δεν θα σας βρει κακό στη ζωή σας" (Σοφία Σειράχ 7, 1). Μάθετε λοιπόν να κάνετε το καλό στους συνανθρώπους σας και να φροντίζετε επίμονα για τον αγιασμό του σώματός σας, αφού όπως λέει ο απόστολος Παύλος, "είμαστε ναός του Θεού και εκείνον που καταστρέφει το ναό του Θεού θα τον καταστρέψει ο Θεός" (Α' Κορ. 3, 16-17). Έτσι να συμπεριφέρεστε στη ζωή σας κι ο Θεός θα είναι βοηθός σας ακατάβλητος".

Και μόνη η θέα του αγίου ωφελούσε τους ανθρώπους

Από παλαιότερο λόγο προς τιμήν του αγίου Νικολάου πληροφορούμαστε ότι διακρινόταν για το συνετό ήθος και την αγγελική του όψη, ενώ ακτινοβολούσε αγιότητα και θεία χάρη. Συγκεκριμένα αναφέρει αυτός ο λόγος και τα εξής: "Όταν τυχαία τον συναντούσε κάποιος στο δρόμο, παρουσίαζε αμέσως βελτίωση στην αρετή, μόνο και μόνο βλέποντας τον άγιο, και μέσα στην ψυχή του γινόταν μεταμόρφωση. Όταν κάποιος υπέφερε από μία συμφορά κι ήταν λυπημένος, εύρισκε παρηγοριά και ανακούφιση και μόνο που τον αντίκρυζε. Το πρόσωπο του Νικολάου έλαμπε περισσότερο κι απ' του Μωυσή. Όταν τον συναντούσαν αιρετικοί και μόνο που τον άκουγαν να μιλάει, έφευγαν από κοντά ου λυτρωμένοι από την αίρεση και έβαζαν μέσα τους την ορθοδοξία της Πίστης".

Το ευλογημένο τέλος της επίγειας ζωής του

Ζώντας έτσι με αρετή και ευεργετώντας τους ανθρώπους, ο άγιος Νικόλαος έφτασε σε βαθιά γεράματα. Και επειδή "απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν", λειτούργησε και γι' αυτόν ο φυσικός νόμος: Προσβλήθηκε από σύντομη αρρώστια, αλλά δεν φέρθηκε όπως οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που αγωνίζονται να κρατηθούν όσο το δυνατό περισσότερο στην παρούσα ζωή. Εκείνος, στη διάρκεια της αρρώστιας του, ευχαριστούσε το Θεό, έψαλλε ύμνους και την εξόδιο Ακολουθία και ήταν χαρούμενος, επειδή το τέλος της εδώ ζωής θα ήταν γι' αυτόν αρχή της αιώνιας, κοντά στον Κύριο και τους αγγέλους Του. Όταν κοιμήθηκε εν ειρήνη, κηδεύτηκε και ετάφη στον ιερό ναό των Μύρων, ενώ ο ιερός κλήρος και πλήθη χριστιανών και ειδωλολατρών ακόμη παρευρίσκονταν και θρηνούσαν για την αναχώρησή του από τον παρόντα κόσμο και τη στέρηση της παρουσίας του. Όπως αναφέρει ο συναξαριστής του, μέχρι τον 10ο αιώνα που συνέταξε το βίο του ανέβλυζε, από τον τάφο του αγίου μύρο, που θεράπευε σωματικές και ψυχικές ασθένειες.

Ένα ακόμα μεγάλο θαύμα

Ακριβώς και για το λόγο αυτό συνέρρεαν στον τάφο του πλήθη χριστιανών από τα περίχωρα των Μύρων και από μακρινές περιοχές. Αναφέρεται μάλιστα και το ακόλουθο χαρακτηριστικό περιστατικό: Μια ομάδα χριστιανών από μακρινό τόπο αποφάσισαν να μεταβούν στον τάφο του για να προσκυνήσουν και να αντλήσουν μύρο προς αγιασμό τους. Επιβιβάστηκαν σε πλοίο, έχοντας και τ' απαραίτητα εφόδια. Ένα δαιμόνιο, όμως, που δεν ήθελε την επιτυχία αυτής της αποδημίας, εμφανίστηκε πάνω στο πλοίο, με τη μορφή γυναίκας που κρατούσε ένα δοχείο γεμάτο λάδι και παρακαλούσε τους ταξιδιώτες να το πάρουν μαζί τους και να το μεταφέρουν στον τάφο, για το καντήλι του αγίου, επειδή - καθώς έλεγε - φοβόταν η ίδια να κάνει ένα τέτοιο μεγάλο ταξίδι. Βέβαια το δαιμόνιο - με τη μορφή της γυναίκας - είχε το πονηρό σχέδιό του.
Οι χριστιανοί πείστηκαν και πήραν το δοχείο με το λάδι. Το πλοίο απέπλευσε. Το πρώτο όμως βράδυ εμφανίστηκε ο άγιος Νικόλαος σ' έναν προσκυνητή και του έδωσε εντολή να πετάξουν στη θάλασσα το δοχείο. Το πρωί ανακοίνωσε την οπτασία στους άλλους και συμμορφώθηκαν. Πέταξαν το λάδι στη θάλασσα. Το σχέδιο του διαβόλου αποκαλύφθηκε με θαυμαστό τρόπο: Όταν έπεσε στη θάλασσα, άρπαξε φωτιά και γύρω σκορπίστηκαν δυσώδεις οσμές. Η θάλασσα αγρίεψε και το πλοίο κινδύνευε να βυθιστεί. Οι επιβάτες απελπίστηκαν και φοβήθηκαν πως ήρθε το τέλος τους. Ο άγιος Νικόλαος όμως, που είχε δώσει την εντολή να πεταχτεί το δοχείο στη θάλασσα, δεν τους άφησε αβοήθητους. Εμφανίστηκε μπροστά τους και έσωσε το πλοίο από τον κίνδυνο. Συνεχίστηκε δε το προσκυνηματικό ταξίδι, χωρίς άλλα απρόοπτα.

Το ιερό λείψανο του αγίου

Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, το ιερό λείψανο του αγίου Νικολάου το αφαίρεσαν έμποροι το έτος 1087 και το πήγαν στο Μπάρι της Ιταλίας, όπου ανεγέρθηκε μεγαλοπρεπής ναός ρυθμού βασιλικής. Αρχικά τοποθετήθηκε σε ασημένια λάρνακα, ύστερα όμως από  όραμα ενός μοναχού, κατατέθηκε η κάρα και μέρος των λειψάνων κάτω από την Αγία Τράπεζα, σε φορητή λειψανοθήκη. Το 1952 ανοίχτηκε η λάρνακα και με σύγχρονα μέσα έγινε "επίσημη αναγνώριση" του ιερού σκήνους.

Προστάτης των ναυτιλομένων

Όχι μόνον όταν ο άγιος ζούσε στον παρόντα κόσμο, αλλά και μετά θάνατος εδραίωσε στη χριστιανική συνείδηση την πεποίθηση ότι είναι προστάτης ιδιαίτερα των ναυτιλλομένων, "ταχύς εις βοήθειαν και θερμός εις αντίληψιν". Κατά τον υμνωδό του "πρέσβυς ως εν τη γη μέγας, και γης αποστάς εις το πρεσβεύειν ζέει".
Σήμερα, ιδιαίτερα στον ελληνικό χώρο, δεν υπάρχει βραχονησίδα, νησάκι, μεγαλύτερο νησί, παραθαλάσσια τοποθεσία, αλλά και μακρύτερα από τη θάλασσα, που να μην έχει ανεγερθεί εικονοστάσι ή ναΐδριο, ενοριακός ή μοναστηριακός ναός προς τιμήν του αγίου Νικολάου. Και φυσικά, τόσο το εμπορικό όσο και το πολεμικό Ναυτικό μας έχουν ως προστάτη τους τον αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας, το εικόνισμα του οποίου γεμίζει με την παρουσία και τη χάρη του τις γέφυρες των πλοίων, τις καμπίνες των ναυτικών, τα σπίτια των οικογενειών τους, διότι ο άγιος "διασώζει τους αυτώ προστρέχοντας εκ κινδύνων χαλεπών και θανάτου πικρού".

ΒΙΟΣ: Άγιος Εφραίμ

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑΣ

Μέρος Α' - Τα πρώτα χρόνια

Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1384 και ανήμερα της εορτής της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος Μόρφης. Παιδί πολύτεκνης οικογένειας, είχε άλλα επτά αδέλφια, έμεινε ορφανός από πατέρα σε μικρή ηλικία. Έτσι η φροντίδα της ανατροφής τους, έπεσε εξ' ολοκλήρου στους ώμους της μητέρας του. Αυτή με μόχθο προσπαθούσε, όχι μόνο να συντηρήσει τα παιδιά της, μα και να τα καθοδηγήσει στον δρόμο της αρετής και του Χριστού. Το 1395 την Θεσσαλία κατέλαβε ο Σουλτάνος Βαγιαζίτ Α' με τα στρατεύματά του. Για τους θριάμβους του στον πόλεμο και την αγριότητά του επονομαζόταν Κεραυνός. Επειδή οι Έλληνες δεν παραδόθηκαν αμέσως στις προσταγές του, η διοίκηση που επέβαλε, ήταν σκληρή και τυραννική. Ήταν δε αυτός που εφάρμοσε το φοβερό "παιδομάζωμα". Την στρατολόγηση δηλαδή νέων αγοριών 14-18 χρονών ή και μικρότερων για την δημιουργία ενός σώματος φανατικών Τούρκων εναντίον των Ρωμιών.

Τα μικρά Ελληνόπουλα που έπαιρναν, τα έστελναν σε ειδικά διαμορφωμένα στρατόπεδα και τα εκπαίδευαν με πολλή αυστηρότητα, ώστε να γίνουν ανελέητοι πολεμιστές. Αφοσιωμένοι απόλυτα στο Ισλάμ, τον Προφήτη τους Μωάμεθ και στον Σουλτάνο, αποτελούσαν τις ορδές των Γενιτσάρων, που σκορπούσαν τον τρόμο και τον θάνατο απ' όπου περνούσαν. Απολάμβαναν ιδιαίτερες εξουσίες και προνόμια ως το εκλεκτότερο τμήμα του Τουρκικού στρατού.

Ο Κωνσταντίνος στο μοναστήρι

Μέσα σε αυτό το φοβερό κλίμα που επικρατούσε στην σκλαβωμένη Ελλάδα, μόνη παρηγοριά των χριστιανών ήταν οι εκκλησίες και τα μοναστήρια. Εκεί έβρισκαν προστασία και παρηγοριά, όλοι οι διωκόμενοι από τους Τούρκους. Είναι ανυπολόγιστη η προσφορά της εκκλησίας μας και η βοήθεια που πρόσφερε τα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας. Έτσι η μητέρα του Κωνσταντίνου, προκειμένου να έχει και ο γιος της την ίδια τύχη των άλλων δεκαπεντάχρονων, τον προέτρεψε να φύγει από τα Τρίκαλα για να γλιτώσει. Ο Κωνσταντίνος, έχοντας μία ιδιαίτερη κλίση και αγάπη από μικρός προς την εκκλησία και την εκκλησιαστική ζωή, δέχτηκε ευχαρίστως να πάει σε μοναστήρι. Με τις ευχές και τα δάκρυα της μητέρας του και με τη βοήθεια του Χριστού, αφού αποχαιρέτησε και τ' αδέλφια του, ξεκίνησε προς νότο. Έχοντας μόνο ένα ταγάρι με ψωμί, τυρί και ελιές για να τρέφεται στο ταξίδι, έκανε το σταυρό του και πήρε τον δρόμο, ψάχνοντας ασφαλέστερες περιοχές και μοναστήρια. Η Θεία Χάρη, οδήγησε τα βήματά του στην ξακουστή ανδρική Σταυροπηγιακή Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στην Αττική. Στην περιοχή αυτή, κοντά στην Νέα Μάκρη, από τον δέκατο και ενδέκατο αιώνα, υπήρχαν κελιά, καλύβες και ασκητήρια, όπου δεκάδες χριστιανοί με πίστη, ακολουθούσαν το δρόμο του Χριστού προς την Σωτηρία. Έτσι η τοποθεσία εκεί ονομάσθηκε το "Όρος των Αμώμων" δηλαδή των "καθαρών". Ο νεαρός Κωνσταντίνος, χτύπησε την πόρτα του μοναστηριού και ζήτησε την προστασία των μοναχών. Φτιαγμένο σ' ένα ειδυλλιακό φυσικό περιβάλλον, γεμάτο πεύκα, ελιές και πλούσια βλάστηση, ατένιζε την θάλασσα, γαληνεμένη το καλοκαίρι, ανταριασμένη το χειμώνα, πρόσφερε ησυχία, ερημιά και σε προκαλούσε σε πνευματικές αναζητήσεις. Τον δέχτηκαν ως δόκιμο για μερικά χρόνια, μέχρι να φτάσει στην κατάλληλη ηλικία για μοναχός. Εκεί ο νεαρός βρήκε τον δρόμο του. Η αγνή καρδιά του του γαλήνεψε με την διάχυτη παρουσία του Δημιουργού. Η πίστη του εδραιώθηκε και περίμενε με λαχτάρα να γίνει δεκαοχτώ χρονών και να πάρει την μοναχική κουρά.

Ο Μοναχός Εφραίμ

Ο νεαρός Κωνσταντίνος το 1402 εκάρη μοναχός με το όνομα Εφραίμ. Δόθηκε ολόψυχα στην ασκητική ζωή, με υπακοή στον λόγο του Χριστού και παράδειγμά του τους μεγάλους Ασκητές και Πατέρες. Με ζήλο, ταπείνωση και σκληρούς αγώνες, έγινε υπόδειγμα μοναχού. Καθάριζε την ψυχή του και το σώμα του από κάθε τι κοσμικό. Με την άδεια του ηγούμενου, είχε βρει μακριά από το Μοναστήρι, μια απόμερη σπηλιά. Εκεί με νηστεία, προσευχή και περισυλλογή, πολεμούσε τους δικούς του δαίμονες, με μοναδικό απώτερο σκοπό την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Χρόνο με τον χρόνο ανέβαινε την Ουράνια κλίμακα. Με κατάνυξη, αξιώθηκε και έλαβε το χάρισμα της Ιεροσύνης. Προσευχόταν απ' την καρδιά του "υπέρ του σύμπαντος κόσμου", για τους εχθρούς και τους διώκτες του και για όλους τους προαπελθόντες κεκοιμημένους πατέρες και αδελφούς, πιστός την παράδοση της εκκλησίας μας. Παρακαλούσε τον Κύριο Ιησού Χριστό να τον ελεήσει και την Υπεραγία Θεοτόκο να μεσιτεύει υπέρ αυτού. Γονατισμένος μπροστά στο εικόνισμα της Μεγαλόχαρης, προσευχόταν αδιάκοπα για την προστασία και την σωτηρία των αδελφών χριστιανών που δοκιμάζονταν σκληρά.

ΜΕΡΟΣ Β' - Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ

Ο έξω κόσμος

Βρισκόμαστε σε μία ιστορική περίοδο πολύ δύσκολη. Η άλλοτε ένδοξη βυζαντινή αυτοκρατορία έχει εξασθενήσει από τις επιδρομές των Σταυροφόρων της φράγκικης Ευρώπης του 12ου αιώνα. Δεν μπορεί να είναι παντού παρούσα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προστατέψει τις επαρχίες της. Έτσι οι βάρβαροι Ασιάτες, από στεριά και θάλασσα κατακτούν όλο και περισσότερες περιοχές, όπως την Θεσσαλία το 1395. Λίγα χρόνια πριν το 1931, οι Τούρκοι με αρχηγό τον Εβρέν Μπέη, είχαν εισβάλλει στην Πελοπόννησο. Ρήμαξαν, σκότωσαν, λεηλάτησαν και κατέστρεψαν τα πάντα για δεκαπέντε περίπου χρόνια. Από εκεί ανέβηκαν στην Αττική και έκαναν τα ίδια. Έκαψαν πόλεις, λήστεψαν χωριά, ρήμαξαν και ερήμωσαν τα πάντα. Σκότωναν αδιακρίτως ανθρώπους, χωρίς να λογαριάζουν τίποτα. Αναζητώντας συνεχώς πλούτη, στράφηκαν κατά των Μοναστηριών και των Προσκυνημάτων που στην Αττική υπήρχαν πολλά. Άρπαζαν ότι έβρισκαν και θεωρούσαν πολύτιμο. Αργυρά και χρυσά ιερά σκεύη, εικόνες, εκκλησιαστικά αντικείμενα, χρυσοκέντητα άμφια, ρούχα και τρόφιμα. Το 1424 έφτασαν και στη Νέα Μάκρη. Αφού επιδόθηκαν και εκεί σε λεηλασίες, αρπάζοντας όχι μόνο τα πολύτιμα μα και ότι γυάλιζε, αιχμαλώτιζαν νέους και νέες για τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής, ενώ σκότωναν τους ηλικιωμένους θεωρώντας τους βάρος. Το καλοκαίρι ανέβηκαν και στο Όρος των Αμώμων, πιστεύοντας ότι οι χριστιανοί κρύβουν τους πολύτιμους θησαυρούς τους στα Μοναστήρια. Αφού λεηλάτησαν όλα τα κελιά και τα ασκητήρια, έφτασαν και στην μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Έσπασαν την πόρτα και όρμησαν εξαγριωμένοι στο Μοναστήρι. Μάζεψαν όλους τους μοναχούς στην αυλή και απαίτησαν να τους παραδώσουν κατά διαταγή του Εβρέν Μπέη, τους θησαυρούς. Μη βρίσκοντας αυτά που περίμεναν, ξέσπασαν την οργή τους στους μοναχούς. Ανάμεσα τους, ο ηρωικός Ηγούμενος της Μονής, προσευχόταν μαζί τους:

"Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών...".

Με απερίγραπτη μανία, τους έσφαξαν όλους, εκεί στην αυλή. Το αθώο αίμα τους, πότισε τις πέτρινες πλάκες. Έγιναν όλοι Μάρτυρες του Κυρίου. Κατόπιν κατέστρεψαν το Μοναστήρι και ότι δεν μπορούσαν να μεταφέρουν το κατέστρεψαν επίσης. Ο μόνος που γλίτωσε απ' όλη την Μοναστική κοινότητα, ήταν ο Ιερομόναχος Εφραίμ, που έλειπε την ημέρα εκείνη στη σπηλιά του. 

Το μαρτυρικό τέλος

Όταν επέστρεψε ο μοναχός Εφραίμ στη Μονή, βρήκε έκπληκτος τα πάντα κατεστραμμένα και την αυλή με τα ματωμένα πτώματα των Πατέρων. Έπαθε σοκ από την εικόνα του μαρτυρίου και της καταστροφής. Θρηνώντας απαρηγόρητος, έκανε ότι έπρεπε κατά τους εκκλησιαστικούς κανόνες. Κατόπιν, μόνος του ανέλαβε την κηδεία και την ταφή όλων των Μοναχών. Τελειώνοντας, κλείδωσε το Μοναστήρι και επέστρεψε στην σπηλιά του. Με άσκηση και περισυλλογή συνέχισε τον ασκητικό δρόμο που είχε διαλέξει. Στις μεγάλες γιορτές κατέβαινε στο Μοναστήρι, τελούσε την Θεία λειτουργία, υπηρετούσε με κατάνυξη το Ιερό Θυσιαστήριο, μεταλάβαινε των Αχράντων Μυστηρίων και επέστρεψε πάλι στην σπηλιά του. Έκανε τακτικά τα μνημόσυνα υπέρ των μαρτυρικά τελειωμένων συνασκητών του και ευχόταν να αξιωθεί το ίδιο τέλος για τον ευατόν του. Αντιμετώπιζε δυσκολίες, με το ζόρι εύρισκε τα απαραίτητα για τις λειτουργίες (άρτον, οίνο, κεριά, λάδι, θυμίαμα) και τρεφόταν μόνο με χόρτα, ελιές και σύκα που έβρισκε στο δάσος. Μετά από πολλούς μήνες, οι Τούρκοι επέστρεψαν πάλι στο Όρος των Αμώμων, συνεχίζοντας τις λεηλασίες. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1425, ο μοναχός Εφραίμ κατέβηκε από την σπηλιά του στο μοναστήρι για να τελέσει την Λειτουργία στην μεγάλη εορτή της Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού. Οι αλλόθρησκοι τον είδαν και τον συνέλαβαν αμέσως. Εξοργισμένοι θεωρώντας ότι ο μοναχός είχε αποδράσει από την προηγούμενη σφαγή, άρχισαν να τον χτυπούν και να τον βασανίζουν. Απαιτούσαν να μαρτυρήσει που βρισκόταν κρυμμένοι οι θησαυροί της Μονής. Ο μοναχός τους απαντούσε πως μόνο πνευματικοί θησαυροί υπήρχαν εκεί και προσευχόταν για να πάρει δύναμη. Έφτασαν να του προτείνουν ακόμα και ν' αλλαξοπιστήσει για να γλιτώσει τον θάνατο. Η απάντηση του μοναχού ήταν φυσικά μία:

- "Δεν φοβάμαι ούτε τα μαρτύρια, ούτε τον θάνατο. Καμιά δύναμη δεν θα με κάνει ν' αρνηθώ την Πίστη μου στον Πανάγιο Θεό".

Ήταν ανήμερα των γενεθλίων του, έκλεινε τα σαράντα ένα του χρόνια, όταν άρχισαν τα φρικτά βασανιστήρια. Καθημερινά τον ξυλοκοπούσαν και τον υπέβαλλαν σε οδυνηρούς σωματικούς πόνους. Με αστείρευτη υπομονή δεχόταν ο Μεγαλομάρτυρας τις κακοποιήσεις, προσευχόμενος συνεχώς στον Θεό να του δίνει δύναμη, παρακαλώντας ταυτόχρονα τον Ιησού να συγχωρήσει τους διώκτες του. Επί οκτώμισι μήνες υπέμεινε τα πάνδεινα, ακλόνητος στην Πίστη του και παίρνοντας θάρρος από την εικόνα του Ιησού στον Σταυρό, όταν θυσιαζόταν για όλους μας. Κάποτε οι Τούρκοι κουράστηκαν να ελπίζουν στην εύρεση θησαυρών και χάνοντας την υπομονή τους μπροστά στην ακατάβλητη Πίστη του μοναχού, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Σε μια μεγάλη μουριά, που υπάρχει ως σήμερα στον προαύλιο της Μονής, τον κρέμασαν ανάποδα. Με τα πόδια επάνω και το κεφάλι κάτω, συνέχιζαν να τον βασανίζουν αλύπητα. Εξαγριωμένοι με την αντοχή του και την αδιάκοπη προσευχή που έβγαινε από τα χείλη του, λύσσαξαν πραγματικά. Με μεγάλα καρφιά στα πόδια και το κεφάλι, κάρφωσαν το σώμα του στον κορμό του δέντρου και δεν σταμάτησαν εκεί. Ήταν 5 Μαΐου του 1426, πρωινό Τρίτης, όταν πήραν ένα μυτερό σκληρό ξύλο και αφού του έβαλαν φωτιά, κατατρύπησαν με αυτό το χιλιοβασανισμένο σώμα του, δίνοντας τέλος στο μαρτύριο του. Ήταν ανήμερα της γιορτής της Αγίας Ειρήνης, που ειρήνευσε η Αγία ψυχή του, παραδομένη στον Κύριο Ιησού Χριστό, λαμβάνοντας ως έπαθλο το αμάραντο στεφάνι του Αγίου και Μεγαλομάρτυρα.

ΜΕΡΟΣ Γ' - Η ΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Η εύρεση των Ιερών Λειψάνων

Χρειάστηκαν 524 ολόκληρα χρόνια από τον μαρτυρικό θάνατό του, ως την στιγμή που ο Παντογνώστης Θεός αποφάσισε να μας τον φανερώσει. Με μια σειρά γεγονότων όπως οράματα, σημάδια του Θεού και εμφανίσεις του ίδιου του Αγίου, βρέθηκαν στις 3 Ιανουαρίου του 1950 τα Ιερά Λείψανα και έγινε σιγά - σιγά γνωστή η ζωή του. Έχουν περάσει πενήντα και πλέον χρόνια ως σήμερα, γεμάτα οράματα, εμφανίσεις και θαύματα του Αγίου. Χιλιάδες πιστοί κατακλύζουν κάθε χρόνο τη Νέα Μάκρη, ελπίζοντας σε ίαση ψυχική, σωματική και πνευματική. Εκεί η Ηγουμένη Μακαρία και οι μοναχές της , με πολλή ευλάβεια δέχονται τους επισκέπτες στην Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου όπου φυλάσσονται τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Εφραίμ. Η Ηγουμένη ήταν αυτή που αξιώθηκε την τιμή να βρει το Άγιο σκήνωμα όταν ήταν ακόμα νεαρή μοναχή. Αυτή επίσης συγκέντρωσε όνειρα, οράματα, μαρτυρίες, μοναχών και κοσμικών και συνέθεσε κομμάτι - κομμάτι τον βίο του Αγίου Εφραίμ του Μεγαλομάρτυρα και θαυματουργού. Στηριγμένη στην πίστη της, νίκησε τους δισταγμούς της και τον φόβο μήπως τα γεγονότα που διηγηθεί και που βασίζονταν σε οράματα και αποκαλύψεις, θεωρηθούν υπερβολές από τον υλιστικό μας κόσμο.

Στα ερείπια της παλιάς Μονής

Η Θεία Πρόνοια είχε οδηγήσει τα βήματά της, το 1945, στα ερείπια του Μοναστηριού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Βλέποντας την ερήμωση και τα χαλάσματα, αποφάσισε να μείνει εκεί και να προσπαθήσει σιγά - σιγά να αναστηλώσει την παλιά Μονή. Έφτιαξε ένα κελί για να κοιμάται και πήρε και έναν εργάτη να την βοηθήσει να συμμαζέψουν. Καθώς δούλευε, το μυαλό της ξεστράτιζε σε αλλοτινές εποχές που οι Άγιοι με το  αίμα τους έθρεφαν το δέντρο της Χριστιανοσύνης. Στη σκέψη της, με καημό νοσταλγούσε να ζούσε την παλιά εποχή και να έβλεπε από κοντά τους Αγίους και τα θαύματά τους. Ο Θεός λοιπόν που γνωρίζει τις σκέψεις των ανθρώπων, αποφάσισε να πραγματοποιήσει τις δικές της. Όπως δούλευε στο προαύλιο, ακούγεται μία απόκοσμη βαθιά φωνή να λέει:

- "Σκάψε εκεί και θα βρεις".

Η Μοναχή φώναξε τον εργάτη και του ζήτησε να σκάψει σ' ένα συγκεκριμένο σημείο της αυλής. Υπήρχε εκεί ένας μισογκρεμισμένος τοίχος, ένα μέρος από τζάκι και μερικές θυρίδες σαν να ήταν κάποτε κελί Μοναχού. Εκείνος, με γκρίνια γιατί δεν ήξερε για ποιο λόγο έσκαβε, ξεκίνησε. Είχε περάσει το ενάμισι μέτρο όταν ξαφνικά σταμάτησε. Κάτι είχε βρει. Με πολλή προσοχή, φέρνει στην επιφάνεια ένα κρανίο, που εξέπεμπε γλυκιά ευωδία. Ο εργάτης τρομοκρατημένος από το εύρημα, απομακρύνθηκε από το σκάμμα. Η Μοναχή όμως, καταλαβαίνοντας πως βρήκαν το Λείψανο κάποιου Αγίου, γονάτισε ευλαβικά και το ασπάστηκε. Τρέμοντας από συγκίνηση μπροστά στον κρυμμένο θησαυρό, έσκυψε και με γυμνά χέρια παραμέριζε το χώμα ώσπου φανερώθηκε ολόκληρο το σκήνωμα. Μπλεγμένο στα οστά ήταν ένα κομμάτι ύφασμα, σαν παλιό ράσο υφασμένο σε αργαλειό. Αμέσως κατάλαβε πως το Άγιο λείψανο ανήκε σε μοναχό. Είχε αρχίσει να πέφτει μία ψιχάλα γι' αυτό πήρε προσεκτικά τα οστά και τα τοποθέτησε σε μία από τις θυρίδες που υπήρχαν. Το βράδυ η μοναχή βρισκόταν στην παλιά Εκκλησία και διάβαζε τον Εσπερινό. Ξαφνικά ακούει βήματα, από την πλευρά που είχε βρεθεί ο τάφος, να διασχίζουν την αυλή και να κατευθύνονται στην Εκκλησία. Φόβος την κυρίευσε, βρισκόταν άλλωστε μόνη της στην ερημική περιοχή. Από την πλευρά της πόρτας ακούει μία φωνή να της λέει: 

- "Μέχρι πότε θα με αφήσεις εκεί πέρα; Και ποιος μου έβαλε το κεφάλι έτσι..."

Στράφηκε προς την φωνή και τον είδε να στέκεται στην πόρτα. Ήταν ψηλός, αδύνατος, πολύ μελαχρινός,  με μικρά στρογγυλά μάτια που είχαν ρυτίδες στις άκρες, γενειάδα που έφτανε ως το στήθος του και φορούσε το ράσο των Μοναχών. Με το δεξί χέρι την ευλογούσε, ενώ από το αριστερό έβγαινε ένα φως απόκοσμο. Αγαλλίασε η ψυχή της μπροστά στη μορφή του και με θάρρος του απάντησε:

- "Συγχώρεσέ με. Μόλις ξημερώσει με το καλό θα τα φροντίσω όλα".

Ο Άγιος χάθηκε και εκείνη συνέχισε ατάραχη τον Εσπερινό. Το πρωί, αμέσως μετά την Ακολουθία του όρθρου, η Μοναχή πήρε τα οστά, τα καθάρισε προσεκτικά από το χώμα, τα έβαλε σε μία θυρίδα στο Ιερό της Εκκλησίας και τους άναψε κι ένα καντηλάκι. Την ίδια νύχτα είδε στο όνειρό της τον ίδιο Μοναχό. Κρατούσε στην αγκαλιά του μια εικόνα του, ίσαμε το ύψος του, φτιαγμένη όλη από ασήμι. Δίπλα του βρισκόταν ένα μανουάλι. Η Μοναχή πλησίασε, άναψε μία λαμπάδα και άκουσε τη φωνή του:

- "Σ' ευχαριστώ πολύ. Το όνομα μου είναι Εφραίμ".

Μια άλλη μέρα που η Μοναχή είχε τελειώσει τον Εσπερινό και έφευγε από την Εκκλησία, άκουσε έναν γλυκό ήχο από κομπολόι. Θεώρησε πως ήταν ο Μοναχός, γύρισε πίσω στο Ιερό, άναψε ένα κεράκι και προσκύνησε τα Άγια Λείψανα που ευωδίαζαν, νοιώθοντας πολύ μικρή μπροστά στο μεγαλείο του Θεού.

Τα μηνύματα της ταφής και του μαρτυρίου του

Πέρασαν τα χρόνια και το Μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου λειτουργούσε κανονικά με Μοναχές. Μία από τις Μοναχές είδε σε όραμα την ταφή του Μοναχού Εφραίμ. 

"Μπροστά στην κουφάλα ενός μεγάλου δέντρου στην αυλή της Μονής, στεκόταν ένα σκυλί, άσπρο με μαύρες βούλες, έκφραση λυπημένη και στα μάτια του κυλούσαν δάκρυα. Στην είσοδο του Μοναστηριού, φάνηκαν τρεις αγρότες. Το σκυλί, πηγαινοερχόταν γρυλίζοντας από το δέντρο, καλώντας τους. Όταν οι αγρότες πλησίασαν στο δέντρο, είδαν πως το σκυλί ακουμπούσε το πόδι του σε μια κουφάλα. Μέσα εκεί βρήκαν το πληγωμένο, καμένο και ματωμένο σώμα του Μοναχού. Το σήκωσαν προσεκτικά, έσκαψαν ένα λάκκο και το έβαλαν. Το σκυλί έσκυψε στην κουφάλα, πήρε ένα κομμάτι από τα πλευρά που είχε μείνει εκεί και το έριξε κι αυτό στον τάφο. Οι αγρότες σκέπασαν τον τάφο κι έφυγαν".

Από το 1950 που βρέθηκαν τα Άγια Λείψανα, στις 3 Ιανουαρίου, οι Μοναχές γιόρταζαν αυτή την ημέρα στη μνήμη του Μοναχού Εφραίμ. Μια νύχτα στα τέλη Απριλίου του 1966, η Μοναχή Μακαρία είχε μία περίεργη ταραχή και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Κοντά στο ξημέρωμα, βλέπει απέναντί της έναν Μοναχό με ξεθωριασμένο ράσο και αφρόντιστη εμφάνιση. Την πλησίασε, έσκυψε και της είπε:

- "Στις 9 η ώρα, το πρωί της Τρίτης 5 Μαΐου του 1426, ο Άγιος Εφραίμ τελείωσε μαρτυρικώς τη ζωή του από τα χέρια των Τούρκων".

Το πρωί η αδελφή Μακαρία, πήγε τα Άγια Λείψανα και τα τοποθέτησε μπροστά στην εικόνα του. Μετά διηγήθηκε στις αδελφές της Μονής όλο το περιστατικό. Το επόμενο βράδυ, μια αδελφή είδε στον ύπνο της πως:

"Βρέθηκε σ' ένα δωμάτιο γεμάτο τάματα. Σκέφτηκε να πάρει δυο να τα προσφέρει στον Άγιο και πλησίασε. Σ' ένα τραπέζι επάνω, είδε κάτι σαν εικόνα του Αγίου, που τον απεικόνιζε με το κεφάλι κάτω,κρεμασμένο ανάποδα. Στο κάτω μέρος, μικρότερες εικόνες παρουσίαζαν τα μαρτύρια του. Είδε τον Άγιο καρφωμένο με καρφιά ανάποδα σ' ένα γέρικο δέντρο, με το σώμα βασανισμένο και καταματωμένο, μ' ένα χοντρό αναμμένο ξύλο να τον διαπερνά και τις φλόγες να κατακαίγουν τα σωθικά του, ενώ οι βασανιστές του παρακολουθούσαν ατάραχοι".

Μετά από αυτές τις μαρτυρίες, άρχισαν να γιορτάζουν στην Μονή, εκτός από την εύρεση των Λειψάνων του και το μαρτυρικό του τέλος. 

Εκείνη την περίοδο άρχισε να συμβαίνει το εξής περίεργο. Σε διάφορες ώρες, ακόμα και στην διάρκεια της λειτουργίας, άκουγαν την εικόνα και την λειψανοθήκη του Αγίου, να τρίζουν δυνατά σαν να έσπαγαν τζάμια. Επίσης πολλές φορές, έβλεπαν τον Άγιο με το ράσο και τις παντόφλες του, να κυκλοφορεί ανάμεσά τους.

Η Εκκλησία του Άγιου

Με διάφορες οπτασίες και οράματα, ο Άγιος Εφραίμ φανέρωνε στις αδελφές κομμάτι-κομμάτι την ιστορία της ζωής του. Η Μοναχή Μακαρία αφηγείται αυτά που θεωρεί σημαντικά. Ένα μεσημέρι, λαγοκοιμόταν από την κούραση. Ξαφνικά βλέπει:

"Μια ιερή πομπή να πλησιάζει προς το κελί της, ψάλλοντας ύμνους. Έφτασαν μέσα στο κελί, πήραν το σώμα του Αγίου που το κουβαλούσαν στους ώμους τους και το απόθεσαν στην αγκαλιά της. Οι ιερείς ξεκίνησαν να κάνουν την κηδεία και όλοι μαζί βρέθηκαν μέσα σε μια Βυζαντινή Εκκλησία, με περίτεχνο διάκοσμο, αφιερωμένη στον Άγιο".

Ένα μικρό κοριτσάκι που ζούσε στο ίδρυμα της Μονής μαζί με την γιαγιά του, ένα βράδυ που ήταν ξαπλωμένο στο κρεββάτι του, είδε τον Άγιο να το πλησιάζει. Εκείνος το είδε φοβισμένο, του χάιδεψε το κεφάλι και του είπε:

- "Μην με φοβάσαι παιδί μου. Είμαι ο Άγιος Εφραίμ".

Η γιαγιά του κοριτσιού ένα βράδυ αργά άκουσε κάποιον να στέκεται έξω από την πόρτα του θαλάμου. Πιστεύοντας πως ήταν η αδελφή Μακαρία της φώναξε. Ξαφνικά μια λάμψη φώτισε όλη την περιοχή του Μοναστηριού. Μέσα από το φως εμφανίστηκε ο Άγιος. Κρατούσε στα χέρια του μια μικρή Βυζαντινή Εκκλησία, που είχε τέσσερις τρούλους στις άκρες κι έναν μεγάλο στο κέντρο με έναν φωτεινό Σταυρό. Αμέσως η γιαγιά γονάτισε μπροστά του  και ο Άγιος της μίλησε:

- "Είμαι ο Μεγαλομάρτυρας Εφραίμ. Γεννήθηκα 14 Σεπτεμβρίου, ανήμερα του Σταυρού και πάλι 14 Σεπτεμβρίου ημέρα του Σταυρού, άρχισε το μαρτύριο μου. Να πις στην αδελφή Μακαρία, πως θέλω να μου φτιάξει ένα τέτοιο προσκυνητάρι, στην στροφή του δρόμου, εκεί που καθόμουν και ξεκουραζόμουν".

Πράγματι οι μοναχές έφτιαξαν το προσκυνητάρι, ένα κομψοτέχνημα, μικρογραφία Βυζαντινής Εκκλησίας.

ΜΕΡΟΣ Δ' - ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Η ίαση της κυρίας Β.

Στα πενήντα και πλέον χρόνια από την εύρεση των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Εφραίμ, έχουν καταγραφεί πολλά θαύματα του από χριστιανούς που είδαν την αλήθεια της πίστης τους στην ζωή τους. Άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, απ' όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, έτρεχαν και τρέχουν καθημερινά στην χάρη του. Ζητούν την ευλογία του και δέχονται ιάσεις, προστασία και συμπαράσταση. Ένα μικρό μέρος από τα θαύματα αυτά θα γράψουμε στην συνέχεια σαν οδηγό σε αυτούς που αμφισβητούν και απορρίπτουν την Χριστιανική Πίστη και το Μεγαλείο του Υψίστου Θεού. Σύμφωνα με την διήγηση της αδελφής Μακαρίας. υπήρχε μία κυρία που πρόσφερε δωρεάν εργασία στο Μοναστήρι, ράβοντας ρούχα για τα παιδιά του ιδρύματος. Μια μέρα που η  κυρία Β. προσευχόταν γονατιστή στον Άγιο, αισθάνθηκε το άγγιγμα του και πλημμύρισε ευωδία καθώς περνούσε δίπλα της. Για αρκετό καιρό την έχασαν. Δεν ερχόταν στη Μονή, μέχρι που μια γνωστή της τους πληροφόρησε πως ήταν σοβαρά άρρωστη. Η αδελφή Μακαρία έφυγε αμέσως να την επισκεφθεί παίρνοντας μαζί και τα Λείψανα του Αγίου. Η εικόνα της ετοιμοθάνατης που αντίκρυσε την άφησε άφωνη. Αμέσως άρχισε να προσεύχεται στον Άγιο. Η ετοιμοθάνατη άνοιξε τα μάτια της, την είδε και είπε:

- "Μητέρα, ήρθες κοντά μου".

Η αδελφή Μακαρία ακούμπησε επάνω της τα Ιερά Λείψανα συνεχίζοντας την προσευχή. Η κυρία, πήρε ξαφνικά ζωή, το χρώμα επανήλθε στο πρόσωπό της και ζήτησε φαγητό. Συζητώντας με την αδελφή στη συνέχεια, της ζήτησε να σταυρώσει και μία γιαγιά δίπλα που ήταν τυφλή. Με την χάρη των Λειψάνων του Αγίου και η γιαγιά βρήκε το φως της. Όταν η κυρία έγινε τελείως καλά πήγε στο χωριό της. Εκεί είχε ένα παραθαλάσσιο κτήμα με ένα σπιτάκι. Ο τόπος της ήταν ξερός και άνυδρος. Παρακάλεσε λοιπόν θερμά τον Θεό και τον Άγιο, να την βοηθήσουν να βρει νερό. Έτσι και έγινε. Με την υπόδειξη του Αγίου, οι εργάτες έσκαψαν πηγάδι που αμέσως γέμισε νερό. Μετά από καιρό, η κόρη της κυρίας βλέπει προς την πλευρά της θάλασσας, να στέκεται ο Άγιος με δυο Αγγέλους. Η κόρη ταράχτηκε, μα ο Άγιος γύρισε και της είπε:

- "Μην φοβάσαι Αννούλα, είμαι ο Άγιος σου Εφραίμ. Ήρθα παιδί μου να πάρω μαζί μου την μητέρα σου, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Να μην στεναχωρηθείς, γιατί θα την πάω σ' ένα υπέροχο μέρος, σαν τον κήπο της Εδέμ. Θα είμαι δε πάντα δίπλα σου να σε προσέχω".

Γύρισε ο Άγιος να φύγει και του λέει η κοπέλα: 

- "Καθίστε λίγο ακόμα μαζί μου, Άγιέ μου".

- "Δεν μπορώ παιδί μου να μείνω περισσότερο γιατί με ζητούν οι άρρωστοι".

Οι Άγγελοι συμφώνησαν μαζί του και όλοι παρέα χάθηκαν προς τη θάλασσα.

 

Ο παράλυτος

Ετοιμάζονταν στο Μοναστήρι για αγρυπνία στη μνήμη του Αγίου. Ένας παράλυτος, τους ζήτησε να παρευρεθεί. Πράγματι τον έφεραν οι συγγενείς του, κουβαλώντας τον στον Μοναστήρι μέχρι μέσα στην Εκκλησία. Δεν σταμάτησε στιγμή να κλαίει και να προσεύχεται στον Άγιο παρακαλώντας τον:

- "Ελέησέ με Άγιε του Θεού, λυπήσου με και κάνε με καλά. Συγχώρεσε  τις αμαρτίες μου, γιατί εγώ φταίω που υποφέρω".

Ήταν τόσο δραματική η παρουσία του, που όλοι έκλαψαν. Έφτασε η ώρα που θα  πηγαίναμε στον τάφο να ψάλλουν. Ξεκίνησε η πομπή, με την αδελφή Μακαρία να κρατάει τα Άγια Λείψανα, να βγει από την Εκκλησία. Ο παράλυτος συνέχιζε να κλαίει σπαρακτικά. Ξαφνικά τον είδαν όλοι να σηκώνεται, να κάνει τον Σταυρό του και να ακολουθεί την πομπή, περπατώντας μόνος του ως τον τάφο. Από τότε όπου βρισκόταν και όπου στεκόταν δεν σταματούσε να μιλάει για την θαυματουργή χάρη του Θεού και του Αγίου. Παρουσιάζοντας τον ευατόν του σαν ζωντανό παράδειγμα, προέτρεπε τους πάντες να πιστεύουν και να δοξάζουν τον Κύριο. Μια Κυριακή που είχε πάει επίσκεψη στο Μοναστήρι, είχαν πάει ένα παιδάκι μισοπαράλυτο. Μόλις το είδε, γονάτισε και κλαίγοντας παρακαλούσε τον Άγιο να το γιατρέψει όπως γιάτρεψε κι εκείνον. Έτσι και έγινε.

 

Ο φυλακισμένος

Ένας χριστιανός, βρέθηκε από μία ατυχία στη φυλακή. Καθισμένος στο κρεβάτι του κελιού του, συλλογιζόταν το πρόβλημα του. Ξαφνικά είδε μπροστά του έναν καλόγηρο που στο αριστερό του χέρι άναβε ένα φως και τον άκουσε να του λέει:

- "Μην ανησυχείς, εγώ θα σε προστατεύσω. Να έχεις Πίστη".

Την άλλη μέρα που πήγε η γυναίκα του  στο επισκεπτήριο, της διηγήθηκε τι είχε συμβεί. Αυτή κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν ο Καλόγηρος. Του έδειξε μία εικονίτσα που είχε στην τσάντα της και αφού την βεβαίωσε πως ήταν ο ίδιος, έκανε τον Σταυρό της λέγοντας:

- "Ο Καλόγηρος που σε επισκέφθηκα ήταν ο Άγιος Εφραίμ".

Έχουν περάσει περίπου είκοσι μέρες και ο Καλόγηρος τον επισκέφθηκε πάλι και του είπε: 

- "Το δικαστήριο θα γίνει στις 3 Σεπτεμβρίου. Εγώ θα είμαι κοντά σου. Να έχεις Πίστη στον Θεό και να μην ανησυχείς".

"Έφυγε, έτσι ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί, αφήνοντας μία ευωδία να πλανιέται στον αέρα. Συζητούσε μετά από αυτό με τους συγκρατούμενούς του και τους έλεγε πως η δίκη θα γίνει 3 Σεπτεμβρίου και όλα θα πάνε καλά. Αυτοί γελούσαν, μέχρι που είδαν τις κλήσεις για το δικαστήριο να γράφουν 3 Σεπτεμβρίου. Την παραμονή της δίκης, με άγχος και ανησυχία, έγειρε να κοιμηθεί. Βλέπει λοιπόν στον ύπνο του:

Στην αίθουσα του δικαστηρίου, πρόεδρος ήταν ο Καλόγηρος. Ένας από τους δικαστές, του έδωσε ένα λευκό χαρτί λέγοντάς του πως είναι αθώος.

Έτσι και έγινε. Την άλλη μέρα αθωώθηκε και βγαίνοντας από την φυλακή, πήγε κατευθείαν στο Μοναστήρι. Άναψε λαμπάδα, προσκύνησε τα Ιερά Λείψανα του Αγίου και με δάκρυα στα μάτια του αφιέρωσε τον σταυρό που φορούσε. Ο ίδιος άνθρωπος, που ήταν πλοιοκτήτης, διηγείται άλλο ένα περιστατικό που του συνέβη και τον βοήθησε ο Άγιος. Ήταν χειμώνας, όταν μία νύχτα με φοβερή θαλασσοταραχή, έχασε κάθε επικοινωνία με το καράβι του. Τον έτρωγε η αγωνία. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί στο πλοίο και ανησυχούσε τρομερά για τους ανθρώπους που ήταν μέσα σαν πλήρωμα. Αποκαμωμένος, έκλεισε για λίγο τα μάτια του να ξεκουραστεί και βλέπει:

"Τον Άγιο επάνω στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, να έχει δέσει το καράβι μ' ένα σχοινί και να το τραβάει στην στεριά".

Την άλλη μέρα τον ειδοποίησαν πως το καράβι του είχε πιάσει λιμάνι και όλο το πλήρωμα ήταν καλά. Επίσης ο Άγιος τον έσωσε από βέβαιο θάνατο, όταν του συνέβη ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα. Οδηγούσε σ' έναν χιονισμένο δρόμο, το αμάξι γλίστρησε, έφυγε από το δρόμο κι έπεσε μέσα σε χαράδρα. Οι οδηγοί που ακολουθούσαν, κατέβηκαν σιγά - σιγά να μαζέψουν από τα συντρίμμια ότι θα είχε απομείνει από τον οδηγό. Εκεί με έκπληξη βλέπουν τον οδηγό ελαφρά τραυματισμένο και δίπλα του μια εικονίτσα του Αγίου και την ταυτότητά του.

 

Ο Άγιος σώζει νεαρή κοπέλα

Είναι 1974, λίγες μέρες μετά την επιστράτευση. Στην Χαλκίδα μένει ένας χριστιανός που κάποτε ο Άγιος του είχε θεραπεύσει μία σοβαρή ασθένεια στο μάτι. Μια νύχτα καθώς κοιμάται, παρουσιάζεται ο Άγιος και του λέει:

- "Σήκω γρήγορα. Πήγαινε αμέσως στο διπλανό σπίτι γιατί ένας άνθρωπος πεθαίνει".

Εκείνος, νομίζοντας πως βλέπει όνειρο συνέχισε τον ύπνο του. Μα ο Άγιος τον ξυπνά πάλι και με έντονο ύφος του λέει:

- "Γιατί δεν έκανες αυτό που σου είπα; Σήκω γρήγορα και πήγαινε στο διπλανό σπίτι πριν πεθάνει".

Επιτέλους εκείνος σηκώθηκε, έτρεξε στο διπλανό σπίτι και άρχισε να χτυπά το κουδούνι. Δεν του άνοιξε κανείς, μα σαν να άκουσε από το  βάθος ένα βογκητό. Γρήγορα, ειδοποίησε την αστυνομία να τρέξει να προλάβει. Πραγματικά, η αστυνομία παραβίασε την πόρτα και μπαίνοντας μέσα, βρήκαν μία κοπέλα που είχε κόψει τις φλέβες της και έτρεχε το αίμα, επειδή πήραν στρατιώτη τον άνδρα της. Έτσι ο Άγιος, έσωσε την κοπέλα, δοξασμένο το όνομά του.

 

Η δαιμονισμένη

Η αδελφή καθόταν και παρακολουθούσε την Γερόντισσα που ζωγράφιζε μία εικόνα του Αγίου Εφραίμ. Ξαφνικά χτυπάει η πόρτα, μπαίνει μία άγνωστη γυναίκα και του λέει πως είναι άρρωστη και έχει ανάγκη την προσευχή τους. Πράγματι η αδελφή και η Γερόντισσα αρχίζουν να προσεύχονται και να βάζουν μετάνοιες μπρος στο μισοζωγραφισμένο Άγιο. Η άγνωστη είχε πέσει κάτω σαν μισοπεθαμένη και σφάδαζε. Τότε η αδελφή κατάλαβε, σκύβει και της λέει:

- "Κατάλαβα τι έχεις. Σε έχουν κυριεύσει δαιμόνια".

Η άγνωστη ανοίγει τα μάτια της και με αγριεμένη φωνή απαντάει:

- "Πως το κατάλαβες πως βρίσκομαι μέσα της; Και να βγάλετε εμένα με τις προσευχές σας, υπάρχουν στρατιές ολόκληρες".

Στράφηκαν αμέσως προς την εικόνα του Αγίου, ο οποίος σαν να πήρε ζωή, τις προέτρεψε να συνεχίσουν την προσευχή και όλοι μαζί να εκδιώξουν τον δαίμονα.

Εκείνη την ημέρα κατάλαβαν πόσο μεγάλη είναι η δύναμη της Προσευχής. Όπλο φοβερό εναντίον των δαιμόνων και Ουράνιο δώρο και παρηγοριά, στον πόνο, την θλίψη, τις αδυναμίες και τις δυσκολίες της ζωής.

 

Ο Άγιος ολοζώντανος ανάμεσα μας

Από όλους εκείνους που πίστεψαν πραγματικά στον Άγιο, ακούμε συνέχεια τις φράσεις: μ' έκανε καλά, τον ονειρεύτηκα, τον οραματίστηκα, με βοήθησε. Μερικές τέτοιες μαρτυρίες θ 'αναφέρουμε παρακάτω προς αγαλλίαση των ψυχών των χριστιανών. Τα παλιότερα χρόνια που το Μοναστήρι λειτουργούσε με τους μοναχούς, οι αγρότες της περιοχής, νοίκιαζαν τα κτήματα της Μονής, άλλοι για τις ελιές, άλλοι για τ' αμπέλια και άλλοι για το ρετσίνι των πεύκων. Ένας από αυτούς, έβλεπε έναν Καλόγηρο να κάνει βόλτες στην περιοχή παρ' όλο που το Μοναστήρι είχε εγκαταλειφθεί. Μια μέρα μάλιστα είδε έξω από το παλιό λιοτρίβι τον Καλόγηρο να μπαίνει από την μια πόρτα και να βγαίνει από την άλλη. Ανησύχησε για το λάδι του και του φώναξε:

- "Που πας παππού, έλα από δω να σε κεράσω και καφεδάκι".

Ο Καλόγηρος, όπως περπατούσε εξαφανίστηκε και ο αγρότης πολύ αργότερα κατάλαβε πως ο παππούς που έκανε βόλτες στα κτήματα ήταν ο Άγιος Εφραίμ. Η μοναχή Μακαρία διηγείται άλλο ένα όνειρο που αφορούσε τον Άγιο. Είδε ένα βράδυ στον ύπνο της πως βρισκόταν μέσα στην Εκκλησία. Ο Άγιος, φορώντας λαμπρά Αρχιερατικά άμφια, λειτουργούσε στο Ιερό. Κάποια στιγμή πρόβαλλε στην Ωραία Πύλη κρατώντας το Άγιο Δισκοπότηρο και είπε:

- "Μετά φόβου Θεού, Πίστεως και αγάπης προσέλθετε".

Η μοναχή πλησίασε, έβαλε μετάνοια και ήπιε τρεις φορές από το Άγιο Ποτήριο. Ήταν η γλυκύτερη Θεία Κοινωνία που είχε μεταλάβει στη ζωή της. Ένας πιστός, διηγείται μία φορά πως είχε δει τον Άγιο να περιφέρεται ανάμεσα στους πιστούς, ανήμερα της γιορτής του και κατά την μεταφορά των Ιερών Λειψάνων του. Πολλοί διηγούνται επίσης, ότι έβλεπαν τον Άγιο να προσεύχεται ανάμεσά τους, να φρουρεί το Μοναστήρι ή να ειδοποιεί πως το καντηλάκι του έσβησε, για να το ανάψουν. Μια μοναχή, είδε τον Άγιο καταμεσήμερο επάνω στον τάφο του, νεκρό, άταφο και πληγωμένο. Άρχισε αμέσως να θρηνεί και άκουσε τον Άγιο να της λέει:

- "Κατάλαβες τώρα γιατί πρέπει να ανάβεις το καντήλι μου".

Πολλές φορές ο Άγιος εμφανιζόταν λουσμένος στο φως. Μοναχές, λένε ιστορίες, για ένα φως που τις νύχτες έκανε τον γύρω του Μοναστηριού, σαν να το προστάτευε. Άλλοτε πάλι ένα λαμπρό φως, ανέβαινε από τον τάφο, έκανε βόλτα όλη την Μονή σκορπώντας λάμψη και θερμότητα και επέστρεφε στον τάφο. Μια νύχτα μάλιστα που οι μοναχές παρασυρμένες από την ομορφιά και το μεγαλείο του τόπου τους και του φεγγαριού, έμειναν έξω ως αργά συζητώντας, είδαν το φως να βγαίνει από τον τάφο, να περνάει πάνω από τα κεφάλια τους, να στέκεται περισσότερη ώρα πάνω από μία αδελφή που παραπονιόταν ότι δεν είχε δει ποτέ τον Άγιο και να φεύγει.

 

Μαρτυρίες από την Αμερική

Ο Άγις δεν εμφανιζόταν μόνο στο Μοναστήρι του ή στην Ελλάδα. Πολλοί χριστιανοί απ' όλο τον κόσμο δίνουν μαρτυρίες για εμφανίσεις και θαύματα του Αγίου. Μια μέρα έφτασε στη Μονή μία κυρία, που βαθιά συγκινημένη ζήτησε να προσκυνήσει τα Ιερά Λείψανα. Μετά, με γαληνεμένη την ψυχή της, διηγήθηκε την ιστορία της:

"Κοιμόμουν στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού μου στην Αμερική, όταν ξαφνικά έτριξε η πόρτα σαν να την άνοιγε κάποιος". Ανασηκώθηκε από το κρεβάτι και βλέπει μπροστά της έναν Καλόγηρο λουσμένο στο φως. Αμέσως γονάτισε μπροστά του και ο Καλόγηρος της είπε:

- "Είμαι ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Εφραίμ, από το Όρος των Αμώμων. Να έρθεις στον Μοναστήρι μου, να με προσκυνήσεις".

Έτσι ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί, ο Καλόγηρος χάθηκε και το φως έσβησε, αφήνοντας πίσω μια γλυκιά ευωδία. Μια άλλη κυρία στην Αμερική, έπασχε από ανίατη ασθένεια. Ακούγοντας για το θαύματα του Αγίου Εφραίμ και με βαθιά ριζωμένη στην καρδιά της την χριστιανική πίστη, έστειλε στο Μοναστήρι ένα ρούχο της. Παρακαλούσε της Μοναχές να το σταυρώσουν στην εικόνα του Αγίου και να της το στείλουν πίσω να το φορέσει. Έτσι κι έγινε και η γυναίκα θεραπεύτηκε. Με την πρώτη δε ευκαιρία, χωρίς να λογαριάσει κόπο και έξοδα, πήγε η ίδια στο Μοναστήρι να προσκυνήσει στα Άγια Λείψανα και να ευχαριστήσει προσωπικά τον Άγιο, για το θαύμα του.

 

Ο Άγιος θεραπευτής

Μια πιστή έπασχε από παράλυση των νεύρων της καρδιάς. Τέσσερα χρόνια ήταν κατάκοιτη υποφέροντας από φρικτούς πόνους. Κάποια γνωστή που την επισκέφθηκα, της πήγε ένα βιβλίο με τα θαύματα του Αγίου Εφραίμ. Αφού το διάβασε όλο και έμεινε έκπληκτη από τα τόσα θαυμαστά, έκλεισε τα μάτια της και προσευχήθηκε στον Χριστό, να στείλε και σ' εκείνη τον απεσταλμένο Του, Άγιο Εφραίμ να την ελεήσει. Δεν πρόλαβε να τελειώσει την προσευχή και το βλέπει ολοζώντανο δίπλα της, να της λέει με γλυκιά φωνή:

- "Παιδί μου τι έχεις;"

- "Η καρδιά μου, το κεφάλι μου, το σώμα μου ολόκληρο, υποφέρω από τρομερούς πόνους. Σε παρακαλώ, Άγιε του Χριστού, βοήθησέ με".

Έπιασε σιγά-σιγά ο Άγιος να ψηλαφίζει όλες τις κλειδώσεις της. Ενώ στην αρχή οι πόνοι της ήταν αφόρητοι και ήθελε να ουρλιάξει, ένοιωσε το κορμί της να χαλαρώνει πόντο με τον πόντο. Κατόπιν έσκυψε ο Άγιος και ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος της. Αισθάνθηκε την ανάσα του να δίνει πνοή στην καρδιά της, άρχισε να νοιώθει καλά και άκουσε τον Άγιο να της λέει:

- "Πες παιδί μου το όνομά μου δυνατά".

- "Άγιε μου Εφραίμ, Άγιε μου Εφραίμ, Άγιε μου Εφραίμ".

Κι ενώ η πρώτη φορά ίσα που ακούστηκε, η δεύτερη ήταν πιο δυνατή και την τρίτη, το φώναξε με τόση δύναμη, που ξύπνησε το παιδί της και την ρωτούσε τι συμβαίνει. Ο Άγιος είχε χαθεί, ενώ η γυναίκα σηκώθηκε επιτέλους από το κρεβάτι, άναψε το καντήλι της και προσευχήθηκε, ευχαριστώντας τον Χριστό και τον Άγιο Εφραίμ. Όταν το πρωί την πήρε ο ύπνος, είδε στο όνειρό της, ότι βρισκόταν στην Εκκλησία του Άγιου και έκανε να κατέβει τα σκαλάκια για να πάει να προσκυνήσει στον τάφο του. Μια άγρια φωνή την σταμάτησε, λέγοντά της πως είναι αμαρτωλή και δεν μπορούσε, ενώ κάτι χέρια πήραν από μπροστά της τα σκαλιά. Εκείνη αμετάπειστη δήλωσε, πως ακριβώς επειδή ήταν αμαρτωλή, θα προσκυνούσε τον τάφο του ακόμα και πηδώντας μέσα σ' αυτόν. Έτσι κι έκανε. Πήδηξε μέσα κι ένοιωσε τα πόδια της να βρέχονται, γιατί ο τάφος είναι πάντα βρεγμένος. Όταν βγήκε έξω, βρέθηκε σε μία αυλή παραδεισένια, που της είπαν ότι είναι του Αγίου. Εκεί καθόταν μία μαυροφορεμένη γυναίκα, που κρατούσε στα χέρια της έναν δίσκο στολισμένο με αγγελάκια. Όταν ρώτησε, της είπαν πως είναι η Μητέρα του Αγίου, χήρα με επτά παιδιά".

Μετά από λίγο καιρό, η γυναίκα αξιώθηκε να πάει να προσκυνήσει. Τα έχασε, όταν αντίκρισε την Εκκλησία και τον τάφο, ακριβώς όπως τα είχε δει στο όνειρό της.

 

Το χρυσό ρολόι

Επάνω στην εικόνα του Άγιου υπάρχουν πολλά τάματα. Ένα από αυτά, το χρυσό ρολόι του κυρίου Γιώργου, διηγείται την δική του ιστορία. Συνοδευόμενη από μία μικρή δόκιμη η αδελφή Μακαρία πήγε στην Εκκλησία. Εκεί αντίκρισε μπροστά στην θαυματουργή εικόνα του Αγίου, τον κύριο Γιώργο, την γυναίκα του και τον γιο τους, να προσεύχονται στον Άγιο. Ο κύριος Γιώργος ήταν γνωστός τους. Λίγα χρόνια νωρίτερα, είχε πάει στο Μοναστήρι τους, με μεγάλο πόνο, να ζητήσει από τον Άγιο να σώσει το μονάκριβο παιδί του που ήταν βαριά άρρωστο. Ο Άγιος του έκανε την χάρη και μέχρι σήμερα το καμαρώνει με το θέλημα του Θεού. Σήμερα, είχε έρθει να παρακαλέσει για τον εαυτό του, επειδή αντιμετώπιζε προβλήματα στην καρδιά. Έψαλλαν όλοι μαζί ευλαβικά την παράκληση για τον κύριο Γιώργο και αυτός συγκινημένος πήρε την οικογένειά του κι έφυγε. Μετά από δεκαπέντε περίπου ημέρες, επέστρεψε στον Μοναστήρι και γεμάτος χαρά τους διηγήθηκε τα εξής:

"Μια μέρα, καθώς διάβαζε την παράκληση του Αγίου, γέμισε το σπίτι του γλυκιά ευωδία. Αμέσως σκύβει και ασπάζεται την εικόνα του. Πέρασαν οκτώ ημέρες από αυτό το περιστατικό και βλέπει στον ύπνο του πως είναι άρρωστος. Ξαπλωμένος σ' ένα κρεβάτι στην πλατεία ενός χωριού. Βλέπει τον Άγιο να πλησιάζει αργά προς το μέρος του, να κάθεται στο κρεβάτι και να του λέει:

- "Για 'σένα ήρθα Γιώργο".

Έπειτα πήρε το κεφάλι του, το ακούμπησε στα γόνατά του και του διάβασε μία ευχή περί ιάσεως. Αυτό ήταν, αμέσως έγινε καλά".

Συγκινημένος και με δάκρυα στα μάτια, προσκύνησε την εικόνα του Άγιου, κρέμασε το χρυσό ρολόι σε ένδειξη ευγνωμοσύνης και έφυγε.

 

Το τριαντάφυλλο

Ήταν νύχτα. Η Μονή είχε βυθιστεί στην σιωπή, όταν κάποιοι αργοπορημένοι επισκέπτες, έφτασαν στο Μοναστήρι. ένας κύριος, που ο αδελφός του ήταν ετοιμοθάνατος, παρακάλεσε την αδελφή Μακαρία να πάει μέχρι το νοσοκομείο, να τον σταυρώσει με τα Λείψανα του Αγίου. Αυτή πήγε, ήταν η Παρασκευή των Βαΐων, και βρήκε τους συγγενείς να κλαίνε γύρω του, ενώ είχαν κάνει κι όλες τις απαραίτητες ετοιμασίες. Ο ασθενής, άνοιξε τα μάτια του, είδε την Μοναχή και με μεγάλη προσπάθεια ρώτησε για ποιον Άγιο πρόκειται. Η αδελφή του είπε:

- "Είναι ο Άγιος Εφραίμ. Με τη βοήθειά του θα γίνεις καλά και θα έρθεις στο Μοναστήρι μας να προσκυνήσεις".

Πράγματι την Μεγάλη Παρασκευή, όταν τελείωσε η Ακολουθία, βγαίνοντας η Μοναχή από την Εκκλησία, τον βλέπει να στέκεται στο προαύλιο υγιέστατος και χαρούμενος από το πολύτιμο δώρο που του χάρισε ο Άγιος. Είχε φτάσει η παραμονή της γιορτής του Αγίου και οι αδελφές ετοίμαζαν την Εκκλησία για την Λειτουργία. Η αδελφή Μακαρία τοποθετούσε ένα στεφάνι από τριαντάφυλλα  στην εικόνα του Αγίου. Όταν τελείωσε, ένα τριαντάφυλλο έπεσε και σταμάτησε επάνω στον τζάμι στο μάγουλο του Άγιου. Σκέφτηκε να το φτιάξει, μα το άφησε εκεί, για να το δώσει ο Άγιος όπου ήθελε. Πολύ κόσμος παρακολούθησε την ακολουθία με κατάνυξη. Ανάμεσά τους και ο προαναφερόμενος άνθρωπος. Όταν έφτασε μπροστά στην εικόνα να προσκυνήσει συνέβη το εξής. Το τριαντάφυλλο που όλες αυτές τις ώρες ήταν κρεμασμένο, έπεσε στο κεφάλι του. Συγχρόνως άκουσε την γλυκιά φωνή του λέει:

- "Πες το δυνατά παιδί μου, να το ακούσουν όλοι, πως έγινες καλά. Μην κρύβεις την ευεργεσία που έλαβες".

Πράγματι, αυτός διηγήθηκε τι είχε συμβεί ενώ η οικογένεια του στεκόταν δίπλα του ευτυχισμένη. Η  ευγνωμοσύνη είναι μεγάλη αρετή και πρέπει να εκφράζεται δημόσια.

 

Η προφητεία

Ήταν Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Μια αδελφή του Μοναστηριού, στις 19, 20 και 21 Απριλίου του 1967, έβλεπε συνέχεια τον Άγιο, θλιμμένο και ανήσυχο να προσεύχεται. Έμπαινε στην Εκκλησία, έβγαινε στην αυλή, πήγαινε έξω από το Μοναστήρι, άλλοτε γονατιστός και άλλοτε όρθιος με τα χέρια υψωμένα σαν να ικέτευε. Ποια μπορούσε να φανταστεί τα γεγονότα που θ' ακολουθούσαν στην χώρα μας. Μετά από λίγες μέρες, είδαν όλες οι αδελφές ξαφνιασμένες το πρόσωπο του Αγίου στην εικόνα του, να ιδρώνει. Ο ιδρώτας κυλούσε από το μέτωπο, στο πρόσωπο, στα γένια και στο σώμα του ολόκληρο. Ήταν άραγε από αγωνία;

Την ίδια εποχή, άρχισε να τρέχει ξαφνικά από την εικόνα του Αγίου μύρο. Έβαλαν ένα δοχείο, για να το μαζεύουν για τους αρρώστους. Το μύρο έτρεχε, το δοχείο γέμισε, μα δεν χυνόταν έξω. Μια αδελφή που ήταν σκυμμένη, άκουσε την φωνή του Αγίου, πλημμυρισμένη θλίψη να λέει:

- "Θα γίνει και καλό, μα θα γίνει και πάρα πολύ μεγάλο κακό".

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Είναι πάρα πολλές οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις και τα θαύματα του Αγίου Εφραίμ, που είναι αδύνατον να τα γράψουμε όλα σ' αυτό το μικρό βιβλίο, το αφιερωμένο στην ζωή του. Το τελευταίο που θα αναφέρουμε, αφορά την Εκκλησία του. Όταν έφτασε η ευλογημένη ώρα, που αξίωσε ο Κύριος, να χτιστεί ο Ναός του Αγίου, βρέθηκε από Θεία Πρόνοια, παλιά πέτρα που στόλιζε άλλοτε ένα οικοδόμημα στην Αθήνα. Η Ηγουμένη Μακαρία αναρωτιόταν, που ακριβώς θα ήθελε ο Άγιος να χτιστεί η Εκκλησία του. Φτάνει τότε μια προσκυνήτρια στο Μοναστήρι και της λέει:

- "Είδα στο όνειρό μου τον Άγιο Εφραίμ και μου είπε:

- "Να πας να πεις της Γερόντισσας, ότι τον τάφο μου τον θέλω μέσα στην Εκκλησία μου".

Πεντέμισι αιώνες φύλαγε η γη, σαν πολύτιμο θησαυρό, στους κόλπους της τον Άγιο Εφραίμ, μέχρι που ο πολυεύσπλαχνος Θεός μας τον φανέρωσε, για να τον έχουμε βοηθό και οδηγό στις δύσκολες μέρες που ζούμε. Ας αναγνωρίσουμε όλοι την δύναμη της πίστης και της προσευχής και ας προστρέχουμε σ' Αυτόν, με ταπεινή καρδιά, παρακαλώντας Τον να μας ελεήσει. Και όλοι μαζί, ας ζητήσουμε από αυτόν τον Άγιο του Θεού Εφραίμ, να είναι πάντα δίπλα μας, να μας φωτίζει, να μας στηρίζει και να μας καθοδηγεί.

ΒΙΟΣ: Άγιος Δημήτριος

Άγιος Δημήτριος ο μεγαλομάρτυς, θαυματουργός και μυροβλύτης

1. Το σύντομο Συναξάρι του "Μηναίου" (26 Οκτωβρίου)

Ο ένδοξος μεγαλομάρτυρας Δημήτριος έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων της Ρώμης Διοκλητιανού (284-304) και Μαξιμιανού (286-305). Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Από τους γονείς του πήρε την ευσέβεια και ο ίδιος υπήρξε διδάσκαλος της χριστιανικής πίστης.

Όταν κάποτε ο Μαξιμιανός πήγε στη Θεσσαλονίκη, ακούγοντας όσα έλεγαν όλοι για την αρετή και τη μεγάλη πίστη του Δημητρίου στον Θεό, διέταξε και τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν.

Ο αυτοκράτορας αυτός καμάρωνε για έναν άντρα, με τ' όνομα Λυαίος, που ήταν γιγαντόσωμος και πολύ δυνατός και τους ξεπερνούσε όλους. Ο Μαξιμιανός θέλοντας να τιμήσει το Λυαίο, παρακινούσε τους Θεσσαλονικείς να μπουν στο στάδιο και να παλέψουν μαζί του.

Τότε ένας νέος στην ηλικία χριστιανός, που τον έλεγαν Νέστορα, επισκέφθηκε τον άγιο Δημήτριο στην φυλακή και του είπε:

- "Δούλε του Θεού, θέλω να αντιμετωπίσω τον Λυαίο. Προσευχήσου για μένα στον Κύριο.

Ο άγιος, αφού πρώτα έκανε στο μέτωπο του Νέστορα το σημείο του σταυρού, του είπε:

- Και το Λυαίο θα νικήσεις, αλλά και για το Χριστό θα μαρτυρήσεις!

Έτσι λοιπόν ο Νέστορας, παίρνοντας δύναμη και θάρρος από τα λόγια αυτά του αγίου Δημητρίου, αντιμετώπισε τον Λυαίο, τον θανάτωσε και ταπείνωσε την αλαζονεία του.

Ο Μαξιμιανός ντροπιάστηκε πολύ από το γεγονός ότι το καμάρι του, ο Λυαίος, είχε τόσο ταπεινωτικό και απρόσμενο τέλος. Ερευνώντας όμως το θέμα, πληροφορήθηκε ότι αίτιος της σφαγής του Λυαίου ήταν ο άγιος Δημήτριος. Χωρίς χρονοτριβή λοιπόν έστειλε στη φυλακή στρατιώτες, με την εντολή να λογχίσουν την πλευρά του πέρα ως πέρα.

Οι στρατιώτες εκτέλεσαν πάραυτα την εντολή κι έτσι ο ένδοξος μεγαλομάρτυρας Δημήτριος παρέδωσε στον Κύριο την ψυχή του και κοσμήθηκε με το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου.

Μετά το μαρτυρικό του θάνατο ο Άγιος επιτελούσε πάρα πολλά θαύματα και παράδοξες θεραπείες.

Εξάλλου, πάλι με εντολή του Μαξιμιανού, αποκεφαλίστηκε από τους στρατιώτες και ο Άγιος Νέστορας, (Κατά το Συναξαριστή -27 Οκτωβρίου, ο Άγιος Νέστορας θανατώθηκε με τη χρησιμοποίηση του ίδιου του ξίφους του, με το οποίο είχε νικήσει τον Λυαίο).

2. Πηγές για τη ζωή, το μαρτύριο και τα θαύματά του

Ο Άγιος Δημήτριος είναι μία από τις πλέον δημοφιλείς μορφές στο ορθόδοξο Αγιολόγιο. Έτσι ίσως εξηγείται και το γεγονός ότι και νωρίτερα αλλά κυρίως από τον 6ο αιώνα κι εξής πολλοί συγγραφείς του αφιέρωσαν θερμά εγκώμια, ενώ εκκλησιαστικοί ποιητές και μελωδοί συνέταξαν ύμνους για να ψάλλουν το βίο, το μαρτύριο και τα πάμπολλα θαύματά ου. Η τάση αυτή ενισχύθηκε σημαντικά κατά το 14ο αιώνα, όταν στη Θεσσαλονίκη ξανάρχισαν να τελούνται λαμπρότερες οι εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν του.

Κύριες από τις αρχαιότερες πηγές για τον Άγιο Δημήτριο είναι:

α. Το Μαρτύριο του, γραμμένο από τον Άγιο Συμέωνα το Μεταφραστή (κατά το 10ο αιώνα).

β. Τρία βιβλία θαυμάτων του. Πρόκειται για συλλογές θαυμάτων του Αγίου, εκ των οποίων το Α' βιβλίο είναι έργο του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ιωάννη του Α' (7ου αιώνα), το δε Β' βιβλίο, όπως και το Γ' είναι άγνωστων συγγραφέων (το ένα του 6ου και το άλλο του 19ου αιώνα). Το Μαρτύριο και τα τρία βιβλία των θαυμάτων περιλαμβάνονται στον τόμο 116 της Ελληνικής Πατρολογίας του J. P. Migne.

Σημαντικότερες΅πληροφορίες για το βίο, το μαρτύριο και τα θαύματά του περιέχονται στους εγκωμιαστικούς λόγους που συνέταξαν, μεταξύ άλλων, και οι: Αυτοκράτορας Λέων ο Σοφός, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Θεοφάνης ο Κεραμεύς, Πλωτίνος και Ισίδωρος Θεσσαλονίκης, Γεώργιος Ακροπολίτης, Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, Δημήτριος Χρυσολωράς, Νικόλαος Καβάσιλας, Γεώργιος Κεδρηνός και Φιλόθεος Κωνσταντινουπόλεως,

3. Καταγωγή και μόρφωση

Το έτος 280 μ.Χ. ανάγουν οι αγιολογικές πηγές τη γέννηση του Δημητρίου στην ένδοξη και λαμπρή πόλη της Θεσσαλονίκης, από γονείς που ήταν επίσημοι και οι ρίζες τους κρατούσαν από τους αρχαίους Μακεδόνες.

Από τη παιδική του ηλικία διακρίθηκε στις επιδόσεις. Όντας ευφυής και με τη στήριξη των γονέων του πέτυχε να γίνει κάτοχος όχι μόνο της κοσμικής αλλά και της θείας γνώσης. Καθώς δε μεγάλωνε, "προέκοπτε σοφία και ηλικία και χάριτι" (Λουκ. 2, 52) και γινόταν "χαρίεις την μορφήν, ψυχήν δε χαριέστερος· ηδύς το φθέγμα, τον τρόπον ηδύτερος· γλυκύς τον λόγον, το ήθος δε γλυκύτερος" (χαριτωμένος στη μορφή, ακόμα πιο χαριτωμένος στην ψυχή· ευχάριστος στην ομιλία, πιο ευχάριστος στη συμπεριφορά· γλυκός στα λόγια, ακόμα πιο γλυκός στο χαρακτήρα του), όπως αναφέρουν οι βιογράφοι του. Στην ηλικία αυτή υπερτερούσε σε ήθος και γνώσεις όλων των συνομηλίκων του. Και κοντά σε τούτα ο Θεός τον είχε προικίσει και με την ωραιότητα του σώματος, χωρίς όμως όλα αυτά να τον οδηγήσουν - όπως πολλούς άλλους νέους - στην έπαρση και στην αμαρτία. Αντίθετα ο πνευματικός του αγώνας έδινε στο πρόσωπό του εκείνη την ανεπιτήδευτη χαρά και τη λάμψη του βλέμματος, που υποδήλωναν αγιότητα.

4. Αξιώματα και δράση

Η σύντομη σε διάρκεια επίγεια ζωή του Δημητρίου συνέπεσε με τη βασιλεία του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, ο οποίος κατείχε τα σκήπτρα των Ρωμαίων (286-305 μ.Χ.), στα πλαίσια του συστήματος της Τετραρχίας που είχε καθορίσει ο σκληρός διώκτης των χριστιανών, αυτοκράτορας Διοκλητιανός (284-305 μ.Χ.).

Φτάνοντας ο Δημήτριος στην αρχή της αντρικής ηλικίας έδειξε ολοκληρωμένα πλέον τα χαρίσματα με τα οποία ήταν κοσμημένος. Ρωμαλέος σωματικά, καρτερόψυχος, γνώστης των πολεμικών τεχνών, χρηστοηθής, σεμνός και κόσμιος. Αρετές και προσόντα γνωστά σε όλους τους Θεσσαλονικείς. Έτσι η φήμη του δεν άργησε να φτάσει μέχρι και τον αυτοκράτορα Μαξιμιανό. Ο οποίος, εκτιμώντας όλα αυτά, τον ανύψωσε στο αξίωμα του ανθυπάτου (επρόκειτο για τοποτηρητή του υπάτου σε ρωμαϊκή επαρχία, - ήταν ανώτατο αξίωμα), και μάλιστα τον περιέβαλε και με την επίσημη υπατική χλαμύδα. 

Ο Δημήτριος δεν πιάστηκε για το κοσμικό αυτό, έστω και τόσο υψηλό αξίωμα. Γιατί ήξερε να διακρίνει μεταξύ των πρόσκαιρων και των αιώνιων αγαθών και θεωρούσε ότι πάνω απ' όλα βρίσκεται η πίστη στο Χριστό και η απόλαυση της ουράνιας μακαριότητας.

Έτσι λοιπόν άρχισε να μιλάει με παρρησία για το σωτήριο όνομα του Θεού. Να προσφέρει τον άρτο της ζωής, το λόγο της αληθείας, στηριγμένος στη σχετική διδασκαλία του Ιησού Χριστού, όπως αναπτύσσεται στα ιερά Ευαγγέλια. Παράλληλα με το στρατιωτικό αξίωμα στην ρωμαϊκή Ιεραρχία, είχε λάβει και το διακόνημα του διδασκάλου από τον πραγματικό βασιλιά, το Χριστό ("της παρά του όντως βασιλέως μυστικής δεδομένης διδασκαλικής αξίας").

Ενωρίς έστρεψε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του προς τα παιδιά και τους νέους. Σχημάτισε έναν κύκλο από αυτούς και ενδιέτριβαν στη μελέτη της Αγίας Γραφής. Όπως αναφέρεται σε κάποιο "Μαρτύριο" του ήταν "ερμηνεύων και δεικνύς", ενώ σε ψηφιδωτό που διασώθηκε στον περίφημο ναό του στη Θεσσαλονίκη παριστάνεται έχοντας γύρω του παιδιά.

Η ενασχόληση του με τους νέους αποδεικνύεται και από τη φράση του Αγίου Νέστορα "ο Θεός Δημητρίου", γιατί μαρτυρεί ότι και ο γενναίος αυτός νέος είχε αλιευθεί στο Χριστό από το Δημήτριο.

Οι συγκεντρώσεις των χριστιανών (παιδιών, νέων ή ενήλικων) γίνονταν στη Χαλκευτική Στοά, κάτω από τις υπόγειες καμάρες, κοντά στα δημόσια λουτρά. Στη Στοά αυτή έγινε και η σύλληψη του, όταν τον κατήγγειλαν για τη χριστιανική ιδιότητά του και τη διδασκαλική δράση του. Καθώς οι στρατιώτες τον οδηγούσαν στο Μαξιμιανό, οι ειδωλολάτρες τον λοιδορούσαν, ενώ ο Δημήτριος ομολογούσε με θαυμαστή παρρησία "τω Χριστώ μου πιστεύω μόνον".

Συνέβη την περίοδο εκείνη να βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός, ύστερα από το νικηφόρο πόλεμο του εναντίον των Σαυροματών (Σαρματών) και των Σκύθων. Όταν έφεραν μπροστά του το Δημήτριο με την κατηγορία ότι "πρεσβεύει τα των χριστιανών και περιγελά τους θεούς των ειδώλων", καταλήφθηκε από απορία αλλά και οργή. Ήταν δυνατόν ο ανθύπατος Δημήτριος, που σε τόσο νεαρή ηλικία είχε τιμηθεί με τέτοιο αξίωμα από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, να είναι χριστιανός; Ζήτησε μάρτυρες να το επιβεβαιώσουν, γιατί δεν ήθελε να το παραδεχτεί.

5. Διάλογος με τον αυτοκράτορα - φυλάκιση του Αγίου

Οι συναξαριστές και οι εγκωμιαστές του Δημητρίου, ιδιαίτερα δε ο Δημήτριος Χρυσολωράς, περιγράφουν με ενάργεια το διάλογο μεταξύ του Αγίου και του αγέρωχου και σκληρού διώκτη των χριστιανών Μαξιμιανού. Ο Δημήτριος εμφανίζεται μπροστά του χωρίς να δειλιάσει από το μέγεθος της αμείλικτης εξουσίας ή από τα βασανιστήρια που σίγουρα τον περιμένουν. Οι αγιολόγοι περιγράφουν τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του αυτοκράτορα και του γενναίου ομολογητή του Χριστού και τα οποία περιληπτικά έχουν ως εξής:

Μαξιμιανός: Είναι αλήθεια πως είσαι χριστιανός;

Δημήτριος: Είμαι στρατιώτης του Χριστού και μόνο αυτόν λατρεύω.

Μαξιμιανός: Εγώ σε ανέβασα σε τόσο μεγάλο αξίωμα κι εσύ, Δημήτριε, έτσι μου το ανταποδίδεις;

Δημήτριος: Εγώ, βασιλιά μου, τιμώ τη βασιλεία σου, αλλά πιο πολύ από σένα τιμώ το Θεό του ουρανού και της γης, που είναι βασιλιάς όλου του κόσμου.

Μαξιμιανός: Και ποιος είναι αυτός ο βασιλιάς και Θεός σου;

Δημήτριος: Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός. Είναι Θεός αληθινός και παντοδύναμος. Αυτόν λατρεύω και τους θεούς των ειδωλολατρών δεν τιμώ, αλλά τους μυκτηρίζω και τους σιχαίνομαι. Όσο για τις τιμές και τα αγαθά που δίνεις σ' εκείνους που πειθαρχούν σ' εσένα, πως είναι δυνατό να συγκινήσουν όποιον περιφρονεί την πρόσκαιρη εξουσία σου, την ίδια τη βασιλεία σου, τον πλούτο και τη δόξα σου; Αν μάλιστα με θανατώσεις θέλω να ξέρεις ότι θα κάνεις για μένα αυτό που περισσότερο απ' όλα εύχομαι: Με στέλνεις μια ώρα αρχύτερα στην αληθινή ζωή και σ' Εκείνον που ποθώ περισσότερο από καθετί.

Παρά το γεγονός ότι ο Μαξιμιανός μόλος και μετά βίας συγκρατούσε την οργή του για το τόλμημα του νεαρού ανθυπάτου, ανέβαλε να τον υποβάλει σε βασανιστήρια, γιατί είχε την κρυφή ελπίδα ότι θα μπορούσε να "συνετίσει" το Δημήτριο και να τον αποσπάσει από τη χριστιανική πίστη. Έτσι έδωσε εντολή να φυλακισθεί "στις καμάρες όπου ζέσταιναν νερό για τα γειτονικά λουτρά".

Στο "Μαρτύριο" που συνέταξε ο Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής αναφέρεται ότι καθώς ο Δημήτριος ωδηγείτο στη φυλακή χαιρόταν γιατί πλησίαζε το μαρτυρικό του τέλος, αλλά ταυτόχρονα λυπόταν γιατί αυτό καθυστερούσε αφού αντί για το μαρτύριο τον πήγαιναν στη φυλακή. Όταν τον έκλεισαν σ' αυτήν έλεγε: "Θεέ μου, ρίξε το βλέμμα σου σ' εμένα και βοήθησέ με. Διότι από σένα περιμένω με υπομονή βοήθεια. Είσαι η ελπίδα μου ... Εσένα θα υμνώ όσο θα υπάρχω ...".

Η απάντηση του Κυρίου ήρθε αμέσως με τη μορφή αγγέλου που του έβαλε στεφάνι στο κεφάλι και του είπε: "Ειρήνη σ' εσένα, αθλητά του Χριστού. Έχε θάρρος και δύναμη. Αγωνίσου σαν γενναίος άντρας".

6. Νέστορας και Λυαίος

Ένα από τα προσφιλή θεάματα κατά την περίοδο της ρωμαιοκρατίας ήταν και αυτό της μονομαχίας. Ρωμαλέοι κατά κανόνα άντρες μονομαχούσαν - πολλές φορές μέχρι ο ένας να θανατωθεί από τον άλλο - στο κέντρο των σταδίων, ενώ ο φανατισμένος όχλος τους παρότρυνε με φωνές και αλαλαγμούς. Παρόμοιο βάρβαρο θέαμα πρόσφερε την περίοδο του Δημητρίου και ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός που βρισκόταν, όπως σημειώθηκε ήδη, στη Θεσσαλονίκη.

Ο αυτοκράτορας είχε μαζί του έναν Σκύθο γιγαντόσωμο και πολύ δυνατό, που λεγόταν Λυαίος. Τον είχε σε εύνοια, γιατί έτσι που μέχρι τότε ήταν ανίκητος τον έβγαζε ασπροπρόσωπο. Όμως ένα απρόσμενο γεγονός επρόκειτο να φέρει στο Μαξιαμιανό μεγάλη απογοήτευση, λύπη και οργή. Και ποιο ήταν αυτό;

Νεαρός άντρας, που ανήκε στον κύκλο των μαθητών του φυλακισμένου πλέον Δημητρίου, ο Νέστορας, είχε ακούσει πολλές φορές να γίνεται λόγος για τον αλαζόνα και υπερήφανο Λυαίο. Έτσι όταν μια μέρα ο Λυαίος βρισκόταν στον κέντρο του κατάμεστου σταδίου της Θεσσαλονίκης και προκαλούσε σε μονομαχία όποιον τολμούσε, πήρε την απόφαση να ταπεινώσει το βάρβαρο Σκύθη, όπως έκανε κάποτε και ο νεαρός Δαβίδ απέναντι στο Γολιάθ. Θυμήθηκε το Δημήτριο και τα θαύματα που επιτελούνταν με την επίκληση του Θεού των χριστιανών. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να νικήσει το Λυαίο, αν είχε την ευχή και ευλογία του διδασκάλου του Δημητρίου που ήταν και το πρότυπό του.

Έτρεξε λοιπόν κοντά του, στη φυλακή, έπεσε γονατιστός στα πόδια του και είπε: " Δούλε του Θεού, είμαι έτοιμος και πρόθυμος να μονομαχήσω με τον Λυαίο. Ενίσχυσε με τις ευχές σου και δώσε μου σύμμαχο το δυνατό σου χέρι". Ο Δημήτριος έκανε το σημείο του  Σταυρού στο πρόσωπο και την καρδιά του Νέστορα και του είπε: "Και το Λυαίο θα νικήσεις, και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις".

Ο Νέστορας έτρεξε στο στάδιο και αφού προχώρησε έφτασε και στάθηκε θαρρετά μπροστά στον αυτοκράτορα, που παρακολουθούσε με τους αξιωματούχους και τον όχλο τ' αγωνίσματα και τις μονομαχίες. Του δήλωσε την απόφασή του να αντιμετωπίσει το Λυαίο. Ο Μαξιμιανός θέλησε να τον αποτρέψει βλέποντας το νεαρό της ηλικίας και τη σωματική του ωραιότητα και μη γνωρίζοντας ότι είναι χριστιανός κι έχει την ευχή του Δημητρίου. Μάταια όμως, γιατί ο Νέστορας επέμενε. Έτσι έδωσε την άδεια να γίνει η μονομαχία. 

Ο Νέστορας καθώς προχωρούσε προς τον Λυαίο επικαλούνταν την βοήθεια "του Θεού του Δημητρίου", για να δοξαστεί το όνομά Του, να καταισχυνθούν οι διώκτες της νέας Πίστης και να τονωθούν οι χριστιανοί που καταδιώκονταν. Ο Λυαίος όταν τον είδε να πλησιάζει γέλασε ειρωνικά, γιατί δεν τον θεώρησε καν ως αντίπαλο. Ο Νέστορας όμως τον πλησίασε ήρεμα και "βγάζοντας τον ακινάκη (περσικό ξίφος πλατύ και μικρού μήκους) από τη θήκη του, πήδησε στο στίβο και παλεύοντας με το βάρβαρο Λυαίο του κάρφωσε την καρδιά", όπως κατά λέξη αναφέρει ο Συμεών ο Μεταφραστής.

Το τι επακολούθησε δεν είναι ανάγκη να περιγραφεί. Οργισμένος με την αναπάντεχη εξέλιξη ο Μαξιμιανός επέστρεψε στα ανάκτορα. Δεν ήθελε να παραδεχτεί αυτό που συνέβη. Γι' αυτό και απέδωσε τη νίκη του Νέστορα σε μάγια. Έστειλε λοιπόν και κάλεσε το γενναίο αθλητή. Τον ρώτησε: "Ποιες μαγείες χρησιμοποίησες και ποιοι σε βοήθησαν να νικήσεις τον Λυαίο;" Για να πάρει την γεμάτη παρρησία απάντηση: "Μαγείες, βασιλιά μου, δεν χρησιμοποιούνται από τους χριστιανούς. Και κανέναν άλλο δεν είχα συνεργό, παρά μόνο τον Θεό του Δημητρίου".

Το ποτήρι ξεχείλισε για τον αυτοκράτορα στο άκουσμα των λόγων αυτών. Και με προσταγή του αποκεφαλίστηκε αμέσως ο γενναίος μάρτυς του Χριστού Νέστορας, από τον σωματοφύλακα του βασιλιά Μινουκιανό, ο οποίος μάλιστα χρησιμοποίησε τον "ακινάκη" (ξίφος) του ιδίου, αυτόν που κατέβαλε το Λυαίο.

Έτσι ο Νέστορας ανέβηκε στους ουρανούς με τα αίματα του μαρτυρίου, για να λάβει το στεφάνι της διπλής του νίκης.

7. Η μαρτυρική τελείωση του Δημητρίου

Η αναστάτωση που δημιουργήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τον απρόσμενο θάνατο του Λυαίου καθώς΅και την οργή του Μαξιμιανού και τον αποκεφαλισμό του Νέστορα, όπως ήταν φυσικό έδωσε νέα αφορμή στους ειδωλολάτρες να εκτοξεύσουν καινούργιες διαβολές σε βάρος του φυλακισμένου Δημητρίου. Τον κατηγόρησαν μάλιστα στα ίσια, ότι εκείνος υπήρξε ο αίτιος της εξόντωσης του Λυαίου, πράγμα που επέτεινε τη σύγχυση και το θυμό του αυτοκράτορα.

Ο οποίος, στα πλαίσια του σκληρού διωγμού που είχε κηρύξει κατά των χριστιανών, δεν καθυστέρησε να δώσει αυστηρή εντολή για την θανάτωση του Δημητρίου με λογχισμούς στη φυλακή που ήταν δέσμιος. Οι στρατιώτες έσπευσαν να συμμορφωθούν αμέσως. Όταν τους είδε εκείνος να πλησιάζουν στο κελί του, κατάλαβε ότι επίκειται αυτό που περίμενε πως θα γίνει. Ελπίζοντας μάλιστα ότι θα λογχευθεί όπως και ο Κύριος του, σήκωσε ψηλά το χέρι του και πράγματι δέχτηκε στο πλευρό του απανωτά χτυπήματα με τις λόγχες και έτσι "ετελειώθη", λαμβάνοντας το στεφάνι του μαρτυρίου, για να συγκατοικεί πλέον  με το Χριστό που ποθούσε.

Το αγνό και τίμιο σώμα του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου, πορφυρωμένο από τα αίματα κειτόταν στο δάπεδο της φυλακής, μέχρι που κάποιοι από τους χριστιανούς - μετά από "υπόδειξη" του αγίου - πήγαν νύχτα, έλαβαν τη σορό του, τη νεκροστόλισαν και την έθαψαν στο σημείο του μαρτύρησε. Ο συναξαριστής του αναφέρει πως όταν οι στρατιώτες λόγχιζαν την πλευρά του Δημητρίου ένας υπηρέτης του, ο Λούπος, που βρισκόταν εκεί "έβαλε πάνω στην ιερή επωμίδα του αγίου, όσο από το μαρτυρικό αίμα μπόρεσε", ενώ ράντισε μ' αυτό και πήρε μαζί του το δαχτυλίδι του αγίου. Αργότερα, χάρη σ' αυτά τα δύο, επιτελούσε πολλά και διάφορα θαύματα.

Οι εγκωμιαστές του χαρακτηρίζουν το μαρτύριο "χριστομίμητον" και το σώμα του "θεοειδέστατον και λαμπρότατον". Στο δε σημείο της ταφής του επρόκειτο να να εγερθεί μεγαλοπρεπής ναός. Και ιδού πως έγινε τούτο.

8. Τα ιερά λείψανα και ο ναός του Μεγαλομάρτυρα

Τα θαύματα που γίνονταν στον τάφο όπου βρίσκονταν τα ιερά λείψανα ακούγονταν όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη αλλά και σ' όλη τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και ακόμα πιο μακριά. Δεν υπήρχε πλέον ο κίνδυνος της ειδωλολατρίας μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, από το Μέγα Κωνσταντίνο κι εξής (306-337).

Ο τότε έπαρχος του Ιλλυρικού Λεόντιος, σημαντικό πρόσωπο και πιστός χριστιανός, πηγαίνοντας στη Δακία, αρρώστησε στη Θεσσαλονίκη τόσο βαριά, που επιθυμούσε το θάνατο για να λυτρωθεί από τους πόνους. Όταν πια η θεραπεία του είχε αποκλειστεί από τους γιατρούς, ο Λεόντιος κατέφυγε στον Άγιο Δημήτριο, ελπίζοντας να ιαθεί. Τον πήγαν ξαπλωμένο στο κρεβάτι στον τόπο που ήταν ενταφιασμένος ο Άγιος. Και, ω του θαύματος! Μόλις εναποτέθηκε το κρεβάτι του στο σημείο εκείνο και ο Λεόντιος επικαλέστηκε τη μεσιτεία του μεγαλομάρτυρα, εξαφανίστηκε η βαριά αρρώστια του αμέσως. Αλλά και ο ίδιος έσπευσε να ανταποδώσει την ευεργεσία: Κατεδάφισε το μικρό ναό πάνω από τον τάφο του αγίου και οικοδόμησε μεγάλη εκκλησία προς τιμήν του Δημητρίου, που σωζόταν ακόμη στα χρόνια του Συμεών του Μεταφραστή ο οποίος κάνει λόγο γι' αυτής (10ος αιώνας), αναφέροντας: "Ο ναός αυτός υπάρχει και σήμερα, χτισμένος περικαλλής. Και δεν υστερεί από κανέναν άλλο από εκείνους που προκαλούν το θαυμασμό και τέρπουν τα μάτια για το κάλλος ή το μέγεθός τους".

Ο Λεόντιος φεύγοντας για το Σίρμιο (πόλη κοντά στη σημερινή Μητροβίτσα της Σερβίας), θέλησε να πάρει μαζί του τεμάχια ιερού λειψάνου του μεγαλομάρτυρα, για ν' ανεγείρει κι εκεί ναό προς τιμή του. Ο άγιος όμως εμφανίστηκε στον ύπνο του και τον απέτρεψε από το να κάνει κάτι τέτοιο. Αργότερα αποπειράθηκαν να κάνουν το ίδιο οι αυτοκράτορες Ιουστινιανός και Μαυρίκιος, εμποδίστηκαν όμως από τον Δημήτριο. Καθηγητής - ερευνητής πανεπιστημίου της Γερμανίας απέδειξε "ότι ουδείς διαμελισμός λειψάνων έλαβε χώραν εν Θεσσαλονίκη και αλλαxού κατά τους πρώτους αιώνας" (B. Kotting). 

9. Θαυματουργός και μυροβλήτης

Ο μεγαλομάρτυρας και αθλοφόρος Δημήτριος έγινε, πολύ σύντομα μετά το μαρτυρικό του τέλος, γνωστός ως μυροβλήτης και θαυματουργός. Διότι ο τάφος του μεταβλήθηκε σε πηγή, από την οποία ανέβλυζε ιαματικό και ευωδιαστό μύρο, με την επίκληση δε του ονόματος και των πρεσβειών του γίνονταν πάμπολλα θαύματα. Πολλοί από τους εγκωμιαστές του αγίου Δημητρίου κάνουν σαφέστατες αναφορές για τη ροή του μύρου, όπως οι: Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς, Ιωάννης Σταυράκιος, Πλωτινός Θεσσαλονίκης και ιδιαίτερα ο Δημήτριος Χρυσολωράς που περιγράφει το γεγονός με λεπτομέρειες.

Τα σημαντικότερα από τα θαύματα αυτά έχουν περιληφθεί όπως ήδη σημειώσαμε, στα τρία βιβλία των θαυμάτων. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα πρώτα θαύματα επιτέλεσε ο υπηρέτης του Λούπος, χρησιμοποιώντας το ραντισμένο με το μαρτυρικό αίμα του αθλοφόρου δαχτυλίδι του.

Για την οικοδομή των αναγνωστών μας, αλλά κυρίως για να δοξαστεί το όνομα του Θεού, ο οποίος "τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν", παραθέτουμε σύντομη επιλογή θαυμάτων του μεγαλομάρτυρα:

- Αναφέρθηκε ήδη η ίαση του Λεοντίου, επάρχου του Ιλλυρικού, που είχε ως άμεσο αποτέλεσμα και την ανέγερση μεγαλοπρεπούς ναού προς τιμήν του Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη. Ο ναός αυτός καταστράφηκε από πυρκαγιά στα χρόνια της βασιλείας του Ηράκλειου (610-641), αλλά γρήγορα αποκαταστάθηκε.

- Ένα από τα παλαιότερα, επίσης, θαύματα θεραπείας έγινε στον Μαριανό, άνδρα επιφανή, συγκλητικό και αργότερα ύπαρχο του Ιλλυρικού. Ο οποίος αφού δοκιμάστηκε πνευματικά από τον διάβολο με τους οκτώ λογισμούς - πειρασμούς της πονηρίας (γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, οργή, λύπη, ακηδία, κενοδοξία, υπερηφάνεια) και με την δύναμη του Χριστού τους κατανίκησε, στο τέλος ο διάβολος έστρεψε τον πόλεμο κατά του σώματος του Μαριανού: Έπαθε σωματική παράλυση. Κανένα μέλος του δεν μπορούσε να κινηθεί. Ακόμα και την τροφή έβαζαν στο στόμα του ξένα χέρια. Όταν οι καλύτεροι γιατροί του Ιλλυρικού δεν κατάφεραν να τον θεραπεύσουν, μετά από εμφάνιση του Αγίου στον ύπνο ενός αφοσιωμένου αυλικού, μεταφέρθηκε ο Μαριανός στο ναό του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου και μετά από θερμή προσευχή του κι ενώ εξαντλημένος αποκοιμήθηκε στο δάπεδο του ναού, είδε τον Άγιο να εμφανίζεται και να του λέει: "Ο Χριστός σε θεραπεύει, ο Θεός μας που ανορθώνει τους τσακισμένους" (Ψαλμ. 144, 14). Και το θαύμα έγινε! Ο Μαριανός σηκώθηκε όρθιος, υγιής και όχι μόνον οι παρόντες αλλά και όλοι οι Θεσσαλονικείς που έβλεπαν θεραπευμένο τον ύπαρχο τους "έδιναν δόξα στο Θεό".

- Ένας άλλος, επίσης ευγενής στην καταγωγή αλλά και πιστός χριστιανός, διοικητής της στρατιάς του Ιλλυρικού, υπέφερε από ανυπόφορη γαστρορραγία. Όταν η επιστήμη είχε πει την τελευταία της λέξη, ο διοικητής αυτός ζήτησε να τον πάνε "στον οίκο του προστάτη της πόλεως" τους, εννοώντας το ναό του αγίου Δημητρίου. Πράγμα που φυσικά έγινε αμέσως. Είναι χαρακτηριστικό ένα σχετικό απόσπασμα που αναφέρει στο Α΄ βιβλίο των θαυμάτων ο Ιωάννης, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης: "Εκείνος που δεν μπόρεσαν καθόλου να ωφελήσουν ο πλούτος, η καταγωγή, τα βοηθήματα, η ιατρική, το πλήθος των φυλαχτών (γιατί ούτε αυτά παρέλειψαν οι συγγενείς του) αυτός τον έκανε υγιή και δυνατό σε ελάχιστο χρόνο, όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά, ο μιμητής του Κυρίου του, ο πράγματι σωζοπολίτης και υπερένδοξος αθλοφόρος του Χριστού, Δημήτριος".

- Κάποτε χτύπησε τη Θεσσαλονίκη και τις γύρω περιοχές μια φοβερή αρρώστια, με αποτέλεσμα να πεθαίνουν νήπια, παιδιά και ώριμοι άντρες, ενώ "εξαιρούνταν οι πιασμένοι από βαθιά γεράματα"! γιατί σκοπός της μάστιγας αυτής ήταν να μετανοήσουν οι άνθρωποι που είχαν ξεφύγει από το δρόμο του Θεού. Έτσι, όταν οι χριστιανοί κατέφυγαν στους ναούς και κυρίως του αγίου Δημητρίου, φάνηκε και το μέγεθος της φιλανθρωπίας του Θεού και η μεσιτεία του μεγαλομάρτυρα: Όσους επισκεπτόταν ο άγιος τη νύχτα, το πρωί γίνονταν καλά, όσους ξεπερνούσε κατά τις επισκέψεις του στον ύπνο τους. ή έφευγαν αμέσως από τη ζωή ή μετά από πολύ καιρό, πάλι μετά από ευσπλαχνία του Αγίου, ενώ κανένας απ' τους πιστούς που είχαν καταφύγει στο ναό του δεν κόλλησε την αρρώστια. (Ο Ιωάννης, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, που εξιστορεί το θαύμα, απαντά με πειστικό τρόπο στο ερώτημα των συγχρόνων του: "Πως μας πείθεις ότι αυτά τα έκανε ο υπερένδοξος Δημήτριος;". Ο χώρος δεν επιτρέπει την ανάπτυξή του).

Ο ίδιος αρχιεπίσκοπος περιγράφει λεπτομερώς:

- Τη θεραπεία ενός δαιμονισμένου, που είχε γίνει "νεωστί" (πρόσφατα).

- Την με θαυματουργικό τρόπο παρακώλυση για να μη σταλεί τεμάχιο λειψάνου του Αγίου στον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582-610) που το είχε ζητήσει ως βοήθεια του στον πόλεμο.

- Την παρακώληση του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ευσέβιου (περίπου το 590-610) από την εκτέλεση της απόφασης του να λιώσει τον ασημένιο αρχιερατικό θρόνο ώστε με το υλικό του να φιλοτεχνηθεί το κιβώτιο του μεγαλομάρτυρα. Την ποσότητα του ασημιού πρόσφερε - μετά από υπόδειξη του Αγίου - ένας χριστιανός με τ' όνομα Μηνάς.

- Την τιμωρία του νεωκόρου Ονησιφόρου - για σωφρονισμό - επειδή έσβηνε γρήγορα τα μεγάλα κεριά που άναβαν στο κιβώριο του Αγίου οι χριστιανοί, νομίζοντας ότι έκανε οικονομία για λογαριασμό του ναού. Ο μεγαλομάρτυρας εμφανίστηκε στον ύπνο του, του υπέδειξε ότι αυτό που κάνει δεν του αρέσει, διότι "το κερί που προσφέρεται όσο καίει τόσο υποκινεί τους Αγίους να πρεσβεύουν για τον χριστιανό που το άναψε", κι όταν ο Ονησιφόρος αποπειράθηκε να επαναλάβει την πράξη του, ο Δημήτριος του φώναξε τόσο δυνατά "πάλι τα ίδια;" που ο νεωκόρος πετάχτηκε έξω από τις θύρες του κιβωρίου άπνοος και άφωνος, σα νεκρός, μέχρι που συνήλθε μετανοημένος.

- Τη σωτηρία της Θεσσαλονίκης από μεγάλη πείνα που έπεσε στους κατοίκους της μετά την αποτυχημένη πολιορκία της πόλης από τους Αβαροσλάβους το έτος 597. Ο άγιος Δημήτριος εμφανίστηκε σε κάποιον πλοιοκτήτη που λεγόταν Στέφανος κι ήταν έτοιμος να οδηγήσει το φορτωμένο με σιτάρι μεγάλο πλοίο οτυ από τη Χίο στην Κωνσταντινούπολη. Τον έπεισε να πλεύσει στη Θεσσαλονίκη για να σωθούν οι κάτοικοι της που λιμοκτονούσαν. Πράγμα του έγινε! Γύρω στο έτος 610 έσωσε και πάλι με θαυμαστή παρέμβαση του την πόλη του από νέα πείνα που τη μάστιζε, πείθοντας πολλούς καραβοκύρηδες να καταπλεύσουν στο λιμάνι της με ποικιλία εμπορευμάτων και τροφίμων, ενώ άλλος ήταν αρχικά ο προορισμός τους.

- Τη διάσωση από αρπαγές του ναού του Αγίου, όταν λόγω εμπρησμού του κιβωρίου την ημέρα της πανήγυρης του (26 Οκτωβρίου) ο μεγαλομάρτυρας απέτρεψε το ανοσιούργημα τούτο και με όργανό του τον διευθυντή της στρατιάς των υπάρχων του Ιλλυρικού, έστειλε όλους τους νέους και άντρες στα τείχη της πόλης για ν' αποκρούσουν του Σκλαβηνούς που χωρίς να το ήξερε ο ύπαρχος ερχόταν για να επιτεθούν κατά της Θεσσαλονίκης.

- Άλλες μαρτυρημένες θαυματουργικές επεμβάσεις του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου είναι η θεραπεία ενός Θεσσαλονικέα που μεταβαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη αρρώστησε και έχασε το φως του, καθώς και άλλου τυφλού από την Αδριανούπολη, οι οποίοι ανέβλεψαν. Η προστασία Ιταλών προσκυνητών (στις αρχές του 10ου αιώνα) από τους Σαρακηνούς που είχαν αλώσει τη Θεσσαλονίκη. Η θεραπεία ενός πολύ βαριά αρρώστου, που κείτονταν παράλυτος.

Η εμφάνιση του σε γεωργό του χωριού Δρακοντία της Καππαδοκίας και η αποκάλυψη ότι στο σημείο που ετοιμαζόταν να φτιάξει αλώνι υπήρχε παλαιότερα ναός του, πράγμα που επιβεβαιώθηκε όταν οι χριστιανοί του χωριού έσκαψαν και βρήκαν τα θεμέλια του.

10. Πολιούχος της Θεσσαλονίκης

Ιδιαίτερη τιμή απονέμεται στο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο ως πολιούχο της Θεσσαλονίκης. Ιδιότητα που στο διάβα των αιώνων επιβεβαιώθηκε από πολλές σωτήριες επεμβάσεις του. Δίκαια λοιπόν οι υμνογράφοι, εγκωμιαστές και βιογράφοι - συναξαριστές τον χαρακτηρίζουν "αρχέτυπον αρετής και φιλοπατρίας", "σωσίπατριν", "υπέρμαχον", "φιλλόπολιν", "πάτρωνα και σωτήρα της πόλεως".

Πολλοί και αρκετές φορές τον είδαν πάνω στα κάστρα ως απλό στρατιώτη ή ως καβαλάρη να πολεμά τους εχθρούς, ή να περπατά πάνω στα κύματα και να καταποντίζει τα καράβια των αντιπάλων, σώζοντας την πόλη.

Το έτος 597 η Θεσσαλονίκη πολιορκήθηκε από τους Σλάβους, με την συνεργία των Σκλαβηνών, με τόσο πολύ στρατό που ήταν ο μεγαλύτερος που εμφανίστηκε ποτέ στην πόλη. Ήδη όπου στρατοπέδευαν αφάνιζαν πηγές, καλλιέργειες, ανθρώπους και το βιος τους. Χαράματα της 23ης Σεπτεμβρίου έκαναν την πρώτη επίθεση τους στα τείχη. Τότε λοιπόν εμφανίστηκε "όχι πλέον με νοερή επισκίαση αλλά με οφθαλμοφανή ενέργεια σε σχήμα οπλίτη επάνω στο τείχος" ο άγιος Δημήτριος. Και χτύπησε με τη λόγχη του τον πρώτο βάρβαρο επιδρομέα, ο οποίος είχε ήδη σκαρφαλώσει με ειδική σκάλα ως επάνω στην έπαλξη. Πέφτοντας αυτός συμπαρέσυρε και όσους τον ακολουθούσαν στην ίδια σκάλα. Οι βάρβαροι που είδαν το γεγονός καταλήφθηκαν από δειλία και απομακρύνθηκαν από το τείχος. Στο μεταξύ όμως όλοι οι στρατιώτες και φρουροί της πόλης έσπευσαν στις επάλξεις τους γιατί ως τότε δεν ήξεραν ότι ο εχθρός είχε φτάσει στη Θεσσαλονίκη, επειδή - κατά τις πληροφορίες - τον περίμεναν 3-4 ημέρες αργότερα.

Μπροστά στο μέγα πλήθος των βαρβάρων πολιορκητών οι σχετικά λίγοι φρουροί και υπερασπιστές της πόλης, καθώς και ο λαός, έχασαν το θάρρος τους και την ελπίδα ότι μπορούν να σωθούν. Τότε λοιπόν ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευσέβιος απεκάλυψε μια οπτασία που είχε δει στον ύπνο του οκτώ ή δέκα μέρες νωρίτερα από την πολιορκία. Ήταν λέει, στο θέατρο - απορούσε κι ο ίδιος πως βρέθηκε σε τόπο ακατάλληλο για την ιδιότητα του - όταν εμφανίστηκε μπροστά του ένας τραγωδός, που του είπε· "μείνε εδώ, γιατί έχω να εκτραγωδήσω εσένα και τη θυγατέρα σου". Ο Ευσέβιος του είπε· "μη κάνεις τον κόπο, διότι ούτε εγώ ούτε θυγατέρα έχω, ούτε για μένα έχεις να ετραγωδήσεις τίποτα". Ο τραγωδός επέμενε· "και θυγατέρα έχεις, και μάλιστα πολύτεκνη, και μαζί μ' αυτήν πρέπει κι εσένα να εκτραγωδήσω". 

Τότε ο αρχιεπίσκοπος κατάλαβε ότι ως θυγατέρα του εννοούσε τη Θεσσαλονίκη. Και φωνάζοντας δυνατά είπε στον τραγωδό: "για το Θεό, να μην εκτραγωδήσεις ούτε εμένα, ούτε τη θυγατέρα μου που λες". Ο τραγωδός επέμενε, το ίδιο και ο Ευσέβιος, ώσπου ξαφνικά ο πρώτος εξαφανίστηκε από τη σκηνή. Όταν ξύπνησε, συνειδητοποίησε ότι το όνειρο ήταν μια προειδοποίηση για επερχόμενο μεγάλο κακό. Έτσι λοιπόν παρακαλούσε τον Θεό ν' απομακρύνει τη συμφορά. Όταν μάλιστα πολιορκήθηκε η πόλη από τόσους βαρβάρους κατάλαβε ότι αυτό ήθελε να εκτραγωδήσει ο ηθοποιός.

Ο πολιούχος όμως Δημήτριος έκανε το θαύμα του. Συμπαρέταξε στα τείχη και τα κάστρα αμέτρητο πλήθος άγνωστων αντρών "που κανένας πολίτης δεν είχε δει ποτέ". Ήταν φανερό ότι δεν επρόκειτο για τίποτα άλλο παρά για την θαυμαστή επέμβαση του, που ενίσχυσε το φρόνημα των Θεσσαλονικέων και έσπειρε το φόβο στους΅αντιπάλους. Το ίδιο έκανε και την όγδοη ημέρα της πολιορκίας, όταν - κατά την ομολογία στρατιωτών του εχθρού - επιτέθηκε στο στρατόπεδο τους και τους διασκόρπισε: "Ως αρχηγό του στρατού, είπαν εκείνοι, είδαμε έναν άντρα ξανθό και λαμπρό, καβάλα σ' ένα άλογο. Φορούσε λευκό ιμάτιο. Ήταν ο άγιος Δημήτριος. Η πόλη σώθηκε.

Με την πολιορκία αυτή συνδέεται και το θαυμαστό γεγονός της οπτασίας των αγγέλων που συνέβη την τρίτη μέρα της πολιορκίας και περιγράφεται λεπτομερώς στο 15ο κεφάλαιο των θαυμάτων του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ιωάννου.

Το έτος 615, στα χρόνια της βασιλείας του Ηράκλειου, μετά από πολλές άλλες επιτυχίες τους οι Σκλαβηνοί πολιόρκησαν τη Θεσσαλονίκη. Με θαυματουργική πάλι επέμβαση του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου αποκρούστηκε και η θεοφρούρητη πόλη διασώθηκε. Δύο χρόνια αγρότερα έκανε επιδρομή εναντίον της και ο χαγάνος, αρχηγός των Αβάρων. Κι αυτός αποκρούστηκε και σώθηκε η Θεσσαλονίκη με την επέμβαση και πάλι του Δημητρίου.

Αφού σώθηκε η πόλη από τους δύο αυτούς εχθρούς, επλήγη από μεγάλους σεισμούς που ναι μεν σώριασαν σε ερείπια πολλές κατοικίες και άλλα δημόσια κτίρια, όμως κανένας από τους κατοίκους της δεν έχασε τη ζωή του. Γεγονός που όλοι το απέδωσαν στον πολιούχο τους άγιο.

Παραλείποντας, από έλλειψη χώρου, την αναφορά και άλλων θαυμάτων που αφορούν στη σωτηρία της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας,επισημαίνουμε ότι:

- Στης 26 Οκτωβρίου του 1912 (εορτή του αγίου) απελευθερώθηκε η πόλη από τον οθωμανικό ζυγό.

- Στις 26 Οκτωβρίου του 1944 έφυγαν από τη Θεσσαλονίκη οι τελευταίοι Γερμανοί στρατιώτες (λήξη της κατοχής της).

- Στις 20 Ιουνίου του 1987, ημέρα του μεγάλου σεισμού στην πόλη και την περιοχή, εντοπίστηκαν στην Ιταλία τα ιερά λείψανα του μεγαλομάρτυρα (που είχαν λαφυραγωγήσει οι Σταυροφόροι) και στις 25 Οκτωβρίου του 1978 ανακομίστηκαν με τιμή και ευλάβεια και εναποτέθηκαν στον μεγαλοπρεπή ναό του, το καύχημα της πόλης και της Μακεδονίας.

11. Η εικονογράφηση του Αγίου

Πάμπολλες είναι οι απεικονίσεις που αφιερώνονται στο μεγαλομάρτυρα και μυροβλήτη άγιο Δημήτριο σε χειρόγραφους κώδικες, σε φορητές εικόνες και σε τοιχογραφίες. Απεικονίζουν τον ίδιο, ή σκηνές από το βίο και το μαρτύριο του και θαύματα θεραπείας, ή σωτηρίας της Θεσσαλονίκης: Ενώπιον του Μαξιαμιανού, στη φυλακή, ευλογώντας το Νέστωρα, δρακοντοκτόνος, ενώ λογχίζεται, η κοίμησή του κλπ. Ιδιαίτερα αγαπητής στους αγιογράφους είναι η απεικόνιση του Μαρτυρίου του, διότι αυτό σχετίζεται και με το ιαματικό μύρο, πράγμα που τονίζεται πολύ και στην υμνολογία της εορτής. Επίσης η παράστασή του ως στρατιωτικού αγίου, πεζού ή καβαλάρη με πλήρη πολεμική εξάρτυση, Η εικόνα του ως έφιππου "αγαπήθηκε περισσότερο, γιατί ενσαρκώνει τα ελληνικά ιδεώδη της παλικαριάς και της λεβεντιάς", όπως εύστοχα παρατηρήθηκε. 

Σε μερικές εικόνες ζωγραφίζονται μαζί με τον άγιο Γεώργιο, ως μάρτυρες, ντυμένοι με πλούσιες πλουμιστές φορεσιές.

Σε όλες τις απεικονίσεις του "η έκφραση του προσώπου αποπνέει ευγένεια και ψυχική καλλιέργεια. Το στοχαστικό του βλέμμα κοιτάζει πέρα από τον κόσμο αυτό, βυθισμένο στους ουράνιους ορίζοντες. Ο φωτοστέφανος που περιβάλλει το κεφάλι του είναι σύμβολο του ανέσπερου και άδυτου φωτός΅, στο οποίο τέρπεται ο άγιος".

Οι χριστιανοί που τόσο πολύ ευλαβούνται τον ιερή μνήμη του και τιμούν το γενναίο μαρτύριο του με ναούς, παρεκκλήσια, εξωκκλήσια και προσκυνητάρια, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ΄ όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες, δεν θα πάψουν ποτέ να τον ικετεύουν. 

Φύλαττε τους δούλους σου αθλητά, μάρτυς μυροβλύτα τους τιμώντάς σε ευσεβώς, και ρύσαι κινδύνων και πάσης άλλης βλάβης, Δημήτριε τρισμάκαρ ταις ικεσίαις σου. (Μεγαλυνάριον).

ΒΙΟΣ: Άγιος Σάββας

Ο Άγιος Σάββας

Τα πρώτα χρόνια

Ο όσιος Σάββας γεννήθηκε το έτος 439 μ.Χ. σε ένα χωριό που ονομαζόταν Μουταλάσκη στην περιοχή της Καισάρειας της Καππαδοκίας. Η μητέρα του ονομαζόταν Σοφία και ο πατέρας του, που ονομαζόταν Ιωάννης, ήταν στρατιωτικός. Ο μικρός Σάββας αναγκάστηκε να αποχωριστεί τους γονείς του πολύ σύντομα, αφού οι μετακινήσεις των γονέων του, λόγω του στρατιωτικού επαγγέλματος του πατέρα του ήταν πολλές και μάλιστα σε μακρινά μέρη. Ο λόγος ήταν ότι δεν ήθελαν οι γονείς του να ταλαιπωρούν το μικρό παιδί τους. Όταν έγινε πέντε χρονών οι γονείς του μετακόμησαν στην Αλεξάνδρεια και εμπιστεύτηκαν τον γιο τους στον αδελφό του πατέρα του που ονομαζόταν Ερμείας. Η σύζυγος του Ερμεία ήταν γυναίκα αυταρχική και σκληρή. Πολύ συχνά ξέσπαγε πάνω στον μικρό Σάββα που θεωρούσε ότι ήταν για αυτήν ένα βάρος που δεν μπορούσε να αντέξει. Ο Ερμείας που υπεραγαπούσε τον μικρό ανηψιό του βλέποντας την κατάσταση αυτή, μετέφερε τον Σάββα στο σπίτι του άλλου του αδελφού του Γρηγορίου, για να τον προστατέψει από την σκληρότητα της συζύγου του. Στο σπίτι λοιπόν του Γρηγόριου, άρχισε να πηγαίνει στο σχολείο. Ήταν από μικρός φιλομαθής και ενάρετος. Μάλιστα του άρεσε να επισκέπτεται τακτικά το σπίτι του ιερέα του χωριού του , όπου έπαιζε με τα παιδιά του ιερέα, ενώ, μετά από λίγο καιρό είχε και κάποια μικρή υπηρεσία μέσα στο Ναό που του ανέθεσε ο ιερέας.

Η μονή των Φλαβιανών

Πολύ κοντά στην Μουταλάσκη, υπήρχε ένα ανδρικό μοναστήρι που ονομαζόταν Μονή των Φλαβιανών. Ο ιερέας που συμπαθούσε τον μικρό Σάββα πήγαινε συχνά στο μοναστήρι αυτό και μάλιστα έπαιρνε μαζί του και τον Σάββα. Με το καιρό ο Σάββας και ενώ ήταν οκτώ χρονών ζήτησε από τον ηγούμενο του μοναστηριού να τον κάνει μοναχό. Πράγματι μετά και από την συγκατάθεση των θείων του ο νεαρός Σάββας έγινε μοναχός. Στην μοναχική ζωή ο Σάββας αποδείχτηκε πιο σοφός από πολλούς γέροντες που ζούσαν χρόνια στο μοναστήρι. Περιφρονούσε τα υλικά αγαθά και νήστευε για πολλές μέρες. Μια μέρα μάλιστα που είδε μπροστά του μια μηλιά και θέλησε να φάει ένα μήλο, σκέφτηκε τον Αδάμ και την Εύα και το προπατορικό αμάρτημα και αμέσως πέταξε από τα χέρια του το μήλο που μόλις είχε κόψει. Λέγεται ότι ο φούρναρης του μοναστηριού κάποια μέρα που είχαν βραχεί τα ρούχα του τα έβαλε στο φούρνο να στεγνώσουν και τα ξέχασε εκεί με αναμμένο τον φούρνο. Όταν λοιπόν θυμήθηκε ότι τα ρούχα του βρίσκονταν ακόμα μέσα στο φούρνο προσπάθησε να τα βγάλει αλλά ήταν αδύνατον γιατί έκαιγε πάρα πολύ ο φούρνος. Ο Σάββας όμως που πήγε για να τον βοηθήσει μπήκε μέσα στον αναμμένο φούρνο και περνώντας μέσα από τις φλόγες έβγαλε τα ρούχα άθικτα και ο ίδιος βγήκε χωρίς το παραμικρό κάψιμο. Ο άγιος Σάββας έμεινε στη Μονή των Φλαβιανών έως ότου έγινε δεκαοκτώ ετών. Πάντα ήθελε να επισκεφθεί τα Ιεροσόλυμα για να δει τον τόπο που πέρασε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Έτσι αποφάσισε να ζητήσει από τον ηγούμενο του μοναστηριού να τον ευλογήσει και να φύγει. Ο ηγούμενος από την άλλη επειδή συμπαθούσε πολύ τον άγιο δεν έδινε την άδεια του για να φύγει, Ο Θεός όμως έστειλε έναν Άγγελό του ο οποίος είπε στον ηγούμενο:

- "Άφησε τον Σάββα να πάει όπου επιθυμεί".

Το άλλο πρωί ο ηγούμενος έδωσε άδεια στον Σάββα για να αναχωρήσει και μάλιστα τον ευλόγησε.

Στα Ιεροσόλυμα

Έτσι σε ηλικία δεκαοχτώ ετών ο άγιος Σάββας πήγε στα Ιεροσόλυμα. Στην Ιερά Μονή Πασαρίωνος ζούσε ένας γέροντας που καταγόταν από την Καππαδοκία. Μόλις άκουσε την άφιξη του νεαρού μοναχού Σάββα, τον προσκάλεσε και τον φιλοξένησε. Η φήμη του ήταν τέτοια που μοναχοί από άλλα μοναστήρια έρχονταν για να τον συναντήσουν. Ο ίδιος όμως αναζητούσε να πάει στην έρημο. Παράλληλα έμαθε ότι υπήρχε στην περιοχή ο άγιος Ευθύμιος που ήταν γνωστός για την αρετή του και την σοφία του. Ζήτησε λοιπόν από τον άγιο Ευθύμιο να τον δεχθεί στην Λαύρα. Επειδή όμως ήταν νεαρός, τον έστειλε πρώτα στο κοινόβιο του Αγίου Θεόκτιστου, όπου θα έμενε συνολικά δέκα έτη. Άριστος μαθητής του ασκητισμού ο άγιος Σάββας ονομάστηκε από τον άγιος Ευθύμιο "Παιδαριογέροντας". Ο διάβολος όμως που ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να πειράξει τον άγιο Σάββα, προσπαθούσε να σταματήσει τον ασκητικό ζήλο του αγίου με πολλούς τρόπους. Έτσι κάποιος μοναχός που ονομαζόταν Ιωάννης, όταν πέθαναν οι γονείς του ζήτησε άδεια από τον Θεόκτιστο να πάει στην Αλεξάνδρεια για να τακτοποιήσει τις κληρονομικές του υποθέσεις. Ζήτησε να τον συνοδεύσει μάλιστα ο άγιος Σάββας. Ο Θεόκτιστος πράγματι έδωσε την άδεια του και οι δύο μοναχοί πήγαν στην Αλεξάνδρεια. Εκεί ο άγιος Σάββας συνάντησε τους γονείς του οι οποίοι μόλος τον είδαν προσπάθησαν να τον αποτρέψουν από τον μοναχικό βίο. Με την παρουσία των γονέων του ο διάβολος θέλησε να παρασύρει τον άγιο αλλά μάταια.

"Αν θέλετε να είστε γονείς μου μην προσπαθείτε να με βγάλετε από τον μοναχικό βίο που έχω πολύ καιρό επιλέξει".

Ο ερημίτης

Όταν ο άγιος Σάββας βρίσκεται σε ηλικία τριάντα χρονών είναι πια δοκιμασμένος στην μοναστική ζωή. Σε αυτή λοιπόν την ηλικία θέλησε να αναχωρήσει για την έρημο. Στο μεταξύ ο Θεόκτιστος πέθανε και ο άγιος Ευθύμιος επέλεξε στη θέση του τον Λογγίνο. Από τον Λογγίνο λοιπόν ζήτησε την άδεια να αναχωρήσει για την έρημο. Εκείνος ζήτησε αμέσως τον γνώμη του αγίου Ευθυμίου ο οποίος και συναίνεσε και έτσι ο Λογγίνος του έδωσε την άδεια και την ευλογία του. Ο άγιος Σάββας βρήκε μία σπηλιά που  βρισκόταν νότια του μοναστηριού και κατοικούσε χωρίς να τρώει όλη την εβδομάδα εκτός του Σαββάτου, όπου πήγαινε στον μοναστήρι και την Κυριακή επέστρεφε στην σπηλιά του. Ο άγιος Ευθύμιος συγκινήθηκε από την συμπεριφορά αυτή του αγίου και τον πήρε στη συνοδεία του μαζί με τον Δομετιανό, με τον οποίο και ασκήτευαν. Κάθε χρόνο μετά τα Θεοφάνεια οι τρεις τους πήγαιναν στην έρημο και έμεναν εκεί έως και την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η διαδρομή που ακολούθησαν ήταν μέσα από την καυτή άμμο και χωρίς νερό πουθενά στο διάβα τους. Κάποια στιγμή λοιπόν ο άγιος Σάββας έπεσε κάτω και φαινόταν σαν να πέθανε. Ο άγιος Ευθύμιος βλέποντας τον άγιο Σάββα να χάνει τις αισθήσεις του και να βρίσκεται πεσμένος στη γη προσευχήθηκε λέγοντας:

- "Δέσποτα Κύριε ευσπλαχνίσου τον δούλον Σου και δώσε μας νερό για να μην πεθάνει".

Αμέσως μετά ο άγιος Ευθύμιος χτύπησε τρεις φορές τη γη. Βγήκε δροσερό και πόσιμο νερό που ήπιε ο άγιος Σάββας και συνέχισαν την πορεία τους. Μετά την κοίμηση του αγίου Ευθυμίου, αποσύρεται στην έρημο του Ιορδάνη όπου ασκητεύει τότε και ο Μέγας Γεράσιμος. Εκεί λοιπόν ο άγιος Σάββας πειραζόταν από τον διάβολο συνεχώς. Κάποια μέρα μάλιστα που είχε ξαπλώσει για να ξεκουραστεί είδε να τον περιτριγυρίζουν φίδια και σκορπιοί. Κατάλαβε αμέσως ότι ήταν του διαβόλου και αφού προσευχήθηκε εξαφανίστηκαν. Άλλη μέρα πάλι είδε μπροστά του ένα τεράστιο λιοντάρι να βρυχάται και να τον απειλεί ότι θα τον καταβροχθίσει. Ο άγιος βλέποντας το θέαμα και ξέροντας τα παιχνίδια του διαβόλου είπε:

- "Αν έχεις εξουσία από τον Θεό εναντίον μου, να ξέρεις ότι είμαι έτοιμος να με φας. Αν όχι να ξέρεις ότι άδικα βρυχάσαι και με τη δύναμη του Κυρίου μπορώ να σε κατατροπώσω".

Μετά από αυτά τα λόγια το λιοντάρι εξαφανίστηκε. Συνήθως ο άγιος καθόταν σε ένα μέρος όπου μπορούσε να βλέπει αλλά χωρίς να τον βλέπουν οι άνθρωποι. Έτσι κάποια μέρα είδε κάποιους Αγαρηνούς πολεμιστές να περπατούν πεινασμένοι και κουρασμένοι και τους κάλεσε στη σπηλιά του όπου τους έβαλε να φάνε και να ξεκουραστούν. Οι Αγαρηνοί ήταν βάρβαρος λαός που ζούσε από τις ληστρικές επιθέσεις εναντίον των κατοίκων της περιοχής. Οι συγκεκριμένοι λοιπόν θαύμασαν την αγιότητα του και αφού έφυγαν επέστρεψαν λίγες μέρες μετά και του έφεραν τρόφιμα για να τον ευχαριστήσουν. Κάποιος μοναχός που ονομαζόταν Άνθος συνόδευε τον Άγιο στην έρημο μαζί με κάποιο μοναχό Θεοδόσιο και κάποιους άλλους. Βλέποντάς τους λοιπόν κάποιοι βάρβαροι σχεδίαζαν να σκοτώσουν όλη αυτή την ομάδα των ασκητών. Για τον λόγο αυτό έστειλαν κάποιον για να τους προκαλέσει ώστε να βρουν την αφορμή να τους σκοτώσουν. Καταλαβαίνοντας τον κίνδυνο οι ασκητές γονάτισαν και προσευχήθηκαν και αμέσως άνοιξε η η γη και χάθηκε ο βάρβαρος μπροστά στα μάτια των συντρόφων του που τρόμαξαν και έφυγαν τρέχοντας. Επειδή ήταν φίλος με τον Θεοδόσιο, έκτισαν μαζί στην έρημο μία Λαύρα, όπου ο Άγιος έμεινε εκεί τέσσερα περίπου χρόνια. Στη συνέχεια πήγε σε ένα βουνό εκεί ακριβώς που είχε μείνει ο άγιος Ευθύμιος. Φθάνοντας εκεί είδε το βράδυ που ξάπλωσε να ξεκουραστεί την Παναγία να του δείχνει τον χείμαρρο των Κέρδων και να του λέει:

- "Μείνε στη σπηλιά που είναι στα ανατολικά του χειμάρρου και θα σου στέλνω την βοήθειά μου".

Σε ηλικία λοιπόν σαράντα ετών ο άγιος εγκαταστάθηκε σε μία μικρή σπηλιά κοντά σε μια πηγή νερού την οποία ονόμαζαν επτάστομο. Έτρωγε μόνο χόρτα, ενώ κατά θεία βούληση κάποιοι Αγαρηνοί του έφερναν τροφή. Εκεί έμεινε ο άγιος πέντε χρόνια προσευχόμενος, ενώ η φήμη του είχε αρχίσει να εξαπλώνεται παντού. Άρχισαν να καταφθάνουν στο μέρος εκείνο πολλοί ευλαβείς άνθρωποι και μάλιστα τόσοι πολλοί που χρειάστηκε να κατασκευαστεί Λαύρα και να καλλιεργηθεί η γη για να μπορούν όσοι καταφθάνουν να φιλοξενούνται εκεί. "Επειδή οι γύρω αναχωρητές ζήτησαν να τεθούν υπό την χειραγωγία του, άρχισε να οικοδομεί κελιά στην δεξιά πλευρά του χειμάρρου. Ήταν από τα πρώτα, της μέχρι σήμερα ονομαστής Λαύρας. Έπειτα έκτισε εκκλησία, που την ονόμασε "θεόκτιστο", επειδή η κοιλότητα του βράχου, μέσα στην οποία χτίστηκε, φαινόταν σαν κατασκευασμένη από θείο χέρι. Σ' αυτήν ετελείτο τα Σαββατοκύριακα η λειτουργία, οσάκις υπήρχε ιερέας".

Ο Ιερέας

Το έτος 486 μ.Χ. μερικοί μοναχοί παραπονέθηκαν ότι δεν είναι ικανός να κυβερνήσει την ιερά μονή. Πήγαν μάλιστα στον πατριάρχη των Ιεροσολύμων Σαλλούστιο και του ζήτησαν να τον αντικαταστήσουν. Ο πατριάρχης σεβόταν πολύ τον άγιο και τους είπε να περιμένουν μέχρι να έρθει και ο άγιος για να εξετάσει πιο προσεκτικά την υπόθεση. Πράγματι κάλεσε τον άγιο και αντί να του πει οτιδήποτε για τις συκοφαντίες των μοναχών, και ενώ ο άγος ήταν πενήντα τριών ετών τον χειροτόνησε ιερέα. Ο ίδιος ο άγιος δεν θεωρούσε από σεβασμό τον εαυτό του άξιο να χειροτονηθεί, αλλά με το πέρασμα των χρόνων εξοικειώθηκε και με την ιεροσύνη. Στην Λαύρα ο άγιος έδειξε τις σπάνιες διοικητικές του δεξιότητες και φρόντιζε να λύνει όλα τα προβλήματα που παρουσιάζονταν με την βοήθεια πάντα του Θεού. Ένα από τα μεγάλα προβλήματα που υπήρχε ήταν το πρόβλημα. Για να υπάρχει νερό στην Λαύρα έπρεπε να γίνει μεταφορά του από κάποια πηγή και να καταβάλουν μεγάλο κόπο. Έτσι ο άγιος ζήτησε την βοήθεια του Κυρίου προσευχόμενος για την λύση του προβλήματος αυτού. Την στιγμή που τελείωσε την προσευχή του άκουσε κάποιο θόρυβο στον χείμαρρο. Σήκωσε το βλέμμα του και αντίκρισε ένα αγριογούρουνο που έσκαβε τη γη. Στη συνέχεια είδε ότι στο μέρος που έσκαβε ανάβλυσε αμέσως νερό το οποίο στην συνέχεια ήπιε το αγριογούρουνο. Ο άγιος αφού έφυγε το αγριογούρουνο έσκαψε σε εκείνο το σημείο και βρήκε πόσιμο νερό. Ευχαρίστησε τον Παντοδύναμο για την άμεση απόκρισή Του στην προσευχή του και μετέφερε τον νερό στην Λαύρα.

Οι ερημικές διαδρομές

Ο άγιος Σάββας, έχοντας σαν πρότυπο πάντα τον άγιο Ευθύμιο ξεκινούσε την Μεγάλη Τεσσαρακοστή για πορεία στην έρημο. Κάποτε είχε πάρει μαζί του συνοδεία και ένα μαθητή του που ονομαζόταν Αγάπιος. Ο Αγάπιος μετέφερε την μηλωτή του και ξερά ψωμιά, τα οποία ήταν η τροφή για όσο θα κρατούσε η πορεία στην έρημο. Ενώ λοιπόν προχωρούσαν στην έρημο βρέθηκαν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό. Εκεί υπήρχε μία σπηλιά όπου μέσα της φιλοξενούσε έναν γέροντα ασκητή. Ο ασκητής αυτός κατοικούσε σε εκείνο τον τόπο περίπου τριάκοντα οκτώ χρόνια. Τούτος ο γέροντας όσα χρόνια ζούσε εκεί δεν είχε συναντήσει η αντικρίσει, ποτέ του έναν άνθρωπο. Είχε λοιπόν το χάρισμα της προορατικότητας και για τον λόγο αυτό μόλις αντίκρισε τον άγιο Σάββα, τη στιγμή που έμπαινε στην σπηλιά, του είπε:

- "Σάββα, ποιος σου έδειξε αυτό το μέρος και ήρθες;"

- "Εκείνος, που σου φανέρωσε το όνομά μου". του απάντησε ο άγιος Σάββας.

Μετά από αυτές τις φράσεις έμειναν στη σπηλιά όπου συζητούσαν για πολλές ώρες. Οι συζητήσεις ήταν σχετικές με τα θαύματα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού καθώς και με την άσκηση και την νηστεία και την προσευχή. Λίγο καιρό μετά όταν ο άγιος Σάββας και ο Αγάπιος επέστρεφαν για το μοναστήρι, ξαναπέρασαν πάλι από τη σπηλιά, για να δουν τον γέροντα ασκητή. Αντίκρισαν όμως τον γέροντα νεκρό και μάλιστα στην θέση της προσευχής.

Ο άγιος Σάββας και ο Αγάπιος, ενταφίασαν τον γέροντα και έφυγαν από την σπηλιά σχολιάζοντας την μεγάλη πίστη του γέροντα. Μετά από καιρό ο Ιωάννης, ο πατέρας του άγιου Σάββα πέθανε. Η Σοφία η σύζυγός του και μητέρα του αγίου που τόσα χρόνια ήταν πιστή σύντροφός του, σκέφτηκε να ακολουθήσει τον δρόμο που τόσα χρόνια ακολουθούσε ο γιος της. Τότε πήγε κοντά στον άγιο και εγκατέλειψε την κοσμική ζωή που τόσα χρόνια ζούσε και αφιερώθηκε στον Θεό. Έγινε μάλιστα μοναχή υπό τις οδηγίες του αγίου και πέθανε κοντά στον γιο της που προσευχόταν για την ψυχή της.

Ο τόπος των δαιμόνων

Την εποχή που ζούσε ο άγιος Σάββας, πολύ μακρυά από το Μοναστήρι της Λαύρας, υπήρχε κάποιο βουνό που ονομαζόταν Καστέλλι. Το Καστέλλι ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ανθρώπων αφού ήταν φωλιά δαιμόνων. Κανείς άνθρωπος δεν πλησίαζε στο Καστέλλι γιατί υπήρχαν αμέτρητοι δαίμονες που έκαναν άγριους θορύβους και τρομοκρατούσαν τον τόπο. 

Ο άγιος όμως που το πληροφορήθηκε αποφάσισε να πάει στο Καστέλλι και να διαβεί από εκεί που οι δαίμονες είχαν "απαγορεύσει" την είσοδο ανθρώπου. Κάποια στιγμή λοιπόν ξεκίνησε για το βουνό. Είχε πάρει μαζί του λάδι από του Αγίους Τόπους για βοήθεια και φθάνοντας κοντά στον άγριο βουνό άρχισε να ραντίζει με αυτό τη γη από όπου περνούσε, ενώ σε όλη τη διαδρομή προσευχόταν με δάκρυα στα μάτια. Μόλος οι δαίμονες αντιλήφθηκαν την παρουσία του θέλησαν να τον τρομάξουν και εξαπέλυσαν άγριες επιθέσεις εναντίον του. Λέγεται ότι την ώρα που βρισκόταν στο βουνό, αυτό τρανταζόταν από φοβερούς αέρηδες και μαζί του συνταρασσόταν και όλη η τριγύρω περιοχή. Ο άγιος αντίκρυσε μπροστά του τις απόκοσμες μορφές που έπαιρναν οι δαίμονες με σκοπό να τον τρομάξουν. Οι ήχοι που έβγαζαν ακούγονταν πολύ μακριά, ενώ ο ίδιος ο άγιος έμενε ατάραχος και σταθερός. Βλέποντας λοιπόν οι δαίμονες την σταθερότητά του και την αφοβία του, σταμάτησαν. Μάλιστα αφού κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να αποτρέψουν τον άγιο και να τον διώξουν άρχισαν να παραδέχονται ότι οι δυνάμεις τους ήταν λίγες μπροστά στον άγιο και του έλεγαν:

- "Δεν σου έφτανε Σάββα η σπηλιά, η πέτρα, ο χείμαρρος; Δεν σου έφθανε η τεράστια έρημος που κατοίκησες και περπάτησες; Γιατί ήρθες στο βουνό μας; Ήρθες να μας βγάλεις από το σπίτι μας έχοντας σύμμαχό σου και προστάτη σου τον Θεό. Μα μάθεις λοιπόν ότι εμείς αποφασίσαμε να φύγουμε από εδώ". Στην συνέχεια ακούστηκε αλαλαγμός και κραυγές. Τρομεροί κρότοι συντάραξαν την περιοχή και οι κάτοικοι των τριγύρω περιοχών νόμιζαν ότι κάπου εκεί κοντά διεξαγόταν ένας πόλεμος. Βράδυ έφυγαν λοιπόν οι δαίμονες από το Καστέλλι και το πρωί κάποιοι από τους ποιμένες που ήταν κοντά στο βουνό ξεκίνησαν να πάνε να δουν τι είχε συμβεί όλη αυτή τη φοβερή νύχτα που δεν έκλεισαν μάτι από τον φόβο τους. Μόλις έφθασαν κοντά στο σημείο που βρισκόταν ο άγιος, ταραγμένοι καθώς ήταν έκατσαν κοντά του για να τους εξηγήσει τι είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα. Ο άγιος τους καθησύχασε και άρχισε να ψέλνει την ευχή ενάντια στα πονηρά πνεύματα. 

Μάλιστα στο σημείο εκείνο έκτισε και ένα μοναστήρι όπου προσήλθαν πάρα πολλοί ασκητές.

Η φιλανθρωπία του

Όταν στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων πατριάρχης ήταν ο Ηλίας, ο άγιος Σάββας ήταν υπόδειγμα φιλανθρωπικής και κοινωνικής προσφοράς για τους συνανθρώπους του. Προσπαθούσε πάντα να βρίσκει τρόπους ώστε να βοηθάει αποτελεσματικά τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους συνανθρώπους της περιοχής του. Σε δική του πρωτοβουλία οφείλεται το γεγονός ότι δημιουργήθηκαν μοναστήρια, νοσοκομεία, υδραγωγεία, αρτοποιεία και άλλα που ήταν χρήσιμα για την περίθαλψη, την προστασία, και την ψυχική και πνευματική υγεία. Όλοι οι φτωχοί της περιοχής του αλλά και από άλλες περιοχές που μάθαιναν για την ύπαρξη του αγίου πρόστρεχαν στα μέρη που διάβαινε με σκοπό να του δείξουν την ευγνωμοσύνη τους και την αγάπη τους, για όλα αυτά που έκανε για εκείνους.

Στη σπηλιά του λιονταριού

Όλη αυτή η λατρεία και η συμπάθεια που εκφραζόταν στο πρόσωπο του αγίου σιγά σιγά έδωσε τη θέση της σε κάτι πολύ χειρότερο. Ο διάβολος που παραμόνευε και παρατηρούσε τις κινήσεις του αγίου έβαλε μπρος το σχέδιο του. Κάποιοι συκοφάντες άρχισαν να τον κατηγορούν με ανυπόστατες κατηγορίες. Ο άγιος για να τους αποφύγει αλλά και να δείξει την υπομονή του, έφυγε και πήγε στην έρημο. Βρήκε τόπο να μείνει στην περιοχή της Σκυθόπολης και μάλιστα κοντά στο ποτάμι των Γαδάρων. Στο μέρος εκείνο βρήκε μία σπηλιά και κουρασμένος καθώς ήταν ξάπλωσε στη γη να κοιμηθεί. Καθώς όμως κοιμόταν αποκαμωμένος ένοιωσε, σαν κάτι να τον τραβούσε. Άνοιξε λοιπόν τα μάτια του και αντίκρισε μπροστά του ένα λιοντάρι να τον κρατάει από το ένδυμα, προσπαθώντας να τον τραβήξει έξω από την σπηλιά. Ο λόγος ήταν ότι η σπηλιά ήταν η φωλιά του. Ο άγιος αντικρίζοντας το λιοντάρι άρχισε να ψέλνει την Ακολουθία του Όρθρου. Το λιοντάρι αμέσως τον άφησε. Μόλις όμως τελείωσε η ακολουθία τον ξανάπιασε από το ένδυμα και άρχισε να τον τραβάει προς τα έξω. Ο άγιος τότε του είπε:

-"Γιατί θέλεις να με βγάλεις έξω από τη σπηλιά, αφού είναι τόσο μεγάλη και άνετη και μας χωράει και τους δυο; Αν θέλεις να μείνεις μόνο σου βρες κάποια άλλη σπηλιά για να μείνεις".

Τότε το λιοντάρι άφησε αμέσως το ένδυμα του αγίου και έφυγε ήρεμο.

Οι ληστές που τον αγάπησαν

Δεν είχε περάσει πολύς καιρός και η καινούργια κατοικία του άρχισε να γίνεται γνωστή. Πολλοί μοναχοί που έμαθαν που κατοικεί ο άγιος έτρεξαν κοντά του. Από τους πρώτους που βρέθηκαν κοντά του ήταν κάποιος που ονομαζόταν Βασίλειος. Ο Βασίλειος ήταν ένας πλούσιος νέος που με παραδειγματική ταπείνωση παραδόθηκε στην υπακοή του άγιου. Μια νύχτα, που βρίσκονταν στην σπηλιά, τους κύκλωσαν κάποιοι ληστές με σκοπό να τους πάρουν ότι χρήματα είχαν επάνω τους. Αφού τους έψαξαν και δεν βρήκαν καθόλου χρήματα τους άφησαν και έφυγαν. Μπορεί να ήταν ληστές αλλά όπως όλοι όσοι συναντούσαν τον άγιο, θαύμασαν την αγιότητά του. Συζητούσαν φεύγοντας για τον άγιο όταν ξαφνικά τους ζώσουν άγρια λιοντάρια που είναι έτοιμα να τους κατασπαράξουν. Ξέρουν ότι είναι κοντά στον θάνατο και επικαλούνται το όνομα του αγίου:

- "Με τις ευχές του μοναχού Σάββα, να μη μας βλάψετε".

Τότε τα λιοντάρια αλλάζουν κατεύθυνση και απομακρύνονται από κοντά τους. Οι ληστές γεμάτοι ευγνωμοσύνη προς τον άγιο, επιστρέφουν πίσω για να τον συναντήσουν και για να του αναφέρουν εκείνο που είχε συμβεί κατά την αναχώρησή τους.

Από το περιστατικό αυτό και μετά η φήμη του αγίου απλώθηκε παντού και επειδή καταλάβαινε ότι τον επαινούσαν και του έδειχναν τον θαυμασμό τους, έφυγε από το μοναστήρι. Δεν άφησε πίσω του καμία εκκρεμότητα, αφού οι πολλοί μοναχοί που είχαν συγκεντρωθεί θα έπρεπε να έχουν κάποιον να τους καθοδηγεί. Έτσι έκανε ηγούμενό τους κάποιον μοναχό που ονομαζόταν Ταράσιος και αναχώρησε για την έρημο.

Ένα μικρό κελί για τον άγιο.

Ο άγιος Σάββας παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην έρημο και επέστρεψε και πάλι στην Μονή της Λαύρας. Περίμενε ότι επιστρέφοντας πίσω, κάποιες μικρότητες και διαξιφισμοί που υπήρχαν μεταξύ κάποιων μοναχών θα είχαν εξαλειφθεί. Επίσης, πίστευε ότι κάποιοι μοναχοί που δεν τον συμπαθούσαν ιδιαίτερα θα τον έβλεπαν πλέον με άλλη ματιά και με αγάπη προπαντός. Η επιστροφή του όμως συνοδεύτηκε από τον φθόνο και την συκοφαντία. Ο άγιος όμως χωρίς να παραπονεθεί αλλά πολύ λυπημένος με την συμπεριφορά κάποιων μοναχών φεύγει και πάλι για να απομονωθεί λέγοντας:

- "Όταν σε χτυπούν και σε πειράζουν, όταν μαζεύονται οι εχθροί σου για να σου ταράξουν την ψυχή και να σε ρίξουν στην αμαρτία, τότε πρέπει να πάρεις τον δρόμο που σου δείχνει η αγάπη".

Γέροντας πλέον θα βρεθεί και πάλι στην έρημο. Αυτή τη φορά, κοντά στα σύνορά της Νικοπόλεως. Το μέρος που εγκαταστάθηκε ήταν μία χαρουπιά. Κάτω λοιπόν από την χαρουπιά περνούσε τις μέρες του μέσα σε σκληρή άσκηση και προσευχή. Κάποια στιγμή στη διάρκεια της διαμονής του τον επισκέφθηκε ένας πλούσιος, που τα κτήματά του βρίσκονταν κοντά στη χαρουπιά. Συνάντησε τον άγιο την ώρα που βρισκόταν κάτω από την χαρουπιά και θαύμασε τη δύναμη και την αντοχή του, καθώς και την πίστη του και την αρετή του. Ο πλούσιος αυτός, δεν πέρασε πολύς καιρός, και κατάφερε να κτίσει στον άγιο ένα κελί και φρόντισε για όλα όσα χρειάζονταν.

Οι αμετανόητοι συκοφάντες

Ο άγιος βρισκόταν και πάλι μόνος να προσεύχεται στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό στην έρημο. Οι μοναχοί, οι οποίοι με την συμπεριφορά τους ουσιαστικά είχαν διώξει τον άγιο από το Μοναστήρι της Λαύρας, εξακολουθούσαν να σπέρνουν από εδώ και από εκεί συκοφαντίες εις βάρος του. Έφτασαν μάλιστα στο ελεεινό σημείο να διαδώσουν σε όλα τα μοναστήρια ότι τον γέροντα μοναχό Σάββα τον είχαν φάει τα θηρία. Οι περισσότεροι βέβαια που άκουγαν τις διαδόσεις πίστεψαν, ότι ο άγιος δεν ζούσε πια. Μάλιστα οι ίδιοι οι συκοφάντες του αγίου τόλμησαν να πάνε στον πατριάρχη των Ιεροσολύμων και  του είπαν:

- "Άγιε Δέσποτα, συμβαίνει κάτι φοβερό. Τον ηγούμενό μας τον γέροντα Σάββα τον έφαγαν τα θηρία κοντά στην Νεκρή Θάλασσα. Έτσι μετά από αυτό θα θέλαμε ένα καινούργιο ηγούμενο".

Ο πατριάρχης όμως έχοντας γεμίσει απορία για την απώλεια ενός ανθρώπου του Θεού τους είπε:

- "Δεν πιστεύω ότι ο Θεός άφησε έναν γέροντα τέτοιο άγιο άνδρα να τον κατασπαράξει ένα θηρίο".

Ο δάσκαλος των ασκητών

Ο άγιος Σάββας ήταν ο σοφός δάσκαλος της ασκητικής ζωής. Όπου έπρεπε ήταν αυστηρός μα συνάμα και στοργικός σαν πατέρας αν χρειαζόταν. Αυτό φαίνεται από τα όσα δίδασκε και έλεγε προς τους μοναχούς,

-"Για κάθε αμαρτία, δηλαδή για κάθε παράβαση του Νόμου του Κυρίου, χρειάζεται και τιμωρία. Πρέπει απαραίτητα να υπάρχει λοιπόν ένας κανόνας για τους μοναχούς. Άλλωστε, τι νόημα θα είχε η άσκηση αν αμαρτάνω και μετά προσπαθώ να σωθώ λέγοντας, ήμαρτον, συγχώρεσε με Θεέ μου;

Η μετάνοια, πρέπει να συνοδεύεται από έργα. Η μετάνοια πρέπει να είναι μαζί με την συντριβή της καρδιάς και τον πόνο και τα δάκρυα και την νηστεία και την προσευχή".

Όταν λοιπόν κάποιοι από τους μοναχούς  έπεφταν σε παραπτώματα, ο άγιος τους απομόνωνε έτσι ώστε να μην βλέπουν κανένα και να μην μπορούν να μιλήσουν με κανένα για πολύ καιρό, Θεωρούσε και ήταν σωστό τελικά, ότι η απομόνωση, η άσκηση και η προσευχή θα μαλάκωνε την καρδιά τους, θα φώτιζε τον νου τους και θα εξάγνιζε την ψυχή τους.

Ένα σκοτεινό βράδυ παρέδωσε την ψυχή του ένας σεβάσμιος γέροντας, που ονομαζόταν Άνθιμος. Ο Άνθιμος από την Βηθανία, όπως τον καλούσαν. Εκείνο λοιπόν το βράδυ ο άγιος Σάββας άκουσε μία γλυκεία και συνάμα ουράνια ψαλμωδία. Το πρώτο που σκέφτηκε ήταν ότι θα προερχόταν από τους μοναχούς, αλλά πολύ γρήγορα κατάλαβε τι ακριβώς συνέβαινε. Κάλεσε λοιπόν όλους τους μοναχούς και τους είπε να πάνε στο ερημικό κελί του Άνθιμου από την Βηθανία, από όπου προερχόταν τελικά η ουράνια ψαλμωδία. 

Για να κυκλοφορήσουν στο σκοτάδι της ερήμου άναψαν κεριά και ξεκίνησαν. Αυτό που αντίκρισαν ήταν συγκλονιστικό. Ο Άνθιμος από την Βηθανία βρισκόταν στον γλυκό ύπνο του θανάτου. Η ουράνια ψαλμωδία εκείνη προερχόταν από τους Αγγέλους του Κυρίου.

Ο Γερόντιος

Τον καιρό που ζούσε ο άγιος Σάββας ένας ευλαβής και ενάρετος χριστιανός που καταγόταν από την περιοχή του Ιορδάνη ποταμού και που ονομαζόταν Γερόντιος, είχε πάει στα Ιεροσόλυμα με σκοπό να προσκυνήσει τους Άγιους Τόπους. Ο Γερόντιος διέσχιζε έφιππος όλες τις διαδρομές που έπρεπε να κάνει για να επισκεφθεί όλα τα μέρη που μαρτύρησε ο Χριστός. Ανηφορίζοντας λοιπόν προς το Όρος των Ελαιών το άλογό του τρόμαξε και με το ξάφνιασμα του ο Γερόντιος βρέθηκε στη γη με τσακισμένα τα κόκαλα του και με αφόρητους πόνους, Εκείνα τα χρόνια η ιατρική δεν είχε φτάσει στα σημερινά επίπεδα και έτσι δεν υπήρχε καμία γιατρειά για τον Γερόντιο. Μαθαίνοντας λοιπόν τα σχετικά για την υγεία του Γεροντίου νέα ο αδελφός του έτρεξε στον άγιο Σάββα και του είπε:

- "Άγιε Γέροντα, ο αδελφός μου ο Γερόντιος κινδυνεύει. Προσευχήσου σε παρακαλώ για τον αδελφό μου που τόσο αγαπώ. Κάνε ότι μπορείς Άγιε, ο Θεός είναι μεγάλος".

Αφού του εξήγησε όλα όσα έγιναν με τον σοβαρό τραυματισμό του Γερόντιου, ο άγιος έτρεξε αμέσως κοντά στον Γερόντιο. Έχρισε το τσακισμένο σώμα του Γερόντιου με λάδι του Τιμίου Σταυρού και προσευχήθηκε για εκείνον με θέρμη. Και ω του θαύματος!!! Τα νεκρά πλέον και τσακισμένα μέλη του κατάκοιτου Γερόντιου άρχισαν να κινούνται ενώ σε λόγο όλες οι πληγές του είχαν εξαφανιστεί. Σε λίγο ο Γερόντιος είχε σηκωθεί γεμάτος υγεία όρθιος στα πόδια του. Όλοι όσοι είχαν συγκεντρωθεί και παρατηρούσαν ένα ετοιμοθάνατο να σφαδάζει από τους πόνους, τώρα πια τον έβλεπαν υγιέστατο να περπατά και χαρούμενοι δόξαζαν τον Θεό και έδειχναν τον σεβασμό τους στον άγιο Σάββα.

Η σκλαβιά της ματιάς

Στα μέρη του Ιορδάνη ποταμού είχε βρεθεί ο άγιος με συνοδεία ένα πολύ νεαρό μαθητή του. Σε κάποια διαδρομή τους, συνάντησε κάποιους κατοίκους της τριγύρω περιοχής, οι οποίοι είχαν στην παρέα οτυς μια πολύ ωραία κοπέλα. Ο άγιος θέλοντας να  δοκιμάσει τον νεαρό μαθητή του, αν είχε κοιτάξει επίμονα και παρατηρητικά την κοπέλα ή όχι, του είπε:

- "Νομίζω, ότι αυτή η δυστυχισμένη κοπελίτσα είναι τυφλή".

- "Όχι, Γέροντα, έχει καλά και τα δυο της μάτια".

- "Νομίζω, ότι πρέπει να κάνεις λάθος, γιατί το ένα μάτι της, λείπει".

- "Μα Γέροντα, την είδα πολύ καλά. Έχει και τα δυο της μάτια γερά".

- "Από ότι καταλαβαίνω, φαίνεται πως δεν θυμάσαι όσα αναφέρει η Αγία Γραφή. Να μη σε νικήσει η ωραιότητα της γυναίκας, ούτε να σε σκλαβώσουν τα μάτια της. Για τον λόγο αυτό δεν θα ξαναμπείς στο κελί μου, έως ότου να μάθεις να χαλιναγωγείς τις αισθήσεις σου".

Μάλιστα όχι μόνο έκανε αυτό που είπε στον νεαρό μαθητή του, αλλά τον έστειλε για άσκηση στο Καστέλλι, το άγριο βουνό που πριν χρόνια ζούσαν οι δαίμονες. Όταν μετά από καιρό επέστρεψε ο μαθητής του με χαλιναγωγημένες τις αισθήσεις του και τον είδε να έχει προχωρήσει σε αρετή και πίστη τον καλοδέχτηκε δοξάζοντας τον Παντοδύναμο.

Η μεταστροφή του αυτοκράτορα

Όταν τα ηνία της αυτοκρατορίας κατείχε ο Αναστάσιος (491 μ.Χ. - 518 μ.Χ.) υπήρξε μεγάλη αναταραχή και αναστάτωση στην εκκλησία. Κάποιοι από τους αρχιερείς είχαν παρασυρθεί από την αίρεση των Μονοφυσιτών. Την αίρεση του Διόσκουρου και του Σεβήρου. Μαζί βέβαια με αυτούς στην αίρεση είχε παρασυρθεί και ο Αναστάσιος που είχε αρχίσει να εξορίζει τους ορθόδοξους χριστιανούς. Μεταξύ των ορθοδόξων, ο Αναστάσιος εξόρισε και τον αρχιεπίσκοπο Παλαιστίνης, τον Ηλία. Ο Ηλίας λοιπόν αποφάσισε και έστειλε στον Αναστάσιο αντιπροσωπεία από κληρικούς και μοναχούς. Ο σκοπός της αντιπροσωπείας ήταν να διαμαρτυρηθεί για όλα όσα συνέβαιναν εναντίον των ορθοδόξων. Ανάμεσα στους άλλους ήταν και ο Άγιος. Η αντιπροσωπεία είχε μαζί της μια επιστολή του πατριάρχη Ηλία που απευθυνόταν προς τον αυτοκράτορα Αναστάσιο, στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε:

- "... σου στέλνω ως πρεσβευτές και μεσίτες τους κατοίκους της ερήμου και ιδιαίτερα τον Μέγα Σάββα. Των ασκητών το κεφάλαιο. Να ευλαβηθείς τους θείους ιδρώτες τους και να σταματήσεις τον πόλεμο που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στις Εκκλησίες.

Πράγματι η αντιπροσωπεία έφθασε στην Κωνσταντινούπολη και κατευθύνθηκε προς το παλάτι. Σε όλους δόθηκε η άδεια να μπουν στο παλάτι εκτός όμως του Αγίου που δεν ήταν κατά τους φρουρούς κατάλληλα ντυμένος. Μπήκε λοιπόν στην αίθουσα που δεχόταν τους ξένους ο Αναστάσιος και άκουσε τα αιτήματά τους. Η αντιπροσωπεία έδωσε την επιστολή του πατριάρχη Ηλία στον αυτοκράτορα ο οποίος διαβάζοντας την με προσοχή ρώτησε ποιος ήταν αυτός ο Μέγας Σάββας ο ασκητής. Τον πληροφόρησαν λοιπόν ότι βρισκόταν έξω από το παλάτι και εκείνος διέταξε να του επιτρέψουν να περάσει μέσα στο παλάτι. Όταν πέρασε μέσα ο Άγιος, ο αυτοκράτορας είδε το πρόσωπό του να λάμπει και μπροστά του έναν Άγγελο Κυρίου να προχωράει και να ανοίγει δρόμο για να περάσει. Ο αυτοκράτορας τότε κατάλαβε και μετανόησε. Μάλιστα παρακάλεσε πριν από οποιαδήποτε συζήτηση να δεχτούν ένα οποιοδήποτε δώρο θα ήθελε ο καθένας. Όλοι ζήτησαν από κάτι εκτός από τον άγιο Σάββα, που αντί για δώρου ζήτησε από τον αυτοκράτορα να δώσει ειρήνη στην εκκλησία και να επαναφέρει στον θρόνο του τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Ηλία, που είχε ήδη απομακρυνεί. Ο άγιος Σάββας, που ήταν τότε 73 ετών με την σοφία του είχε επαναφέρει στο σωστό δρόμο τον Αναστάσιο δείχνοντας προς όλους ότι η ψεύτικη λάμψη των διαδημάτων του αυτοκράτορα και της εξουσίας είναι πολύ μικρή μπροστά στην λάμψη της όψης του αγίου. Ο άγιος, λοιπόν, έμεινε στην Κωνσταντινούπολη τον χειμώνα, όπου απέκτησε πολλούς μαθητές. Μεταξύ μάλιστα των  μαθητών του, ήταν και η εγγονή του βασιλιά Ουαλεντίου που ονομαζόταν Ιουλιανή και η Αναστασία που ήταν η σύζυγος του γιου του βασιλιά, Πομπηίου.

Οι αιρετικοί

Όταν βασίλευε ο Αναστάσιος έπεσε λινός στην περιοχή των Ιεροσολύμων. Εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα και σε άλλα μέρη της επικράτειας του Βυζαντίου με αποτέλεσμα να πεθαίνει ο κόσμος. Ο Αναστάσιος όμως, αντί να προσπαθήσει να κάνει κάτι για τον λοιμό, αυτό που ζητούσε επίμονα από τον λαό ήταν να πληρώσουν τους φόρους. όχι μόνο τους δικούς τους αλλά και τους φόρους εκείνων που πέθαιναν και δεν είχαν προλάβει να τους πληρώσουν. Μαθαίνοντας λοιπόν ο άγιος τον απάνθρωπο αυτό νόμο έτρεξε με θάρρος στον Αναστάσιο και του εξήγησε ότι αυτό που ζητούσε από τον λαό ήταν παράλογο εντελώς. Ο Αναστάσιος όμως δεν τον άκουσε. Από την άλλη οι αιρετικοί πολεμούν και πάλι την ορθοδοξία. Οι μονοφυσίτες μάλιστα κατορθώνουν να πάρουν με το μέρος τους τον αυτοκράτορα που στρέφεται τελικά εναντίον του πατριάρχη της Παλαιστίνης. Στη θέση του Φλαβιανού τοποθετεί τον αιρετικό Σεβήρο (513 μ.Χ. - 518 μ.Χ.). Εκείνος με την στήριξη του αυτοκράτορα απειλεί όλους τους κληρικούς, που δεν είναι οπαδοί του και στέλνει με δικούς του κληρικούς συνοδικές επιστολές στον πατριάρχη Ιεροσολύμων Ηλία όπου του λέει:

- "Αν δεν με ακολουθήσεις, θα σε κατεβάσω από τον πατριαρχικό θρόνο".

Ο άγιος όλα αυτά τα πληροφορείται, συγκεντρώνει τους μοναχούς και πηγαίνει στα Ιεροσόλυμα, όπου στιγματίζει τους οπαδούς του Σεβήτου και φυσικά τους αντιπροσώπους του ίδιου του αυτοκράτορα. Δεν καταδέχεται καμιά συζήτηση με τους αιρετικούς, τους οποίους διώχνει λέγοντάς τους:

- "Καμιά εξουσία δεν μπορεί να κλονίσει την πίστη μας".

Ο αυτοκράτορας, πληροφορημένος για τον αγώνα που δίνουν οι μοναχοί γεμίζει από οργή. Η επόμενη κίνησή του αυτοκράτορα ήταν να διορίσει έναν διοικητή της Παλαιστίνης, τον οποίο ονομάζει Δούκα και τον διατάζει να πείσει τον πατριάρχη να γίνει μονοφυσίτης. Ο Δούκας λοιπόν πηγαίνει στα Ιεροσόλυμα, αλλά ο πατριάρχης Παλαιστίνης Ηλίας, δεν πείθεται και συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Ο Ηλίας όμως λέει κάποια στιγμή στον Δούκα ότι τάχα δέχεται να γίνει μονοφυσίτης, αλλά αυτό θέλει να τον ανακοινώσει μπροστά στους χριστιανούς σε μία μεγάλη συγκέντρωση. Πράγματι συγκεντρώθηκαν, κάποια μέρα οι χριστιανοί της Παλαιστίνης για να ακούσουν τον Πατριάρχη τους. Ο Ηλίας κάθισε στον θρόνο του και είπε:

- "Όποιος δεν φυλάει τα δόγματα των αγίων και Οικουμενικών Συνόδων ας είναι αναθεματισμένος".

Ο Δούκας, που περίμενε την ομολογία του Ηλία έφυγε ντροπιασμένος και μάλιστα παραιτήθηκε από το αξίωμα του. Εκείνη λοιπόν τη μέρα βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα ο ανηψιός του αυτοκράτορα, ο Υπάτιος, που  είχε χαρεί με τον αγώνα των μοναχών και του κλήρου εναντίον των αιρετικών αλλά και εναντίον της εξουσίας του αυτοκράτορα. Συνάντησε λοιπόν τον άγιο Σάββα, στον οποίο έδωσε αρκετά χρήματα για να οργανώσει τα μοναστήρια.

Ο άγιος από την πλευρά του, έστειλε στον Αναστάσιο μία επιστολή όπου του ανέφερε ότι όλοι μαζί, ο κλήρος και ο λαός θα παλέψουν για την Ορθοδοξία. Παρόλη την μεγάλη δυσαρέσκεια ο αυτοκράτορας εξόρισε τον πατριάρχη Ηλία. Στην εξορία του μάλιστα τον επισκέφθηκε ο άγιος μαζί με τους αδελφούς Στέφανο και Ευθάλιο που έμειναν μαζί του αρκετές ημέρες. Ο Ηλίας είχε το προορατικό χάρισμα και τους είπε ότι ο αυτοκράτορας Αναστάσιος πέθανε και ότι σε δέκα μέρες θα πέθαινε και εκείνος. Δεν πέρασε πολύς καιρός και όλοι πληροφορήθηκαν ότι ο αυτοκράτορας είχε πεθάνει, ενώ ο πατριάρχης μετά από δέκα μέρες παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο. 

Θαυμαστές θεραπείες

Ο άγιος Σάββας μέσα από την άσκηση και την επαφή του  με τον Θεό είχε αποκτήσει την δύναμη να γιατρεύει αρρώστους και να κάνει θαύματα.

Κάποτε συνάντησε στον δρόμο του μια γυναίκα, που είχε χρόνια αιμορραγία και πονούσε τρομερά. Βλέποντας λοιπόν αυτή η γυναίκα τον άγιο άρχισε να φωνάζει:

- "Δούλε του Θεού, λυπήσου με".

Ο άγιος πήγε κοντά της, ακούμπησε το χέρι της και η γυναίκα αυτή έγινε αμέσως καλά. Έτσι βλέποντας τον άγιο οι άνθρωποι έτρεχαν κοντά του, για να βρουν γιατρειά, Κάποια μέρα οι γονείς ενός κοριτσιού, το οποίο βασανιζόταν από τον διάβολο το έφεραν μπροστά του. Ο άγιος προσευχήθηκε και γιάτρεψε το κοριτσάκι.

Όταν Πατριάρχης Ιεροσολύμων ήταν ο Ιωάννης ο Γ' (516 μ.Χ. - 524 μ.Χ.), υπήρχε μεγάλη ξηρασία και η δίψα στην περιοχή των Ιεροσολύμων ήταν ανυπόφορη. Τότε λέγεται ότι ο άγιος Σάββας τρεις μέρες παρακαλούσε προσευχόμενος τον Θεό να δώσει νερό στους διψασμένους κατοίκους. Την τρίτη λοιπόν ημέρα, σκέπασαν τον ουρανό μαύρα σύννεφα ενώ άστραφτε συνέχεια. Άνοιξαν τότε οι ουρανοί και πλημμύρισε όλη η διψασμένη περιοχή. Ο λαός τότε δόξασε τον Θεό που τους είχε χαρίσει έναν Άγιο.

Οδεύοντας προς τον Κύριο

Ο άγιος Σάββας τον χειμώνα του έτους 533 μ.Χ., αρρώστησε, ενώ ήταν ήδη 94 ετών. Μετά από λίγες ημέρες ο Κύριος τον ειδοποιεί, ότι θα τον πάρει κοντά Του. Ο άγιος φεύγει λοιπόν από τα Ιεροσόλυμα, όπου είχε πάει μετά από την επιμονή του πατριάρχη Πέτρου, για να καλυτερεύσει η υγεία του, και επιστρέφει στο μοναστήρι. Εκεί θα παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο. Στην κηδεία του συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος. Ανάμεσά στους πολλοί κληρικοί, μοναχοί και βέβαια ο ίδιος ο Πατριάρχης με συνοδεία αρχιερέων. Ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Λαύρας.

Το Ιερό Λείψανο

Το ιερό Λείψανο του αγίου Σάββα βρισκόταν στην Ιερά Μονή της Λαύρας, τον καιρό της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μετά το συναντάμε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ την εποχή των λατίνων σταυροφόρων, του 13ου αιώνα, στη Βενετία. Το 1965 το ιερό λείψανο δόθηκε από την Παπική Εκκλησία στον πατριάρχη Ιεροσολύμων Βενέδικτο. Μάλιστα στις 25 Οκτωβρίου 1965 πέρασε από το αεροδρόμιο του Ελληνικού στην Αθήνα το αεροπλάνο που μετέφερε το ιερό λείψανο του αγίου. Στο αεροπλάνο ανέβηκαν και προσκύνησαν το ιερό λείψανο από τους πρώτους και ο τότε αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο Β'. Μάλιστα την επόμενη ημέρα το αεροπλάνο προσγειώθηκε στα Ιεροσόλυμα, όπου το ιερό λείψανο υποδέχθηκαν με τιμές και μεγάλη ευλάβεια ο κλήρος και ο λαός. Τοποθετήθηκε στον Ιερό Ναό του Παναγίου Τάφου για προσκύνημα και μερικές μέρες αργότερα τοποθετήθηκε στο μοναστήρι του.

ΒΙΟΣ: Άγιος Αθανάσιος (ο Μέγας)

Ο Μέγας Αθανάσιος

Ο στύλος της ορθοδοξίας

Αθανάσιον καί θανόντα ζήν λέγω
Οι γάρ δίκαιοι ζώσι και τεθνηκότες

Παρόλο που ο Αθανάσιος πέθανε, λέω ότι ζει. Διότι οι δίκαιοι ζουν κι όταν πεθάνουν. Στους δύο αυτούς στίχους που προηγούνται του συναξαρίου του στην Ακολουθία του Μηναίου, αξίζει να προσθέσουμε και την αποφθεγματική φράση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, η οποία περιλαμβάνεται στον επιμνημόσυνο λόγο του στον αλεξανδρινό πατέρα και διδάσκαλο της Εκκλησίας μας: Αθανάσιον επαινών, αρετήν επαινέσομαι" (δηλαδή, επαινώντας τον Αθανάσιο, θα επαινέσω την αρετή). Εμείς, μη έχοντας αυτή τη δυνατότητα, ας προσπαθήσουμε να εκθέσουμε στο παρόν τευχίδιο κάποιες από τις πτυχές της μεγάλης μορφής, των υπέρ της Ορθοδοξίας αγώνων και της διδασκαλίας του αγίου Πατρός ημών και μεγάλου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Αθανασίου.

Από πληροφορίες που είναι εγκατεσπαρμένες στα γραπτά έργα του ιδίου, αν και όχι συχνές, αλλά και αναφορές άλλων Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων, έχει συντεθεί ο βίος του Μεγάλου Αθανασίου. Είναι βέβαια αξιοσημείωτο ότι ενώ οι ειδήσεις για τη δράση του κατά την ανδρική περίοδο της ζωής του είναι πολλές, όσες αφορούν στη γέννηση και την παιδική ηλικία του είναι σχετικά λίγες. 

Γεννήθηκε πιθανότατα στην Αλεξάνδρεια, αφού εκεί κατά τον ιστορικό Σωκράτη ("Εκκλησιαστική Ιστορία" 4, 13) και συγγενείς είχε και πατρικό τάφο διέθετε. Το έτος που ήρθε στη ζωή ήταν το 295 μ. Χ.. Αν οι γονείς του ήταν ειδωλολάτρες ή χριστιανοί μας είναι άγνωστο. Αν είναι όμως πραγματικότητα ή θρύλος αυτό που αναφέρει στην Εκκλησιαστική του Ιστορία ο Ρουφίνος (10, 14), θα πρέπει να δεχτούμε ότι οι γονείς του ήταν χριστιανοί: Ο Αθανάσιος, λέει, όταν ακόμα ήταν παιδί, παίζοντας με συνομηλίκους του ειδωλολάτρες παρίστανε τον ιερέα και τους βάπτιζε χριστιανούς. Το γεγονός προκάλεσε την περιέργεια και το ενδιαφέρον του τότε αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Αλεξάνδρου, που όταν διεπίστωσε ότι ο Αθανάσιος "τελούσε" τη βάπτιση τηρώντας επακριβώς την εκκλησιαστική τάξη, αναγνώρισε το βάπτισμα ως έγκυρο και έθεσε τον Αθανάσιο υπό την προστασία του.

Ενώ για τη μόρφωσή του λίγες ειδήσεις υπάρχουν, αν κρίνουμε από τα συγγράμματά του πρέπει να συμπεράνουμε ότι δεν είχε στερηθεί ούτε της θύραθεν (κοσμικής), ούτε της θεολογικής παιδείας. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει μεν (εγκώμιον είς τον Αθανάσιον, P. G. 35, 1088B) ότι "ετράφη ευθύς έν τοίς θείοις ήθεσι και παιδεόμασιν ολίγα των εγκυκλίων φιλοσοφήσας, του μη δοκείν παντάπασι των τοιούτων απείρως έχειν", (δηλαδή, ευθύς εξαρχής ανατράφηκε στα θεία ήθη και διδάγματα και απέκτησε λίγες εγκύκλιες γνώσεις, ίσα ίσα να μη φαίνεται ότι έχει πλήρη άγνοιά τους), όμως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Αθανάσιος είχε καταρτισθεί και φιλοσοφικά και θεολογικά,πιθανότατα στην περίφημη θεολογική (κατηχητική) Σχολή της Αλεξάνδρειας.

Την ίδια θέση εκφράζει και ο Μέγας Φώτιος, αφού δέχεται ότι ο Αθανάσιος "χρησιμοποιούσε λογικές μεθόδους.. με φιλοσοφική ικανότητα και μεγαλοπρέπεια, τις δε έννοιες και μόνες τους και σε σχηματισμούς, ενώ τις κατοχύρωνε ακλόνητα με γραφικές μαρτυρίες και αποδείξεις". (P. G. 103, 420).

Σημαντική επίδραση στο ήθος του έπαιξε και η γνωριμία με τον Μέγα Αντώνιο, του οποίου μάλιστα έγραψε το "Βίο και την πολιτεία" και έστειλε "προς τους εν τη ξένη μοναχούς" της Δύσης. Γράφει, μεταξύ άλλων, στον Πρόλογο ότι αυτά που λέει είναι: "όσα ο ίδιος γνωρίζω (αφού τον έχω δει πολλές φορές) και όσα μπόρεσε να μάθω απ' αυτόν, αφού ήμουν στην ακολουθία του όχι λίγο χρόνο και έριχνα νερό στα χέρια του". Αυτή η ιερή επικοινωνία κράτησε μια ζωή, αφού και σαράντα χρόνια αργότερα τον ξανασυνάντησε στην έρημο, ο δε Μέγας Αντώνιος, λίγο πριν το θάνατό του, άφησε στον Αθανάσιο μία από τις δύο μπλωτές του. 

2. Χειροτονείται διάκονος, συμμετέχει στην Α' Οικουμενική Σύνοδο

Είναι η δεύτερη δεκαετία του 4ου αιώνα και ο Άρειος, κληρικός στην Αλεξάνδρεια, με την αιρετική του διδασκαλία αναστατώνει την Εκκλησία του Χριστού, η οποία προσπαθεί να ηρεμήσει μετά την κατάπαυση των φοβερών διωγμών των ρωμαίων αυτοκρατόρων. Τώρα η Εκκλησία έχει ν' αντιμετωπίσει εσωτερικούς εχθρούς, που διχάζουν τους χριστιανούς, γεννούν ανάμεσα στους κληρικούς και τους μοναχούς παρατάξεις, προσεταιρίζονται αυτοκράτορες, πολιτικούς και στρατιωτικούς.

Έτσι εξηγείται γιατί ο Αθανάσιος από πολύ ενωρίς, ως λαϊκός ακόμη, χρειάστηκε να κατεβεί στον πνευματικό στίβο και να αγωνιστεί για την ορθή πίστη. Να την προφυλάξει από την παραχάραξη των αιρετικών. Να τη διατυπώσει με αγιογραφική θεμελίωση και ακρίβεια. Πριν από το έτος 320 έγραψε δύο συγγράμματα με  απολογητικό περιεχόμενο: "Κατά ειδώλων" και "Περί ενανθρωπήσεως του Λόγου". Στο πρώτο (που είναι γνωστό και με τον τίτλο "Κατά Ελλήνων" - ειδωλολατρών) βάλλει κατά της μυθολογίας και του πολυθεϊσμού, σεβόμενος όμως την αρχαία φιλοσοφία, ενώ στο δεύτερο ασχολείται με την ενανθρώπηση του Χριστού, τον οποίο οι μεν "Ιουδαίοι διαβάλλουσι και οι Έλληνες χλευάζουσιν, ημείς δε (οι χριστιανοί) προσκυνούμεν". Πρόκειται ουσιαστικά για την πνευματική ιστορία του ανθρώπου, την πλάση του από τον Θεό, την πτώση και το σκοτισμό του νου και τη σωτηρία του με τον εξιλαστήριο θάνατο και την ανάσταση του Χριστού.

Για την αντιμετώπιση των αιρετικών διδασκαλιών του Αρείου (που υπεστήριζε ότι ο Χριστός δεν είναι Υιός αλλά κτίσμα του Πατρός) συγκλήθηκαν τοπικές σύνοδοι στην Αλεξάνδρεια, στις οποίες έλαβα μέρος και ο Αθανάσιος, που πιθανώς είχε χειροτονηθεί στο μεταξύ Διάκονος. Το έτος 325 που ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκάλεσε στη Νίκαια της Βιθυνίας την Α' Οικουμενική Σύνοδο, για την καταδίκη της αρειανικής αίρεσης, συμμετείχε και ο Αθανάσιος, που είχε τότε την ιδιότητα του διακόνου και γραμματέα του πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρου. Έχοντας μάλιστα ασχοληθεί με το ζήτημα του Αρείου, αν και διάκονος ακόμη, έπαιξε σημαντικό ρόλο στις εργασίες της συνόδου, όπως μαρτυρούν πάμπολλες αναφορές σύγχρονων και μεταγενέστερων πηγών. 

Είχε τόσο πολύ απλωθεί η φήμη του ως γενναίου μαχητή και ανυποχώρητου υπερασπιστή της ορθοδόξου πίστεως, ώστε όταν λίγο αργότερα (μάλλον το 328 μ.Χ.) επεβίωσε ο γέροντας πατριάρχης Αλεξανδρείας, με την απαίτηση του λαού εκλέχθηκε διάδοχός του, ο νέος ακόμα στην ηλικία Αθανάσιος.

3. Το έργο του ως πατριάρχης Αλεξανδρείας

Ήταν μόλις 33 ετών όταν χειροτονήθηκε επίσκοπος - πατριάρχης, στις 8 Ιουλίου του 328. Η εκλογή του δεν έγινε σύμφωνα με το ως τότε εφαρμοζόμενο σύστημα (από τους πρεσβυτέρους της Αλεξάνδρειας). αλλά από τους επισκόπους της Αιγύπτου και το λαό, όπως είχε θεσπίσει ο προκάτοχός του Αλέξανδρος. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά που κάνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Λόγος 21, 80, ότι εκλέχθηκε "ψήφω του λαού παντός, ου κατά τον ύστερον νικήσαντα πονηρόν τύπον".

Αμέσως μετά την εκλογή του άρχισε το ποιμαντικό έργο, μέσα σ' ένα κλίμα ηρεμίας, που δυστυχώς κράτησε μόνο τα δύο πρώτα χρόνια της πατριαρχίας του. Πολύ επιγραμματικά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος περιγράφει (Λόγος 21, 10) ότι στο πρόσωπο του Αθανασίου οι παρθένες βρήκαν το νυμφαγωγό, οι έγγαμες το σωφρονιστή, οι ερημίτες τον αναπτερωτή, οι άνθρωποι του κόσμου το νομοθέτη, οι πρακτικοί τον οδηγό, οι θεωρητικοί το θεολόγο, οι χήρες τον προστάτη, τα ορφανά τον πατέρα, οι αδελφοί τον φιλάδελφο, οι ασθενείς το γιατρό, οι υγιείς το φύλακα της υγείας. 

Επισκέφθηκε τις επαρχίες της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του: Πεντάπολη, Θηβαΐδα, Κάτω Αίγυπτο, Όαση του Αμμών. Μελέτησε τις ανάγκες κληρικών, μοναχών και λαϊκών. Όταν βρισκόταν στο Σαΐδ ήρθε και τον συνάντησε ο μέγας ασκητής της ερήμου Παχώμιος. Έκτοτε οι δύο άντρες συνδέθηκαν πολύ στενά. Μεριμνώντας ο Αθανάσιος για την διάδοση της χριστιανικής πίστης και έξω από τα όρια της Αιγύπτου και μάλιστα νοτιότερα, χειροτόνησε το Φρουμέντιο επίσκοπο Αυξούμεως (Αξώμης), συντελώντας έτσι στον εκχριστιανισμό της Αιθιοπίας.

Ενώ όμως τόσο λαμπρό και πολύπτυχο ήταν το έργο που είχε ξεκινήσει ο Αθανάσιος στην Αλεξάνδρρεια, οι διωγμοί που μηχανεύθηκαν εναντίον του οι Αρειανοί ξέσπασαν το έτος 330 (ή 331) και επρόκειτο να έχουν πολλές και μακρόχρονες φάσεις.

4. Διωγμοί και εξορίες

Μετά την καταδίκη του από την Α' Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.) ο Άρειος δεν συμμορφώθηκε προς τις αποφάσεις της. Αν και καθαιρέθηκε και εξορίστηκε δεν μετανόησε. Αντίθετα υποκρίθηκε ότι αποδέχεται την ορθόδοξη περί του Υιού διδασκαλία. Υπέβαλε (το 330 ή 331 μ.Χ.) ομολογία πίστεως, αποφεύγοντας προσεκτικά να αναφέρει σ' αυτήν εκφράσεις που τον είχαν εκθέσει (όπως "κτίσμα", "εξ ετέρας ουσίας", "ην ποτέ χρόνος, ότε ούκ ήν ο Υιός" κλπ.), όπως δεν περιέλαβε και διατυπώσεις ορθόδοξες ("ομοούσιος", "εκ της αυτής ουσίας", "εκ της ουσίας του Πατρός" κλπ. Αυτά που ανέφερε πάντως ήταν διφορούμενα τουλάχιστον γι' αυτούς που ήταν γνώστες της ουσίας του θέματος.

Την ομολογία πίστεως του Αρείου έκανε δεκτή ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος, επηρεασμένος και από τον Ευσέβιο Νικομηδείας που ήταν συγγενείς της βασιλικής οικογενείας και ένας από τους επικεφαλής των Αρειανών κακοδόξων. Ο Κωνσταντίνος διέταξε να γίνει δεκτός ο Άρειος σε εκκλησιαστική κοινωνία. Ο Αθανάσιος όμως διαβλέποντας την απάτη του Αρείου και όσων τον ακολουθούσαν και με δικαιολογία ότι αυτός είχε καταδικαστεί από οικουμενική σύνοδο, απάντησε σε σχετικό γράμμα του αυτοκράτορα ότι δεν είναι δυνατό να υπάρξει εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ της Ορθοδόξου (καθολικής) Εκκλησίας και μιας αίρεσης που μάχεται και απορρίπτει τη θεότητα του Χριστού.

Η ευκαιρία που περίμεναν ο Άρειος, ο Ευσέβιος Νικομηδείας, άλλοι αρειανοί επίσκοποι και οι φανατισμένοι οπαδοί τους είχε δοθεί. Αφού είχαν όλοι αυτοί συνασπιστεί και με την αίρεση των Μελιτιανών έστειλαν αντιπροσωπεία τους στον Κωνσταντίνο και κατηγόρησαν τον Αθανάσιο ότι δήθεν είχε αυθαίρετα επιβάλλει στην Αλεξάνδρεια φόρους για λογαριασμό της Εκκλησίας, ότι τάχα είχε προσφέρει σε κάποιο στασιαστή "λάρνακα χρυσίου μεστήν" για να κάνει εξέγερση κ.ά. Ο Κωνσταντίνος, παρά την εκτίμηση και το θαυμασμό του προς τον Αθανάσιο, υποχώρησε στις πιέσεις, υιοθέτησε τις κατηγορίες και διέταξε να συγκληθεί σύνοδος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης για να εξετάσει το θέμα και να λάβει σχετικές αποφάσεις.

Ο Αθανάσιος, όντας βέβαιος για την σε βάρος του σκευωρία δεν πήγε στη σύνοδο και ο Κωνσταντίνος όρισε ως νέο τόπο των εργασιών της την Τύρο της Φοινίκης, απειλώντας τον πατριάρχη Αλεξανδρείας πως θα τον προσαγάγουν δια της βίας αν δεν πήγαινε με τη θέλησή του. Εκείνος πήγε και όπως φοβόταν έγινε: Στη σύνοδο ήταν παρόντες 60 επίσκοποι, όλοι οπαδοί του Αρείου. Οι εχθροί του μεγάλου πρόμαχου της Ορθοδοξίας στις παλιές κατηγορίες πρόσθεσαν και νέες. Οι πιο χαρακτηριστικές, γιατί δείχνουν τη σατανική εφευρετικότητα τους είναι οι εξής:

Το κατηγόρησαν ότι αφού σκότωσε κάποιον επίσκοπο, τον Αρσένιο, που ανήκε πριν στο σχίσμα του Μελετίου, έκοψε το δεξί του χέρι και το χρησιμοποιούσε για μαγεία. Ο Μέγας Κωνσταντίνος διέταξε ανακρίσεις, διαπιστώθηκε ότι ο Αρσένιος ζούσε και τον έφεραν στην σύνοδο. Ο Αθανάσιος δείχνοντας τα δυο χέρια του Αρσενίου είπε στους αδιάντροπους κατηγόρους του: "άλλην χείρα ζητείτω μηδείς, δύο γαρ ανθρώπων έκαστος παρά του ποιητού των όλων εδέξατο χείρας".

Οι αρειανοί όμως, ανεξάντλητοι συκοφάντες δεν σταμάτησαν τις ραδιουργίες τους προκειμένου να συντρίψουν, αν ήταν δυνατόν, τον ανυποχώρητο πρόμαχο της ορθής πίστεως. Όπως αναφέρουν ο Ρουφίνος και άλλοι εκκλησιαστικοί ιστορικοί, έφεραν στη σύνοδο μια ανήθικη γυναίκα που φώναζε ότι την είχε διαφθείρει ο Αθανάσιος με βία. Τότε εκείνος πήρε μαζί του έναν ιερέα φίλο του, τον Τιμόθεο, και πήγε στη σύνοδο. Ο Τιμόθεος, ενώ ο Αθανάσιος δεν μιλούσε, ρώτησε τη γυναίκα: σε συνάντησα εγώ ποτέ, ήρθα στο σπίτι σου;". Αυτή, επειδή δεν γνώριζε ούτε κατ' όψιν τον Αθανάσιο είπε στον Τιμόθεο, περνώντας τον για τον κατηγορούμενο πατριάρχη: "Συ μου την παρθενίαν αφείλου, συ με της σωφροσύνης εγύμνωσας" (δηλαδή, εσύ μου πήρες την παρθενία, εσύ με ξεγύμνωσες από την σωφροσύνη μου). Έτσι αποκαλύφθηκε και αυτή η φοβερή συκοφαντία των αρειανών.

Ο Μέγας Αθανάσιος, για να σωθεί από τις ραδιουργίες και από τη απειλή να τον φονεύσουν, μπήκε σε καράβι που ταξίδευε για την Κωνσταντινούπολη, με σκοπό να παρουσιαστεί στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και να ζητήσει την προστασία του. Πρόλαβαν όμως και πάλι οι αιρετικοί και με ψεύτικες κατηγορίες έπεισαν τον βασιλιά όχι μόνο να μην τον δεχτεί σε ακρόαση, αλλά να διατάξει και την εξορία του στη Γαλατία. Εκεί όμως τόσο ο άρχοντας Κωνσταντίνος ο νεότερος (γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου), όσο και ο επίσκοπος Μαξιμίνος υποδέχθηκαν τον Αθανάσιο με μεγάλες τιμές, γιατί εκτιμούσαν τους αγώνες του.

Αυτή ήταν η πρώτη εξορία, που κράτησε 2 χρόνια και 4 μήνες. Επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια μετά το θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου (το έτος 337 μ.Χ.) και ήδιστα αυτόν εδέξατο ο των Αλεξανδρέων λαός", όπως αναφέρει ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης (2, 3).

Δεύτερη εξορία. Όπως ήταν αναμενόμενο, μετά την επιστροφή του και οι αρειανοί δεν έμειναν άπραγοι. Ξανάρχισαν τις σε βάρος του συκοφαντίες, ότι δήθεν ήταν υποκινητής ταραχών, φόνων και στάσεων και ότι είχε χειροτονηθεί χωρίς τη "γνώμη κοινού συνεδρίου των επισκόπων". Ο Αθανάσιος για να τους αντικρούσει συγκάλεσε στην Αλεξάνδρεια σύνοδο 100 επισκόπων (το έτος 339 μ.Χ.), η οποία αφού απέδειξε ότι όλες οι σε βάρος του κατηγορίες είναι ανυπόστατες, αποφάνθηκε ότι αξιοθρήνητα δεν είναι όσα κάνει ο Αθανάσιος, "αλλά τα παρ' αυτών γενόμενα". Οι αρειανοί συγκρότησαν δική τους σύνοδο στην Αντιόχεια, καθαίρεσαν τον Αθανάσιο, όρισαν ως επίσκοπο Αλεξανδρείας τον ημιαρειανό Ευσέβιο τον Εμισηνό και, μετά την άρνηση του, το Γρηγόριο τον Καππαδόκη. Ο Αθανάσιος αναγκάστηκε και πάλι να πάρει τον δρόμο της εξορίας (αρχές του 340 μ.Χ.), ενώ αμέσως εγκαταστάθηκε ο Γρηγόριος ο Καππαδόκης, με τη βία στρατιωτικής συνοδείας, παρά τη γενναία αντίδραση των ορθοδόξων, οι οποίοι υπέστησαν πολλά εκ μέρους των αρειανών, που βοηθούσαν και οι ειδωλολάτρες και οι Ιουδαίοι. Το τι υπέστησαν οι ορθόδοξοι περιγράφεται με ζωντάνια στην εγκύκλιο επιστολή προς τους επισκόπου που έστειλε αργότερα ο Αθανάσιος.

Ο εξόριστος πατριάρχης κατέφυγε στη Ρώμη, όπου βρίσκονταν και άλλοι ορθόδοξοι επίσκοποι της Ανατολής. Έγινε δεκτός με τιμές και αγάπη. Ο πάπας Ιούλιος συγκάλεσε σύνοδο ( 341 μ.Χ.) που διακήρυξε την αθωότητα του Αθανασίου και αποφάνθηκε ότι αυτός είναι ο κανονικός επίσκοπος Αλεξανδρείας. Η ανάμιξη όμως των πολιτικών αρχόντων, εξαιτίας της πίεσης που ασκούσαν οι αρειανοί, περιέπλεξε εκ νέου το θέμα. Ο Κωνστάντιος, μόνος αυτοκράτορας στο δυτικό τμήμα του ρωμαϊκού κράτους, πιεζόμενος από τον αδελφό του Κώνστα, αυτοκράτορα στο ανατολικό τμήμα, συγκάλεσε το 243 μ.Χ. άλλη σύνοδο στη Σαρδική (σημερινή Σόφια), όπου οι μεν 399 δυτικοί επίσκοποι ανανέωσαν την απόφαση της συνόδου της Ρώμης, ενώ πολλοί από τους ανατολικούς που ήταν συνολικά 76 αποχώρησαν, έκαναν άλλη σύνοδο στη Φιλιππούπολη και ανανέωσαν την καθαίρεση του Μεγάλου Αθανασίου, αφόρισαν δε και τον πάπα Ιούλιο, τον όσιο επίσκοπο Κορδούης και άλλους ομόφρονές τους.

Έτσι η δεύτερη εξορία του Αθανασίου παρατάθηκε ως το έτος 346 μ.Χ. Όμως η παραμονή του στη Ρώμη υπήρξε αφορμή να γνωρίσει καλά και να εκτιμήσει η δυτική χριστιανοσύνη τον εκεί περιφρονημένο μέχρι τότε μοναχικό βίο. Πρώτη φορά οι Ρωμαίοι άκουσαν από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας για το μοναχισμό, μετά δε το θάνατο του Μεγάλου Αντωνίου (το 356) συνέταξε ο Αθανάσιος το "Βίο και την πολιτεία" του καθηγητού αυτού της ερήμου, μάλλον κατά παράκληση μοναχών της Δύσης.

Μετά από συνεννόηση των αυτοκρατόρων του ανατολικού και δυτικού τμήματος του ρωμαϊκού κράτους και αφού στο μεταξύ είχε πεθάνει ο αντιπατριάρχης Αλεξανδρείας Γρηγόριος, επιτρέπει στον Αθανάσιο να επανέλθει από την εξορία στο θρόνο του. Πράγμα που έγινε τον Οκτώβριο του έτους 235. Η υποδοχή που του επιφυλάχθηκε ήταν θριαμβευτική, περιγράφεται δε με συγκλονιστικές εικόνες και λεπτομέρειες από τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο ("Είς Αθανάσιον", κεφ. 27 και 29).

Τρίτη εξορία. Ο Αθανάσιος επιδόθηκε αμέσως στο ποιμαντικό του έργο, χωρίς να παύσει το κήρυγμα, τις συγγραφές και τους αγώνες του για τον προάσπιση και κατοχύρωση της ορθόδοξης πίστης, την οποία απειλούσαν αδιάκοπα τόσο οι αιρετικοί, όσο και άλλες αιρετικές διδασκαλίες. Γι' αυτό και πολύ λίγο μπόρεσε να μείνει χωρίς ταραχές στον πατριαρχικό θρόνο. Μόλις το 350 δολοφονήθηκε ο Κώνστας και μονοκράτορας πλέον έμεινε ο Κωνστάντιος, που ήταν φίκος των αρειανών, εκείνοι άρχισαν και πάλι να κατηγορούν τον Αθανάσιο και να προσπαθούν να τον εξοντώσουν. Με δύο συνόδους που έκαναν (στην Αρελάτη το 353 και στα Μεδιόλανα το 355) τον καταδίκασαν σε νέα καθαίρεση. Στις 8 Φεβρουαρίου του 356 ο στρατηλάτης Συριανός με 5000 στρατιώτες ξιφοφόρους περικύκλωσαν το ναό του αγίου Θεωνά, όπου ο Αθανάσιος τελούσε παννυχίδα παρουσία πολλών ορθοδόξων, και κακοποίησαν όσους μπόρεσαν. Φίλοι και αφοσιωμένοι στον Αθανάσιο χριστιανοί τον φυγάδευσαν από το ναό στην έρημο, όπου πέρασε έξι χρόνια (356-362), με κινδύνους και στερήσεις, αλλά και με αξιοθαύμαστο ποιμαντικό και συγγραφικό έργο.

Οι ελέγχοντες την κατάσταση εγκατέστησαν επίσκοπο Αλεξανδρείας κάποιον Γεώργιο, τον οποίο ο Γρηγόριος ο Θεολόγος χαρακτηρίζει "τέρας Καππαδόκιον, πονηρόν το γένος, πονητότερον την διάνοιαν". Αυτός καταδίωξε πολύ σκληρά τους ορθοδόξους. Σε 20 μήνες αναγκάσθηκε να φύγει από την Αλεξάνδρεια και όταν ζήτησε να επιστρέψει σκοτώθηκε από το πλήθος σε κάποια στάση του. Στο μεταξύ πέθανε και ο αυτοκράτορας Κώνστας και το Φεβρουάριο του 362 ο Αθανάσιος επανήλθε από την έρημο στον πατριαρχικό θρόνο.

Τέταρτη εξορία. Στον αυτοκρατορικό τώρα θρόνο είχε καθίσει ο Ιουλιανός, που αποκλήθηκε Παραβάτης. Ενώ δε ο Αθανάσιος μεριμνούσε με όλες τις δυνάμεις για να αποκαταστήσει την εκκλησιαστική τάξη και με τη ζωή και το κήρυγμα του συντελούσε στο να ασπάζονται τη χριστιανική πίστη πολλοί ειδωλολάτρες, τα αντίθετα επεδίωκε ο Ιουλιανός. Όντας ο ίδιος ειδωλολάτρης, αγωνιζόταν να επαναφέρει την αρχαία πολυθεϊστική θρησκεία στο προσκύνιο. Γι' αυτό και όταν πληροφορήθηκε για την δράση του Αθανασίου και τα αποτελέσματα της μεταξύ των εθνικών (ειδωλολατρών) και ειδικά επειδή "ετόλμησεν ελληνίδας γυναίκας των επισήμων βαπτίσαι" (δηλαδή, τόλμησε να βαπτίσει χριστιανές κάποιες γυναίκες που ανήκαν στην ανώτερη τάξη των ειδωλολατρών), έδωσε εντολή να εξοριστεί και πάλι από την Αλεξάνδρεια.

Φεύγοντας από την πόλη (Οκτώβριος 362) κι ενώ αποχαιρετούσε τους ορθοδόξους είδε πολλούς απ' αυτούς δακρυσμένους. Τους παρηγόρησε με την παροιμιώδη φράση: "Θαρρείτε νεφύδριον έστι και θάττον παρελεύσεται" (έχετε θάρρος, συννεφάκι είναι και γρήγορα θα περάσει). Εξόριστος και πάλι πήγε στην περιοχή της Θηβαΐδας και φιλοξενήθηκε από τους εκεί ασκητές, μέχρι που "πέρασε το νεφύδριο" του Ιουλιανού, ο οποίος πέθανε το επόμενο έτος 363. Ο διάδοχός του Ιοβιανός (363-364) επέτρεψε στον Αθανάσιο να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια. 

Πέμπτη εξορία. Και πάλι λίγο κράτησε η ηρεμία στο θρόνο. Τον Ιοβιανό διαδέχτηκε ο Ουαλεντιανός Α' (364-375), που ονόμασε συνάρχοντά του στην Ανατολή τον αδελφό του Ουάλεντα. Αυτός ήταν οπαδός του Αρείου και ο Αθανάσιος αναγκάσθηκε για πέμπτη φορά να πάρει το δρόμο της εξορίας, τον Οκτώβριο του έτους 365. Αυτή τη φορά, όπως αναφέρουν κάποιοι, κρυβόταν "εν πατρώω μνήματι". Αλλά μέσα σε τέσσερις μήνες, επειδή ο Ουάλης φοβήθηκε μήπως από την αγανάκτηση "στασιάσουν" οι ορθόδοξοι φίλοι του Αθανασίου, ανακάλεσε την απόφαση του και ο πατριάρχης επανήλθε στον θρόνο του. Έκτοτε και μέχρι το θάνατό του (2 Μαΐου 373) έμεινε χωρίς διωγμούς και επιτελούσε το έργο του. Σημειώνεται πάντως ότι διετέλεσε πατριάρχης Αλεξανδρείας επί 46,5 χρόνια, από τα οποία όμως βρισκόταν σε εξορίες 16 χρόνια και 2 μήνες.

Οι πέντε εξορίες του Μεγάλου Αθανασίου:

  • Α' Ιούλιος 335 - Νοέμβριος 337
  • Β' Μάρτιος 340 - Οκτώβριος 346
  • Γ' Φεβρουάριος 356 - Φεβρουάριος 362
  • Δ' Οκτώβριος 362 - Σεπτέμβριος 363
  • Ε' Οκτώβριος 365 - Ιανουάριος 366

5. Συγγραφικό έργο

Αν κάποιος λάβει υπόψη ότι ο Μέγας Αθανάσιος είχε τόσες περιπέτειες, διωγμούς, εξορίες και ταλαιπωρίες, πραγματικά θαυμάζει για το πότε εύρισκε το χρόνο, αλλά και πως εύρισκε τη δύναμη να ποιμάνει το χριστεπώνυμο πλήρωμα και ταυτόχρονα να συγγράψει και να μας αφήσει ένα πλουσιότατο έργο από πλευράς ποσότητας αλλά και ποιότητας. Σημαντικός παράγοντας - πλην του θείου φωτισμού - υπήρξε γι' αυτό η μόρφωσή του, η τέλεια γνώση των Γραφών, η κατοχή της κλασικής λογοτεχνίας και φιλοσοφίας και η ικανότητα του να συζητά και να διαπραγματεύεται δύσκολα θέματα. Παρόλο ότι δεν διασώθηκαν όλα τα έργα του και από τα διασωθέντα μερικά συμπληρώθηκαν από μεταγενέστερους ή νοθεύτηκαν από αιρετικούς ή και αποδόθηκαν σ' αυτόν χωρίς να είναι γνήσια δικά του, εντούτοις η αξία του συγγραφικού του έργου είναι τεράστια και αποφασιστική υπήρξε η συμβολή τους στην κατοχύρωση της ορθοδόξης πίστης και την απόκρουση των αιρετικών.

Ανάλογα με το περιεχόμενό τους οι πατρολόγοι κατατάσσουν τα έργα του Μεγάλου Αθανασίου σε πέντε ενότητες: Απολογητικά υπέρ του χριστιανισμού, Αντιαιρετικά, Ερμηνευτικά, Ασκητικά και Πρακτικά - Επιστολές. Στη συνέχεια θα γίνει λόγος για ορισμένα απ' αυτά:

Την πρώτη συγγραφική του εμφάνιση έκανε νεότατος ο Μέγας Αθανάσιος, προτού ξεσπάσει η αρειανική αίρεση. Γι' αυτό και το πρώτο έργο στρέφεται Κατά των Ελλήνων*, θέλοντας ν' αποδείξει ότι ο πολυθεϊσμός είναι κενός περιεχομένου, στερείται ηθικής και πολλά στοιχεία του αλληλοσυγκρούονται, σε αντίθεση με το χριστιανικό μονοθεϊσμό.


* Δεν εννοούνται οι Έλληνες ως λαός, όπως κακόπιστοι επιχειρηματολογούν και σήμερα κάποιοι για να στηρίζουν την πολεμική τους κατά του Χριστιανισμού, ότι δήθεν έπληξε τον Ελληνισμό. Με τον όρο Έλληνες οι Πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς των πρώτων αιώνων χαρακτηρίζουν τους εθνικούς, δηλαδή τους ειδωλολάτρες.


 

Το δεύτερο έργο του επιγράφεται "λόγος περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου". Σ' αυτό συνοψίζει την διδασκαλία της Εκκλησίας για την σωτηρία του ανθρώπου. Αρχίζει από τη δημιουργία του κόσμου "εκ του μηδενός", αναπτύσσει τα σχετικά με την πτώση των πρωτοπλάστων, την δυστυχία που ακολούθησε επειδή οι άνθρωποι αδιαφόρησαν για τα πνευματικά και προσκολλήθηκαν στα υλικά αγαθά, καθώς και την απομάκρυνσή τους από το Θεό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον αφανισμό τους με το φυσικό και τον πνευματικό θάνατό τους. Ο Θεός όμως έλαβε πρόνοια για τον άνθρωπο αποκαλύπτοντας τον εαυτό του με την βοήθεια των κτισμάτων, της παράδοσης του Νόμου και της αποστολής των Προφητών. Κι επειδή αυτά δεν αποδείχτηκαν επαρκή, ενανθρώπησε ο Ίδιος ο Λόγος του Θεού. Έλαβε σώμα που μπόρεσε να πεθάνει για να το καταστήσει, με την ανάσταση του, αθάνατο. Νίκησε τους δαίμονες κι επανέφερε τον άνθρωπο στην αλήθεια που σώζει. " Ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν", όπως γράφει. Με το έργο του ελέγχει "την απιστίαν των Ιουδαίων και την των Ελλήνων χλεύην". 

Σημαντικό τμήμα της συγγραφικής δράσης του αναφέρεται στην αρειανική αίρεση και σε θέματα σχετικά μ' αυτήν. Με τα έργα του ο Μέγας Αθανάσιος αφενός αποκρούει με επιχειρήματα τις αρειανικές κακοδοξίες και εκθέτει την ορθόδοξη διδασκαλία, αφετέρου απολογείται για τις κατηγορίες και συκοφαντίες με τις οποίες ήθελαν να τον εξοντώσουν∙ και εκθέτει τα σχετικά με την έριδα είτε σε επιστολές είτε σε συνοδικές εγκυκλίους.

Από τα αντιαιρετικά μνημονεύουμε: "4 Λόγοι κατά Αρειανών", καθαρά θεωρητικό έργο. Υπερασπίζεται την διδασκαλία της Α' οικουμενικής συνόδου (325) εναντίον των σοφιστειών του Αρείου, που προσπαθούσε με παρερμηνείες αγιογραφικών χωρίων να στηρίζει τις κακοδοξίες. Στο έργο αυτό καταπολεμεί επίσης και κακοδοξίες του Σαβελλίου και του Παύλου Σαμοσάτεως. 

"Απολογητικός κατά των Αρειανών", στον οποίον με επίσημα έγγραφα και επιστολές ανασκευάζει τις κατηγορίες που του είχαν προσάψει και είχαν συζητηθεί στις συνόδους Τύρου και Σαρδικής. 

"Απολογία προς τον βασιλέα Κωνστάντιον". Ανακατασκευάζει τις πολιτικές σε βάρος του κατηγορίες, με τις οποίες οι εχθροί του ήθελαν να τον καταστήσουν ύποπτο ενώπιον του αυτοκράτορα.

"Απολογία περί της φυγής αυτού", κατά το έτος 356, όταν φυγαδεύθηκε από το ναό του αγίου Θεωνά. Οι εχθροί του αρειανοί τον κατηγορούσαν ότι έφυγε από δειλία. Ο Μέγας Αθανάσιος αναιρεί την κατηγορία, αναφέροντας πλήθος βιβλικών παραδειγμάτων "φυγής" προ των διωκτών. Υποστηρίζει ότι "ει το φυγείν φαύλον, πολλώ χείρον το διώκειν ... παυέσθωσαν οι επιβουλεύοντες και παύσονται οι φεύγοντες ευθύς".

Από τα ερμηνευτικά έργα τα περισσότερα έχουν απωλεσθεί. Διασώθηκαν αποσπάσματα ερμηνείας των Ψαλμών, από τα οποία φαίνεται ότι προτιμούσε την αλληγορική ερμηνεία, ενώ στην Επιστολή του προς τον Μαρκελλίνο υπογραμμίζει την μεγάλη αξία των Ψαλμών.

Στα ασκητικά και πρακτικά έργα κατατάσσονται: "Βίος και πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, συγγραφείς και αποσταλείς προς του εν τη ξένη μοναχούς", πιθανότατα της Δύσης. Έργο που συνετέλεσε στο ν' αυξηθεί ο θαυμασμός προς το μοναχικό βίο. Άλλο έργο: Περί παρθενίας, ήτοι περί ασκήσεως ή Λόγος σωτηρίας προς την παρθένον. Εξαιρεί την παρθενία και ρυθμίζει το βίο των μοναζουσών.

Τέλος από τις Επιστολές του διακρίνονται οι εορταστικές, προς το μοναχό Αμμούν, προς το Ρουφινιανό, προς το Σεραπίωνα, προς τον Επίκτητο, προς τον Αδέλφιο, προς το Μάξιμο και προς το Δρακόντιο.

6. Η διδασκαλία του Μεγάλου Αθανασίου

Είναι σημαντικότερη η συνεισφορά του Μεγάλου Αθανασίου στην ερμηνεία ή την ακριβή διατύπωση όρων και εκφράσεων που αναφέρονται στο περιεχόμενο του δόγματος, αν ληφθεί υπόψη ότι ο 4ος αιώνας κατά τον οποίο έζησε υπήρξε περίοδος που εμφανίσθηκαν μεγάλες αιρέσεις και προέκυψε η ανάγκη κατοχύρωσης της Πίστης και διατύπωσης των δογμάτων της. Από το πλουσιώτατο έργο του μπορεί να συντεθεί και η διδασκαλία του σε κεφαλαιώδη θέματα  όπως:

- Η Τριαδικότητα του Θεού. Ο Θεός είναι ένας αλλά με τρία πρόσωπα. Ο Πατέρας γέννησε τον Υιό όχι κατά θέληση αλλά κατά την φύση. Ο Υιός δεν είναι κτίσμα του Πατέρα αλλά εικόνα και ομοίωση του Πατέρα (ο άνθρωπος απλά είναι "κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν"). Το Άγιο Πνεύμα είναι επίσης εικόνα του Υιού και είναι επίσης Θεός, άναρχος όπως και τ' άλλα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Τόσο η θέληση όσο και η ενέργεια των Τριών είναι ενιαία, αλλά όταν εκδηλώνεται η ενέργειά τους, εκδηλώνεται ιδιαίτερα από τα πρόσωπα.

- Η Γνώση του Θεού. Ενώ ο άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί στην γνώση του Θεού με την βοήθεια των πνευματικών του δυνάμεων, αφού ο δρόμος για το Θεό "εντός ημών εστί", στην περίπτωση που αμελήσει και δεν ακολουθήσει την οδό αυτή, μπορεί να γνωρίσει τον Θεό και μέσω των έργων της φύσης. Η γνώση βέβαια αυτή είναι ατελής, αφού δεν φτάνει στην ουσία. η θεότητα ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης λογικής.

- Η Παράδοση της Εκκλησίας. Με τον όρο τούτο ο Μέγας Αθανάσιος εννοεί την Αγία Γραφή όσο και την Παράδοση των Αποστόλων και των αγίων Πατέρων, την οποία δίδαξε ο Κύριος και κήρυξαν οι διάδοχοί Του. Σ' αυτή την Παράδοση είναι θεμελιωμένη η Εκκλησία του Χριστού. Όποιος ξεφεύγει από την Χριστιανική Παράδοση χάνει την ιδιότητα του χριστιανού. Τη δογματική διδασκαλία μόνον η Εκκλησία έχει το δικαίωμα και τη δυνατότητα να διατυπώνει.

- Ο άνθρωπος. Κατά τον Μέγα Αθανάσιο., ο άνθρωπος αποτελούμενος από σώμα και ψυχή πλάστηκε από τον Θεό "κατ' εικόνα" του. Ο Λόγος είναι εικόνα του Θεού, ενώ ο άνθρωπος κατ' εικόνα του Θεού. Επειδή η  ψυχή είναι "αυτοκίνητη" ζει και μετά το θάνατο του σώματος. Η ίδια δεν πεθαίνει όπως το σώμα, όταν αναχωρήσει απ' αυτό η ψυχή. Η αθανασία της δεν οφείλεται στην φύση της αλλά στο ότι έτσι θέλησε ο Θεός.

Επειδή η ψυχή είναι λογική και αθάνατη μπορεί να σκέπτεται και να κατανοεί τα θεία, γεγονός που αποδεικνύει ότι στον άνθρωπο υπάρχει ένα στοιχείο που ξεπερνά τα γήινα μέτρα. Τόσο ο άνθρωπος όσο και τα άλλα όντα είναι "καλά λίαν", αφού έτσι τα δημιούργησε ο Θεός. το κακό είναι "επίνοια" του ανθρώπου και οφείλεται στο αυτεξούσιο του και την κακή χρήση του. Ουσία της αμαρτίας είναι η απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό και η προσκόλληση σε πράγματα που δεν είναι του Θεού.

- Η ενανθρώπηση του Λόγου. Κεντρική ιδέα της διδασκαλίας του Μεγάλου Αθανασίου είναι ότι ο Ιησούς Χριστός "υιοποίησεν ημάς τω Πατρί και εθεοποίησε τους ανθρώπους, γενόμενος αυτός άνθρωπος. Ουκ άρα άνθρωπος ών ύστερον γέγονεν άνθρωπος, ίνα μάλλον ημάς θεοποιήση" (Λόγος κατά Αρειανών 1,30). Τον πεπτωκότα άνθρωπο μόνον ο Θεός, που θα γινόταν με τρόπο φυσικό άνθρωπος, θα μπορούσε να σώσει. Όχι άνθρωπος ή κάτι άλλο που θα ήταν ανίκανος να μεταδώσει εκείνο που δεν του άνηκε. Το κύριο σφάλμα του Αρείου ήταν ότι με το να δέχεται ότι ο Υιός ήταν κτίσμα που ανυψώθηκε στη θεία τιμή και με το να λατρεύει έτσι ως θεό ένα κτίσμα, καταντούσε στη λατρεία των δημιουργημάτων, δηλαδή στην ειδωλολατρία των εθνικών. Μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό, δίδασκε ότι πρέπει να συναριθμείται και να συνδοξάζεται και το Άγιον Πνεύμα, αφού "της αυτής θεότητός έστι και της αυτής ουσίας". Τόσο πολύ η Αγία Τριάδα είναι "αδιαίρετος και ηνωμένη προς αυτήν", που όταν λέμε Πατέρα εννοούμε και Υιό και Άγιον Πνεύμα και αντίστροφα, διότι "μια θεότης έστιν εν Τριάδι".

7. Οι δύο ετήσιες εορτές του

Στο ορθόδοξο εορτολόγιο υπάρχουν δύο εορτές προς τιμήν του Μεγάλου Αθανασίου: Στις 2 Μαΐου και στις 18 Ιανουαρίου.

Στις 2 Μαΐου το "Μηναίον" αναγράφει: "Μνήμη της ανακομιδής του λειψάνου του εν αγίοις Πατρός ημών Αθανασίου του μεγάλου, πατριάρχου Αλεξανδρείας". Όμως είναι μαρτυρημένο και γνωστό ότι στις 2 Μαΐου εκοιμήθη εν Κυρίω ο μεγάλος αυτός άγιος. Σε Κώδικα των Καυσοκαλυβίων περιέχεται στις 2 Μαΐου η εξής αναφορά: "Την σήμερον εστί η κοίμησις του αγίου Αθανασίου κατά τινάς· διό και σήμερον η καθ' εαυτού μνήμη δεί εκτελείσθαι και ουχί η ανακομιδή των λειψάνων, περί ης ούδε μικράν ιστορικήν σημείωσιν έχομεν ....". Εντούτοις υπάρχει και αντίθετη άποψη (Λαυριωτικός Κώδιξ) που υποστηρίζει: "Δέχου συν άλλοις οις έχεις σεβασμίοις, πόλις βασιλίς, νεκρόν Αθανασίου". Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι ούτε στην Ακολουθία του Εσπερινού και του Όρθρου της 2ας Μαΐου, ούτε στο σχετικά εκτενές Συναξάριο του "Μηνιαίου", γίνεται λόγος ή η παραμικρή νύξη για ανακομιδή του λειψάνου του. Επομένως θα ήταν ορθότερο να δεχθούμε ότι στις 2 Μαΐου τιμάται η μνήμη της κοιμήσης του Αγίου.

Στις 18 Ιανουαρίου άγεται η μνήμη "των εν αγίοις Πατέρων ημών Αθανασίου και Κυρίλλου, πατριαρχών Αλεξανδρείας". Ο συνεορτασμός την ίδια ημέρα των δύο αυτών μεγάλων πατριαρχών αποτελεί ένα αγιολογικό πρόβλημα. Είναι άγνωστο πότε και γιατί καθιερώθηκε. Οι πιθανότητες αναφέρονται είναι οι εξής: Ότι στις 18 Ιανουαρίου χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας. Ότι την ημέρα αυτή εκοιμήθη εν Κυρίω, όπως αναφέρεται σε αρχαίο ημερολόγιο της Νεαπόλεως. Τέλος, ότι καθορίστηκε ο συνεορτασμός των δύο πατριαρχών κατ' απομίμηση ο συνεορτασμός των δύο πατριαρχών κατ' απομίμηση του συνεορτασμού των Τριών Ιεραρχών (30 Ιανουαρίου). Οι εκδοχές όμως αυτές είναι αστήρικτες και το θέμα παραμένει χωρίς πειστική απάντηση.

8. Η εικονογράφηση του Αγίου

Η συνήθης απεικόνιση του μεγάλου πατριάρχη της Αλεξάνδρειας Αθανασίου εμφανίζεται με δύο μορφές. Είτε μεταξύ των μεγάλων Ιεραρχών Βασιλείου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Κυρίλλου Αλεξανδρείας και άλλων στο εσωτερικό της κόγχης του ιερού Βήματος, στην παράσταση του "μελισμού", είτε σε "κατ' ενώπιον" απεικόνιση κυρίως σε φορητές εικόνες.

Στην πρώτη περίπτωση, όπως και οι άλλοι ιεράρχες, φέρει πλήρη λειτουργική αμφίεση (στιχάριο, επιτραχήλιο, φελόνιο, πολυσταύριο, ωμοφόριο, επιγονάτιο και επιμανίκα). Είναι ελαφρώς στραμμένος προς το κέντρο της κόγχης, σε στάση δεήσεως, με ελαφρά κάμψη της κεφαλής. Στα χέρια του κρατάει ειλητάριο, στο οποίο αναγράφονται αποσπάσματα από λειτουργικές αυχές, όπως: "ώστε γενέσθαι τοις μεταλαμβάνουσιν εις νήψιν ψυχής ...", ή "ο τας κοινάς ταύτας και συμφώνους ημίν χαρισάμενος...". ή "πάλιν και πολλάκις σοι προσπίπτομεν....", κ.λπ.

Στις "κατ' ενώπιον" (κατά μέτωπον) απεικονίσεις του, παριστάνεται όπως περιγράφεται στον Συναξάριό του: "μετρίου ύψους, με ελαφρώς παχύ σώμα. Είχε σκυφτούς ώμους, χαρωπό πρόσωπο και ωραίο χρώμα, αλλά αρκετή φαλάκρα. Η μύτη του ήταν κυρτή, τα γένια του όχι μακριά, αλλά πολύ πυκνά και κάλυπταν τα μάγουλα του. Ήταν μικρόσωμος, όχι πολύ λευκός, αλλ' είχε ένα πολύ ωραίο υπόξανθο χρώμα". Ενώ όμως υστερούσε, κατά κάποιο τρόπο, από πλευράς σωματικής διάπλασης, επιβαλλόταν με το πνευματικό του ανάστημα.

9. Το "Αθανασιανό" Σύμβολο της Πίστεως*

* Στο Μέγα Αθανάσιο αποδίδεται το Σύμβολο αυτό της Πίστεως, που εδώ παρατίθεται στη νέα ελληνική. Βλέπε περισσότερα στο έργο μας, "Σύμβολα Πίστεως, δογματικοί όροι και κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων", Σειρά "Η σοφία των Πατέρων" αριθμός 8, "Λύχνος", Αθήνα 2004. 

1 Όποιος θέλει να σωθεί, είναι ανάγκη προπαντός να φυλάσσει την ορθόδοξη πίστη, 2 την οποία αν κάποιος δεν φυλάξει σώα και καθαρή, οπωσδήποτε χάνεται αιώνια.

3. Και ορθόδοξη πίστη είναι αυτή: Το να λατρεύουμε ένα Θεό που είναι Τριάδα και μία Τριάδα που είναι Μονάδα, 4 χωρίς να συγχέουμε τις υποστάσεις, ούτε να διαιρούμε την ουσία. 5 Γιατί άλλη είναι η υπόσταση του Πατέρα, άλλη του Υιού, και άλλη του Αγίου Πνεύματος· 6 αλλά του Πατέρα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος μία είναι η θεότητα, ίδια η δόξα, συνάναρχη η μεγαλειότητα. 7 Ότι είναι ο Πατέρας, αυτό είναι και ο Υιός, αυτό είναι και το Άγιο Πνεύμα. 8 Άκτιστος είναι ο Πατέρας, άκτιστος ο Υιός, άκτιστο και το Άγιο Πνεύμα. 9 Ακατάληπτος είναι ο Πατέρας, ακατάληπτος ο Υιός, ακατάληπτο και το Άγιο Πνεύμα. 10 Αιώνιος είναι ο Πατέρας, αιώνιος ο Υιός, αιώνιο και το Άγιο Πνεύμα· 11 όμως δεν είναι τρεις αιώνιοι, αλλά ένας αιώνιος· όπως ακριβώς δεν είναι τρις΅άκτιστοι, ούτε τρεις ακατάληπτοι, αλλά ένας άκτιστος και ένας ακατάληπτος. 13 Επίσης παντοκράτορας είναι ο Πατέρας, παντοκράτορας ο Υιός, παντοκράτορας το Άγιο Πνεύμα· 14 όμως δεν είναι τρεις παντοκράτορες, αλλά ένας παντοκράτορας.

15 Έτσι, Θεός είναι ο Πατέρας, Θεός ο Υιός, Θεός και το Άγιο Πνεύμα· 16 όμως δεν είναι τρεις Θεοί, αλλ' ένας Θεός. 17 Επίσης Κύριος είναι ο Πατέρας, Κύριος ο Υιός, Κύριο και το Άγιο Πνεύμα· όμως δεν είναι τρεις Κύριοι, αλλ' ένας Κύριος. 19 Διότι, όπως είμαστε υποχρεωμένοι από την χριστιανική αλήθεια να ομολογούμε ότι κάθε μία υπόσταση είναι κατά τρόπο μοναδικό Θεός και Κύριος, έτσι εμποδιζόμαστε από την ορθόδοξη ευσέβεια να λέμε ότι υπάρχουν τρεις Θεοί ή Κύριοι. 20 Ο Πατέρας δεν έγινε, ούτε δημιουργήθηκε, ούτε γεννήθηκε από κανέναν. 21 Ο Υιός δεν έγινε, ούτε δημιουργήθηκε, αλλά γεννήθηκε από μόνο τον Πατέρα. 23 Ένας, λοιπόν είναι ο Πατέρας, όχι τρεις Πατέρες· ένας είναι ο Υιός, όχι τρεις Υιοί· ένα είναι το Άγιο Πνεύμα, όχι τρία Άγια Πνεύματα. 24 Και σ' αυτήν την Τριάδα κανένα δεν είναι πρώτο ή δεύτερο, ούτε μεγαλύτερο και μικρότερο· οι τρεις όμως υποστάσεις είναι μεταξύ τους αιώνιες (χωρίς αρχή) και ίσες. 25 Επομένως, όπως ειπώθηκε, σε όλα λατρεύεται και Τριάδα, στη μονάδα και μονάδα στην Τριάδα. 26 Αυτός λοιπόν που θέλει να σωθεί, έτσι πρέπει να πιστεύει για την Αγία Τριάδα.

27 Εντούτοις, αναγκαίο για την αιώνια σωτηρία του είναι να πιστεύει το ορθό και για την ενανθρώπηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. 28 Πίστη λοιπόν ορθή είναι το να πιστεύουμε και να ομολογούμε ότι ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, και Θεός και άνθρωπος. 29 Είναι Θεός, αφού γεννήθηκε προ των αιώνων από την ουσία του Πατέρα και είναι άνθρωπος, αφού γεννήθηκε μέσα στο χρόνο από την ουσία της μητέρας. 30 Τέλειος΅Θεός και τέλειος άνθρωπος που υπήρξε με ψυχή λογική και ανθρώπινο σ΄μα. 31 Είναι ίσος με τον Πατέρα κατά τη θεότητα, μικρότερος από τον Πατέρα κατά την ανθρωπότητα. 32 Ο οποίος, παρόλο που είναι Θεός και άνθρωπος, εντούτοις δεν είναι δύο, αλλ' ένας Χριστός. 33 Και είναι ένας όχι διότι μετατράπηκε η θεότητα σε άνθρωπο, αλλ' επειδή προσέλαβε την ανθρωπότητα σε θεότητα. 34 Ένας βέβαια, όχι επειδή έγινε σύγχυση των φύσεων, αλλά ένωση των υποστάσεων.

35 Διότι, όπως η λογική ψυχή και το σώμα είναι ένας άνθρωπος, έτσι και ο Θεός και ο άνθρωπος είναι ένας Χριστός, 36 που έπαθε για τη σωτηρία μας και κατέβηκε στον άδη και την τρίτη ημέρα αναστήθηκε από τους νεκρούς, 37 και ανέβηκε στους ουρανούς και κάθεται στα δεξιά του Θεού και Πατέρα που είναι παντοκράτορας· απ' όπου θα έλθει για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, 38 με την παρουσία του οποίου όλοι οι άνθρωποι θα αναστηθούν με τα σώματά του, για ν' απολογηθούν για τα έργα τους· 39 και όσοι μεν έκαναν αγαθά έργα θα πορευθούν στην αιώνια ζωή, όσοι δε αμαρτωλή στο αιώνιο πυρ.

40 Αυτή είναι η καθολική (δηλαδή η ορθόδοξη) πίστη, την οποία όποιος δεν αποδεχτεί με βεβαιότητα και εμπιστοσύνη δεν θα μπορέσει να σωθεί.

10. Λαϊκές παραδόσεις για το Μέγα Αθανάσιο

Ο "Άη-Θανάσης" είναι ιδιαίτερα αγαπητός μεταξύ των Ελλήνων χριστιανών. Στα χωριά και τις πόλεις, όπου υπάρχουν ενοριακοί ναοί, η χειμωνιάτικη γιορτή του (18 Ιανουαρίου) τελείται σ' αυτούς, όποτε γιορτάζουν οι Θανάσηδες, οι Θάνοι και οι Αθανασίες. Για την "μαγιάτικη" όμως γιορτή (2 Μαΐου) προτιμούνται τα ξωκλήσια ή οι νεκροταφειακοί ναοί του. Ο λαός χρησιμοποίησε την ετυμολογία του ονόματός του (Αθανάσιος - αθανασία) και αφιέρωσε αρκετούς κοιμητηριακούς ναούς στη μνήμη του, για να ξορκίσει το θάνατο. Συνηθισμένη είναι και η έκφραση σε αρκετές περιοχές της Ελλάδος: "Είναι για τον Άη-Θανάση", δηλαδή είναι ετοιμοθάνατος.

Στην παρετυμολογία του ονόματός του οφείλονται μερικά νεκρικά έθιμα ή πράξεις μακροβιότητας του λαού. Στην Ανατολική Θράκη, για παράδειγμα, τη μέρα της γιορτής του, τον Ιανουάριο. έσφαζαν ένα πετεινό "για την υγεία" τους, ενώ στο "μαγιάτικο" πανηγύρι του σε πολλά μέρη στους κοιμητηριακούς του ναούς τελείται η θεία λειτουργία και μοιράζονται κόλυβα (συνδυασμός της μνήμης του με τη μνήμη των νεκρών). Αλλού ο γιορτασμός του πραγματοποιείται στο πνεύμα της Πρωτομαγιάς, με έξοδο των χριστιανών στην εξοχή. Εκτός όμως από τη βλάστηση προσέχουν και άλλα στοιχεία της φύσης και μάλιστα τα προσφωνούν, όπως τα ποτάμια στη Δυτική Μακεδονία, ή τη θάλασσα στα Επτάνησα. Πλην του το ότι λειτουργούνται αυτή τη μέρα τα ξωκλήσια, οι χριστιανοί τα στολίζουν με λουλούδια, ενώ επιστρέφοντας στα σπίτια τους κρεμούν και το "μάη".

Στο νησί της Σύμης γίνεται το έθιμο του "Κουκουμά". Την παραμονή της 2ας Μαΐου συγκεντρώνονται 25 κοπέλες, πηγαίνουν και παίρνουν από 7 στέρνες αμίλητο νερό στο "κουκουμάρι" (δοχείο), επιστρέφοντας δε στο σπίτι ρίχνουν μέσα τα δαχτυλίδια τους, για να μαντέψουν την άλλη μέρα τ' όνομα του γαμπρού. Φτιάχνουν αποβραδίς πίτα για να φαγωθεί την επομένη. Μετά τη θεία λειτουργία μαζεύονται όλες στο μεγαλύτερο σπίτι με τη συνοδεία οργάνων. Λένε μάλιστα και διάφορα δίστιχα όπως:

- Άη-Θανάση, αφέντη μας, έλα στη γειτονιά μας, 

για να μας δώκεις την ευχή και τους καλούς γαμπρούς μας.

- Άη-Θανάση, αφέντη μου, μαρμαροθεμελιώτη, κοντά σου αγάπην έκαμα κι έρχομαι και θωρώ τη.

Αφού φάνε όλες μαζί, ένα κοριτσάκι που ζουν και οι δύο γονείς του, βγάζοντας ένα - ένα τα δαχτυλίδια από το "κουκουμάρι" λέει ένα όνομα αγίου: Άη-Θανάσης, Άη-Γιώργης, Άη-Βασίλης κ.λ.π. Το όνομα που λέει υποτίθεται ότι θα 'ναι το βαπτιστικό του μελλοντικού συζύγου κάθε κοπέλας ...

Αυτός είναι ο Μέγας Αθανάσιος. Ανήκει στις πολύ μεγάλες μορφές της Εκκλησίας μας. Αναδείχθηκε "αληθής στύλος" της, διότι υπήρξε μια προσωπικότητα με αδαμάντινο χαρακτήρα, με κύρος, με γνήσια ορθόδοξο φρόνημα, με ανυποχώρητη αγωνιστικότητα. Περιφρόνησε κινδύνους και ταλαιπωρίες, συνετέλεσε στην επικράτηση της ορθής Πίστης, υπήρξε ενάρετος και ευσεβής. Δίκαια λοιπόν η Εκκλησία του Χριστού τον τοποθέτησε πλησίον των αποστόλων, των ευαγγελιστών και των μεγάλων αγίων, οι δε πιστοί του αποδίδουν μεγάλες τιμές και επικαλούνται τη βοήθειά του.

ΒΙΟΣ: Άγιος Λουκάς (ο Ιατρός)

Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΡΙΜΑΙΑΣ

 

ΜΕΡΟΣ Α'

Η ΚΡΙΜΕΑ

Η χερσόνησος της Κριμαίας ήταν η αρχαία Ταυρίδα που είναι γνωστή σε όλους μας από την τραγωδία “Ιφιγένεια εν Ταύροις”. Στην περιοχή της Κριμαίας οι πρώτες αποικίες είχαν δημιουργηθεί από τους Έλληνες τον 6ο αιώνα π.Χ. Ο Απόστολος Ανδρέας  ο Πρωτόκλητος ήταν εκείνος που δίδαξε τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής την χριστιανική πίστη. Τον 10ο αιώνα ο Ρώσσος ηγεμόνας του Κιέβου Βλαδίμηρος κατέλαβε την περιοχή, μετά από τρεις αιώνες προσάρτησης στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Στην συνέχεια μάλιστα ο Βλαδίμηρος βαπτίστηκε χριστιανός. Τον 12ο αιώνα η περιοχή καταλήφθηκε από τους Ταρτάρους, οι οποίοι και την μετανόμασαν σε Κριμαία. Τον 15ο αιώνα οι Τούρκοι κατέλαβαν την περιοχή. Πολύ αργότερα, η Μεγάλη Αικατερίνη θα την προσαρτήσει στην Ρωσία. Όμως το ελληνικό στοιχείο στην περιοχή φαίνεται ότι υπάρχει ως σήμερα αφού ακόμη και τα ονόματα των σημερινών πόλεως όπως Συμφερούπολη, Σεβαστούπολη, Ευπατωρία, Θεοδοσία, Λιβαδιά, κ.ά. παραπέμπουν και δείχνουν την προέλευση της περιοχής.

Τα Πρώτα Χρόνια

Ο άγιος Λουκάς γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1877 στην πόλη Κέρτς (το αρχαίο Παντεκάπαιον) που βρίσκεται στην χερσόνησο της Κριμαίας (Κριμαία σημαίνει φρούριο των Τούρκων). Το κατά κόσμο όνομά του ήταν Βαλεντίν Βόϊνο-Γιασενέτσκι.
Ο πατέρας του ήταν ρωμαιοκαθολικός ενώ η μητέρα του ήταν ορθόδοξη. Οι πρόγονοι της οικογένειας που ήταν ξακουστοί από τον 16ο αιώνα στην περιοχή, δεν είχαν σχεδόν τίποτα κοινό με την οικογένεια του αγίου, αφού εκείνοι ήταν πολύ πλούσιοι ενώ οι πολυμελής οικογένεια του ζούσε πολύ φτωχά. Από πολύ νωρίς ο πατέρας της οικογένειας αποφασίζει ότι θα πρέπει να φύγουν από την περιοχή και να αναζητήσουν κάποια άλλη για να εγκατασταθούν. Πράγματι μετά από λόγο καιρό όλη η οικογένεια μετακομίζει στο Κίεβο. Εκεί λοιπόν στο λίκνο του ρωσικού χριστιανισμού, ο άγιος θα περάσει τα παιδικά αλλά και τα νεανικά του χρόνια. Πολύ μικρός ακόμα έδειχνε σε όλους το χάρισμα που είχε να αποτυπώνει στο χαρτί εικόνες που ζωγράφιζε και που θα ζήλευαν μεγάλοι ζωγράφοι. Μάλιστα επισκεπτόταν τακτικά στο κέντρο του Κιέβου τον Μοναστήρι της Λαύρας των Σπηλαίων όπου του άρεσε  αν ζωγραφίζει του μοναχούς αλλά και του προσκυνητές. Μάλιστα βραβεύτηκε για τα έργα του αυτά από την Ακαδημία Καλών Τεχνών. Γεμάτος πάθος για την αλήθεια μελετούσε την Αγία Γραφή καθημερινά και σημείωνε με κόκκινο μελάνι τα σημεία που του έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση.

Το Πρώτο Κάλεσμα

Κάποια φορά και ενώ ο Βαλεντίν μελετούσε ένα συγκεκριμένο χωρίο της Αγίας Γραφής ένοιωσε κάτι ανεπανάληπτο που θα καθόριζε τελικά την αγιασμένη πορεία του. Στην διάρκεια λοιπόν εκείνης της μελέτης διάβασε:
- "Ιδών δε τους όχλους εσπλαγχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι δεήθητε ουν του κυρίου του θερισμού όπως εκβάλη εργάτας εις τον θερσμόν αυτού" (Ματθ. Θ' 36-38). Σταμάτησε για λίγο και ξαναδιάβασε και πάλι ξανασταμάτησε. Τότε ήταν που ένοιωσε μία πρωτόγνωρη συγκίνηση να τον καταλαμβάνει. Με δάκρυα στα μάτια για πολλή ώρα ακουγόταν η φωνή του νεαρού Βαλεντίν:
- "Ω!!! Κύριε σου λείπουν οι εργάτες;"
Αυτή είναι η στιγμή που ο άγιος έχει πλέον εισαχθεί στην πολυάριθμη ομάδα των εργατών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Πολύ νέος λοιπόν ο Βαλεντίν προσανατολίστηκε στο να προσφέρει και να διακονήσει τον πλησίον του.

Η Ιατρική και η Αγία Νοσοκόμα

Ο Βαλεντίν ταλαντευόταν ανάμεσα στο να γίνει νοσοκόμος ή δάσκαλος σε ένα οποιοδήποτε φτωχό χωριό και έπειτα από αρκετή σκέψη αλλά και με την παρότρυνση ενός γνωστού του εκπαιδευτικού αποφάσισε να σπουδάσει Ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Κιέβου, με μοναδικό κίνητρο πάντα την αγάπη του για τον πλησίον. Ήθελε να βοηθήσει τους συνανθρώπους του που ήταν άρρωστοι και πονούσαν και που πολλοί από αυτούς επειδή ήταν φτωχοί πέθαναν δίχως να μπορούν να επισκεφτούν έναν γιατρό. Παίρνει το πτυχίο του με άριστα το έτος 1903 και αμέσως άρχισε να ασχολείται με την υγεία των φτωχών ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούσε μαθήματα οφθαμλολογίας. Το έτος 1904, ξέσπασε ο Ρωσο-Ιαπωνικός πόλεμος και ο Βαλεντίν προσφέρθηκε να υπηρετήσει εθελοντικά με το τάγμα του Ερυθρού Σταυρού. Έτσι βρέθηκε στην Άπω Ανατολή και εργάστηκε σαν χειρούργος στο στρατιωτικό νοσοκομείο όπου εκεί μεταφέρονταν οι τραυματίες του πολέμου. Πριν ξεκινήσει την κάθε χειρουργική επέμβαση, κάτι που θα έκανε σε όλη του τη ζωή, βουτούσε λίγο βαμβάκι στο ιώδιο και χάραζε στο σημείο του σώματος που θα έκανε την επέμβαση το σχήμα του Σταυρού, ενώ ταυτόχρονα προσευχόταν για την υγεία του ασθενούς. Στην πόλη Τσιτά όπου στεγαζόταν το στρατιωτικό νοσοκομείο και στην ομάδα του Ερυθρού Σταυρού εργαζόταν σαν νοσοκόμα και η Άννα. Την Άννα που ξεχώριζε για την καλοσύνη της και για την αγάπη της για τον πλησίον που φρόντιζε ασταμάτητα, όλοι την αποκαλούσαν "Αγία Νοσοκόμα". Όταν λοιπόν ο Βαλεντίν συναντήθηκε με την Άννα, κατάλαβε ότι θα ήταν η μέλλουσα σύζυγός του. Ο Βαλεντίν και η Άννα από τον γάμο τους απέκτησαν τέσσερα παιδιά.

Οι Καρποί της Προσευχής και της Μελέτης

Λίγο πριν τελειώσει ο Ρωσο-Ιαπωνικός πόλεμος έχει ήδη αρχίσει να εργάζεται σε ένα μικρό νοσοκομείο. Από τον ταπεινό αυτό νοσοκομείο η φήμη του εξαπλώνεται από άκρη σ' άκρη με αποτέλεσμα πολύ γρήγορα οι ασθενείς να καταφθάνουν από παντού με την ελπίδα να συναντήσουν τον άριστο Ιατρό που θα τους θεραπεύσει. Όλη την ημέρα λοιπόν θεραπεύει τους ασθενείς και το βράδυ μελετά και προσεύχεται. Η προσευχή και η μελέτη ήταν η καθημερινή συντροφιά του Βαλεντίν. Ζητάει μέσα από την προσευχή του προς τον Κύριο να τον δυναμώνει για να συνεχίζει απτόητος τον αγώνα ενάντια στις ασθένειες που ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους. Η μελέτη που συνοδευόταν πάντα με την προσευχή προς τον Κύριο έδινε καρπούς που έως τις ημέρες μας είναι ακόμα φρέσκοι και ζωντανοί. Ο Βαλεντίν συντάσσει επιστημονικά άρθρα, σχετικά με την τοπική αναισθησία και σε λόγο καιρό γίνεται γνωστός για τις χειρουργικές επεμβάσεις που έκανε στα μάτια. Το 1910 διορίστηκε αρχίατρος στο νοσοκομείο του Περεσλάβ Ζαλέσκι όπου και θα παραμείνει για επτά χρόνια. Στο συγκεκριμένο νοσοκομείο οι συνθήκες ήταν άθλιες και ο Βαλεντίν με την δύναμη του Κυρίου πραγματοποιεί πολύ δύσκολες για την εποχή εκείνη χειρουργικές επεμβάσεις που άλλοι ιατροί δεν δεχόταν να πραγματοποιήσουν. Οι επεμβάσεις στα μάτια που πραγματοποιούσε ο Βαλεντίν είχαν σαν αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι που δεν έβλεπαν καθόλου να ξαναβρίσκουν το φως τους. Ταυτόχρονα μελετούσε για τις πυογόνες λοιμώξεις την εποχή που δεν υπήρχαν φάρμακα. Συνέγραψε λοιπόν ένα δοκίμιο, σχετικά με το θέμα αυτό, το οποίο έκανε εντύπωση παγκοσμίως και μάλιστα ήταν πολλοί εκείνοι οι διάσημοι γιατροί της εποχής που απορούσαν με το πως ένας ιατρός από ένα άθλιο νοσοκομείο μπορούσε να κάνει μια τέτοια σπουδαία μελέτη.

Οι Δοκιμασίες Ξεκινούν

Το έτος 1917 η υγεία της Άννας, κλονίζεται αφού προσβάλλεται από την φυματίωση. Μετά από αυτό ο Βαλεντίν αποφασίζει να μετακινηθεί προς μία άλλη πιο υγιεινή περιοχή. Με την οικογένειά του εγκαθίστανται στην πόλη της Τασκένδης και εκεί θα ξεκινήσει να εργάζεται ως υπεύθυνος του χειρουργικού τμήματος του νοσοκομείου της πόλης. Μάλιστα το έτος 1920 εκλέγεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης στην έδρα της τοπογραφικής Ανατομίας και Χειρουργικής. Ο διάβολος όμως που καραδοκεί πάντοτε βλέποντας την καλοσύνη και την αγάπη του αγίου έβαλε λογισμούς σε κάποιον νοσοκόμο για να συκοφαντήσει τον άριστο ιατρό των φτωχών. Έτσι το ίδιο έτος ο Βαλεντίν συλλαμβάνεται μετά από την συκοφαντία του νοσοκόμου και οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα. Η αλήθεια όμως πολύ γρήγορα φανερώνεται με την βοήθεια του Θεού και αφήνεται ελεύθερος μετά από πολλές ώρες αναμονής. Ο Βαλεντίν προσευχόταν και παρακαλούσε τον Παντοδύναμο να του δώσει δύναμη και να τον βοηθήσει. Μετά από αυτό το περιστατικό, η υγεία της Άννας που τόσο πιστά και με τόση αγάπη φρόντιζε τον ίδιο και τα παιδιά τους, άρχισε σιγά-σιγά να επιδεινώνεται και μετά από λίγο καιρό άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο. Τα παιδιά του Βαλεντίν θα αναλάβει η Σοφία, μια πιστή νοσοκόμα, η οποία σαν δεύτερη μητέρα τους θα τα φροντίσει και θα τα μεγαλώσει.

Όταν δεν υπάρχει αγάπη

Η πίστη και η αφοσίωση στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό που είχε πλημμυρίσει την ζωή του Βαλεντίν, φαινόταν και φώτιζε τους ανθρώπους που τον συναντούσαν. Είναι η εποχή όμως που τα πάθη διακατέχουν τους ανθρώπους. Είναι η εποχή που οι σκοτεινές σκέψεις κάποιων, ισοπεδώνουν την αλήθεια. Όχι αδελφοί μου, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι κακοί επειδή συναντήσαμε κάποιον κακό άνθρωπο. Όχι αδελφοί μου δεν είναι όλοι οι άνθρωποι πανούργοι επειδή συναντήσαμε κάποιον πανούργο. Οι άνθρωποι είμαστε παιδιά του Θεού και μόνον σε Εκείνον πρέπει να ζητάμε να απονέμει δικαιοσύνη. Σε Εκείνον ή στους εργάτες του που ζουν ανάμεσά μας. Ο Βαλεντίν, γνήσιος εργάτης του Κυρίου μας ζούσε σε μία εποχή που οι άνθρωποι πίστευαν ότι η ρωσική εκκλησία λειτουργούσε εις βάρος των ανθρώπων, που ζούσαν μέσα σε άθλιες συνθήκες. Το ότι συνέτρωγαν εκπρόσωποι του ρωσικού κλήρου ντυμένοι με χρυσά και πλούσια άμφια με μεγιστάνες του πλούτου, θεωρήθηκε από τους φτωχούς κατοίκους ως προσβολή προς τον Παντοδύναμο Θεό. Έτσι οι πιο πολλοί κάτοικοι που ήταν και φτωχοί ταυτίστηκαν με τις ιδέες εκείνων που επιδίωκαν να αλλάξουν αυτήν την κατάσταση αλλά με κίνητρο τελικά να ωφεληθούν οι ίδιοι. Ο μισόκαλος όμως βρήκε την αφορμή να τρυπώσει στις καρδιές κάποιων που θα ισοπέδωναν τα πάντα στο πέρασμά τους. Ώ!!! πόσοι άγιοι άνθρωποι δεν δεινοπάθησαν εκείνη την εποχή επειδή πίστευαν στον Χριστό; Οι άγιοι που πότισαν με το αγνό αίμα τους την ρωσική γη είναι αμέτρητοι. Οι διωγμοί λοιπόν του ρωσικού κλήρου και της ρωσικής εκκλησίας είχαν σαν αποτέλεσμα να προκληθεί μία διαίρεση μέσα στου κόλπους της ρωσικής εκκλησίας. Δημιουργείται η "ζώσα εκκλησία" που σκοπό είχε να υπηρετήσει τα συμφέροντα της νέας τάξης πραγμάτων που είχε διαμορφωθεί.

Ο Επίσκοπος Λουκάς

Είναι η εποχή αυτή, εποχή δοκιμασιών για την Εκκλησία και φυσικά είναι η εποχή που ο Βαλεντίν συμμετέχει ενεργά στη ζωή της εκκλησίας. Μέσα σε όλο αυτό το πηχτό σκοτάδι το φως θα έπεφτε ξαφνικά και με θαυμαστό τρόπο στην ζωή του Βαλεντίν. Κάποτε λοιπόν, κατηγορήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Τασκένδης και Τουρκεστάν Ιννοκέντιος από τους εκπροσώπους της "ζώσης εκκλησίας" και κλήθηκε ενώπιον ενός κληρολαϊκού δικαστηρίου για να δικαστεί. Βρισκόμαστε στο έτος 1921 και ο Βαλεντίν θα εμφανιστεί και θα υπερασπιστεί με τέτοιο σθένος την αλήθεια, ώστε ο αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος εντυπωσιασμένος από την σύνεση και την παρρησία του, μετά από λόγο καιρό θα τον χειροτονήσει διάκονο και στην συνέχεια πρεσβύτερο.
Το καλοκαίρι του έτους 1923 όμως η "ζώσα εκκλησία" εκτοπίζει τον αρχιεπίσκοπο Ιννοκέντιο. Αμέσως μετά τον εκτοπισμό του Ινννοκεντίου, ένα κληρολαϊκό συνέδριο αποφάσισε και εξέλεξε παμψηφεί για την θέση του Επισκόπου τον π. Βαλεντίν.
Σε λίγο καιρό ο π. Βαλεντίν θα καρεί μοναχός και θα λάβει το όνομα του αγίου αποστόλου και ευαγγελιστή Λουκά.
Στην συνέχεια ταξιδεύει κρυφά για την πόλη Πεντζεκέντ όπου και θα χειροτονηθεί επίσκοπος, από δύο εξόριστους επισκόπους

Φυλακή και εξορία

Το γεγονός όμως ότι ένας τόσο εξαίρετος ιατρός της Τασκένδης είχε φορέσει το ράσο, είχε συγκλονίσει την τοπική κοινωνία. Οι πιστοί χριστιανοί γέμισαν από χαρά και ελπίδα αλλά η χειροτονία του δεν συμβάδιζε με το πνεύμα της εποχής, όπου οι άνθρωποι είχαν συνδέσει το ράσο με τον "σκοταδισμό". Μα πως ένας τόσο αξιόλογος ιατρός φόρεσε το ράσο; Οι εύκολες απαντήσεις έδιναν και έπαιρναν. Η κεντρική εξουσία όμως, επειδή φοβήθηκε, ότι η κίνηση αυτή του ιατρού θα είχε σαν αποτέλεσμα να προσχωρήσει πολύς κόσμος στην χριστιανική πίστη δεν έμεινε μόνο στην διασπορά ψευδών ειδήσεων σχετικά με την χειροτονία του, αλλά έβαλε μπροστά και ένα σατανικό σχέδιο. Ο χλευασμός για το ράσο του από μεγάλο μέρος των καθηγητών και των φοιτητών ήταν καθημερινός. Δεν είχαν περάσει πολλές ημέρες και ο Επίσκοπος Λουκάς ενώ βρισκόταν στο σπίτι του και προσευχόταν συνελήφθη κατηγορούμενος για προδοσία και με συνοπτικές διαδικασίες αφού για αρκετό καιρό ανακρίθηκε, στην συνέχεια οδηγήθηκε στην φυλακή. Εκεί λοιπόν έμεινε έως το τέλος του καλοκαιριού και οδηγήθηκε στην Μόσχα. Είναι η περίοδος που θα μείνει για λίγες ημέρες ελεύθερος και θα συναντηθεί με τον Πατριάρχη Τύχωνα ο οποίος και τον συμβούλευσε να μην σταματήσει να ασχολείται με την ιατρική επιστήμη αφού μέσω αυτής έδινε την χριστιανική του μαρτυρία. Με το πέρασμα των λίγων αυτών ημερών θα παρουσιαστεί και πόλι στις αρχές του τόπου οι οποίες και θα αποφασίσουν και πάλι με συνοπτικές διαδικασίες ότι θα έπρεπε ο άγιος να οδηγηθεί και πάλι στην φυλακή. Πολύ σύντομα θα αρρωστήσει λόγω των άθλιων συνθηκών κράτησης. Στην συνέχεια θα μεταφερθεί στην Σιβηρία και από εκεί σε πολλές άλλες περιοχές για να μην κηρύττει την χριστιανική διδασκαλία, για να μην λειτουργεί θεράπευε ασθενείς και χρησιμοποιούσε την ιατρική επιστήμη για το καλό των συνανθρώπων του. Τελικά οι ταλαιπωρίες και οι πόνοι δεν εμπόδισαν τον Άγιο να προσφέρει την αγάπη στους ανθρώπους που τόσο είχαν ανάγκη.

Η επιστροφή στην Τασκένδη

Κάποια στιγμή και ενώ ο άγιος βρισκόταν στο Κρασνογιάρκ τον κάλεσαν και του ανακοίνωσαν ότι ήταν ελεύθερος και ότι μπορούσε να πάει όπου ήθελε. Ο άγιος Λουκάς λοιπόν ξεκίνησε για το ταξίδι της επιστροφής με προορισμό την Τασκένδη. Εκεί πολύ σύντομα θα δεχτεί τις συκοφαντίες ακόμη και των συνεργατών του. Αυτό το γεγονός θα τον οδηγήσει στην παραίτηση από την έδρα του Επισκόπου. Ενώ ο άγιος συνεχίζει τις φιλανθρωπίες του, ο διάβολος δεν έπαψε να ψάχνει ευκαιρία για να τον βγάλει από την μέση. Έτσι και ενώ δεν είχε περάσει πολύς καιρός από την παραίτησή του μετά από εξαντλητικές ανακρίσεις και αφού πέρασε έναν χρόνο στη φυλακή, ο άγιος πήρε πάλι τον δρόμο της εξορίας προς την Σιβηρία. Με αφορμή κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας θα μεταβεί στο Λένιγκραντ, όπου οι τοπικές αρχές θα τον πιέσουν να εγκαταλείψει την ιεροσύνη. Είναι η περίοδος που θα χάσει την όρασή του από το ένα μάτι, ενώ ταυτόχρονα θα εκδοθούν τα "Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων".

Οι Ιεροί Ναοί ανοίγουν

Ο άγιος από τους ασθενείς του δεν έπαιρνε ποτέ χρήματα, ενώ ο μισθός του προοριζόταν για να βοηθάει τους φτωχούς της περιοχής. Η φιλανθρωπική δράση του μάλιστα ήταν και η αφορμή να ξανασυλληφθεί και να οδηγηθεί και πόλι στην εξορία. Όταν τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ρωσία, προσφέρθηκε να εργαστεί για την θεραπεία των τραυματιών και μάλιστα η αναγνώριση της αξίας του ως γιατρού έγινε πολύ σύντομα αφού διορίστηκε όχι μόνον αρχίατρος στο στρατιωτικό νοσοκομείο αλλά και σύμβουλος όλων των νοσοκομείων της ευρύτερης περιοχής. Τον επόμενο χρόνο η στάση της εξουσίας απέναντι στην χριστιανική πίστη ως εκ θαύματος άλλαξε. Έτσι σε όλη την Ρωσία άνοιξαν και πάλι οι εκκλησίες και οι ανθρωποί πλημμύρισαν και πάλι τους ιερούς ναούς. Είναι η εποχή όπου ο Επίσκοπος Λουκάς γίνεται Αρχιεπίσκοπος Κρασογιάρκ. Ο άγιος όως με την αποχώρηση των γερμανών έχει υπό την εποπτεία του περίπου 150 στρατιωτικά νοσοκομεία τα οποία και επιβλέπει με μεγάλη επιμέλεια. Η εκκλησία μάλιστα για να διευκολύνει τις μετακινήσεις του από το ένα νοσοκομείο στο άλλο τον μετέθεσε στην Αρχιεπισκοπή Ταμπώφ και Μιτσούρινκ. Το έτος 1945 ο Αρχιεπίσκοπος Λουκάς παρασημοφορήθηκε "για την ηρωική εργασία του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο" και τον επόμενο χρόνο βραβεύτηκε λόγω της μεγάλης του προσφοράς στην ιατρική επιστήμη. Μάλιστα το ίδιο έτος έλαβε τιμητική διάκριση από τον Πατριάρχη Αλέξιο και πλέον έφερε τον αδαμάντινο σταυρό στην αρχιερατική μήτρα.

Ο Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας

Όταν έφτασε στην ηλικία των 70 ετών ο άγιος γίνεται Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Είναι μία εποχή που η φτώχεια έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις και φυσικά το έργο που έχει να επιτελέσει είναι πολύ δύσκολο. Οι άστεγοι βρίσκουν στέγη στο σπίτι που διέμενε, ενώ ταΐζει καθημερινά, τους απόρους της περιοχής. Ταυτόχρονα προσπαθεί να ανοίξει νέες εκκλησίες και να διορθώσει την αμέλεια και την αδιαφορία κάποιων ιερέων. Το κήρυγμα του Αρχιεπισκόπου βρίσκει σε καθημερινή βάση λαϊκή απήχηση αφού όπου και άν βρίσκεται ομιλεί και κηρύττει τον Χριστό. Τα κηρύγματα του ήταν αμέτρητα αν σκεφτεί κανείς ότι τα λίγα μόνο που έχουν καταγραφεί είναι κάποιες χιλιάδες σελίδες. Να σημειώσουμε ότι την άνοιξη του έτους 1952 επιδεινώνεται η όρασή του και το έτος 1955 χάνει οριστικά την όρασή του. Τα χρόνια περνούν και οι καινούργιοι διωγμοί εναντίων των χριστιανών έχουν σαν αποτέλεσμα οι εκκλησίες να κλείνουν η μία μετά την άλλη. Ο αριθμός των ιερέων ελαττωνόταν και κατά τόπους οι αντιδράσεις έφταναν μέχρι και εξεγέρσεως κατά της αρχιερατικής εξουσίας του αγίου που πλησίαζε τα ογδόντα χρόνια.

Η Κοίμηση του Αγίου

Παρά τις δύσκολες συνθήκες για την εκκλησία, οι άνθρωποι ανεξάρτητοι από το αν ήταν πιστοί ή άπιστοι, όταν μιλούσαν για τον Άγιο Λουκά έδειχναν τον σεβασμό τους και την αγάπη τους. Και η αγάπη του κόσμου ήταν εκείνη που θα τον συνοδεύσει τα Χριστούγεννα του έτους 1960 που θα λειτουργήσει για τελευταία φορά. Τον καιρό που θα μεσολαβίσει έως και την εορτή των Αγίων Πάντων (11 Ιουνίου), ο άγιος Λουκάς θα κηρύξει την χριστιανική διδασκαλία μέσα σε εχθρικές, για τον χριστιανισμό συνθήκες. Την Κυριακή 11 Ιουνίου του έτους 1961, ημέρα που γιορτάζουν οι Άγιοι Πάντες της Άγιας Ρωσίας, κοιμήθηκε ο άγιος Λουκάς ο αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Η σωρός του αγίου παρέμεινε δύο βράδια στον ιερό ναό και μάλιστα το δεύτερο βράδυ, κάποιοι τον είδαν ολοζώντανο μπροστά τους, να κάθεται σε ένα τραπέζι.

Η κηδεία του Αγίου

Η κηδεία του συντάραξε όλη την Ρωσία, αφού τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν θαυμαστά. Οι αρχές με το που πληροφορήθηκαν την κοίμηση του αγίου, απαγόρευσαν την εκφορά της σωρού με τα πόδια από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης, πράγμα που προκάλεσε την λαϊκή αγανάκτηση ακόμα και των αλλοδόξων. Δόθηκε μεγάλη μάχη με τους αστυνομικούς, που είχαν εντολή να μην επιτρέψουν την εκφορά του ιερού λειψάνου από τον κεντρικό δρόμο αλλά ούτε και του ύμνους. Οι δρόμοι παρά τις απαγορεύσεις της εξουσίας είχαν πλημμυρίσει από νωρίς με γυναίκες κάθε ηλικίας που φορούσαν στο κεφάλι άσπρα μαντήλια. Υπήρχε ένα ατελείωτο πλήθος ανθρώπων που προχωρούσε σιγά-σιγά μπροστά από την σωρό του αγίου. Η διαδρομή έως και το κοιμητήριο όπου θα ενταφιαζόταν η σωρός του αγίου ήταν στρωμένη με τριαντάφυλλα. Η μάχη με τις δυνάμεις καταστολής συνεχίστηκαν έως ότου πάνω από το φέρετρό του, εμφανίστηκαν στον ουρανό χιλιάδες περιστέρια που έκαναν κύκλους και τιτίβιζαν. Ξαφνικά και ενώ η μάχη με τους αστυνομικούς συνεχιζόταν, οι τελευταίοι πήραν εντολή να αποσυρθούν και τελικά η εκφορά της σωρού του αγίου έγινε στην κεντρική λεωφόρο της Συμφερουπόλεως και διήρκεσε τρεισήμισι ώρες. Την νεκρική πομπή ακολούθησε ένα τεράστιο πλήθος κόσμου, ενώ τα μπαλκόνια και οι ταράτσες των σπιτιών ήταν γεμάτα κόσμο. Σύσσωμοι οι πιστοί φώναζαν το:
- "Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς".
Οι αρχές της Ρωσίας όπως είπαμε πιο πάνω δεν ήθελαν με κανένα τρόπο η κηδεία του αγίου να πάρει τόσο μεγάλες διαστάσεις σε προσέλευση κόσμου. Επίσης το γεγονός ότι οι άνθρωποι έλεγαν το "Άγιος ο Θεός...", ήταν μια την εξουσία πολύ ενοχλητικό και οι αρμόδιοι της προσπάθησαν να καταστείλουν τους πιστούς που απαντούσαν με το "Άγιος ο Θεός..." και με το:
- Σήμερα κηδεύουμε τον Αρχιεπίσκοπο μας".
Όταν η πομπή έφτασε στο κοιμητήριο, τα περιστέρια κάθισαν πάνω στην στέγη της εκκλησίας την οποία και κάλυψαν. Το γεγονός αυτό της παρουσίας χιλιάδων περιστεριών που συνόδευσε την σωρό του αγίου ακόμα και στους ανθρώπους που δεν ήταν χριστιανοί τους έκανε να θαυμάσουν και να αναζητήσουν την αλήθεια στον Χριστό.

Η Ανακήρυξη του Αγίου

Τον Νοέμβριο του 1995 με απόφαση της Ουκρανικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφού πρώτα ειδική επιτροπή ασχολήθηκε με την ζωή, τα έργα και τα θαύματά του, τα οποία καταγράφονταν και μετά τον θάνατό του ανακηρύχτηκε άγιος. Στις 17 Μαρτίου 1996 από τον αρχιεπίσκοπο Λάζαρο και μέλη της επιτροπής έγινε με επισημότητα η ανακομιδή των λειψάνων του που τέθηκαν σε λαϊκό προσκύνημα (μπροστά σε 40.000 περίπου παρευρισκομένους) στον Ιερό Ναό του κοιμητηρίου, αφιερωμένο στην μνήμη των Αγίων Πάντων. Μάλιστα βρέθηκαν η καρδιά του και τμήματα του εγκεφάλου του, αδιάφθορα ενώ άρρητος εξερχόταν από τα λείψανά του.
Τρεις ημέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1996, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος. Στις 24-25 Μαΐου 1996 ήρθε και η επίσημη ανακήρυξή του από το Πατριαρχείο της Ρωσίας.
Το ίδιο έτος αποφασίστηκε να διοργανώνεται κάθε χρόνο ιατρικό συνέδριο στην Συμφερούπολη σε συνεργασία της Ιεράς Μητρόπολεως με το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Κριμαίας προς τιμήν του.


ΜΕΡΟΣ Β'
Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Οι Αντίξοες Συνθήκες

Κατά την διάρκεια της κοσμικής διαδρομής του αγίου οι άνθρωποι που τον συνάντησαν και τον γνώρισαν διέσωσαν τεκμήρια που σχετιζόταν όχι μόνον με την εκκλησιαστική του ιδιότητα αλλά και με αυτήν του ιατρού. Διότι από τα ιστορικά τεκμήρια γίνεται ολοφάνερο και στον πιο δύσπιστο επιστήμονα ότι ο Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας έκανε μεγάλες ανακαλύψεις στον τομέα της ιατρικής επιστήμης και μάλιστα σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Και όταν ομιλούμε για αντιξοότητες θα αναφέρουμε μόνον το γεγονός ότι στο επαρχιακό νοσοκομείο του χωριού Ρομάνοφκα οι κάτοικοι μεθούσαν συχνά και δημιουργούσαν αιματηρά επεισόδια, ενώ ασθένειες όπως  η σύφιλη και η πνευμονία μάστιζαν τον πληθυσμό με αποτέλεσμα στο τοπικό νοσοκομείο ο κάθε γιατρός να δέχεται 25-30 ασθενείς την ώρα, και κάποιες φορές πολύ περισσότερους. Οι χώροι που φιλοξενούσαν τα ιατρεία ήταν πολύ μικροί έτσι ώστε στο ίδιο δωμάτιο τρεις γιατροί να δέχονταν ταυτόχρονα τρεις διαφορετικούς ασθενείς. Όλα αυτά συνέβαιναν στο τοπικό νοσοκομείο, γιατί στην συνέχεια ο κάθε γιατρός θα έπρεπε να πάρει το άλογο και να επισκεφθεί τα τριγύρω χωριά για να εξετάσει τους ασθενείς στους οποίους κάποιες φορές έκαναν και επιτόπιες χειρουργικές επεμβάσεις.

Οι Μελέτες

Τέτοιες ήταν λοιπόν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εργαζόταν και προσέφερε την ίαση ο άγιος Λουκάς. Επιπροσθέτως είχε αναλάβει το χειρουργικό τμήμα, ενώ εργαζόταν εντατικά στα εξωτερικά ιατρεία και έκανε περιοδείες στα χωριά. Είναι ο ιατρός που μέσα σε ένα χρόνο πραγματοποίησε 300 χειρουργικές επεμβάσεις, την εμπειρία των οποίων δημοσίευσε σε μία μικρή μελέτη. Ταυτόχρονα όταν έπαιρνε κάποια άδεια από το νοσοκομείο στην Μόσχα συνέχιζε τις μελέτες του για την τοπική αναισθησία, εργαζόμενος από το πρωί έως το βράδυ στο ινστιτούτο του καθηγητή Καρουζίν στην έδρα της περιγραφικής ανατομίας. Για την πρόοδο της ιατρικής επιστήμης πολλές φορές είχε ζητήσει από τις αρχές να του παραχωρήσουν κάποια μηχανήματα, αλλά μάταια. Βλέποντας την στάση των αρχών αποφάσισε και αγόρασε ο ίδιος από τον φτωχό μισθό του ένα μικροσκόπιο και κάποια άλλα μηχανήματα. Έτσι μπόρεσε και έκανε τις δικές του αναλύσεις και τις έρευνές του. Ένα έργο του που θεωρείτε κλασσικό και που εκδόθηκε το 1934 είχε τίτλο "Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων". Το συγκεκριμένο έργο συνοδευόταν από σκίτσα και φωτογραφίες τα οποία ο ίδιος είχε φιλοτεχνήσει ή φωτογραφίσει.

Ο ασθενής, όχι η "περίπτωση"

Σύμφωνα με τον άγιο Λουκά τον ιατρό, ο κάθε ιατρός την στιγμή που ασχολείται με κάποιο πρόβλημα του ασθενούς πρέπει να έχει υπόψη του όχι μόνον το σημείο του σώματος του ασθενούς που έχει το πρόβλημα, αλλά με τον ασθενή ολόκληρο, τον οποίο δυστυχώς ακόμα και στις μέρες μας οι γιατροί συνήθως αποκαλούν "περίπτωση". Ο άνθρωπος σύμφωνα με τον Άγιο φοβάται και είναι απελπισμένος, ενώ η καρδιά του σπαρταράει, όχι μόνο με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, αλλά και με την μεταφορική της σημασία. Γι' αυτό πρέπει ο γιατρός να δυναμώνει την καρδιά του όχι μόνο με κάποιο φάρμακο, αλλά πρέπει να απαλλάσσει τον ασθενή από τον άγχος και την ψυχολογική φόρτιση. Ο ασθενής δεν θα πρέπει να βλέπει το χειρουργικό τραπέζι, τα έτοιμα εργαλεία, τους ανθρώπους με τις ιατρικές μπλούζες, με τις μάσκες στα πρόσωπα και τα γάντια στα χέρια.
- "Κοιμήστε τον εκτός του χώρου του χειρουργείου και φροντίστε να είναι ζεστός σε όλη την διάρκεια του χειρουργείου, έλεγε στους γιατρούς που ζητούσαν τις συμβουλές του.

Οι χειρουργικές επεμβάσεις του αγίου και η Παναγία

Στον χώρο του χειρουργείου υπήρχε πάντοτε η εικόνα της Παναγίας. Μπροστά της στεκόταν ο άγιος και προσευχόταν για λίγα λεπτά πριν από κάθε χειρουργική επέμβαση. Στην συνέχεια πήγαινε στο χειρουργικό τραπέζι όπου με ένα βαμβάκι ποτισμένο με ιώδιο, έκανε το σημείο του Σταυρού στο σώμα του ασθενούς, στο σημείο στο οποίο θα γινόταν η τομή. Στις αρχές του 1920 μία από τις επιτροπές ελέγχου του νοσοκομείου όπου εργαζόταν τότε ο άγιος, διέταξε να ξεκρεμαστεί η εικόνα της Παναγίας. Ο άγιος όμως αρνήθηκε να χειρουργήσει στον χώρο αυτό. Όταν όμως η σύζυγος ενός από τα στελέχη της εξουσίας εισήχθη εσπευσμένα στο νοσοκομείο και ζητούσε να χειρουργηθεί μόνον από τον άγιο Λουκά, ο σύζυγος της του υποσχέθηκε ότι αν η εγχείρηση γινόταν, την επόμενη μέρα η εικόνα θα ήταν στην θέση της, πράγμα που τελικά συνέβη.

ΜΕΡΟΣ Γ'

Ο Ιερός Ναός των Αγίων Κωνσταντίνου  και Ελένης και το παρεκκλήσιο του Αγίου Λουκά του Ιατρού στην πόλη των Άνω Λιοσίων
Τα τελευταία δύο χρόνια, η πόλη των Άνω Λιοσίων έχει την ιδιαίτερη ευλογία να κοσμείται από το παρεκκλήσιο του Αγίου Λουκά του ιατρού, αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως. Τόσο η  ύπαρξη του παρεκκλησίου αυτού όσο και το έναυσμα για να δημιουργηθεί, αποδεικνύουν περίτρανα τις θαυματουργικές επεμβάσεις του αγίου Λουκά και την ολοζώντανη παρουσία του.
Όλα ξεκίνησαν όταν ένας κάτοικος των Άνω Λιοσίων, είδε το ακόλουθο ενύπνιο:
Βρέθηκε σε έναν ναό που δεν γνώριζε και όπου ετελείτο η θεία λειτουργία. Στον δεσποτικό θρόνο του ναού αυτού καθόταν ένας επίσκοπος και ο άνθρωπος ρώτησε τους γύρω του ποίος είναι ο επίσκοπος αυτός.
- " Είναι ο Λουκάς, αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως", του απάντησαν.
Προσχώρησε, λοιπόν ο άνθρωπος προς τον δεσποτικό θρόνο για να πάρει την ευχή του Επισκοπή, σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη. Όταν τον πλησίασε, του είπε:
- "Σεβασμιότατε, να έρθετε και σε εμάς να λειτουργήσετε".
- "Και ποια είναι η δική σας ενορία;" τον ρώτησε ο άγιος Λουκάς.
- "Η ενορία του Αγίου Κωνσταντίνου Άνω Λιοσίων", απάντησε ο άνθρωπος, για να λάβει την εξής απάντηση από τον Άγιο:
- "Αν με καλέσετε, θα έρθω... και θα μείνω".
Ο άνθρωπος αυτός, κατασυγκινημένο από την ευλογία της επικοινωνίας αυτής τον άγιο, ανέφερε το παραπάνω ενύπνιο σε ιερέα του ιερού ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Άνω Λιοσίων και τότε συνειδητοποιήθηκε η πρόσκληση που είχε απευθύνει ο άγιος Λουκάς προς τους κατοίκους των Άνω Λιοσίων. Πραγματικά, από εκείνη την στιγμή, ξεκίνησαν τα σχέδια υλοποίησης του παρεκκλησίου, σε χώρο που είχε παραχωρηθεί από την δημοτική αρχή των Άνω Λιοσίων σε προγενέστερο χρόνο, και πολλοί άνθρωποι συμμετείχαν στις εργασίες, με θέρμη και πίστη. Μέσα σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα - οι εργασίες ξεκίνησαν το Πάσχα του 2007 - έγιναν τα θυρανοίξια του παρεκκλησίου, παραμονή της εορτής του αγίου, στις 10 Ιουνίου του 2007, χοροστατούντος του σεβασμιότατου μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτική κ. κ. Νικολάου του και τοποτηρητού της Ιεράς Μητροπόλεως Αττικής, με πλήθος κόσμου τόσο από τα Άνω Λιόσια όσο και από τις γύρω περιοχές. Η συγκίνηση όλων ήταν ιδιαίτερη και η ευλογία και η χάρη του αγίου ήταν καταφανής και διάχυτη. Από τότε και με την ευλογία του σεβασμιότατου μητροπολίτου Νικολάου οι εργασίες συνεχίστηκαν και συνεχίζονται ακόμα.
Σήμερα λοιπόν, δύο σχεδόν χρόνια μετά, ο λαός, η δημοτική αρχή των Άνω Λιοσίων και οι ιερείς του Ι. Ν. Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, συνεχίζουν να λαμπρύνουν το παρεκκλήσιο αυτό και να γίνονται μάρτυρες της ζωντανής παρουσίας του αγίου. Οι θαυματουργικές επεμβάσεις του αγίου είναι συνεχείς και δεδομένες, όταν κάποιος τον επικαλεστεί. Τα τάματα και τα αφιερώματα που φέρνουν οι πιστοί είναι ήδη πάρα πολλά και συνεχώς προστίθενται και άλλα. Είναι οι διαρκείς ενδείξεις και αποδείξεις της παρουσίας του αγίου Λουκά στην ζωή τους. Πλέον, προστρέχουν στις πρεσβείες του και τον προσκυνούν στο παρεκκλήσιο αυτό, όχι μόνο κάτοικοι των Άνω Λιοσίων αλλά και άνθρωποι από άλλες περιοχές, γειτονικές ή μακρινότερες.
Στο παρεκκλήσιο φιλοξενείται μικρό τμήμα των ιερών λειψάνων του αγίου, το οποίο δωρίθηκε από τον ηγούμενο της Ι. Μ. Σαγματά, πανοσιολογιώτατο αρχιμανδρίτη π. Νεκτάριο Αντωνόπουλο, στον οποίο οφείλουμε την γνωριμία μας με τον άγιο.
Το πρόγραμμα των ακολουθιών του παρεκκλησίου, πλέον, δεν διαφέρει από εκείνο ενός ενοριακού ναού. καθώς τελείται ανελλιπώς η θεία λειτουργία κάθε Κυριακή, και σχεδόν όλες τις Παρασκευές του έτους. Επίσης κάθε Πέμπτη, στις 18:30 τελείται η παράκληση στον άγιο Λουκά και ακολουθεί σύντομη ομιλία με ποικίλη και ενδιαφέρουσα θεματολογία πάνω στην ορθόδοξη πίστη και λατρεία.
Η παρουσία του κόσμου σε κάθε ακολουθία είναι πολύ έντονη  και μάλιστα ιδιαίτερα ευλαβική. Η γειτονιά του παρεκκλησίου πλέον σφύζει από ζωή και ομορφιά. Έτσι λοιπόν, ο άγιος Λουκάς ήρθε και έμεινε στην πόλη των Άνω Λιοσίων. Με την ευλογία του Θεού και τις θερμές πρεσβείες του αγίου, σε μια μικρή γειτονιά των Άνω Λιοσίων, χτυπά άλλη μια καρδιά ορθόδοξης ζωής, ρέει άλλη μια ανακουφιστική πηγή της χάριτος του Τριαδικού Θεού, μας περιμένει άλλη μια όαση ορθόδοξης λατρείας.
Ο άγιος Λουκάς βρίσκεται εκεί και ακούει τον πόνο, την αγωνία, την χαρά. Ακούει τον άνθρωπο και συνεχίζει να τον υπηρετεί, όπως ακούραστα και με αγάπη έκανε σε όλη την επίγεια παρουσία του. Τις πρεσβείες του να έχουμε!

ΒΙΟΣ: Άγιος Κωνσταντίνος (ο Υδραίος)

Πρόλογος

Η γη της Ύδρας αλλά και της Ρόδου είναι τόποι ευλογημένοι με πλούσια πολιτιστική και θρησκευτική παράδοση. Ιδιαίτερα όμως οι άγιο που ανεδείχθησαν και λάμπρυναν ποικιλοτρόπως το στερέωμα δια μέσου των αιώνων, όπως ο άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος και τόσοι άλλοι τοπικοί άγιοι, ακολούθησαν τα "ίχνη" του Ιησού Χριστού. Καθένας βέβαια με τον τρόπον του, μας διδάσκουν για την αγιότητα, την πίστη, το νόημα του μαρτυρίου και της ασκήσεως, την τόλμη και την παρρησία, την αυταπάρνηση και την θυσία, την αξία της ομολογίας και γενικότερα την διαφύλαξη του θησαυρού της πίστεώς μας ανόθευτη. Ο βίος του λοιπόν είναι ένα λαμπρό παράδειγμα αγάπης και αφοσίωσης στον Κύριό μας. Γιατί η ψηλάφιση των βίων των αγίων της Εκκλησίας μας είναι μέλημα σοβαρό για τον κάθε χριστιανό, αφού οι άγιοι μας είναι εκείνοι που θεράπευσαν τα πάθη και έγιναν οι άριστοι οδοδείκτες για να ακολουθήσουν τα ίχνη του Κυρίου μας Ιησού. Τέτοιες άγιες μορφές στέλνει κοντά μας ο Κύριος για να μην ξεχνάμε και ξεμακραίνουμε από την αγκαλιά Του.

ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ο ΥΔΡΑΙΟΣ

Τα πρώτα χρόνια

Ο άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος γεννήθηκε το 1770 ανάμεσα στα χρόνια που η χώρα μας βρισκόταν κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Μεγάλωσε στην συνοικία Κιάφα, στο ηρωικό νησί της Ύδρας. Ήταν ο μοναχογιός του άρρωστου ξωμάχου ναυτικού Μιχαήλ και της κυρά-Μαρίνας που ξενοδούλευε ολημερίς για να έχει η οικογένεια φαγητό. Και οι δύο γονείς του ήταν ευλαβέστατοι ορθόδοξοι χριστιανοί και μεταλαμπάδευσαν στον μικρό Κωνσταντίνο τα νάματα της πίστεως και της αγάπης στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό αλλά και την αγάπη στην πατρίδα μας. Να μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή που όλα τα "έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά", οι Τούρκοι είχαν επιβάλλει την απόλυτη φτώχεια στην πλειοψηφία των Ελλήνων που ήταν πιστοί στην ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία και ταυτόχρονα επιβράβευαν με πλούτο και καλοπέραση τους λιγοστούς που ασπάστηκαν την θρησκεία τους. Έτσι η ανισότητα και ανάμεσα στους Έλληνες φαινόταν από το αν ήσουν χριστιανός ή όχι. Γιατί οι χριστιανοί τότε ήταν καταδικασμένοι να ζουν σε κατάσταση απόλυτης φτώχειας και ανέχειας. Οι ευσεβείς όμως γονείς του Αγίου δεν πτοήθηκαν ούτε από την σκλαβιά αλλά ούτε και από την σκληρότητα και την αδιαφορία των λιγοστών προδοτών που όχι μόνο συνεργάζονταν με τους Τούρκους αλλά και που είχαν ασπαστεί και την θρησκεία τους. Ο μικρός γιος τους θα μεγάλωνε με΄σα στη φτώχεια και την ανέχεια αλλά και μέσα στην αγκαλιά του Χριστού που τόσο αγαπούσαν.

Η σκέψη για το ταξίδι

Με τα χρόνια ο Κωνσταντίνος μεγάλωνε και στο πνεύμα. Έβλεπε τους γονείς του που με πολύ κόπο κατόρθωναν να έχουν έστω λίγο ψωμί για να φάει ο γιος τους αλλά και την αγάπη τους και την φροντίδα τους που ήταν ανεξάντλητες. Κάποια στιγμή λοιπόν καθώς βρισκόταν στην εφηβεία άκουσε από κάποιους συγχωριανούς του ότι στον νησί της Ρόδου που ήταν το εμπορικό κέντρο της εποχής, είχαν βρει εργασία κάποιοι πατριώτες του και ανάμεσά τους τύχαινε όπως άκουσε να υπάρχουν και κάποια ξαδέλφια του. Σκέφτηκε τότε τι καλά που θα ήταν να πήγαινε να βρει δουλειά σε εκείνο το μέρος έτσι ώστε να μην επιβαρύνει τους γονείς του αλλά και για να τους βοηθούσε στέλνοντάς τους χρήματα από εκεί. Εξάλλου στον ταρσανά της Ρόδου πολλοί συμπατριώτες του είχαν βρει δουλειά και όπως άκουσε να λένε οι μεγαλύτεροι υπήρχε δουλειά για πολλούς περισσότερους ακόμα. Την ίδια μέρα λοιπόν που άκουσε για το νησί της Ρόδου έτρεξε χαρούμενος στους γονείς του και ζήτησε την άδειά τους για να ξεκινήσει το ταξίδι του προς τα εκεί. Στο παιδικό μυαλό του Κωνσταντίνου η σκέψη να μπαρκάρει για να ανακουφίσει και τη μητέρα του που ξενοδούλευε, δεν έφευγε. Της το εξομολογήθηκε αλλά εκείνη ούτε ν' ακούσει δεν ήθελε αφού θεωρούσε ότι ο Θεός δεν θα τους άφηνε ποτέ αφού τόσα χρίνια ήταν κοντά τους. Επίσης φοβόταν μην "χαλάσει" ο μονάκριβος γιος της. Στη Ρόδο είχε πράγματι ξαδέλφια, τα οποία όπως σκεφτόταν ο Κωνσταντίνος, θα τον βοηθούσαν να βρει κάποια δουλειά. Όμως οι αντιρρήσεις της μητέρας του που δεν ήθελε για κανένα λόγο να τον αποχωριστεί, τον συγκλόνισαν και αποφάσισε να αναβάλει για λίγο καιρό το ταξίδι του. Πέρασε πολύς καιρός και ο Κωνσταντίνος ξεκίνησε τελικά το ταξίδι του κρυφά με προορισμό το νησί της Ρόδου. Η μπρατσέρα τον ταξιδεύει προς τα Δωδεκάνησα και ο Κωνσταντίνος έχει πάντα πάνω του για φυλαχτό τον Τίμιο Σταυρό που του είχε φορέσει από πολύ μικρός που ήταν, η μητέρα του. Σε όλο το ταξίδι σκεφτόταν τις δουλειές που θα μπορούσε να κάνει αλλά και τα χρήματα που θα έστελνε πίσω στο σπίτι του.

Στο Νησί της Ρόδου

Σε λίγες μέρες βρισκόταν στο νησί της Ρόδου και εντυπωσιάστηκε, αφού το μέρος αυτό δεν έμοιαζε καθόλου με την Ύδρα. Ο τόπος εδώ που πατούσε τα πόδια του ήταν πλούσιος και είχε όλα τα καλά. Αντίκριζε λοιπόν για πρώτη φορά στη ζωή του πολλά ψηλά κάστρα, πολλές εκκλησιές αλλά και τζαμιά, σπίτια πλουσίων αλλά και φτωχών. Συναντούσε χριστιανούς, Εβραίους και μουσουλμάνους. Στο νησί της Ρόδου είχαν στήσει τις δουλειές τους άνθρωποι που ασχολούνταν με το εμπόριο από όλες τις χώρες του κόσμου. Έτσι ήταν πολύ εύκολο για τον Κωνσταντίνο να βρει μία δουλειά. Ξεκίνησε λοιπόν να δουλεύει στους ταρσανάδες εκεί που δούλευαν και τα ξαδέλφια του. Πέρασε λίγος καιρός και επειδή δεν έβλεπε προκοπή με αυτή τη δουλειά, αναγκάστηκε να φύγει και να ζητήσει δουλειά σε ένα μπακάλικο που είχε κάποιος ευσεβής ονόματι Νικόλαος Καλόγλου. Το μπακάλικο βρισκόταν κοντά στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Ο κύριος Νικόλαος βλέποντας την τιμιότητα αλλά και την εργατικότητα του νεαρού Κωνσταντίνου τον συμπάθησε πολύ. Πολύ γρήγορα μάλιστα τον εμπιστεύτηκε τόσο, που πολλές φορές τον έβαζε στο σπίτι του, του έκανε το τραπέζι, τον φιλοξενούσε και του συμπεριφερόταν σαν να ήταν παιδί του. Ο Κωνσταντίνος από την άλλη βλέποντας την συμπεριφορά του κυρ Νικόλα ασχολείται και με αρκετές από τις δουλειές του σπιτιού του. Στο μπακάλικο ο Κωνσταντίνος γρήγορα γίνεται συμπαθής σε όλους. Οι γνωριμίες με Εβραίους, Τούρκους, Έλληνες, Αρμένιους τον οδηγούν ώστε να κάνει και τις πρώτες παρέες του στο νησί. Δεν άργησε μάλιστα να γίνει γνωστός στην κοινωνία της Ρόδου, αφού όλοι είχαν να πουν κάτι καλό για τον χριστιανό με τις σπάνιες αρετές. Όταν ο Κωνσταντίνος τελείωνε την εργασία του, επισκεπτόταν ένα γέροντα πνευματικό στο Ροδίνι ή πήγαινε για ψάρεμα στην θάλασσα, όπου γνωρίστηκε και με άλλους ερασιτέχνες ψαράδες μεταξύ των οποίων και τον Τούρκο υπασπιστή του διοικητή της Ρόδου. Οι φίλοι του τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν τόσο πολύ που ένας από αυτούς, Τούρκος στην καταγωγή, του προξένεψε την ίδια του την αδελφή, για γυναίκα του. Και ενώ αυτό ήταν τιμή για τον Τούρκο φίλο του Κωνσταντίνου, ο κύριος Νικόλαος που είχε το μπακάλικο το θεώρησε μεγάλη προσβολή και προδοσία, με αποτέλεσμα να τον διώξει και να βρεθεί χωρίς δουλειά.

Στο Σεράϊ του Χασάν

Περιδιαβαίνοντας στα στενά δρομάκια της Ρόδου και περνώντας στιγμές πείνας και ανέχειας, ο Κωνσταντίνος προσπαθεί να βρει κάποια δουλειά. Ο Τούρκος υπασπιστής, που γνώριζε και εκτιμούσε την ευγένεια και αξιοσύνη του Κωνσταντίνου απευθύνθηκε στον Τούρκο διοικητή της Ρόδου που ονομαζόταν Χασάν-Καπετάν, και του συνέστησε να προσλάβει τον Κωνσταντίνο στο Σεράϊ. Πράγματι ο Κωνσταντίνος πήγε στο Σεράϊ και παρουσιάστηκε μπροστά στον Τούρκο διοικητή. Μπαίνοντας λοιπόν για πρώτη φορά στη ζωή του στο Σεράϊ έβλεπε τι σήμαινε πολυτέλεια, άνεση κα χλιδή. Ο Χασάν-Καπετάν μόλις είδε τον Κωνσταντίνο κατάλαβε ότι ο νεαρός από την Ύδρα που είχε μπροστά του ήταν τίμιος και επειδή εκείνη την εποχή η τιμιότητα ήταν αρετή που όλοι οι άνθρωποι εκτιμούσαν, τον προσέλαβε αμέσως. Θα έκανε διάφορες εργασίες αλλά θα περιποιόταν και το πιο αγαπημένο άλογο του Τούρκου διοικητή, την Εσταφέτ. Η πρόσληψη στο Σεράϊ ήταν το γεγονός για το οποίο τον απέφευγαν πλέον οι Έλληνες φίλοι του.

Ο Κωνσταντίνος από την άλλη, πάντα με προθυμία εργαζόταν και ποτέ δεν βαρυγκώμησε. Και εδώ γίνεται αγαπητός. Η τιμιότητα, η εργατικότητα, η αφοσίωση, η καλοσύνη, το χαμόγελο, η γλυκύτητα του προσώπου του, αλλά και το παράστημα του τον κάνουν να ξεχωρίζει, Όλοι μιλούν με τα καλύτερα λόγια για τον Κωνσταντίνο. Ακούγοντας μάλιστα ο Χασάν-Καπετάν, όλα όσα του έλεγαν για τον Κωνσταντίνο, αλλά και εκτιμώντας τις αρετές του, τον συμπάθησε πάρα πολύ. Το μόνο παράπονο που είχε από την Κωνσταντίνο ο Χασάν-Καπετάν ήταν το γεγονός ότι ήταν χριστιανός.

- "Τι κρίμα ορέ Γκιαούρη να είσαι άπιστος", έλεγε και ξανάλεγε στον Κωνσταντίνο.

Τα επινίκια

Με τον καιρό όμως ο Κωνσταντίνος, διορίστηκε υπασπιστής του Χασάν-Καπετάν με τον ανάλογο μισθό που του εξασφάλιζε πλέον πολυτελή ζωή στο Σεράϊ. Δεν άργησε λοιπόν λόγω και του νεαρού της ηλικίας να ζει και να διασκεδάζει όπως διασκέδαζαν εκείνη την εποχή οι Τούρκοι. Στο Σεράϊ του Χασάν κάθε μέρα κατέφθαναν οι άρχοντες της Ρόδου αλλά και οι έμποροι και γενικά οι πλούσιοι του νησιού που συζητούσαν με τον Τούρκο διοικητή. Μάλιστα ο Καπετάν-Χασάν κάποια βράδια φώναζε τους φίλους του και διασκέδαζαν όλοι μαζί συζητώντας και πίνοντας. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός και χάρη στο άλογο του Χασάν, την Εσταφέτ, ο Κωνσταντίνος κατόρθωσε να κερδίσει στο "τζιρίτι", σε αγώνες σκοποβολής, και να χαρίσει την νίκη στον Χασάν-Καπετάν.

Στο Σεράϊ γίνεται μεγάλη γιορτή. Ο Χασάν όμως που θέλει να αλλαξοπιστήσει ο Κωνσταντίνος, σκέφτεται πονηρά και περιμένει την ευκαιρία για να πετύχει το στόχο του. Σε αυτή τη γιορτή ο Χασάν κάλεσε τον Κωνσταντίνο να καθίσει μαζί του. Ο Κωνσταντίνος υπάκουσε και όχι μόνο κάθισε μαζί του αλλά και στην προσταγή του Χασάν να πιει, ήπιε και μέθυσε. Όταν λοιπόν όλοι κατάλαβαν ότι μέθυσε ο Κωνσταντίνος άρχισαν να μιλούν για τον πολύ καλό χαρακτήρα του αλλά και για το μόνο αρνητικό που είχε για αυτούς. Ήταν χριστιανός ορθόδοξος

Το άσπρο σακίρι

Ο Χασάν ακούγοντας τα σχόλια των φίλων του συμφωνούσε και μάλιστα έλεγε ότι ένας τέτοιος άνθρωπος που ήταν υπόδειγμα για πολλούς χριστιανούς αν αλλαξοπιστούσε θα οδηγούσε πολλούς από αυτούς στο να αλλαξοπιστήσουν. Βλέποντας λοιπόν τον Κωνσταντίνο μεθυσμένο αποφάσισε να βάλει μπροστά το σατανικό του σχέδιο. Μεθυσμένος ο Κωνσταντίνος καθώς ήταν, άκουγε τα γλυκόλογα του Χασάν-Καπετάν που με την πονηρία του κατόρθωσε να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει.

Ο Κωνσταντίνος ζαλισμένος από την νίκη, από την χαρά και από τα γλέντια δέχεται αν αλλαξοπιστήσει. Ο Χασάν-Καπετάν φωνάζει τότε τους χοτζάδες για να του κάνουν "σουννέτι", δηλαδή περιτομή.

Οι χοτζάδες ειδοποιήθηκαν και σε λόγο κατέφθασαν στο Σεράϊ. Αφού έκαναν περιτομή στον μεθυσμένο Κωνσταντίνο στην συνέχεια τον οδήγησαν στον καδή και του φόρεσε ένα καινούργιο άσπρο σαρίκι στο κεφάλι, για να ξεχωρίζει από τους χριστιανούς. Αφού λοιπόν του φόρεσε το άσπρο σαρίκι τον ονόμασε Χασάν, όπως έλεγαν και τον Τούρκο διοικητή.

Πλούσιος και αξιωματούχος

Μετά από αυτό το γεγονός ο Κωνσταντίνος εξαντλημένος καθώς ήταν έπεσε σε λήθαργο. Όταν την επόμενη ημέρα συνειδητοποίησε αυτό που είχε συμβεί, ο Χασάν πια Κωνσταντίνος, δεν αντέδρασε καθόλου, κολακευμένος από τη μία σαν νέος που ήταν από τα μεγαλεία αλλά και με τη σκέψη ότι έτσι θα έστελνε περισσότερα χρήματα στους δικούς του στην Ύδρα. Για τρία χρόνια θα βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση που θα τον οδηγούσε στο να γίνει πλούσιος και αξιωματούχος. Κάποτε όμως άρχισε να τον ελέγχει η συνείδησή του και άρχισε να ξυπνά από το λήθαργο και να συνέρχεται, Τότε άρχισε να ψάχνει γεμάτος αγωνία να βρει το φυλαχτό που του είχε φορέσει η μητέρα του. Το βρήκε τελικά κάπου παραπεταμένο και τότε κατάλαβε ότι το λάθος στο οποίο είχε υποπέσει ήταν φοβερό. Με τις τύψεις να τον βασανίζουν, επί μέρες τριγυρνά λυπημένος και σκεφτικός. Στο νησί της Ρόδου όλοι οι φίλοι του και οι γνωστοί του που ήταν χριστιανοί είχαν απομακρυνθεί από κοντά του. Τόσο πολύ στενοχωριόταν και τόσο πολύ πονούσε ο Κωνσταντίνος που όλοι οι χριστιανοί του νησιού τον αντιμετώπιζαν σαν γενίτσαρο, που κάθε βράδυ όταν έμενε μόνος του έκλαιγε με λυγμούς.

Οι γονείς του μαθαίνουν τα νέα

Άρχισε λοιπόν να δίνει σε φτωχούς όλα όσα έπαιρνε για αμοιβή σαν αξιωματούχος που ήταν, καθώς και όλα όσα είχε μέχρι εκείνο τον καιρό στην κατοχή του. Κάποια στιγμή όμως την προηγούμενη περίοδο έτυχε να στείλει χρήματα στην μητέρα του με κάποιον γνωστό του. Εκείνος πηγαίνοντας τα χρήματα στην μητέρα του την πληροφόρησε ότι ο Κωνσταντίνος είχε αλλαξοπιστήσει. Η μητέρα του αμέσως πικραμένη πέταξε τα χρήματα και κλειδώθηκε στο σπίτι της και έκλαιγε πολλές ημέρες απαρηγόρητη γι' αυτό το κακό που είχε συμβεί στο παιδί της. Ο πατέρας του από την μία δεν άντεξε και πέθανε από τη λύπη του και η μητέρα του από την άλλη τον ξέγραψε από παιδί της. Όταν λοιπόν κάποτε, πλούσιος όπως ήταν, νοστάλγησε να συναντήσε και πάλι την οικογένειά του ζήτησε άδεια από τον Πασά για να τους επισκεφτεί. Ο Πασάς αμέσως του έδωσε άδεια και ο Κωνσταντίνος ξεκίνησε τις ετοιμασίες του ταξιδιού του. Σκεφτόταν συνέχεια το νησί της Ύδρας, τους γονείς του και τους φίλους του που θα τον έβλεπαν και νοσταλγούσε.

Η επίσκεψη στην Ύδρα

Οι ετοιμασίες τελείωσαν γρήγορα και ο Χασάν με την ακολουθία του επιβιβάστηκε σε μία μπρατσέρα για το ταξίδι προς την Ύδρα. Όταν έφτασε όμως με την ακολουθία του και πάτησε το πόδι του στο λιμάνι της Ύδρας, κατάλαβε ότι όλοι τον αποστρέφονταν και ότι κανείς δεν είχε διάθεση να του μιλήσει. Από όπου και να πέρναγε τα παντζούρια και πόρτες των σπιτιών έκλειναν. Μάλιστα καθώς ανηφόριζε για το πατρικό του σπίτι συνέβη κάτι που τον συγκλόνισε. Σταμάτησε για λίγο στην ανηφόρα και βλέποντας κάποια γειτόνισσα της ζήτησε λίγο νερό, αλλά μόλις τον είδε να απομακρύνεται από κοντά της έσπασε με δύναμη στο έδαφος το σταμνί. Ο λόγος ήταν γιατί πίστευε ότι το είχαν μολύνει τα χείλη του εξωμότη. Ο Κωνσταντίνος όμως που αντιλήφθηκε την πράξη αυτή συντετριμμένος πλέον ανηφόρισε για το πατρικό του σπίτι ελπίζοντας ότι η αγκαλιά της μητέρας του θα έσβηνε όλη την πικρία που ένιωθε. Με λαχτάρα λοιπόν έφτασε έξω από το σπίτι του και χτύπησε δυνατά την πόρτα.

- "Ποιος είναι;" ακούστηκε από μέσα η φωνή της μητέρας του.
- "Μητέρα ο γιος σου είμαι. Μόλις ήρθα από την Ρόδο".

Η μητέρα του όμως με σπασμένη τη φωνή της από τον πόνο, όχι μόνο δεν του άνοιξε, αλλά τον έδιωξε κιόλας.

Η επιστροφή στην Ρόδο

Ο πόνος γέμισε την καρδιά του και η θλίψη ξεχείλισε με το άκουσμα των λόγων της μητέρας του. Μόνο ο Παντοδύναμος γνωρίζει όλα όσα συμβαίνουν στην ψυχή του. Έχοντας πάρει την μεγάλη απόφαση, επιστρέφει πίσω στο νησί της Ρόδου. Φτάνοντας στο νησί της Ρόδου όμως δεν πηγαίνει στους φίλους ή στο Σεράϊ του Χασάν-Καπετάν αλλά κατευθύνεται προς το δάσος, στο Ροδίνι. Εκεί λοιπόν σε μία σπηλιά ασκήτευε ο γέροντας πνευματικός του στον οποίο, ο Κωνσταντίνος εξομολογείται. Του εξιστορεί όλα όσα έχουν συμβεί και ταυτόχρονα του ανακοινώνει την απόφασή του να μαρτυρήσει. Γονατισμένος μπροστά στα πόδια του εξομολογείται το αμάρτημα του και ο πνευματικός του, του δίνει συγχώρεση αλλά και τις κατάλληλες συμβουλές για το πως θα έπρεπε να κινηθεί από εκεί και πέρα. Ο σοφός γέροντας ακούγοντας τον Κωνσταντίνο να του μιλά καταλαβαίνει ότι δεν θα αντέξει τους πόνους του μαρτυρίου και τον αποτρέπει να μαρτυρήσει. Μάλιστα τον προτρέπει να φύγει από το νησί της Ρόδου και να ταξιδέψει μακριά.

Στην Κωνσταντινούπολη

Ο Κωνσταντίνος ακολουθεί την προτροπή του γέροντα και αφού πέταξε πρώτα το άσπρο σαρίκι και τα τούρκικα ρούχα επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο και κατευθύνθηκε πρώτα στην Κριμαία. Εκεί θα εργαστεί στο λιμάνι και ταυτόχρονα θα αρχίσει την μελέτη εκκλησιαστικών βιβλίων. Τρία χρόνια θα περάσουν μέσα στην προσευχή ενώ η φλόγα της μετάνοιας θα φουντώσει μέσα του την ιδέα του μαρτυρίου. Από την Κριμαία ο Κωνσταντίνος θα κατευθυνθεί προς την Κωνσταντινούπολη, Εκεί λοιπόν θα ψάξει και θα βρει έναν πνευματικό στον οποίο θα εξομολογηθεί και πάλι την άρνησή του προς τον Κύριο αλλά και την μετάνοιά του και την επιθυμία του να μαρτυρήσει για τον Κύριο. Ο πνευματικός του ακούγοντας όλα όσα του είπε ο Κωνσταντίνος αποφάσισε ότι καλό θα ήταν να τον παρουσίαζε στον εθνομάρτυρα πατριάρχη άγιο Γρηγόριο τον Ε' για να ζητήσει την γνώμη του ιδίου του Πατριάρχη.

Βρισκόμαστε στο έτος 1797 όταν ο Πατριάρχης δέχτηκε τον Κωνσταντίνο και χάρηκε για την μετάνοιά του αλλά του είπε ότι δεν θα ήταν φρόνιμο να προχωρήσει στο εκούσιο μαρτύριο. Ο Πατριάρχης θα συμβουλέψει τον Κωνσταντίνο να πάει στο Άγιο Όρος και να μείνει εκεί για πάντα.

Μάλιστα θα του δώσει την ευλογία του και μία συστατική επιστολή προς τον Ηγούμενο για να επισκεφθεί την Ιερά Μονή Ιβήρων.

Στην Ιερά Μονή Ιβήρων

Ο Κωνσταντίνος αμέσως υπάκουσε και έχοντας μαζί του την συστατική επιστολή του Πατριάρχη κατευθύνθηκε προς το Άγιο Όρος. όπου και τελικά εγκαταστάθηκε εκεί στην Ιερά Μονή Ιβήρων. Στο Άγιο Όρος θα έχει την τύχη να γνωρίσει τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, που έγινε και ο πνευματικός του. Στην Ιερά Μονή Ιβήρων θα μείνει αρκετούς μήνες ζώντας με πολλή μετάνοια, προσευχή και άσκηση όπου και θα λάβει το Σχήμα του Μοναχού. Οι συνομιλίες καθώς και η συναναστροφή του με τους Πατέρες της Μόνης καθώς και με τον Ιερομόναχο Σέργιο που ήταν πνευματικός όλης την Μοναστηριακής Πολιτείας του Άθωνα, τον θωρακίζουν και τον ενισχύουν στην απόφασή του να μαρτυρήσει. Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πνευματικού του, των άλλων Πατέρων και κυρίως την ευλογία της Παναγίας της Πορταΐτισσας που τόσο πολύ ευλαβούνταν, αποφασίζει μετά από πέντε περίπου μήνες να ξαναγυρίσει την Ρόδο αποφασισμένος να πάει στον Χασάν-Καπετάν και να του πει ότι είναι χριστιανός και ότι σαν χριστιανός θα πεθάνει.

Μπροστά στον Χασάν-Καπετάν

Ενδεδυμένος πλέον το ράσο του μοναχού αναχωρεί από το Άγιο Όρος και κατευθύνεται προς το νησί της Ρόδου όπου όταν φθάνει αναζητεί τον Χασάν-Καπετάν, τον Τούρκο διοικητή που παλαιότερα ήταν υπασπιστής του. Πράγματι τον βρήκε και παρουσιάστηκε μπροστά του λέγοντάς του:

- "Χαίρε αφέντη Χασάν".
- "Ποιος είσαι εσύ ορέ καλόγερε που με τόσο θάρρος με χαιρετάς;" ρώτησε ο Χασάν-Καπετάν.
- "Έχεις μπροστά σου ένα πρώην δούλο σου που είναι τόσο ελεεινός που αρνήθηκε τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό μετά από την προτροπή σου. Είμαι ο Κωνσταντίνος που δέχτηκα να προσκυνήσω τον Μωάμεθ".
- "Μα τον Αλλάχ! Σου σάλεψε καλόγερε και δεν ξέρεις τι λες. Δεν είσαι εσύ ο Χασάν ο έμπιστος υπασπιστής μου. Εσύ φοράς ράσο και μου φαίνεσαι για καλόγερος. Ο Χασάν φορά άσπρο σαρίκι και όχι μαύρο σκούφο. Αλλά από την άλλη αν είσαι ο Χασάν τι δουλειά έχεις να φοράς τον σκούφο των καλογέρων που φορούν οι γκιαούρηδες;"
- "Εγώ είμαι ο Κωνσταντίνος που με ονόμασες Χασάν όταν αρνήθηκα Τον Χριστό".
- "Έλα μωρέ Χασάν, φτάνουν τα αστεία. Άντε να βγάλεις τα μαύρα που φοράς και φόρα άσπρα όπως είναι το σωστό. Άντε και έλα να σε παντρέψω, να μείνεις κληρονόμος μου".
- "Αφέντη Χασάν ήρθα πίσω μόνο και μόνο για να σου επιστρέψω την ψεύτικη θρησκεία σου που με δόλο με έκανες να ασπαστώ. Ήρθα εδώ μπροστά σου μόνο και μόνο για να σου πω ίτι εγώ χριστιανός γεννήθηκα και χριστιανός θα πεθάνω", είπε με θάρρος που εξέπληξε αλλά και εξόργισε τον Χασάν-Καπετάν. Στη συνέχεια πέταξε προς το μέρος του το άσπρο σαρίκι που του είχαν φορέσει όταν με δόλο τον είχαν κάνει μουσουλμάνο.

Στην σκοτεινή φυλακή

Ο Χασάν-Καπετάν σάστισε ακούγοντας αυτά τα λόγια. Βλέποντας όμως κάποιος μουσουλμάνος που ήταν εκεί τον αφέντη του να ταράζεται με την συμπεριφορά του Κωνσταντίνου χαστούκισε τον Άγιο. Επειδή όμως υπήρχαν πολλοί που παρακολουθούσαν την σκηνή ο Χασάν-Καπετάν φοβήθηκε προφανώς για τον αντίκτυπο που θα είχε στον λαό της Ρόδου και δεν επέτρεψε άλλη χειροδικεία εις βάρος του Αγίου. Διέταξε λοιπόν να φυλακιστεί. Τον οδήγησαν λοιπόν στο παλάτι των Ιπποτών στο οποίο υπήρχε τότε και ένα πολύ σκοτεινό υπόγειο που το έλεγαν φυλακή του Ζυντανιού. Ζιντάνι στα τουρκικά θα πει σκοτάδι. Εκεί λοιπόν οδήγησαν τον άγιο. Στο μεταξύ ο Χασάν-Καπετάν που δεν μπορούσε να ανεχτεί να τον προσβάλλουν πήγε στο σπίτο του και κλείστηκε για τρεις μέρες εκεί απαγορεύοντας σε όλους να τον ενοχλήσουν. Κάποια στιγμή λοιπόν μετά από τις τρεις μέρες βγήκε από το σπίτι του και διέταξε να φέρουν μπροστά του τον Άγιο. Μόλις τον έφεραν μπροστά του, του είπε:

- "Για πες μου ορέ γκιαούρη τι λόγια ήταν αυτά που τόλμησες να μου πεις τις προάλλες;"

Στην οργή του Χασάν-Καπετάν που τρεις ημέρες φούντωνε και που τώρα ήταν έτοιμη να εκραγεί ο άγιος Κωνσταντίνος απάντησε γεμάτος θάρρος και δύναμη.

- "Εγώ αφέντη σου είπα να πιστέψεις στον Χριστό που είναι Θεός αληθινός, γιατί η δική σας πίστη είναι βδελυρή, μιαρή και ψεύτικη, επειδή πιστεύτετε ένα ψεύτη, που στον κόσμο δεν έκανε κανένα θαύμα, ούτε σας δίδαξε καμία αλήθεια και κανένα καλό, αλλά μόνο σας δίδαξε μυθολογίες, και σας παραγγέλνει να κάνετε πορνείες και άλλες κακίες και εσείς σαν τυφλοί τον πιστεύετε για προφήτη. Για αυτό θα πάτε να τον συναντήσετε στην αιώνια κόλαση και στο υρ το εξώτερον, για να κατακαίγεστε παντοτινά μαζί με τους αδελφούς σας του δαίμονες. Μόνο έλα να γίνεις χριστιανός, για να χαίρεσαι αιώνια με τον Χριστό στον παράδεισο".

Τα βασανιστήρια ξεκινούν

Ο Χασάν ακούγοντας τον άγιο Κωνσταντίνο να τον καλεί να γίνει χριστιανός έδωσε αμέσως διαταγή στους στρατιώτες του να τον βασανίσουν. Οι στρατιώτες με τα βάρβαρα ένστικτα, αμέσως έπεσαν σαν άγρια θηρία και άρχισαν να χτυπούν και να δέρνουν τον άγιο. Προσπάθησαν να ξεριζώσουν τα μαλλιά του και τα γένια του τραβώντας με δύναμη τις ρίχες. Τον σήκωναν και τον πετούσαν με δύναμη κάτω στη γη. Τον έσερναν πάνω στις πέτρες, τον έφτυναν και τον έβριζαν. Κάποιος μάλιστα από τους βασανιστές, του φώναζε βγάζονας αφρούς από το κακό του:

- "Πες στον Χριστό σου αν τολμάει να έρθει να σε πάρει από τα χέρια μας".
Ο άγιος το μόνο που έλεγε ήταν:
- "Μνήσθητί μου Κύριε εν τη Βασιλεία Σου".
Μόλις κουράστηκαν οι στρατιώτες ο Χασάν-Καπετάν έδωσε διαταγή να οδηγήσουν και πάλι τον άγιο στη φυλακή.
Πράγματι του ξαναφόρεσαν τις βαριές αλυσίδες και τον οδήγησαν αιμόφυρτο καθώς ήταν στο σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι.

Τον ραβδίζουν

Την επόμενη ημέρα ο Χασάν διέταξε τους στρατιώτες του να πάνε και να του φέρουν και πάλι μπροστά του τον άγιο Κωνσταντίνο. Είχε την περιέργεια να δει αν ο μισοπεθαμένος χριστιανός της χθεσινής ημέρας είχε αλλάξει γνώμη. Έτσι μόλις τον έφεραν μπροστά του, του είπε:
- "Ορέ Χασάν, μετάνοιωσες ορέ για όλα όσα έλεγες;"
- "Αφέντη εμένα με λένε Κωνσταντίνο και είμαι χριστιανός και αν χρειαστεί θα δώσω και τη ζωή μου για τον Κύριο μου και Θεό μου. Αυτόν μόνο προσκυνώ και καμιά άλλη θρησκεία δεν ασπάζομαι".
Ο Χασάν-Καπετάν βλέποντας ότι ο άγιος δεν λύγιζε, διέταξε να του ρίξουν πεντακόσιους ραβδισμούς. Οι στρατιώτες πήραν κοντά τους τον άγιο και άρχισαν να τον ραβδίζουν Όταν κάποιος από τους στρατιώτες κουραζόταν από το σατανικό αυτό έργο αμέσως τον αντικαθιστούσε ο επόμενος με σκοπό να μην αφήνουν τον άγιο να παίρνει ανάσες ή να ανακουφίζεται έστω για λίγο.
Ο άγος και πάλι το μόνο που έλεγε ήταν:
-"Μνήσθητί μου Κύριε εν τη Βασιλεία Σου".
Οι στρατιώτες κάποια στιγμή που τελείωσαν οι ραβδισμοί νόμισαν ότι ο άγιος Κωνσταντίνος πέθανε και τον μετέφεραν στη φυλακή όπου τον πέταξαν στο υγρό πάτωμά της έφυγαν.

Ο Χριστός τον επισκέπτεται

Αυτή τη φορά που έριξαν τον άγιο στη φυλακή θα γινόταν κάτι θαυμαστό που όλοι οι κάτοικοι της Ρόδου θα μάθαιναν και θα θαύμαζαν και θα δυναμωνόταν η πίστη τους. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός θα επισκεφθεί τον άγιο μέσα στην φυλακή και θα μετατρέψει το πυκνό σκοτάδι σε λαμπερό ήλιο. Η σκοτεινή φυλακή θα μετατραπεί σε φάρο που θα φωτίσει τα πέρατα του κόσμου. Ο Κύριος γιάτρεψε τις πληγές του αγίου Κωνσταντίνου την στιγμή που ο άγιος δοξολογούσε τον Κύριο. Η παρουσία του Κυρίου γέμισε με θάρρος και χαρά τον άγιο που συνέχεια δοξολογούσε τον Κύριο.
Πέρασαν κάποιες μέρες και οι στρατιώτες πήγαν από περιέργεια στο μπουντρούμι για να δουν αν ζει ο άγιος. Ανοίγοντας όμως την πόρτα διαπίστωσαν ότι η άσχημη μυρωδιά που έβγαινε από το μπουντρούμι είχε αντικατασταθεί από μια ευωδία που σε λίγο είχε καλύψει όλη τη φυλακή. Έβγαλαν έξω από το μπουντρούμι τον άγιο και διαπίστωσαν ότι στο σώμα του αγίου δεν υπήρχε καμία πληγή αλλά ούτε και κάποια ουλή που να μαρτυράει ότι είχε βασανιστεί. Ταράχτηκαν και επειδή δεν μπορούσαν να εξηγήσουν το γεγονός άρχισαν να του λένε:
- "Έλα ορέ Χασάν, δεν βλέπεις που ο Αλλάχ σε έκανε καλά; Άντε τώρα να σε πάμε στον πασά για να του πεις να σου δώσει και ότι σου έταξε".

Το θαύμα δεν έπρεπε να μαθευτεί

Έτσι του είπαν οι στρατιώτες και άρχισαν να τον μεταφέρουν στον Χασάν-Καπετάν για να δει και αυτός το παράξενο τούτο θέαμα.
Ο άγιος Κωνσταντίνος όμως τους είπε ότι τον επισκέφθηκε και τον γιάτρεψε στη φυλακή ο Ιησούς Χριστός.
Μάλιστα όταν τον παρουσίασαν μπροστά στον Χασάν-Καπετάν τον παρακάλεσε να ανοίξει για λίγο τα μάτια της ψυχής του και να αγαπήσει και εκείνος τον Χριστό όπως έκαναν οι γονείς του.
Ο Χασάν-Καπετάν που πραγματικά καταγόταν από χριστιανούς γονείς ακούγοντας τον άγιο να μιλά ταράχτηκε και θύμωσε που η αλήθεια αυτή ακούστηκε μπροστά σε άλλους Τούρκους. Έτσι θυμωμένος καθώς ήταν διέταξε να τον ξανακλείσουν και πάλι στη φυλακή και να βάλουν τα πόδια του στις τρύπες ενός ξύλου που χρησιμοποιούσαν σαν εργαλείο βασανισμού. Κι αυτό το μαρτύριο που θα κρατήσει τρεις μέρες θα το υπομείνει με ασταμάτητες προσευχές. Άλλη μία νύχτα θα λάμψει η φυλακή από ουράνιο φως που θα πλημμυρίσει τη φυλακή και τα πόδια του αγίου θα ελευθερωθούν από τα δεσμά. Τούρκοι και χριστιανοί που βρίσκονταν φυλακισμένοι στο ίδιο μέρος που είχαν τον άγιο θαύμασαν. Ενώ κοιμόντουσαν ξύπνησαν και οι μεν χριστιανοί κατάλαβαν ότι ήταν άγιος οι δε Τούρκοι νόμιζαν ότι ο Αλλάχ έκανε θαύμα. Οι φύλακες από την άλλη νόμισαν ότι πήρε φωτιά η φυλακή και έτρεξαν να δουν τι είχε συμβεί. Βλέποντας όμως τον άγιο χωρίς τα δεσμά του άρχισαν να ρωτούν ποιος τον είχε λύσει. Η αλήθεια που άκουσαν τους έκανε να τρέξουν προς τον Χασάν-Καπετάν για να του πουν τι είχε συμβεί.
- "Να μυ μαθευτεί το γεγονός αυτό", είπε στους φύλακες με θυμό. Στη συνέχεια διέταξε να παρουσιαστούν μπροστά του όλοι όσοι από τους φυλακισμένους είδαν αυτό το θαύμα και τους είπε:
- "Όποιος τολμήσει και πει τίποτα για αυτό που είδε θα θανατωθεί".

Πέντε μήνες βασανιστήρια

Μόλις επέστρεψαν στη φυλακή οι φυλακισμένοι, κάποιος από τους Τούρκους που ήταν ο φόβος και ο τρόμος της φυλακής σήκωσε το χέρι του για να χτυπήσει τον άγιο. Άλλα τότε άρχισε να καίγεται το χέρι του και κατάντησε ένα κατάμαυρο άψυχο πράγμα. Οι Τούρκοι φοβήθηκαν και μαζεύτηκαν κάπου απόμερα από τον άγιο που οι δήμιοι δεν έπαψαν να τον βασανίζουν μπροστά στα μάτια όλων των άλλων φυλακισμένων. Πέντε μήνες θα τον βασανίζουν οι Τούρκοι και το μόνο που τους συγκρατούσε για να μην τον θανατώσουν ήταν η δύναμη των Υδραίων που βρισκόταν κοντά στον Σουλτάνο. Μάλιστα ο Χασάν-Καπετάν έστειλε φιρμάνι στον Γεώργιο Βούλγαρη που ήταν στην Αλεξάνδρεια όπου του έλεγε όλα όσα είχαν συμβεί σχετικά με τον άγιο. Η αναβολή λοιπόν της θανάτωσης του αγίου υπήρχε επειδή δεν του απάντησε ο Γεώργιος Βούλγαρης. Ο άγιος όμως όταν το έμαθε παρακάλεσε τον Γεώργιο Βούλγαρη να μην εμποδίσει το μαρτύριο του. Έτσι ο Γεώργιος Βούλγαρης απάντησε στον Χασάν-Καπετάν ότι δεν τον ενδιαφέρει η ζωή του Αγίου.

Η τελείωση του Αγίου

Ο Χασάν-Καπετάν μόλις έλαβε την απάντηση του Γεωργίου Βούλγαρη, διέταξε τους στρατιώτες του να βγάλουν τον άγιο Κωνσταντίνο από την φυλακή και να τον υποβάλουν σε νέο βασανιστήριο. Με την συνοδεία πάντα κάποιου στρατιώτη θα έπρεπε να κουβαλάει πέτρες από ένα μέρος σε ένα άλλο. Ο άγιος όμως που τόσο πολύ ήθελε να μαρτυρήσει κάποια στιγμή που είχε αφήσει κάτω τις πέτρες έκανε ότι πάει να δραπετεύσει. Ο στρατιώτης που τον συνόδευε μόλις είδε την κίνηση του αγίου Κωνσταντίνου έτρεξε και θυμωμένος καθώς ήταν άρχισε να μαχαιρώνει τον άγιο. Ο Άγιος χαιρόταν με το μαρτύριο που θα τον έφερνε πιο κοντά στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Ο Χασάν-Καπετάν που δεν ήθελε πλέον να ασχολείται με τον άγιο ζήτησε και πάλι να τον ξαναφέρουν μπροστά του.
Ο άγιος που τρεις μέρες πριν, ο Κύριος του είχε αποκαλύψει ότι είχε φθάσει ο καιρός για να μαρτυρήσει μόλις είδε τον Τούρκο διοικητή είπε:
- "Ποτέ δεν θα αρνηθώ τον Χριστό μου. Κάνε ότι νομίζεις με το σώμα μου αφού η ψυχή μου είναι δοσμένη σε Εκείνον".
Στη συνέχεια απευθυνόμενος σε κάποιον χριστιανό που βρισκόταν εκεί κοντά του είπε να πάει να του φέρει τα Άχραντα Μυστήρια για να κοινωνήσει γιατί όπως είπε:
- "Την Τετάρτη θα με θανατώσουν".
Στην φυλακή λοιπόν θα δεχθεί Τα Τίμια Δώρα και τώρα πλέον θα είναι έτοιμος για το μαρτύριο. Στις 14 Νοεμβρίου του έτους 1800, μετά από διαταγή του σουλτάνου ο άγιος Κωνσταντίνος θα υποστεί το δι' απαγχονισμού μαρτυρικό θάνατο. Το σημείο που έγινε αυτό το φοβερό γεγονός κατ' άλλους ήταν στη θέση Κολώνα και κατ' άλλους στο Μανδράκι. Μάλιστα λέγεται ότι φιλούσε το σταυρουδάκι του και προσευχόταν και όταν ο δήμιος πήγε να του το πάρει ο άγιος Κωνσταντίνος το έριξε στον πλάτανο, για να μην πέσει σε βέβηλα χέρια.

Το Άγιο Λείψανο

Ήταν 30 χρονών ο άγιος όταν τον κρέμασαν στον πλάτανο. Την νύχτα εκείνη του μαρτυρίου του αγίου ένας μεγάλος φωτεινός Σταυρός έλουσε με το φως του τον πλάτανο. Μόλις συμπληρώθηκε ένας χρόνος ένας δυνατός ανεμοστρόβιλος έριξε κάτω τον πλάτανο. Ο Χασάν-Καπετάν πέθανε μέσα σε αφόρητους πόνους από άσχημη αρρώστια. Όλοι οι χριστιανοί ήξεραν όλα όσα είχαν συμβεί με τον νεαρό Υδραίο και από την πρώτη στιγμή τον τιμούσαν για την αγιότητά του. Μάλιστα ο τότε μητροπολίτης Ρόδου Αγάπιος μαζί με τους προκρίτους της Ρόδου ζήτησαν να παραλάβουν το άγιο λείψανο όπως και έγινε. Το παρέλαβαν και το έθαψαν με μεγάλες τιμές πίσω από το ιερό του Ιερού Ναού των Εισόδιων της Θεοτόκου στο Νιοχώρι. Για το μνήμα φρόντισε ο συμπατριώτης του αγίου, Κωνσταντίνος Κάφας. Μάλιστα τοποθέτησε και μαρμάρινη πλάκα που έγραφε:
- "Τούτο το μνήμα υπάρχει του Αγίου Νεομάρτυρος Κωνσταντίνου Νυδριώτη, συνδρομή Κωνσταντίνου Υδριώτη Καφά".
Η πλάκα αυτή βρέθηκε το 1921 κατά τις εργασίες επέκτασης της εκκλησίας κάτω από τον στύλο της αγίας Τράπεζας, όπου προφανώς μεταφέρθηκε, και σήμερα είναι τοποθετημένη στον δεξιό τοίχο του κυρίως ναού.
Πέρασαν τρία χρόνια από την στιγμή του μαρτυρίου του, και η μητέρα του, η κυρά-Μαρίνα πήγε στο νησί της Ρόδου και πήρε το άγιο Λείψανο του γιου της μαζί με μία συστατική επιστολή του τότε μητροπολίτη Ρόδου Αγαπίου και το μετέφερε στην Ύδρα όπου ύστερα από πάνδημη υποδοχή και έκθεση σε λαϊκό προσκύνημα βρήκε τη γαλήνη στο Μοναστήρι της Παναγίας όπου υπάρχει μέχρι σήμερα σε χρυσή θήκη. Λίγο πριν ξεκινήσει το ταξίδι προς την Ύδρα ο ιερέας στο Νιοχώρι της Ρόδου που ονομαζόταν Παπαγιάννης κράτησε την ωλένη του χεριού του Αγίου που σήμερα φυλάσσεται σε ασημένια θήκη στο ιερό του Ναού.
Να θυμηθούμε ότι μετά από ένα αιώνα από την τελείωσή του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατέταξε επίσημα τον άγιο Κωνσταντίνο στην χορεία των αγίων Νεομαρτύρων και όρισε η μνήμη του να εορτάζεται στις 14 Νοεμβρίου, που είναι και η ημέρα του απαγχονισμού του. Να θυμίσουμε επίσης το έτος 2000, εορτάστηκαν στην γενέτειρα του Αγίου, την Ύδρα με εκδηλώσεις, συνέδριο και ειδικές εκδόσεις, τα διακόσια χρόνια από το μαρτύριο του Αγίου. Σήμερα, στην γενέτειρά του την Ύδρα, υπάρχει λαμπρότατος Ναός στο όνομά του, όπου βρίσκεται και το ιερό του λείψανο.

Οι τιμές προς τον Άγιο

Η είδηση της τελείωσης του Αγίου έφτασε γρήγορα και στο Άγιο Όρος, όπου ο άγιος Νικόδημος έγραψε συγκινημένος τον βίο και την ασματική ακολουθία του μάρτυρα, που εκδόθηκε στη Βενετία πρώτη φορά το 1814. Στην συγκεκριμένη έκδοση υπάρχει και καλλιτεχνική χαλκογραφία του αγίου. Από το 1955, με ενέργειες του τότε μητροπολίτη Ρόδου Σπυρίδωνος, που καταλάβαινε την επιθυμία των Ροδίων, ο άγιος Κωνσταντίνος ο Υδραίος καθιερώθηκε και επίσημα με διάταγμα ως πολιούχος Άγιος της Ρόδου. Από τότε κάθε χρόνο η 14η Νοεμβρίου είναι αργία για την πόλη της Ρόδου και η εικόνα του ηρωϊκού αγίου λιτανεύεται με επίσημη τελετή. Στις 23 Οκτωβρίου 1994 θεμελιώθηκε νέος μεγάλος ναός από τον πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο.
Στην Ύδρα επίσης ο νεομάρτυς Κωνσταντίνος είναι πολυούχος, και στη μνήμη του κτίστηκε καινούργιος μεγάλος ναός στο ύψωμα της Κιάφας, όπου φυλάσσεται η τιμία "κάρα" του, ενώ τα λοιπά οστά μένουν να αγιάζουν στην παλιά εκκλησία της Παναγίας κάτω στην Πόλη. Εικόνες και χαλκογραφίες με τον άγιο Κωνσταντίνο τον Υδραίο άρχισαν να κυκλοφορούν ελάχιστα χρόνια μετά το μαρτύριο του.

ΒΙΟΣ: Άγιος Ανδρέας - Ο πρωτόκλητος Απόστολος

Ο Άγιος Ανδρέας - Ο πρωτόκλητος Απόστολος

Πηγές του βίου και του μαρτυρίου του

Όσα αναφέρονται στον άγιο απόστολο του Χριστού, Ανδρέα τον πρωτόκλητο βασίζονται σε αρχαίες πηγές. Για την περίοδο μέχρι την Πεντηκοστή στα ιερά Ευαγγέλια και τις Πράξεις των Αποστόλων. Για τη μετέπειτα δράση και το μαρτύριό του, σε παλαιά γραπτά μνημεία και την εκκλησιαστική παράδοση. Εκτός λοιπών από τις πληροφορίες της Καινής Διαθήκης, τις οποίες θα μνημονεύσουμε στη συνέχεια, για το άγιο μας αρυόμαστε τα σχετικά από: α. Τις Πράξεις και μαρτύριον του αγίου αποστόλου Ανδρέου, έργο του 2ου αιώνος, αγνώστου συγγραφέως ή του Λευκίου. Κατ’ άλλους πρόκειται περί εγκυκλίου των πρεσβυτέρων της Αχαΐας. β. Τις Πράξεις Ανδρέου και Ματθία εις την πόλιν των ανθρωποφάγων, που επίσης αποδίδονται στον Λεύκιο. γ. Το έργο Περί του βίου, των πράξεων και της τελευτής του αγίου Ανδρέου του πρωτόκλητου, που συνέγραψε ο μοναχός και πρεσβύτερος Επιφάνιος (περί το 1015) και περιέχεται στην “Ελληνική Πατρολογία” του J. - P. Migne (τόμος 120, 216–260). δ-ε. Το έργο “Πράξεις και Περίοδοι του αγίου αποστόλου και πανευφήμου Ανδρέου” εγκωμίω συμπεπλεγμέναι και το έργο, “Μαρτύριο του αγίου αποστόλου Ανδρέου” που στηρίζονται σε κώδικες του 11ου - 12ου αιώνα (και εκδόθηκαν από τον Bonnet). στ. Το έργο Passio sancti Andreae apostoli στη λατινική γλώσσα. ζ. Το Συναξάριο της 20ης Νοεμβρίου με το Υπόμνημα εις τον άγιον απόστολον Ανδρέαν τον πρωτόκλητον. Και τέλος η. Την υμνολογία (Εσπερινού και Όρθου) της εορτής του.

Με τη σύνθεση της ζωής, της δράσεως, της διδασκαλίας, του μαρτυρίου, τις περιπέτειες των ιερών λειψάνων και την επανακομιδή της τιμίας κάρας του στην Πάτρα (1964) έχουν ασχοληθεί κατά τα νεότερα χρόνια δόκιμοι συγγραφείς, πατρεύς (1899), ο Π. Ν. Τρεμπέλας (1956). ο αρχιμ. Φώτιος Σ. Κωνσταντινίδης (1971) και ο Χρ. Μ. Ενιολείδης (1975, 1978), τα έργα των οποίων λάβαμε υπόψη κατά τη σύνταξη του παρόντος.

Η κλήση του στο αποστολικό έργο

Ο Ανδρέας ήταν γιος του Ιωνά. Γεννήθηκε στη Βησθαϊδά της Γαλιλαίας. Τόσο ο πατέρας του, όσο και ο ίδιος, καθώς και ο μεγαλύτερος σε ηλικία αδελφός του Πέτρος ήταν ψαράδες. Και ναι μεν δεν είχαν τη δυνατότητα να μάθουν πολλά γράμματα, δεν παρέλειψαν όμως να μάθουν πολλά γράμματα, δεν παρέλειψαν όμως να καλλιεργήσουν τη θρησκευτική τους πίστη, ως ευσεβείς Ισραηλίτες. Γι’ αυτό και παρακολουθούσαν τακτικά τα κηρύγματα του Ιωάννου του Βαπτιστού και ανήκαν στο στενό κύκλο των μαθητών του.

Αντίθετα με τον αδελφό του Πέτρο ο Ανδρέας δεν είχε νυμφευθεί. Μυ έχοντας λοιπόν δική του οικογένεια έφυγε από τη Βηθσαϊδά και κατοικούσε με τον έγγαμο αδελφό του στην Καπερναούμ (Μάρκ. 1,29). Ίσως αυτός ήταν και ο λόγος που είχε προσκολληθεί περισσότερο στον Ιωάννη τον Πρόδρομο και αξιώθηκε μαζί με τον Ιωάννη, το μετέπειτα αγαπημένο μαθητή του Κυρίου, να γνωρίσει πρώτος τον Μεσσία Χριστό. Ιδού πως περιγράφει το ιερό Ευαγγέλιο αυτή τη θεία γνωριμία:

Την άλλη μέρα, ο Ιωάννης (Βαπτιστής) στεκόταν πάλι με δύο από τους μαθητές του και καθώς είδε τον Ιησού να προσπερνάει, είπε: “Αυτός είναι ο αμνός του Θεού”. Οι δύο μαθητές τον άκουσαν να το λέει και ακολούθησαν τον Ιησού. Ο Ιησούς γύρισε και, βλέποντάς τους να τον ακολουθούν, τους είπε: “Τι θέλετε;”. Κι αυτοί του απάντησαν: “Ραββί - που σημαίνει διδάσκαλε - που μένεις;”. Ελάτε και θα δείτε“, του λέει. Πήγαν λοιπόν, και είδαν που μένει, κι εκείνη την ημέρα έμειναν κοντά του, η ώρα ήταν περίπου τέσσερις το απόγευμα. Ο ένας από τους δύο που άκουσαν τα λόγια του Ιωάννη κι ακολούθησαν τον Ιησού ήταν ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σίμωνος Πέτρου. Βρίσκει σε λίγο τον αδελφό του το Σίμωνα και του λέει: ”Βρήκαμε το Μεσσία“ - που σημαίνει το Χριστό. Και τον έφερε στον Ιησού. Ο Ιησούς τον κοίταξε καλά και του είπε: ”Εσύ είσαι ο Σίμων, ο γιος του Ιωνά, εσύ θα ονομαστής Κηφάς" - που σημαίνει Πέτρος (Ιω. 1, 35–43).

Ακολούθησε η κλήση τους στο αποστολικό αξίωμα, όπως το περιγράφει ο ιερός ευαγγελιστής Ματθαίος: Καθώς ο Ιησούς περπατούσε στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας, είδε δύο αδέλφια, το Σίμωνα, που τον έλεγαν και Πέτρο, και τον αδελφό του τον Ανδρέα, να ρίχνουν τα δίχτυα στη λίμνη, γιατί ήταν ψαράδες. “Ακολουθήστε με”, τους λέει, “και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων”. Κι αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα και τον ακολούθησαν (4, 18–20), και το επαναλαμβάνει ο ιερός Μάρκος (1, 16–18).

Το όνομα του Ανδρέα μνημονεύεται ακόμα και στις εξής περιπτώσεις στην Καινή Διαθήκη: Στον Κατάλογο των αποστόλων (Ματθ. 10,2. Μάρκ. 3,18. Λουκ. 5,14 και Πράξ. 1, 13). Όταν μαζί με τους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη ρώτησε τον Ιησού πότε θα γίνουν αυτά και ποιο είναι το σημάδι που θα αναγγείλει τη συντέλεια όλων αυτών (Μάρκ. 13,4), τότε που ο Κύριος είχε προαναγγείλει την καταστροφή του ναού του Σολομώντα. Επίσης όταν ενημέρωσε τον Ιησού Χριστό, εκεί στην έρημο, ότι είναι εδώ ένα παιδί που έχει πέντε κρίθινα ψωμιά και δύο ψάρια, αλλά τι είναι αυτά για τόσους ανθρώπους; (Ιω. 6, 9). Και τέλος όταν μερικοί Έλληνες ζήτησαν να δουν τον Ιησού: Αυτοί λοιπόν πήγαν στο Φίλιππο, και τον παρακαλούσαν με αυτά τα λόγια: “Κύριε, θέλουμε να δούμε τον Ιησού”. Πηγαίνει ο Φίλιππος και το λέει στον Ανδρέα. Έπειτα έρχονται ο Ανδρέας και ο Φίλιππος και το λένε στον Ιησού. Ο Ιησούς τότε τους απάντησε: “Ήρθε πια η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου” (Ιω. 12, 21–23).

Η αποστολική δράση του στη Σινώπη και την Αμισό

Και ενώ είναι γεγονός ότι στο βιβλία της Καινής Διαθήκης δεν γίνεται άλλη ονομαστική αναφορά στον απόστολο Ανδρέα, εντούτοις είναι βέβαιο ότι και αυτός, όπως και οι λοιποί απόστολοι, ακολούθησε τον Ιησού Χριστό σε όλες τις δραστηριότητες του κατά την τριετή δημόσια διδασκαλία του και άκουσε τις άκουσε τις οδηγίες του όταν τους έλεγε να πορευτούν για να κάνουν μαθητές του όλα τα έθνη, βαφτίζοντας τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και να τους διδάξουν να τηρούν όλες τις εντολές που τους είχε δώσει (Ματθ. 28, 19–20). Μετά δε την Ανάληψη του Κυρίου και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής (Πράξ. 2, 1–4), αφού για μεγάλο διάστημα παρέμεινε και ο Ανδρέας στην Ιερουσαλήμ κηρύσσοντας το λόγο του Θεού, όπως οι λοιποί απόστολοι, έλαβε χώραν ο λιθοβολισμός του πρωτομάρτυρος αγίου Στεφάνου, η κλήση στο αποστολικό αξίωμα του Παύλου και δο διωγμός των χριστιανών. Τότε ακολούθησε η διασπορά των Δώδεκα αρχικά στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ και της Παλαιστίνης και στη συνέχεια οι αποστολικές περιοδείες σε όλο το γνωστό τότε κόσμο, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων (δηλαδή και ο Κύριος συνεργούσε μαζί τους κι επιβεβαίωνε το κήρυγμά τους με τα θαύματα που το συνόδευε - Μάρκ. 16, 20).

Στο απόστολο Ανδρέα έλαχε η περιοχή των παραλίων του Ευξείνου Πόντου και της Σκυθίας. Σύμφωνα λοιπόν με αναφορές που γίνονται στις πηγές του βίου του, ο άγιος μας κήρυξε στη Νίκαια, τη Νικομήδεια, τη Βιθυνία, τη Γοτθία, τη Σεβαστούπολη, την Αμισό (Σαμψούντα), την Τραπεζούντα, την Ηράκλεια, την Αμόστριδα, τη Σινώπη, και το Βυζάντιο (μετέπειτα Κωνσταντινούπολη). Εκχριστιάνισε επίσης τους αρχαίους λαούς Αλανούς, Αβασγούς, Ζηκχούς, Βοσπορινούς και Χερσονίτες, για να καταλήξει - δια της Θράκης, Μακεδονίας και Θεσσαλίας - στην Αχαΐα και να μαρτυρήσει στην Πάτρα.

Στις αποστολικές του περιοδείες συνοδευόταν πάντοτε από τον απόστολο Ματθία, ενώ περιόδευε και με τον αδελφό του Πέτρο. Ιδιαίτερα σημαντική και καρποφόρα υπήρξε η δράση του στις πόλεις Σινώπη και Αμισό, όπου συνέστησε χριστιανικές κοινότητες, παρόλο που οι κάτοικοί τους ήταν διαιρεμένοι μεταξύ τους, εξαιτίας των διαφορετικών θρησκειών, και είχαν “ανήμερον το ήθος και τον τρόπον βάρβαρον”, τόσο που να αποκαλούνται “ανθρωποφάγοι”. Στη Σινώπη μάλιστα μερικοί από αυτούς συνέλαβαν τον Ματθία, τον φυλάκισαν και είχαν σκοπό να θέσουν τέρμα στη ζωή του. Ο απόστολος όμως Ανδρέας τον ελευθέρωσε θαυματουργικά και έφυγε μαζί και με άλλους μαθητές του, πηγαίνοντας “εις την Αμισηνών πόλιν παρά την θάλασσαν του Ευξείνου κειμένην”, όπου φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Δομετιανού, ιουδαίου στην πίστη. Κηρύττοντας στην πόλη αυτή ίδρυσε χριστιανική κοινότητα, καθιέρωσε υθσιαστήριο και χειροτόνησε πρεσβυτέρους και διακόνους, κάποιους άνδρες απ’ αυτούς που είχαν πιστέψει και βαπτιστεί και ήταν άξιοι για το λειτούργημα της ιερωσύνης.

Στη συνέχεια κήρυξε σε χωριά και πόλεις της χώρας του Πόντου, ιδιαίτερα στην Τραπεζούντα. Κατόπιν επισκέφθηκε την περιοχή των Ιβήρων και αφού περασε “τα της Παρθικής χώρας μέρη”. πήγε στα Ιεροσόλυμα για να συναντήσει τους άλλους αποστόλους και να συνεορτάσει το Πάσχα και την Πεντηκοστή. Επιστρέφοντας μέσω Αντιοχείας, πέρασε και από την Έφεσο. Έπειτα κήρυξε στη Λαοδίκεια της Φρυγίας, την Οδυσσούπολη της Μυσίας, τη Νικομήδεια, την Καλχηδόνα και κατέληξε για δεύτερη φορά στη Σινώπη.

Όταν οι κάτοικοι της πόλης αυτής πληροφορήθηκαν την άφιξή του, θύμωσαν, συγκεντρώθηκαν και “θηριωδώς ώρμησαν κατ’ αυτού”. Τον συνέλαβαν και του είπαν: Αυτά που μας έκανες, θα σου κάνουμε και εμείς. Και του θύμισαν τον τρόπο με τον οποίο είχε θαυματουργικά ελευθερώσει τον φυλακισμένο Ματθία. Αφού συσκέφθηκαν, αποφάσισαν να τον δέσουν από τον τράχηλο με χοντρό σχοινί και να τον διασύρουν στις πλατείες και τα στενά της πόλεως και όταν πεθάνει να μοιράσουν και να φάνε το σώμα του!

Τον υπέβαλαν σ’ αυτό το φρικτό μαρτύριο και ’αι σάρκες αυτού εκολλώντο εν τη γη και το αίμα αυτού έρρεεν ώσπερ ύδωρ εις την γην“. Όμως ο άγιος Ανδρέας δεν πέθανε. Γι’ αυτό τον έριξαν στη φυλακή. Το άλλο πρωί τον υπέβαλαν στο ίδιο μαρτύριο, πράγμα που επανέλαβαν και το επόμενο πρωινό. Η εξάντλησή του ήταν τέτοια ώστε οι ”ανθρωποφάγοι“ της Σινώπης να σκέπτονται αν την άλλη μέρα θα τον βρουν ζωντανό, αφού είχε ατονήσει και οι σάρκες του είχαν ”δαπανηθεί".

Την νύχτα όμως εκείνη “παρεγένετο ο Κύριος εν τη φυλακή” και απλώνοντας το χέρι του είπε στον Ανδρέα: “Δος μοι την χείρα σου και ανάστα υγιής”. Και, ω του θαύματος, ο Ανδρέας έγινε τελείως υγιής, ενώ συγχρόνως ξέσπασε κατακλυσμός αλμυρών υδάτων που έπνιξε πολλούς και απείλησε ολόκληρη την πόλη. Οι κάτοικοι της Σινώπης, μπροστά στον κίνδυνο, κατάλαβαν το λάθος τους και έσπευσαν να ζητήσουν τη βοήθεια του Θεού του Ανδρέα. Ο οποίος ζήτησε και ο Κύριος κατέπαυσε τον κατακλυσμό. Έτσι, “εξήλθε Ανδρέας εκ της φυλακής και τότε πας ο όχλος ιδών αυτόν εβόων άπαντες ελέησον ημάς”.

Ο απόστολος Ανδρέας αξιοποίησε την ευκαιρία, κήρυξε ελεύθερα, χειροτόνησε διακόνους και πρεσβυτέρους και έφυγε για την Τραπεζούντα. Αργότερα και αφού “κατέσπειρεν εν Βοσπόρω τα θεία λόγια, πολλούς προς καρποφορίαν επιτηδείους κατέστησεν”. Επόμενος σταθμός του το Βυζάντιο, όπου χειροτόνησε και εγκατέστησε πρώτο επίσκοπο τον Στάχυ. Γι’ αυτό και ιδρυτής της Εκκλησίας της πόλεως αυτής (μετέπειτα Κωνσταντινουπόλεως) είναι ο πρωτόκλητος μαθητής του Κυρίου, ο απόστολος Ανδρέας. Και το οικουμενικό Πατριαρχείο την ημέρα της μνήμης του ιδρυτού της τιμά τη θρονική εορτή του (30 Νοεμβρίου)

Η μετάβασή του στην Πάτρα

Φεύγοντας από το Βυζάντιο πήγε στην Ηράκλεια, πόλη της Θράκης, όπου κήρυξε το μήνυμα του Ευαγγελίου. Λίγες ημέρες μετά αναχώρησε και περνώντας από πόλεις και χωριά της Μακεδονίας “κήρυττε, νουθετούσε, θεράπευε αρρώστους χειροτονούσε ιερείς και πολλούς καθοδηγούσε προς το δρόμο της σωτηρίας”, όπως αναφέρεται στις “Πράξεις Ανδρέου και Ματθία…”.

Αφού διήλθε κατόπιν τη Θεσσαλία και τη σημερινή Στερεά Ελλάδα έφτασε στην Πάτρα, πόλη ονομαστή τότε για του ναούς και τα αγάλματα, πόλη που ήταν η πολυανθρωπότερη στην Ελλάδα, την υποδουλωμένη στους Ρωμαίους. Φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Σωσσίου, τον οποίο θεράπευσε από ανίατη ασθένεια, με επίθεση των χειρών του, και τον έκανε μαθητή του. Η φήμη του θαύματος διαδόθηκε στην πόλη και έφτασε στην ακοή και του ανθυπάτου που λεγόταν Λέσβιος. Όντας φανατικός ειδωλολάτρης θεώρησε τον απόστολο Ανδρέα ως “μάγον και απατεώνα”, σχεδίαζε δε να τον συλλάβει και να τον θανατώσει. Τη νύχτα όμως, εντελώς απρόσμενα, αρρώστησε βαριά και παρέμεινε για πολλές ώρες άφωνος. Όταν κάπως συνήλθε, διέταξε άντρες της φρουράς του να αναζητήσουν τον Ανδρέα και να τον οδηγήσουν κοντά του. Μόλις η διαταγή του εκτελέσθηκε, με δάκρυα στα μάτια ο ανθύπατος τον παρακάλεσε με τούτα τα λόγια: “Άνθρωπε ξένε και γνώστα ξένου Θεού, ελέησον άνθρωπον πεπλανημένον και ταις των αμαρτημάτων κηλίσι κατεστιγμένον”.

Ο απόστολος Ανδρέας δεν έμεινε ασυγκίνητος από τα δάκρυα του ανθυπάτου. Μετά από σύντομη θερμή προσευχή στον Ιησού Χριστό, επέθεσε το χέρι του στο σώμα του ασθενούς και τον θεράπευσε, βοηθώντας τον συνάμα να σηκωθεί υγιής από το κρεβάτι του. Όπως ήταν επόμενο το νέο αυτό θαύμα διαδόθηκε αστραπιαία στην Πάτρα. Και όσοι είχαν ασθενείς στις οικογένειές ους τους έφερναν στον απόστολο του Χριστού Ανδρέα.

Εκείνος, “επιθείς τας χείρας εφ’ εκάστω αυτών, παρευθύς πάντας ιασάτο”. Η θαυματουργική αυτή δράση του, συνδυασμένη με το σωτήριο κήρυγμά του και την αγιότητα που ο ίδιος εξέπεμπε, προσείκλυε πολλού ειδωλολάτρες στη χριστιανική πίστη και το Βάπτισμα. Ανάμεσά τους και ο ανθύπατος Λέσβιος. Οι χριστιανοί διαρκώς πληθύνονταν και η Πάτρα απέκτησε μια πολυάριθμη χριστιανική κοινότητα.

Η θεραπεία της συζύγου του ανθυπάτου

Τα νέα όμως έφτασαν και στην Ρώμη, της οποίας ο αυτοκράτορας, επηρεαζόμενος και από εισηγήσεις επιτηδείων συμβούλων, θεώρησε τον ανθύπατο της Αχαΐας ως ανίκανο. Τον έπαυσε λοιπόν από το αξίωμά του και έστειλε στην Πάτρα ως αντικαταστάτη του τον Αιγεάτη. Ο Λέσβιος δεν στενοχωρήθηκε για το γεγονός. Αντίθετα χάρηκε διότι ήταν πλέον ελεύθερος να ακολουθεί τον απόστολο Ανδρέα σε όλες τις ιεραποστολικές του εξορμήσεις “εν πάση τη της Αζαΐας περιχώρω” και να τον βοηθάει στον θείο κήρυγμα.

Σύζυγος του νέου ανθυπάτου ήταν η Μαξιμίλλα, η οποία πρέπει να είχε κάποια θετική στάση απέναντι στη νέα θρησκεία. Διότι, μόλις εγκαταστάθηκε στην Πάτρα και πληροφορήθηκε τα σχετικά με τη δράση του αποστόλου Ανδρέα, έστειλε στο σπίτι του Σωσσίου, όπου διέμενε ο απόστολος, μια έμπιστη θεραπαινίδα ή συγγενή της (την Ιφιδάμα ή Εφιδαμία), προκειμένου να μάθει περισσότερα. Προτού όμως μπορέσει και η ίδια να γνωρίσει τον απόστολο του Χριστού όπως επιθυμούσε, αρρώστησε βαριά. Οι γιατροί της Πάτρα, παρά τις προσπάθειες που κατέλαβαν, δεν κατάφεραν να τη θεραπεύσουν. Τότε η ίδια σκέφθηκε τον απόστολο Ανδρέα. Έστειλε και τον κάλεσαν. Εκείνος έσπευσε με προθυμία κοντά της.

Μπαίνοντας στην κατοικία του ανθυπάτου βρήκε τον Αιγεάτη σε απόγνωση: Κρατούσε στα χέρια του μεγάλο μαχαίρι και ήταν έτοιμος να θέσει τέρμα στη ζωή του, γιατί επιθυμούσε να φύγει από τον εδώ κόσμο μαζί με την ετοιμοθάνατη γυναίκα του. Πρώτα ο απόστολος Ανδρέας του απηύθυνε το λόγο, με ήρεμη φωνή, λέγοντάς του: “Βάλε το μαχαίρι στη θέση του, και ζήτησε τη βοήθεια του Κυρίου και Θεού του ουρανού και της γης και αφού πιστέψεις σ’ αυτόν θα σωθείς”. Ύστερα, βάζοντας το χέρι του στο κεφάλι της άρρωστης Μαξιμίλλας, τη θεράπευσε αμέσως!

Ο ανθύπατος Αιγεάτης χάρηκε βέβαια για τη θεραπεία της γυναίκας του, αδιαφόρησε όμως για την αλήθεια. Μετρώντας τα πάντα με την ειδωλολατρική πίστη και το υλικό φρόνημα, θεώρησε τον Ανδρέα ως επαγγελματία γιατρό. Και αποφάσισε να του δοθεί ως αμοιβή το ποσό των χιλίων χρυσών νομισμάτων. Ο απόστολος του Χριστού αρνήθηκε την αμοιβή, λέγοντας στον ανθύπατο ότι τα νομίσματα ανήκουν στον ίδιο, ενώ εκείνος θα έπαιρνε την αμοιβή του παλύ σύντομα. Εννοούσε με τα λόγια αυτά την προσχώρηση της Μαξιμίλλας στην χριστιανική πίστη.

Ο Αιγεάτης, παρόλο που έβλεπε πόσο μεγάλη απήχηση στο λαό είχε η όλη δράση του αποστόλου Ανδρέα, η οποία αυξήθηκε μετά τη θεραπεία της Μαξιμίλλας, δεν αντέδρασε αμέσως. Σχεδίαζε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά της χριστιανικής πίστεως μόλις επέστρεφε από τη Ρώμη, όπου θα μετέβαινε για να εμφανιστεί στον αυτοκράτορα.

Στη διάρκεια αυτής της απουσίας του έφτασε στην Πάτρα ο αδελφός του Στρατοκλής, συνοδευόμενος από τον έμπιστό του και πολύ αγαπητό υπηρέτη Αλκμάν. Η Μαξιμίλλα βρήκε την ευκαιρία να γνωριστούν αυτοί οι δύο με τον απόοστολο Ανδρέα, όταν αιφνιδίως ο Αλκμάν προσβλήθηκε από σοβαρή νόσο και ο Στρατοκλής βρέθηκε σε μεγάλη απόγνωση. Καθοδηγούμενος από τη Μαξιμίλλα αναζήτησε τον Ανδρέα. Ο άγιος του Θεού έσπευσε στο πραιτώριο όπου διέμενε ο Στρατοκλής. Πάνω από το κρεβάτι του Αλκμάν ήταν “μάγοι και φαρμακοί”, απελπισμένοι που δεν μπορούσαν να τον θεραπεύσουν. Ο απόστολος, αφού προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο και Θεό του, άπλωσε το χέρι του, έπιασε τον ασθενή και αφού τον σήκωσε όρθιο “συνεβάδιζε αυτός σωφρόνως και ευσταθώς και ευτάκτως ομιλών και ήδιστα ορών τον απόστολον”.

Μετά και το νέο τούτο θαύμα μέσα στο πραιτώριο (είχε προηγηθεί η θεραπεία της Μαξιμίλλιας), κάθε δισταγμός εξέλειπε. Η σύζυγος του ανθυπάτου, η Ιφιδάμα (ή Εφιδαμία), ο Στρατοκλής, ο Αλκμάν και άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντός τους βαπτίστηκαν και συγκαταριθμήθηκαν στη χριστιανική κοινότητα. Μέχρι που να επιστρέψει ο ανθύπατος Αιγεάτης από τη Ρώμη είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν βαθύτερα τη νέα πίστη και να ζήσουν μέσα σε κλίμα σύμπνοιας, ενότητας και αγάπης, “εν τω συνδέσμω της ειρήνης”.

Η φυλάκιση του αποστόλου Ανδρέα

Η επιστροφή του ανθυπάτου Αιγεάτη σήμανε και το τέλος της πνευματικής αυτής ατμοσφαίρας, μόλις αυτός ενημερώθηκε ότι η σύζυγος, ο αδελφός και άλλοι οικείοι του έγιναν χριστιανοί. Αρχικά απαίτησε από τη Μαξιμίλλα να επιστρέψει στη λατρεία των ειδώλων. Εκείνη όχι μόνο το αρνήθηκε, αλλά συνέστησε στον άντρα της να αρνηθεί εκείνος τα είδωλα και να ασπασθεί την πίστη στον μόνο αληθινό Θεό των χριστιανών. Ο Αιγεάτης οργίστηκε. Έγινε έξαλλος. Θεωρώντας δε ως υπαίτιο για ότι είχε συμβεί τον απόστολο Ανδρέα, διέταξε τη σύλληψη και φυλάκιση του “εν ασφαλεστάτη φρουρά”, ενώ τον απείλησε με πολλά και σκληρά βασανιστήρια, σε περίπτωση κατά την οποία δεν έπειθε τη Μαξιμίλλα να επανέλθει στη λατρεία των ειδώλων.

Αλλά και τη σύζυγό του προσπαθούσε να μεταπείσει με κολακείες ή και απειλές: Έλα, γύρισε κοντά μου, της έλεγε. Γίνε όπως ήσουν πρώτα. Έλα, κι εγώ για χάρη σου θα ελευθερώσω αυτόν τον ξένο, τον οποίο κρατώ δέσμιο και υπόδικο στη φυλακή. Αν όμως δεν με ακούσεις, σ’ εσένα μεν δεν θα κάνω κανένα κακό, ενθυμούμενος την προηγούμενη αγάπη μας. Τον ξένο όμως, τον οποίον “και πλέον εμού ποθούσα στέργεις, τούτον ποικίλους μετ’ ατιμίας αναλώσω βασάνοις” (“Μαρτύριον_”, 15).

Και ενώ ούτε οι κολακείες ούτε οι άλλες απειλές του συζύγου της συγκίνησαν τη Μαξιμίλλα, η τελευταία προειδοποίηση ότι θα οδηγήσει σε βασανιστικό θάνατο τον απόστολο Ανδρέα την αφόβισε. Γι’ αυτό και έτρεξε αμέσως στο δεσμωτήριο ώστε να ενημερώσει τον άγιο. Εκείνος, αντί να φοβηθεί, “μάλλον επεστήριζεν αυτήν εμμένειν τω φόβω του Κυρίου”. Καμία θλίψη, της έλεγε, δεν είναι αιώνια στην παρούσα ζωή. Πρέπει να την υπομένουμε για να χαρούμε στον ουρανό. Για μένα μην ανησυχείς. Θα χαρώ πολύ αν υποστώ - μιμούμενος τον Κύριο - ακόμα και σταυρικό θάνατο, ώστε να βρεθώ το ταχύτερο κοντά του για πάντα.

Ενισχυμένη από τα λόγια αυτά και το παράδειγμα του αποστόλου, η Μαξιμίλλα εμφανίστηκε πιο θαρραλέα στη νέα συνάντησή της με τον Αιγεάτη. Του δήλωσε μάλιστα ότι θεωρεί προτιμότερο τον μαρτυρικό θάνατο από το να ζει μαζί με έναν αμετανόητο ειδωλολάτρη. Τα λόγια της εξαγρίωσαν ακόμα περισσότερο τον άντρα της που οργισμένος της είπε: Αν αυτός ο γέροντας δεν σου αλλάξει τνώμη ώστε να ξαναγυρίσεις σ’ εμένα, εκείνον και εσένα θα σας παραδώσω στο θάνατο.

Ενώ όμως ο Αιγεάτης απειλούσε για να κάμψει το φρόνημα της Μαξιμίλλας, ο απόστολος του Χριστού την ενθάρρυνε, ώστε να παραμείνει σταθερή στην πίστη της: “Μη υποχωρήσεις εξαιτίας των απειλών”, της έλεγε. “Υπόμεινε. Φύλαξε τον εαυτό σου αγνό και καθαρό. από τη συναναστροφή σου μ’ αυτόν”. Όσο για μένα, δεν πτοούμαι, ούτε με τα λόγια ούτε με την εφαρμογή των απειλώ του. Είτε με παραδώσει σε αιμοβόρα θηρία, είτε με κάψει στην πυρά, είτε με πνίξει στη θάλασσα, είτε με αποκεφαλίσει με το ξίφος, είτε με καρφώσει σε σταυρό, θα μάθει τι σημαίνει αγάπη και αφοσίωση των χριστιανών στον Κύριο, προς τον οποίον έχουμε στραμμένο το βλέμμα μας και προς τον οποίον επειγόμαστε να πάμε, για να μετάσχουμε στη βασιλεία του, όπως ο ίδιος μας διαβεβαίωσε.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο εκεί παρευρισκόμενος Στρατοκλής, αδελφός του ανθυπάτου, συγκινήθηκε και δακρυσμένος άρχισε να στενάζει χωρίς διακοπή. Ο απόστολος Ανδρέας τον έπιασε από το χέρι και παρηγορώντας τον τον ρώτησε γιατί δεν ηρεμεί αλλά αναστενάζει έτσι. Εγώ, του είπε, χαίρομαι που σου αποκάλυψα τον λόγο του Κυρίου και τον έσπειρα στην καρδιά σου, σαν σε εύφορη γη, και έφερε καρπό εκατονταπλασίονα. Μη στενοχωρείσαι λοιπόν και μου ραγίζεις την καρδιά. Ο Στρατοκλής του απάντησε πως κλαίει γιατί απειλείται κατά του αποστόλου θάνατος και δεν θα ακούν πλέον τον θείο λόγο του. Και ο άγιος τον βεβαίωσε πως χαίρεται διότι η διδασκαλία του δεν έπεσε στο κενό και ότι γνωρίζει για τη δίκη, την καταδίκη και το μαρτύριό του που θα ακολουθήσουν σύντομα, για χάρη του Κυρίου και του Ευαγγελίου Του.

Καταδίκη και θάνατος με σταύρωση

Όταν ο ανθύπατος της Αχαΐας Αιγεάτης έχασε κάθε ελπίδα για μεταστροφή της γυναίκας του, πήρε τις τελικές αποφάσεις. Και επειδή, φοβούμενος τους γονείς της Μαξιμίλλας που ήταν επιφανείς, δεν τολμούσε να της κάνει κάτι έστρεψε όλη την οργή του κατά του αγίου, τον οποίο άλλωστε θεωρούσε και υπαίτιο για ότι είχε συμβεί.

Με διαταγή του οδήγησαν τον απόστολο Ανδρέα ενώπιόν του για να τον δικάσει με τη κατηγορία ότι διέδιδε μία νέα θρησκεία την οποία “οι Ρωμαίοι βασιλείς εξαφανίσει εκέλευσαν”, ενώ και οι συμπατριώτες του Ιησού, οι Ιουδαίοι, είχαν αποδοκιμάσει τη διδασκαλία του και μάλιστα τον κάρφωσαν επάνω στο σταυρό. Μετά την διατύπωση αυτής της κατηγορίας, μεταξύ του αγίου Ανδρέα και του ανθυπάτου Αιγεάτη έγινε ο διάλογος που ακολούθει και διασώζεται στις “Πράξεις και μαρτύριον του αγίου αποστόλου Ανδρέου”:

Ανδρέας: Αν ήξερες ποιο μυστήριο κρύβεται στο σταυρικό θάνατο του Κυρίου μου και από ποια αγάπη για το ανθρώπινο γένος τον δέχθηκε με την θέλησή του!

Αιγεάτης: Τι είναι αυτά που λες; Αφού προδόθηκε από το δικό ου μαθητή και συνελήφθη από τους Ιουδαίους και παραδόθηκε στον Πιλάτο και σύμφωνα με αίτημα των Ιουδαίων καρφώθηκε πάνω στο σταυρό, πως εσύ ισχυρίζεσαι ότι με τη θέληση του σταυρώθηκε;

Ανδρέας: Εγώ όμως ήμουν μαζί του και μπορώ σαν αυτόπτης να βεβαιώσω ότι με τη θέλησή του παραδόθηκε στο θάνατο. Διότι πολύ πριν συλληφθεί, μας προείπε ότι θα σταυρωνόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων, γνώριζε ποιος από τους μαθητές του θα τον πρόδιδε και, αν ήθελε, είχε καιρό να φύγει και να κρυφτεί, για να μην τον συλλάβουν οι Ιουδαίοι. Και όμως όταν επρόκειτο να τον προδλω΄σει ο μαθητής του, ατνί να κρυφτεί, πήγε σοτν τόπο =που συνήθιζε και τον οποίο γνώριζε καλά ο Ιούδας.

Αιγεάτης: Τέλος πάντων, είτε εκούσια είτε ακούσια, ομολογείς κι εσύ ότι σταυρώθηκε και θανατώθηκε ως κακούργος.

Ανδρέας: Είπα όμως ότι είναι “μέγα το μυστήριον του σταυρού”, αν ήθελες μάλιστα ευχαρίστως θα σου μιλούσα γι’ αυτό.

Ο ανθύπατος δέχθηκε να τον ακούσει, απειλώντας τον εκ προτέρου ότι αν δεν πεισθεί, θα υποβάλει τον απόστολο του Χριστού στον ίδιο σταυρικό θάνατο. Ο άγιος Ανδρέας του ανέπτυξε με δύναμη λόγου το μυστήριο του σταυρού, η παχυλή όμως άγνοια και ο ειδωλολατρικός φανατισμός δεν επέτρεψαν στον Αιγεάτη να παρακολουθήσει και να κατανοήσει τη σχετική διδασκαλία. Γι’ αυτό κάλεσε τον άγιο Ανδρέα να θυσιάσει στους θεούς του, διαφορετικά -του είπε- “εν αυτώ τω σταυρώ όνπερ επαινείς ραβδισθέντα σε προσπαγήναι προστάξω”. Στη συνέχεια, με εντολή του, οδηγήθηκε ο απόστολος και πάλι στο δεσμωτήριο, γιατί ο ανθύπατος ήθελε να εξαντλήσει κάθε ελπίδα για αλλαγή στάσεως του Ανδρέα και της Μαξιμίλλας.

Ενόσω ο πρωτόκλητος απόστολος βρισκόταν στο δεσμωτήριο, μέγα πλήθος λαού, χριστιανών ή θαυμαστών του, εκδήλωνε τη διάθεση να κάνει χρήση βίας προκειμένου να τον απελευθερώσει. Εκείνος όμως του νουθετούσε λέγοντάς τους να μη διαταράξουν την ειρήνη της πόλεως, ούτε να προκαλέσουν “στασιώδη και διαβολικήν ταραχήν”

Του έφερνε δε ως παράδειγμα τον Ιησού Χριστό, ο οποίος όταν παραδόθηκε συμπεριφέρθηκε με άκρα μακροθυμία. Και αφού τους καθησύχασε, συνέχισε ήρεμα να τους απευθύνει λόγια οικοδομής, ενώ οι χριστιανοί έψαλαν ύμνους. Τις νυχτερινές ώρες τέλεσε και το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και αφού μετέδωσε στου παρόντες το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, χειροτόνησε τον Στρατοκλή πρεσβύτερο, ώστε να έχει η νεοσύστατη Εκκλησία των Πατρών τον ποιμένα της. Κατόπιν, “ασπασάμενος άπαντας εν αγίω φιλήματι, απέλυσεν αυτούς εν ειρήνη”.

Όταν το πρωί ο ανθύπατος πληροφορήθηκε τα συμβάντα κατά τη νύχτα, κάλεσε στο βήμα τον άγοι Ανδρέα και με οργή, αφού αποδοκίμασε τα διατρέξαντα, τον κάλεσε για τελευταία φορά να θυσιάσει στα είδωλα. Ο απόστολος όμως του Χριστού του είπε με παρρησία ότι είναι έτοιμος να δεχθεί και τα χειρότερα βασανιστήρια τα οποία θα υπομείνει, για χάρη του Χριστού, με καρτερία. Τότε ο Αιγεάτης διέταξε αφού πρώτα δείρουν σκληρά τον άγιο, κατόπιν να τον δέσουν και όχι να τον καρφώσουν πάνω σε σταυρό, για να παραμείνει κρεμασμένος περισσότερο χρόνο και να παραταθεί έτσι το μαρτύριό του.

Ενώ λοιπόν οδηγείτο στον τόπο του μαρτυρίου, πολλοί χριστιανοί, έχοντας μαζί τους και τον Στρατοκλή, θέλησαν να τον ελευθερώσουν από το στρατιωτικό απόσπασμα. Ο άγιος Ανδρέας τους απέτρεψε, συνιστώντας τους να είναι επιεικείς, πράοι, ταπεινόφρονες και έτοιμου για μαρτύριο αν τους καλέσει ο Κύριος.

Σε λίγο έφτασε η πομπή “προς το χείλος της θαλασσίας ψάμμου”, όπου ήταν ήδη έτοιμος ο σταυρός, σε σχήμα Χ. Πλησιάζοντας τον ο άγιος Ανδρέας άρχισε να τον εξυμνεί “ως εμψύχω μετά φωνής ισχυράς”. Ύστερα έβγαλε το χιτώνα του και τον έδωσε στους δημίους και προέτρεψε το πλήθος να μη προβάλει αντίσταση στην απόφαση του Αιγεάτη.

Οι δήμιου τον έδεσαν σφιχτά πάνω στο σταυρό, με το κεφάλι προς τα κάτω χωρίς να τον καρφώσουν, σύμφων με την εντολή του ανθυπάτου. Όμως, ’ευπρεπείας και ευλαβείας ένεκεν, εν φαίνεται εσταυρωμένος“. Όταν απομακρύνθηκαν, οι παριστάμενοι χριστιανοί περικύκλωσαν τον σταυρωμένο άγιο για να ακούσουν ”παρά του αποστόλου ωφέλιμόν τι". Κι εκείνος δεν του στέρησε αυτήν την επιθυμία τους.

Για τρία ημερόνυχτα ο άγιος Ανδρέας έμεινε δεμένος πάνω στο σταυρό, νουθετώντας χριστιανούς και καλοπροαίρετους ειδωλολάτρες. Την τέταρτη ημέρα εξαγριωμένο πλήθος όρμισε στην αίθουσα που δίκαζε ο ανθύπατος και άρχισε να φωνάζει ότι ήταν άδικη η απόφαση του για τον Ανδρέα, που σε τίποτε δεν έβλαψε, αντίθετα ευεργέτησε την πόλη. Απαίτησε μάλιστα να τον λύσουν για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Μπροστά στην απειλή εξέγερσης ο Αιγεάτης αποφάσισε να μεταβεί στον τόπο όπου βρισκόταν ακόμα ζωντανός και κρεμασμένος ο άγιος. Κάποιοι πίστεψαν ότι θα τον ελευθέρωνε και έσπευσαν να ειδοποιήσουν τη Μαξιμίλλα, τον Στρατοκλή και τον άγιο Ανδρέα.

Όταν το πληροφορήθηκε ο απόστολος του Χριστού και καθώς είδε να καταφθάνει και ο ανθύπατος, τον παρακάλεσε να μη τον λύσει, αφού ήδη “τον βασιλέα μου ορώ και προσκυνώ”. Επειδή όμως το πλήθος απαιτούσε την απελευθέρωση του, ο άγιος “μετά φωνής μεγάλης ατενίσας εις τον ουρανόν, είπε: Μη επιτρέψεις, Δέσποτα, εμέ τον επί ξύλου αναρτηθέντα πάλιν λυθήναι”. Και αφού είπε αυτά και ύμνησε τον Θεό, “παρέδωσε το πνεύμα του”.

Η αυτοκτονία του ανθυπάτου

Η Μαξιμίλλα, με τη βοήθεια του Στρατοκλή, έλυσε το νεκρό πλέον σώμα του αγίου αποστόλου και αφού το ευτρέπισε και το άλειψε με αρώματα το έθαψε στον τάφο που είχε ετοιμάσει για την ίδια, “πλησίον του αιγιαλού”. Εκεί κοντά, σε μικρό σπίτι, παρέμεινε και η ίδια “κατάκλειστος” και δεν θέλησε πλέον να έχει επικοινωνία με τον ανθύπατο σύζυγό της.

Εκείνος, διαπιστώνοντας ότι δεν κατάφερε να επαναφέρει κοντά του τη σύζυγο, καταλήφθηκε από μανία και έπεσε σε πλήρη απόγνωση. Τη νύχτα δε μέσα στην βαθιά ησυχία, σηκώθηκε και αφού ξέφυγε από την προσοχή όλων, “Έρριψεν ευατόν αφ’ ύψους μεγάλου” και “εν μέση αγορά της πόλεως κυλιόμενος εξέπνευσε”. Μετά το οικτρό τούτο τέλος, μερίμνησε ο αδελφός του Στρατοκλής να ταφεί το σώμα του Αιγεάτη, “μεταξύ των βιαίως αποθανόντων”.

Οι περιπέτειες του ιερού λειψάνου

Ακόμη και κατά την περίοδο των διωγμών ο τάφος του αγίου Ανδρέα παρέμεινε ανέπαφος και ήταν αφορμή “πολλών ιάσεων” των πασχόντων. Επί της βασιλείας όμως του Κωνσταντίνου, γιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, διατάχθηκε ο άγιος Αρτέμιος, στρατιωτικός “περιβόητος”, να μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη από διάφορα σημεία της αυτοκρατορίας, τα ιερά λείψανα αγίων αποστόλων. Μεταξύ αυτών του ευαγγελιστού Λουκά από τη Θήβα και του αγίου Ανδρέα από την Πάτρα. Οι χριστιανοί της Πάτρας αρνήθηκαν την παράδοση. Και μόνο τότε συγκατατέθηκαν, όταν ο Αρτέμιος ανέλαβε γενναιόδωρα να κατασκευάσει το υδραγωγείο της πόλεως. Τα μεταφερθέντα ιερά λείψανα κατατέθηκαν “ένδον της αγίας Τραπέζης του ναού των Αγίων Αποστόλων” που είχε ανεγείρει ο Μέγας Κωνσταντίνος. Το γεγονός έλαβε χώραν στις 3 Μαρτίου του έτους 357. Διακόσια περίπου χρόνια αργότερα (έτος 550) έγινε νέα κατάθεσή τους σε λαμπρότερο ναό των Αγίων Αποστόλων που ανήγειρε ο Ιουστινιανός.

Από διάφορες αρχαίες πηγές μαρτυρείται ότι ο άγιος Αρτέμιος δεν μετέφερε ολόκληρο το ιερό λείψανο του αποστόλου Ανδρέα στην Κωνσταντινούπολη. Αναφέρεται ύπαρξη τεμαχίων του λειψάνου “εν τοις ορίοις της Θεσσαλονίκης” (Ιωάννης ο υμνογράφος, 9ος αιώνας), στην Κόρινθο και στην Αθήνα ο όσιος Φραντίνος), σε μονές του Αγίου Όρους, ενώ και πριν τις σταυροφορίες και την άλωση της Πόλης (1453) “η τίμια κάρα φέρεται υπάρχουσα εν Πάτραις”. Εξάλλου στην Δύση κυκλοφορούν πολλές παραδόσεις σύμφωνα με τις οποίες τεμάχια ιερών λειψάνων του αγίου Ανδρέα διακομίσθηκαν σε αρκετά σημεία της, γεγονός που πείθει ότι δεν έγινε ανακομιδή ολόκληρου του ιερού λειψάνου του αγίου στην Κωνσταντινούπολη.

Ισχυρότατη είναι η παράδοση για την μεταφορά ιερού λειψάνου του στη Σκωτία, επί αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Μικρού (μεταξύ 408 και 450), ή επί βασιλέως των Πικτών Ούγου (9ος αιώνας), ή και επί Κωνσταντίνου (4ος αιώνας), όταν άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στον μοναχό (ή επίσκοπο) Ρέγουλο και του παρήγγειλε να λάβει τεμάχια ιερών λειψάνων, να επιβιβαστεί σε πλοίο και να πλεύσει προς άγνωστη κατεύθυνση. Το πλοίο μετά πολλές ημέρες, ναυάγησε στο λιμάνι Mucros της Σκωτίας, που αργότερα έγινε πρωτεύουσα των Σκώτων “και μητέρα πασών των εν Σκωτία εκκλησιών” και έλαβε το όνομα Ανδρεόπολη. Η σημαία των Πικτών και Σκώτων “έφερε τον χιαστόν Σταυρόν, όστις μετά την ένωσιν της Σκωτίας με την Αγγλίαν συμπεριελήφθη εις την αγγλικήν σημαίαν, διατηρούμενος μέχρι σήμερον”.

Άλλη παράδοση υποστηρίζει ότι το ιερό λείψανο είχε μεταφερθεί στην Ιταλία από τους Σταυροφόρους, όταν το έτος 1204 κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Αυτοί που το αφήρεσαν το έκρυψαν πολύ καλά, το 1208, στο ναό του Αγίου Ανδρέα στην πόλη Αμάλφη. Με την πάροδο του χρόνου και επειδή το σημείο εκρατείτο μυστικό “δια τον φόβον της κλοπής”, στο τέλος ξεχάστηκε ή διότι οι γνωρίζοντες πέθαναν ή διότι παρέλειψαν να το γνωστοποιήσουν στους επιζώντες. Για την ύπαρξη αυτών των λειψάνων βεβαίωσαν νεότεροι Ιταλοί λόγιοι.

Σε ότι αφορά στην τιμία κάρα του αγίου, η σοβαρότερη από τις εκδοχές είναι εκείνη που αναφέρει ότι μέχρι και την Άλωση της Πόλεως (1453) φυλασσόταν στην Πάτρα. Όταν όμως επρόκειτο και η πόλη αυτή να αλωθεί από τους Τούρκους, ο Θωμάς Παλαιολόγος, φεύγοντας από την Πάτρα για την Αγκώνα της Ιταλίας (16 Νοεμβρίου 1460) και από εκεί για τη Ρώμη, συναποκόμισε και την τιμία κάρα την οποία και έκανε δώρο στον πάπα Πίο Β’, όπως αναφέρει ο χρονογράφος Γεώργιος Φραντζής. Όταν κατασκευάσθηκε κατάλληλος χώρος στο ναό του Αγίου Πέτρου και αργυρή λειψανοθήκη (17.6.1464), η τιμία κάρα τοποθετήθηκε και κατατέθηκε εκεί, γεγονός που πανηγυριζόταν επίσημα την τρίτη Κυριακή του Ιουνίου.

Επανακομιδή της τιμίας κάρας στην Πάτρα

Η πόλη των Πατρών δεν έπαψε φυσικά να τιμά δεόντως τον άγιο προστάτη και πολιούχο της, έστω και αν δεν κατείχε πλέον το ιερό του λείψανο. Έτσι μετά την απελευθέρωσή της από τον οθωμανικό ζυγό, το έτος 1835 συγκροτήθηκε επιτροπή για να συλλέξει χρήματα ώστε να ανεγερθεί “οικοδομή λαμπροτάτη και ανάλογος του σεβασμού και της οφειλομένης ευλαβείας προς τον πρωτόκλητον απόστολον”. Ο ναός αυτός ανοικοδομήθηκε από το 1836 ως το 1834. Το 1847 ο Ρώσος αυλικός Ανδρέας Μουράβιεφ πρόσφερε στον ιερό ναό μικρό τεμάχιο από δάκτυλο του αγίου, το οποίο είχε παραλάβει από τον εφησυχάζοντα στο Άγιον Όρος επίσκοπο πρώην Μοσχονησίων Καλλίνικο.

Και ενώ η Πάτρα τιμούσε με λιτανεία “επακολουθουμένη από την δημοτικήν αρχήν και από τον λαό” ήδη από το έτος 1836 (διεκόπη το 1868 και επανελήφθη από το 1930), δεν έπαυσε να ενεργεί -πρωτοστατούσης της Ιεράς Μητροπόλεως και του Δήμου Πατρεών- για να πεισθεί ο πάπας της Ρώμης, προκειμένου να επιστρέψει στον τόπο του μαρτυρίου την τιμία κάρα του αγίου. Και οι ενέργειες αυτές καρποφόρησαν σε μία περίοδο κατά την οποία είχε εμφανιστεί ένα πνεύμα “διαλόγου αγάπης” μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας (πατριάρχης Αθηναγόρας - πάπας Ιωάννης ΚΓ’). Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ρώμης στην διάρκεια του λόγου του προς τους καρδιναλίους ανακοίνωσε την είδηση ότι “η κάρα του αποστόλου Ανδρέα επιστρέφεται είς ένδειξιν σεβασμού μας έναντι της Ελληνορθοδόξου Εκκλησίας και της προθέσεώς μας να ανοίξωμεν εις αυτήν την αδελφικήν μας καρδίαν”.

Έτσι λοιπόν στις 26 Σεπτεμβρίου 1964 παπική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον καρδινάλιο Αυγουστίνο Μπέα, επέστρεψε στην πόλη των Πατρών, μέσα σε χρυσή λειψανοθήκη, την τιμία κάρα, ύστερα από απουσία της 504 ετών. Ο τότε μητροπολίτης Πατρών Κωνσταντίνος, παρουσία 20 αρχιερέων, όλου του κλήρου της Μητροπόλεως, επίσημων κρατικών και δημοτικών αρχών και ψιλιάδων λαού, παρέλαβε το ιερό λείψανο στην πλατεία Τριών Συμμάχων της πόλεως. Η ιερή πομπή που σχηματίσθηκε κατευθύνθηκε μέσω των κεντρικών οδών στο νέο μεγαλοπρεπέστατο Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέα, που ανοικοδομήθηκε δίπλα στον παλαιότερο.

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα

Αν και ο ανοικοδομηθείς μετά την απελευθέρωση ναός (1836–1845) στον τόπο του μαρτυρίου είναι πλούσιος σε εσωτερικό διάκοσμο και θαυμάσια εικονογραφημένος, δεν θεωρήθηκε από τους κατοίκους της Πάτρας αντάξιος για τον πολιούχο και προστάτη τους. Γι’ αυτό και από το έτος 1900 εγκρίθηκε η ανέργεση νέου ναού. Πράγματι, την 1η Ιουνίου 1908 ο τότε βασιλιάς Γεώργιος Α’, μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα έθεσε το θεμέκιο λίθο και μετά από αρκετές δεκαετίες ολοκληρώθηκε το έργο ανεγέρσεως και διακοσμήσεως του. Είναι μεγαλοπρεπής και εντυπωσιακός τόσον εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Ο κεντρικός τρούλος έχει ύψος 43 μέτρων, με χρυσό σταυρό ύψους 5 μέτρων, περιβάλλεται δε από 12 μικρότερους τρούλους -όσοι και οι απόστολοι του Χριστού. Με την επιβλητική παρουσία του δεσπόζει στον πατραϊκό κόλπο και την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου. Το αρχικό σχέδιο του ναού ανήκει στο Γάλλο αρχιτέκτονα Emile Robert, αλλά μεταγενέστερα διαρρυθμίστηκε από τον καθηγητή Αναστάσιο Ορλάνδο και το ναοδόμο Γεώργιο Νομικό. Το μαρμαρόγλυπτο τέμπλο, σε σχέδιο Γ. Νομικού, είναι έργο των Τηνίων καλλιτεχνών Κ. Περράκη και Ά. Σκαρή (1971), φέρει δε εικόνες των Π. Βαμπούλη και των “Παχωμαίων” αγιογράφων. Ο μοναδικός στον κόσμο ξυλόγλυπτος “πολυέλαιος” (σε σχέδιο Γ. Νομικού) κατασκευάστηκε από το Θεοφάνη Νομικό, ενώ το εντυπωσιακό δάπεδο, φιλοτεχνημένο από τους αδελφούς Στελ. και Εμ. Μάστορη (1971) σε σχέδιο Γ. Νομικού, αποτελεί σύνθεση με ένθετα μάρμαρα συμβολικών παραστάσεων με παραδείσια πτηνά, ζώα και φυτά.

Η Αγία μας Εκκλησία ευλαβείται, τιμά και γεραίρει τον πρωτόκλητο Μαθητή του Χριστού. Αλλά ιδιαίτερα και η Πάτρα, που τον έχει ποιμένα, πολιούχο και προστάτη της, όπως ψάλλει ο υμνογράφος “εις του Αίνους”. σε ήχο α’:

Η των Πατρέων σε πόλις, ποιμένα κέκτηται,
και πολιούχον θείον, και κινδύνων παντοίων,
ρύστην και φρουρόν σε, Ανδρέα σοφέ,
ευχαρίστως τιμώσά σε.
Αλλ’ εκδυσώπει απαύστως υπέρ αυτής,
διασώζεσθαι αλώβητον.

ΒΙΟΣ: Οι 13 Νεομάρτυρες της Καντάρας

Οι 13 Νεομάρτυρες της Καντάρας

Οι Οσιομάρτυρες και Ομολογητές της Μονής Καντάρας Κύπρου: Άγιοι Ιωάννης, Κόνων, Ιερεμίας, Μάρκος, Κύριλλος, Θεόκτιστος, Βαρνάβας, Μάξιμος, Θεόγνωστος, Ιωσήφ, Γεννάδιος, Γεράσιμος και Γερμανός 


Το έτος 1228, έφθασαν στην Κύπρο δύο ευσεβείς ασκητές, από ένα μοναστήρι τον Καλού Όρους, που βρίσκεται στην Παμφυλία της Μικράς Ασίας, και ονομάζονταν Ιωάννης και Κόνων.
Ήρθαν στο νησί, έτοιμοι να θυσιάσουν τους εαυτούς τούς μέχρι αίματος για την αληθινή ορθόδοξη πίστη, προβάλλοντας έτσι ένα λαμπρό παράδειγμα για τους Κύπριους που περνούσαν δύσκολα χρόνια. Οι Λατίνοι κατακτητές του νησιού, επέβαλλαν αφόρητες πιέσεις, βαριές φορολογίες και επεδίωκαν τον εκλατινισμό του νησιού και την υποταγή τον στον Πάπα. 0t εκπρόσωποι της Λατινικής Εκκλησίας ήθελαν να υποτάξουν την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Οι δύο μοναχοί, αφού έφθασαν στη Κύπρο, ανέβηκαν στην Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου του Μαχαιρά. Εκεί στο ησυχαστήριο της Μονής συνέχιζαν τον πνευματικό τους αγώνα. Μετά από λίγες μέρες άφησαν το μοναστήρι τον Μαχαιρά αναζητώντας κάποιον άλλο τόπο ησυχίας. Έφθασαν στη Μονή του Αγίου Ιωάννη τον Χρυσοστόμου στον Κουτσοβέντη για να καταλήξουν πλέον και να συνεχίσουν τους αγώνες στο Μοναστήρι της Παναγίας της Κανταριώτισσας, κοντά στο κάστρο της Καντάρας.

Εκεί, λόγω της ευσέβειας τους και της ασκητικής τους ζωής, προσέλκυαν όλο και πιο πολλούς μοναχούς, πράγμα που ανησύχησε τους Λατίνους και τους ώθησε να λάβουν δραστικά μέτρα. Ο Φράγκος Αρχιεπίσκοπος, ο οποίος με τη βία σφετερίστηκε το θρόνο και έδιωξε σε εξορία τον Άγιο Νικόλαο της Στέγης στην Σολέα που ή ταν ο Ορθόδοξος ποιμένας της Κύπρου, στέλνει δύο αντιπροσώπους του, τον ιεροκήρυκα Ανδρέα και τον Ηλιέρμο για να εξετάσουν τι γινόταν στο Μοναστήρι της Καντάρας.

Οι μοναχοί, τους υποδέχονται με καλοσύνη, αποδίδοντάς τους μάλιστα την αρμόζουσα τιμή. Ο ιεροκήρυκας Ανδρέας, μετά από πολλές ανακριτικές ερωτήσεις από πού ήρθαν, πότε, με ποιο τρόπο κατοίκησαν στο μοναστήρι άρχισε να τούς ρωτά από το Άγιο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο, χωρίς να βρει κάποιο λάθος στις αποκρίσεις των πατέρων. Αφού είδε, ότι όλα τα ερμήνευαν σοφά και σωστά, τους υπέβαλε και το ερώτημα "και για εμάς που τελούμε τη Θεία Λειτουργία με άζυμα, τι πιστεύετε εσείς;"

Οι 11 μοναχοί με Θάρρος απάντησαν "Εμείς ακολουθούμε επακριβώς τα λόγια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού που είπε στο Μυστικό Δείπνο. Τελούμε την Θεία Λειτουργία όπως έχουμε παραλάβει από τον Κύριον, τους Αποστόλους και τους πατέρες της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας με το άγιο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας με ένζυμο άρτο. Όσον αφορά τώρα το δικό σας φρόνημα για τον άζυμο άρτο, δεν γνωρίζουμε, γιατί ούτε από τους κήρυκες του Χριστού, ούτε από τις άγιες και οικουμενικές συνόδους το παραλάβαμε. Γι' αυτό και όσοι τελούν τις ιερές μυσταγωγίες με άζυμο άρτο, ξεπέφτουν από την αλήθεια κατ παρερμηνεύουν τις γραφές". Μάλιστα για να αποδείξουν αυτοί οι άγιοι πατέρες την αλήθεια, πρότειναν στους Λατινόφρονες ιεροκήρυκες να τελέσουν δύο Θείες Λειτουργίες, οι μεν με ένζυμο άρτο και οι δε με άζυμο άρτο και μετά από το μυστήριο να μπουν και οι δύο παρατάξεις στην φωτιά, και όποιος μείνει απείραχτος και βγει χωρίς να πάθει καμιά βλάβη, τότε Θα αποδείκνυε ποια Θεία Λειτουργία αγιάζει ο Θεός και αυτήν Θα ακολουθούσαν.

Όμως αυτά εκνεύρισαν τον ιεροκήρυκα τον Πάπα, που άρχισε να τους κατηγορεί ως αιρετικούς και τους έδωσε αμέσως εντολή να κατεβούν στη Λευκωσία στο Φράγκο Αρχιεπίσκοπο για να του δώσουν απολογία για όσα είπαν, δίνοντάς τους λίγες μέρες προθεσμία. Στο διάστημα αυτό, οι μοναχοί ετοιμάζονταν πνευματικά, με αγρυπνίες, προσευχές, νηστείες κατ συχνή κοινωνία των αχράντων μυστηρίων. Ξεκίνησαν έτσι οι μοναχοί να δώσουν την μαρτυρία τους στον Φράγκο Πάπα. Οι πιστοί έτρεχαν πλήθη να τους προϋπαντήσουν για να τούς ενισχύσουν και να ενισχυθούν και οι ίδιοι, παίρνοντας την ευχή τους. Μαζί με αυτούς τους 11 μοναχούς της Παναγίας της Κανταριώτισσας, ήρθαν και ενώθηκαν άλλοι δύο μοναχοί από το Μοναστήρι τον Μαχαιρά και έτσι γίνονται 13 μοναχοί στον αριθμό.

Παρουσιάζονται μπροστά στον Λατίνο αρχιερέα και η συζήτηση περί αζύμου και ένζυμου άρτου επαναλαμβάνεται. Οι 13 πατέρες μένουν ακλόνητοι στην πίστη τους, χωρίς να λογαριάσουν τις απειλές και τις φοβέρες που τους ανήγγειλαν. Το μίσος και ο Θυμός των Λατίνων, φτάνει στο αποκορύφωμα από την σταθερή ομολογία των πατέρων. Τότε ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος διέταξε τριετή φυλάκισή τους. Παρέμειναν λοιπόν στην φυλακή υπομένοντας κάθε κακουχία, θλίψη και ταλαιπωρία. Μετέτρεψαν την δυσώδη φυλακή σε πνευματικό εργαστήριο, όπου ανέπεμπαν "ως μύρον ευωδίας πνευματικής" προσευχές, δεήσεις και ψαλμωδίες. Στην διάρκεια της φυλάκισης τους, ένας απ' αυτούς κοιμήθηκε εν Κυρίω από τις ταλαιπωρίες της σκληρής φυλακής. Το όνομά τον ήταν, Θεόγνωστος.

Τότε προβλέποντας τον βέβαιο θάνατο και οι υπόλοιποι, αποφάσισαν και χειροτονήθηκαν από τον ηγούμενο της Μονής της Παναγίας της Κανταριώτισσας Ιωάννη και τον Κόνωνα αλλά και τον Ιερεμία, και πήραν το Μέγα αγγελικό σχήμα των μεγαλόσχημων Μοναχών κατ πήραν τα εξής ονόματα: Μάρκος, Θεόκτιστος, Κύριλλος, Βαρνάβας, Μαξίμος, Ιωσήφ, Γερμανός, Γεράσιμος και Γεννάδιος.

Για πολλοστή φορά οδηγούνται μπροστά στο βήμα τον Φράγκου αρχιερέα, όμως η πίστη και η γνώμη τους δεν αλλάζει. Οι Λατίνοι, εξοργισμένοι από την στάση τους, καταδικάζουν τους 12 σε Θάνατο. Οι μοναχοί τότε προσεύχονται με υψωμένα τα χέρια στο Θεό, να τους δυναμώσει μέχρι τέλους.

Στις 19 Μαΐου του 1231, αφού τους έδεσαν πίσω από άλογα, τους έσυραν δια μέσου του ποταμού Πεδιαίου, πάνω από πέτρες και στη συνέχεια μισοπεθαμένοι καθώς ήταν, τους έριξαν στη φωτιά "Και έτσι ετελειώθησαν οι καλλίνικοι τον Χριστού μάρτυρες..."

από το βιβλίο του ΚΟΚΚΑΛΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, "ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ", εκδόσεις Στερέωμα

ΒΙΟΣ: Όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης

Όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης

Ο Όσιος Μάξιμος γεννήθηκε γύρω στα 1270 στη Λάμψακο, που ήτανε πόλη ξακουστή κοντά στον Ελλήσποντο. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι, γένος ευγενών, συνάμα ήταν κι άνθρωποι ευλαβείς και ενάρετοι. Ήσαν όμως άτεκνοι, και σήκωναν βαριά τούτη τη δοκιμασία, παρακαλώντας νύχτα - μέρα το Θεό να τους χαρίσει παιδί. Ο Θεός εισάκουσε και τους έδωσε ένα υιό, που τον ονόμασαν Εμμανουήλ (= ο Θεός μαζί μας). Από μικρό παιδί θεωρώντας τον δώρο θεόσδοτο, όπως πραγματικά ήταν, μερίμνησαν με πολλή αγάπη και επιμέλεια για την κατά Θεόν μόρφωσή του.

Από τα πρώιμα παιδικά του χρόνια τον αφιέρωσαν στο ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου στη Λάμψακο, ώστε η Παναγία να γίνει πλέον γι’ αυτόν «εν τω παρόντι βίο θερμή προστάτις και βοηθός» και τέλος να τον αναδείξει «της απαορρήτου δόξης» τον Υιού της και Θεού μας «κληρονόμον». Εκεί, στο ναό της Παναγίας, δεν χόρταινε να μένει και με τη μελωδία της Ορθοδοξίας μας, τη χαρμόσυνη και σεμνή, την ταπεινή και κατανυκτική, να ψέλνει τα πρώτα εναύσματα του Θείου έρωτά του. Κι όσο μεγάλωνε στην ηλικία, πρόκοβε στη χάρη κι ολοένα γινόταν σ’ όλους πιο αγαπητός, γιατί η κακία, το μίσος κι η σκληροκαρδία αφοπλίζονταν μπροστά στην ταπεινή αγάπη του Αγίου. Από νωρίς, με φρόνημα μεγάλου ανθρώπου, είχε για φίλους κάποιους όσιους γέροντες ασκητές που ησύχαζαν εκεί κοντά. Τους επισκεπτόταν συχνά για να απολαμβάνει το θείο γλυκασμό των πνευματικών νουθεσιών τους. Συναναστρεφόταν μ’ αυτούς και τους υπηρετούσε όποτε εύρισκε ευκαιρία, μια και ακόμα ήταν κάτω από την επιμέλεια των γονιών του. Οδηγείτο απ’ αυτούς σε θεάρεστο τρόπο ζωής, ώσπου άναψε επίμονα στη καρδιά τον ο θείος πόθος, που τον βίαζε να βγει από τον κόσμο για την ησυχία της ερήμου, να ντυθεί το σχήμα των μοναχών και να βρεθεί «μόνος μόνω θεώ».

Αλλά ποθώντας στην ουσία τη μοναχική ζωή, ήταν μοναχός πριν γίνει μοναχός. Έβγαζε τα ρούχα του κι έντυνε τους φτωχούς αφήνοντας τον εαυτό του να τρέμει από την παγωνιά. Εύσπλαχνος απ’ τα βάθη της καρδιάς του απλόχερα μοίραζε το ψωμί τον στους πεινασμένους. Και για να κρύβει την αρετή του υποκρινόταν στους γονείς του και στους άλλους πως είναι τρελός μιμούμενος χορεία αγίων της Ορθοδοξίας μας, τους δια Χριστόν σαλούς, που αντιλήφθηκαν σοφά ότι η σαλότητα αυτή είναι δίκοπο μαχαίρι ενάντια στον εγωισμό και την κενοδοξία! Η αρετή του όμως δεν μπορούσε να κρυφτεί! Ωστόσο οι γονείς του, λησμονώντας ότι τον αφιέρωσαν στο Θεό, ετοιμάζονταν να τον νυμφεύσουν για να τον έχουν κοντά τους και να τον χαίρονται όσο ζουν.

Πριν φτάσει στο Άγιον Όρος πέρασε από τη Θεσσαλονίκη να προσκυνήσει τον Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλήτη και από κει κατευθύνθηκε προς τη χερσόνησο του Αγίου Όρους. Περιήλθε πολλά μοναστήρια, ώσπου έφτασε στη Μεγίστη Λαύρα του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη, τον θεμελιωτή της μοναστικής αγιορείτικης κοινοβιακής ζωής. Διάβασε το βίο του αγίου καθώς και του αγίου Πέτρου τον Αθωνίτη, που έζησε αναχωρητική ζωή στις απρόσιτες σπηλιές τον Άθωνα. Θαύμαζε του αγίου Πέτρου την ησυχία και του αγίου Αθανασίου την κοινοβιακή ζωή. Ένα δίλημμα πρόβαλε μπροστά του, μια και τα θέλγητρα και της μιας και της άλλης πολιτείας ήσαν ισχυρά. Αποφάσισε να παραμείνει εκεί και συμβουλεύτηκε τους έμπειρους αγίους Πατέρες που ασκούνταν εκεί ποιο τρόπο ζωής να μεταχειριστεί πρώτα. Τον συμβούλευαν πρώτα να υποταχθεί σε κοινόβιο, να κάμει υπακοή στον ηγούμενο και να γυμναστεί καθώς πρέπει με τα κατορθώματα της μακαρίας υπακοής. Και ύστερα αφού βάλει καλό θεμέλιο στην πέτρα του Χριστού, την ταπείνωση, που είναι ρίζα και θεμέλιο όλων των αρετών, να πάει μόνος τον στην ησυχία για ν’ αγωνίζεται πιο αποτελεσματικά.

Έτσι και έκανε. Δοκιμάστηκε σε όλα τα διακονήματα και με τον καιρό διορίστηκε να ψέλνει στο χορό της εκκλησίας για τη δόξα του Θεού και για την πνευματική αγωγών των αδελφών. Έψελνε συνετά, βυθίζοντας το νου του στη σοφία των ύμνων της Ορθοδοξίας μας, που είναι μεστοί από θεολογικά νοήματα, τεχνουργημένοι με μουσική, που οδηγεί τον άνθρωπο σε ταπείνωση. Παρόμοια, βίωνε τις αιώνιες αλήθειες, που μας αποκάλυψε η θεία Αγάπη, ακροώμενος τα ιερά αναγνώσματα. Και ούτε η παρουσία των άλλων αδελφών, ούτε η ακρόαση των ύμνων και των αναγνωσμάτων τον εμπόδιζαν από την αδιάλειπτη νοερή προσευχή. Αντιθέτως ο μυσταγωγικός χαρακτήρας των αναγνωσμάτων, των ύμνων και της αρχιτεκτονικής του ορθόδοξου αγιορείτικου ναού τον βοηθούσαν στη εσωτερική λειτουργία της ευχής τον Ιησού («Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με»), την οποία ένοιωθε αδιάκοπα να κινείται μέσα στην καρδιά του από τα παιδικά του χρόνια, χάρισμα κι αυτό της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκείνο τον καιρό ήρθε στο Άγιο Όρος ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης και έμενε στη σκήτη του Μαγουλά. Σ’ όλους τους πατέρες του Όρους έγινε ποθητός και ιδιαίτερα στους ησυχαστές, γιατί ήταν θαυμαστός διδάσκαλος της ησυχίας και της νοερής προσευχής και γνώριζε πολύ καλά την τέχνη του πνευματικού αγώνα, τις πονηριές και τις παγίδες των δαιμόνων, πράγμα που είναι σπάνιο και δυσεύρετο. Γι’ αυτό έτρεχαν σ’ αυτόν οι ησυχαστές και διδάσκονταν τα μυστήρια της νοερής προσευχής και μάθαιναν ποια είναι τα απλανή σημεία της χάριτος και ποια της πλάνης. Μερικοί απ’ αυτούς τον είπαν για τον όσιο Μάξιμο. Διηγήθηκαν την υπεράνθρωπη διαγωγή του και την διακριτική του μωρία για το Χριστό.

Ο Θείος Γρηγόριος ένοιωσε μέσα του σφοδρή την επιθυμία να συναντήσει τον Όσιο, να συνομιλήσει μαζί τον, να απολαύσει την ευωδία απ’ αυτό το εξαίσιο άνθος, που φύτεψε η Παναγία στο περιβόλι της, να μεταλάβει λίγο από τη χάρη του. Χωρίς καθυστέρηση έστειλε μερικούς μαθητές του να τον προσκαλέσουν κοντά τον.

Αλλά ο Όσιος δεν ήταν στην καλύβα του. Δυο μέρες τριγύριζαν οι απεσταλμένοι. Ήταν χειμώνας και οι αντίξοες καιρικές συνθήκες, οι λάσπες, τα βάτα, τα χαμόδενδρα και οι πέτρες που είχε κατεβάσει το νερό της βροχής κάνανε την αναζήτησή του δυσκολότερη, μια και για να βρουν το Μάξιμο ήταν υποχρεωμένοι να ψάξουν στις πιο απόμερες σχισμές τον βουνού, τις πιο απόκρημνες ακτές τον Άθωνα, στα πιο πυκνόφυτα δάση και λαγκάδια. Μάταια όμως. Ταλαιπωρημένοι, μη έχοντας βρει τον Όσιο κατέφυγαν στο κελί του αγίου Μάρκου για να ξαποστάσουν. Και καθώς έκαιγε η φωτιά κι όλοι μαζεύτηκαν γύρω της προσπαθούσαν να βρουν ανακούφιση κτύπησε η πόρτα και παρουσιάστηκε μπροστά τους ο όσιος Μάξιμος.

Τους χαιρέτησε όλους ονομαστικά όσους ήξερε και όσους δεν ήξερε. Και όταν χαιρετούσε τον Μάρκο που ήταν και αυτός ανάμεσα στους απεσταλμένους, είπε:
- Ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης σκέφτεται να φύγει για τη Μακεδονία. Είναι θέλημα Θεού γι’ αυτόν. Αλλά συ μην φύγεις από το Άγιο Όρος.

Πραγματικά όταν ήρθε α καιρός, ο Γρηγόριος ετοιμάστηκε να αναχωρήσει και ο Μάρκος μη υπακούοντας στο Μάξιμο ξεκίνησε να πάει μαζί του. Κοντεύοντας να βγει από το Όρος ο Μάξιμος άκουσε μια φωνή πίσω τον και γυρνώντας βλέπει το Όρος από τη μια άκρη ως την άλλη χτισμένο σαν ψηλό κάστρο. Και στα ολόφωτα παλάτια του είχε το θρόνο της η Θεοτόκος και μυριάδες αγγέλων και μοναχών την υμνούσαν αδιάκοπα. Τότε ο Μάρκος θυμήθηκε τα λόγια του Οσίου και επέστρεψε πίσω στη Μονή της Λαύρας.

Και δαιμονισμένους είχε αξιωθεί ο Άγιος να θεραπεύσει:
α. Στο λιμάνι της Μέγιστης Λαύρας άραξε μια μέρα ένα καΐκι που έφερνε ένα δαιμονισμένο. Οι άνθρωποι απ’ το καΐκι τον πήραν και τον έφεραν στον όσιο. Ο δύστυχος αυτός βασανιζόταν από το δαίμονα της αχορτασιάς. Έτρωγε καθημερινά φαΐ για πέντε ανθρώπους και δεν χόρταινε. Τον έριψαν στα πόδια του Οσίου και τον παρακάλεσαν να τον ελευθερώσει. Ο Όσιος πήρε ένα παξιμάδι, το έδωσε στον πάσχοντα και του είπε: «Στο όνομα τον Χριστού τόσο να τρώγεις και να χορταίνεις, και να ειρηνεύεις». Από τότε ελευθερώθηκε εκείνος από το δαιμόνιο, και χωρίς να τρώει περισσότερο από τη ποσότητα του παξιμαδιού χόρταινε. Μάλιστα, η θεραπεία του στάθηκε αργότερα η αιτία ν’ αρνηθεί τον κόσμο και να γίνει μοναχός κοντά στον όσιο Μάξιμο από τον οποίο οδηγούμενος πρόκοψε στην αρετή.
β. Διηγούνται ακόμη, ότι συνάντησε κάποτε στο δρόμο ο Όσιος έναν υποτακτικό, που για την ανυπακοή του υπέφερε από ισχυρό δαιμόνιο. Ο Όσιος τον παράγγειλε να φυλάγει υπακοή τέλεια στο γέροντά του και να νηστεύει και στο όνομα του Ιησού Χριστού θα γιατρευτεί. Πράγματι σε λίγο καιρό ο υποτακτικός θεραπεύτηκε.
γ. Κάποιο μοναχό ονομαζόμενο Μερκούριο πρόσταξε μια φορά ο Όσιος να διώξει το δαιμόνιο από ένα δαιμονισμένο. Μπροστά στον Όσιο επετίμησε το πονηρό πνεύμα ο Μερκούριος με το όνομα του Χριστού και θεράπευσε το δαιμονισμένο.

Σε τούτη την καλύβα έμεινε ο Όσιος δεκατέσσερις χρόνους, κοντά στο ξωκλήσι της Παναγίας, για να μεταφερθεί για τελευταία φορά σ’ άλλη καλύβα κοντά στη Λαύρα.

Στα ενενήντα πέντε του χρόνια προέβλεψε, πως πλησιάζει το τέλος της επίγειας ζωής του. Τη μέρα του θανάτου τον εκμυστηρεύτηκε με ακρίβεια στο μοναχό Νικόδημο καθώς και τα πρόσωπα, που θα παρευρεθούν στη ταφή του. Όπως και πράγματι έγινε. Στις 13 Ιανουαρίου 1365 ο Θεός κάλεσε τη ψυχή τον στις αιώνιες μονές, το δε σώμα του, άξιο υπηρέτη της ψυχής τον, το έσπειρε βαθεία στο χώμα να προσμένει την Άνοιξη της Ανάστασης, που Θα αναστηθεί άφθορο και να συναπολαύσει κι αυτό με τη ψυχή τη Θεία Δόξα.

ΒΙΟΣ: Απόστολος Παύλος

Απόστολος Παύλος

Ο μεγαλύτερος απόστολος τον χριστιανισμού και κήρυκας τον Ευαγγελίου (γύρω στο 15 μ.Χ. - 67 μ.Χ.). γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας. Ονομαζόταν Σαούλ και ανήκε στη φυλή τον Βενιαμίν. ‘Ηταν Ρωμαίος πολίτης και γνώριζε από μικρός τα ελληνικά. Σπούδασε τη Γραφή κατ το Νόμο κοντά στο ραββίνο Γαμαλιήλ. Σύμφωνα με τη συνήθεια των ραββίνων έμαθε την τέχνη του σκηνοποιού, που τη χρησιμοποίησε για βιοποριστικούς σκοπούς ακόμα και αργότερα, όταν δηλ. ήταν απόστολος του Χριστού. Ο Σαούλ ήταν Φαρισαίος και θαυμαστής του φαρισαϊκού Νόμου. Ήταν τόσο αφοσιωμένος στο νόμο, ώστε κατά το λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρα Στέφανου φύλαγε τα ρούχα των λιθοβολιστών, επιδοκιμάζοντας την ενέργεια αυτή. Στη συνέχεια πήρε μέρος στο διωγμό πού κηρύχτηκε εναντίον των χριστιανών και συνέβαλε στη φυλάκιση πολλών απ’ αυτούς. Σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων και τις Επιστολές του ίδιου τον Παύλου, τόσο μεγάλο ήταν το μίσος τον για τους χριστιανούς, ώστε, όταν αποφάσισε να πάει στη Δαμασκό, ζήτησε από τον αρχιερέα μια επιστολή που να του επιτρέπει τη σύλληψη χριστιανών. Παρά το αντιχριστιανικό του μένος όμως υπήρξε, σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, ο εκλεκτός του Θεού που επιλέχτηκε για τη διάδοση τον θείου λόγου. Η μεταστροφή του στο χριστιανισμό έγινε ενώ βρισκόταν στο δρόμο προς τη Δαμασκό. Παρουσιάστηκε ο Χριστός μέσα σ’ ένα εκτυφλωτικό φως, τον έχρισε απόστολο και τον βεβαίωσε ότι στη Δαμασκό Θα τον έδινε οδηγίες. Οι οδηγίες δόθηκαν από τον Ανανία πού βάφτισε το Σαούλ σύμφωνα με την παράδοση, το έτος 36 μ.Χ. Από τότε πήρε το όνομα Παύλος. Ο Παύλος ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που υποστηρίζουν με πάθος και μέχρι θανάτου την ιδεολογία τους. Έτσι, από φανατικός διώκτης του Χριστιανισμού, έγινε φλογερός θαυμαστής του και δάσκαλος του Ευαγγελίου στον κόσμο. Η διδασκαλία του άρχισε στις συναγωγές της Δαμασκού, όπου και απέκτησε πολλούς άσπονδους εχθρούς. Στη συνέχεια, έμεινε τρία χρόνια στην Αραβία, πήγε στα Ιεροσόλυμα, όπου γνώρισε τους άλλους αποστόλους και τέλος έμεινε για λίγο στην πατρίδα τον, την Ταρσό. Εκεί συνάντησε το Βαρνάβα και αποφάσισαν μαζί να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στην Αντιόχεια, ονομάζοντας μάλιστα την εκκλησία της Μητρόπολη των Εκκλησιών. Ύστερα από σύντομη παραμονή στα Ιεροσόλυμα γύρισαν και πάλι στην Αντιόχεια. Μέχρι το Θάνατό τον, ο Παύλος έκανε τέσσερις αποστολικές περιοδείες με σκοπό την κήρυξη του θείον λόγου.

Πρώτη αποστολική περιοδεία (47–48 μ.Χ.). Ο Παύλος ξεκίνησε μαζί με το Βαρνάβα και τον ανιψιό του Ιωάννη (πρόκειται για τον Ευαγγελιστή Μάρκο) ακολουθώντας τη διαδρομή: Κύπρος (από τη Σαλαμίνα μέχρι την Πάφο), Πέργη Παμφυλίας, Αντιόχεια Πισιδίας, Ικόνιο, περιοχές της Λυκαονίας, Δέρβη, Λύστρα. Στην επιστροφή πέρασαν από τις ίδιες πόλεις και κατέληξαν στην Αντιόχεια. Παντού το Παύλος με το Βαρνάβα - ο Μάρκος παρέμεινε στην Πέργη - κήρυσσαν το Ευαγγέλιο, κάνοντας ταυτόχρονα θαύματα, που μαρτυρούσαν τη Θεϊκή τους αποστολή. Το 49 μ.Χ. περίπου έγινε στα Ιεροσόλυμα η Αποστολική Σύνοδος με σκοπό να λύσει το ακόλουθο πρόβλημα: αν οι χριστιανοί που προέρχονταν από εθνικούς θα έπρεπε, όπως οι Ιουδαίοι χριστιανοί, να κάνουν περιτομή. Ο Παύλος υποστήριξε τότε τη μη αναγκαιότητα της τελετουργίας αυτής, την αποκοπή δηλ. του χριστιανισμού από τον ιουδαϊσμό, πράγμα που έγινε αποδεκτό.

Δεύτερη αποστολική περιοδεία (49–52 μ.Χ.). Είναι η σπουδαιότερη από τις περιοδείες του. Την έκανε χωρίς τον Βαρνάβα και το Μάρκο, αλλά έχοντας ως βοηθό του το Σίλα, ενώ από τα Λύστρα τον συνόδεψε και ο αδελφόθεος Τιμόθεος. Στη διάρκεια αυτής της περιοδείας επισκέφτηκε και την Ελλάδα. Η διαδρομή της περιοδείας αυτής ήταν: Συρία, Κιλικία, Λύστρα, Φρυγία, Γαλατία, Ασία, Τροία (απ’ όπου πήρε μαζί το Λουκά), Σαμοθράκη, Νεάπολη, Φίλιπποι Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Αθήνα, Κόρινθος, Έφεσος, ενώ περνώντας από την Καισάρεια, γύρισε στα Ιεροσόλυμα και στην Αντιόχεια. Σε όλα τα μέρη που επισκεπτόταν ίδρυε εκκλησίες όπως η εκκλησία των Φιλίππων, η πρώτη της Ευρώπης και κήρυσσε το Θείο λόγο (όπως στον Αρειο Πάγο της Αθήνας), όπου κήρυξε τον Άγνωστο Θεό.

Τρίτη αποστολική περιοδεία (53–58 μ.Χ.). Ήταν η πιο περιπετειώδης. Επισκέφτηκε τη Γαλατία και τη Φρυγία, τη Μακεδονία και όλες τις περιοχές μέχρι την Κόρινθο. Στην επιστροφή πέρασε από τη Μακεδονία, την Τροία, την Άσσο, τη Μυτιλήνη, τη Μίλητο, την Κω, τη Ρόδο, τα Πάταρα, την Τύρο, την Πτολεμαΐδα, την Καισάρεια και τα Ιεροσόλυμα, όπου του επιτέθηκαν οι Ιουδαίοι θεωρώντας τον εχθρό τον Νόμου. Τελικά κατέφυγε μαζί με τον ευαγγελιστή Λουκά στη Ρώμη, όπου οργάνωσε εκκλησία.

Τέταρτη αποστολική περιοδεία (62–64 μ.Χ.). Αυτή τη φορά επισκέφτηκε μάλλον την Ισπανία και στη συνέχεια τη Μακεδονία, την Ασία, την ’Εφεσο, την Κρήτη, την Ελλάδα, την Ήπειρο και κατέληξε στη Ρώμη, όπου βρήκε μαρτυρικό θάνατο μαζί με τον Απόστολο Πέτρο την εποχή της αυτοκρατορίας τον Νέρωνα (67 μ.Χ.). Ο Παύλος, εκτός από το αποστολικό έργο του που είναι τεράστιας σημασίας, έγραψε κατ 13 επιστολές: Προς Φιλήμονα, Προς Γαλάτας, Προς Ρωμαίους, δύο Προς Κορινθίους, Προς Τίτον, δύο Προς Τιμόθεον, δύο Προς Θεσσαλονικείς, Προς Φιλιππησίους, Προς Κολοσσαείς, και προς Εφεσίους.

ΒΙΟΣ: Άγιος Χαράλαμπος

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Άγιος Χαράλαμπος μαρτύρησε σε ηλικία 113 ετών την εποχή που βασίλευε ο Σεπτίμιος Σεβήρος. Κάποιοι από τα πνευματικά του τέκνα είχαν προσπαθήσει να τον πείσουν να φύγει, για να μη συλληφθεί. Ο Άγιος όμως, αρνήθηκε, γιατί όπως ήταν φυσικό, είναι αδύνατο εντελώς στον καλό ποιμένα να εγκαταλείψει το ποίμνιο του πάνω στον κίνδυνο. Συνελήφθη λοιπόν και βασανίσθηκε απάνθρωπα και ομολόγησε με παρρησία την πίστη του. Αρκετοί ήταν οι στρατιώτες, που διατάχτηκαν να τον βασανίσουν και πίστεψαν στον Χριστό. Οι άρχοντες είχαν θορυβηθεί από την ομαδική μεταστροφή των ανθρώπων και διέταξαν να τον αφήσουν ελεύθερο. Αργότερα, ο Σεπτίμιος Σεβήρος, μη μπορώντας να αντέξει την παρρησία και την ανδρεία του γέροντα, διέταξε τον αποκεφαλισμό του. Ο Άγιος ήταν ένα φωτεινό πρόσωπο, στο οποίο ακτινοβολούσε η χαρά.  Η χαρά αδελφοί μου δεν είναι ένα απλό συναίσθημα, αλλά ο καρπός του Αγίου Πνεύματος, που δίδεται σαν δωρεά σε εκείνους, οι οποίοι μέσω της άσκησης καθαρίστηκαν από τα πάθη τους και έλαβαν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η χαρά συνδέεται με την ταπεινοφροσύνη, με την μετάνοια, με την ανιδιοτελή αγάπη, που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος. Όταν ο άνθρωπος κυριαρχείται από τα πάθη και κυρίως την υπερηφάνεια, δεν μπορεί να χαρεί πραγματικά την ζωή του. Ένα από τα αξιοσημείωτα της ζωής του Αγίου είναι και το γεγονός ότι δεν εγκατέλειψε το ποίμνιο του την ώρα του κινδύνου. Δεν θυσίασε τους άλλους για να ζήσει ο ίδιος, αλλά θυσιάστηκε για τους άλλους με μεγάλη αυταπάρνηση και προθυμία. Οι Άγιοι πενθούν για τα πάθη και τις αμαρτίες τους, χωρίς όμως ποτέ να λυπούνται άμετρα χωρίς ελπίδα και χωρίς να χαίρονται άμετρα. Γιατί αδελφοί μου μεταξύ της λύπης και της χαράς είναι η ελπίδα. Πόσες φορές δεν σκεφτόμαστε το μέλλον μας και φεύγουμε από το παρόν και δεν χαιρόμαστε αληθινά την ζωή μας. Μάλιστα συνηθίζουμε να παραπονούμαστε ότι η κοινωνία στην οποία ζούμε, δεν μας επιτρέπει να χαρούμε την ζωή μας, λες και φταίνε οι άλλοι για τα πάθη, τα λάθη και τις αποτυχίες μας. Εάν η ζωή μας είναι παράδεισος ή κόλαση γι' αυτό δεν ευθύνονται οι άλλοι, αλλά εμείς οι ίδιοι, γιατί οι συνάνθρωποί μας δεν είναι η κόλασή μας, αλλά η χαρά μας. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, σε όποιον συναντούσε του έλεγε, "Χριστός Ανέστη χαρά μου". Χωρίς να ταπεινωθούμε αδελφοί μου δεν είναι δυνατόν να έχουμε τέλεια χαρά, αφού η σωτηρία μας περνάει μέσα από την ταπείνωση, και την ανιδιοτελή αγάπη για τους συνανθρώπους μας. Αμήν

– Αθανάσιος Χατζής, Αθήνα, Ιούλιος 2005

Μέρος Α'

Ο Άγιος Χαράλαμπος

Η καταγωγή του

Ο Άγιος Χαράλαμπος καταγόταν από την Μαγνησία της Μικράς Ασίας και γεννήθηκε στα τέλη του πρώτου μετά Χριστόν αιώνα. Ότι ήταν από την Μαγνησία, μας πληροφορεί ο πρώτος του Συναρξιστής. Η έρευνα έδειξε όμως ότι υπάρχουν τρεις περιοχές με αυτό το όνομα. Δεν είναι εξακριβωμένο ποια από τις τρεις αυτές περιοχές είναι ο τόπος καταγωγής του Αγίου. Έτσι η Μαγνησία που βρίσκεται στην Θεσσαλία δεν αποκλείεται να είναι ο ευλογημένος αυτός τόπος. Επίσης άλλες δυο περιοχές που βρίσκονται, η μία κοντά σοτν ποταμό Μαίανδρο και η άλλη κοντά σοτν ποταμό Σίπυλο  διεκδικούν και αυτές τον Άγιο. Για την Θεσσαλική περιοχή υπάρχει και η παράδοση που υπάρχει στους κατοίκους της σχετικά με τον Άγιο Χαράλαμπο.

Ο Ιερέας

Στην περιοχή της Μαγνησίας, την εποχή που οι διωγμοί των Χριστιανών από τους ειδωλολάτρες είχαν κορυφωθεί ζούσε  ο υπέργηρος πια, Άγιος Χαράλαμπος. Τότε λοιπόν στην Ρώμη βασίλευε ο σατανικός Σεβήρος ενώ έραρχος της Μαγνησίας ήταν κάποιος που ονομαζόταν Λουκιανός. Ο μεν Σεβήρος διέταζε ο δε Λουκιανός εκτελούσε τοπικά. Και οι δυο ήταν εναντιίον του  Χριστιανισμού και η πορεία τους ήταν γεμάτη με φόνους αθώων και πολλά βασανιστήρια. Ο Άγιος ήταν ο νόμιμος Ιερέας στην επαρχία της Μαγνησίας. Στην περιφέρεια του λοιπόν κατηχούσε και βάπτιζε και ποίμαινε με σύνεση. Δίδασκε την Χρισιτανική Πίστη και ξεσκέπαζε την πλάνη των ειφωλολατρών που άρχισαν να συρρέουν προς τον Χριστό. Μαθαίνονταις όμως την δράση του ο έπαρχος Λουκιανλός οργίστηκε και διέταξε ένα στρατιωτικό απόσπασμα να πάει να τον συλλάβει και να τον παρουσιάσει μπροστά του για να τον ελέγξει.

Η ομολογία πίστης

Πράγματι το στρατιωτικό απόσπασμα συλλαμβάνει τον Άγιο και τον οδηγεί μπροστά στον ασεβή Λουκιανό. Παρουσιάστηκε, με την σεμνότητα και την συστολή, που τον διέκρινε αλλά και γεμάτος θάρρος. Ο έπαρχος προσπάθησε να τον πείσει να αλλάξει την πίστη του λέγοντας του:

- "Σε καλώ, να σταματήσεις να κηρύττεις τον Χριστό στους πολίτες της επαρχίας μου και να γυρίσεις στην πατροπαράδοτη πίστη των προγονικών μας θεών. Τι έχεις πάθει; Δεν καταλαβαίνεις ότι δεν υπακούς τις διαταγές του βασιλιά μας, του Σεβήρου;"

- "Άφησε άρχοντα τα μάτια της ψυχής σου να δουν το φως του Χριστού και τότε πολλά θα καταλάβεις, αφού εγώ υπακούω μόνο σε Εκείνος και όχι στις διαταγές του Σεβήρου που θέλει να προσκυνάμε πέτρες και αναίσθητα πράγματα για θεούς και που θέλει με αυτλόν τον τρόπο να οδηγούνται οι ψυχές μας στον θάνατο".

- "Άσε γέροντα τα πολλά λόγια και κάνε αυτό που λέει ο νόμος, για το συμφέρον σου. Προσκύνησε τους θεούς των προγόωνω μας γιατί θα σε βασανίσω πολύ σκληρά και θα το κάνεις ούτως ή άλλως".

- "Αλίμονο αν δεν υποφέρουμε σε αυτή την πρόσκαιρη ζωή, δεν θα καταφέρουμε αλλιώς να έχουμε θέση στην Ουράνια Βασιλεία".

Στο άκουσμα της ομολογίας του Αγίου, ο έπαρχος αλλά και κάποιοι άρχοντες που ήταν παρόντες απευθύνθηκαν προς τον Άγιο αναφέροντάς του διάφορα βασανιστήρια που θα έπρεπε να υποστεί αν δεν αρνιόταν τον Ψριστό λέγοντάς του:

- "Θυσίασε αμέσως, τώρα, στους θεούς στενοκέφαλε γέροντα".

- "Ας μην αξιωθώ ποτέ να γίνω τόσο μωρός και ανόητος ώστε να προσκυνήσω τους δαίμονες που εσείς προσκυνάτε και σέβεστε. Τους δαίμονες που φοβούνται την δύναμη του Σταυρού και τρέπονται σε φυγή".

Του ξεσκίζουν τις σάρκες

Οι άρχοντες προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να κάνουν τον Άγιο να αλλαξοπιστήσει. Ο Λουκιανός από την άλλη με πηδάλιο το προσωπικό του συμφέρον όταν κατάλαβε ότι η πίστη του στον Αληθινό Θεό είναι σταθερή και δεν μπορεί κανείς να τον μεταπείσει, διέταξε του δημίους του να τον γυμνώσουν και να ξεσκίζουν σιγά σιγά και μεθοδικά τις σάρκες του με σιδερένια χτένια. Ο Άγιος όμως σε όλη τη διάρκεια αυτής της βαρβαρότητας υπέμενε στωϊκά και χαιρόταν με τα βασανιστήρια λέγοντας:

- "Ω πόσο σας ευχαριστώ που με βοηθάτε βασανίζοντας το σώμα μου να βρεθεί πιο κοντά η ψυχή μου στην αιώνια μακαριότητα. Ευχαριστώ Θεέ μου που με αξίωσες, εμένα τον αμαρτωλό αυτό το μαρτύριο".

Στη διάρκεια μάλιστα αυτής της θηριωδίας, τα χτένια κάποια στιγμή είχαν στομώσει και έτσι όσο και να κοπίαζαν οι δήμιοι δεν υπήρχε περίπτωση να ξεσκίσουν άλλη από την σάρκα του Αγίου. Μάλιστα έλεγαν συζητώντας μεταξύ τους οι δήμιοι:

- "Τι άνθρωπος είναι αυτός που νομίζει την ατίμωση για τιμή; Μήπως είναι ο Χριστός και έχει έρθει να μας δοκιμάσει για αυτό κιόλας τα χτένια μας δεν μπορούν να του ξεσκίσουν πλέον τις σάρκες;"

Καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορούσαν πλέον οι δήμιοι να κάνουν τίποτε, το ανέφεραν και τότε σηκώθηκε ένας δούκας που παρακολουθούσε και έλεγξε τους δήμιους ότι δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Στη συνέχεια άρπαξε από τα χέρια τους τα ματωμένα χτένια και άρχισε να ξεσκίζει το σώμα του Αγίου πολύ θυμωμένος. Ξαφνικά όμως τα χέρια του από τους αγκώνες κόπηκαν και κρέμασαν στο σώμα του. Σφάδαζε από τους πόνους και έλεγε προς τον Λουκιανό:

- "Βοήθα με ηγεμόνα. Είναι μάγος αυτός ο άνθρωπος".

Ο Λουκιανός πλησίασε τότε τον Άγιο και τον έφτυσε στο πρόσωπο, ενώ ταυτόχρονα ο τράχηλός του στρέφεται προς τα πίσω αφήνοντας έκπληκτους όλους τους παρευρισκόμενους, που τους έλεγαν: 

- "Όσιε μην στρέψεις την οργή του Κυρίου πάνω μας. Κάνε αυτό που σε διατάζει ο χριστός, να μην κάνεις κακό όταν σου κάνουν κακό, αλλά να ευεργετείς όλους αυτούς που σε μισούν".

- "Πιστέψτε με γιατί αλήθεια σας λέγω. Ο Κύριος τιμώρησε αυτούς τους δύο με σκοπό να το δείτε εσείς και να μετανοήσετε και για να σας δώσει την αιώνια ζωή".

Τότε με μια φωνή όλοι όσοι άκουσαν τον Άγιο είπαν:

- "Συγχώρεσέ μας Δέσποτα και συγχώρεσε όλες τος αμαρτίες μας και λυπήσου μας".

Πολλοί ήταν αυτοί που πίστεψαν πραγματικά στον Κύριο. Ο Δούκας μάλιστα που τόση ώρα βρισκόταν στο έδαφος με τα χέρια του να είναι κομμένα από τους αγκώνες, δείχνοντας αληθινή μετάνοια παρακαλούσε τον Άγιο λέγοντας:

- "Άγγελε του Θεού. Ουράνιε άνθρωπε. Βοήθησέ με τον ταλαίπωρο. Έχεις πάνω σου το βάρος των χεριών μου και πονάω και υποφέρω. Θεράπευσέ με σε παρακαλώ για να μη πονάω πια και θα πιστέψω στον Θεό σου αν συμβεί αυτό".

Ο Άγιος στην συνέχεια απευθύνεται προς τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό προσευχόμενος:

- "Ω πόσο σε ευχαριστούμε Δέσποτα για την προστασία σου και την επίβλεψή σου και την αγάπη που έχεις για όλους εμάς τους αμαρτωλούς. Επίβλεψε Κύριε και σε αυτούς τους ταπεινωμένους και ταλαιπωρημένους δούλους σου και λύσε τα δεσμά τους για να δοξαστεί το Άγιο Όνομά σου".

Τότε ακούστηκε μία φωνή από τον Ουρανό που έλεγε:

- "Χαίρε αθλητή Χαράλαμπε. Εσένα που κάνεις παρέα με τους αγγέλους και έχεις τον χαρακτήρα και τον τρόπο των Αποστόλων. Εσένα λοιπόν μόλος άκουσα την προσευχή σου και να. δες, θεραπεύω τους ασθενείς για τους οποίους μίλησες".

Αμέσως θεραπεύτηκαν και ο δούκας αλλά και ο ηγεμόνας Λουκιανός. Μάλιστα ο δούκας βαπτίστηκε και ο Λουκιανός σταμάτησε τον Διωγμό των Χριστιανών μέχρις ότου στείλει την αναφορά του για όλα όσα είχαν συμβεί προς τον βασιλιά του, τον Σεβήρο.

Τον σουβλίζουν

Όλα όσα είχαν συμβεί μαθεύτηκαν πολύ γρήγορα σε όλη την Μαγνησία και όλοι οι κάτοικοι ακόμα και γειτονικών επαρχιών επισκέπτονταν τον Άγιο για να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους και στη συνέχεια για να βαπτιστούν. Τα θαύματα που έκανε ο Άγιος ήταν πάρα πολλά. Οι τυφλοί έβλεπαν το φως τους, οι χωλοί περπατούσαν, οι δαιμονισμένοι αποχωριζόντουσαν από τα δαιμόνια και νεκροί ανασταίνονταν ενώ θεράπευε κάθε είδους αρρώστια. Όλα αυτά αλλά και τα προηγούμενα ο Λουκιανός πηγαίνοντας ο ίδιος τα ανάφερε στον βασιλιά του τον Σεβήρο, ο οποίος άκουσε με μεγάλη προσοχή τον Λουκιανό. Αφού τελείωσε λοιπόν την αναφορά του ο Λουκιανός αντίκρισε τον Σεβήρο οργισμένο και με θολωμένο το μυαλό να φωνάζει με στεντόρεια φωνή:

- "Ω θεοί προγονικοί και σεβαστοί γιατί δεν ασχολείστε και δεν εξολοθρεύετε από την γη όλους αυτούς τους ασεβείς που σας βρίζουν και σας προσβάλλουν;"

Και ενώ έβγαζε αφρούς από το στόμα του έδωσε διαταγή να συσταθεί ένα απόσπασμα αποτελούμενο από τριακόσιους στρατιώτες. Η αποστολή του στρατιωτικού αποσπάσματος θα ήταν να πάρουν τον Άγιο και αφού του καρφώσουν σε όλη τη ράχη καρφιά, να τον σύρουν από την Μαγνησία έως την Αντιόχεια με σκοπό να παραδειγματιστούν όλοι οι χριστιανοί και να φοβηθούν.

Πράγματι το απόσπασμα έφτασε στην Μαγνησία. Πήραν λοιπόν τον Άγιο και κάρφωσαν καρφιά όχι μόνο στη ράχη του αλλά και σε όλο το σώμα του. Έπειτα το έδεσαν από την γενειάδα και τον τραβούσαν με μίσος και περισσή ασπλαχνία. Στη συνέχεια τον τοποθέτησαν πάνω σε ένα άλογο με σκοπό να τον χλευάσει ο κόσμος. Αφού προχώρησαν μία απόσταση περίπου τριών χιλιομέτρων το άλογο σταμάτησε και με μία βροντερή ανθρώπινη φωνή είπε:

- Ω καταραμένοι στρατιώτες, που υπηρετείτε τον βασιλιά σας τον σατανά. Δεν βλέπετε ότι αυτός ο άνθρωπος έχει μαζί του τον Θεό και το Άγιο Πνεύμα; Λύστε τον για να λυθείτε και εσείς από τα δεσμά σας".

Οι στρατιώτες έκπληκτοι και φοβισμένοι αλλά δίχως να πειράξουν άλλο τον Άγιο και για να μην παρακούσουν την διαταγή του Σεβήρου, τον οδήγησαν στην Αντιόχεια. Ο διάβολος όμως μεταμορφώθηκε σε γέροντα και παρουσιάστηκε μπροστά στον ασεβή Σεβήρο και του είπε:

– Αλοίμονο βασιλιά. Είμαι ο βασιλιάς των Σκυθών και στην πατρίδα μου εμφανίστηκε ένας μάγος που τον λένε Χαράλαμπο και μου πήρε όλους τους στρατιώτες μου. Για τον λόγο αυτό ήρθα να σου το πω για να προσέξεις και να μην πάθεις και εσύ τα ίδια που έπαθα και εγώ".

Ο Σεβήρος ακούγοντάς τον, διέταξε να μεταφέρουν τον Άγιο μπροστά του. Πράγματι μόλις τον έφεραν μπροστά του διέταξε να του καρφώσουν μία σούβλα στο στήθος και αφού ανάψουν φωτιά να τον κάψουν μέχρι να ξεψυχήσει. Όλα έγιναν σύμφωνα με την εντολή του Σεβήρου και ο Άγιος ενώ τον είχαν βάλει μέσα στη φωτιά δεν έπαθε τίποτα αφού έσβηνε και αφού αυτοί που προσπαθούσαν να την ξανανάψουν έπεφταν κάτω από την κούραση

Ο δαιμονισμένος

Ο Σεβήρος βλέποντας όλα αυτά που διαδραματίζονταν μπροστά στα μάτια του, διέταξε τους στρατιώτες να τον απελευθερώσουν από τα μαρτυρικά δεσμά και τον κάλεσε να έρθει να καθίσει δίπλα του. Ο Άγιος απελευθερώθηκε και κάθισε δίπλα στον Σεβήρο ο οποίος με απολογητικό ύφος του είπε: 

– "Μη μου κρατήσεις κακία, γιατί ο βασιλιάς των Σκυθών με παραπλάνησε και με εξώθησε για όλα όσα έπαθες. Έτσι να μην με χρεώσεις και σε παρακαλώ σε ότι σε ρωτήσω να μου απαντήσεις. Και πρώτα από όλα πόσων χρονών είσαι γέροντα;"

– "Εκατόν δέκα τριών ετών".

– "Μα τόσα πολλά χρόνια ζωής που έφτασες δεν έχεις ακόμα αποκτήσει τη σοφία ώστε να καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν μόνο οι αθάνατοι προγονικοί μας θεοί και πιστεύεις στον Χριστό, έναν άγνωστο σε όλους μας;"

– "Ο λόγος που πιστεύω στον έναν και μοναδικό Θεό είναι γιατί έχω τόσα πολλά χρόνια διανύσει και δεν έχω αντικρίσει άλλον Παντοδύναμο και Ευσπλαχνικό Θεό εκτός από Εκείνον".

– "Είναι αλήθεια αυτό που με πληροφόρησαν οι άνθρωποί μου, ότι ανασταίνεις ακόμα και νεκρούς;"

– "Βασιλιά αυτό μόνο ο Δεσπότης Χριστός μπορεί να το κάνει και όχι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος".

Ο Σεβήρος διέταξε εκείνη τη στιγμή να φέρουν μέσα ένα δυστυχισμένο άνθρωπο που εδώ και τριάντα έξη χρόνια βασανιζόταν από ένα δαιμόνιο που είχε φυτέψει μέσα σου ο διάβολος. Μόλις μπήκε στην αίθουσα και πλησίασε προς τον Άγιο ο δαίμονας που βρισκόταν μέσα του άρχισε να καίγεται και ο άνθρωπος να χτυπιέται στο έδαφος φωνάζοντας:

– "Άνθρωπε του Θεού μη με βασανίσεις άλλο αλλά πες μόνο ένα σου λόογο και θα βγω και αν θέλεις θα σου πω τον τρόπο και την αιτία για την οποία μπήκα σε αυτόν τον άνθρωπο".

– "Μίλα λοιπόν ακάθαρτο πνεύμα και πες μου".

– "Αυτός ο άνθρωπος που στέκεται τώρα μπροστά σου είχε κλέψει τα πράγματα ενός γείτονά του και σκότωσε τον κληρονόμο του. Έτσι τον συνάντησα την στιγμή που βρισκόταν σε κατάσταση ανομίας και μπήκα μέσα του και τον βασανίζω εδώ και τριάντα έξη χρόνια ασταμάτητα".

Τότε ο Άγιος επιτίμησε το ακάθαρτο πνεύμα και εκείνο αμέσως βγήκε έξω από τον άνθρωπο. Ο Σεβήρος θαύμασε αναγνωρίζοντας το Μεγαλείο του Θεού των Χριστιανών και διέταξε να αφεθεί ελεύθερος ο Άγιος Χαράλαμπος, ο οποίος επέστρεψε στο σπίτι του.

ΜΕΡΟΣ Β'

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

Τον καίνε με λαμπάδες

Μετά όμως από τρεις μέρες πέθανε κάποιος νέος που ήταν γνωστός του βασιλιά. Τότε ο Σεβήρος κάλεσε τον Άγιο και του είπε να αναστήσει τον νεκρό. Ο Άγιος προσευχήθηκε προς τον Κύριο λέγοντας:

– "Κύριε Ιησού Χριστέ, εσύ που αναστήσες τον Λάζαρο, άκουσε και τον δούλο σου και ανάστησε τον άνθρωπο αυτόν, για να δοξάζεται το Πανάγιο όνομά σου εις τους αιώνες των αιώνων και για να πιστέψουν αυτοί που βλέπουν, ότι Εσύ είσαι ο μόνος και Αληθινός Θεός, που κάνει θαύματα.

Αφού τελείωσε την προσευχή του ο Άγιος, ακούστηκε από τον ουρανό μια δυνατή αλλά γλυκιά φωνή που έλεγε:

– "Χαράλαμπε, ευλογημένος είσαι, εγώ ο Θεός σου, είμαι κοντά σου και ότι ζητήσεις θα γίνεται".

Αμέσως μετά ο Άγιος κάνοντας το σημείο του Σταυρού, σφράγισε τον νεκρό λέγοντας:

– "Εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού επάνω".

Μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων των παρευρισκομένων, ο νεκρός νέος σηκώθηκε όρθιος στα πόδια του. Αναστήθηκε λοιπόν δοξάζοντας τον Θεό και τον Άγιο. Όμως ο έπαρχος που ονομαζόταν Κρίσπος παρότρυνε τον βασιλιά του να θανατώσει τον Άγιο γιατί όπως καταλάβαινε ο ίδιος, χρησιμοποιούσε την μαγική τέχνη για να κάνει θαυμαστά πράγματα. Έτσι ο Σεβήρος ακούγοντας τον Κρίσπο άλλξε αμέσως διάθεση απέναντι στον Άγιο και τον κάλεσε να θυσιάσει στα είδωλα, αλλιώς θα αναγκαζόταν να τον βασανίσει. 

– "Βασιλιά όσο πιο πολύ με βασανίσεις τόσο πιο πολύ θα ευφραίνεται η ψυχή μου".

Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο τύραννος, πλημμύρισε από άγριο εγωϊσμό και κακία. Διέταξε αμέσως να συντρίψουν με πέτρες το σαγόνι του και να του κάψουν την γενειάδα και το σώμα με αναμμένες λαμπάδες. Πράγματι ένα στρατιωτικό απόσπασμα τον οδήγησε στη φυλακή όπου εκεί γύμνωσαν το σώμα του και άρχισαν να καίνε το σώμα του με τις αναμμένες λαμπάδες. Και όπως εκείνος σφάδαζε από τους πόνους, οι βασανιστές ειδωλολάτρες έκαιγαν το σώμα του με τις αναμμένες λαμπάδες κρατώντας τες με σατανική επιμονή. Πονούσε, υπέφερε, συγκλονιζόταν ο Άγιος από φρικτούς πόνους, αλλά με την δύναμη του Σωτήρα Χριστού, άντεχε. Πάλευε, δεν άφηνε να τον κυριέψει ο τρόμος και η απελπισία.

– "Μετά το μαρτύριο ο θάνατος. Και με τον μαρτυρικό υπέρ του Χριστού θάνατο ανατέλλει η αιώνια ζωή και το ανεκτίμητο στεφάνι της νίκης", ψιθύριζε ο Μάρτυρας. Η φωτιά ξαφνικά σαν να σκεφτόταν άλλαξε πορεία και κατάκαψε τους δήμιους. Μαθαίνοντας λοιπόν ο τύραννος, ότι το βασανιστήριο δεν είχε το αποτέλεσμα που ήθελε άρχισε να ρωτάει τους άρχοντες σχετικά με το ποιος είναι ο Χριστός που κάνει τόσο θαυμαστά και εκπληκτικά πράγματα. Την απάντηση την πήρε από τον βλάσφημο Κρίσπο.

– "Είναι κάποιος που γεννήθηκε από την αμαρτία μιας γυναίκας που ονομαζόταν Μαρία".

Ο Αρίσταρχος όμως ακούγοντας τον έπαρχο να βλασφημεί του είπε να μην βλασφημεί αφού δεν γνωρίζει τέτοιου είδους μυστήρια. Ο βασιλιάς θύμωσε και οργισμένος πήρε ένα τόξο και μια φαρέτρα με βέλη και βγήκε έξω και άρχισε να πετά βέλη προς τον ουρανό φωνάζοντας:

– "Χριστέ κατέβα στη γη τώρα να πολεμήσουμε γιατί αλλιώς θα ανέβω εγώ για να Σε βρω και να διαλύσω το στερέωμα και να σβήσω τον ήλιο".

Ακολούθησε ένας πολύ μεγάλος σεισμός που έδειξε την οργή του Κυρίου και στην συνέχεια ο Σεβήρος και ο Κρίσπος σαν να ήταν κρεμασμένοι στον αέρα αιωρούνταν. Ο Σεβήρος τρομαγμένος απευθύνθηκε προς Άγιο λέγοντάς του:

– "Κύριέ μου Χαράλαμπε. Είναι δικαιοσύνη αυτό που μου συμβαίνει. Σε παρακαλώ προσευχήσου προς τον Χριστό να με λυτρώσει από αυτή την τιμωρία και εγώ υπόσχομαι ότι θα στείλω μια επιστολή σε όλες τις πόλεις για να τον δοξάζουν και επίσημα".

Εκείνη τη στιγμή ήρθε και η κόρη του βασιλιά που ονομαζόταν Γαλήνη και απευθυνόμενη προς τον πατέρα της τον παρότρυνε να πιστέψει στον Κύριο που είναι οικτίρμων και Πανάγαθος όπως του ανέφερε για να σταματήσει έτσι και η τιμωρία του. Απευθυνόμενη έπειτα προς τον Άγιο τον παρακάλεσε να προσευχηθεί προς τον Κύριο να λυτρώσει τους τιμωρημένους. Ο Άγιος προσευχήθηκε και αμέσως κατέβηκαν και πάτησαν τα πόδια τους στη γη οι δύο άρχοντες. Στην συνέχεια αναχώρησαν για το παλάτι όπου ήθελαν να μείνουν κάποιες μέρες για να τους φύγει ο τρόμος και ο φόβος που βίωσαν.

Η Θαρραλέα Γαλήνη

Η αφορμή για να συναντηθεί η κόρη του Σεβήρου η Γαλήνη με τον Άγιο Χαράλαμπο ήταν ένα όραμα που είχε δει και που την είχε συγκλονίσει. Πιο συγκεκριμένα η Γαλήνη είδε ότι είχε βρεθεί σε ένα πανέμορφο περιβόλι που είχε πολλά δέντρα και φυτά που ευωδίαζαν καθώς και μια πηγή. Εκεί κοντά λοιπόν είδε τον πατέρα της μαζί με τον Κρίσπο, τους οποίους όμως ο φύλακας του κήπου τους έδιωχνε με ένα πύρινο ραβδί ενώ την Γαλήνη την σήκωσε και την τοποθέτησε σε μια τιμητική θέση λέγοντάς της:

– "Το περιβόλι είναι ο παράδεισος και επειδή πίστεψες ήσουν εκεί μέσα. Το πατέρα σου και τον έπαρχο τους έδιωξε ο Κύριος γιατί θα αποστατήσουν ξανά και θα εκπέσουν".

Δεν είχε περάσει ένας μήνας και ο  Σεβήρος κάλεσε τον Άγιο στο παλάτι του με σκοπό να του υπενθυμίσει να θυσιάσει στα είδωλα. Η επιμονή του Αγίου να μην θυσιάσει είχε σαν αποτέλεσμα να του περάσουν χαλινάρι στο στόμα όπως κάνουν στα άλογα και να τον διαπομπεύουν από πόλη σε πόλη. Η Γαλήνη βλέποντας όλα αυτά παρακάλεσε τον πατέρα της να σταματήσει τη θηριωδία αυτή και σαν απάντηση ο Σεβήρος την διέταξε να θυσιάσει στα είδωλα. Η Γαλήνη για να εμπαίξει τα είδωλα αποκρίθηκε ότι θα τα προσκυνήσει και ξεκίνησε για τον ναό του Δία και του Απόλλωνα. 

– "Πολύ καλά για να προσκυνήσω και εγώ τον Επουράνιο Θεό".

Η καρδιά του Σεβήρου φτερούγησε στην απάντηση της κόρης του. Νόμιζε ο άμυαλος ότι η Γαλήνη θα προσκυνήσει τα είδωλα.

Με στρατιωτική συνοδεία και τιμές οδηγήθηκε στο ναό αφού ο Σεβήρος νόμισε ότι αλλαξοπίστησε η κόρη του. Η Γαλήνη όμως προσευχήθηκε στον Πανάγαθο Θεό:

– "Κύριε, ο Θεός ο ουράνιος, ο δημιουργός και κτίστης όλης της πλάσης, άκουσε και εμέ τη δούλη σου και δώσε μου την άδεια να γκρεμίσω αυτά τα είδωλα".

Φτάνοντας εκεί αντίκρισε τους ιερείς και τους είπε:

– "Παρακαλέστε τους θεούς να δεχτούν την προσευχή μου γιατί τους έχω βλασφημίσει".

Οι ιερείς, για χάρη, όπως είπαν, του πατέρα της, παρακάλεσαν τους θεούς τους και η Γαλήνη πήρε το άγαλμα του Δία και είπε:

– "Αφού είσαι θεός πως και δεν ξέρεις πώς σκέφτομαι;"

Αμέσως γκρέμισε τα αγάλματα του Δία και του Απόλλωνα και οι ιερείς σαστισμένοι έτρεξαν να πουν το νέο στο πατέρα της με την αγωνία ότι τώρα πια θα χανόταν ο κόσμος που η κόρη του κατέστρεψε τα αγάλματα των θεών. Ο Σεβήρος τους διέταξε να βρουν γρήγορα πενήντα μαστόρους για να αποκατασταθεί η ζημιά μέχρι το ξημέρωμα της άλλης μέρας. Το σχέδιο του ήταν να προσπαθήσει να παραπλανήσει την κόρη του την επόμενη μέρα όταν την κάλεσε να δει το θαύμα της ανάστασης των θεών του. Η Γαλήνη βλέποντας τα αγάλματα και καταλαβαίνοντας το τι είχε συμβεί διέταξε τα αγάλματα να καταποντιστούν και αυτά με μιας γκρεμίστηκαν. Ο Σεβήρος οργίστηκε για άλλη μια φορά ενώ η Γαλήνη του εξηγούσε για την πλάνη στην οποία είχε πέσει πολύ καιρό πριν.

Η Χήρα

Για να εξευτελίσει τον Άγιο νόμιζε ο δυστυχής Σεβήρος ότι το επόμεν σχέδιό του θα ήταν το πιο πετυχημένο από όλα. Διέταξε να κλείσουν τον Άγιο στο σπίτι μιας γυναίκας που είχε πεθάνει ο άντρας της και που η φήμη που υπήρχε για αυτήν στην περιοχή, δεν ήταν και η καλύτερη. Η χήρα βέβαια αντικρίζοντας το επόμενο περιστατικό κατάλαβε γρήγορα την Αγιότητα του. Πιο συγκεκριμένα όταν ο Άγιος ακούμπησε σε ένα ξύλινο δοκάρι εκείνο βλάστησε και έκανε τόσα πολλά κλαδιά και άνθη που γέμισε όλο το σπίτι.

– "Φύγε από το σπίτι μου αφού ξέρω ότι δεν είμαι άξια να μένω κοντά σου", του είπε.

Ο Άγιος την καθησύχασε και το νέο μαθεύτηκα παντού. Έτσι το κατάμεσο από λουλούδια σπίτι γέμισε και με κόσμο που διψούσε να ακούσει την διδασκαλία του Αγίου. Αυτό το γεγονός όταν το έμαθε όμως ο Σεβήρος οργίστηκε και διέταξε για να μην κάνει άλλα θαύματα και πιστέψει και άλλος κόσμος στον Χριστό, να τον αποκεφαλίσουν.

Το Τέλος του Αγίου

Τον πήρανε τότε τον Άγιο οι δήμιοι και τονοδήγησαν στον τόπο της τελείωσης. Ο κόσμος έφθασε ως τον τόπο, όπου επρόκειτο ν' αποκεφαλιστεί ο Άγιος. Εκεί ο Μάρτυρας του Χριστού ζήτησε από τον δήμιο να σεβαστεί την τελευταία του επιθυμία και να του δώσει τη άδεια να προσευχηθεί. Η άδεια του δόθηκε. Και αμέσως σε μια ατμόσφαιρα νεκρικής σιγής, ενώ όλοι τον ακούγανε με κατανηκτική συγκίνηση, ο Άγιος προσευχήθηκε ως εξής:

– "Κύριε, Θεέ μου, Παντοκράτορα, Σ' ευχαριστώ. Σε όλα και με όλα με βοήθησες. Ντρόπιασες τον εχθρό μου τον διάβολο και τους υπηρέτες του. Τώρα, Πανάγαθε Θεέ, που ήρθε η στιγμή του τέλους της επίγειας ζωής μου, σε παρακαλώ βοήθησέ με. Δέξου ειρηνικά το πνεύμα μου. Κατάταξέ με στους ευτελέστερους δούλους σου. Σε παρακαλώ ακόμη Θεέ μου, να βοηθήσεις τους χριστιανούς και να τους απαλλάξεις από τους σκανδαλισμούς του διαβόλου. Πολυεύσπλαχνε Κύριε, δώσε την Χάρη Σου στο σώμα μου, να διώχνει του δαίμονες, όπου βρεθεί μέρος από το λείψανό μου. Δώσε την Χάρη Σου, Κύριε, ώστε να μην συμβεί ποτέ πείνα, καταστροφή από χαλάζι, και από ότι άλλο κακό, εκεί όπου θα υπάρχει έστω κι' ένα μικρό μέρος από το λείψανο μου. Φύλαγε, Κύριε, από κάθε κακό, σώους, γέρους κι ανέγγιχτους από κάθε κακό εκείνους που γιορτάζουν την μνήμη του Μαρτυρίου μου. Έτσι θα δοξάζεται το όνομά Σου το ευλογημένο".

Και ενώ έτσι τελείωσε την προσευχή του ο Άγιος, ήρθε φωνή από τον Ουρανό σαν απάντηση, που έλεγε:

– "Όλα όσα μου ζήτησες τα εκπληρώνω, για να χαρείς. Σου λέγω όμως και κάτι παραπάνω. Εάν κάποιος με ζητήσει σε βοήθειά του στην προσευχή του και θυμηθεί το όνομά σου, αμέσως, πολύ γρήγορα θα έχει την βοήθειά μου. Έλα, λοιπόν, σε περιμένω. Έλα να χαρείς τώρα την μεγάλη κι' ασύγκριτη χαρά, που σου ετοίμασα. Πάλεψες, υπέφερες, αγωνίστηκες και νίκησες. Το στεφάνι της νίκης, που σε προσμένει είναι βαρύτιμο".

Μόλις άκουσε αυτά ο Άγιος πλημμύρισε από χαρά κι ευτυχία. Με μάτια, που αστράφτανε από λάμψη ουράνια, κοίταξε τον δήμιο με καλοσύνη και του είπε:

– "Κάνε, παιδί μου, εκείνο που σε προστάξανε".

Πριν προλάβει ο δήμιος να του κόψει το κεφάλι, ο Άγιος παρέδωσε το πνεύμα του και ο δήμιος με ανάμικτα αισθήματα, πλησίασε ευλαβικά τον Άγιο κι έπειτα τρέμοντας, τον αποκεφάλισε. Έτσι εξετέλεσε μια διαταγή, στην οποία ο ίδιος δεν συμφωνούσε.

ΜΕΡΟΣ Γ'

Ο ΙΕΡΕΥΣ ΚΑΙ Η ΙΕΡΟΣΥΝΗ

Η καταστρεπτική φλόγα του φθόνου περιστοιχίζει τους ιερομένους, υψώνεται από παντού, έρχεται ακριβώς επάνω τους και εξετάζει εξονυχιστικά το βίο τους, περισσότερο από την φωτιά που τριγύριζε τότε τα σώματα των τριών παίδων. Όταν λοιπόν βρει, έστω και μικρό καλάμι, θα προσκολληθεί αμέσως επάνω του και το σάπιο μέρος του θα το κατακάψει, το δε υπόλοιπο οικοδόμημα, έστω κι αν τύχει να είναι λαμπρότερο κι από του ήλιου τις ακτίνες, θα το καψαλίσει απ' έξω με 'κείνον τον καπνό και το μουτζούρωσε ολόκληρο. Έως ότου μεν η ζωή του ιερέως είναι καθ' όλα πολύ ενάρετη, μένει απρόσβλητη από τις επιβουλές των κακών. Εάν δε τύχει να παραβλέψει κάτι μικρό, όπως εύλογο είναι, αφού άνθρωπος είναι κι αυτός και περνά το φουτρουνιασμένο πέλαγος της ζωής αυτής, όσο μεγάλα και καλά κι αν είναι τ' άλλα του έργα, κανένα όφελος δε θα 'χει απ' αυτά, ώστε να μπορέσει να σωθεί από τα στόματα των κατηγόρων του, αλλά θα τα σκιάσει το μικρό αυτό αμάρτημα του. Και όχι σα να έχει σάρκα και σα να είναι απλός άνθρωπος κι ο ιερεύς, αλλά σα να ήταν άγγελος, χωρίς καμιά ανθρώπινη αδυναμία, θέλουν όλοι να τον καταδικάσουν.

Όταν παρακαλεί το Άγιο Πνεύμα ο ιερεύς και κάνει την τόσο φρικτή θυσία και αδιάκοπα αγγίζει τον Κύριο των όλων, ποια θέση του δίνουμε, πες μου, και πόση ψυχική αγνότητα θα απαιτήσουμε απ' αυτόν και πόση ευλάβεια;

Κατάλαβε λοιπόν πως πρέπει να είναι αυτά τα χέρια, που εκτελούν τέτοιες υπηρεσίες, ποια πρέπει να είναι αυτή η γλώσσα, που τέτοια άγια λόγια βγάζει από το στόμα, αυτή δε η ψυχή που υποδέχτηκε τόση Χάρη του Αγίου Πνεύματος, πόσο πιο καθαρή και πιο άγια από το κάθε τι πρέπει να είναι. Εκείνες τις στιγμές και άγγελοι έχουν σταθεί κοντά στον ιερέα και όλο το τάγμα των ουρανίων δυνάμεων φωνάζει και όλος ο χώρος, γύρω από το θυσιαστήριο γεμίζει, για τιμή του Θείου Αμνού, που θυσιάστηκε για χάρη μας.

Μεγάλη είναι η αξία των ιερέων, γιατί συ φροντίζεις για τα δικά σου, κι αν τα τακτοποίησες καλά, κανείς δεν θα σε κατηγορήσει για τα ξένα. Όμως, ο ιερεύς, αν την μεν δική του ζωή καλά κυβερνήσει, για την δική σου όμως, δηλαδή για όλους τους γύρω του, δε φροντίσει με προσοχή, πηγαίνει στην κόλαση με όλους τους κακούς. Και πολλές φορές, ενώ δεν προδόθηκε από τη δική του ζωή, χάνεται, αν δεν κάνει τέλεια όλα τα καθήκοντά του. Γνωρίζοντας λοιπόν πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος, πρέπει να προσφέρετε σ' αυτούς πολλή συμπάθεια. Αυτό εννοεί κι ο Παύλος, λέγοντας πως "αγρυπνούν για τις ψυχές μας. Κι όχι απλώς αγρυπνούν, αλλά και, ως υπεύθυνοι, θα δώσουν λόγο στο Θεό" (Εβρ. 13, 17).

Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά όλα, και το Θεό να φοβούμαστε, και τους ιερείς Του να σεβόμαστε, προσφέροντας σ' αυτούς, ανάλογα με την αξία τους κάθε τιμή.

Η ψυχή του ιερέως καθόλου δε διαφέρει από πλοίο, που το δέρνει η τρικυμία. Από παντού στιγματίζεται και κατακρίνεται βαριά, από φίλους, από δικούς του, από εχθρούς, από ξένους. 

Τίποτε άλλο δεν παροργίζει τόσο το Θεό, όσο οι ανάξιοι ιερείς. 

Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα τα ενεργούν όλα, ο δε ιερεύς δανείζει τη γλώσσα του και δίνει το χέρι του, για την τέλεση των Μυστηρίων.

Το χέρι του Επισκόπου είναι τοποθετημένο πάνω στον άνθρωπο, όλα όμως τα κάνει ο Θεός και το χέρι του Θεού είναι που ακουμπά στο κεφάλι του χειροτονουμένου, αν χειροτονείται όπως πρέπει. 

Και διαμέσου αναξίων συνηθίζει να ενεργεί ο Θεός και διόλου δεν βλάπτεται η Χάρη των Μυστηρίων από τη ζωή του ιερέως.

Αυτή η εξουσία, η ιεροσύνη, είναι τόσο ανώτερη από την πολιτική, για σύγκριση, όσο ο ουρανός από τη γη κι ακόμη πολύ περισσότερο.

Όλους τους κληρικούς δεν του χειροτονεί ο Θεός, διαμέσου όλων, όμως, Αυτός ενεργεί.

Άλλη είναι η εξουσία της βασιλείας κι άλλη η εξουσία της ιεροσύνης, αλλ' αυτή είναι μεγαλύτερη από εκείνη. Γιατί δε φανερώνεται ο βασιλιάς απ' όσα φαίνονται, ούτε πρέπει να κρίνεται από τα πολύτιμα πετράδια που φέρνει πάνω του κι από τα χρυσαφικά του φορεί. Αυτός έτυχε να διοικεί τα πράγματα της γης, της ιεροσύνης όμως το αξίωμα έχει οριστεί από τον ουρανό. Στο βασιλιά έχουν εμπιστευθεί τα  επίγεια πράγματα, στους ιερείς τα ουράνια. Μη λοιπόν κατηγορήσεις την ιεροσύνη, όταν δεις ιερέα ανάξιο. Δεν πρέπει να κατηγορήσεις το θεσμό, αλλ' αυτόν που έχει κάνει κακή κρίση του καλού. Επειδή και ο Ιούδας προδότης έγινε, αλλά δεν είναι αυτό κατηγορία της αποστολής του, αλλά της κακής διαθέσεώς του.

Της ιεροσύνης ο θρόνος έχει στηθεί στα ουράνια και αυτά της έχουν επιτρέψει να διαχειρίζεται. Ποιος τα λέει αυτά; ο ίδιος ο ουράνιος Βασιλιάς. Γιατί λέει "όσα δε θα συγχωρέσετε κάτω στη γη, δεν θα είναι συγχωρεμένα στους ουρανούς και όσα συγχωρέσετε στη γη θα είναι συγχωρεμένα στους ουρανούς" (Ιωάν. 20, 22-23). Ποιο θα γίνει άρα ίσο μ' αυτήν την τιμή;

Επειδή ο κριτής κάθεται στη γη, ο Δεσπότης ακολουθεί το δούλο και όσα αυτός κάτω αποφασίσει, τα επικυρώνει Εκείνος επάνω. Ανάμεσα στο Θεό και την ανθρώπινη φύση έχει σταθεί ο ιερεύς, κατεβάζοντας σε μας τις ευλογίες κι ανεβάζοντας εκεί πάνω τις θερμές μας παρακλήσεις. Όταν Εκείνος οργίζεται, Τον συμφιλιώνει με την κοινή ανθρώπινη φύση και μας αρπάζει από τα χέρια Του, όταν παραβαίνουμε τις εντολές Του. Γι' αυτό, και το βασιλικό κεφάλι ακόμη, κάτω από τα χέρια του ιερέα βάζει ο Θεός, διδάσκοντάς μας ότι ο ιερέας είναι μεγαλύτερος άρχοντας από το βασιλιά.

ΜΕΡΟΣ Δ'

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Διδάγματα για όλους μας 

Η μεγαλειώδης πορεία και το μαρτυρικό τέλος του Αγίου Χαραλάμπους έδωσαν απαντήσεις και δίνουν ακόμα σε όλους τους ανθρώπους. Για παράδειγμα μας έδειξε ότι κάθε άνθρωπος έχει την δική του προσωπικότητα και τον δικό του χαρακτήρα και οι Άγιοι δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Οι Άγιοι άλλωστε, είναι και αυτοί άνθρωποι σαν όλους τους άλλους. Επομένως και ο δρόμος προς την θέωση μπορεί να είναι και ο ίδιος και οι εμπειρίες μπορεί να είναι παρόμοιες ή και ίδιες. Ωστόσο όμως ο κάθε άνθρωπος εκφράζει την δική του προσωπική εμπειρία με το μοναδικό προσωπικό του λόγο. Έτσι όπως βλέπουμε το Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μοιάζει με κήπο, που είναι γεμάτος με λουλούδια. Κάθε ένα από αυτά τα λουλούδια είναι μοναδικό και αναδίδει την δική του μοναδική ευωδία. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου δεν αλλάζει πολύ εύκολα. Μπορεί όμως πολύ εύκολα να διαφοροποιηθεί ή και να αλλοιωθεί εντελώς από τη δύναμη της Χάρης του Θεού. Όταν η άκτιστη θεία Χάρη έλθει μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη, την αγιάζει και την ανακαινίζει.

Οι φυσικές αρετές δεν κατηγορούνται, αλλά και δεν επαινούνται από τους Πατέρες της Εκκλησίας, επειδή από μόνες τους δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές. Για παράδειγμα η φυσική αγάπη των γονέων προς τα παιδιά, την οποία έχουν και αυτά τα άλογα ζώα, δεν κατηγορείται, αλλά και δεν επαινείται. Υπάρχει, όμως, η δυνατότητα να μεταβληθεί, με την Χάρη του Θεού, σε ανιδιοτελή αγάπη, όπως μπορεί να εξελιχθεί, χωρίς την θεία Χάρη, σε εμπαθή αγάπη. Η εμπαθής αγάπη δεν είναι αληθινή, αλλά ψεύτικη, επειδή είναι συνδεδεμένη με τα πάθη, ήτοι με την φιλαυτία, την φιλαργυρία, την φιληδονία, την κενοδοξία κ.λ.π. Γι' αυτό και συναντάμε το τραγικό φαινόμενο της έχθρας μεταξύ γονέων και παιδιών ή μεταξύ αδελφών, η οποία έχθρα οδηγεί, κάποιες φορές, και στο έγκλημα. Και δεν φταίει γι' αυτό "η κακιά η ώρα", όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε, αλλά η εμπαθής αγάπη. Οι Άγιοι με την άσκηση, την θεία Λατρεία και την αδιάλειπτη προσευχή καθάρισαν την καρδιά τους από τα πάθη και απέκτησαν την άκτιστη θεία Χάρη, καρπός της οποίας είναι και η ανιδιοτελής αγάπη, η οποία αγκαλιάζει και τους εχθρούς.

Η παραμονή στην Εκκλησία δια της μετανοίας, της ταπεινώσεως και της υπακοής στους εκκλησιαστικούς θεσμούς, αναγεννά, αγιάζει και σώζει τελικά τον άνθρωπο.

Ο ησυχαστικός τρόπος ζωής οδηγεί στην εύρεση νοήματος ζωής και στην πνευματική ωρίμανση. Ανάλογα με τον τόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει κανείς τα διάφορα προβλήματα που αναφύονται καθημερινά, ιδιαίτερα τα μεγάλα και πιεστικά, φανερώνει την εσωτερική του κατάσταση, τον τρόπο που σκέπτεται, καθώς και το μέγεθος της πνευματικής του ηλικίας, η οποία δεν συμβαδίζει πάντοτε με την βιολογική. Ο ησυχαστικός τρόπος ζωής που βιώνεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία βοηθά στην απόκτηση εσωτερικής ειρήνης και πνευματικής ωριμότητας και καρά συνέπεια στην σωστή αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων, ιδιαίτερα των μεγάλων και πιεστικών.

Τα πάθη για τον Άγιο Χαράλαμπο υποδουλώνουν τον άνθρωπο και τον κάνουν άχρηστο. Μπορεί να τα νικήσει και να απαλλαγή από την τυραννία τους με την ειλικρινή μετάνοια, η οποία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της πνευματικής ζωής και ΄είναι ανανέωση του βαπτίσματος και συμφωνία με τον θεό για μια νέα ζωή, καθώς και με την βίωση του όλου τρόπου ζωής που προσφέρει η Εκκλησία. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με το πέρασμα του χρόνου οι δυνάμεις του ανθρώπου αρχίζουν σταδιακά να τον εγκαταλείπουν και τότε τα πάθη, εάν δεν έχουν προηγουμένως νικηθεί, κατεξουσιάζουν την θέλησή του με αποτέλεσμα να διασύρεται και να εξευτελίζεται. Μάλιστα, κάποιες φορές συμβαίνει να πέφτει κανείς τόσο χαμηλά, σε σημείο που να καταντά θλιβερό θέαμα και να προκαλεί πόνο και θλίψη ή και σκανδαλισμό, εάν πρόκειται για πρόσωπο, το οποίο λόγω θέσεως, θα έπρεπε να αποτελεί πρότυπο στην κοινωνία. Από την άλλη η ελευθερία είναι κυρίως εσωτερικό γεγονός, που το βιώνει κανείς στην προσωπική του ύπαρξη ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες. Οι Άγιοι μέσα στη φυλακή ήταν αληθινά ελεύθεροι. Όταν ο άνθρωπος δεν είναι καθαρός από τα πάθη ή τουλάχιστον δεν αγωνίζεται να καθαρθεί από αυτά, είναι αδύνατο να είναι ελεύθερος και να χαίρεται αληθινά την ζωή του, επειδή, συν τοις άλλοις, υπάρχει περίπτωση να υποστεί παντός είδους εκβιασμούς. Και, ασφαλώς, δεν είναι δυνατόν να ενεργή κανείς ελεύθερα, όταν τελεί κάτω από πίεση και βρίσκεται μέσα σε κλίμα εκβιασμού και εκφοβισμού. Γίνεται τότε, δυστυχώς, υποχείριο όλων εκείνων, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τα πάθη και τα λάθη του τον "έχουν στο χέρι", κατά το κοινώς λεγόμενο, και τον εκβιάζουν. Και εξωτερικά μπορεί να φαίνεται ελεύθερος και άνετος, στην πραγματικότητα όμως είναι δέσμιος και δούλος. Νοσηρά φαινόμενα και αρρωστημένες καταστάσεις, όπως κλοπές, καταχρήσεις, διαπλοκές κ.λ.π., συναντά κανείς σε κάθε εποχή, και η δική μας, ασφαλώς, δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, αγού ζούμε σε μία κοινωνία που βρίσκεται σε συνεχή πτώση. Στην πραγματικότητα, υγιή μέλη της κοινωνίας είναι οι Άγιοι, αλλά και όσοι αγωνίζονται να επιτύχουν τον προσωπικό τους αγιασμό. Οι Άγιοι με τον πνευματικό τους αγώνα νίκησαν τα πάθη τους, έφθασαν στον φωτισμό και την θέωση και βιώνουν την προ της πτώσης κατάσταση. Απέκτησαν την τέλεια αγάπη, που αποτελεί την θεραπεία της φιλαυτίας, η οποία είναι η γενεσιουργός αιτία της φιλαργυρίας, της φιληδονίας, της κενοδοξίας και όλων των άλλων παθών.  Επειδή στις μέρες μας λέγονται και γράφονται πολλά, πρέπει να τονισθεί ότι η Εκκλησία, δεν είναι ένα σωματείο "καθαρών" ανθρώπων, αλλά είναι το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Κεφαλή της είναι ο Ίδιος ο Χριστός και μέλη της όλοι εκείνοι, κληρικοί και λαϊκοί. που δέχθηκαν το βάπτισμα και αγωνίζονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να ζουν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Επίσης, η Εκκλησία, είναι πνευματικό θεραπευτήριο και επομένως, είναι φυσικό να έχει και άρρωστα μέλη, τα οποία προσπαθεί να θεραπεύσει, χωρίς όμως ποτέ να παραβιάζει την ελευθερία τους. Άλλωστε, δια τις αδυναμίες, τα πάθη και τα λάθη του φέρει ο καθένας προσωπικά την ευθύνη και είναι υπόλογος ενώπιον Θεού και ανθρώπων. 

Η Εκκλησία δεν χρειάζεται κάθαρση, επειδή είναι καθαρή, αγία και άμωμος. Εμείς χρειαζόμαστε κάθαρση και πνευματική αναγέννηση.

Να ευχηθούμε να αναδεικνύει ο Θεός και στις μέρες μας αληθινούς πνευματικούς πατέρες, οι οποίοι θα βοηθούν τους ανθρώπους να αναγεννηθούν, ούτως ώστε να αποκτήσουν την τέλεια αγάπη και από άχρηστοι δούλοι, να γίνουν εύχρηστοι και ελεύθεροι.

Ας γίνουμε ακούραστοι εργάτες

Ο Άγιος Χαράλαμπος δεν ήταν όμως μόνο ακούραστος ιερέας. Δεν ήταν μόνο σοφός. Ήταν και μεγάλος κοινωνικός εργάτης, σκαπανέας της έμπρακτου αγάπης προς τον συνάνθρωπο, τον πλησίον, που είναι η εικόνα του Θεού. Άνθρωπος του πόνου και του μόχθου, ο οποίος αγωνίστηκε για τον πνευματικό και ηθικό καταρτισμό του, καθώς και για την βελτίωση της κοινωνίας της εποχής του, που ήταν γεμάτη αδικία, άγρια μίση, εκμετάλλευση, συκοφαντία και πείνα. Άνθρωπος της συνεχούς εργασίας, της συνεχούς αγωνίας για το διψασμένο ποίμνιο, άνθρωπος της θυσίας και του θριάμβου.

Η Εκκλησία όπως μας διδάσκει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι μια ομάδα αγγέλων που θριαμβεύει και όχι χρυσοχοείο. Η Εκκλησία ζητάει ανθρώπινες ψυχές και μόνο χάρις των ψυχών αυτών ο Θεός δέχεται και άλλα δώρα. 

– "Το ποτήρι το οποίον ο Χριστός προσέφερε στους μαθητές του κατά τον Μυστικό Δείπνο δεν ήταν από χρυσό. Εντούτοις ήταν πολύτιμο. Εάν θέλετε να τιμήσετε τον Χριστό τιμήστε Τον, στο πρόσωπο των πτωχών. Σε τίποτε δεν ωφελεί η προσφορά μεταξιού και πολυτίμων λίθων στο ναό, εάν αφήσετε έξω τον Χριστό να υποφέρει από το ψύχος και την γυμνότητα. Σε τίποτε δεν ωφελεί να είναι ο ναός πλήρης χρυσών σκευών, εάν ο Χριστός πεινά. Κατασκευάζετε χρυσά ποτήρια, αλλά δεν δίνετε ποτήρι κρύο νερό σε αυτόν που το έχει ανάγκη. Ο Χριστός περιπλανάται, ως άστεγος, ξένος, επαίτης, ορφανός και εσείς αντί να τον δεχτείτε κάνετε άσεμνες διακοσμήσεις".

Όλα ανήκουν στον Θεό, πλην των καλών πράξεων του ανθρώπου. Είναι το μόνο πράγμα που ανήκει στον άνθρωπο. Το πνεύμα της ενότητας, των κοινών φροντίδων και υποχρεώσεων, το πνεύμα της εξυπηρέτησης, οδηγεί τον άνθρωπο στον Ουρανό. Ουδείς μπορεί να προοδεύσει στην αρετή, εάν δεν είναι εξυπηρετικός προς τους διπλανούς του. Δεν είναι αρκετό, λέγει, να υψώνουμε τα χέρια μας προς τον Ουρανό, πρέπει να τα τείνουμε σε αυτούς που έχουν ανάγκη και μόνο τότε θα εισακουστούμε από τον Θεό. Ο αληθινός βωμός είναι το σώμα του συνανθρώπου. Η μοναχική ζωή, η λιτότητα και η ολιγάρκεια, η διαρκής και αληθινή φροντίδα για τους ασθενείς, η γεμάτη ταπείνωση και πίστη, ζωή των Άγιων, έγινε αφορμή ώστε να δημιουργηθεί γύρω τους ένα επιτελείο από εθελοντές. Το επιτελείο αυτό αποτελούνταν από άνδρες και γυναίκες περίφημων οικογενειών με πλούτη, μόρφωση, με σπουδαίες κοινωνικές σχέσεις, με λαμπρές θέσεις στην κοινωνία.

Όλος αυτός ο εθελοντικός κόσμος πρέπει να τίθενται υπό την καθοδήγηση αγίων ανθρώπων στην υπηρεσία της αγάπης, στην βοήθεια των πτωχών, των ασθενών, των ορφανών, των γερόντων.

Ένας στρατός σωτηρίας δηλαδή, με όπλα την συμπόνια και την αγάπη, με επικεφαλής του τον επιτελάρχη της αγάπης, Άγιο Χαράλαμπο. Τόση ήταν η ανησυχία του Αγίου για την τύχη των πεινασμένων και δυστυχισμένων, ώστε όπου και να βρισκόταν δεν έπαυε ούτε στιγμή να σκέπτεται και να φροντίζει για τους πεινασμένους, τους γυμνούς και να τους στέλνει χρήματα που του έστελναν πλούσιοι, να γράφει σε πολλούς πλουσίους επιστολές, να εμψυχώνει, την στιγμή που ο ίδιος στερούνταν από όλα και αυτού ακόμη του ύπνου.

Η ιστορία πλέον μαρτύρησε ότι κανείς στον κόσμο δεν ήταν τόσο αφιλοκερδής και κανείς επίσκοπος, σε καμία εποχή, δεν υπήρξε πιο πολύ ελεήμων. Συμβούλευε δε όλους τους πλούσιους να έχουν στα σπίτια τους ένα δωμάτιο για τον Χριστό (τους ξένους), έστω ευτελές.

Είχε μια βαθιά αντιπάθεια για την ανισότητα. Ο πλούσιος, ο οποίος δεν συγκινείται από τα παθήματα του φτωχού, του φαινόταν ασεβής ιερόσυλος και κλέφτης του Θεού. Κατηγορεί δριμύτατα τις σπατάλες στις εορτές, τα θέατρα και τα ιπποδρόμια. Αυτός είναι Ιεράρχης. Η δόξα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μια πόλη, δεν θαυμάζεται από τις οικοδομές, αλλά από τον υψηλό ποιόν των κατοίκων της. Ο Αβραάμ κατοικούσε σε μία καλύβα. Τα Σόδομα είχαν μεγαλοπρεπείς πύργους. Εν τούτοις, οι Άγγελοι παρέκαμψαν τα Σόδομα και ήρθαν να στεγαστούν στην καλύβα του Αβραάμ.

ΒΙΟΣ: Ο Άγιος Χριστόφορος

Η χώρα των ανθρωποφάγων

Ο Άγιος Χριστόφορος είναι ένας από τους δημοφιλέστερους μάρτυρες. Τον αγαπούν και τον τιμούν σε Ανατολή και Δύση ενώ κατέχει σπουδαία θέση στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας μας.

Γεννήθηκε περίπου το 200 μ.Χ. σε μια βάρβαρη χώρα της Ασίας, από μια φυλή ανθρωποφάγων που όταν πιάνανε κάποιον, τον τεμαχίζανε, του ρουφούσαν το αίμα, του έψηναν τις σάρκες και τις έτρωγαν με μεγάλη ευχαρίστηση. Επειδή οι άνθρωποι της φυλής του ήταν άσχημοι και με άγρια χαρακτηριστικά, οι πιο πολιτισμένοι του καιρού τους, τους αποκαλούσαν Κυνοκέφαλους ή πιο απλά Σκυλοκέφαλους.

Αυτό γνωρίζουμε μόνο για τη φυλή από την οποία καταγόταν ο Άγιος Χριστόφορος, ενώ για τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν υπάρχουν μαρτυρίες που να συμπίπτουν, με αποτέλεσμα να έχουμε αναφορές από την ανατολική και την δυτική παράδοση για γεγονότα και χρόνο πάντα διαφορετικό.

Ήταν πολύ δυνατός και η τεράστια σωματική του διάπλαση ήταν αυτή που τον έκανε ξεχωριστό από τους υπόλοιπους ανθρώπους της φυλής του. Εκτός όμως από την σωματική του διάπλαση, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν αποκρουστικά σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον ονομάσουν Ρέπροβο, που σημαίνει ασχημομούρης, σκυλομούρης ή όπως τον ονόμαζαν οι Ρωμαίοι "Κυνοπρόσωπος". Όλα λοιπόν τα στοιχεία που είχαν να κάνουν με τη προσωπικότητα του Ρέπροβου δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν οποιουδήποτε τη σκέψη ότι αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να οδηγηθεί στον δρόμο της αλήθειας, πόσο μάλλον στο μαρτύριο για χάρη του Κυρίου. Και όμως, ο Κύριος που διαβάζει τα τρίσβαθα της ανθρώπινης ψυχής, τον ανέσυρε από την αφάνεια και τον ανέδειξε σε Μεγαλομάρτυρα.  

Ο Ρέπροβος σωματοφύλακας.

Επειδή είχε μεγάλη σωματική δύναμη, ξεκίνησε να πάει προς τη Δύση με σκοπό να βρει κάποιον άρχοντα για να τον υπηρετήσει σαν σωματοφύλακας του.

Τότε υπήρχαν κατά τόπους πολλοί ηγεμόνες και βασιλείς και σε τέτοιους ανθρώπους ασφαλώς θα ήταν χρήσιμος ένας άνθρωπος με τη σωματική διάπλαση του Ρέπροβου. Ήθελε όμως να βρει τον πιο μεγάλο και τρανό άρχοντα της εποχής του.

Βρήκε λοιπόν έναν άρχοντα και έγινε σωματοφύλακας του ή υπηρέτης του, σύμφωνα με κάποιες πηγές. Στην συνέχεια και με βάση τις αρχές του σαν άνθρωπος της ανθρωποφαγικής φυλής του, λάτρεψε καθώς λένε τον διάβολο σαν θεότητα όπως έκαναν τότε και πολλοί άλλοι καθυστερημένοι λαοί. Στην ανάμιξη του λοιπόν με την σατανολατρεία, ποτέ δεν φοβόταν τον Σταυρό. Σε λίγο χρονικό διάστημα όμως θα έπαιρνε την απάντηση στο ερώτημα που τον βασάνιζε. 

Ένας ερημίτης του δείχνει το δρόμο

Πηγαίνοντας προς κάποια πόλη και περνώντας από ένα ερημικό μέρος συνάντησε έναν γέροντα που ήταν Ασκητής. Ο γέροντας τον καλοδέχθηκε και τον φιλοξένησε με τα φτωχικά του μέσα. Ήταν δε αυτός που έδωσε την απάντηση στον Ρέπροβο σχετικά στον Σταυρό. Ο Ρέπροβος εντυπωσιάστηκε από την καλοσύνη και την αγάπη του ασκητή και τον ρώτησε αν ξέρει κάποιον άρχοντα μεγάλο για να πάει να τον υπηρετήσει. Ο γέροντας τότε του χαμογέλασε με αγάπη και του είπε, ότι πράγματι γνωρίζει το όνομα του πιο μεγάλου άρχοντα που υπάρχει και φυσικά εννοούσε τον Χριστό.

- "Αυτόν, μόνο αν υπηρετήσεις θα αμειφθείς πλούσια", του είπε.

Σιγά σιγά, τον κατήχησε και τον έκανε να έρθει προς τον Χριστό διδάσκοντας του την πίστη και την αγάπη του Ευαγγελίου. 

Ο Ρέπροβος όμως σαν σωματοφύλακας έπρεπε να μάθει από την γέροντα με ποιον τρόπο θα έμενε ευχαριστημένος ο άρχοντας Χριστός από τις υπηρεσίες του γι' αυτό συνέχεια τον ρωτούσε.

- "Μα πως θα τον ευχαριστήσω τον άρχοντα Χριστό; Τι πρέπει να κάνω για να είναι πάντα ευχαριστημένος από εμένα;"

- "Να νηστεύεις και να προσεύχεσαι", του είπε ο γέροντας.

- "Να προσεύχομαι; Μα δεν ξέρω να το κάνω!", του απάντησε ο Ρέπροβος και συνέχισε, "να νηστεύω πάλι δεν μου είναι πολύ εύκολο".

- "Τότε, να χρησιμοποιήσεις την σωματική σου δύναμη στην υπηρεσία Του".

- "Μα πως;" αναρωτιόταν, "... με ποιο τρόπο;"

- "Βοηθώντας τους συνανθρώπους σου, αυτούς που δεν μπορούν να κάνουν τα πράγματα που εσύ μπορείς λόγω της σωματικής σου διάπλασης".

- "Μα δεν καταλαβαίνω γέροντα τι είναι αυτό που δεν μπορούν οι άλλοι άνθρωποι και που το μπορώ εγώ;"

- "Βλέπεις εκείνο το ποτάμι; Γέφυρα δεν έχει και πολλοί άνθρωποι που θέλουν να περάσουν απέναντι ταλαιπωρούνται και μερικοί μάλιστα στην προσπάθεια τους να το διασχίσουν πνίγονται. Θα μπορούσες λοιπόν να μεταφέρεις τους περαστικούς στον ώμο σου και να τους περνάς στην αντίπερα όχθη. Με αυτό τον τρόπο μπορείς να υπηρετείς τον άρχοντα Χριστό. Είναι σαν να μεταφέρεις τον ίδιο".

- "Μα αυτό μπορώ ευχαρίστως να το κάνω" είπε ο Ρέπροβος.

Ακούγοντας όσα του είπε ο γέροντας, κατασκεύασε με τα χέρια του μια καλύβα δίπλα στο ποτάμι και μετέφερε στην πλάτη του δωρεάν όλους όσους ήθελαν να περάσουν στην απέναντι όχθη. 

Ο Χριστός τιμά τον Ρέπροβο

 Κάποια σκοτεινή και βροχερή βραδυά, οι αστραπές και οι βροντές που έπεφταν συνέχεια δεν εμπόδισαν τον Ρέπροβο να ακούσει τα κλάματα ενός μικρού παιδιού που βρισκόταν στην απέναντι όχθη του ποταμού. Ο Ρέπροβος εκείνη την στιγμή βρισκόταν στην καλύβα του κι έκανε την προσευχή του. Βγήκε τρέχοντας έξω και βρέθηκε μπροστά στο ποτάμι που είχε ξεχειλίσει και τα ορμητικά νερά του, είχαν γίνει επικίνδυνα και για τον ίδιο. Οι κεραυνοί και οι αστραπές που αυλάκωναν τον ουρανό, δεν τον τρόμαξαν τόσο, όσο η αγωνία του παιδιού που βρισκόταν απέναντι και που τον παρακαλούσε να το περάσει στην πλευρά που βρισκόταν για να μη πεθάνει από το κρύο και την βροχή. 

Ο Ρέπροβος χωρίς δεύτερη σκέψη, αφού πρώτα έκανε τον σταυρό του, πήρε ένα μεγάλο ξύλο, και μπήκε στο ποτάμι. Πέρασε απέναντι και πήρε στον ώμο του το μικρό παιδί.

Όταν ξεκίνησε λοιπόν τη διαδρομή στο ποτάμι μεταφέροντας το στους ώμους του, το μικρό παιδί του φαινόταν ελαφρύ. Όσο όμως προχωρούσε, του φαινόταν πως βάραινε διαρκώς. Αγκομαχούσε και βαριανάσαινε και στηριζόταν με δύναμη στο ξύλο, για να μην παρασυρθεί από το φουσκωμένο ποτάμι. Μεγάλη δοκιμασία για τον Ρέπροβο αυτή η διαδρομή διάσωσης ενός μικρού παιδιού. Έτσι όταν έφθασαν στην καλύβα και σιγουρεύτηκε ότι δεν υπάρχει πλέον κίνδυνος, άφησε το παιδί κάτω και με την ανακούφιση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, γύρισε και του είπε:

- "Παιδί μου, τον κόσμον όλον αν σήκωνα, δεν θα ήταν τόσο βαρύς όσο εσύ".

- "Και όμως", του είπε το παιδί, "μετέφερες όχι μόνο τον κόσμο όλο, αλλά Εκείνον, που έπλασε τον κόσμο. Είμαι ο Βασιλεύς Χριστός, τον Οποίον υπηρετείς".

Έπειτα από τα λόγια αυτά, το παιδί εξαφανίστηκε από μπροστά του. Ο Ρέπροβος που τόσα χρόνια περνούσε τους διαβάτες από την μία όχθη του ποταμού στην άλλη είχε αξιωθεί να μεταφέρει στους ώμους του τον Χριστό. Γι' αυτό και στις αγιογραφίες του εμφανίζεται να περνάει το ποτάμι, στηριζόμενος στο ξύλο και με τον Χριστό στον ώμο του. Επειδή λοιπόν μετέφερε τον Χριστό, ονομάστηκε αφού πρώτα βαπτίστηκε, Χριστόφορος.

Από το περιστατικό αυτό, που μετέφερε τον Χριστό θεωρείται και προστάτης των μεταφορών. Είναι ο προστάτης των αεροπόρων, των αυτοκινητιστών, των ταξιδιώτων και όλων των επαγγελμάτων, που απαιτούν μεγάλες δυνάμεις. Γι' αυτό θα δείτε στα αυτοκίνητα, στα αεροπλάνα και σε όλα τα μεταφορικά μέσα την εικόνα του. 

Η βία της εξουσίας

Αλλά το θεάρεστο αυτό έργο της μεταφοράς των ανθρώπων στον ποταμό, αναγκάσθηκε να το σταματήσει. Αιτία ήταν η έλευση των Ρωμαϊκών Λεγεώνων που κατέκτησαν την χώρα στην οποία βρισκόταν. Τον συνέλαβαν αιχμάλωτο και τον μετέφεραν στην Ρώμη σαν δούλο.

Η κραταιά Ρώμη, όπως κάθε μεγάλη κοσμική δύναμη για να υπερασπιστεί την ισχύ της, στηριζόταν στη χρήση βίας. Εκεί λοιπόν στην πρωτεύουσα της βίας, τον κακομεταχειρίστηκαν. Κανένας δεν του έδινε σημασία. Μόνος εκμεταλλεύονταν τη δύναμη του και τον ειρωνεύονταν. Τον φώναζαν ασχημομούρη, αγριάνθρωπο και τον περιφρονούσαν. 

Και όμως, αυτό το δύσμορφο πρόσωπο έκρυβε ένα διαμάντι, που το πρόσεξαν οι διωκόμενοι Χριστιανοί. Αυτοί τον φώναξαν στις συγκεντρώσεις τους και αυτός έμεινε κατάπληκτος από την αγάπη που του  έδειξαν οι πιστοί.

Λέγεται, ότι είχε καταταγεί και στις Ρωμαϊκές Λεγεώνες και ότι πολέμησε την εποχή του Γόρδιου και του Φιλίππου εναντίον των Περσών. 

Η δυσκολία της ομιλίας

Στον τέταρτο χρόνο της βασιλείας του, ο αυτοκράτορας Δέκιος ξεκίνησε διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Έστειλε λοιπόν προς όλους του τοπικούς βασιλείς διατάγματα σύμφωνα με τα οποία εξαναγκάζονταν οι Χριστιανοί να τρώνε ειδωλόθυτα, δηλαδή τροφές που τις είχαν πρώτα βουτήξει στα αίματα των θυσιών.

Όσοι δεν ήθελαν να φάνε, που σήμαινε ότι δεν αρνιόντουσαν τον Χριστό, διέταξε να τους τιμωρούν με βασανιστήρια και κατόπιν να τους θανατώνουν.

Όλοι λοιπόν οι άρχοντες και οι ηγεμόνες συναγωνίζονταν σε βαρβαρότητα για το ποιος θα αρέσει περισσότερο στον αυτοκράτορα Δέκιο, εφαρμόζοντας τις διαταγές του με ακρίβεια και πολλές φορές δείχνοντας υπερβάλλοντα ζήλο στη σκληρότητα. Με αυτόν τον τρόπο οι ειδωλολάτρες προστατεύονταν από τον νόμο, οι δε Χριστιανοί διώκονταν συστηματικά σε όλη την επικράτεια και με μέτρα σκληρά.

Ο Ρέπροβος βρισκόταν την εποχή εκείνη στην περιοχή της Λυκίας και όπως τονίσαμε πιο πάνω συμπαθούσε τους Χριστιανούς. Βλέποντας όμως κάθε μέρα τους ειδωλολάτρες να βασανίζουν τους Χριστιανούς, λυπόταν πολύ. 

Ήθελε να μιλήσει στους ειδωλολάτρες γι' αυτό που θεωρούσε θηριωδία αλλά δεν τον βοηθούσε η ομιλία του η οποία με δυσκολία γινόταν αντιληπτή. Επειδή λοιπόν τον απασχολούσε και τον βασάνιζε η απάνθρωπη συμπεριφορά αυτή, βγήκε έξω από την πόλη, σε ένα ερημικό τόπο. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

- "Ω Θεέ μου, άκουσέ με και λυπήσου με τον ανάξιο δούλο σου. Σε παρακαλώ άνοιξέ μου τα χείλη και δώσε μου λαλιά να μπορέσω να ελέγξω το τύραννο".

Δεν πρόφθασε όμως να τελειώσει την προσευχή του και παρουσιάστηκε μπροστά του ένας Άγγελος ντυμένος στα λευκά.

- "Ρέμπροβε, εισακούσθηκε η προσευχή σου. Σήκω πάνω για να λάβεις τη χάρη από τον Κύριο ημών".

Αμέσως σηκώθηκε πάνω ο Ρέπροβος ενώ ο Άγγελος άγγιζε τα χείλη του με το δάκτυλό του και φύσηξε στο στόμα του. Εκείνος συγκλονίστηκε καταλαβαίνοντας ότι εκείνη την στιγμή λύθηκε η γλώσσα του και ότι από εκείνη την στιγμή θα μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα και καθαρά. Πλέον ο Ρέπροβος μιλούσε σαν ρήτορας. 

Ο έλεγχος των ειδωλολατρών

Επέστρεψε αμέσως στην πόλη και βλέποντας τους ειδωλολάτρες να βασανίζουν μερικούς Χριστιανούς τους είπε:

- "Γιατί τους βασανίζετε; Δεν σας φθάνει που παραδώσατε τις ψυχές σας στον Σατανά; Αναγκάζεται και μας που αγαπάμε τον Θεό να χαθούμε μαζί σας. Εγώ σας το δηλώνω είμαι Χριστιανός και δεν καταδέχομαι να προσκυνήσω τους θεούς σας".

Ενώ έλεγε αυτά ο Άγιος, ένας υπηρέτης που ονομαζόταν Βαχθιός και που ήταν παρών στη δήλωση, τον χτύπησε στο στόμα.

- "Δεν σου δίδω την απάντηση και δεν σε πληρώνω, με το ίδιο νόμισμα", του είπε ο Άγιος προσθέτοντας, "Ο Χριστός και Σωτήρας μου με εμποδίζει.

Αλλά αν θυμώσω, δεν θα μπορέσει να με νικήσει ούτε όλος ο διεφθαρμένος στρατός σας".

Ο γλοιώδης Βαχθιός έτρεξε αμέσως στο Βασιλιά που ήταν εκεί κοντά και του είπε όλα όσα είχαν συμβεί στην συνάντησή του αυτή με τον Άγιο.

- "Είναι Βασιλιά μου και αφέντη μου, λίγες μέρες που βρίσκεται εδώ στα μέρη μας ένας φοβερός και τρομερός γίγαντας. Είναι φοβερός στην όψη και άγριος. Τα δόντια του βγαίνουν έξω από το στόμα του, σαν του σκύλου. Είναι τόσο ασχημομούρης, που δεν μπορώ να σου τον περιγράψω. Και το σπουδαιότερο είναι, ότι βλαστημάει τους θεούς μας και εσένα τον ίδιο. Γι' αυτό και εγώ τον χτύπησα στο πρόσωπο. Τότε εκείνος καυχήθηκε, ότι δεν φοβάται όλο σου τον στρατό αν ερχόταν εναντίον του. Έτρεξα λοιπόν να σου το πω, μήπως ο Θεός των Χριστιανών τον έστειλε για να τους βοηθήσει".

Ο αυτοκράτορας Δέκιος σαν άκουσε αυτά που του είπε ο Βαχθιός, οργίστηκε και του είπε:

- "Μήπως έχεις τρελαθεί ή ήσουν πιωμένος κακομοίρη μου και γι' αυτό σου φάνηκε έτσι";

- "Όχι αφέντη μου, τα πράγματα είναι έτσι όπως σου τα είπα".

- "Αλοίμονο σου κακομοίρη μου αν είναι η παράνοια σου που γέννησε τον γίγαντα", είπε ο αυτοκράτορας Δέκιος και έμεινε για λόγο σιωπηλός. Έπειτα διέταξε να ετοιμαστούν διακόσιοι στρατιώτες λέγοντας:

- "Να πάτε, να τον δέσετε και να μου τον φέρετε. Εάν όμως σας προσβάλει αντίσταση να τον κάνετε χίλια κομμάτια και να μου φέρετε το κεφάλι του, για να δω εάν είναι τόσο φοβερός, όσο ισχυρίζεται αυτός ο δειλός". 

Πολλαπλασιάζει το ψωμί 

Ο Άγιος στο μεταξύ είχε πάει στην Εκκλησία. Κάρφωσε το κοντάρι του στο χώμα έξω από την Εκκλησία και μπήκε μέσα. Προσευχήθηκε να τον δυναμώσει ο Παντοδύναμος για να γίνει προθυμότερος στην ομολογία του. Όταν τελείωσε και βγήκε έξω, βλέπει το ξερό κοντάρι, που είχε βλαστήσει, σαν την ράβδο του Ααρών. Από αυτό το θαύμα πήρε δύναμη και θάρρος για να προχωρήσει στην Ομολογία του Χριστού και στο μαρτύριο.

Οι στρατιώτες, που έστειλε ο Δέκιος να τον πιάσουν, τον είδανε απ΄΄ο μακριά και φοβήθηκαν να τον πλησιάσουν.

- "Τι φοβόσαστε...", είπε ένας αξιωματικός "...άοπλος είναι και είμαστε τόσοι πολλοί".

Τον πλησίασαν λοιπόν και τον είδαν δακρυσμένο και αμίλητο να κάθεται έξω από την Εκκλησία.

- "Από που είσαι, άνθρωπε και γιατί κλαις; τι σου συμβαίνει;" τον ρώτησε ένας από τους στρατιώτες.

- "Αχ κλαίω" τους είπε, "για τους ανθρώπους που άφησαν τον Αληθινό Θεό και προσκυνούν τα είδωλα".

Όταν οι στρατιώτες τον άκουσαν, που τους μίλησε με καλοσύνη, πήραν θάρρος και του είπαν:

- "Μας έστειλε ο βασιλιάς μας να σε πάμε μπροστά του δεμένο, επειδή όπως του είπε ένας κόλακας υπηρέτης του που λέγεται Βαχθιός δεν προσκυνάς τους θεούς μας, αλλά κάποιον Θεό καινούργιο".

- "Εάν με αφήσετε...", τους αποκρίθηκε, "...εγώ θα έλθω με την θέληση μου. Αλλά να με τραβήξετε δεμένο, είναι αδύνατο να σας αφήσω να το κάνετε".

- "Εάν δεν θέλεις να έρθεις...", του είπαν τότε οι στρατιώτες, "πήγαινε όπου θέλεις και εμείς θα πούμε στον βασιλιά, ότι δεν σε βρήκαμε".

- "Όχι" τους είπε ο Άγιος, "...μόνο σας παρακαλώ να με περιμένετε λίγο να πάω να λάβω το Άγιο Βάπτισμα και τότε θα πάμε μαζί στο βασιλιά σας".

- "Δεν μπορούμε", του είπαν, "διότι σε ζητούσαμε πολλές ημέρες και τώρα σώθηκαν οι τροφές μας και πεινάμε. αν μπορείς να μας βρεις τρόφιμα για να φάμε να σε περιμένουμε, αλλιώς θα πρέπει να φύγουμε τώρα αμέσως".

Αλλά ο Ρέπροβος είχε μονάχα ένα κομμάτι ψωμί για να φάει ο ίδιος. Ένας δε στρατιώτης του είπε:

- "Αν έχεις την δύναμη να μας χορτάσεις με αυτό το κομμάτι το ψωμί όλους, ευχαρίστως θα ακολουθήσουμε και εμείς τον Θεό σου".

Στο άκουσμα αυτό στην καρδιά του Ρέπροβου, γεννήθηκε κάποια ουράνια ελπίδα, γι' αυτό και αμέσως γονάτισε και προσευχήθηκε.

- "Χριστέ μου, Συ που πολλαπλασίασες στη έρημο τους πέντε άρτους και εχόρτασες με αυτούς χιλιάδες ανθρώπους, ευλόγησε Σε παρακαλώ και τώρα το κομμάτι τούτο για να χορτάσουν οι πεινασμένοι, να πιστέψουν, να φωτισθούν να σε γνωρίσουν και να ομολογήσουν".

Οι στρατιώτες τον κοίταζαν που προσευχόταν γονατιστός και σκεφτόντουσαν τι να περίμενε και τι να έλπιζε άραγε ο άνθρωπος αυτός;

Ξαφνικά όμως, έβγαλαν όλοι μία φωνή θαυμασμού, γιατί είδαν το κομμάτι εκείνο να πολλαπλασιάζεται. Λίγο πριν φάνηκε μπροστά τους Άγγελος Κυρίου καο το ευλόγησε. Πολλαπλασιάστηκε τόσο γρήγορα, που μπορούσαν να χορτάσουν και να περισσέψει.

Η βάπτιση των στρατιωτών

Έπειτα από το θαύμα αυτό, οι στρατιώτες που είχαν πάει για να τον συλλάβουν έπεσαν στα πόδια του Αγίου και τον παρακαλούσαν να τους μιλήσει, για το Θεό του.

Εκείνος τους είπε να φάνε και κατόπιν γεμάτος χαρά, τους δίδαξε την διδασκαλία του Κυρίου και όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, με μια φωνή του δήλωσαν, ότι γίνονται Χριστιανοί.

Ξεκίνησαν τότε όλοι μαζί χαρούμενοι και αντί να πάνε στο βασιλιά, πήγαινε στην Αντιόχεια και παρουσιάστηκε στον επίσκοπο Βαβύλα, ο οποίος κατόπιν μαρτύρησε και αγίασε. Χάρηκε βεβαίως εκείνος, όταν έμαθε τα θαυμάσια, που ενήργησε ο Θεός δια του Αγίου. Κατήχησε καλύτερα τους στρατιώτες και τους βάπτισε. Μαζί μ' αυτούς βάπτισε και τον Ρέπροβο, που τον ονόμασε Χριστόφορο, γιατί είχε μεταφέρει κάποτε τον Χριστό στους ώμους του.

Αντιμέτωπος με τον αυτοκράτορα Δέκιο

Οι στρατιώτες όμως δεν θέλησαν να φύγουν. Αλλά ήταν αποφασισμένοι να μαρτυρήσουν για την Πίστη τους. Αυτό τον χαροποίησε τον Άγιο και τους είπε τότε:

- "Δέστε με και να με πάτε δεμένο στον Δέκιο, καθώς σας επρόσταξε".

Οι στρατιώτες δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να δέσουν τον δάσκαλο τους, που τους είχε οδηγήσει στην Αληθινή Πίστη. Αλλά εκείνος επέμενε και τον δέσανε.

Όταν φθάσανε στα ανάκτορα και τον είδε ο Δέκιος να είναι γιγαντόσωμος και γενναίος, φοβήθηκε.

- "Φοβήθηκες, δύστυχε, εμένα τον άνθρωπο;" του είπε ο Χριστοφόρος. "...πως όμως θα υπομείνεις την οργή του Θεού την ώρα της Κρίσεως, όταν θα Τον αντικρίσεις για να δώσεις λόγο στο φοβερό εκείνο Κριτήριο για τα εγκλήματα σου κατά των Χριστιανών και για τις τόσες ψυχές, που έστειλες στη κόλαση, με το να τις εξαναγκάσεις να αρνηθούν τον Χριστό;"

- "Πως ονομάζεσαι;" τον ρώτησε ο τύραννος και συνέχισε "ποιο είναι το γένος σου και η Πίστη σου; Ποια η πατρίδα σου;"

Τον ρωτούσε αυτά με καλοσύνη στην αρχή, γιατί ήθελε να τον κερδίσει.

- "Αυτός καθώς είναι ρωμαλέος και γενναίος άνδρας, θα μπορούσε να είναι πολύτιμος στο στράτευμα μου" σκέφτηκε. Αλλά δεν κατόρθωσε τίποτε.

- "Χριστιανός είμαι" του απάντησε ο Άγιος. 

- "Με λένε Ρέπροβο και τώρα που βαπτίστηκα, ονομάστηκα Χριστοφόρος. Είμαι στρατιώτης του Χριστού, Αυτόν υπηρετώ. Γι' αυτόν αγωνίζομαι και δεν υπακούω ποτέ στα άθεα διατάγματα σου".

- "Κακό όνομα σου έδωσαν. Δεν σε ωφελεί σε τίποτε, δύστυχε" του είπε ο Δέκιος.

- "Κακό είναι το δικό σου όνομα, διότι αγνοείς τον πραγματικό Θεό και προσκυνάς τις πέτρες".

- "Λυπήσου την παλλικαριά σου και θυσίασε στους θεούς. Θα σε φορτώσω με τιμές και θα σε κάνω ιερέα των θεών, αν θέλεις να μην χαθείς άδικα".

- "Θεός φυλάξει" είπε, "...ν' αρνηθώ τον Αληθινό μου Θεό και να προσκυνήσω τα χαμένα είδωλα σου. Φύλαξε τ' αγαθά σου για τον εαυτό σου και τους ομόφρονες σου. Εγώ δεν λυπούμαι το σώμα μου αλλά την ψυχή μου. Γι' αυτό  λατρεύω και προσκυνώ τον Αθάνατο Θεό. Οι δικοί σας θεοί είναι δαίμονες και σαν πλανούν, μέχρις ότου οδηγήσουν τις ψυχές σας στην απώλεια. Μη χάνεις λοιπόν τα λόγια σου και μην ελπίζεις, ότι εγώ θα πιστέψω ποτέ στους ψεύτικους θεούς. Κάνε ότι σκέφτεσαι και χωρίς αναβολή".

Τα πρώτα βασανιστήρια αρχίζουν

Τότε ο Δέκιος έγινε έξω φρενών. Διέταξε να κρεμάσουν τον Άγιο από τις μακριές τρίχες του κεφαλιού του. Να του δέσουν μια μεγάλη πέτρα στα πόδια και να κεντούν με σπαθιά όλο το σώμα του. Ο Άγιος τα υπέμεινε όλα αυτά και κρεμασμένος έλεγε προς τον τύραννο:

- "Δεν σε υπακούω ασεβέστατε, ούτε προσκυνώ τους θεού σου, ούτε υπολογίζω τα βάσανα, όσο φρικτά και αν είναι, γιατί είναι πρόσκαιρα και θα περάσουν. Εσένα όμως, σε περιμένει το πυρ το αιώνιο, που θα κληρονομήσεις με του δαίμονες τους οποίους λατρεύεις".

Οργίστηκε τότε περισσότερο ο βασιλιάς και διέταξε να καίνε τις μασχάλες του με αναμμένες λαμπάδες. Οι άρχοντες που έβλεπαν την ανδρεία του και θαύμασαν το άκαμπτο της γνώμης του, συμβούλεψαν τον Δέκιο να του φερθεί με καλό τρόπο, μήπως και υπακούσει για να τον χρησιμοποιήσουν στους πολέμους.

Όμως όταν τον έλυσαν, ο βασιλιάς τον παρακάλεσε λέγοντας του:

- "Καλέ μου άνθρωπε, γιατί έχεις αγύριστο κεφάλι; Ομολόγησε τους θεούς μας διότι θέλω να σε έχω οδηγό στην άμαξα μου".

- "Γίνε Χριστιανός και ευχαρίστως να με έχεις οδηγό στο πολεμικό σου άρμα και έτσι θα συμβασιλεύσεις με τον Χριστό αιώνια στον Παράδεισο", του απάντησε ο Άγιος.

Οι όμορφες πόρνες

Αφού είδε, λοιπόν, ο βασιλιάς, ότι άδικα κοπιάζε, μεταχειρίσθηκε άλλο σατανικό τρόπο για να ρίξει τον Άγιο στην αμαρτία και να τον απομακρύνει από τον Χριστό. Διάταξε και έφεραν δύο πόρνες, πολύ ωραίες και στολισμένες με πολύτιμα φορέματα και αρώματα ευωδέστατα. Τις έκλεισε μαζί με τον Άγιο μέσα σε ένα βασιλικό δωμάτιο. Τους υποσχέθηκε δε να τους δώσει πολλά χρήματα, αν τελικώς κατόρθωναν να ρίξουν τον Άγιο στην αμαρτία και να προσκυνήσει τα είδωλα.

Μόλις όμως τους έκλεισαν εκεί μέσα, ο Άγιος γονάτισε και προσευχήθηκε μεγαλόφωνα.

- "Δες Κύριε μου, τι μηχανεύθηκαν για να με κάνουν να αμαρτήσω και να Σε αρνηθώ. Γλύτωσε με Θεέ μου και φύλαξε με άτρωτο. Μη με εγκαταλείψεις, Κύριε, γιατί Συ έχεις την δύναμη και την δόξα εις τους αιώνας".

Σηκώθηκε ο Άγιος και ρώτησε τις γυναίκες, τι θέλανε. Εκείνες φοβήθηκαν. Αλλά ο Άγιος τις ρώτησε με γλυκύτητα. Και εκείνες του είπαν:

- "Μας έστειλε ο βασιλιάς να σε καταφέρουμε να τον υπακούσεις, για να μη σε θανατώσει με φρικτό θάνατο".

- "Εγώ, τους είπε, δεν φοβούμαι αυτό τον πρόσκαιρο θάνατο. Εγώ αγωνίζομαι και ποθώ να βασιλεύω με τον Χριστό αιώνια. Σας συμβουλεύω να Τον πιστέψετε και εσείς. Χαρά σε σας, διότι θα κληρονομήσετε κάθε απόλαυση και θα αγάλλεσθε μετά των Αγίων στον Παράδεισο παντοτεινά".

- "Αν πιστέψουμε στον Χριστό, θα το μάθει ο Δέκιος και θα μας θανατώσει. Αν πάλι δεν πιστέψουμε, τότε τούτος ο άνθρωπος θα μας σκοτώσει αμέσως καθώς είναι χειροδύναμος και άγριος. Καλύτερα λοιπόν να πιστέψουμε στον Χριστό, ο οποίος αν πεθάνουμε γι' αυτόν, θα μας δώσει την αιώνια και αθάνατη ζωή".

Γυρίσανε τότε και είπαν στον Άγιο:

- "Πιστεύουμε στον Χριστό. Παρακάλεσε Τον όμως να μας συγχωρέσει τις πολλές αμαρτίες και να μας δεχθεί".

- "Μήπως...", τις ρώτησε ο Άγιος, "...σκοτώσατε ή μαγέψατε κανένα;"

- "Όχι, Κύριε", του είπαν. "Εμείς μάλιστα, εξαγοράσαμε πολλούς δούλους και πολλούς καταδικασμένους σε θάνατο, με τα χρήματα της πορνείας. Το αμάρτημα μας είναι η πορνεία. Κανένα άλλο κακό δεν επράξαμε".

Τότε ο Άγιος τις σταύρωσε με το χέρι του και προσευχήθηκε ως εξής:

- "Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξου τις δούλες Σου Ακυλίνα και Καλλινίκη και κάνε τες πρόβατα της Ποίμνης Σου, για να συναριθμηθούν με τους Αγίους Σου. Συγχώρεσε τες, για όσα εν γνώσει και άγνοια ήμαρτον".

Μετά την προσευχή, τις δίδαξε την Χριστιανική Πίστη. Εν τω μεταξύ δε τις επισκέφθηκε και η Χάρη του Θεού και αισθάνθηκαν ανείπωτη χαρά. Δοξάζανε δε τον Χριστό, που τον γνώρισαν και τον πίστεψαν. 

Το μαρτύριο της Ακυλίνας 

Την επόμενη ημέρα, τις φέρανε μπροστά στον Δέκιο. Εκείνος τις ρώτησε αν είχαν καταφέρει να κάνουν τον Χριστοφόρο να προσκυνήσει τα είδωλα.

- "Εμείς", του αποκρίθηκαν και οι δύο μαζί "πιστέψαμε στο Χριστό, διότι πράγματι είναι ο Αληθινός Θεός και Σωτήρας μας".

- "'Ωστε...". τους λέει έκπληκτος ο Δέκιος, "...σας μάγεψε και σας".

- "Ένας είναι ο Θεός...", του είπε η Ακυλίνα και συνέχισε λέγοντας του:

- "Αυτός, που έκανε τον ουρανό και τη γη και σώζει όσους τον πιστεύουν. Οι θεοί σου είναι κοινές πέτρες και χώμα και δεν μπορούν να σε βοηθήσουν".

Ο Δέκιος τα έχασε. Αναψοκοκκίνησε από το θυμό του και διέταξε να την κρεμάσουν από τα μαλλιά και στα πόδια της να δέσουν δυο μεγάλες πέτρες.

Από το βάρος αυτό πήγαινε να κόψει στη μέση το σώμα της. Αισθανόταν φοβερούς πόνους. Γι' αυτό είπε στον Άγιο:

- "Σε παρακαλώ, δούλε του Θεού, προσευχήσου σε μένα γιατί πονώ".

Σήκωσε τότε τα χέρια του ο Άγιος στον ουρανό και είπε:

- "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε την δούλη Σου. Μην επιτρέψεις να βασανιστεί περισσότερο, αλλά παράλαβε εν ειρήνη το πνεύμα της".

Μόλις τελείωσε την προσευχή του, η μάρτυς Ακυλίνα παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού. Ήτανε η 1η Απριλίου του 251 μ.Χ. 

Η συντριβή των ειδώλων από την Καλλινίκη 

Ο τύραννος, στράφηκε τότε προς την Καλλινίκη και της είπε:

- "Βλέπεις τι έπαθε αυτή, επειδή ήταν σκληροκέφαλη και φιλόνικη; Βάλε τουλάχιστον το μυαλό σου να δουλέψει και θυσίασε στους θεούς, αν θέλεις να μην πάθεις τα ίδια και χειρότερα".

Η Καλλινίκη θέλησε να εμπαίξει την θρησκεία τους και τον τύραννο και του είπε:

- "Επειδή, βασιλέα, με διατάζεις πρέπει να υπακούσω στη διαταγή σου. Πηγαίνετε με λοιπόν, στο ναό, για να τιμήσω τους θεούς, όπως πρέπει και όπως είπες".

Ο βασιλιάς την πίστεψε. Νόμιζε, ότι το έλεγε στ' αλήθεια και χάρηκε. Διέταξε λοιπόν ν' απλώσουν τάπητες λευκούς, από το παλάτι μέχρι το ναό των ειδώλων. Οι δορυφόροι του οδηγούσαν την Αγία και πηγαίνανε με χαρά, ραντίζοντας όλο τον δρόμο, με μύρα ευώδη και πολύτιμα.

Όταν φθάσανε μπροστά στον ναό. η Καλλινίκη ρώτησε τους ιερείς των ειδώλων:

- "Ποιος θεός είναι ο μεγαλύτερος;"

Τότε εκείνοι της έδειξαν το είδωλο του Δία.

Η Αγία έπιασε το είδωλο του Δία από το χέρι και είπε:

- "Εάν είσαι θεός, μίλα και πες μου τι να κάνω, διότι εγώ ήλθα να σε υπηρετήσω".

Αφού είδε, ότι δεν αποκρινόταν, του φώναξε δυνατά:

- "Θεέ των ειδωλολατρών μίλησε μου".

Τότε γέλασε και είπε:

- "Αλοίμονο μου την αμαρτωλή, οι θεοί οργίστηκαν εναντίον μου, γιατί τους καταφρόνησα και δεν θέλουν να με συγχωρέσουν. Ή μήπως κοιμούνται και δεν με ακούνε;"

Οι ιερείς ακούγοντας την της είπαν:

- "Μετανόησε με όλη σου την καρδιά, για να σε συγχωρέσουν, γιατί τους αρνήθηκες".

Τότε η μάρτυς έβγαλε τη ζώνη της και έδεσε το άγαλμα. Κοίταξε κατόπιν τον ουρανό και προσευχήθηκε:

- "Κύριε Ιησού Χριστέ, Θεέ και Σωτήρα των ψυχών μας, βοήθησε με αυτή την ώρα".

Τράβηξε κατόπιν τη ζώνη της, όσο μπορούσε δυνατά και γκρέμισε κάτω το άγαλμα του Δία και στη συνέχεια του Ηρακλή, μετά του Απόλλωνα και όσα άλλα πρόφθασε, φωνάζοντας:

- "Φύγετε και αφανισθήτε, θεοί των ειδωλολατρών".

Οι ιερείς των ειδώλων λυσάξανε από το καλό τους. Την άρπαξαν, για να μην συντρίψει και τα άλλα αγάλματα. Αυτή όμως τους ενέπαιζε λέγοντας:

- "Μαζέψτε τα κόκκαλα των θεών σας και φέρετε αλάτι και λάδι για να τα γιατρέψετε".

Τότε όλοι οι ιερείς και οι λαϊκοί ειδωλολάτρες πήγαν στο Δέκιο και του είπαν:

- "Αυτή η δαιμονισμένη, βασιλιά, που μας έστειλες, γκρέμισε του θεούς μας και συνέτριψε τους σπουδαιότερους. Εάν δεν προφθάναμε να την δέσουμε, θα μας τους γκρέμιζε όλους".

- "Δεν μου υποσχέθηκες...", είπε οργισμένος ο βασιλιάς, "ότι θα θυσιάσεις στα είδωλα; Πως τόλμησες και τα συνέτριψες;"

- "Εγώ ...", του αποκρίθηκε η Καλλινίκη, θεούς δεν συνέτριψα. Μονάχα πέτρες τσάκισα, για να κτίσετε σπίτια, εάν σας χρειάζονται. Αλοίμονο σας όμως ανόητοι, που ονομάζετε θεούς αυτούς που νικήθηκαν από μία γυναίκα. Αφού δεν μπόρεσαν να φυλάξουν τον εαυτό τους, πως τότε ελπίζετε να βοηθήσουν εσάς;"

Θύμωσε τότε ο τύραννος και διέταξε να την κρεμάσουν σε ένα ικρίωμα, να της μπήξουν δε μια μακριά σούβλα από τις φτέρνες ως τον ώμο και να της κρεμάσουν από τα πόδια δύο μεγάλες πέτρες.

Οι πόνοι της μακαρίας ήταν μεγάλοι και αβάσταχτοι. Παρακάλεσε τον Άγιο να προσευχηθεί να την πάρει ο Θεός. Όπερ και εγένετο. Μετά την προσευχή του Αγίου, η μάρτυς Καλλινίκη παρέδωσε την ψυχή της, λευκή πια από το αίμα του μαρτυρίου στα χέρια του Θεού. 

Ήταν η 2α Απριλίου του 251 μ.Χ. 

Ο Δέκιος γύρισε στον Άγιο και με λύσσα τον έβρισε λέγοντας του:

- "Εσύ, σκυλομούρη, έπρεπε να πεθάνεις και όχι αυτές οι ωραίες γυναίκες, που τις επλάνησες με τις μαγείες σου. Τώρα, λοιπόν, το λες; Θυσιάζεις στους θεούς ή επιμένεις στην κακοκεφαλιά σου;"

- "Πολύ καλά σε είπανε Δέκιο, διότι δέχεσαι την συνεργασία του Σατανά ο οποίος σε έχει σαν δοχείο και όργανο που του κάνει όλα τα θελήματα. Τι θέλεις και με δοκιμάζεις και χάνεις τον καιρό σου; Εγώ σου το είπα τόσες φορές, ότι δεν προσκυνώ τα είδωλα. Ήθελα αν μπορούσα να σε φέρω σε θεογνωσία. Αλλά συ δεν είσαι απλώς άθεος. Είσαι τυφλός και δεν μπορείς να δεις τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Εμπρός λοιπόν, βασάνισε του δικαίους", του απάντησε ο Άγιος. 

Λέγοντας αυτά ο Άγιος, είδε σ' ένα μέρος συγκεντρωμένους στρατιώτες, που είχαν πιστέψει και του είπε:

- "Εμπρός παλικάρια του Χριστού στον αγώνα".

Τότε εκείνοι πετάξανε τις ζώνες τους, τα όπλα τους και τις στολές τους, πήγανε κοντά στον Άγιο και το ασπάζονταν λέγοντας:

- "Σ' ευχαριστούμε, που μας φώτισες και μας οδήγησες στον Χριστό. Πεθαίνουμε και εμείς γι' Αυτόν".

Βλέποντας ο Δέκιος να ασπάζονται τον Άγιο οι στρατιώτες του, φοβήθηκε μήπως ο Χριστοφόρος τον ανατρέψει και του πάρει την βασιλεία, γι' αυτό του είπε:

- "Αναρχικός και επαναστάτης μου έγινες;"

- "Εμείς βασιλιά...", είπαν τότε οι στρατιώτες, "πιστέψαμε στον Χριστό, όταν μας έστειλες να συλλάβουμε το δούλο σου. Εκεί φάγαμε ουρανόσταλτο ψωμί. Αυτή την πίστη δεν την αρνούμαστε, οσαδήποτε βασανιστήρια κι αν υποστούμε".

- "Τι σας έφταιξα, παιδιά μου και με εγκαταλείψατε;..." είπε ο Δέκιος "...Μήπως σας έλειψαν τα άλογα, τα ρούχα, τα χρήματα; Ελάτε σας παρακαλώ και θα σας δώσω διπλό μισθό. Μη με αφήνετε".

- "Έχε τα πλούτη σου να τα χαίρεσαι ...", του είπαν, "...εμείς ούτε τα καλά σου έχουμε ανάγκη, ούτε τις τιμωρίες σου φοβόμαστε".

Τότε ο Δέκιος φοβήθηκε μήπως το παράδειγμα τους, το μιμηθούν και άλλοι και επιστρέψουν στον Χριστό. Γι' αυτό διέταξε και τους αποκεφάλισαν έξω από την πόλη. Τα δε λείψανα τους τα έριξε μέσα σε ένα καμίνι για να καούν. Αλλά η φωτιά δεν τα άγγιζε καθόλου. Οι ευσεβείς τα παραλάβανε την νύχτα κρυφά και τα θάψανε, με μεγάλη ευλάβεια. Ήταν η 7ή Απριλίου του 251 μ.Χ. 

Πιστεύουν χίλιοι άπιστοι 

Κατόπιν ο Δέκιος φυλάκισε τον Άγιο και ύστερα από μερικές ημέρες τον οδήγησαν και πάλι μπροστά του. 

- "Άκουσε ανόητε. Εάν δεν με ακούσεις και δεν προσκυνήσεις τους θεούς, θα σε αφανίσω με μύρια βάσανα. Δεν περιμένω ούτε λεπτό πια".

- "Μη με φοβερίζεις, γιε του διαβόλου και κληρονόμε της αιωνίου κολάσεως...", του είπε ο Άγιος ενώ συνέχισε λέγοντας του:

- "Έχω βοηθό τον αληθινό Θεό και δεν φοβάμαι τις τιμωρίες σου".

Τότε ο Δέκιος έγινε έξω φρενών και διέταξε να βάλουν τον Χριστόφορο να καθίσει πάνω σ' ένα χάλκινο κάθισμα. Κάτω από το κάθισμα βάλανε ξύλα και ρίξανε επάνω τους είκοσι στάμνες λάδι. Έπειτα ανάψανε μετά από διαταγή του την φωτιά. Οι φλόγες κυκλώσανε τον Άγιο και ανέβαιναν ψηλά. Ο Άγιος αισθανόταν σαν να ήταν σε τόπο δροσερό και ευχάριστο. Ύστερα από αρκετή ώρα έσβησε η φωτιά και ο Άγιος βγήκε τελείως υγιής και σώος. Ούτε μία τρίχα της κεφαλής του δεν κάηκε ούτε τα ρούχα του έπαθαν τίποτα. 

Βλέποντας αυτό το θαύμα οι παρευρισκόμενοι, πίστεψαν στο Χριστό. Ήταν περίπου χίλιοι άνθρωποι. Και όλοι εκείνοι βροντοφωνάζανε:

- ¨Πιστεύουμε και εμείς στον Χριστό. Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών. Βοήθησε μας Βασιλέα Ουτάνιε..." και πέφτοντας στα πόδια του μάρτυρα λέγανε, '...δικαίως σε ονομάσανε Χριστοφόρο, γιατί έχεις τον Χριστό μέσα στην καρδιά σου και δεν δειλιάζεις διόλου στις τιμωρίες του τυράννου"

Φωνάζανε κατόπιν με θάρρος και στον βασιλιά Δέκιο:

- "Ντροπή σου άρχοντα Δέκιε. Ντροπή σου. Τίποτε δεν μπορείς να κάνεις. Ο πανίσχυρος Θεός των Χριστιανών σε νίκησε".

Βλέποντας ο Δέκιος τον ενθουσιασμό και την αναταραχή του λαού, φοβήθηκε, Έτρεξε ανάμεσα από τον επαναστατημένο λαό και κρύφτηκε στ' ανάκτορα του.

Έτσι ο Άγιος, ελεύθερος πλέον, έμεινε στην αγορά και άρχισε να μιλάει στο λαό, σ' εκείνους που είχαν πιστέψει. Στερέωνε έτσι με τα λόγια του τον κόσμο στην αληθινή πίστη του Χριστού. Οι ειδωλολάτρες τότε πήγαν στα ανάκτορα, στον βασιλιά και απαίτησαν να θανατώσει τον Άγιο.

- "Αν τον αφήσεις..." του είπαν, "...κινδυνεύει η βασιλεία σου".

Πράγματι, την άλλη μέρα, που είχαν μεγάλη γιορτή οι ειδωλολάτρες, ο αυτοκράτορας κάθησε στο βήμα κι έδωσε διαταγή σε μεγάλο στρατιωτικό τμήμα, να συλλάβει τους Χριστιανούς και να τους αποκεφαλίσει. 

Ο Χριστοφόρος του έδινε θάρρος.

- "Μη δειλιάσετε, στον πρόσκαιρο θάνατο, Μόνο έτσι θα ζείτε αιώνια στον Παράδεισο".

Εκείνοι ακούγοντας τους λόγους του με χαρά δέχθηκαν τον θάνατο. Ήταν η 9η Απριλίου του 251 μ.Χ. 

Ο Δέκιος έπειτα από αυτά σκεφτόταν διάφορους τρόπους για να θανατώσει τον Μάρτυρα. Διέταξε λοιπόν, να δέσουν στο λαιμό του Άγιου μια μεγάλη πέτρα. Έπειτα τον δέσανε χειροπόδαρα και τον πετάξανε σε ένα βαθύ πηγάδι. Πιστεύανε πως αυτό θα ήταν και το τέλος του Άγιου.

Ο Θεός όμως δεν άφησε τον δούλο του. Άγγελος Κυρίου κατέβηκε στο πηγάδι και τον έβγαλε ζωντανό κι' αβλαβή. Μόλις τον είδε ο Δέκιος δαιμονίστηκε από το κακό του. Έξαλλος στριφογύριζε και μονολογούσε. Δεν μπορούσε να το χωνέψει. Τον ντρόπιαζε σαν αυτοκράτορα, σαν εξουσία. Απευθύνεται έπειτα στον Άγιο και του λέει:

- "Φθάνει πια. Ως πότε τέλος πάντων θα αμύνεσαι με τις μαγείες σου; Ως πότε θα αντέχεις στα βασανιστήρια;"

- "Μέχρις ότου τελειώσω αυτή την πρόσκαιρη ζωή, με την δύναμη του Θεού, θα αντέχω στα βασανιστήρια και θα σε περιφρονώ".

Τότε ο τύραννος σκέφτηκε άλλο σατανικό μαρτύριο. Διέταξε να φτιάξουν ένα χάλκινο ένδυμα. Αυτό το πήρανε και το βάλανε στη φωτιά. Όταν το μέταλλο έγινε κατακόκκινο, του το φόρεσαν και περίμεναν να καεί.

Θαύμα όμως μεγάλο έγινε. Η φωτιά του πυρωμένου χαλκού δεν το άγγιξε καθόλου . Τον άφησε σώο και αβλαβή. 

Ο αυτοκράτορας έγινε έξω φρενών, αλλά συνέχισε να τον παρακινεί, για να θυσιάσει στα είδωλα. Ο Άγιος με σταθερότητα του επαναλάμβανε:

- "Το είπα και το διακήρυξα. Το άκουσες τόσες φορές. Το ξέρεις καλά ότι δεν αλλάζω γνώμη. Γιατί επιμένεις; Δεν πρόκειται να γονατίσω στα είδωλα. Γιατί λοιπόν κοπιάζεις και χάνεις άδικα τον καιρό σου; Εγώ, βασιλιά, μόνο τον Θεό μου προσκυνώ. Κάνε λοιπόν ότι θέλεις".

Αφού είδε ο Δέκιος την σταθερή πίστη του Άγιου τρέμοντας από οργή, βροντοφώναξε την θανατική καταδίκη του Μάρτυρα:

- "Εγώ ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων, διατάσσω να αποκεφαλιστεί ο δυστιμώρητος και άχρηστος αυτός Χριστιανός, γιατί καταφρόνησε τα προστάγματά μου". 

Ο Αποκεφαλισμός του Άγιου 

Τον πήραν τότε οι δήμιοι, και τον οδήγησαν στον τόπο της τελείωσης. Ο κόσμος έφθασε ως τον τόπο, όπου επρόκειτο ν' αποκεφαλιστεί ο Άγιος.

Εκεί ο Μάρτυρας του Χριστού ζήτησε από τον δήμιο να σεβασθεί την τελευταία του επιθυμία και να του δώσει την άδεια να προσευχηθεί.

Η άδεια του δόθηκε. Και αμέσως σε μια ατμόσφαιρα νεκρικής σιγής, ενώ όλοι τον ακούγανε με κατανυκτική συγκίνηση, ο Άγιος προσευχήθηκε:

- "Κύριε, Θεέ μου, Παντοκράτορα, Σ' ευχαριστώ που σε όλα και με όλα με βοήθησες. Ντρόπιασες τον εχθρό μου τον διάβολο και τους υπηρέτες του. Τώρα Πανάγαθε Θεέ, που ήρθε η στιγμή του τέλους της επίγειας ζωής μου, σε παρακαλώ βοήθησε με. Δέξου ειρηνικά το πνεύμα μου. Κατάταξε με στους ευτελέστερους δούλους σου. Τον άδικο Δέκιο κρίνε τον κατά τα έργα της ασέβειας του. Η τιμωρία του θα είναι δίκαιη και οι δαίμονες θα τον κυριαρχούν και θα του κατατρώγουν τις σάρκες, μέχρις ότου αφανισθεί. Σε παρακαλώ ακόμη Θεέ μου, να βοηθήσεις τους Χριστιανούς και να τους απαλλάξεις από τους σκανδαλισμούς του διαβόλου. Πολυεύσπλαγχνε Κύριε δώσε την Χάρη Σου στο σώμα μου να διώχνει τους δαίμονες, όπου βρεθεί μέρος από το λείψανο μου. Δώσε την Χάρη σου Κύριε, ώστε να μην συμβεί ποτέ πείνα, καταστροφή από χαλάζι και από ότι άλλο κακό, εκεί όπου θα υπάρχει έστω κι ένα μικρό μέρος από το λείψανο μου. Φύλαγε Κύριε, από κάθε κακό, σώους, γερούς και ανέγγιχτους εκείνους που γιορτάζουν την μνήμη του Μαρτυρίου μου. Έτσι θα δοξάζεται το όνομα Σου το ευλογημένο στους αιώνες".

Κι ενώ έτσι τελείωσε την προσευχή του ο Άγιος, ήρθε φωνή από τον Ουρανό σαν απάντηση, που έλεγε:

- "Όλα όσα μου ζήτησες τα εκπληρώνω, για να χαρείς. Σου λέγω όμως και κάτι παραπάνω. Εάν κάποιος με ζητήσει σε βοήθεια του στην προσευχή του και θυμηθεί το όνομα σου, αμέσως, πολύ γρήγορα θα έχει την βοήθεια μου. Έλα λοιπόν σε περιμένω. Έλα να χαρείς τώρα την μεγάλη κι ασύγκριτη χαρά, που σου ετοίμασα. Πάλεψες, υπέφερες, αγωνίστηκες και νίκησες. Το στεφάνι της νίκης, που σε προσμένει είναι βαρύτιμο".

Μόλις άκουσε αυτά ο Άγιος πλημμύρισε από χαρά και ευτυχία. Με μάτια, που αστράφτανε από λάμψη ουράνια, κοίταξε τον δήμιο με καλοσύνη και του είπε:

- "Κάνε, παιδί μου, εκείνο που σε προστάξανε".

Ο δήμιος με ανάμικτα αισθήματα, πλησίασε ευλαβικά τον Άγιο και έπειτα τρέμοντας, τον αποκεφάλισε. Έτσι εξετέλεσε μία διαταγή, στην οποία ο ίδιος δεν συμφωνούσε. 

Έπειτα ο δυστυχισμένος εκείνος, χωρίς να  ξέρει τι κάνει, μέσα στην πλημμύρα του αίματος του Μάρτυρος, έχοντας τύψεις γι' αυτό που έκανε, σφάχτηκε μόνος του και πέθανε πάνω στο τιμημένο αίμα του Αγίου.

Ήταν μέρα ανοιξιάτικη. Λουλούδιαζε ο κάμπος από πολύχρωμα ευωδιαστά λουλούδια. Κι' ανάμεσα σ' αυτά έτρεχε το αγνό κι αθώο αίμα του Μαρτυρικού Αγίου Χριστοφόρου. Ήταν η 9η Μαϊου του 251 μ.Χ.

Μετά την αποκεφάλιση του, προσήλθε ο Επίσκοπος Ατταλείας Πέτρος, ο οποίος αφού έδωσε μερικά αργυρά νομίσματα στους φρουρούς και στο εκτελεστικό απόσπασμα, κατόρθωσε να πάρει το σώμα του Μάρτυρα. Το τύλιξε σε καθαρά σεντόνια με αρώματα και το μετέφερε στην πόλη. 

Εκεί κοντά ήταν ένας ποταμός, ο οποίος πολλές φορές ξεχείλιζε κι έφερνε μεγάλη καταστροφή στην παραγωγή. Στην όχθη εκείνου του ποταμού εναπόθεσε ο Επίσκοπος το λείψανο του Αγίου Χριστοφόρου. Από τότε ο ποταμός ποτέ δεν έβλαψε την πόλη και τα κτήματα τους. 

Το τρομερό τέλος του Αυτοκράτορα Δέκιου 

Και η τιμωρία του βάρβαρου κι αιμοδιψούς άρχοντα δεν άργησε να φανερωθεί. Αρρώστια φοβερή και τομερή κτύπησε τον Δέκιο. Το σώμα του άρχισε να διαλύεται, όπως είπε στην προσευχή του ο Άγιος. Η ψυχή του όμως δεν έβγαινε. Βασανιζόταν και χτυπιόταν. Δεν μπορούσε να βρει ησυχία πουθενά.

Κατάλαβε ότι βασανίζεται, για τα όσα φοβερά και απερίγραπτα έκανε στους Χριστιανούς και για το σκληρό Μαρτύριο, στο οποίο υπέβαλλε τον Άγιο Χριστόφορο.

Προσπαθεί λοιπόν να βρει κάτι από το λείωανο του, να το ρίζει πάνω του για να ξεψυχήσει. Και η βασίλισσα του έλεγε: 

- "Εγώ σου έλεγα να φυλαχτείς. Να μην τα βάλεις με Άγιους ανθρώπους. Αλλά εσύ δεν με άκουγες".

Ο Δέκιος βασανιζόμενος στον πόνο του, φώναζε στους στρατιώτες του λέγοντας:

- "Τρέξτε όλοι σας. Ψάξτε για το λείψανο του Χριστόφορου. Βρέστε μου κομμάτι από τα ρούχα του ή χώμα από τον τάφο του. Τρέξτε. Υποφέρω. Βασανίζομαι. Λιώνω ζωντανός".

Οι στρατιώτες τρέξανε βεβαίως παντού. Αλλά δεν βρήκανε τίποτα. Πήγανε κατόπιν και πήρανε χώμα από εκεί, αποκεφαλίστηκε ο Άγιος. Εκεί δηλαδή που χύθηκε το αίμα του.

Λίγο από το χώμα αυτό το ρίξανε μέσα στο νερό. Από το νερό αυτό ήπιε ο αιμοδιψής τύραννος και πέθανε. Και η τιμωρία αυτή του Δέκιου ήταν μια μικρή προκαταβολή από την αιώνια τιμωρία που τον περίμενε. 

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Χριστοφόρου στο Αγρίνιο

Ο Άγιος Χριστοφόρος είναι πολιούχος και προστάτης του Αγρινίου. Υπάρχουν δύο ιεροί Χαοί αφιερωμένοι στο όνομα του στην πόλη του Αγρινίου. Ο Παλαιός Ναός του Αγίου Χριστοφόρου ιδρύθηκε το 1846, ενώ ο νέος Ναός θεμελιώθηκε το 1920 και εγκαινιάστηκε το 1937. Η ιδέα για την κατασκευή ενός νέου μεγαλύτερου ναού, μέσα στην πόλη του Αγρινίου, ήταν του μακαριστού Αγίου γέροντος π. Αποστόλου Φαφούτη. Με αυτόν τον πόθο στη καρδιά ξεκίνησε ο π. Απόστολος το 1920. Το σκέφτηκε, το μελέτησε όσο μπορούσε, το είπε στους συνεργάτες του και προχώρησε. Χρήματα δεν υπήρχαν καθόλου. Ήταν όμως δυνατή η πίστη. Παντού και προς όλες τις κατευθύνσεις γράφτηκαν επιστολές, έτρεξαν επιτροπές, προτάθηκε το χέρι... Έτσι ο Νέος Ναός του Αγίου Χριστοφόρου, έχει σήμερα αυτή την όμορφη ιστορία. Πόνους και δάκρυα και αγώνες του π. Αποστόλου και όλων των Αγρινιωτών μαρτυρούν κάθε γωνιά του Ναού. Το έτος 1937 έγιναν τα εγκαίνια του.

ΒΙΟΣ: Άγιος Φανούριος ο Μεγαλομάρτυς

Ο Άγιος Φανούριος ο θαυματουργός

Τα Πρώτα Χρόνια.

Τα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Άγιος Φανούριος, με βάση την εικονογράφηση που μας δίνει πληροφορίες για την μαρτυρική διαδρομή του. Δεν γνωρίζουμε όμως ούτε που γεννήθηκε αλλά ούτε και ποιοι ήταν οι γονείς του Αγίου. 

Για την εποχή λοιπόν εκείνη γνωρίζουμε πολλά για του βίους χιλιάδων μαρτύρων της χριστιανικής πίστης. Υπήρχε πάντα ένας αιμοσταγής και άπιστος αυτοκράτορας που μία και από τις κύριες ασχολίες του ήταν και ο διωγμός των χριστιανών. Όσοι από τους χριστιανούς έπεφταν στα χέρια των στρατιωτών θα έπρεπε ή να αρνηθούν την πίστη του, ή να τους αρπάξουν την περιουσία τους και όλο το βιός τους και μετά ακολουθούσε η διαδικασία των βασανιστηρίων για να αρνηθούν τον Χριστό. Οι περισσότεροι λοιπόν από όσους ομολογούσαν την Πίστη τους στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό θανατώνονταν με φρικτό τρόπο.

Η ομολογία της πίστεως

Ο Άγιος Φανούριος εμφανίζεται λοιπόν μπροστά σε ένα Ρωμαίο άρχοντα θαρραλέος και ακλόνητος στην Πίστη του. Παρουσιάστηκε, με την σεμνότητα και την συστολή, που τον διέκρινε όπως ο αγιογράφος απεικονίζει. Ο άρχοντας προσπάθησε να τον πείσει να αλλάξει την πίστη του. Η μέθοδος ήταν συγκεκριμένη. Σε νέους ανθρώπους που έμειναν πιστοί στον Χριστό, όπως ο Άγιος Φανούριος, οι Ρωμαίοι άρχοντες μιλούσαν πρώτα από για τις χαρές της ηλικίας τους. Ότι ήταν ένας νέος με μοναδικές χάρες, με νιάτα προνομιούχα, στολισμένα με ομορφιά. Πρόσθεταν με περισσή υποκρισία, πως δεν έχει κανείς το δικαίωμα να αρνηθεί τις χάρες της ζωής για μία πίστη, που είναι αντίθετη στην αυτοκρατορία.

- "Σε καλώ, να γυρίσεις στη πατροπαράδοτη πίστη των θεών. Σε προσκαλώ σε μία νέα ζωή. Ζωή όμορφη, χαρούμενη, γεμάτη απολαύσεις και διασκεδάσεις. Σου ανοίγω έναν καινούργιο δρόμο ευτυχίας, που σου στερεί η πίστη, στην οποία σε σκλάβωσαν κάποιοι ανόητοι"

Ο Άγιος Φανούριος, γεμάτος πίστη και αγάπη για τον Χριστό, απάντησε τότε στον άρχοντα:

- "Δεν δίνω καμία προσοχή στα νιάτα και καμία σημασία στην ομορφιά και δεν βλέπω καμία αξία στις απολαύσεις αυτής της πρόσκαιρης ζωής. Αυτή η σατανική σου παγίδα, να με προσκολλήσει στα υλικά φρονήματα, δεν με γοητεύει. Ξέρω καλά τι πιστεύω και δεν θα με παρασύρουν τα εφήμερα. Ναί άρχοντα, και η πολυχρωμία και το άρωμα των λουλουδιών και η ωραία άνοιξη και το γοητευτικό καλοκαίρι, έρχονται και παρέχρονται. Πίσω από το προσωρινό κάλλος κρύβεται η ματαιότητα. Σήμερα είσαι δυνατός, νέος και ωραίος. Αύριο αδύναμος, γέρος, σακάτης και άσχημος. Σήμερα βροντούν μπροστά σου τύμπανα και λόγχες χαιρετιστήριες. Αύριο είσαι άσημος, ανώνυμος χωρίς δόξα. Καταντάς μία αξιοθρήνητη ξεχασμένη και δυστυχισμένη μορφή μέσα στο πλήθος".

 Σταμάτησε για λίγο ο Άγιος Φανούριος τα κοφτερά του λόγια, που κτυπούσαν κατάκαρδα την ματαιοδοξία του αλαζόνα άρχοντα και κατέληξε:

-"Άσε άρχοντα τα μάτια της ψυχής σου να δουν το φως του Χριστού και τότε πολλά θα καταλάβεις".

Ο λιθοβολισμός 

Βλέποντας την σταθερότητα της πίστης του Αγίου, ο θυμωμένος και οργισμένος άρχοντας διέταξε, επειδή ένιωσε προσβεβλημένος, να τον λιθοβολήσουν για να τιμωρήσουν, όπως είπε, το στόμα του, αυτό το στόμα που με τόση πίστη τόλμησε να αυθαδιάσει μπροστά στην εξουσία του. Οι στρατιώτες που βρισκόταν εκείνη την στιγμή και άκουσαν τον ηγεμόνα τους, περικύκλωσαν αμέσως τον Άγιο Φανούριο και άρχισαν να εκτελούν τις σατανικές εντολές του. Ο Άγιος όλη την ώρα του μαρτυρίου προσευχόταν: 

-"Ο Θεός ο Επουράνιος, ο Δεσπότης και ποιητής του κόσμου, των ορατών και των αοράτων, που καταδέχτηκες να φορέσεις ανθρώπινο σαρκίο και να υπομείνεις πάθος εκούσιο για την σωτηρία μας, παρακαλώ τη Βασιλεία σου, άκουσέ με και μη με εγκαταλείπεις. Σβήσε, σαν αγαθός και ελεήμων Θεός, τις αμαρτίες μου  και μείνε κοντά μου στα μαρτύρια, που με περιμένουν, για την ομολογία μου και δώσε μου δύναμη να νικήσω τους εχθρούς της πίστεως για την Δόξα του φοβερού και Άγιου Ονόματός Σου".

Το μαρτύριο αυτό κράτησε έως ότου οι στρατιώτες εξαντλημένοι από την προσπάθεια να λιθοβολήσουν τον Άγιο, έπεφταν κάτω από την κούραση ο ένας μετά τον άλλο. Η αντοχή και η υπομονή του Άγιου, είχε κάνει ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί τον θυμό του άρχοντα που δεν μπορούσε να καταλάβει, ότι ο Πανάγαθος Θεός των χριστιανών βοηθούσε τον Μάρτυρα.

Ο ραβδισμός

Βλέποντας ο άρχοντας λοιπόν την αλύγιστη θέληση του Άγιου Φανουρίου να μείνει πιστός στο Χριστό, έγινε θηρίο ανήμερο από το θυμό του. Διέταξε αμέσως να βασανιστεί ο Χριστιανός Μάρτυρας σκληρά και βάναυσα. Με αγριότητα και θηριωδία αρπάζουν οι βασανιστές στρατιώτες τον Άγιο, τον ξαπλώνουν κατά γης και κρατούν τα χέρια και τα πόδια του τεντωμένα. Αρχίζουν τότε οι ραβδούχοι με ειδικά μαστίγια από βούνευρα να τον χτυπούν οργισμένα, ενώ άλλοι κρατούν ξύλα και ρόπαλα και συναγωνίζονται στο ποιος θα καταφέρει περισσότερα χτυπήματα στο σώμα του Άγιου.

Ανεβοκατέβαιναν στο νεανικό σώμα του Χριστιανού Μάρτυρα, σφυρίζοντας με δύναμη και τον αυλάκωναν με πληγές. Το μαρτύριο συνεχιζόταν με βαρβαρότητα. Έτσι ο άρχοντας νόμιζε ότι θα πετύχαινε την αλλαξοπιστία του Άγιου Φανουρίου. Εκείνος όμως έμενε άκαμπτος. Υπέφερε το μαρτύριο με την φλόγα της πίστεων και την δύναμη της προσευχής. Ύστερα από το φοβερό μαστίγωμα, οδήγησαν τον Μάρτυρα στη φυλακή. Εκεί δεν επέτρεψαν να εκδηλωθούν έστω ορισμένα ίχνη ανθρωπιάς. Δεν το άφηναν δηλαδή να παραμείνει κάτω από συνθήκες όχι βασανιστικές.

Τα βασανιστήρια στη φυλακή

Πρώτα από όλα τον αφαίρεσαν την στολή του και τον οδήγησαν στην φυλακή, όπως έτσι γυμνός και ματωμένος όπως είναι βρίσκεται μπροστά σε καινούργια βασανιστήρια. Στην καρδιά του άρχοντα είχε ξυπνήσει ο εκδικητικός ειδωλολάτρης και σαν να είχε μπροστά του έναν κακούργο διέταξε να τον χτυπήσουν με σιδερένιους λοστούς σε όλο το σώμα και να ξεσκίσουν σιγάσιγά και μεθοδικά τις σάρκες του. Ο Άγιος όμως σε όλη τη διάρκεια αυτής της βαρβαρότητας υπέμενε στωικά και χαιρόταν με τα βασανιστήρια λέγοντας:

- "Ω Θεέ μου, πόσο σε ευχαριστώ που με αξίωσες, εμένα τον αμαρτωλό να καθαριστώ μέσα από αυτά τα βασανιστήρια, για την προηγούμενη ζωή μου".

Στη διάρκεια μάλιστα αυτής της θηριωδίας, ο Άγιος για να προκαλέσει περισσότερο του δήμιους, πετούσε στο πρόσωπο του άρχοντα που είχε κατέβει στη φυλακή για να επιβλέπει το βασανισμό, κομμάτια από τις κομμένες σάρκες του, φωνάζοντάς του:

- "Αυτό που κάνεις από από τα είδωλα το έμαθες; Αυτά σου ξύπνησαν την επιθυμία δυστυχισμένε,  για να φας από τις σάρκες μου. Φάε λοιπόν να χορτάσεις την βαρβαρότητα σου".

- "Αν δεν προσκυνήσεις τους προγονικούς μας θεούς, να ξέρεις ότι σε περιμένουν και άλλα πιο χειρότερα, από τα οποία δεν μπορεί να σε γλυτώσει ούτε αυτός που πέθανε με ατιμωτικό θάνατο, καημένε μου".

- "Μη βλασφημάς. Δεν ξέρεις ότι Εκείνος κατέβηκε στη γη, έγινε άνθρωπος και Σταυρώθηκε για να μας σώσει από την αιώνια κόλαση; Μόνο για τη χαμένη ψυχή σου κλάψε. Εγώ χαίρομαι, όπως ο γεωργός όταν σπέρνει το χωράφι του, έτσι και αυτά τα βασανιστήρια προξενούν σε μένα αγαλλίαση".

Προσευχόταν συνέχεια ο Άγιος ενώ τα βασανιστήρια συνεχίζονταν έως το βράδυ.

Ξέσκιζαν τις σάρκες του σιγά σιγά για να παρατείνουν το μαρτύριο του. Κομμάτια από τις σάρκες του έπεφταν στο έδαφος και φαίνονταν τα κόκαλά του. Έως ότου έπεσε σκοτάδι και πια δεν έβλεπαν οι δήμιοι που τον βασάνιζαν. Όταν βράδιασε για τα καλά τον κλείδωσαν πάλι στην υπόγεια φυλακή και έφυγαν αποκαμωμένοι.

Ο Κύριος τον επισκέπτεται

Τα μεσάνυχτα μέσω Αγγέλων κατέβηκε στη φυλακή ο Βασιλεύς των Ουρανίων δυνάμεων, ο Χριστός, για να επισκεφθεί τον δούλο Του. Αμέσως άνοιξε η φυλακή και λύθηκαν τα δεσμά όχι μόνο του Αγίου, αλλά και όλων των φυλακισμένων.

- "Φανούριε, κοίταξέ μας", τον κάλεσαν οι Άγγελοι. 

- "Ποιοι είσαστε εσείς;", ρώτησε ο Άγιος.

- "Είμαστε Άγγελοι του Θεού που μας έστειλε να σε χαιρετήσουμε".

- "Αν είσαστε Άγγελοι του Θεού, κάντε το Σταυρό σας και προσκυνήστε", του είπε φοβούμενος τον Σατανά μήπως είχε μεταμορφωθεί σε αγγέλους φωτός.

Αφού έκαναν το Σταυρό τους και προσκύνησαν, του είπαν:

- "Γιατί δεν μας πίστεψες;"

- "Ο Κύριός μας έστειλε τον Άγγελό του για να δροσίσει του τρεις παίδες, γιατί πάλευαν μέσα στο καμίνι με την φωτιά, πως αξιώθηκα μια τέτοια μεγάλη δωρεά;"

Ξαφνικά ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός με ανθρώπινη μορφή τον φώτισε με το λαμπρό του φως, του θεράπευσε τις πληγές, τον ράντισε στο πρόσωπο με νερό, τον σήκωσε επάνω, και του είπε:

- "Από σήμερα να ξέρεις Φανούριε ότι θα προσφέρεις στον Πατέρα μου μεγάλο ποίμνιο και εκλεκτό".

Ο Άγιος τότε, έπεσε στα πόδια του Χριστού και κλαίγοντας έλεγε:

- "Σε παρακαλώ, Χριστέ μου, δυνάμωσε την ψυχή μου γιατί φοβάμαι ότι θα δειλιάσω μπροστά στα βασανιστήρια και δεν θα αντέξω να σε ομολογήσω μέχρι το τέλος".

- "Μην φοβάσαι γιατί θα είμαι κοντά σου".

Ο Κύριος αμέσως γέμισε την ψυχή του Αγίου με θάρρος και με ανείπωτη αγαλλίαση. Ύστερα ανέβηκε στους Ουρανούς.

Πάλι μπροστά στον άρχοντα

Την άλλη μέρα ο σκληρός και αδίσταχτος τύραννος διατάζει τους στρατιώτες του να του φέρουν μπροστά του τον Άγιο. Όταν τον έφεραν μπροστά του, τον είδε που ήταν λαμπρερός και γεμάτος υγεία, χωρίς να υπάρχει κανένα σημάδι από τις πληγές των βασανιστηρίων πάνω στο σώμα του. Και ενώ λοιπόν θαύμασε το γεγονός αυτό, ο εγωισμός του δεν τον άφηνε, να αποδώσει το θαύμα στους θεούς των ειδώλων, ότι τάχα τον γιάτρεψαν οι θεοί της ειδωλολατρίας, τους οποίους και έπρεπε σύμφωνα με τον τύραννο να ευχαριστήσει. Ο Άγιος Φανούριος δεν άργησε να του απαντήσει:

- "Με κάνεις να χαμογελώ μα και να οργίζομαι γι' αυτά, που λες. Ε, λοιπόν, σου λέω χωρίς δισταγμό, ότι οι δαιμονικοί θεοί σου τίποτε δεν μπορούν να κάνουν σε ένα Χριστιανό. Μια δύναμη με προστατεύει και μόνο. η δύναμη του Αληθινού Θεού. Εκείνος με γιάτρεψε".

Τον καίνε με λαμπάδες.

Μόλις άκουσε αυτά τα λόγια ο τύραννος, πλημμύρισε από άγριο εγωισμό και κακία. Διέταξε αμέσως να τον κατεβάσουν πάλι στην υπόγεια φυλακή και να του κάψουν το σώμα με αναμμένες λαμπάδες. Πράγματι ένα στρατιωτικό απόσπασμα τον οδήγησε στη φυλακή όπου εκεί γύμνωσαν το σώμα του και άρχισαν να τον καίνε με τις αναμμένες λαμπάδες. Και όπως εκείνος σφάδαζε από τους πόνους, οι βασανιστές ειδωλολάτρες συνέχιζαν το διαβολικό έργο τους με σατανική επιμονή.

Πονούσε, υπέφερε, συγκλονιζόταν ο Άγιος από φρικτούς πόνους, αλλά με την δύναμη του Σωτήρα Χριστό, άντεχε. Πάλευε, δεν άφηνε να τον κυριέψει ο τρόμος και η απελπισία.

- "Μετά το μαρτύριο ο θάνατος. Και με τον μαρτυρικό υπέρ του Χριστού θάνατο ανατέλλει η αιώνια ζωή και το ανεκτίμητο στεφάνι της νίκης", ψιθύριζε ο Μάρτυρας.

Μαθαίνοντας λοιπόν ο τύραννος, ότι το βασανιστήριο δεν λύγιζε τον Άγιο Φανούριο, αλλά περισσότερο γινόταν γνωστή η ηρωική του αντίσταση, αποφάσισε να σταματήσει αυτό το μαρτύριο και αποφάσισε να τελειώνει μαζί του διατάζοντας να τον καταπλακώσουν με μία μεγάλη πέτρα και να αμολήσουν τα θηρία που είχε για να τρώνε τους Μάρτυρες, ώστε να τον κατασπαράξουν.

Στα θηρία

Ο τύραννος διέταξε τον φροντιστή των θηρίων, που βέβαια ήταν πιο αναίσθητος και από τα θηρία, να ετοιμάσει τα πιο φοβερά από αυτά. Τα φοβερότερα και τα πιο άγρια θηρία λοιπόν τα έφεραν και τα άφησαν να κινηθούν εναντίον του Αγίου Φανουρίου. Οι δήμιοι τον είχαν ξαπλώσει στο έδαφος και είχαν τοποθετήσει πάνω του μια μεγάλη και βαριά πέτρα. Τα θηρία λοιπόν όχι μόνο δεν τον πείραξαν, αλλά έδειξαν απέναντί του ευσπλαχνία. Μάλιστα κάποια από αυτά έγλυφαν τα πόδια του και κάποια άλλα σκούπιζαν τον ιδρώτα του, σ' αυτό τον αγώνα του Αγίου για τον Χριστό.

Ο τύραννος όμως, μη πιστεύοντας τα όσα θαυμαστά συνέβαιναν επέπληξε τον φροντιστή των θηρίων και του έλεγε να τα κεντρίζει, για να εξαγριωθούν με τον Άγιο. Πράγματι έτσι έγινε, μόνο που τα φίδια εξαγριώθηκαν και επιτέθηκαν εναντίον του φροντιστή και των άλλων δημίων.

Ο Άγιος διέταξε τότε τα θηρία να μην πειράξουν κανέναν από του δήμιους και να φύγουν από την πόλη, χωρίς να πειράξουν κανένα στο διάβα τους και ευχαρίστησε τον Κύριο.

Μπροστά στα είδωλα

Τότε ο σατανικός τύραννος αποφασισμένος να αναγκάσει τον Άγιο να θυσιάσει έστω στα είδωλα, βρήκε ένα άλλο τρόπο τιμωρίας. Τοποθέτησαν πάνω σε ένα ειδωλολαρτικό βωμό αναμμένα κάρβουνα και στο δεξί χέρι του Αγίου έβαλαν με την βία λιβάνι. Ταυτόχρονα του κρατούσαν το χέρι, με σίδερα, πάνω ακριβώς από το βωμό. Το έκαναν αυτό για να τον αναγκάσουν να ρίξει λιβάνι στο βωμό των ειδώλων, έστω και χωρίς να το θέλει ο Άγιος. Σκεφτόταν ο ανόητος ο τύραννος, ότι δεν θα άντεχε το κάψιμο από τα αναμμένα κάρβουνα και θα έριχνε πάνω σ' αυτά το λιβάνι των ειδωλολατρών. Έτσι θα φαινόταν, ότι θα θυσίαζε στα είδωλα.

Ο Άγιος όμως, κράτησε το χέρι του ακίνητο, έως ότου, κάηκε ολόκληρο το δεξί του χέρι από τη φωτιά. Κοιτούσε το φλεγόμενο χέρι και δακρύζοντας αναστέναζε, από ευχαριστία προς τον Κύριο. 

Ο τύραννος βλέποντας την ανδρεία και θαυμάζοντας την υπομονή του Αγίου, του είπε:

- "Αφού είπες ότι δεν υπολογίζεις τα βασανιστήρια και δεν τα αισθάνεσαι, τότε γιατί αναστέναξες και δάκρυσες;"

- "Δυστυχισμένος είσαι αν νομίζεις ότι νικήθηκα από τον σωματικό πόνο και δάκρυσα. Δεν δάκρυσα γι' αυτό. Σκέφτηκα μόνο ότι το σώμα μοιάζει με τη λάσπη που όταν καίγεται, ξεραίνεται, έτσι όπως έγινε και με τη σάρκα μου. Η ψυχή έχει αξία. Εγώ δάκρυσα για σένα δυστυχισμένε. Πρόκειται να χαθείς μια μέρα και να κολαστείς, γιατί δεν πιστεύεις στον αληθινό Θεό, αλλά προσκυνάς τον σατανά. Όλα αυτά τα κάνεις για να προσφέρεις τις υπηρεσίες σου σε ένα βασιλιά άνθρωπο, που σήμερα είναι και αύριο δεν είναι. Για όλα αυτά σε περιμένει η φωτιά της Κόλασης, που θα καίει για πάντα".

Μόλις τελείωσε τη φράση του εμφανίστηκε ένας δαίμονας που έκλαιγε από την αποτυχία του να νικήσει το νεαρό Φανούριο.

Η Ουράνια Παρέμβαση.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και ξαφνικά η γη ταράζεται. Ένας τεράστιος σεισμός συγκλονίζει τη γη και κάτι φαίνεται σαν λάμψη, σαν αστραπή. Όλοι οι συγκεντρωμένοι κοιτάζουν προς το μέρος του Αγίου και βλέπουν πάνω του ένα κάτασπρο περιστέρι, που κρατούσε ένα στεφάνι.

Ο κόσμος αρχίζει να φωνάζει εκστασιασμένος από τα θαύματα που συνέβαιναν μπροστά του:

- "Θαύμα, θαύμα, θεϊκό σημείο. Είναι καθαρή η ψυχή του. Είναι Άγιος. Είναι αληθινός ο Θεός των Χριστιανών".

Αμέσως μετά και ενώ δεν είχαν συνέλθει από το ξαφνικό γεγονός, είδαν έναν πύρινο φωτεινό στύλο και πάνω από αυτόν έναν επιβλητικό Σταυρό. Είδαν τον Άγιο Φανούριο φωτισμένο από ένα ουράνιο φως να προσεύχεται.

- "Θαύμα, θαύμα, θεϊκό σημείο. Είναι καθαρή η ψυχή του. Είναι Άγιος. Είναι αληθινός ο Θεός των Χριστιανών" ξαναφώναξε ο κόσμος.

Ο τύραννος ακούγοντας το πλήθος να φωνάζει, διέταξε τους στρατιώτες να χτυπήσουν αλύπητα εκείνους, που φωνάζουν με θαυμασμό, για το νεαρό Φανούριο. Το θαύμα όμως συνεχίζεται αφού όλοι βλέπουν το κάτασπρο περιστέρι να χαμηλώνει και να πλησιάζει τον Άγιο Φανούριο. Βλέπουν το περιστέρι να τοποθετεί το στεφάνι που κρατούσε πριν λίγο στο κεφάλι του Μάρτυρα και να του λέει με ανθρώπινη φωνή:

- "Ειρήνη σε σένα δούλε του Θεού. Έχε θάρρος και πάρε αυτό το στεφάνι, που στο χαρίζει ο Ουράνιος Πατέρας".

Έπειτα το Θεϊκό περιστέρι χτυπά ευτυχισμένα τα φτερά του και κάθεται πάνω στον αστραφτερό Σταυρό. Από εκεί ακούγεται η μελωδική φωνή του, που λέει στον Άγιο:

- "Έλα κοντά μας Φανούριε, στον ουρανό για να απολαύσεις το άφθαρτο στεφάνι του Μαρτυρίου και της νίκης. Έλα να αναπαυθείς κοντά στα θεία και Ουράνια σκηνώματα".

Με αυτά τα τελευταία λόγια, που ακούγονται από τη θεϊκή φωνή, οι συγκεντρωμένοι δεν κρατιούνται πια.

- "Όλοι μαζί με τον Ιησού Χριστό. Όλοι με τον Ναζωραίο. Μαζί Του λοιπόν για πάντα κι ας χάσουμε τη ζωή μας για εκείνον". 

Ο τύραννος που βλέπει τον λαό του να βλασφημεί τους προγονικούς του Θεούς ακι να βρίζει τα είδωλα διατάζει αμέσως να κηρυχθεί ο νόμος της βίας και του αίματος. Χιλιάδες ειδωλολάτρες που παρακολουθούσαν τα θαύματα έγιναν Χριστιανοί και πίστεψαν στο Χριστό. Ο σατανικός και οργίλος τύραννος διέταξε να γίνουν άγριες σφαγές, ενώ το αίμα των μαρτύρων πλημμύρισε τους δρόμους της πόλης από άκρη σε άκρη. Οι πιστοί χριστιανοί πολλαπλασιάζονται και σε μία στιγμή μόνο μαρτυρούν κατά χιλιάδες. Οι συνέπειες της διαταγής του Έπαρχου πήρε τη μορφή της τραγωδίας. Νέκρωσε όλη η επαρχία αφού θανατώθηκαν άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Τα κορμιά των μαρτύρων της πίστεως κείτονταν σωριασμένα στου δρόμους και στα μονοπάτια της επαρχίας. Χιλιάδες ειδωλολάτρες βαπτίστηκαν Χριστιανοί με το ίδιο τους το αίμα, το αίμα της Θυσίας και της Ομολογίας της πίστης τους.

Το μαρτυρικό τέλος του Άγιου.

Ο Άγιος βρίσκεται μετά από διαταγή του τυράννου πάνω σε ένα μεγάλο μάγκανο για να του τσακίσουν τα κόκαλα, ενώ τριγύρω του στέκονται εξαγριωμένοι οι βασανιστές. Ο ίδιος, παραμένει ήρεμος και με πρόσωπο που λάμπει από την ενίσχυση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Στέκεται λοιπόν εκεί με υπομονή και καρτερία γεμάτος, μπροστά στο φρικτό αυτό μαρτύριο. Στη συνέχεια τον τοποθετούν όρθιο μέσα σε ένα πυρωμένο λάκκο. Πάνω στη φωτιά και ενώ οι γλόγες κακι οι καπνοί τον έχουν τυλίξει, ο Άγιος προσεύχεται:

"Ο Θεός ο εν υψηλοίς κατοίκων και τα ταπεινά εφορών, ο τους εν Βαβυλώνι τρεις παίδας δια τον σον νόμον εκδοθέντας πυρί, δι' Αγίου Αγγέλου Σου κακών απαθείς συντηρήσας και δρόσον αυτοίς άνωθεν επιπέμψας. Αυτός και νυν τον σον δούλον παράστηθί μοι βοηθός, αγωνιζόμενον υπέρ της σης δόξης, Χριστέ".

Ο Μάρτυρας που βρισκόταν  μέσα στις πύρινες φλόγες αισθανόταν σαν να ήταν μέσα σε δροσερά και πανέμορφα μέρη όπου μπορούσε απερίσπαστος να προσεύχεται, Αυτό το γεγονός ήταν και η αφορμή να ξεκινήσει ο Μάρτυρας Φανούριος το ταξίδι του προς τον Χριστό. Την στιγμή που αναχωρούσε ο Άγιος Φανούριος, ακούστηκε φωνή μεγάλη από τον Ουρανό:

- "Άνελθε προς τον στεφανοδότην τον καλόν αγώνα αγωνισάμενος και τον δρόμο ήδη τελέσας, δια να λάβεις τους μισθούς και τας αμοιβάς των κόπων σου".

Η Εικόνα

Η ανακάλυψη της εικόνας

Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες εκδοχές για την ανεύρεση της εικόνας, όπως αναφέραμε πιο πάνω. Η πρώτη εκδοχή αναφέρει ότι η εικόνα βρέθηκε στην ανασκαφή μιας παλιάς εκκλησίας έξω από τα τείχη της Ρόδου. Στην εικόνα που βρέθηκε λοιπόν εκεί, ο Μητροπολίτης της Ρόδου Νείλος ο Β' ο Διασπωρηνός (1355 μ.Χ. - 1369 μ.Χ.) ανέγνωσε σε μια σειρά γραμμάτων "ΑΓΙΟΣ ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ". Η παράσταση του Αγίου τον έδειχνε με στρατιωτική στολή ενώ κρατούσε στα δεξιά του ένα Σταυρό.

Η δεύτερη εκδοχή αναφέρει ότι η εικόνα βρέθηκε στην Κύπρο.

Υπάρχει και η εκδοχή των Συναξαριστών που αναφέει διαφορετικό χρόνο ανεύρεσης ο οποίος για αυτούς είναι το 1.500 μ.Χ.

Συμπεράσματα

Θα πρέπει να δεχθούμε ότι ο Άγιος Φανούριος ήταν Ελληνικής καταγωγής λόγω του ονόματός του.

Σύμφωνα με τα μαρτύρια του που είναι αποτυπωμένα στην εικόνα θα πρέπει να μαρτύρησε στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού.

Η απεικόνιση, μας τον παρουσιάζει ως νέο στην ηλικία και με στολή στρατιωτικού.

Με βάση αυτά τα συμπεράσματα μπορούμε να έχουμε μία πρώτη ιδέα σχετικά με τον Άγιο Φανούριο.

Ο Μητροπολίτης της Ρόδου Νείλος ο Β'

Όπως αναφέραμε πιο πάνω ο Μητροπολίτης της Ρόδου Νείλος ο Β' ο Διασπωρηνός (1355 μ.Χ. - 1369 μ.Χ.) διάβασε το όνομα του Αγίου Φανουρίου στην εικόνα. Αποφάσισε στη συνέχεια να ανακαινίσει τον Ιερό Ναό, όπου βρέθηκε η εικόνα.

Αμέσως έστειλε κάποιον αντιπρόσωπό του στον ηγεμόνα του νησιού για να πάρει την άδεια για την ανακαίνιση του Ιερού Ναού. 

Η άδεια δεν δόθηκε, εξαιτίας της άρνησης του ηγεμόνα. Τότε ο Μητροπολίτης της Ρόδου Νείλος ο Β', αποφάσισε να πάει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ζήτησε από τον σουλτάνο την άδεια να ανακαινίσει τον Ιερό Ναό και την πήρε.

Μετά την επιστροφή του στη Ρόδο ξεκίνησε την αναστήλωση του Ιερού Ναού του Αγίου Φανουρίου στην ίδια θέση των ερειπίων, όπου βρέθηκε η εικόνα του, δηλαδή η σημερινή παλαιά αγορά.

Ο Ιερός Ναός λοιπόν που ανακαινίστηκε την εποχή του Μητροπολίτη της Ρόδου Νείλου του Β' σώζεται έως σήμερα και πολλοί πηγαίνουν για να προσκυνήσουν την Θαυματουργή εικόνα του Αγίου Φανουρίου.

ΜΕΡΟΣ Γ'

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ

Οι τρεις Ιερείς

Την εποχή που η Κρήτη βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετσιάνων, οι κυρίαρχοι λοιπόν του νησιού δεν αναγώριζαν Ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο, αλλά μόνο Λατίνους μιας και ήταν Παπικοί. Ακόμα και όταν κάποιος Μητροπολίτης πέθαινε, δεν επέτρεπαν να εκλεγεί άλλος στη θέση του. Με αυτό τον κανονισμό, όσοι ήθελαν να γίνουν ιερείς, έπρεπε να πηγαίνουν στα Κύθηρα. Κάποια στιγμή λοιπόν, ξεκίνησαν τρεις Διάκονοι και παρουσιάστηκαν στον Μητροπολίτη Κυθήρων για να του χειροτονήσει ιερείς. Ο Μητροπολίτης τους χειροτόνησε ιερείς και του συνόδευσε προς τη θάλασσα δίνοντας τους τις ευχές του να υπηρετήσουν με υπομονή και πίστη το Ποίμνιο τους. Στη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής αιχμαλωτίστηκαν από κάποιους Αγαρηνούς, οι οποίοι τους μετέφεραν στην Ρόδο, όπου και του πούλησαν σαν σκλάβους σε άλλους Αγαρηνούς. Οι τρεις ιερείς ζούσαν πλέον σε καθεστώς σκληρής σκλαβιάς αφού οι αφέντες τους ήταν αλλόθρησκοι και βάρβαροι μαζί τους.

Ωστόσο δεν έχασαν την πίστη τους και όταν κάποια μέρα άκουσαν από του Ροδίτες για την εικόνα του Αγίου Φανουρίου, άρχισαν να παρακαλούν τον Άγιο Φανούριο να τους ελευθερώσει από τα δεσμά της απάνθρωπης σκλαβιάς. Ο κάθε ιερέας χωρίς να γνωρίζουν οι άλλοι τρεις ζήτησε την άδεια από τον αφέντη του να πάει να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου Φανουρίου. Πράγματι πήραν άδεια και οι τρεις. Έφτασαν λοιπόν στον Ιερό Ναό, ξεχωριστά ο καθένας και παρακαλούσαν τον Άγιο Φανούριο να τους ελευθερώσει από τα χέρια των  βαρβάρων Αγαρηνών και να του αξιώσει να επιστρέψουν στο Ποίμνιο τους.

Πράγματι ο Άγιος Φανούριος την ίδια νύχτα παρουσιάστηκε στο όνειρο των τριών βάρβαρων Αγαρηνών, που είχαν στη σκλαβιά τους, τους ιερείς και τους διέταξε να τους απελευθερώσουν. Οι Αγαρηνοί όμως θύμωσαν με αφορμή την παρουσία του Αγίου και αντί να ακολουθήσουν την εντολή του Αγίου έδεσαν με αλυσίδες τους ιερείς και τους βασάνισαν, οι άθλιοι αφού νόμιζαν ότι οι ιερείς τους είχαν κάνει μάγια.

Ο Άγιος Φανούριος εμφανίστηκε μπροστά στους τρεις ιερείς, του έλυσε και τους είπε ότι την άλλη μέρα θα τους ελευθέρωνε και από τους Αγαρηνούς. Ταυτόχρονα φανερώθηκε στους τρεις Αγαρηνούς και τους είπε:

- "Εάν δεν ελευθερώσετε μέχρι αύριο το πρωί τους δούλους σας, θα δείτε την δύναμη του Κυρίου".

Πάλι όμως οι Αγαρηνοί δεν άκουσαν την εντολή του Αγίου Φανουρίου. Έτσι οι Αγαρηνοί και οι οικογένειές τους τυφλώθηκαν και παρέλυσαν από φρικτούς πόνους. Σκέφτηκαν λοιπόν ότι οι μόνοι που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν ήταν οι ιερείς. 

- "Δεν μπορούμε να σας βοηθήσουμε. Θα παρακαλέσουμε όμως τον Θεό και Εκείνος θα κάνει αυτό που είναι σωστό".

Ο Άγιος Φανούριος και πάλι εμφανίστηκε μπροστά στους Αγαρηνούς και τους είπε:

- "Αν δεν ελευθερώσετε τους τρεις ιερείς, δεν θα ξαναβρείτε την υγεία σας".

Οι Αγαρηνοί φοβήθηκαν τόσο πολύ που έστειλαν ο καθένας από ένα γράμμα στον Ιερό Ναό του Αγίου Φανουρίου και δήλωναν ότι χαρίζουν την ελευθερία στους τρεις ιερείς. Αυτοί που πήγαν τις επιστολές εκ μέρους των Αγαρηνών, τις τοποθέτησαν πάνω στην εικόνα του Αγίου.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι πριν καν επιστρέψουν πίσω στους Αγαρηνούς, οι Αγαρηνοί και οι οικογένειές τους είχαν γίνει καλά. Έβλεπαν και έπαψαν να κείτονται παράλυτοι και ανήμποροι.

Συγκλονισμένες και οι τρεις οικογένειες από το απρόσμενο για αυτούς θαύμα, απελευθέρωσαν τους τρεις ιερείς και τους πλήρωσαν και τα έξοδα για να επιστρέψουν στην Κρήτη.

Οι ιερείς πήγαν αμέσως στον Ιερό Ναό του Αγίου Φανουρίου και ευχαρίστησαν τον Άγιο για το θαύμα αυτό και ύστερα αφού αντέγραψαν την εικόνα σου, την πήραν μαζί τους στην Κρήτη. Ο Άγιος Φανούριος εορτάζεται έως και σήμερα με ιδιαίτερη ευλάβεια στην Κρήτη.

ΜΕΡΟΣ Δ'

Η Φανουρόπιττα

Η αγάπη και η τιμή με την οποία περιβάλλει ο Ελληνικός λαός τον Άγιο Φανούριο έγινε αφορμή να δημιουργηθούν διάφορα έθιμα όπως είναι και η Φανουρόπιττα που την φτιάχνουμε την παραμονή της γιορτής του Αγίου. Η πίττα αυτή, είναι μικρή και στρογγυλή και μοιράζεται στους πιστούς. Υπάρχουν δύο εκδοχές σχετικά με την Φανουρόπιττα. Η πρώτη εκδοχή αναφέρει ότι την φτιάχνουμε για να μας φανερώσει ο Άγιος κάποιο χαμένο αντικείμενο. Η δεύτερη εκδοχή αναφέρει ότι με την Φανουρόπιττα γίνεται μνεία της μητέρας του Αγίου, χωρίς να γνωρίζουμε όμως για ποιο λόγο.

Πως φτιάχνουμε την Φανουρόπιττα.

Υλικά

1 Φαρίνα Γιώτη.

1 ποτήρι καλαμποκέλαιο.

1 ποτήρι ζάχαρη.

1 ποτήρι χυμό πορτοκάλι.

1 ποτήρι νερό.

1 κούπα σταφίδα ξανθή.

1 κούπα καρυδόψιχα.

1 κουταλάκι του γλυκού κανέλλα.

Ξύσμα από λεμόνι.

Εκτέλεση

Χτυπάμε για τρία λεπτά το καλαμποκέλαιο μέσα σε ένα μπωλ μαζί με το χυμό πορτοκάλι και το νερό. Μετά προσθέτουμε τη ζάχαρη και ξαναχτυπάμε. Μετά ρίχνουμε τη φαρίνα Γιώτη και τα υπόλοιπα υλικά. Ζυμώνουμε πολύ καλά και στη συνέχεια ψήνουμε για μια ώρα.

Ευχή επ' ευλογία πίττα Αγίου Φανουρίου

Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Ουράνιος Άρτος, ο της βρώσεως της μενούσης εις τον αιώνα πλουσιοπάροχος χορηγός, ο δοτήρ των αγαθών, ο δε Ηλιού τροφήν αγεώργητον πηγάσας, η ελπίς των απελπισμένων, η βοήθεια των αβοηθήτων και σωτηρία των ψυχών ημών.

Ευλόγησον τα δώρα ταύτα και τους ταύτα Σοι προσκομίσαντας, εις δόξαν Σην και τιμήν του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Φανουρίου.

Παράσχου δε αγαθέ τοις ευπρεπίσασι τους πλακούντας τούτους, πάντα τα εγκόσμια και υπερκόσμια αγαθά σου.

Εύφρανον αυτούς, εν χαρά μετά του προσώπου Σου, δείξον αυτοίς οδούς προς Σωτηρίαν.

Τα αιτήματα των καρδιών αυτών και πάσαν την βουλήν αυτών ταχέως πλήρωσον, οδηγών αυτούς προς εργασίαν των εντολών Σου, ίνα δια παντός εν ευφροσύνη και αγαλλιάσει υμνώσι και δοξάζωσι το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομά Σου, πρεσβείαις της Υπερευλογημένης Θεοτόκου, του Αγίου Ενδόξου νεομάρτυρος Φανουρίου, του Θαυματουργού και πάντων Σου των Αγίων. Αμήν

ΒΙΟΣ: Ο Άγιος Παντελεήμων

Παντολέων ο Ιατρός

Ο μεγαλομάρτυς και ιαματικός Παντελεήμων γεννήθηκε το 271 μ.Χ. στην Νικομήδεια της Μικράς Ασίας από Έλληνες γονείς. Τον πατέρα του τον έλεγαν Ευστόργιο και ήταν ειδωλολάτρης. Η μητέρα του όμως ήταν Χριστιανή από τους προγόνους της και την έλεγαν Ευβούλη.
Η Ευβούλη προσπαθούσε να διδάξη τον χριστιανική θρησκεία και στο παιδί της, που ελέγετο τότε Παντολέων. Δυστυχώς όμως απέθανε ενωρίς και άφησε τον Παντολέοντα μικρόν. Τον άφησε στη φροντίδα του πατέρα του, ο οποίος, όπως είπαμε, ήταν ειδωλολάτρης. Εκείνος τον έμαθε γράμματα και του έδωσε ελληνική μόρφωση. Ο Παντολέων ήταν πολύ έξυπνος και τα έπαιρνε τα γράμματα.
Αφού ο Παντολέων έμαθε τα πρώτα γράμματα, ο πατέρας του τον έδωσε σε ένα φημισμένο γιατρό της εποχής εκείνης, το Ευφρόσυνο, να τον διδάξη την ιατρική επιστήμη. Ο Παντολέων, με την πολλή του εξυπνάδα, τους πέρασε όλους τους συμμαθητές του και εκείνους ακόμη, πυ πήγαν προ αυτού στον διδάσκαλο Ευφρόσυνο.
Ο Παντολέων υπερείχε σε πολλά σωματικά και ψυχικά χαρίσματα. Είχε ωραιότητα σώματος. Ήταν πρόσχαρος στη συζήτηση, ταπεινός, σεμνός και μετρημένος σ' όλα. Με μία λέξη ήταν ενάρετος νέος, τύπος και υπογραμμός. Επειδή ακριβώς ήταν πολύ ευχάριστος και ωφέλιμος στην συζήτηση, ήθελε ο καθένας να τον συναναστρέφεται. Και έτσι σιγά - σιγά ο Παντολέων έγινε ξακουστός σ' όλη την Νικομήδεια.
Ο διδάσκαλος του ήταν συγχρόνως και ο ιατρός των ανακτόρων. Μια μέρα μετέβη στα ανάκτορα με τον Παντολέοντα. Ο αυτοκράτωρ Μαξιμιανός, όταν τον είδε και πληροφορήθηκε για τις ικανότητες του και τις αρετές του, ανέθεσε στον Ευφρόσυνο να τον προσέξη ιδιαιτέρως αυτόν τον νέο και να τον βγάλη τέλειο ιατρό, για να τον πάρη και αυτόν στα ανάκτορα, ώστε μία ημέρα να διαδεχθή τον Ευφρόσυνο. Πάντως τόσον ήταν αγαπητός, ώστε όλοι στη Νικομήδεια, από του βασιλέως μέχρι του τελευταίου αχθοφόρου, συζητούσαν για τον Παντολέοντα.
Ως προς την θρησκεία ο Παντολέων συμπαθούσε την Χριστιανική, Και τούτο, διότι θυμόταν τη χριστιανή μητέρα του και δεν ξεχνούσε εκείνα, που τον εδίδαξε, όταν ήταν μικρός. Αλλά και ο πατέρας του, καίτοι ειδωλολάτρης, σεβόταν και αυτός την μνήμη της καλής του συζύγου. Κατέβαλλε όμως ιδιαίτερη πρσπάθεια να ανάψη μέσα στην ψυχή του Παντολέοντος μίσος κατά της θρησκείας της μητρός του. Έτσι προχωρούσε στα χρόνια ο νέος αυτός. Δεν ήταν βεβαίως ακόμη Χριστιανός. Αλλά δεν ήταν και πολέμιος του Χριστιανισμού, μάλλον έκλινε προς τον Χριστό. 

Πως βαφτίστηκε

Στην Νικομήδεια ήταν τότε ένας άγιος ιερεύς του Χριστού, ονομαζόμενος Ερμόλαος. Αυτός, δια τον φόβον του αυτοκράτορος, ήταν την εποχή εκείνη κρυμμένος σ' ένα σπίτι με μερικούς άλλους χριστιανούς
Όταν ζούσε η Ευβούλη, η μητέρα του Αγίου Παντελεήμονος, έπαιρνε τον Παντολέοντα και το επήγαινε στην Εκκλησία, που εκύρυττε και εβάπτιζε ο Ερμόλαος. Ο ωαός ήταν του Αγίου Ανθίμου, που είχε νωρίτερα μαρτυρήσει στην Νικομήδεια. Ο Άνθημος άφησε διάδοχο του τον Ερμόλαο.
Επλησίαζε να τελειώση ο Παντελεήμων την ιατρική και περνούσε μια μέρα από το σπίτι του Ερμόλαου. Εβγήκε έξω ο Ερμόλαος και τον εκάλεσε να μπη μέσα στο σπίτι. Σκέφτηκε ότι ο νέος αυτός έιχε τόσα χαρίσματα. Είναι φη κλή και αγαθή και, αν καλλιεργηθή χριστιανικά, θα γίνη σπουδαίος. Θα γίνη σκεύος εκλογής, σαν τον Απόστολο Παύλο.
Εκεί τον ερώτησε τότε ο Ερμόλαος για τον πατέρα του και καταλλήλως έφερε την συζήτηση στην πίστη του. Τον ερώτησε τι Θεό λατρεύει.
Ο Παντελεήμων, του είπε όλη την αλήθεια.
- Ο πατέρας μου, είπε, είναι ειδωλολάτρης, Εμένα όμως μου αρέσει μάλλον ο Χριστιανισμός, διότι θυμάμαι εκείνα, που μου έλεγε η μητέρα μου. Βέβαια, ο πατέρας μου με θέλει ειδωλολάτρη, για να πάρω θέση στα ανάκτορα.
- Ποια επιστήμη μαθαίνεις; Τον ερώτησε πάλι ο Ερμόλαος.
- Την ιατρική, τίμιε γέροντα, του απήντησε. Αυτήν, που δίδαξε ο Ασκληπιός ο Ιπποκράτης, ο Γαληνός και πλείστοι άλλοι σοφοί και μεγάλοι. Αυτή η επιστήμη άρεσε στον πατέρα μου, αλλά και ο διδάσκαλος μου μου λέγει ότι, όταν τελειοποιηθώ, δεν θα υπάρξη νόσημα, που να μη μπορώ να το θεραπεύω.
Εδώ τότε βρήκε ευκαιρία ο Ερμόλαος. Την άρπαξε και του είπε:
"Άκουσε, παιδί μου, η τέχνη του Ιπποκράτους, του Γαληνού και των άλλων σοφών ιατρών λίγο μπορεί να του βοηθήση εκείνους, που την σπουδάζουν. Αλλά και αυτός ο Ασκληπιός και οι άλλοι θεοί, που πιστεύει και προτείνει ο Μαξιμιανός, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ψεύτικος μύθος, που τον πιστεύουν οι ανόητοι.
Ο πραγματικός Θεός είναι ο Ιησούς Χριστός. Αυτόν εάν τον πιστέψεις με όλη σου την καρδιά, θα μπορής να γιατρεύης κάθε νόσημα, χωρίς κανένα ιατρικό βότανο, παρά μόνον με την χάρη και την δύναμη Εκείνου.
Ο Χριστός εδώ στη γη, όταν ήταν, εφώτισε πολλούς τυφλούς, εκαθάρισε λεπτούς, εθεράπευσε δαιμονισμένους, ανέστησε νεκρούς, εσταμάτησε χρόνιες αιμορραγίες και γενικά γιάτρεψε απειράριθμα ανίατα πάθη. Και όχι μόνος Αυτός, αλλά έδωσε τη δύναμη και στου πιστούς οπαδούς Του, να κάνουν μεγαλύτερα θαύματα από όσα εκείνος έκαμε. Το σπουδαιότερο είναι ότι τους κάμνει και κληρονόμους της Βασιλείας του Θεού. Η δε Βασιλεία του Θεού, φυσικά δεν είναι σαν τα ανάκτορα του Μαξιμιανού, που λες να πας".
Αυτά τα λόγια του αγίου εκείνου ιερέως αναζωπύρωσαν όλη τη φλόγα, που είχε ανάψει μέσα του στα μικρά του χρόνια η μητέρα του. Τα βρήκε όλα σωστά και αληθινά. Του έφερναν στην καρδιά μια ανείπωτη χαρά και αγαλλίαση. Και είπε στον Ερμόλαο.
"Αυτά που μου είπες, άγιε Γέροντα, τα άκουσα και από τη μητέρα μου πολλές φορές. Την έβλεπα να προσεύχεται σ' Αυτόν τον Θεό, που κηρύττεις συ και του ζητούσε να την βοηθή σε κάθε της ανάγκη".
Ο Παντολέων κατόπιν ευχαρίστησε τον Ερμόλαο για τις καλές του συμβουλές και πήγε στη δουλειά του. Κάθε τόσο όμως περνούσε από τον Ερμόλαο, για να ακούη τα καλά του λόγια. Έτσι, σιγά - σιγά εστηρίζετο περισσότερο στην πίστη του Χριστού.
Κάποια μέρα, όμως, που επέστρεφε από τον διδάσκαλο του, βρήκε στον δρόμο ένα παιδί νεκρό. Το είχε χτυπήσει μια έχιδνα. Η οχιά ήταν κουλουριασμένη πιο πέρα. Το λυπήθηκε ο Παντολέων το καυμένο το παιδί, αλλά δεν μπορούσε να κάμη τίποτε. Τότε θημήθηκε τα λόγια του Ερμολάου και είπε μέσα του. Θα παρακαλέσω τον Χριστό να το αναστήση και, εάν ακούση, θα γίνω αμέσως Χριστιανός. Δεν θα θελήσω άλλη απόδειξη για να πιστέψω ότι εκείνα που μου λέγει ο γέρων Ερμόλαος είναι αληθινά.
Πράγματι! Παρακάλεσε τον Χριστό και αμέσως το παιδί αναστήθηκε σαν να κοιμόταν και ξύπνησε, και η οχιά έσκασε μόνη της. Τότε πίστεψε με όλη του την ψυχή και την καρδιά στον Χριστό. Σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τον ευχαρίστησε, που τον απάλλαξε από την πλάνη των ειδώλων και τον έφερε στην πραγματική θεογνωσία.
Έπειτα έτρεξε με πολλή χαρά στον Ερμόλαο, του διηγήθηκε το θαύμα και τον παρακάλεσε να τον βαφτίση. Ο Ερμόλαος, επειδή τον εγνώριζε πια καλά, τον εβάπτισε, τον εκοινώνησε και τον δίδαξε όλα τα μηστήρια και τα δόγματα της πίστεως μας. Επέρασε έτσι, τρεφόμενος πνευματικά, επτά ημέρες κοντά στον Ερμόλαο. Την όγδοην επήγε στον πατέρα του.
- Που έλειπες τόσες ημέρες; τον ρώτησε εκείνος.
- Ένας άνθρωπος του παλατιού, αποκρίθηκε, πολύ φίλος του βασιλέως με εκράτησε. Δεν με άφησε να φύγω. Εννοούσε με αυτό τον Ερμόλαο, που ήταν φίλος του Βασιλέως Χριστού.
Την άλλη μέρα τον ρώτησε και ο διδάσκαλος του.
- Που ήσουν τόσες ημέρες;
- Ο πατέρας μου, του απάντησε, αγόρασε ένα μεγάλο και αξιόλογο κτήμα και μου το παράδωσε στα χέρια μου, να το φροντίζω.
Αυτό έπρεπε να το παραδώσω εγώ σε ανθρώπους να το δουλέψουν.
Με αυτό, που έλεγε ο Παντελεήμων, εννοούσε το χωράφι της ψυχής του, που του έδωσε ο Θεός - Πατήρ, για να το φροντίση. Και αυτός έβαλε τον ιερέα να το καλλιεργήση με την χάρη του Αγίου Πνεύματος και με το Βάπτισμα. Δι΄αυτού του τρόπου έκρυψε το πράγμα προς το παρόν.

Ο πατέρας συντρίβει τα είδωλα

Είχε όμως ο μακάριος μεγάλο πόθο να γυρίσει και τον πατέρα του από τα είδωλα στην πίστη του Χριστού. Γι' αυτό μια μέρα του είπε:
"Γιατί, πατέρα, όσα είδωλα έγιναν εξ αρχής όρθια, δεν κάθησαν ποτέ και όσα πάλιν έγιναν καθισμένα, δεν σηκώθηκαν ποτέ;".
Ο πατέρας του Ευστόργιος δεν είχε τι να του απαντήσει. Άρχισε όμως σιγά-σιγά να ψυχραίνεται ο ζήλος του, που είχε στα είδωλα και δεν τους προσέφερε θυσίες, όπως πρωτύτερα. Αυτό το παρατηρούσε ο γιος του και ευχαριστούσε τον Θεό και τον παρακαλούσε συγχρόνως ακατάπαυστα να φωτίση το συντομώτερο τον πατέρα του, και να τον απαλλάξη τελείως από την πλάνη.
Σκέφθηκε μάλιστα να συντρίψη τα είδωλα, τα αγάλματα των θεών, που είχαν στο σπίτι τους, αλλά δεν το έκαμε, για να μη στενοχωρήση τον πατέρα του. Καλύτερα, σκέφθηκε, είναι να τον πείσω με τα λόγια να πιστέψη στο Χριστό και τότε θα τα συντρίψη μόνος του. Αυτό έγινε σε λίγο με την βοήθεια του Θεού. Διότι ο Θεός άκουσε τις προσευχές του και με ένα θαύμα τον έφερε στην Εκκλησία εξ ολοκλήρου. Ποιο ήταν το θαύμα; Ιδού:
Κάποτε έφεραν στον Άγιο ένα τυφλό. Ήταν τότε και ο πατέρας του Ευστόργιος παρών.
- Τι θέλεις; ερώτησε τον τυφλό ο Παντελεήμων.
- Ένας τυφλός τι θέλει; απάντησε. Το φως μου, άριστε γιατρέ, θέλω. Υπάρχει πράγμα για τον άνθρωπο καλύτερο και γλυκύτερο από το φως του. Σε παρακαλώ να λυπηθής τη συμφορά μου και την ταλαιπωρία μου. Πολλοί γιατροί μου υποσχέθηκαν να με κάμουν καλά, αλλά δεν μπόρεσαν. Μόνο, που ξόδεψα το βιος μου σ' αυτούς και στα γιατρικά. Και ωφέλεια καμιά δεν είδα. Δυστυχώς και κείνο το λίγο φως, που είχα, το έχασα και αυτό και έμεινα τώρα στραβός, φτωχός και άθλιος.
- Είπες, του λέγει ο Παντελεήμων, ότι στους γιατρούς ξόδεψες όλο το βιος σου. Εάν όμως εγώ σε θεραπεύσω, τι θα μου δώσης;
- Ότι απόμεινε από τα πράγματά μου, μετά χαράς να σου τα χαρίσω.
- Τα μάτια σου, του είπε ο Άγιος, θα τα θεραπεύσει ο αληθινός Θεός δι' εμού. Την αμοιβή μου, που μου έταξες, θα πας να την δώσης στους φτωχούς.
Του το είπε αυτό, διότι είχε πεποίθηση στην χάρη και την δύναμη του Χριστού. Ο πατέρας του όμως, που τ' άκουγε αυτά νόμισε πως σκέπτεται να τον θεραπεύση με βότανα και φάρμακα και με ανθρώπινη επιστήμη. Γι' αυτό του είπε:
- Μη επιχειρήσης, παιδί μου, τέτοιο πράγμα. Είναι ανώτερο των δυνάμεων σου. Θα γίνεις καταγέλαστος στο τέλος. Άλλωστε τι περισσότερο μπορείς να κάμης από τους άλλους γιατρούς;
- Κανένας άλλος, πατέρα, εκτός από μένα, δεν μπορεί να τον γιατρέψει αυτόν, διότι ο Διδάσκαλος ο δικός μου είναι ασυγκρίτως ανώτερος από αυτούς.
- Εγώ, παιδί μου, άκουσα, πως και αυτός ο δάσκαλός σου δοκίμασε και δεν μπόρεσε να τον κάμη καλά. Το είπε αυτό ο πατέρας του, γιατί νόμισε πως ο Παντελεήμων έλεγε για διδάσκαλο του τον Ευφρόσυνο.
- Πρόσεχε, πατέρα, του είπε τότε ο Άγιος, για να καταλάβης με τα μάτια σου την Αλήθεια και να βεβαιωθής μόνος σου.
Άπλωσε τότε το δεξί του χέρι ο Άγιος και σταύρωσε με αυτό τα μάτια του τυφλού παρακαλώντας τον Χριστό και λέγοντας:
- "Κύριε Ιησού Χριστέ, θεράπευσε τον δούλον σου".
- Ω του θαύματος! Αμέσως άνοιξαν τα μάτια του τυφλού! Και όχι μόνος τα μάτια του σώματος, αλλά και τα μάτια της ψυχής του, διότι ήταν πρωτύτερα ειδωλολάτρης. Τώρα όμως, μόλος είδε το θαύμα αυτό, να γίνη δηλαδή καλά με το όνομα του Χριστού, αμέσως, εκείνη τη στιγμή, επίστεψε στο Χριστό.
Πίστεψε τότε και ο πατέρας του Άγιου, ο Ευστόργιος και εφώναξε δυνατά.
- Ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός.
Η χαρά πια του Αγίου δεν περιγράφεται. Εδόξαξε γι' αυτό τον Θεό και οδήγησε τον πατέρα του στον Ερμόλαο, καθώς επίσης και τον πρώην τυφλό. Ο Ερμόλαος τους εβάπτισε και τους δυο.
Ο Ευστόργιος μόλος γύρισε στο σπίτι του βαπτισμένος, μυρωμένος, κοινωνημένος, επήρε ένα σφυρί και έκαμε συντρίμμια όλα τα αγάλματα των θεών. Πόσο θα χάρηκε η μακάρια ψυχή της Ευβούλης στον Παράδεισο, που έβλεπε το παιδί της και τον άνδρα της Χριστιανούς!
Έζησε ο πατέρας του ένα χρόνο Χριστιανός. Πατέρας τώρα και παιδί αγωνιζόνταν ποιος θα περάση τον άλλον στην αρετή. Χάρισε ο Ευστόργιος όλα τα χρέη, που του χρεωστούσαν. Ελευθέρωσε κατόπιν όλους τους δούλους του και μοίρασε αμέτρητα βοηθήματα σε δυστυχείς. Μετά ένα χρόνο εξεδήμησε εις Κύριον ευχαριστημένος.

Δουλεύει για την πίστη του Χριστού

Ο Παντελεήμων έμεινε κάτοχος αρκετά μεγάλης περιουσίας. Αλλά μετά την κοίμηση του πατέρα του, την εμοίρασε στους φτωχούς, τους φυλακισμένους και στην Εκκλησία για τα έργα της. Ο ίδιος εξακολουθούσε να εργάζεται την ιατρική, όχι για χρήματα, αλλά δωρεάν. Έτρεχε στους πτωχούς. Έμπαινε στις καλύβες τους. Τους βοηθούσε όχι μόνο με την ιατρική, αλλά και χρηματικά, όταν ήταν ανάγκη. Ο Θεός τον ευλόγησε στην αγαθοεργία του αυτή, διότι του δώρισε και το χάρισμα να θαυματουργή.
Όσους δεν μπορούσε να θεραπεύση με τα φάρμακα, τους εθεράπευε με την προσευχή του. Τους εδίδασκε ακι το Ευαγγέλιο, όπου πήγαινε. Από τους θεραπευομένους δεν ζητούσε καμμιά αμοιβή παρά μόνον ν' αναγνωρίζουν ότι ο Χριστός τους ευεράπευε, και να Τον ομολογούν με θάρρος. Έτσι επίστευαν στο Χριστό πολλοί, οι οποίοι μαζί με την σωματική θεραπεία έπαιρναν και την ψυχική.
Τοιουτρόπως ο Παντελεήμων έγινε ξακουστός για την ικανότητα του στη θεραπεία των ασθενών και για την καλοσύνη και την αρετή του. Ήταν παντού περιζήτητος. Δεν ήθελαν οι άνθρωποι κανένα άλλον γιατρό, εκτός από τον Παντελεήμονα. Όλοι όμως οι άλλοι γιατροί της Νικομηδείας, που ήταν πρωτεύουσα τότε του Ανατολικού Κράτους των Ρωμαίων, βλέποντας αυτό εφθόνησαν τον Άγιο. Δεν ήθελαν να τον ακούν και να τον βλέπουν.
Μια ημέρα το 304 μ.Χ. εκάθηντο οι γιατροί στην αγορά. Και να! Βλέπουν που περνούσε από εκεί ο πρώην τυφλός, τον οποίον εθεράπευσε ο Παντελεήμων. Μόλις τον είδαν, ταράχτηκαν και είπαν:
"Αυτός δεν είναι εκείνος ο τυφλός, που δεν μπορέσαμε να τον θεραπεύσωμεν εμείς όλοι;".
- Για πες μας, του λέγουν. Ποιος σε έκανε καλά;
- Ο Παντελεήμων τους απάντησε εκείνος.
- Πράγματι, είναι μεγάλος ο δάσκαλος του, γι' αυτό έβγαλε σπουδαίο μαθητή.
Αυτά βέβαια τα έλεγαν για τον Ευφρόσυνο, αλλά, χωρίς να το θέλουν ομολογούσαν τον Χριστό.
Από την ημέρα αυτή τους εκυρίεψε πιο πού ο φθόνος και ζητούσαν να τον διαβάλουν στον αυτοκράτορα. Την βρήκαν Διότι βρήκαν ένα Χριστιανό, από τους ομολογητές, που εβασάνισε για την πίστη του Χριστού ο ασεβής Μαξιμιανός και τον οποίον ο Παντελεήμων εφρόντισε και εθεράπευσε. Τρέχουν τότε στον αυτοκράτορα. Την εποχή εκείνη περιώδευε ο Μαξιμιανός και βρισκόταν στην Νικομήδεια. Ήταν το 304 μ.Χ.
"Βασιλεύ, πολυχρονεμένε", του λέγουν, "μάθε, ότι ο Παντελέων, που τον αγαπάς τόσο πολύ και είπες να σπουδάση γιατρός, για να τον πάρης και στα ανάκτορα, τώρα ούτε την μεγάλη σου δύναμη και εξουσία της βασιλείας σου φοβείται ούτε ενδιαφέρεται καν για την φιλία και την αγάπη, που του έδειξες. Αλλά γυρίζει και όπου βρει κανένα εχθρό των θεών μας, τον οποίον συ τιμωρείς, όπως του αξίζει, τον φροντίζει και τον θεραπεύει!
Και δεν του φθάνει ότι αρνήθηκε την πάτριο θρησκεία του, και πιστεύει τώρα στον Εσταυρωμένο, αλλά και άλλους Έλληνες, όσους μπορεί, φροντίζει να τους κάνει Χριστιανούς.
Εμείς οι δούλοι σου, που είμαστε πιστοί υπήκοοι σου, σε συμβουλεύουμε να τον βγάλης από τη μέση το γρηγορώτερο. Εάν δεν τον κάνης αυτό, κατόπιν θα το μετανοιώσης. Αλλά θα είναι αργά. Διότι θα βλέπης πολλούς Έλληνες ν' αρνούνται τους μεγάλους θεούς μας και να γίνωνται Χριστιανοί. Αυτός τις θεραπείες του Ασκληπιού λέγει ότι τις κάνει ο Χριστός. Εάν θέλης να βεβαιωθής για την αλήθεια των λεγομένων μας, διάταξε να έλθη εδώ ένας τυφλός, που τον γιάτρεψε ο Παντελεήμων, να τα ακούσης από το στόμα του, όσα σου είπαμε".
Σαν τ' άκουσε αυτά ο αυτοκράτορας, λυπήθηκε πολύ και προστάζει να φέρουν αμέσως μπροστά του τον πρώην τυφλό.
- Δεν μου λες, τον ερώτησε ο Μαξιμιανός, με το τρόπο ο Παντελεήμων σε εθεράπευσε;
- Με το όνομα του Ιησού Χριστού, (απάντησε θαρραλέα ο πρώην τυφλός). Το δε σπουδαίο, Μεγαλειότατε, είναι ότι δεν απόσωσε τον λόγο του και αμέσως ανοίχτηκαν τα μάτια, ώστε να μη μπορή να πη κανείς, ότο με την ιατρική τέχνη με εθεράπευσε.
- Λοιπόν, του λέγει ο Μαξιαμιανός, συ τι λες γι' αυτό; Ο Χριστός ή οι θεοί σε γιάτρεψαν;
- Ας εξετάσουμε, βασιλεύ, το πράγμα καλά και αυτό μιλάει μόνο του. Βλέπεις τους καλούς αυτούς γιατρούς; Αί! Όλοι τους εκοπίασαν πολύ να με γιατρέψουν. Και αυτοί μεν είδαν καλό, γιατί μου πήραν όλο το βιος μου. Αλλά εμένα δεν με ωφέλησαν τίποτε. Τουναντίον, μάλιστα, μου έκαναν και κακό. Γιατί, ενώ είχα λίγο φως, με αποστράβωσαν. Ποιον, λοιπόν, να θεωρώ γιατρό μου και βοηθό μου και ευεργέτη μου; Τον Ασκληπιό, που επικαλούνται αυτοί σε βοήθεια και δεν με ωφέλησε τίποτε ή τον Χριστό, που μόλις επικαλέσθηκε το όνομά του ο Παντολέων, αμέσως μου χάρισε το παμπόθητο φως μου; Αυτό, βασιλεύ, το βλέπει και ο ποιο τυφλός και αγράμματος.
- Μη είσαι βλάκας και ανόητος, του είπε ο Μαξιμιανός, γιατί δεν είχε τι άλλο να του πη ... Και μη ξαναπής ότι ο Χριστός σε γιάτρεψε. Είναι ολοφάνερο πως οι θεοί σε εθεράπευσαν.
Τότε ο άλλοτε τυφλός, τώρα όμως φωτισμένος στο σώμα και στην ψυχή, χωρίς να φοβηθή ούτε το θυμό του αυτοκράτορα ούτε την εξουσία του ούτε τις τιμωρίες, αλλά με θάρρος περισσότερο και από εκείνο, που έδειξε ο τυφλός του Ευαγγελίου, του είπε.
- Εσύ δυστυχώς είσαι μωρός και ανόητος, που λες ότι οι αναίσθητοι και τυφλοί θεοί σου με εφώτισαν. Είσαι τυφλωμένος σαν αυτούς. Γι' αυτό δεν μπορείς να δης την Αλήθεια, που λ΄μπει περισσότερο από τον ήλιο.
Όταν τ' άκουσε αυτά ο Μαξιμιανός, βεβαιώθηκε πια και μόνος του ότι όσα του κατάγγειλαν οι γιατροί ήσαν όλα αληθινά. Γι' αυτό διέταξε και αποκεφάλισαν τον όντως μακάριο και ευτυχισμένο εκείνο, που ήταν άλλοτε τυφλός αλλά τώρα φίλος του Χριστού και Μάρτυρας Του. Τότε ο Άγιος αγόρασε κρυφά το τίμιο λείψανο του και το έθαψε εκεί, όπου είχε θαμμένο και τον πατέρα του.

Αρχίζουν τα βασανιστήρια

Ο βασιλεύς ειδοποίησε τον Παντελεήμονα να πάη να τον δη. Ο Άγιος επήγε, αλλά πηγαίνοντας στο δρόμο έλεγε. "Ο Θεός την αινεσίν μου μη παρασιωπήσης..." και τον υπόλοιπο ψαλμό. Τους ψαλμούς του Δαβίδ ο Παντελεήμων τους είχε μάθει απ΄έξω. Όταν έφθασε στο παλάτι, του είπε ο αυτοκράτορας.
- Άκουσα, για σένα κάτι λόγια, όχι καλά. Ότι δηλαδή βρίζεις τον Ασκληπιό και περιφρονείς τους άλλους θεούς και ότι πιστεύεις για Θεό τον Χριστό. Λες, μάλιστα, πως αυτός είναι ο μόνος Θεός και στηρίζεις τις ελπίδες σου σ' Αυτόν, εω΄ν είναι γνωστό ότι αυτός πέθανε και μάλιστα με άτιμο θάνατο. Έπειτα συ ξέρεις πόσο σε αγαπώ και ότι συνέστησα στον διδάσκαλός σου να σε διδάξη καλά την ιατρική, για να σε πάρω γιατρό των ανακτόρων μου. Ξέρω όμως ότι πολλοί από φθόνο πολλές φορές καταγγέλλουν ψέματα. Φι' αυτό σε φώναξα να προσφέρης θυσία στους θεούς, για να βεβαιωθώ μόνος μου περί της αληθείας των καταγγελλομένων.

Τα έργα είναι αξιοπιστότερα, ω βασιλεύ, αποκρίθηκε ο Άγιος΅, και όχι τα λόγια, καθώς το ξέρομε όλοι μας. Εάν, λοιπόν, για τα μικρά ερωτούμε και εξετάζουμε εάν είναι αληθή και πραγματικά, πολύ περισσότερο πρέπει να εξετάζουμε λεπτομερώς και με ακρίβεια και με μεγάλη επιμέλεια για το Θεό, για να μη ζημιωθούμε τα μέγιστα. Διότι η ευσέβεια στο Θεό είναι το σπουδαιότερο από όλα τα πράγματα. Ο Θεός λοιπόν που προσκυνώ εγώ και σέβομαι, είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος. Αυτός ανέστησε νεκρούς, καθάρισε λεπρούς, έσφιξε παραλύτους, έδωσε μάτια σε τυφλούς. Όλα δε αυτά που σου λέω και άλλα ακόμη τα έκανε μόνο με ένα λόγο, με μια προσταγή Του.
Οι θεοό όμως, τους οποίους σέβονται οι ειδωλολάτρες, δεν ξέρω εάν έκαμαν κανένα τέτοιο θαύμα και εάν μπορούν να κάμουν. Και αν θέλης, βασιλεύ, ασ το δοκιμάσουμε τώρα, για να γνωρίσης την αλήθεια. Πρόσταξε να φέρουν εδώ ένα ασθενή με ανίατο νόσημα και να έλθουν οι ιερείς σας να παρακαλέσουν, όσο θέλουν, τους θεούς τους να τον θεραπεύσουν. ¨Επειτα να παρακαλέσω και εγώ τον Θεό μου. Και όποιος Θεός θα τον κάνη καλά τον άρρωστο, εκείνον να τον παραδεχθούμε, ως αληθινό Θεό. Τους δε άλλους να τους περιφρονήσουμε.

Η δύναμη του Κυρίου

Η πρόταση του Άγιου άρεσε στον βασιλέα και έφεραν ένα παράλυτο στο κρεββάτι του, διότι δεν μπορούσε να σαλέψει καθόλου. Ήταν σαν ένα λιθάρι ή κούτσουρο ακίνητο.
Παρακαλούσαν επί ώρες οι ιερείς των ειδώλων τους αναίσθητους θεούς τους να τον κάνουν καλά. Αλλά τα κωφά είδωλα δεν άκουγαν. Ο Άγιος χαμογελούσε με την ανοησία τους. Όταν πλέον απελπίσθηκαν και σταμάτησαν, προσευχήθηκε και αυτός. Σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και με όλη του την ψυχή είπε,
"Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου και η κραυγή μου προς Σε ελθέτω. Μην αποστρέψης το προσωπόν Σου απ' εμού. Εν η αν ημέρα επικαλέσωμαι Σε, ταχύ επάκουσον μου. Δείξε, Δέσποτα, εις αυτούς, που δεν γνωρίζουν ότι Συ είσαι ο μόνος αληθινός Θεός και Παντοδύναμος".
Μετά την προσευχή του αυτή έπιασε τον παράλυτο από το χέρι και του είπε,
"Εν τω ονόματι του Χριστού σήκω και περιπάτει". Τότε, αμέσως με το λόγο σηκώθηκε ο παράλυτος και περπατούσε με πολλή ευκολία και χαρά!
Μόλις είδαν το μεγάλο αυτό θαύμα οι ειδωλολάτρες, τα έχασαν. Πολλοί, μάλιστα, από αυτούς αρνήθηκαν αμέσως τα είδωλα και πίστεψαν στον Χριστό. Οι ιερείς όμως έμειναν οι δυστυχείς αμετακίνητοι στην απιστία τους. Ισχυρίζοντο δε ότι το θαύμα το έκαμε με μάγια και είπαν στον Αυτοκράτορα:
"Σε εξορκίζουμε στους αθάνατους θεούς να μη αφήσης τον Παντελεήμονα πλέον να ζήση ούτε μια ώρα. Αυτός θα εξαφανήση την θρησκεία μας και οι Χριστιανοί θα πολλαπλασιασθούν και αλλοίμονό μας".

Του ξύνουν και του καίουν τις σάρκες

Ο αυτοκράτορας τους άκουσε και κάλεσε πάλι τον Άγιο. Προσπάθησε με το καλό να τον δελεάση και να τον φέρη στην γνώμη του. Αλλά δεν μπόρεσε. Και άρχισε τότε να τον βασανίζη.
Πρώτα διέταξε και τον κρέμασαν σε ένα ξύλο και του ξέσκιζαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια. Έπειτα του έκαψαν τα πλευρά και τις πληγές με αναμμένες λαμπάδες. Τι τρομερό μαρτύριο! Πόσο πονούσε ο Άγιος!
Ο Μάρτυς όμως την ώρα, που του βασάνιζαν το σώμα, είχε τον νου του όλο στον Θεό, σοτν μόνο, που μπορούσε να τον βοηθήση, και προσευχόταν στον Κύριο. Και πράγματι ο Χριστός τον άκουσε. Παρουσιάστηκε τη στιγμή εκείνη, εκεί μπροστά, με το σχήμα και την μορφή του Ερμολάου, λέγοντας του με στοργή, σαν πατέρας:
"Μη φοβάσαι. Εγώ είμαι μαζί σου και σε βοηθώ σε όσα θα πάθης για μένα. Ο λόγος του έγινε αμέσως έργο. Τα χέρια των στρατιωτών παράλυσαν και οι λαμπάδες έσβυσαν. Αλλά και οι πληγές του Αγίου αμέσως θεραπεύθηκαν".
Ο Μαξιμιανός βλέποντας αυτά τα παράδοξα τα έχασε και καταντροπιάστηκε. Διέταξε και τον κατέβασαν από το ξύλο και του είπε:
- Δεν μου λες, με ποια τέχνη ή μαγεία ακινητοποίησες τα χέρια των στρατιωτών και έσβησες τς λαμπάδες;
- Η τέχνη και η μαγεία μου, είναι ο Χριστός μου, που τον σέβομαι και ο οποίος στέκεται κοντά μου και κάνει αυτά τα αξιοθαύμαστα.
- Ναι,! αλλά, αν δε βάλω σε σκληρότερα βάσανα, τι θα γίνης;
- Τότε θα λάβω από τον Χριστό μου περισσότερη βοήθεια και δύναμη.

Στο καζάνι με το βρασμένο μολύβι

Μετά την θαρραλέα αυτή απάντηση του Αγίου διέταξε ο Μαξιμιανός και γέμισαν άνα τεράστιο χαλκωματένιο καζάνι με μολύβι. Άναψαν μεγάλη φωτιά από κάτω και όταν έλυωσε και έβραζε το μολύβι, έριξαν μέσα τον Μάρτυρα. Ο Άγιος πάλι την προσευχή έχοντας παρηγοριά και βοήθεια, έλεγε: "Επάκουσον ο Θεός της φωνής μου. Εν τω δέεσθαί με προς Σε, από φόβου εχθρού εξελού την ψυχήν μου" και άλλους στίχους από τους ψαλμούς καταλλήλους για την περίσταση.
Ενώ όμως προσευχόταν, να! και βλέπουν πάλι να παρουσιάζεται ο Χριστός με την μορφή του Ερμολάου. Μπαίνει μέσα στο καζάνι και αμέσως σβήνεται η φωτιά. Το δε βραστό μολύβι κρύωσε. Ο ψαλμός όμως δεν σταματούσε από το στόμα του Αγίου.
"Εγώ, έλεγε, προς τον Θεόν εκέκραξα και εισήκουσέ μου".
Όσοι βρέθηκαν εκεί εξεπλάγησαν και εθαύμασαν τα παράδοξα αυτά, που είδαν. Ο Μαξιαμιανός όμως πωρωμένος, καθώς ήταν, δεν μπορούσε να καταλάβη ότι ο Παντοδύναμος Θεός τα έκαμνε αυτά τα μεγάλα θαύματα. Αλλά τα απέδιδε σε μαγείες. Γι' αυτό σκεφτόταν με ποιο άλλο βάσανο θα νικήση τον Μάρτυρα. Συμβουλεύθηκε μάλιστα και του επιτελείς του.

Με πέτρα στη θάλασσα.

Έπειτα από σύσκεψη με του επιτελείς του, διέταξε να κρεμάσουν στο λαιμό του Αγίου μια μεγάλη πέτρα και να τον πετάξουν μ' αυτή μέσα στη θάλασσα, για να εξαφανισθή στο βυθό της. Και οι μεν στρατιώτες πάσχιζαν να φέρουν εις πέρας την διαταγή του αφέντη τους, ο Θεός όμως εφρόντισε να σώση τον μάρτυρα, που εκινδύνευε γι' Αυτόν.
Μόλις πέταξαν τον Άγιο στην θάλασσα, να! και φαίνεται πάλι ο Χριστός και τον προστάτεψε. Την πέτρα εκείνη την μεγάλη την έκαμε ελαφρότερη και από ένα φύλλο δένδρου και έπέε στην θάλασσα, τον δε Άγιο τον οδήγησε από το χέρι και περιπατώντας, όπως ο Πέτρος επάνω στη θάλασσα, βγήκε στον αιγιαλό υγιής και αβλαβής. Μόλις τον είδε στη στεριά ο Βαισλεύς, χωρίς να τον περιμένη, εθαύμασε και του είπε:
- Τι είναι πάλιν αυτά, Παντολέων; Υπόταξες με τις μαγείες σου και την θάλασσα;
- Η θάλασσα, αποκρίθηκε ο Άγιος, έκαμε ότι την επρόσταξε Εκείνος, που την ορίζει. Διότι περισσότερο υποτάσσονται και υπακούν στο Θεό η θάλασσα, η γη και όλα τα πλάσματά Του, παρά σε σένα οι υπηρέτες σου.

Στα πεινασμένα θηρία

Δυστυχώς, από όλα αυτά τα θαύματα που είδε δεν μαλάκωσε η σκληρή και πωρωμένη καρδιά του Μαξιμιανού. Διέταξε να φέρουν στο αμφιθέατρο παντός είδους άγρια θηρία.
Θέλοντας όμως να δείξη, ότι τον λυπάται, αλλά στην πραγματικότητα να τον κάμη να δειλιάση, του είπε·
- Βλέπεις όλα αυτά τα θηρία; Για σένα τα έφεραν, να σε κατασπαράξουν. λυπήσου τον εαυτόν σου. Εγώ σου το λέγω και μάρτυρες οι θεοί, σε λυπούμαι. Λυπούμαι τα νιάτα σου και την ωραιότητά σου και σε συμβουλεύω, σαν πατέρας σου. Κοίταξε σαν μυαλωμένος το συμφέρον σου. Μη πεθάνης πρόωρα με τέτοιο σκληρό θάνατο και στερηθής αυτή τη γλυκειά ζωή.
- Εάν, του απάντησε ο Άγιος, πρωτύτερα δεν άκουσα, ελπίζεις να σε ακούσω τώρα, που είδα τόση βοήθεια από τον Θεό μου; Μη το βάλης ποτέ, μα ποτέ, στον νου σου ότι εγώ θα προσφέρω θυσία στους δαίμονες. Τι με φοβερίζεις με τα θηρία σου; Εκείνος, που παρέλυσε τα χέρια των στρατιωτών σου, και κρύωσε το βραστό μολύβι και έκανε τη θάλασσα ξερή επιφάνεια, ώστε να περιπατώ επάνω, Αυτός και τώρα μπορεί να κάμη και τα θηρία αυτά τα άγρια και φοβερά να γίνουν ήμερα σαν αρνάκια.
Ο Μάρτυς του Χριστού προτιμούσε να παραδοθή στα θηρία παρά αν θυσιάση στα άλλα θηρία, τους δαίμονες. Τότε έβγαλε ο Μαξιμιανός την φοβερή του απόφαση.
Σε τρεις μέρες, αν δεν θυσιάση, να τον πετάξουν στα θηρία, για να τον φάνε ...
Ακούστηκε αυτό σε όλη την πόλη και έτρεξαν όλοι, να δουν αυτόν τον λεβέντη και ωραιότατο νέο, που επρόκειτο να τον φάνε τα θηρία, χωρίς να έχη κανένα φταίξιμο.
Όταν, λοιπόν, συνάχτηκαν όλοι στο θέατρο και ο αυτοκράτορας κάθησε ψηλά, για να βλέπη, οι στρατιώτες έφεραν τον Άγιο στο αμφιθέατρο και τον πέταξαν στα θηρία.
Ο Μάρτυς δεν δείλιασε καθόλου, αλλά προχωρούσε σταθερά και θαρρετά, γιατί έβλεπε τον Χριστό στο σχήμα του Ερμολάου, που τον ενθάρρυνε ότι είναι μαζί του και να μη φοβάται τίποτε.
Τον έριξαν, λοιπόν, στον ορισμένο τόπο. Απόλυσαν έπειτα τα θηρία και μέσα σε μια νεκρική σιγή περίμεναν να τον κατασπαράξουν και να τον καταβροχθίσουν. Τα είχαν από μέρες αφήσει νηστικά. Αλλά εκείνα, αντί να ορμήσουν να τον φάνε, στεκόνταν κοντά του, όχι σαν άγρια και άλογα, αλλά σαν λογικά και ήμερα. Κουνούσαν χαρούμενα τις ουρές τους, του έγλυφαν με τις γλώσσες τους τα πόδια του και προσπαθούσαν ποιο να πρωτοπάη μπροστά του και να προσκυνήση τον Μάρτυρα. Έπειτα δεν παραμέριζε αυτό, εάν ο Μάρτυς δεν έβαζε επάνω του το χέρι, να το ευλογήση!
'Οταν όμως είδαν τα πλήθη αυτό το θαυμαστό και υπέροχο πράγμα, φώναζαν όλοι με μια φωνή:
"Μέγας ο Θεός των Χριστιανών. Αυτός είναι ο αληθινός Θεός. Να αφεθή ο αθώος ελεύθερος". Πολλοί από αυτούς του ειδωλολάτρες πίστεψαν αμέσως και βρήκαν και πήγαν  σε άλλες πόλεις και χώρες και εκεί βαφτίσθηκαν. Εκεί διηγούντο τα θαύματα του Μάρτυρος και πολλοί, που τα άκουγαν, πίστεψαν στο Χριστό. Έτσι οι πιστοί αύξαναν και οι άπιστοι ελιγόστευαν.
Δυστυχώς ο άθλιος εκείνος αυτοκράτορας, που ήταν σκληρότερος από τα θηρία, έγινε έξω φρενών από το θυμό του. Ο ανόητος τα έβαλε με τα άλογα ζώα, που δεν έκαμαν το θέλημα του και δεν έφαγαν τον Παντελεήμονα. Διέταξε τότε και τα σκότωσαν όλα.
Αλλά πάλι νέο θαύμα έγινε. Ενώ τα σκοτωμένα ζώα εκείτοντο επί ημέρες εκεί, δεν τόλμησε κανένα θηρίο ή όρνιο να τα αγγίξη. Αυτό το έκαμε ο Θεός, για να τιμήση τον Άγιο και να παρακινήση τους άλλους στην ευσέβεια. Ήταν αυτό και ένας έλεγχος για τον αυτοκράτορα αλλά και εντροπή του συγχρόνως. Γι' αυτό έστειλε ανθρώπους και τα έχωσαν στη γη.

Στον μεγάλο τροχό

Κατόπιν αυτών ο πεισματάρης΅εκείνος βασιλιάς διέταξε και έφτιασαν ένα μεγάλο τροχό. Τον πήγαν κατόπιν στην κορυφή ενός ψηλού λόφου. Έδεσαν επάνω στον τροχό τον Άγιο και ήσαν έτοιμοι να τον κυλήσουν κάτω, ώστε ο Άγιος, που ήταν δεμένος επάνω στον τροχό, να γίνει συντρίμμια. Έτσι τον συμβούλεψαν μερικοί τεχνίτες. Κάτω όλη η πόλη περίμενε να δη το κύλισμα του τροχού με τον Άγιο.
Άλλα ο Κύριος, που προστατεύει τους δούλους του, παρουσιάσθηκε πάλι στην κρίσιμη αυτή για τον Μάρτυρα στιγμή και τον έλυσε από του τροχού τα δεσμά. Ο Παντελεήμων στεκόταν σώος και αβλαβής δοξάζοντας το Θεό. Ο τροχός όμως κύλησε μόνος του κατεπάνω στους άπιστους και πολλούς εσκότωσε. Οι υπόλοιποι φοβήθηκαν και σκόρπισαν. Έφυγαν "πατείς με πατώ σε".
Ο βασιλεύς βλέποντας αυτά εθαύμασε. Αλλά δυστυχώς ήτο πωρωμένος από την κακία του και δεν επίστευε. Τα θεωρούσε τα θαύματα, όπως είπαμε, μαγείες. Κάλεσε τότε κοντά του τον Άγιο Παντελεήμονα και του λέγει·
"Ως πότε θα κάνης τέτοια μαγικά τερατουργήματα και άλλους από τους υπηκόους μου θα θανατώνης και άλλους θα τους κάνης εχθρούς των θεών και της βασιλείας μου; Πες μας από ποιον έμαθες τον Χριστιανισμό;".
Ο Άγιος είπε την αλήθεια, ότι τον έμαθε από τον Ερμόλαο. Έκρινε ότι δεν έπρεπε να είναι κρυμμένος τέτοιος θησαυρός. Αλλά ότι ήταν ανάγκη να βγη στην μέση, για να ωφελήση και άλλος με την πίστη και το μαρτύριο. Εγνώριζε την αγιότητά του. Το μαρτύριο άλλωστε για τους πιστούς είναι το μεγαλύτερο παράσημο που παίρνουν από οτν Θεό, αλλά και το μεγαλύτερο κήρυγμα, για να ωφελήσουν τους άλλους. Ο θάνατος με το Μαρτύριο δεν είναι απώλεια για την Εκκλησία, αλλά κέρδος. Είχε πεποίθηση ο Άγιος, ότι ο Ερμόλαος θα βαστάξη το μαρτύριο και πολλούς θα τονώση με το παράδειγμά του. Έπαιρνε παράδειγμα από τον εαυτό του.

Το μαρτύριο του Άγιου Ερμολάου

Οι στρατιώτες πήραν τον Άγιο καο τον πήγαν στο σπίτι του Ερμολάου.
- Πως ήλθες εδώ, παιδί μου.
- Ο βασιλιάς σε ζητεί. Θέλει να πας εκεί.
- Το ξέρω πως έφθασε ο καιρός να πεθάνω για το Όνομα του Κυρίου. Μου το έδειξε ο Χριστός απόψε με φανερή αποκάλυψη. Αυτά είπε και χαρούμενος παρουσιάστηκε στον Αυτοκράτορα.
- Πως ονομάζεσαι; τον ρώτησε ο Μαξιαμιανός, όταν τον πήγαν μπροστά του.
- Ερμόλαο με λένε.
- Έχεις και άλλους χριστιανούς μαζί σου;
- Έχω και άλλους δύο: Τον Ερμοκράτη και τον Έρμιππο. Τους έφεραν ακολούθως και αυτούς εκεί.
- Σεις είσθε, τους είπε, που παρασύρατε στην πλάνη τον Παντολέοντα και αρνήθηκε τους θεούς;
- Ο Χριστός, του απάντησε ο Ερμόλαος, καλεί κοντά του εκείνους, που είναι άξιοι και κατάλληλοι. Ο Παντολέων είναι άξιος και κατάλληλος.
- Αφήστε αυτά τα ανώφελα λόγια και ακούστε με. Συμβουλέψτε τον να θυσιάση στους θεούς, αν θέλετε να σας έχω από τους πιο στενούς μου φίλους και να σας γεμίσω με δώρα και χαρίσματα.
- Θεός φυλάξοι! να συμβουλέψουμε κανένα να χάση την ψυχή του; Όλοι εμείς οι Χριστιανοί έχουμε μια στερεά και ακλόνητη γνώμη, καλύτερα να πεθάνουμε χίλιες φορές με διάφορα μαρτύρια, παρά να προσκυνήσουμε αγάλματα κουφά κι' αναίσθητα.
Και οι Άγιοι, αφού είπαν αυτά, σήκωσαν τα μάτια του σώματος και της ψυχής στον ουρανό και παρακάλεσαν τον Κύριο να τους γλιτώσει από τις παγίδες του δαίμονος. Τότε ο Κύριος φάνηκε σ' αυτούς και τους έδωσε θάρρος. Αμέσως έγινε σεισμός σ' εκείνον τον τόπον. Τότε ο Μαξιμιανός είπε: διαστρέφοντας τα πράγματα.
"Βλέπετε; Οι θεοί οργίσθηκαν για σας και έσεισαν τη γη".
"Αν όμως, συμβή και πέσουν κάτω αυτοί οι θεοί σου, τι θα πης;", του λέγει ο Ερμόλαος.
Δεν πρόφθασε ν' αποσώση τον λόγο του και να! έφθασαν από το παλάτι οι άνθρωπο του λέγοντας:
"Πολυχρονεμένε βασιλεύ. Μάθε ότι οι θεοί έπεσαν χάμω και έγιναν συντρίμμια". Οι Άγιοι, σαν τα άκουσαν γελούσαν, διότι εκείνοι οι φοβεροί θεοί, που έσεισαν την γη, έπεσαν κάτω και έγιναν κομμάτια! Έπειτα από αυτά, ποιος δεν θα πίστευε στην αλήθεια. Δυστυχώς ο ασεβής εκείνος τύραννος περισσότερο εσκοτίθη και αγρίεψε. Αλλά μήπως και όσοι τους πονούν τα μάτια τους, θέλουν να δουν τον ήλιο; Αν τον δουν, τους ενοχλεί και περισσότερο πονούν. Έτσι συνέβαινε και με αυτόν τον δυστυχή.
Τους βασάνισε κατόπιν και τους τρεις με διάφορα βασανιστήρια. Επειδή όμως είδε ότι με κανένα τρόπο δεν θα τους έφερε στη γνώμη του, του απεκεφάλισε. Οι Χριστιανοί πήραν κρυφά τα τίμια λείψανά τους και τα εθάψαν με πολλή ευλάβεια.

Και πάλιν δέρνουν τον Άγιο

Κατόπιν αυτών έφεραν πάλιν μπροστά στον βασιλέα τον Παντελεήμονα.
- Μάθε, του λέγει ο Μαξιμιανός΅, ότι ο δάσκαλός σου Ερμόλαος με την παρέα του κατάλαβαν το συμφέρον τους και θυσίασαν στους θεούς. Γι' αυτό και εγώ τους αντάμειψα, όπως τους έπρεπε· τους διώρισα πρώτους του παλατιού μου. Εάν, λοιπόν, και συ τους μιμηθής και αφήσης το πείσμα και θυσιάσης στους μεγάλους θεούς, θα δες ότι καθώς ξέρω να βασανίζω σκληρά του αλαζόνες, έτσι ξέρω και να τιμώ και να βραβεύω πλουσιοπάροχα όσους με ακούνε. Εάν όμως και πάλιν με παρακούσης, δεν γλυτώνεις πια από τα χέρια μου. Σήμερα θα πεθάνης με φρικτό θάνατο.
- Που είναι ο Ερμόλαος και οι άλλοι; Να μου τους δείξης, του είπε ο Μάρτυς, που φωτίσθηκε από το Πνεύμα το Άγιο και κατάλαβε την πανουργία του και την παγίδα.
- Δεν είναι εδώ τώρα, διότι τους έστειλα για υπηρεσία σε ένα άλλο κάστρο.
- Καίτοι είσαι ψεύτης, του είπε ο Άγιος, εν τούτοις τώρα, και χωρίς να το θέλης, είπες την αλήθεια. Διότι αυτοί, πράγματι, πήγαν στην Βασιλεία του Θεού, στο κάστρο της Άνω Ιερουσαλήμ. Και εκεί τώρα ευφραίνονται και αγάλλονται.
Βλέποντας ο μιαρός τύραννος ότι ο αδαμάντινος και ανίκητος Μάρτυς του Χριστού δεν γύριζε ούτε με κολακείες ούτε με δώρα και υποσχέσεις ούτε με φοβέρες και βασανιστήρια, πήγε να σκάση από το κακό του. Γι' αυτό διέταξε να τον δείρουν αλύπητα, όχι για να αλλάξη γνώμη ο Μάρτυρας (περί αυτού ήταν πεπεισμένος), αλλά από το θυμό του και την κακία, που είχε εναντίον του.

Θαύματα κατά τον αποκεφαλισμό του

Κατόπιν έγραψε την απόφαση να τον αποκεφαλίσουν και το λείωανο του Παντελεήμονος να το ρίξουν στη φωτιά, για να καή. Πράγματι, οι στρατιώτες πήραν τον Μάρτυρα και τον πήγαν στον τόπο της εκτελέσεως. Λεγόταν ο τόπος "Ρωμαϊκά μνήματα".
Ο Άγιος γνωρίζοντας από ποία θλίψη και ταλαιπωρία βγαίνει και σε ποια χαρά και αγαλλίαση πηγαίνει, ήταν όλος χαρά και έψαλλε τον ψαλμόν "Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου. Και γάρ ούκ ήδυνήθησάν με".
Τότε συνέβη άλλο σημείο θαυμαστό και παράδοξε. Έδεσαν τον Άγιο σε μια ελιά και ο στρατιώτης κατέβασε το σπαθί του, δια να τον αποκεφαλίση. Αλλά ω του θαύματος! εγύρισεν η κόψη του σπαθιού, σαν να ήταν από κερί. Οι στρατιώτες, μόλος το είδαν αυτό, τρόμαξαν και πέφτοντας κάτω στη γη έλεγαν:
- Πιστεύουμε και μεις ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός και σε παρακαλούμε, άνθρωπε του Θεού, να μας συγχωρέσης και να μη οργισθής εναντίον μας. Τότε ο Άγιος προσευχήθηκε γι' αυτούς κα για μερικά άλλα ζητήματα της Εκκλησίας και των πιστών. Αμέσως, όταν τελείωσε η προσευχή του, ακούστηκε φωνή από τον Ουρανό, που έλεγε: "Όσα ζήτησες όλα θα γίνουν και ακόμη περισσότερα, και από σήμερα δεν θα ονομάζεσαι Παντολέων, αλλά Παντελεήμων".
Έτσι από τότε επεκράτησε να λέγεται ο Άγιος, διότι μέχρι τότε ελέγετο Παντολέων. Τα πράγματα επιβεβαιώσαν την ονομασία, διότι πάντες καταφεύγουν σ' αυτόν και βρίσκουν έλεος και θεραπεία και βοήθεια.
Έπειτα από την φωνή αυτή, ο Μάρτυς ενεθάρρυνε τους στρατιώτες να μη δειλιάσουν, αλλά να εκτελέσουν την διαταγή των ανωτέρων. Αλλά ποιος τώρα τολμούσε να βάλη χέρι επάνω στον Άγιο. Ο Άγιος όμως τους ανάγκασε να κάμουν το πρόσταγμα του τυράννου. Και τούτο, για να μη χάση το στεφάνι του μαρτυρίου. Τότε λοιπόν, θέλοντες και μη θέλοντες, δια να μη παρακούουν στον άγιο και αφού πρώτα του έδειξαν την αγάπη τους φιλώντας τα χέρια και τα πόδια του από ευλάβεια, του έκοψαν την τιμία του κεφαλή.
Ήταν η 27η Ιουλίου του 304 μ.Χ.
Ο Θεός θέλοντας να δοξάση και στο τέλος τον δούλο του, Παντελεήμονα, έκαμε και άλλα θαύματα.
Πρώτον, όταν του έκοψαν την τιμία κεφαλή, έτρεξε γάλα και αίμα, όπως και του Κυρίου η πλευρά έτρεξε αίμα και ύδωρ. Γι' αυτό και η Εκκλησία ψάλλει:
Γαλακτόμικτον, Μάρτυς, αίμα σης κάρας,
Δι' ή υδατόμικτον ο Χριστός χέει,
Φάσγανος εβδομάτη λάχεν εικάδι Παντελεήμων.
Δεύτερον η ελιά, εις την οποίαν έδεσαν τον Άγιο, ενώ ήταν ξερή προηγουμένως, απότομα εβλάστησε και εκαρποφόρησε. Μόλις το έμαθε ο αναίσθητος εκείνος τύραννος διέταξε να την κόψουν, το δε λείψανο του Αγίου να το κάψουν. Αλλά οι στρατιώτες εμιμήθησαν τους Μάγους, που δεν ξαναγύρισαν στον Ηρώδη. Και αυτοί δεν τον άκουσαν, αλλά έφυγαν και πήγαν αλλού και κήρυτταν παντού τα θαυμάσια του Θεού, που είδαν με τα μάτια τους, κατά το μαρτύριο του Αγίου.

Τα λείψανα του Αγίου

Μερικοί όμως χριστιανοί πήραν τότε το Άγιο Λείψανο και το έθαψαν ευλαβικά με μύρα και θυμιάματα σε ένα τόπο, έξω από το κάστρο τηε Νικομηδείας, που ονομαζόταν 'του Σχολαστικού Αδαμαντίνου". Εκεί, αργότερα, κτίσθηκε Ναός και Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος. Αλλά ο Σουλτάν Μαχμούτ το πυρπόλησε το 1836 με τα πολεμικά πλοία. Κατόπιν όμως, που έμαθε τα θαύματα του Αγίου Παντελεήμονος, το 1839 έκτισε μεγαλύτερο ναό. Τον αποτελείωσε ο υιός του, Μετζίτ.
Στην Θεσσαλονίκη υπάρχει αρχαίος ναός του Αγίου Παντελεήμονος. Μια επιγραφή του 1169 αναφέρει ότι τότε ήταν Μετόχι του ρωσικού Μοναστηρίου του Αγίου Παντελεήμονος του Αγίου Όρους.
Η ελιά η βλαστήσασα και ο τάφος του Αγίου σώζονται μέχρι σήμερα.
Το 1886 ο Ζώτος Μολοσσός, ο συγγραφεύς του λεξικού των "Αγίων Πάντων" επεσκέφθη την Νικομήδεια και επήρε φύλλα από την ελιά και χώμα από τον τάφο του.
Εσχάτως το 1968 κατά την εορτή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος εκήρυττε ο γράφων σ' ένα ναόν των Αθηνών. Στην ομιλία ανέφερα το παραπάνω γεγονός, ότι δηλαδή εσωζέτο η ελιά μέχρι το 1886. Τότε με διέκοψε ένας εκ των ακροατών, λέγοντας ότι η ελιά σώζεται, διότι αυτός ευρέθη στην Νικομήδεια το 1912. Την είδε και έκοψε και φύλλα. Είναι θαλερή και όσοι πηγαίνουν παίρνουν φύλλα για φυλαχτό.
Η αγία κάρα του κατά τον δέκατον αιώνα ήταν κατατεθειμένη στο Ναό του Αγίου Παντελεήμονος, τον οποίον είχε κτίσει ο επί του αυτοκράτορος Μαυρικίου στρατηγός Ναρσής. Τώρα είναι θησαυρισμένη στην Ιερά Μονή Πανταχράντου της Άνδρου και τελεί πολλά θαύματα. Την παίρνουν στα σπίτια οι ασθενείς και κάνουν αγιασμό. Ο Ιερεύς, που την μεταφέρει καταλαβαίνει αμέσως εάν θα θεραπευθή ο ασθενής ή όχι, διότι γίνεται ελαφρότερη ή βαρύτερη, αναλόγως.
Ο μεγαλύτερος Ναός των Αθηνών σήμερον είναι ο Ναός του Αγίου Παντελεήμονος Αχαρνών. Σ' αυτόν έφεραν την αγία κάρα του Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος από την Ι. Μ. Πανταχράντου της Άνδρου την 16ην Μαΐου το 1965 όπου πλήθος πιστών την υπεδέχθη και την προσεκύνησε με μεγαλοπρεπείς τελετές, αγρυπνίες και άλλες ακολουθίες.
Λείψανα του Αγίου Παντελεήμονος υπάρχουν και σε πολλούς Ναούς και Μονές και τελούν θαύματα στους Πιστούς.