fbpx

Επιστολές Αποστόλου Παύλου

Προς Κορίνθιους Α'

Προς Κορίνθιους Α' 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16

Από όσα λέγει ο Απόστολος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του συνάγεται ότι η επιστολή αυτή γράφτηκε γύρω στο έτος 55 μ.Χ. από την Έφεσο, προς το τέλος της εκεί τριετούς παραμονής του. Μετά το κήρυγμα του Ευαγγελίου στην Αθήνα ο Παύλος πήγε στην Κόρινθο, πρωτεύουσα της Αχαΐας, όπου έμεινε και κήρυξε επί 18 μήνες. Εκεί ίδρυσε την τοπική εκκλησία με την οποία και μετά την αναχώρηση του διατήρησε προσωπική επαφή. Στις δύο προς Κορινθίους επιστολές που μας διασώζονται, γίνονται αναφορές και για άλλες επιστολές που έστειλε ο Παύλος προς την Εκκλησία της Κορίνθου (Α 'Κορ 5,9. Β 'Κορ 2,4).

Αφορμή για τη συγγραφή της επιστολής αποτέλεσε το γεγονός ότι η Εκκλησία αυτή παρουσιάστηκαν ορισμένα προβλήματα και αντιμετώπιζε κάποια ερωτήματα, όπως:

Α) Στην εκκλησία της Κορίνθου είχαν δημιουργηθεί «μερίδες», όπου η κάθε μια από τις οποίες έδειχνε θαυμασμό και εκτίμηση σ’ έναν Απόστολο, που τον θεωρούσε ανώτερο από τους άλλους. Ο Παύλος αφιερώνει τα 4 πρώτα κεφάλαια της επιστολής για να καταπολεμήσει τη διάσπαση της ενότητας της Εκκλησίας της Κορίνθου.

Β) Ο Παύλος επιπλήττει την Εκκλησία της Κορίνθου για τη χαλαρή στάση της απέναντι στην πορνεία και για την ανοχή της απέναντι σ’ έναν αιμομίκτη.

Γ) Οι Χριστιανοί δεν επιτρέπεται να προσφεύγουν στα εθνικά δικαστήρια για την επίλυση των διαφορών τους, αλλά πρέπει να τις επιλύουν μόνοι τους.

Δ) Με επιστολή τους οι Κορίνθιοι υπέβαλαν στον Παύλο ερωτήματα σχετικά με το «γάμο» και την «παρθενία», με τα «ειδωλόθυτα», με τη «θεία λατρεία», με το «Κυριακό δείπνο», με τα πνευματικά «χαρίσματα», με την «ανάσταση των νεκρών».

Σε όλα αυτά ο Παύλος δίνει απαντήσεις.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 1

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

Α' Κορ. 1,1 Παῦλος, κλητὸς ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ, καὶ Σωσθένης ὁ ἀδελφός, Α' Κορ. 1,1 Εγώ, ο Παύλος, ο οποίος έχω προσκληθή σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, να είμαι Απόστολος του Ιησού Χριστού, και ο Σωσθένης, ο αδελφός εν Χριστώ, Α' Κορ. 1,2 τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ τῇ οὔσῃ ἐν Κορίνθῳ, ἡγιασμένοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, κλητοῖς ἁγίοις, σὺν πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν παντὶ τόπῳ αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν· Α' Κορ. 1,2 απευθύνομεν την επιστολήν αυτήν προς την Εκκλησίαν του Θεού, η οποία υπάρχει εις την Κόρινθον, προς σας που ανήκετε εις αυτήν και έχετε αγιασθή δια του Ιησού Χριστού και έχετε κληθή να γίνετε και να είσθε άγιοι μαζή με όλους εκείνους τους πιστούς, οι οποίοι εις κάθε τόπον επικαλούνται με πίστιν το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι Κύριος και Σωτήρ και εκείνων και ημών, Α' Κορ. 1,3 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Α' Κορ. 1,3 και ευχόμεθα να είναι πάντοτε μαζή σας και να βασιλεύη εις τας ψυχάς σας η χάρις και η ειρήνη από τον Θεόν και Πατέρα μας και από τον Κύριον Ιησούν Χριστόν. Α' Κορ. 1,4 Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου πάντοτε περὶ ὑμῶν ἐπὶ τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ τῇ δοθείσῃ ὑμῖν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, Α' Κορ. 1,4 Ευχαριστώ πάντοτε τον Θεόν μου δια την κατάστασιν της χάριτος και τα άλλα χαρίσματα του Θεού, τα οποία σας εδόθησαν χάρις εις την πίστιν, την επικοινωνίαν και την ενότητα, που έχετε με τον Ιησούν Χριστόν. Α' Κορ. 1,5 ὅτι ἐν παντὶ ἐπλουτίσθητε ἐν αὐτῷ, ἐν παντὶ λόγῳ καὶ πάσῃ γνώσει, Α' Κορ. 1,5 Διότι από την εν πίστει επικοινωνίαν σας αυτήν με τον Κύριον εγίνατε πλούσιοι εις όλα, εις κάθε διδασκαλίαν της χριστιανικής αληθείας και εις κάθε γνώσιν, την οποίαν αυτή διδάσκει και εμπνέει, Α' Κορ. 1,6 καθὼς τὸ μαρτύριον τοῦ Χριστοῦ ἐβεβαιώθη ἐν ὑμῖν, Α' Κορ. 1,6 σύμφωνα με το μέτρον με το οποίον έγινε από σας δεκτή ως βεβαία και εστερεώθη εις σας η αληθής μαρτυρία και το κήρυγμα περί του Ιησού Χριστού. Α' Κορ. 1,7 ὥστε ὑμᾶς μὴ ὑστερεῖσθαι ἐν μηδενὶ χαρίσματι, ἀπεκδεχομένους τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· Α' Κορ. 1,7 Τόσον δε πλούσια χαρίσματα επήρατε, ώστε να μη υπολείπεσθε εις κανένα χάρισμα, περιμένοντες με εγκαρτέρησιν και ελπίδα την μεγάλην εκείνην ημέρα, κατά την οποίαν θα φανερωθή εις όλην του την δόξαν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Α' Κορ. 1,8 ὃς καὶ βεβαιώσει ὑμᾶς ἕως τέλους ἀνεγκλήτους ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Α' Κορ. 1,8 Αυτός δε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός θα σας στερεώση και θα σας κατασφαλίση μέχρι τέλους, ώστε να είσθε άμεπτοι και ακατηγόρητοι κατά την ημέραν της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Α' Κορ. 1,9 πιστὸς ὁ Θεὸς δι᾿ οὗ ἐκλήθητε εἰς κοινωνίαν τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Α' Κορ. 1,9 Είναι άλλωστε κατά πάντα αξιόπιστος ο Θεός, από τον οποίον έχετε κληθή να γίνετε μέτοχοι εις την ζωήν και την βασιλείαν και την δόξαν του Υιού αυτού, Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας.

ΔΙΑΙΡΕΣΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Α' Κορ. 1,10 Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοΐ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ. Α' Κορ. 1,10 Σας παρακαλώ δε, αδελφοί μου, στο όνομα και εξ ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είσθε όλοι ομόφωνοι και να λέγετε σαν από μια καρδία, την ίδια ομολογία της πίστεώς σας και να μη υπάρχουν μεταξύ σας σχίσματα και διαιρέσεις, αλλά να είσθε συγκρατημένοι, κατηρτησμένοι και ενωμένοι μεταξύ σας με τα αυτά φρονήματα και με την αυτήν γνώμην. Α' Κορ. 1,11 ἐδηλώθη γάρ μοι περὶ ὑμῶν, ἀδελφοί μου, ὑπὸ τῶν Χλόης ὅτι ἔριδες ἐν ὑμῖν εἰσι. Α' Κορ. 1,11 Διότι, σας το καθιστώ αυτό γνωστόν· μου ανεφέρθη από τους οικιακούς και συγγενείς της Χλόης για σας, αδελφοί μου, ότι υπάρχουν μεταξύ σας αντιθέσεις και φιλονεικίαι. Α' Κορ. 1,12 λέγω δὲ τοῦτο, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν λέγει· ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἐγὼ δὲ Ἀπολλώ, ἐγὼ δὲ Κηφᾶ, ἐγὼ δὲ Χριστοῦ. Α' Κορ. 1,12 Εννοώ δε τούτο, ότι ο καθένας από σας, θέλων να παρουσιάση ανώτερον τον εαυτόν του από τους άλλους, λέγει· “εγώ μεν είμαι του Παύλου μαθητής”. Άλλος λέγει· “εγώ είμαι του Απολλώ”. και άλλος· “εγώ είμαι μαθητής του Κηφά”, και άλλος· “εγώ είμαι μαθητής του Χριστού”. Α' Κορ. 1,13 μεμέρισται ὁ Χριστός; μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμῶν; ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε; Α' Κορ. 1,13 Έχει, λοιπόν, διαιρεθή ο Χριστός και η Εκκλησία του εις κόμματα και εις μερίδας; Ερωτώ ειδικώτερα σας, που διαλαλείτε και λέγετε ότι είσθε του Παύλου· μήπως ο Παύλος εσταυρώθη προς χάριν σας, δια να λάβετε την σωτηρίαν; Ή μήπως έχετε βαπτισθή στο όνομα του Παύλου; Α' Κορ. 1,14 εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ ὅτι οὐδένα ὑμῶν ἐβάπτισα εἰ μὴ Κρίσπον καὶ Γάϊον, Α' Κορ. 1,14 Ας είναι ευλογημένον και δοξασμένον το όνομα του Θεού, ο οποίος έφερεν έτσι τα πράγματα, ώστε από σας να μη βαπτίσω κανένα, ειμή μόνον τον Κρίσπον και τον Γάϊον. Α' Κορ. 1,15 ἵνα μή τις εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα ἐβάπτισα. Α' Κορ. 1,15 Και έτσι δεν ημπορεί να πη κανείς, ότι εβάπτισα χριστιανούς στο ιδικόν μου όνομα. Α' Κορ. 1,16 ἐβάπτισα δὲ καὶ τὸν Στεφανᾶ οἶκον· λοιπὸν οὐκ οἶδα εἴ τινα ἄλλον ἐβάπτισα. Α' Κορ. 1,16 Εβάπτισα ακόμη και την οικογένειαν του Στεφανά· εκτός δε από αυτούς δεν γνωρίζω, αν έχω βαπτίσει κανένα άλλον. Α' Κορ. 1,17 οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με Χριστὸς βαπτίζειν, ἀλλ᾿ εὐαγγελίζεσθαι, οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Α' Κορ. 1,17 Άλλωστε εγώ δεν είχα ως κύριον έργον μου την τέλεσιν του μυστηρίου του βαπτίσματος, διότι δεν με έστειλεν ο Χριστός ως Απόστολόν του εις την οικουμένην να βαπτίζω, αλλά να κηρύττω το χαρμόσυνον μήνυμα της σωτηρίας. Αυτό δε το κήρυγμα δεν το κάνω με την δύναμιν και τα ρητορικά σχήματα της ανθρωπίνης σοφίας, μη τυχόν και χάση την σωτήριον δύναμίν του και την άπειρον θείαν αξίαν του ο σταυρός του Κυρίου.

Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΩΣ ΜΩΡΙΑ

Α' Κορ. 1,18 Ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι. Α' Κορ. 1,18 Διότι το περί σταυρού θείον κήρυγμα εις εκείνους μεν, που απιστούν και επιμένουν να βαδίζουν τον δρόμον της απωλείας, φαίνεται και θεωρείται μωρία· εις ημάς όμως, που το εδέχθημεν και ευρισκόμεθα στον δρόμον της σωτηρίας, είναι, όπως και η προσωπική μας πείρα βεβαιώνει, δύναμις Θεού. Α' Κορ. 1,19 γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω. Α' Κορ. 1,19 Οι άπιστοι, σκοτισμένοι από τα πάθη της αμαρτίας, δεν ημπορούν να εννοήσουν το ύψος της ευαγγελικής αληθείας, τα έχουν κυριολεκτικώς χαμένα, διότι έχει γραφή δι' αυτούς από τον προφήτην Ησαΐαν· “θα καταστρέψω και θα εξαφανίσω, λέγει ο Θεός, την σοφίαν αυτών, που παρουσιάζονται ως σοφοί και θα εκτοπίσω ως ανόητον την φρόνησιν εκείνων, οι οποίοι παρουσιάζονται ως συνετοί”. Α' Κορ. 1,20 ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; Α' Κορ. 1,20 Που είναι, λοιπόν, τώρα σοφός; Που είναι Εβραίος γραμματεύς ο οποίος κατέχει και διδάσκει τον Νόμον; Που είναι ικανός συζητητής και απολογητής της πλάνης, που επικρατεί κατά την εποχήν αυτήν; Δια των πραγμάτων δεν απέδειξεν ο Θεός μωράν και ανωφελή την σοφίαν, την οποίαν εμπνέει και καλλιεργεί ο κόσμος, που ευρίσκεται μακράν από την θείαν αλήθειαν; Α' Κορ. 1,21 ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. Α' Κορ. 1,21 Ακριβώς επειδή δεν κατώρθωσαν και δεν ηθέλησαν δια μέσου της σοφίας του Θεού, που διαλαλείται με όλην την δημιουργίαν, να γνωρίσουν οι άνθρωποι του κόσμου με την σοφίαν των τον Θεόν, απεφάσισεν ο πανάγαθος Θεός να σώση τους καλοπροαιρέτους και τους προθύμους να πιστεύσουν ανθρώπους με το κήρυγμα του Ευαγγελίου, το οποίον στους σκοτισμένους από την αμαρτίαν ανθρώπους φαίνεται μωρόν. Α' Κορ. 1,22 ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, Α' Κορ. 1,22 Φαίνεται δε μωρόν, επειδή ο καθένας από αυτούς το κρίνει με τα ιδικά του κριτήρια. Οι Ιουδαίοι π.χ. ζητούν υπερφυσικόν σημείον δια να παραδεχθούν την αλήθειαν του κηρύγματος και πιστεύσουν εις αυτό. Οι δε Έλληνες ζητούν φιλοσοφικούς συλλογισμούς και ακλονήτους αποδείξεις. Α' Κορ. 1,23 ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν, Α' Κορ. 1,23 Ημείς όμως κηρύσσομεν εις όλον τον κόσμον Χριστόν, που έχει σταυρωθή. Και αυτός ο εσταυρωμένος Χριστός και σωτήρ, δια μεν τους Ιουδαίους, που επερίμεναν ένδοξον βασιλέαν τον Μεσσίαν των, είναι σκάνδαλον, επάνω στο οποίον σκοντάπτουν· δια δε τους Έλληνας είναι μωρία και αδυναμία, αφού δεν κατώρθωσε να αντιπαραταχθή και νικήση τους εχθρούς του. Α' Κορ. 1,24 αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καὶ Ἕλλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν· Α' Κορ. 1,24 Εις αυτούς όμως, τους οποίους ο Θεός δια την καλήν των διάθεσιν τους έχει καλέσει εις σωτηρίαν, είτε Ιουδαίοι είναι είτε Έλληνες, ημείς οι Απόστολοι κηρύττομεν Χριστόν, ο οποίος είναι Θεού δύναμις εις σωτηρίαν και Θεού σοφία, που κάμνει τον πιστόν ανώτερον από όλους τους σοφούς. Α' Κορ. 1,25 ὅτι τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καὶ τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί. Α' Κορ. 1,25 Διότι εκείνο που προέρχεται από τον Θεόν, και οι άνθρωποι του κόσμου το θεωρούν μωρόν, είναι σοφώτερον από τους ανθρώπους αυτούς, όσην γνώσιν και σοφίαν και αν έχουν ούτοι. Και το ασθενές φαινομενικώς κήρυγμα του Εσταυρωμένου είναι ισχυρότερον από τους ισχυροτέρους κατά κόσμον ανθρώπους. Α' Κορ. 1,26 Βλέπετε γὰρ τὴν κλῆσιν ὑμῶν, ἀδελφοί, ὅτι οὐ πολλοὶ σοφοὶ κατὰ σάρκα, οὐ πολλοὶ δυνατοί, οὐ πολλοὶ εὐγενεῖς, Α' Κορ. 1,26 Οι κατά κόσμον σοφοί κλείουν ένεκα του εγωϊσμού τα μάτια και τα αυτιά των εις την σοφίαν του Θεού· Άλλωστε κυττάξετε και σεις, αδελφοί, ότι εις την πρόσκλησιν, που σας απηύθυνεν ο Θεός, δεν υπήκουσαν και δεν την εδέχθησαν πολλοί σοφοί κατά κόσμον ούτε πολλοί από εκείνους που έχουν δύναμιν και εξουσίαν ούτε πολλοί με ευγενή και αριστοκρατικήν την καταγωγήν, Α' Κορ. 1,27 ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, Α' Κορ. 1,27 αλλά τουναντίον ο Θεός εδιάλεξε, δια την καλήν των διάθεσιν, τους απλοϊκούς αυτούς, τους οποίους ο κόσμος θεωρεί μωρούς, δια να καταντροπιάση έτσι τους σοφούς. Και εδιάλεξε τους αδυνάτους κατά κόσμον, δια να καταντροπιάση εκείνους που έχουν ισχύν και επιρροήν. Α' Κορ. 1,28 καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ, Α' Κορ. 1,28 Και εδιάλεξεν ακόμη ο Θεός εκείνους, που έχουν άσημον κατά κόσμον την καταγωγήν, και τους περιφρονημένους εκ μέρους των ανθρώπων του κόσμου· και εκείνους που οι σοφοί και ισχυροί τους αντιπαρέρχονται με περιφρόνησιν, σαν να μη υπάρχουν καν. Τους εδιάλεξεν ο Θεός, δια να καταλύση και να αποδείξη χωρίς καμμίαν αξίαν εκείνους, τους οποίους ο κόσμος θεωρεί μεγάλους και ισχυρούς. Α' Κορ. 1,29 ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σάρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Α' Κορ. 1,29 Και τούτο, δια να μη ημπορή να καυχηθή ενώπιον του Θεού κανείς απολύτως (ούτε οι κατά κόσμον σοφοί, διότι η σοφία των αποδεικνύεται μωρία ούτε οι πιστοί στον Χριστόν, διότι η σωτηρία των οφείλεται στον Θεόν και όχι εις αυτούς). Α' Κορ. 1,30 ἐξ αὐτοῦ δὲ ὑμεῖς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὃς ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπὸ Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καὶ ἁγιασμὸς καὶ ἀπολύτρωσις, Α' Κορ. 1,30 Από αυτόν δε, τον Θεόν, και χάρις εις αυτόν, και σεις είσθε ενωμένοι με τον Ιησούν Χριστόν και σωσμένοι από αυτόν, ο οποίος έγινε και απεδείχθη εις ημάς τους πιστούς άπειρος σοφία εκ μέρους του Θεού, δικαίωσίς μας χάρις εις την θυσίαν του, αγιασμός και αναγέννησις των καρδιών μας, απελευθέρωσις από την αμαρτίαν και ένδοξος σωτηρία μας. Α' Κορ. 1,31 ἵνα, καθὼς γέγραπται, ὁ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω. Α' Κορ. 1,31 Και τούτο έγινε, δια να πραγματοποιηθή και εις ημάς εκείνο, που έχει γραφή εις την Παλαιάν Διαθήκην· “όποιος καυχάται δια τα καλά που έχει, ας καυχάται δοξάζων τον Θεόν και αποδίδων αυτά εις Εκείνον και όχι στον εαυτόν του”.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 2

ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ ΙΗΣΟΥ

Α' Κορ. 2,1 Κἀγὼ ἐλθὼν πρὸς ὑμᾶς ἀδελφοί, ἦλθον οὐ καθ᾿ ὑπεροχὴν λόγου ἢ σοφίας καταγγέλλων ὑμῖν τὸ μαρτύριον τοῦ Θεοῦ. Α' Κορ. 2,1 Και εγώ, αδελφοί μου, όταν ήλθα προς σας εις την Κόρινθον, ήλθα να προσφέρω και να κηρύξω την αλήθειαν του Θεού, όχι με ευγλωττίαν, με σοφίαν, με ρητορικά σχήματα και τεχνικάς μεθόδους, με τρόπους που χρησιμοποιούν οι κατά κόσμον σοφοί. Α' Κορ. 2,2 οὐ γὰρ ἔκρινα τοῦ εἰδέναι τι ἐν ὑμῖν εἰ μὴ Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον. Α' Κορ. 2,2 Διότι δεν έκρινα ορθόν και δεν ηθέλησα να καταστήσω γνωστόν μεταξύ σας και να κηρύξω τίποτε άλλο, παρά μόνον τον Ιησούν Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον. Αυτόν και μόνον ήλθα φέρων εις σας. Α' Κορ. 2,3 καὶ ἐγὼ ἐν ἀσθενείᾳ καὶ ἐν φόβῳ καὶ ἐν τρόμῳ πολλῷ ἐγενόμην πρὸς ὑμᾶς, Α' Κορ. 2,3 Και ήλθα εις σας εγώ ως αδύνατος άνθρωπος, με φόβον και τρόμον πολύν. Α' Κορ. 2,4 καὶ ὁ λόγος μου καὶ τὸ κήρυγμά μου οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ᾿ ἐν ἀποδείξει Πνεύματος καὶ δυνάμεως, Α' Κορ. 2,4 Και η διδασκαλία μου και το κήρυγμά μου δεν είχε τίποτε από τας πειστικάς δημηγορίας και τα κτυπητά σχήματα της ανθρωπίνης σοφίας, αλλ' ήτο και έγινε με αποδείξεις του Αγίου Πνεύματος, πειστικάς δια τας ψυχάς των ακροατών και με δύναμιν θείαν, όπως εφαίνετο από τα μεγάλα θαύματα, που το συνώδευαν. Α' Κορ. 2,5 ἵνα ἡ πίστις ὑμῶν μὴ ᾖ ἐν σοφίᾳ ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει Θεοῦ. Α' Κορ. 2,5 Και τούτο, δια να μη θεμελιώνεται η πίστις σας εις την ματαίαν σοφίαν και ικανότητα των ανθρώπων, αλλ' επάνω εις την ακλόνητον και αιώνιον δύναμιν του Θεού.

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Α' Κορ. 2,6 Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων· Α' Κορ. 2,6 Και ημείς οι Απόστολοι διδάσκομεν βέβαια σοφίαν, αλλά μεταξύ των ωρίμων και προωδευμένων, από απόψεως πνευματικής, ανθρώπων, όχι όμως την σοφίαν των ανθρώπων του αμαρτωλού τούτου αιώνος ούτε των αρχόντων του κόσμου τούτου, των οποίων η εξουσία είναι προσωρινή και θα καταλυθή. Α' Κορ. 2,7 ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν Θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν, Α' Κορ. 2,7 Αλλά λαλούμεν και κηρύσσομεν σοφίαν μυστηριώδη, απρόσιτον εις την ανθρωπίνην διάνοιαν, σοφίαν του Θεού, η οποία μολονότι έχει αποκαλυφθή από τον Θεόν, εις μεν τους πιστούς, δια την ασθένειαν του ανθρωπίνου νου, δεν είναι εις όλον της το βάθος και το πλάτος γνωστή, εις δε τους απίστους και αδιαφωτίστους είναι ακόμη κρυμμένη. Αυτήν την σοφίαν προώρισεν ο Θεός, πριν ακόμη γίνη η εν χρόνω δημιουργία, να την φανερώση, δια να δοξάση ημάς τους πιστούς. Α' Κορ. 2,8 ἣν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν· εἰ γὰρ ἔγνωσαν, οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν· Α' Κορ. 2,8 Αυτήν δε την σοφίαν κανείς από τους άρχοντας του κόσμου τούτου δεν την έχει γνωρίσει. Διότι αν την είχαν γνωρίσει, δεν θα έφθαναν ποτέ μέχρι τέτοιου σημείου σκοτισμού και καταπτώσεως, ώστε να σταυρώσουν τον Κύριον της δόξης. Α' Κορ. 2,9 ἀλλὰ καθὼς γέγραπται, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν. Α' Κορ. 2,9 Αλλ' έγινε αυτό σύμφωνα με εκείνο που έχει γραφή εις την Παλαιάν Διαθήκην· “εκείνα που έχει ετοιμάσει ο Θεός από καταβολής κόσμου δια τους αγαπώντας αυτόν είναι τέτοια, τα οποία μάτι δεν είδε ποτέ και αυτί δεν έχει ακούσει και ανθρώπινος νους δεν έχει φαντασθή”. Α' Κορ. 2,10 ἡμῖν δὲ ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ· τὸ γὰρ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ. Α' Κορ. 2,10 Εις ημάς όμως τους πιστούς εφανέρωσεν αυτά ο Θεός με τον φωτισμόν του Αγίου Πνεύματος. Διότι το Άγιον Πνεύμα γνωρίζει τα πάντα, ερευνά και αυτά τα άπειρα βάθη του Θεού, (και αυτό είναι εις θέσιν να μεταδώση όσον χωρεί εις την ανθρωπίνην διάνοιαν, τα μεγαλεία του Θεού). Α' Κορ. 2,11 τίς γὰρ οἶδεν ἀνθρώπων τὰ τοῦ ἀνθρώπου εἰ μὴ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῷ; οὕτω καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Α' Κορ. 2,11 Συμβαίνει με το Πνεύμα κάτι ανάλογον, αλλά εις άπειρον βαθμόν, με αυτό που συμβαίνει με το πνεύμα του ανθρώπου. Δηλαδή ποιός από τους ανθρώπους γνωρίζει τα ιδιαίτερα του ανθρώπου, παρά μόνον το πνεύμα που υπάρχει μέσα εις αυτόν; Έτσι και τα του Θεού, κανένας άλλος δεν τα γνωρίζει εις την εντέλειαν, παρά μόνον το Πνεύμα του Θεού. Α' Κορ. 2,12 ἡμεῖς δὲ οὐ τὸ Πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἰδῶμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ χαρισθέντα ἡμῖν. Α' Κορ. 2,12 Ημείς δε δεν έχομεν λάβει το πνεύμα, που βασιλεύει και εμπνέει τον κόσμον της αμαρτίας, αλλ' ελάβομεν το Πνεύμα, το οποίον προέρχεται από τον Θεόν, δια να γνωρίσωμεν όσον το δυνατόν βαθύτερα και πλατύτερα αυτά, που μας έχουν χαρισθή από τον Θεόν. Α' Κορ. 2,13 ἃ καὶ λαλοῦμεν οὐκ ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνοις σοφίας λόγοις, ἀλλ᾿ ἐν διδακτοῖς Πνεύματος Ἁγίου, πνευματικοῖς πνευματικὰ συγκρίνοντες. Α' Κορ. 2,13 Αυτά δε και διδάσκομεν, όχι με καλλωπισμένους και ρητορικούς λόγους, σαν αυτούς που μεταχειρίζεται η ανθρωπίνη σοφία, αλλά με λόγους που μας τους διδάσκει και μας τους εμπνέει το Άγιον Πνεύμα, συγκρίνοντες και αντιπαραβάλλοντες τα πνευματικά νοήματα και γεγονότα με άλλα πνευματικά, δια να τα εννοούμεν καλύτερα. Α' Κορ. 2,14 ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ· μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστι, καὶ οὐ δύναται γνῶναι, ὅτι πνευματικῶς ἀνακρίνεται. Α' Κορ. 2,14 Ο ψυχικός άνθρωπος, ο άνθρωπος δηλαδή που δεν έχει αναγεννηθή, αλλά ζη την κατωτέραν ζωήν των ενστίκτων και παθών, δεν δέχεται εκείνα που αποκαλύπτει το Πνεύμα του Θεού, διότι του φαίνονται ανόητα, και δεν έχει την πνευματικήν ικανότητα να τα γνωρίση, επειδή αυτά ερευνώνται και κατανοούνται κατά τρόπον πνευματικόν, με τον φωτισμόν του Αγίου Πνεύματος. Α' Κορ. 2,15 ὁ δὲ πνευματικὸς ἀνακρίνει μὲν πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνακρίνεται. Α' Κορ. 2,15 Ο πνευματικός όμως άνθρωπος διακρίνει και εννοεί όλα, κάθε γεγονός και κάθε άνθρωπον, ενώ αυτός δεν είναι δυνατόν να κατανοηθή από κανένα κοσμικόν και ξένον προς τον Χριστόν άνθρωπον. Α' Κορ. 2,16 τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου, ὃς συμβιβάσει αὐτόν; ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν. Α' Κορ. 2,16 Διότι, ποίος από εκείνους που δεν εφωτίσθησαν από το πνεύμα του Θεού, εγνώρισε την σκέψιν και τα σχέδια του Θεού και ποιός ποτέ θα διδάξη και θα διορθώση τον Θεόν; Κανείς. Έτσι και κανείς από αυτούς δεν ημπορεί να εννοήση και ημάς, που έχομεν τας σκέψεις και τα αισθήματα του Χριστού.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 3

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΟΦΙΑ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΩΡΙΜΟΥΣ

Α' Κορ. 3,1 Καὶ ἐγώ, ἀδελφοί, οὐκ ἠδυνήθην ὑμῖν λαλῆσαι ὡς πνευματικοῖς, ἀλλ᾿ ὡς σαρκικοῖς, ὡς νηπίοις ἐν Χριστῷ. Α' Κορ. 3,1 Και εγώ, αδελφοί, δεν ημπόρεσα να ομιλήσω προς σας, να σας διδάξω και συζητήσω μαζή σας ως προς ωρίμους και πνευματικώς προωδευμένους χριστιανούς, αλλά σας ωμίλησα ως προς ανθρώπους που έχουν ακόμη το σαρκικόν φρόνημα, που δεν έχουν αναγεννηθή, αλλ' είναι ακόμη νήπιοι και αρχάριοι εις την πνευματικήν ζωήν. Α' Κορ. 3,2 γάλα ὑμᾶς ἐπότισα καὶ οὐ βρῶμα. οὔπω γὰρ ἠδύνασθε. ἀλλ᾿ οὔτε ἔτι νῦν δύνασθε· ἔτι γὰρ σαρκικοί ἐστε. Α' Κορ. 3,2 Σας επότισα με γάλα (σας εδίδαξα δηλαδή τας απλάς και ευκόλους χριστιανικάς αληθείας). Και τούτο, διότι δεν είχατε την δύναμιν και την αντοχήν, να εννοήσετε και να αφομοιώσετε την βαθυτέραν διδασκαλίαν. Αλλ' ούτε και τώρα ακόμη ημπορείτε, διότι κατέχεσθε ακόμη από σαρκικά φρονήματα. Α' Κορ. 3,3 ὅπου γὰρ ἐν ὑμῖν ζῆλος καὶ ἔρις καὶ διχοστασίαι, οὐχὶ σαρκικοί ἐστε καὶ κατὰ ἄνθρωπον περιπατεῖτε; Α' Κορ. 3,3 Διότι, εφ' όσον μεταξύ σας υπάρχουν ζηλοφθονία και φιλονεικία και διαιρέσεις, πέστε μου, δεν είσθε ακόμη σαρκικοί άνθρωποι και δεν έχετε μεταξύ σας την συμπεριφοράν και την πολιτείαν ανθρώπου, που δεν έχει αναγεννηθή από τον Χριστόν; Α' Κορ. 3,4 ὅταν γὰρ λέγῃ τις, ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἕτερος δὲ ἐγὼ Ἀπολλώ, οὐχὶ σαρκικοί ἐστε; Α' Κορ. 3,4 Διότι όταν ο ένας λέγη· “εγώ μεν είμαι του Παύλου”. ο δε άλλος λέγει· “εγώ είμαι του Απολλώ”, και χωρίζεσθε μεταξύ σας εις κόμματα, δεν είσθε άνθρωποι που κατέχονται από σαρκικά φρονήματα;

ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Α' Κορ. 3,5 Τίς οὖν ἐστι Παῦλος, τίς δὲ Ἀπολλὼς ἀλλ᾿ ἢ διάκονοι δι᾿ ὧν ἐπιστεύσατε, καὶ ἑκάστῳ ὡς ὁ Κύριος ἔδωκεν; Α' Κορ. 3,5 Ποιός είναι, λοιπόν, αυτός ο Παύλος και ποιός είναι αυτός ο Απολλώς, παρά υπηρέται και απόστολοι του Θεού, δια των οποίων σεις εγνωρίσατε και εδεχθήκατε την πίστιν; Είμαθα υπηρέται του Θεού, ο καθένας ανάλογα με την χάριν και τα χαρίσματα, που μας έχει δώσει ο Κύριος. Α' Κορ. 3,6 ἐγὼ ἐφύτευσα, Ἀπολλὼς ἐπότισεν, ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς ηὔξανεν· Α' Κορ. 3,6 Εγώ εφύτευσα εις σας τον λόγον του Θεού και την πίστιν, ο Απολλώς επότισεν αυτά, αλλ' ο Θεός είναι εκείνος ο οποίος έδωσε την αύξησιν και την καρποφορίαν. (Χωρίς αυτόν σπορά και πότισμα θα ήσαν μάταια). Α' Κορ. 3,7 ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ᾿ ὁ αὐξάνων Θεός. Α' Κορ. 3,7 Ώστε εις την πραγματικότητα δια την επιτυχίαν του έργου του Θεού ούτε εκείνος που φυτεύει είναι τίποτε, ούτε εκείνος που ποτίζει, αλλ' ο Θεός ο οποίος με την χάριν του δίδει την αύξησιν. Εις αυτόν ανήκει το παν. Α' Κορ. 3,8 ὁ φυτεύων δὲ καὶ ὁ ποτίζων ἕν εἰσιν· ἕκαστος δὲ τὸν ἴδιον μισθὸν λήψεται κατὰ τὸν ἴδιον κόπον. Α' Κορ. 3,8 Εκείνος δε που φυτεύει και εκείνος που ποτίζει είναι ένα και το αυτό, δηλαδή δούλοι και απόστολοι του Θεού. Θα λάβη δε ο καθένας από αυτούς τον μισθόν του, ανάλογα με τον κόπον που κατέβαλε. Α' Κορ. 3,9 Θεοῦ γάρ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε. Α' Κορ. 3,9 Ο Απολλώς, λοιπόν, και εγώ είμεθα μεταξύ μας ένα, συνεργάται του Θεού δια την ιδικήν σας σωτηρίαν. Σεις δε είσθε αγρός και ιδιοκτησία του Θεού, που καλιεργείται από αυτόν τον ίδιον. Είσθε οικοδόμημα του Θεού, που εις την πραγματικότητα κτίζεται από τον ίδιον τον Θεόν με όργανά του ημάς. Α' Κορ. 3,10 Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα, ἄλλος δὲ ἐποικοδομεῖ· ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ· Α' Κορ. 3,10 Σύμφωνα δε με την χάριν και την αποστολήν που μου έδωσεν ο Θεός μεταξύ των εθνών, εγώ, σαν σοφός αρχιτέκτων φωτισμένος από τον Θεόν, έχω θέσει ακλόνητον θεμέλιον εις την Κόρινθον και άλλος κτίζει επάνω στο θεμέλιον αυτό. Ο καθένας όμως ας βλέπη και ας προσέχη πως κτίζει επάνω στο θεμέλιον. Α' Κορ. 3,11 θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός. Α' Κορ. 3,11 Δεν πρέπει δε να ασχολήται με νέαν θεμελίωσιν, διότι κανένας δεν ημπορεί να βάλη άλλο θεμέλιο αγκωνάρι εκτός από εκείνο που έχει ήδη τεθή και κείται εις την βάσιν της οικοδομής· και αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός. Α' Κορ. 3,12 εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, Α' Κορ. 3,12 Εάν δε κανείς κτίζη επάνω στο θεμέλιον αυτό πολύτιμα υλικά, όπως είναι ο χρυσός, ο άργυρος, οι πολύτιμοι λίθοι, ή κτίζη ξύλα, χορτάρι και καλάμια, Α' Κορ. 3,13 ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει. Α' Κορ. 3,13 ας έχη υπ' όψιν του, ότι του καθενός οικοδόμου θα γίνη φανερόν το έργον και η αξία του. Διότι η μεγάλη εκείνη ημέρα της κρίσεως θα το φανερώση ολοκάθαρα. Επειδή θα συνοδεύεται αυτή με την θείαν δικαιοσύνην, η οποία σαν φως θα αποκαλύπτη και σαν πυρ θα κατακαίη κάθε τι το ευτελές και σάπιο. Και του καθενός το έργον τι είναι και τι αξίζει, θα το φανερώση η δικαία κρίσις του Θεού που ομοιάζει με την φωτιά. Α' Κορ. 3,14 εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται· Α' Κορ. 3,14 Εάν, λοιπόν, το έργον που ένας ωκοδόμησε επάνω στο θεμέλιον, στον Χριστόν, μένη άθικτον από την φωτιά, καθ' ο στερεόν και ανθεκτικόν, αυτός θα λάβη μισθόν. Α' Κορ. 3,15 εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός. Α' Κορ. 3,15 Εάν όμως κάποιου άλλου το έργον κατακαή και γίνη στάκτη, αυτός θα ζημιωθή, διότι οι κόποι του θα πάνε χαμένοι. Ο ίδιος όμως ίσως σωθή με πολύ μεγάλην δυσκολίαν, σαν εκείνον που διέρχεται ανάμεσα από τας φλόγας. (Θα σωθή εάν η δικαιοσύνη του Θεού τον κρίνη, τουλάχιστον δια την καλήν του διάθεσιν, άξιον συγνώμης και σωτηρίας). Α' Κορ. 3,16 Οὐκ οἴδατε ὅτι ναὸς Θεοῦ ἐστε καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; Α' Κορ. 3,16 Σεις οι Κορίνθιοι είσθε αυτό το πνευματικόν οικοδόμημα, δια το οποίον ομιλώ. Σας ερωτώ, λοιπόν· δεν γνωρίζετε, ότι είσθε πράγματι πνευματικός ναός του Θεού και ότι το πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας και μεταξύ σας; Α' Κορ. 3,17 εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός· ὁ γὰρ ναὸς τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς. Α' Κορ. 3,17 Εάν, λοιπόν, κανείς με τας φιλονεικίας και τας διαιρέσεις καταστρέφη τον ναόν του Θεού, ας γνωρίζη αυτός, ότι θα τον καταστρέψη ο Θεός. Διότι ο ναός του Θεού είναι άγιος, ιερόν αφιέρωμα στον Θεόν. Τέτοιος δε άγιος ναός του Θεού είσθε σεις. Α' Κορ. 3,18 Μηδεὶς ἑαυτὸν ἐξαπατάτω· εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι ἐν ὑμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός. Α' Κορ. 3,18 Κανένας ας μη ξεγελάη τον ευατόν του· εάν κανείς νομίζη ότι είναι σοφός μεταξύ σας, επειδή έχει την σοφίαν του αιώνος τούτου, και κυριευμένος από υψηλόν φρόνημα θέλη να δημιουργή κόμμα μέσα εις την Εκκλησίαν, ας έχη υπ' όψιν του, ότι το καλύτερον που έχει να κάμη είναι να γίνη δια τους ανθρώπους του κόσμου μωρός, δια να αναδειχθή πραγματικά σοφός εκ μέρους του Θεού. Α' Κορ. 3,19 ἡ γὰρ σοφία τοῦ κόσμου τούτου μωρία παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι. γέγραπται γάρ· ὁ δρασσόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν. Α' Κορ. 3,19 Διότι η σοφία του κόσμου τούτου, όσον λαμπρά και υψηλή αν φαίνεται, είναι μωρία ενώπιον του Θεού, αφού έτσι έχει γραφή και εις την Παλαιάν Διαθήκην· “ο Θεός είναι εκείνος που αρπάζει με το παντοδύναμό του χέρι τους σοφούς, τους ξετινάζει και τους εξευτελίζει μέσα εις την ίδια των σοφιστικήν επιτηδειότητα και πανουργίαν”. Α' Κορ. 3,20 καὶ πάλιν· Κύριος γινώσκει τοὺς διαλογισμοὺς τῶν σοφῶν, ὅτι εἰσὶ μάταιοι. Α' Κορ. 3,20 Και πάλιν είναι γραμμένον· “Ο Κύριος γνωρίζει πολύ καλά τους συλλογισμούς, τας εσωτερικάς σκέψεις και τους διαλογισμούς των σοφών, ότι είναι μάταιοι και ψευδείς”. Α' Κορ. 3,21 ὥστε μηδεὶς καυχάσθω ἐν ἀνθρώποις· πάντα γὰρ ὑμῶν ἐστιν, Α' Κορ. 3,21 Ώστε κανείς ας μη καυχάται, ούτε διότι κατέχει την σοφίαν των ανθρώπων ούτε διότι έχει αρχηγούς και διδασκάλους ανθρώπους με μεγάλα ονόματα. Διότι όλα είναι ιδικά σας. Α' Κορ. 3,22 εἴτε Παῦλος εἴτε Ἀπολλὼς εἴτε Κηφᾶς εἴτε κόσμος εἴτε ζωὴ εἴτε θάνατος εἴτε ἐνεστῶτα εἴτε μέλλοντα, πάντα ὑμῶν ἐστιν, Α' Κορ. 3,22 είτε ο Παύλος είτε ο Απολλώς είτε ο Κηφάς είτε ο κόσμος όλος είτε η ζωή είτε ο θάνατος είτε τα παρόντα είτε τα μέλλοντα, όλα είναι ιδικά σας (ώστε να μη γίνεσθε σεις δούλοι ανθρώπων η και συστημάτων ξένων προς τον Χριστόν). Α' Κορ. 3,23 ὑμεῖς δὲ Χριστοῦ, Χριστὸς δὲ Θεοῦ. Α' Κορ. 3,23 Σεις δεν ανήκετε εις κανένα άλλον ει μη μόνον στον Χριστόν, ο δε Χριστός είναι ο μονογενής υιός του Θεού.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 4

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Α' Κορ. 4,1 Οὕτως ἡμᾶς λογιζέσθω ἄνθρωπος, ὡς ὑπηρέτας Χριστοῦ καὶ οἰκονόμους μυστηρίων Θεοῦ. Α' Κορ. 4,1 Σκεφθήτε καλά αυτά που σας είπα και μη μας θεωρείτε ως αρχηγούς παρατάξεων, αλλ' ο καθένας σας έτσι ας μας θεωρή, δηλαδή σαν υπηρέτας του Χριστού, ως διαχειριστάς που μας διέταξεν ο Κύριος να διαχειριζώμεθα τας υψηλάς και μυστηριώδεις αληθείας και δωρεάς, τας οποίας ο ίδιος μας έχει δώσει. Α' Κορ. 4,2 ὃ δὲ λοιπὸν ζητεῖται ἐν τοῖς οἰκονόμοις, ἵνα πιστός τις εὑρεθῇ. Α' Κορ. 4,2 Εκείνο, λοιπόν, το οποίον εις τελευταίαν ανάλυσιν ζητείται από τους διαχειριστάς, είναι να ευρεθή ο καθένας από αυτούς πιστός και τίμιος εις την διαχείρισιν αυτών, που του έχουν εμπιστευθή. Α' Κορ. 4,3 ἐμοὶ δὲ εἰς ἐλάχιστόν ἐστιν ἵνα ὑφ᾿ ὑμῶν ἀνακριθῶ ἢ ὑπὸ ἀνθρωπίνης ἡμέρας· ἀλλ᾿ οὐδὲ ἐμαυτὸν ἀνακρίνω· Α' Κορ. 4,3 Και εγώ, λοιπόν, ως υπηρέτης, είμαι υπόλογος ενώπιον του Θεού. Δι' αυτό και πολύ ολίγον λογαριάζω, εάν θα κριθώ από σας ή από οιονδήποτε άλλο ανθρώπινον δικαστήριον, που λειτουργεί εις τας ημέρας της ανθρωπίνης ζωής μας· αλλ' ούτε εγώ ο ίδιος δεν έχω το δικαίωμα να κρίνω τον ευατόν μου. Α' Κορ. 4,4 οὐδὲν γὰρ ἐμαυτῷ σύνοιδα· ἀλλ᾿ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι· ὁ δὲ ἀνακρίνων με Κύριός ἐστιν. Α' Κορ. 4,4 Και είναι μεν αληθές, ότι η συνείδησίς μου δεν μου μαρτυρεί καμμίαν ενοχήν και καμμίαν κατάχρησιν της εξουσίας, που μου έχει εμπιστευθή ο Θεός. Αλλ' αυτό δεν αρκεί, δια να θεωρώ τον ευατόν μου ανεπίληπτον και δίκαιον. Ο μόνος αρμόδιος δικαστής μου και κριτής μου είναι ο Κύριος. Αυτός θα αποφανθή, εάν υπήρξα πιστός οικονόμος. Α' Κορ. 4,5 ὥστε μὴ πρὸ καιροῦ τι κρίνετε, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν, καὶ τότε ὁ ἔπαινος γενήσεται ἑκάστῳ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ. Α' Κορ. 4,5 Ώστε και σεις μη σπεύδετε παράκαιρα να κάμνετε κρίσεις και διακρίσεις, ότι ο Παύλος ή ο Πέτρος ή ο Απολλώς είναι καλύτερος. Περιμείνατε έως ότου έλθη ο Κύριος, ο οποίος θα φωτίση και θα αποκαλύψη όσα τώρα είναι κρυμμένα στο σκοτάδι και θα φανερώση τας εσωτερικάς σκέψεις και επιθυμίας και θελήσεις των καρδιών. Και τότε θα αποδοθή από τον Θεόν στον καθένα ο δίκαιος έπαινος. Α' Κορ. 4,6 Ταῦτα δέ, ἀδελφοί, μετεσχημάτισα εἰς ἐμαυτὸν καὶ Ἀπολλὼ δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἐν ἡμῖν μάθητε τὸ μὴ ὑπὲρ ὃ γέγραπται φρονεῖν, ἵνα μὴ εἷς ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς φυσιοῦσθε κατὰ τοῦ ἑτέρου. Α' Κορ. 4,6 Αυτά δε αδελφοί, που σας είπα παραπάνω τους έδωσα τέτοιο σχήμα και έκφρασιν, ώστε να μεταφέρωνται στον εαυτόν μου και τον Απολλώ, προς διαφωτισμόν και ωφέλειαν ιδικήν σας, δια να μάθετε, δηλαδή, εν τω προσώπω ημών τούτο· το να μη σχηματίζετε φρόνημα παραπάνω από εκείνο, που είναι γραμμένο, δια να μη υπερηφανεύεσθε και αλαζονεύεσθε ο ένας διότι έχει τάχα τούτον αρχηγόν και διδάσκαλον, εναντίον του άλλου, που έχει εκείνον διδάσκαλον. Α' Κορ. 4,7 τίς γάρ σε διακρίνει; τί δὲ ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών; Α' Κορ. 4,7 Άλλωστε και οι ίδιοι οι διδάσκαλοι ποτέ δεν πρέπει να υπερηφανεύωνται δια το χάρισμα και το αξίωμά που έχουν λάβει. Διότι σε τον διδάσκαλον, ποίος σε ξεχωρίζει ως καλύτερον από τους άλλους; Ποίον δε χάρισμα έχεις, που δεν το έλαβες από τον Θεόν; Εάν δε, όλα όσα έχεις, τα έλαβες από τον Θεόν, τι καυχάσαι, σαν να μη έλαβες τίποτε; Α' Κορ. 4,8 ἤδη κεκορεσμένοι ἐστέ, ἤδη ἐπλουτήσατε, χωρὶς ἡμῶν ἐβασιλεύσατε· καὶ ὄφελόν γε ἐβασιλεύσατε, ἵνα καὶ ἡμεῖς ὑμῖν συμβασιλεύσωμεν. Α' Κορ. 4,8 Και σεις οι Κορίνθιοι έχετε αυτήν την ιδέαν, ότι είσθε μεγάλοι και επίσημοι. Τώρα πλέον είσθε χορτασμένοι από όλα! Τώρα πλέον έχετε πλουτήσει από τας πνευματικάς δωρεάς! Χωρίς να έχετε μαζή σας ημάς, τους διδασκάλους σας, έχετε πλέον γίνει βασιλείς του ουρανού! Και είθε να εβασιλεύατε, δια να λάβωμεν και ημείς μέρος μαζή σας εις την βασιλείαν του Θεού. Α' Κορ. 4,9 δοκῶ γάρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. Α' Κορ. 4,9 Αλλ' ημείς οι Απόστολοι κάθε άλλο παρά βασιλείαν και δόξαν έχομεν κερδήσει στον κόσμον αυτόν. Διότι νομίζω, ότι ο Θεός ημάς τους Αποστόλους μας έχει δείξει εις τα μάτια όλων των ανθρώπων σαν τους πιο τελευταίους, σαν καταδικασμένους εις θάνατον, που βαδίζουν στον τόπον της εκτελέσεως. Διότι εγίναμεν παράδοξον θέαμα εις όλον τον κόσμον, στους αγγέλους που θαυμάζουν, και στους ανθρώπους που χλευάζουν. Α' Κορ. 4,10 ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. Α' Κορ. 4,10 Ημείς οι Απόστολοι θεωρούμεθα από τους ανθρώπους του κόσμου μωροί και ανόητοι δια το όνομα του Χριστού. Σεις όμως είσθε φρόνιμοι και συνετοί εν Χριστώ! Ημείς είμεθα ασθενείς και αδύνατοι. Σεις όμως είσθε ισχυροί και ακατανίκητοι! Σεις είσθε ένδοξοι, ημείς δε περιφρονημένοι και εξουθενωμένοι. Α' Κορ. 4,11 ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν Α' Κορ. 4,11 Από την ημέραν που ελάβαμεν το αποστολικόν αξίωμα και μέχρις αυτής της ώρας, ζώμεν ανάμεσα στο πλήθος από ταλαιπωρίας και περιπετείας. Και πεινώμεν και διψώμε· και δεν έχομεν ρούχα δια να προφυλαχθώμεν από τας κακοκαιρίας και δεχόμεθα ραπίσματα και γρονθοκοπήματα, και συνεχώς μετακινούμεθα από τόπου εις τόπον, χωρίς να έχωμεν πουθενά σταθεράν παραμονήν. Α' Κορ. 4,12 καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, Α' Κορ. 4,12 Και κοπιάζομεν εργαζόμενοι με τα ίδια μας τα χέρια. Όταν οι άπιστοι μας εμπαίζουν και μας υβρίζουν ημείς τους ευλογούμεν και ευχόμεθα αγαθά δι' αυτούς. Όταν μας καταδιώκουν, δεικνύομεν μακροθυμίαν και υπομονήν απέναντί των. Α' Κορ. 4,13 βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. Α' Κορ. 4,13 Όταν μας δυσφημούν και μας διαβάλλουν, ημείς προσπαθούμεν με λόγια καλωσύνης και αγάπης να τους καταπραΰνωμεν και τους ημερώσωμεν. Σαν τα πλέον ρυπαρά πράγματα του κόσμου έχομεν γίνει, σαν αποσπογγίσματα για πέταμα θεωρούμεθα εις τα μάτια όλων έως την στιγμήν αυτήν. Α' Κορ. 4,14 Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. Α' Κορ. 4,14 Με αυτά που σας γράφω δεν θέλω να σας πικράνω και εντροπιάσω, αλλά σαν παιδιά μου αγαπητά σας συμβουλεύω. Α' Κορ. 4,15 ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. Α' Κορ. 4,15 Διότι έστω και αν έχετε παρά πολλούς παιδαγωγούς και διδασκάλους κατά Χριστόν, δεν έχετε όμως πολλούς πατέρας. Ένας είναι ο πατέρας σας, εγώ. Διότι εγώ, με τον φωτισμόν και την δύναμιν του Χριστού, σας έχω γεννήσει πνευματικώς εις την νέαν ζωήν δια μέσου του Ευαγγελίου. Α' Κορ. 4,16 παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε. Α' Κορ. 4,16 Σας παρακαλώ, λοιπόν, σαν παιδιά μου αγαπημένα, να γίνεσθε μιμηταί μου. Α' Κορ. 4,17 Διὰ τοῦτο ἔπεμψα ὑμῖν Τιμόθεον, ὅς ἐστι τέκνον μου ἀγαπητὸν καὶ πιστὸν ἐν Κυρίῳ, ὃς ὑμᾶς ἀναμνήσει τὰς ὁδούς μου τὰς ἐν Χριστῷ, καθὼς πανταχοῦ ἐν πάσῃ ἐκκλησίᾳ διδάσκω. Α' Κορ. 4,17 Δια τούτο σας έστειλα τον Τιμόθεον, πνευματικόν μου τέκνον, αγαπητόν και πιστόν εν Κυρίω, ο οποίος και θα σας υπενθυμίση πως ζω, πως εγώ φέρομαι και εργάζομαι εν Χριστώ, καθώς επίσης και πως διδάσκω το Ευαγγέλιον του Κυρίου πανταχού εις κάθε Εκκλησίαν. Α' Κορ. 4,18 Ὡς μὴ ἐρχομένου δέ μου πρὸς ὑμᾶς ἐφυσιώθησάν τινες· Α' Κορ. 4,18 Και πρέπει αυτός εν τω μεταξύ να έλθη, διότι μερικοί με την ιδέν, ότι τάχα εγώ δεν θα ηρχόμην προς σας, εφούσκωσαν από υψηλοφροσύνην και αλαζονείαν. Α' Κορ. 4,19 ἐλεύσομαι δὲ ταχέως πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ γνώσομαι οὐ τὸν λόγον τῶν πεφυσιωμένων, ἀλλὰ τὴν δύναμιν· Α' Κορ. 4,19 Αλλ' εάν ο Κύριος θελήση, θα έλθω γρήγορα προς σας και θα ζητήσω να μάθω τότε όχι τας καυχησιολογίας και δημοκοπίας των φαντασμένων, αλλά την πνευματικήν των δύναμιν να ζουν κατά Θεόν και να οδηγούν άλλους στον δρόμον του Θεού. Α' Κορ. 4,20 οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει. Α' Κορ. 4,20 Διότι η βασιλεία του Θεού δεν εγκαθίσταται εις τας ψυχάς των ανθρώπων με λόγια και ρητορισμούς, αλλά με θείαν δύναμιν, που αιχμαλωτίζει και αγιάζει την καρδίαν. Α' Κορ. 4,21 τί θέλετε; ἐν ῥάβδῳ ἔλθω πρὸς ὑμᾶς, ἢ ἐν ἀγάπῃ πνεύματί τε πρᾳότητος; Α' Κορ. 4,21 Τι θέλετε; Να έλθω εις σας με την παιδαγωγικήν ράβδον των παρατηρήσεων και των τιμωριών η να έλθω με αγάπην και καλωσύνην, με πνεύμα επιεικείας και πραότητος;

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Α' Κορ. 4,1 Οὕτως ἡμᾶς λογιζέσθω ἄνθρωπος, ὡς ὑπηρέτας Χριστοῦ καὶ οἰκονόμους μυστηρίων Θεοῦ. Α' Κορ. 4,1 Σκεφθήτε καλά αυτά που σας είπα και μη μας θεωρείτε ως αρχηγούς παρατάξεων, αλλ' ο καθένας σας έτσι ας μας θεωρή, δηλαδή σαν υπηρέτας του Χριστού, ως διαχειριστάς που μας διέταξεν ο Κύριος να διαχειριζώμεθα τας υψηλάς και μυστηριώδεις αληθείας και δωρεάς, τας οποίας ο ίδιος μας έχει δώσει. Α' Κορ. 4,2 ὃ δὲ λοιπὸν ζητεῖται ἐν τοῖς οἰκονόμοις, ἵνα πιστός τις εὑρεθῇ. Α' Κορ. 4,2 Εκείνο, λοιπόν, το οποίον εις τελευταίαν ανάλυσιν ζητείται από τους διαχειριστάς, είναι να ευρεθή ο καθένας από αυτούς πιστός και τίμιος εις την διαχείρισιν αυτών, που του έχουν εμπιστευθή. Α' Κορ. 4,3 ἐμοὶ δὲ εἰς ἐλάχιστόν ἐστιν ἵνα ὑφ᾿ ὑμῶν ἀνακριθῶ ἢ ὑπὸ ἀνθρωπίνης ἡμέρας· ἀλλ᾿ οὐδὲ ἐμαυτὸν ἀνακρίνω· Α' Κορ. 4,3 Και εγώ, λοιπόν, ως υπηρέτης, είμαι υπόλογος ενώπιον του Θεού. Δι' αυτό και πολύ ολίγον λογαριάζω, εάν θα κριθώ από σας η από οιονδήποτε άλλο ανθρώπινον δικαστήριον, που λειτουργεί εις τας ημέρας της ανθρωπίνης ζωής μας· αλλ' ούτε εγώ ο ίδιος δεν έχω το δικαίωμα να κρίνω τον ευατόν μου. Α' Κορ. 4,4 οὐδὲν γὰρ ἐμαυτῷ σύνοιδα· ἀλλ᾿ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι· ὁ δὲ ἀνακρίνων με Κύριός ἐστιν. Α' Κορ. 4,4 Και είναι μεν αληθές, ότι η συνείδησίς μου δεν μου μαρτυρεί καμμίαν ενοχήν και καμμίαν κατάχρησιν της εξουσίας, που μου έχει εμπιστευθή ο Θεός. Αλλ' αυτό δεν αρκεί, δια να θεωρώ τον ευατόν μου ανεπίληπτον και δίκαιον. Ο μόνος αρμόδιος δικαστής μου και κριτής μου είναι ο Κύριος. Αυτός θα αποφανθή, εάν υπήρξα πιστός οικονόμος. Α' Κορ. 4,5 ὥστε μὴ πρὸ καιροῦ τι κρίνετε, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν, καὶ τότε ὁ ἔπαινος γενήσεται ἑκάστῳ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ. Α' Κορ. 4,5 Ώστε και σεις μη σπεύδετε παράκαιρα να κάμνετε κρίσεις και διακρίσεις, ότι ο Παύλος η ο Πέτρος η ο Απολλώς είναι καλύτερος. Περιμείνατε έως ότου έλθη ο Κύριος, ο οποίος θα φωτίση και θα αποκαλύψη όσα τώρα είναι κρυμμένα στο σκοτάδι και θα φανερώση τας εσωτερικάς σκέψεις και επιθυμίας και θελήσεις των καρδιών. Και τότε θα αποδοθή από τον Θεόν στον καθένα ο δίκαιος έπαινος. Α' Κορ. 4,6 Ταῦτα δέ, ἀδελφοί, μετεσχημάτισα εἰς ἐμαυτὸν καὶ Ἀπολλὼ δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἐν ἡμῖν μάθητε τὸ μὴ ὑπὲρ ὃ γέγραπται φρονεῖν, ἵνα μὴ εἷς ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς φυσιοῦσθε κατὰ τοῦ ἑτέρου. Α' Κορ. 4,6 Αυτά δε αδελφοί, που σας είπα παραπάνω τους έδωσα τέτοιο σχήμα και έκφρασιν, ώστε να μεταφέρωνται στον εαυτόν μου και τον Απολλώ, προς διαφωτισμόν και ωφέλειαν ιδικήν σας, δια να μάθετε, δηλαδή, εν τω προσώπω ημών τούτο· το να μη σχηματίζετε φρόνημα παραπάνω από εκείνο, που είναι γραμμένο, δια να μη υπερηφανεύεσθε και αλαζονεύεσθε ο ένας διότι έχει τάχα τούτον αρχηγόν και διδάσκαλον, εναντίον του άλλου, που έχει εκείνον διδάσκαλον. Α' Κορ. 4,7 τίς γάρ σε διακρίνει; τί δὲ ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών; Α' Κορ. 4,7 Άλλωστε και οι ίδιοι οι διδάσκαλοι ποτέ δεν πρέπει να υπερηφανεύωνται δια το χάρισμα και το αξίωμά που έχουν λάβει. Διότι σε τον διδάσκαλον, ποίος σε ξεχωρίζει ως καλύτερον από τους άλλους; Ποίον δε χάρισμα έχεις, που δεν το έλαβες από τον Θεόν; Εάν δε, όλα όσα έχεις, τα έλαβες από τον Θεόν, τι καυχάσαι, σαν να μη έλαβες τίποτε; Α' Κορ. 4,8 ἤδη κεκορεσμένοι ἐστέ, ἤδη ἐπλουτήσατε, χωρὶς ἡμῶν ἐβασιλεύσατε· καὶ ὄφελόν γε ἐβασιλεύσατε, ἵνα καὶ ἡμεῖς ὑμῖν συμβασιλεύσωμεν. Α' Κορ. 4,8 Και σεις οι Κορίνθιοι έχετε αυτήν την ιδέαν, ότι είσθε μεγάλοι και επίσημοι. Τώρα πλέον είσθε χορτασμένοι από όλα! Τώρα πλέον έχετε πλουτήσει από τας πνευματικάς δωρεάς! Χωρίς να έχετε μαζή σας ημάς, τους διδασκάλους σας, έχετε πλέον γίνει βασιλείς του ουρανού! Και είθε να εβασιλεύατε, δια να λάβωμεν και ημείς μέρος μαζή σας εις την βασιλείαν του Θεού. Α' Κορ. 4,9 δοκῶ γάρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. Α' Κορ. 4,9 Αλλ' ημείς οι Απόστολοι κάθε άλλο παρά βασιλείαν και δόξαν έχομεν κερδήσει στον κόσμον αυτόν. Διότι νομίζω, ότι ο Θεός ημάς τους Αποστόλους μας έχει δείξει εις τα μάτια όλων των ανθρώπων σαν τους πιο τελευταίους, σαν καταδικασμένους εις θάνατον, που βαδίζουν στον τόπον της εκτελέσεως. Διότι εγίναμεν παράδοξον θέαμα εις όλον τον κόσμον, στους αγγέλους που θαυμάζουν, και στους ανθρώπους που χλευάζουν. Α' Κορ. 4,10 ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. Α' Κορ. 4,10 Ημείς οι Απόστολοι θεωρούμεθα από τους ανθρώπους του κόσμου μωροί και ανόητοι δια το όνομα του Χριστού. Σεις όμως είσθε φρόνιμοι και συνετοί εν Χριστώ! Ημείς είμεθα ασθενείς και αδύνατοι. Σεις όμως είσθε ισχυροί και ακατανίκητοι! Σεις είσθε ένδοξοι, ημείς δε περιφρονημένοι και εξουθενωμένοι. Α' Κορ. 4,11 ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν Α' Κορ. 4,11 Από την ημέραν που ελάβαμεν το αποστολικόν αξίωμα και μέχρις αυτής της ώρας, ζώμεν ανάμεσα στο πλήθος από ταλαιπωρίας και περιπετείας. Και πεινώμεν και διψώμε· και δεν έχομεν ρούχα δια να προφυλαχθώμεν από τας κακοκαιρίας και δεχόμεθα ραπίσματα και γρονθοκοπήματα, και συνεχώς μετακινούμεθα από τόπου εις τόπον, χωρίς να έχωμεν πουθενά σταθεράν παραμονήν. Α' Κορ. 4,12 καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, Α' Κορ. 4,12 Και κοπιάζομεν εργαζόμενοι με τα ίδια μας τα χέρια. Όταν οι άπιστοι μας εμπαίζουν και μας υβρίζουν ημείς τους ευλογούμεν και ευχόμεθα αγαθά δι' αυτούς. Όταν μας καταδιώκουν, δεικνύομεν μακροθυμίαν και υπομονήν απέναντί των. Α' Κορ. 4,13 βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. Α' Κορ. 4,13 Όταν μας δυσφημούν και μας διαβάλλουν, ημείς προσπαθούμεν με λόγια καλωσύνης και αγάπης να τους καταπραΰνωμεν και τους ημερώσωμεν. Σαν τα πλέον ρυπαρά πράγματα του κόσμου έχομεν γίνει, σαν αποσπογγίσματα για πέταμα θεωρούμεθα εις τα μάτια όλων έως την στιγμήν αυτήν. Α' Κορ. 4,14 Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. Α' Κορ. 4,14 Με αυτά που σας γράφω δεν θέλω να σας πικράνω και εντροπιάσω, αλλά σαν παιδιά μου αγαπητά σας συμβουλεύω. Α' Κορ. 4,15 ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. Α' Κορ. 4,15 Διότι έστω και αν έχετε παρά πολλούς παιδαγωγούς και διδασκάλους κατά Χριστόν, δεν έχετε όμως πολλούς πατέρας. Ένας είναι ο πατέρας σας, εγώ. Διότι εγώ, με τον φωτισμόν και την δύναμιν του Χριστού, σας έχω γεννήσει πνευματικώς εις την νέαν ζωήν δια μέσου του Ευαγγελίου. Α' Κορ. 4,16 παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε. Α' Κορ. 4,16 Σας παρακαλώ, λοιπόν, σαν παιδιά μου αγαπημένα, να γίνεσθε μιμηταί μου. Α' Κορ. 4,17 Διὰ τοῦτο ἔπεμψα ὑμῖν Τιμόθεον, ὅς ἐστι τέκνον μου ἀγαπητὸν καὶ πιστὸν ἐν Κυρίῳ, ὃς ὑμᾶς ἀναμνήσει τὰς ὁδούς μου τὰς ἐν Χριστῷ, καθὼς πανταχοῦ ἐν πάσῃ ἐκκλησίᾳ διδάσκω. Α' Κορ. 4,17 Δια τούτο σας έστειλα τον Τιμόθεον, πνευματικόν μου τέκνον, αγαπητόν και πιστόν εν Κυρίω, ο οποίος και θα σας υπενθυμίση πως ζω, πως εγώ φέρομαι και εργάζομαι εν Χριστώ, καθώς επίσης και πως διδάσκω το Ευαγγέλιον του Κυρίου πανταχού εις κάθε Εκκλησίαν. Α' Κορ. 4,18 Ὡς μὴ ἐρχομένου δέ μου πρὸς ὑμᾶς ἐφυσιώθησάν τινες· Α' Κορ. 4,18 Και πρέπει αυτός εν τω μεταξύ να έλθη, διότι μερικοί με την ιδέν, ότι τάχα εγώ δεν θα ηρχόμην προς σας, εφούσκωσαν από υψηλοφροσύνην και αλαζονείαν. Α' Κορ. 4,19 ἐλεύσομαι δὲ ταχέως πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ γνώσομαι οὐ τὸν λόγον τῶν πεφυσιωμένων, ἀλλὰ τὴν δύναμιν· Α' Κορ. 4,19 Αλλ' εάν ο Κύριος θελήση, θα έλθω γρήγορα προς σας και θα ζητήσω να μάθω τότε όχι τας καυχησιολογίας και δημοκοπίας των φαντασμένων, αλλά την πνευματικήν των δύναμιν να ζουν κατά Θεόν και να οδηγούν άλλους στον δρόμον του Θεού. Α' Κορ. 4,20 οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει. Α' Κορ. 4,20 Διότι η βασιλεία του Θεού δεν εγκαθίσταται εις τας ψυχάς των ανθρώπων με λόγια και ρητορισμούς, αλλά με θείαν δύναμιν, που αιχμαλωτίζει και αγιάζει την καρδίαν. Α' Κορ. 4,21 τί θέλετε; ἐν ῥάβδῳ ἔλθω πρὸς ὑμᾶς, ἢ ἐν ἀγάπῃ πνεύματί τε πρᾳότητος; Α' Κορ. 4,21 Τι θέλετε; Να έλθω εις σας με την παιδαγωγικήν ράβδον των παρατηρήσεων και των τιμωριών ή να έλθω με αγάπην και καλωσύνην, με πνεύμα επιεικείας και πραότητος;

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 5

ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΗΘΙΚΟΤΗΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Α' Κορ. 5,1 Ὄλως ἀκούεται ἐν ὑμῖν πορνεία, καὶ τοιαύτη πορνεία, ἥτις οὐδὲ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὀνομάζεται, ὥστε γυναῖκά τινα τοῦ πατρὸς ἔχειν. Α' Κορ. 5,1 Είμαι όμως υποχρεωμένος από την αγάπην που σας έχω, να σας κάμω μερικάς ακόμη παρατηρήσεις. Έχει διαδοθή και είναι γνωστόν παντού, ότι επικρατεί μεταξύ σας πορνεία, και τέτοια μάλιστα φοβερά πορνεία, η οποία ούτε και μεταξύ αυτών των ειδωλολατρών δεν αναφέρεται, ώστε κάποιος από σας να συζή με την γυναίκα του πατέρα του, δηλαδή την μητρυιάν του. Α' Κορ. 5,2 καὶ ὑμεῖς πεφυσιωμένοι ἐστέ, καὶ οὐχὶ μᾶλλον ἐπενθήσατε, ἵνα ἐξαρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τὸ ἔργον τοῦτο ποιήσας! Α' Κορ. 5,2 Και σεις εν τούτοις εξακολουθείτε να είσθε φαντασμένοι και υπερήφανοι δια την σοφίαν σας και τα χαρίσματά σας, και δεν επενθήσατε μάλλον όλοι σας, δια να εκδιωχθή εκ μέρους του Θεού και λείψη από την κοινωνίαν σας εκείνος, που εισέπραξε την φοβεράν αυτήν αμαρτίαν! Α' Κορ. 5,3 ἐγὼ μὲν γὰρ ὡς ἀπὼν τῷ σώματι, παρὼν δὲ τῷ πνεύματι, ἤδη κέκρικα ὡς παρὼν τὸν οὕτω τοῦτο κατεργασάμενον, Α' Κορ. 5,3 Διότι εγώ, σας το λέγω καθαρά, αν και είμαι απών σωματικώς, είμαι όμως με τον νουν και την καρδίαν παρών μεταξύ σας, έχω πλέον κρίνει και καταδικάσει, σαν να ήμουν παρών μεταξύ σας, αυτόν ο οποίος κατά έναν τέτοιον αναίσχυτον τρόπον έχει διαπράξει την φοβεράν αμαρτίαν. Α' Κορ. 5,4 ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ συναχθέντων ὑμῶν καὶ τοῦ ἐμοῦ πνεύματος σὺν τῇ δυνάμει τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ Α' Κορ. 5,4 Και πρέπει, λοιπόν, αφού εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού συγκεντρωθήτε όλοι σας, και σεις και το πνεύμα μου μαζή με την δύναμιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Α' Κορ. 5,5 παραδοῦναι τὸν τοιοῦτον τῷ σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Α' Κορ. 5,5 να παραδώσωμεν αυτόν τον άνθρωπον στον σατανάν (με την αποκοπήν του από της Εκκλησίας), δια να τιμωρηθή και ταλαιπωρηθή σκληρά το σώμα του και συνέλθη με την παιδαγωγικήν αυτήν τιμωρίαν, ώστε να σωθή η ψυχή του κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν του Κυρίου ημών Ιησού. Α' Κορ. 5,6 Οὐ καλὸν τὸ καύχημα ὑμῶν. οὐκ οἴδατε ὅτι μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ; Α' Κορ. 5,6 Η πλαδαρά στάσις και η αναισθησία, που εδείξατε εμπρός στο μεγάλο αυτό παράπτωμα, μαρτυρεί, ότι δεν έχετε και δεν ημπορείτε να έχετε καλήν καύχησιν ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων. Δεν γνωρίζετε, ότι ολίγον προζύμι ζυμώνει και μεταβάλλει όλο το ζυμάρι; Α' Κορ. 5,7 ἐκκαθάρατε οὖν τὴν παλαιὰν ζύμην, ἵνα ἦτε νέον φύραμα, καθώς ἐστε ἄζυμοι. καὶ γὰρ τὸ Πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός· Α' Κορ. 5,7 Ξεκαθαρίσατε, λοιπόν, και πετάξατε την παλαιάν ζύμην της διαφθοράς και της αμαρτίας, που σας μολύνει και σας διαφθείρει, δια να γίνετε και να είσθε νέον, καθαρόν ζυμάρι, όπως άλλωστε και δια του βαπτίσματος στο όνομα του Κυρίου ελευθερωθήκατε από την παλαιάν κακήν ζύμην της αμαρτίας. Και πρέπει να είμεθα αγνοί και αμόλυντοι, διότι ιδικός μας πασχάλιος αμνός, που εθυσιάσθη προς χάριν ημών είναι ο Χριστός. Α' Κορ. 5,8 ὥστε ἑορτάζωμεν μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ᾿ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας. Α' Κορ. 5,8 Ώστε ας εορτάζωμεν το Πάσχα ημών όχι επτά ημέρας, όπως οι Εβραίοι, αλλά εις όλην μας την ζωήν· και όχι με το παλαιό προζύμι των ιουδαϊκών τύπων, ούτε με το προζύμι της κακίας και πονηρίας του κόσμου, αλλά με τα άζυμα της χριστιανικής αληθείας και ειλικρινείας, με βίον δηλαδή ευθύτητος και αγνότητος. Α' Κορ. 5,9 Ἔγραψα ὑμῖν ἐν τῇ ἐπιστολῇ μὴ συναναμίγνυσθαι πόρνοις, Α' Κορ. 5,9 Σας έχω γράψει προηγουμένως, ότι δεν πρέπει να έχετε επικοινωνίαν και σχέσεις με πόρνους. Α' Κορ. 5,10 καὶ οὐ πάντως τοῖς πόρνοις τοῦ κόσμου τούτου ἢ τοῖς πλεονέκταις ἢ ἅρπαξιν ἢ εἰδωλαλάτραις· ἐπεὶ ὀφείλετε ἄρα ἐκ τοῦ κόσμου ἐξελθεῖν· Α' Κορ. 5,10 Και δεν εννοώ βέβαια γενικώς τους πόρνους του αμαρτωλού τούτου κόσμου, τους πλεονέκτας ή τους άρπαγας ή τους ειδωλολάτρας· διότι τότε θα είσθε κατά λογικήν συνέπειαν υποχρεωμένοι να φύγετε και να βγήτε έξω από την κοινωνίαν των ανθρώπων, μεταξύ των οποίων ζήτε. Α' Κορ. 5,11 νῦν δὲ ἔγραψα ὑμῖν μὴ συναμίγνυσθαι ἐάν τις ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος ᾖ πόρνος ἢ πλεονέκτης ἢ εἰδωλολάτρης ἢ λοίδορος ἢ μέθυσος ἢ ἅρπαξ, τῷ τοιούτῳ μηδὲ συνεσθίειν. Α' Κορ. 5,11 Τώρα δε σας έγραψα να μη συναναστρέφεσθε και να μη έχετε επικοινωνίαν μαζή του, εάν κάποιος που, αν και έχη το όνομα του αδελφού, είνα εν τούτοις πόρνος ή πλεονέκτης ή ειδωλολάτρης ή υβριστής ή μέθυσος ή άρπαξ. Με τέτοιον αδελφόν δεν πρέπει ούτε να συντρώγετε. Α' Κορ. 5,12 τί γάρ μοι καὶ τοὺς ἔξω κρίνειν; οὐχὶ τοὺς ἔσω ὑμεῖς κρίνετε; Α' Κορ. 5,12 Δεν σας έγραψα, λοιπόν, δια τους μη χριστιανούς, διότι τι δουλειά έχω εγώ να κρίνω τους απίστους, οι οποίοι είναι έξω από την χριστιανικήν Εκκλησίαν; Εγώ περιορίζομαι να κρίνω τους χριστιανούς. Και σεις δεν κρίνετε αυτούς που είναι μέσα εις την Εκκλησίαν του Χριστού; Α' Κορ. 5,13 τοὺς δὲ ἔξω ὁ Θεὸς κρίνει. καὶ ἐξαρεῖτε τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν. Α' Κορ. 5,13 Τους δε απίστους ο Θεός τους κρίνει. Και σεις, λοιπόν, έχετε καθήκον να καταδικάσετε εις την συνείδησίν σας τον πονηρόν και φαύλον αυτόν αδελφόν σας και “να τον απομακρύνετε έξω από την κοινωνίαν σας, από το περιβάλλον σας”.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 6

ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΕ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

Α' Κορ. 6,1 Τολμᾷ τις ὑμῶν, πρᾶγμα ἔχων πρὸς τὸν ἕτερον, κρίνεσθαι ἐπὶ τῶν ἀδίκων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἁγίων; Α' Κορ. 6,1 Είπα, ότι οι πιστοί έχουν το δικαίωμα να κρίνουν τους αδελφούς. Και ερωτώ, λοιπόν· πως τολμά κάποιος από σας, όταν έχη διαφοράν και αντιδικίαν με άλλον αδελφόν, να υποβάλλη την διαφοράν αυτήν υπό την κρίσιν των αδίκων δικαστών, των ειδωλολατρών δηλαδή, που έχουν χαλαράν αντίληψιν περί δικαίου και δεν προσφεύγει εις την κρίσιν και διαιτησίαν των εμπείρων και εναρέτων αδελφών; Α' Κορ. 6,2 οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἅγιοι τὸν κόσμον κρινοῦσι; καὶ εἰ ἐν ὑμῖν κρίνεται ὁ κόσμος, ἀνάξιοί ἐστε κριτηρίων ἐλαχίστων; Α' Κορ. 6,2 Δεν γνωρίζετε, ότι οι χριστιανοί θα κρίνουν τους ανθρώπους, που ευρίσκονται μακράν από τον Χριστόν; Και εφ' όσον εν τω προσώπω σας και με κριτήριον την ιδικήν σας ζωήν κρίνεται και δικάζεται ο μακράν του Θεού κόσμος, σεις είσθε λοιπόν ανάξιοι και ανίκανοι να κάμετε κριτήρια και να εκφέρετε απόφασιν δι' υποθέσεις ελαχίστης σημασίας; Α' Κορ. 6,3 οὐκ οἴδατε ὅτι ἀγγέλους κρινοῦμεν; μήτι γε βιωτικά; Α' Κορ. 6,3 Δεν γνωρίζετε, ότι ημείς οι πιστοί θα δικάσωμεν και αυτούς άκομα τους πονηρούς αγγέλους, τον διάβολον και τα πονηρά πνεύματα; Και δεν είμεθα, λοιπόν, ικανοί να διακρίνωμεν και να αποδώσωμεν το δίκαιον εις υποθέσεις βιωτικάς; Α' Κορ. 6,4 βιωτικὰ μὲν οὖν κριτήρια ἐὰν ἔχητε, τοὺς ἐξουθενημένους ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τούτους καθίζετε. Α' Κορ. 6,4 Εάν, λοιπόν, έχετε τέτοιες βιωτικές διαφορές μεταξύ σας, βάζετε ως δικαστάς έστω και εκείνους, που θεωρούνται ως οι πλέον ελάχιστοι και ευτελείς μεταξύ σας, παρά τους σοφώτερους έστω εκ των εθνικών. Α' Κορ. 6,5 πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω. οὕτως οὐκ ἔνι ἐν ὑμῖν σοφὸς οὐδὲ εἷς ὃς δυνήσεται διακρῖναι ἀνὰ μέσον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, Α' Κορ. 6,5 Προς εντροπήν σας τα λέγω αυτά. Τόσον, λοιπόν, δεν ευρίσκεται μεταξύ σας ούτε ένας συνετός και λογικός άνθρωπος, που θα ημπορέση να κρίνη και αποφασίση δια διαφοράν, που υπάρχει μεταξύ του ενός αδελφού και του άλλου; Α' Κορ. 6,6 ἀλλὰ ἀδελφὸς μετὰ ἀδελφοῦ κρίνεται, καὶ τοῦτο ἐπὶ ἀπίστων; Α' Κορ. 6,6 Αλλά φθάνετε μέχρι του σημείου, ώστε αδελφός να έρχεται εις αντιδικίαν με άλλον αδελφόν εις δικαστήρια και μάλιστα εις δικαστήρια, που δικάζουν άπιστοι; Α' Κορ. 6,7 ἤδη μὲν οὖν ὅλως ἥττημα ὑμῖν ἐστιν ὅτι κρίματα ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν. διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀδικεῖσθε; διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀποστερεῖσθε; Α' Κορ. 6,7 Και μόνον το γεγονός ότι έχετε τέτοιες δικαστικές διαφορές μεταξύ σας αποτελεί για σας μεγάλην ήτταν και φθοράν. Διατί δεν προτιμάτε μάλλον να αδικήσθε από τον αδελφόν; Διατί δεν προτιμάτε να στερηθήτε μάλλον από το δίκαιόν σας, από το συμφέρον σας, παρά να καταφύγετε εις δίκας; Α' Κορ. 6,8 ἀλλὰ ὑμεῖς ἀδικεῖτε καὶ ἀποστερεῖτε, καὶ ταῦτα ἀδελφούς; Α' Κορ. 6,8 Αλλά το φοβερόν είναι ότι σεις, καίτοι χριστιανοί, αδικείτε τους άλλους· τους στερείτε αυτά που τους ανήκουν, δια να τα κρατήσετε εσείς. Και αυτά τα πράττετε εις βάρος αδελφών; Α' Κορ. 6,9 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι; μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοὶ οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται Α' Κορ. 6,9 Ή δεν γνωρίζετε, ότι όσοι διαπράττουν αδικίας, δεν θα κληρονομήσουν την βασιλείαν του Θεού; Μη πλανάσθε, ούτε πόρνοι ούτε ειδωλολάτραι ούτε μοιχοί ούτε θηλυπρεπείς ούτε αρσενοκοίται Α' Κορ. 6,10 οὔτε πλεονέκται οὔτε κλέπται οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι. Α' Κορ. 6,10 ούτε πλεονέκται ούτε κλέπται ούτε μέθυσοι ούτε ύβρισται ούτε άρπαγες θα κληρονομήσουν βασιλείαν Θεού. Α' Κορ. 6,11 καὶ ταῦτά τινες ἦτε· ἀλλὰ ἀπελούσασθε, ἀλλὰ ἡγιάσθητε, ἀλλὰ ἐδικαιώθητε ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ἐν τῷ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Α' Κορ. 6,11 Και κάτι τέτοιοι υπήρξατε και σεις στο παρελθόν. Αλλ' ελουσθήκατε με το άγιον βάπτισμα και εκαθαρισθήκατε από αυτά τα αμαρτήματα. Αλλ' επήρατε τον αγιασμόν που χαρίζει το Πνεύμα το Άγιον, εγίνατε δίκαιοι εν τω ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δια του Πνεύματος του Θεού μας.

Ο ΘΕΟΣ ΔΟΞΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ

Α' Κορ. 6,12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. Α' Κορ. 6,12 Όλα μου επιτρέπεται να τα κάμω, όπως π.χ. να τρώγω και να πίνω χωρίς διακρίσεις, αλλά δεν είναι συμφέρον να πράττω όλα. Όλα μου επιτρέπονται, αλλ' εγώ δεν θα εξουσιασθώ και δεν θα υποδουλωθώ εις τίποτε. Α' Κορ. 6,13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· Α' Κορ. 6,13 Τα φαγητά είναι δια την κοιλίαν και η κοιλία δια τα φαγητά. Ο δε Θεός θα καταργήση και αυτά και εκείνην εις την μέλλουσαν ανάστασιν των σωμάτων. Δεν είναι η τροφή, που μας κάνει αμαρτωλούς ενώπιον του Θεού. Αυτό όμως δεν ισχύει προκειμένου περί της ηθικής καθαρότητος, διότι το σώμα δεν έχει γίνει δια την πορνείαν και τας σαρκικάς επιθυμίας, αλλά δια τον Κύριον, που είναι κεφαλή του πνευματικού σώματος της Εκκλησίας· και ο Κύριος είναι δια το σώμα, δια να κατοική εις αυτό και το αγιάζη. Α' Κορ. 6,14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. Α' Κορ. 6,14 Αφού δε ο Θεός και τον Κύριον ανέστησεν εκ νεκρών, και ημάς όλους, που αποθνήσκομεν και το σώμα μας διαλύεται, θα μας αναστήση εκ νεκρών με την παντοδυναμίαν του. Α' Κορ. 6,15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. Α' Κορ. 6,15 Δεν γνωρίζετε ότι τα σώματά σας είναι μέλη του Χριστού, (ο οποίος είναι κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας); Να αποτραβήξω, λοιπόν, και να πάρω τα μέλη του Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης; Μη γένοιτο. Α' Κορ. 6,16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· Α' Κορ. 6,16 Ή δεν γνωρίζετε, ότι εκείνος ο οποίος προσκολλάται και ενώνεται με την πόρνην είναι ένα σώμα με αυτήν; Διότι αυτό λέγει η Γραφή· “θα γίνουν, λέγει, οι δύο, άνδρας και γυναίκα, μια σάρκα, εν σώμα”. Α' Κορ. 6,17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. Α' Κορ. 6,17 Εκείνος όμως που προσκολλάται και ενώνεται με τον Κύριον, γίνεται κατά μυστηριώδη τρόπον ένα πνεύμα με αυτόν, γεμίζει ολόκληρος και αγιάζεται από αυτόν. Α' Κορ. 6,18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. Α' Κορ. 6,18 Αποφεύγετε πάντοτε με όλην σας την δύναμιν τον μολυσμόν της πορνείας. Κάθε άλλο αμάρτημα, που ήθελε πράξει ο άνθρωπος, είναι αμάρτημα που διαπράττεται έξω από το σώμα και δεν το βλάπτει αμέσως και κατ' ευθείαν τόσον πολύ. Ενώ εκείνος που πορνεύει, αμαρτάνει εναντίον αυτού τούτου του σώματος, το οποίον και μολύνει και βλάπτει κατά τρόπον άμεσον και ταχύν. Α' Κορ. 6,19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; Α' Κορ. 6,19 Η δεν γνωρίζετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος, που κατοικεί μέσα σας, και το έχετε λάβει από τον Θεόν και άρα δεν ανήκετε στον εαυτόν σας; Α' Κορ. 6,20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ. Α' Κορ. 6,20 Διότι έχετε εξαγορασθή με πολύτιμον τίμημα, δηλαδή με το ανεκτίμητον αίμα του Χριστού. Αποφεύγετε, λοιπόν, κάθε σαρκικήν εκτροπήν, που μολύνει το σώμα, και δοξάσατε τον Θεόν με όλην σας την προσωπικότητα, με το σώμα σας και με το πνεύμα σας, τα οποία είναι του Θεού.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 7

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟ ΓΑΜΟ

Α' Κορ. 7,1 Περὶ δὲ ὧν ἐγράψατέ μοι, καλὸν ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ ἅπτεσθαι· Α' Κορ. 7,1 Ως προς εκείνα δε που μου εγράψατε, σας λέγω ότι καλόν είναι να μη εγγίση καθόλου ο άνθρωπος γυναίκα. Α' Κορ. 7,2 διὰ δὲ τὰς πορνείας ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω, καὶ ἑκάστη τὸν ἴδιον ἄνδρα ἐχέτω. Α' Κορ. 7,2 Επειδή όμως ο άνθρωπος είναι αδύνατος και υπάρχει φόβος να παρασυρθή εις πορνείας, ας έχη ο καθένας την γυναίκα του και καθεμία ας έχη τον άνδρα της. Α' Κορ. 7,3 τῇ γυναικὶ ὁ ἀνὴρ τὴν ὀφειλομένην εὔνοιαν ἀποδιδότω, ὁμοίως δὲ καὶ ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρί. Α' Κορ. 7,3 Εις την σύζυγόν του ο άνδρας ας αποδίδη, καθ' ο άλλωστε καθήκον έχει, την στοργήν, την συμπάθειαν και την προστασίαν, που της οφείλεται. Ομοίως και η γυναίκα ας αποδίδη τα αυτά στον άνδρα της. Α' Κορ. 7,4 ἡ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ᾿ ὁ ἀνήρ· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἀνὴρ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ᾿ ἡ γυνή. Α' Κορ. 7,4 Η γυναίκα δεν εξουσιάζει το σώμα της, αλλά, σύμφωνα με τον νόμον του Θεού και εντός του νόμου του Θεού, το εξουσιάζει ο ανήρ· ομοίως και ο άνδρας δεν εξουσιάζει το σώμα του, αλλά το εξουσιάζει η σύζυγός του. Α' Κορ. 7,5 μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἂν ἐκ συμφώνου πρὸς καιρόν, ἵνα σχολάζητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχησθε, ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς ὁ σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν. Α' Κορ. 7,5 Μη αποστερείτε δε ο ένας τον άλλον, εκτός εάν αυτό το κάνετε κατόπιν κοινής συμφωνίας και επί ωρισμένον χρονικόν διάστημα, δια να επιδίδεσθε απερίσπαστοι με μεγαλυτέραν προθυμίαν και αφωσίωσιν εις την νηστείαν και την προσευχήν. Και πάλιν να επανέρχεσθε εις τας συζυγικάς σας σχέσεις, δια να μη δίδετε αφορμήν και ευκαιρίαν, λόγω της ακρατείας σας, να σας πειράζει ο σατανάς. Α' Κορ. 7,6 τοῦτο δὲ λέγω κατὰ συγγνώμην, οὐ κατ᾿ ἐπιταγήν. Α' Κορ. 7,6 Αυτό που σας είπα, να μη αποστερήτε δηλαδή ο ένας τον άλλον, το λέγω ως υποχώρησιν και συγκατάβασιν δια την πνευματικήν σας αδυναμίαν. Δεν σας το επιβάλλω ως εντολήν. Α' Κορ. 7,7 θέλω γὰρ πάντας ἀνθρώπους εἶναι ὡς καὶ ἐμαυτόν· ἀλλ᾿ ἕκαστος ἴδιον χάρισμα ἔχει ἐκ Θεοῦ, ὃς μὲν οὕτως, ὃς δὲ οὕτως. Α' Κορ. 7,7 Διότι εγώ θέλω να είναι όλοι οι άνθρωποι όπως είμαι και εγώ, δηλαδή άγαμος και αφωσιωμένος στον Θεόν, αλλ' ο καθένας έχει από τον Θεόν ιδικόν του ιδιαίτερον χάρισμα, άλλος μεν έχει το χάρισμα να ζη κατ' αυτόν τον τρόπον, δηλαδή άγαμος· άλλος δε να ζη κατά διαφορετικόν τρόπον, δηλαδή έγγαμος. Α' Κορ. 7,8 Λέγω δὲ τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χήραις, καλὸν αὐτοῖς ἐστιν ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ. Α' Κορ. 7,8 Λέγω δε στους αγάμους και εις τας χήρας, ότι είναι καλόν και συμφέρον δι' αυτούς, εάν μείνουν όπως εγώ, δηλαδή άγαμοι. Α' Κορ. 7,9 εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται, γαμησάτωσαν· κρεῖσσον γάρ ἐστι γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι. Α' Κορ. 7,9 Εάν όμως δεν αισθάνωνται την δύναμιν να εγκρατευθούν, αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν το χάρισμα της αγαμίας, και ας προχωρήσουν εις γάμον. Διότι είναι προτιμότερον να έλθη κανείς εις γάμον, παρά να πυρπολήται από την φλόγα της σαρκικής επιθυμίας. Α' Κορ. 7,10 τοῖς δὲ γεγαμηκόσι παραγγέλλω, οὐκ ἐγώ, ἀλλ᾿ ὁ Κύριος, γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρισθῆναι· Α' Κορ. 7,10 Εις εκείνους δε οι οποίοι έχουν έλθει εις γάμον, δίδω την εντολήν, όχι εγώ, αλλά ο Κύριος, η γυναίκα να μη χωρισθή από τον άνδρα της. Α' Κορ. 7,11 ἐὰν δὲ καὶ χωρισθῇ, μενέτω ἄγαμος ἢ τῷ ἀνδρὶ καταλλαγήτω· καὶ ἄνδρα γυναῖκα μὴ ἀφιέναι. Α' Κορ. 7,11 Εάν όμως συμβή και χωρισθή, ας μένη άγαμος ή ας συμφιλιωθή με τον άνδρα της. Αλλά και ο άνδρας να μη αφίνη την γυναίκα του. Α' Κορ. 7,12 τοῖς δὲ λοιποῖς ἐγὼ λέγω, οὐχ ὁ Κύριος· εἴ τις ἀδελφὸς γυναῖκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὐτὴ συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾿ αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτήν· Α' Κορ. 7,12 Εις δε τους άλλους εγγάμους, εγώ ως απόστολος του Κυρίου, και όχι κατ' ευθείαν ο Κύριος, λέγω· εάν κανένας αδελφός χριστιανός έχη γυναίκα άπιστον, που την έλαβε ως σύζυγον, πριν και αυτός πιστεύση, και αυτή συγκατατίθεται προθύμως να κατοική μαζή του, ας μη την απομπέμπη. Α' Κορ. 7,13 καὶ γυνὴ εἴ τις ἔχει ἄνδρα ἄπιστον, καὶ αὐτὸς συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾿ αὐτῆς, μὴ ἀφιέτω αὐτόν. Α' Κορ. 7,13 Και γυναίκα χριστιανή, που έχει άνδρα άπιστον, και αυτός δέχεται προθύμως να κατοική μαζή της, ας μην τον αφήση. Α' Κορ. 7,14 ἡγίασται γὰρ ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί, καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί· ἐπεὶ ἄρα τὰ τέκνα ὑμῶν ἀκάθαρτά ἐστι, νῦν δὲ ἅγιά ἐστιν. Α' Κορ. 7,14 Διότι ο άνδρας ο άπιστος έχει κατά κάποιον τρόπον και εις κάποιον βαθμόν αγιασθή δια της ενώσεώς του προς την πιστήν γυναίκα· και η άπιστος γυναίκα έχει κάπως αγιασθή και αυτή δια της ενώσεώς της προς τον πιστόν άνδρα της. Επειδή, εάν δεν υπήρχε αυτή η κάποια μετάδοσις αγιασμού τα τέκνα θα ήσαν κατά φυσικήν συνέπειαν ακάθαρτα· ενώ τώρα είναι και αυτά άγια. Α' Κορ. 7,15 εἰ δὲ ὁ ἄπιστος χωρίζεται, χωριζέσθω. οὐ δεδούλωται ὁ ἀδελφὸς ἢ ἡ ἀδελφὴ ἐν τοῖς τοιούτοις. ἐν δὲ εἰρήνῃ κέκληκεν ἡμᾶς ὁ Θεός. Α' Κορ. 7,15 Εάν δε ο άπιστος σύζυγος επιθυμή και θέλη χωρισμόν, ας χωρίζεται η χριστιανή γυναίκα. Εις τοιαύτας περιπτώσεις δεν είναι υποδουλωμένος και δεσμευμένος ο πιστός ή η πιστή. Ο Θεός μας έχει καλέσει να ζώμεν με ειρήνην εσωτερικήν και με ειρήνην προς τους γύρω μας και δεν είναι ορθόν να ταλαιπωρήται ο πιστός σύζυγος από τας έριδας και τας μάχας της απίστου συζύγου. Α' Κορ. 7,16 τί γὰρ οἶδας, γύναι, εἰ τὸν ἄνδρα σώσεις; ἢ τί οἶδας, ἄνερ, εἰ τὴν γυναῖκα σώσεις; Α' Κορ. 7,16 Ως προς δε την συνοίκησιν, σας λέγω και τούτο· που το ξέρεις συ, η χριστιανή γυναίκα, εάν στέργουσα να συγκατοικής με τον άπιστον άνδρα σου, εφ' όσον και αυτός το θέλει, μήπως τυχόν και τον σώσης; Ή που το ξέρεις συ, ο χριστιανός σύζυγος, μήπως και σώσης την άπιστον γυναίκα;

ΝΑ ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΛΕΣΕ Ο ΘΕΟΣ

Α' Κορ. 7,17 εἰ μὴ ἑκάστῳ ὡς ἐμέρισεν ὁ Θεός, ἕκαστον ὡς κέκληκεν ὁ Κύριος, οὕτω περιπατείτω. καὶ οὕτως ἐν ταῖς ἐκκλησίαις πάσαις διατάσσομαι. Α' Κορ. 7,17 Εκτός όμως αυτών που είπα παραπάνω, ο καθένας ας προσπαθή να ζη και να πορεύεται σύμφωνα με τας συνθήκας της ζωής, τας οποίας ο Θεός εν τη προνοία του του έχει κανονίσει, να συνεχίση ομαλά τον βίον του, όπως τον ευρήκεν η κλήσις, που του απηύθηνεν ο Κύριος. Εγώ κατ' αυτόν τον τρόπον κανονίζω και ορίζω εις όλας τας Εκκλησίας. Α' Κορ. 7,18 περιτετμημένος τις ἐκλήθη; μὴ ἐπισπάσθω. ἐν ἀκροβυστίᾳ τις ἐκλήθη; μὴ περιτεμνέσθω. Α' Κορ. 7,18 Εκλήθη κανείς εις την χριστιανικήν πίστιν και εδέχθη το βάπτισμα, ενώ ήτο περιτετμημένος; Ας μη τραβά το δέρμα, δια να κρύψη την περιτομήν του. Εκλήθη κανείς εις την πίστιν και έγινε χριστιανός, ενώ ήτο απερίτμητος; Ας μη περιτέμνεται. Α' Κορ. 7,19 ἡ περιτομὴ οὐδέν ἐστι, καὶ ἡ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ τήρησις ἐντολῶν Θεοῦ. Α' Κορ. 7,19 Τίποτε δεν είναι η περιτομή, και τίποτε δεν είναι η ακροβυστία. Αλλ' εκείνο που έχει την αξίαν είναι η τήρησις των εντολών του Θεού. Α' Κορ. 7,20 ἕκαστος ἐν τῇ κλήσει ᾗ ἐκλήθη, ἐν ταύτῃ μενέτω. Α' Κορ. 7,20 Καθένας ας μένη εις την κατάστασίν που ευρέθη, όταν εκλήθη από τον Θεόν εις την πίστιν. Α' Κορ. 7,21 δοῦλος ἐκλήθης; μή σοι μελέτω· ἀλλ᾿ εἰ καὶ δύνασαι ἐλεύθερος γενέσθαι, μᾶλλον χρῆσαι. Α' Κορ. 7,21 Εκλήθης εις την πίστιν καθ' ον χρόνον ήσο δούλος; Μη σε μέλη δια την δουλείαν σου αυτήν. Αλλά και αν ακόμη ημπορής να γίνης ελεύθερος, χρησιμοποίησε μάλλον και προτίμα την κατάστασιν της δουλείας. Α' Κορ. 7,22 ὁ γὰρ ἐν Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος ἀπελεύθερος Κυρίου ἐστίν· ὁμοίως καὶ ὁ ἐλεύθερος κληθεὶς δοῦλός ἐστι Χριστοῦ. Α' Κορ. 7,22 Διότι εκείνος ο οποίος ήτο δούλος, όταν εκλήθη από τον Κύριον εις την πίστιν, έχει τώρα απελευθερωθή υπό του Κυρίου, ο οποίος του εχάρισε την λύτρωσιν από τον ζυγόν της δουλείας και του θανάτου. Ομοίως και εκείνος που εκλήθη εις την πίστιν, καθ' ον χρόνον ήτο ελεύθερος, είναι τώρα δούλος του Χριστού. Α' Κορ. 7,23 τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων. Α' Κορ. 7,23 Όλοι έχετε εξαγορασθή από τον Χριστόν με ανεκτίμητον τίμημα. Μη γίνεσθε, λοιπόν, δούλοι των ανθρώπων, (μη συμμορφώνεσθε και μη υποδουλώνεσθε εις τας αμαρτωλάς απαιτήσεις και συνηθείας των ανθρώπων). Α' Κορ. 7,24 ἕκαστος ἐν ᾧ ἐκλήθη, ἀδελφοί, ἐν τούτῳ μενέτω παρὰ τῷ Θεῷ. Α' Κορ. 7,24 Ο καθένας, αδελφοί, εις όποιαν κατάστασιν ευρέθη, όταν εκλήθη, εις αυτήν και ας μένη, (φροντίζων μόνον και αγωνιζόμενος να είναι πάντοτε κοντά στον Θεόν).

ΆΓΑΜΟΙ ΚΑΙ ΧΗΡΕΣ

Α' Κορ. 7,25 Περὶ δὲ τῶν παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐχ ἔχω, γνώμην δὲ δίδωμι ὡς ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου πιστὸς εἶναι. Α' Κορ. 7,25 Ως προς δε τας παρθένους, δεν έχω εντολήν εκ μέρους του Κυρίου να σας διαβιβάσω, αλλά και εγώ σαν άνθρωπος, που έχω ελεηθή από τον Κύριον, ώστε να είμαι αξιόπιστος διδάσκαλος σας, σας δίδω γνώμην. Α' Κορ. 7,26 νομίζω οὖν τοῦτο καλὸν ὑπάρχειν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνάγκην, ὅτι καλὸν ἀνθρώπῳ τὸ οὕτως εἶναι. Α' Κορ. 7,26 Νομίζω, λοιπόν, ότι εξ αιτίας της δυσκόλου εποχής, που διερχόμεθα εις την παρούσαν ζωήν, τούτο είναι καλόν· ότι δηλαδή είναι καλόν στον άνθρωπον να μένη έτσι, δηλαδή άγαμος. Α' Κορ. 7,27 δέδεσαι γυναικί; μὴ ζήτει λύσιν· λέλυσαι ἀπὸ γυναικός; μὴ ζήτει γυναῖκα· Α' Κορ. 7,27 Είσαι όμως δεμένος δια των δεσμών του γάμου με γυναίκα; Μη ζητής να λυθής από τον δεσμόν αυτόν της γυναικός. Είσαι ελεύθερος από τα δεσμά του γάμου με γυναίκα; Μη ζητής σύζυγον. Α' Κορ. 7,28 ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς, οὐχ ἥμαρτες· καὶ ἐὰν γήμῃ ἡ παρθένος, οὐχ ἥμαρτε· θλῖψιν δὲ τῇ σαρκὶ ἕξουσιν οἱ τοιοῦτοι· ἐγὼ δὲ ὑμῶν φείδομαι. Α' Κορ. 7,28 Αλλά και αν έλθης εις γάμον, δεν διαπράττεις καμμίαν αμαρτίαν. Και η παρθένος εάν υπανδρευθή, δεν θα έχη αμαρτήσει. Θα έχουν όμως αυτοί θλίψιν κατά το σώμα, (εξ αιτίας των μεριμνών και των φροντίδων και των αγώνων, στους οποίους περιπλέκονται οι έγγαμοι). Εγώ όμως σας λυπούμαι και θέλω να προλάβω αυτάς τας ταλαιπωρίας σας. Α' Κορ. 7,29 τοῦτο δέ φημι, ἀδελφοί, ὁ καιρὸς συνεσταλμένος τὸ λοιπόν ἐστιν, ἵνα καὶ οἱ ἔχοντες γυναῖκας ὡς μὴ ἔχοντες ὦσι, Α' Κορ. 7,29 Και τούτο σας λέγω ακόμη, αδελφοί μου, ο καιρός είναι ολίγος και περιωρισμένος, ώστε και εκείνοι που έχουν γυναίκας να είναι σαν να μην έχουν, και ας φροντίζουν να μη υποδουλώνωνται εξ ολοκλήρου εις βιωτικάς μερίμνας. Α' Κορ. 7,30 καὶ οἱ κλαίοντες ὡς μὴ κλαίοντες, καὶ οἱ χαίροντες ὡς μὴ χαίροντες, καὶ οἱ ἀγοράζοντες ὡς μὴ κατέχοντες, Α' Κορ. 7,30 Και εκείνοι που κλαίουν δια τας θλίψεις των, να είναι σαν να μη κλαίουν, διότι γρήγορα εις την σύντομον ροήν του χρόνου θα περάσουν και αυταί. Και εκείνοι που χαίρουν, να ζουν σαν να μη χαίρουν δια τον ίδιον λόγον. Και εκείνοι που αγοράζουν, σαν να μη κατέχουν, διότι πολύ γρήγορα θα τα αφήσουν. Α' Κορ. 7,31 καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι· παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου. Α' Κορ. 7,31 Και αυτοί, οι οποίοι χρησιμοποιούν και μεταχειρίζονται τα αγαθά του κόσμου τούτου, ας μη κάμουν κατάχρησιν, η οποία βλάπτει και το σώμα και την ψυχήν· διότι φεύγει ασυγκράτητα η εξωτερική μορφή του κόσμου τούτου. Α' Κορ. 7,32 θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμερίμνους εἶναι. ὁ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ· Α' Κορ. 7,32 Θέλω δε να είσθε απηλλαγμένοι από τας πολλάς και δυσκόλους φροντίδας του βίου τούτου. Ο άγαμος φροντίζει και ενδιαφέρεται δι' όσα παραγγέλλει και θέλει ο Κύριος. Φροντίζει πως να αρέση στον Κύριον (αυτή δε η φροντίδα είναι ειρηνική και χαρούμενη). Α' Κορ. 7,33 ὁ δὲ γαμήσας μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί. Α' Κορ. 7,33 Εκείνος όμως που ήλθεν εις γάμον, φροντίζει δια τα κοσμικά πράγματα, πως θα αρέση εις την γυναίκα του. Α' Κορ. 7,34 μεμέρισται καὶ ἡ γυνὴ καὶ ἡ παρθένος. ἡ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, ἵνα ᾖ ἁγία καὶ σώματι καὶ πνεύματι· ἡ δὲ γαμήσασα μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῷ ἀνδρί. Α' Κορ. 7,34 Υπάρχει διαφορά και διάκρισις μεταξύ της εγγάμου και εκείνης που ηθέλησε και έμεινε παρθένος. Η μείνασα παρθένος φροντίζει με όλην της την ψυχήν και επιδιώκει εκείνα που αρέσουν στον Κύριον, δια να είναι αγία και καθαρά κατά το σώμα και την ψυχήν. Η έγγαμος φροντίζει πολύ δια κοσμικά πράγματα, πως θα αρέση στον άνδρα της. Α' Κορ. 7,35 τοῦτο δὲ πρὸς τὸ ὑμῶν αὐτῶν συμφέρον λέγω, οὐχ ἵνα βρόχον ὑμῖν ἐπιβάλω, ἀλλὰ πρὸς τὸ εὔσχημον καὶ εὐπάρεδρον τῷ Κυρίῳ ἀπερισπάστως. Α' Κορ. 7,35 Λέγω δε αυτό περί της παρθενικής ζωής αποκλειστικά και μόνον προς το συμφέρον σας, όχι δια να σας βάλω θηλειά στον λαιμόν και να σας τραβήξω, χωρίς να το θέλετε, στον άγαμον βίον, αλλά δια να σας δείξω και να σας οδηγήσω εις μίαν σεμνήν ζωήν και διακεκριμένην θέσιν πλησίον του Κυρίου, χωρίς βιωτικούς περισπασμούς και φροντίδας. Α' Κορ. 7,36 Εἰ δέ τις ἀσχημονεῖν ἐπὶ τὴν παρθένον αὐτοῦ νομίζει, ἐὰν ᾖ ὑπέρακμος, καὶ οὕτως ὀφείλει γίνεσθαι ὃ θέλει ποιείτω· οὐχ ἁμαρτάνει· γαμείτωσαν. Α' Κορ. 7,36 Αν όμως κανένας πατέρας νομίζη, σύμφωνα με τας κρατούσας αντιλήψεις, ότι είναι εντροπήν και άσχημον πράγμα δι' αυτόν, που άφησε την κόρην του να περάση πλέον την ώριμον ηλικίαν δια τον γάμον και τα πράγματα φανερώνουν, ότι έτσι πρέπει να γίνη, δηλαδή ότι πρέπει να την υπανδρεύση, ας κάμη αυτό που θέλει, ας κάμη το καθήκον του. Τοιουτοτρόπως ενεργών δεν αμαρτάνει. Ας γίνη ο γάμος. Α' Κορ. 7,37 ὃς δὲ ἕστηκεν ἑδραῖος ἐν τῇ καρδίᾳ, μὴ ἔχων ἀνάγκην, ἐξουσίαν δὲ ἔχει περὶ τοῦ ἰδίου θελήματος, καὶ τοῦτο κέκρικεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, τοῦ τηρεῖν τὴν ἑαυτοῦ παρθένον, καλῶς ποιεῖ. Α' Κορ. 7,37 Εκείνος όμως που έχει σταθή ακλόνητος με αμετακίνητον την απόφασιν μέσα εις την καρδιά του και δεν αισθάνεται καμμίαν ανάγκην να αλλάξη γνώμην και έχει εξουσίαν να πορευθή σύμφωνα με το θέλημά του και έχει οριστικώς αποφασίσει μέσα του να κρατήση την παρθένον του άγαμον, καλά κάνει. Α' Κορ. 7,38 ὥστε καὶ ὁ ἐκγαμίζων καλῶς ποιεῖ, ὁ δὲ μὴ ἐκγαμίζων κρεῖσσον ποιεῖ. Α' Κορ. 7,38 Ώστε, λοιπόν, και εκείνος που υπανδρεύει την παρθένον του, καλά κάνει. Εκείνος όμως που, σύμφωνα και με την ιδικήν της θέλησιν, δεν την υπανδρεύει κάνει καλύτερα. Α' Κορ. 7,39 Γυνὴ δέδεται νόμῳ ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ζῇ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς· ἐὰν δὲ κοιμηθῇ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, ἐλευθέρα ἐστὶν ᾧ θέλει γαμηθῆναι, μόνον ἐν Κυρίῳ. Α' Κορ. 7,39 Κάθε άγγαμος γυναίκα, σύμφωνα με τον νόμον του Θεού, έχει δεθή με τον άνδρα της δια του γάμου, όσον καιρόν βέβαια ζη ο άνδρας της. Εάν όμως αποθάνη ο σύζυγός της, είναι ελευθέρα να υπανδρευθή όποιον θέλει, αλλά μόνον σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου. Α' Κορ. 7,40 μακαριωτέρα δέ ἐστιν ἐὰν οὕτω μείνῃ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην· δοκῶ δὲ κἀγὼ Πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν. Α' Κορ. 7,40 Κατά την γνώμην μου όμως είναι ευτυχεστέρα και περισσότερον κερδισμένη, εάν μείνη χήρα. Νομίζω δε ότι έχω και εγώ Πνεύμα Θεού, ώστε να μη κάνω λάθος εις τας γνώμας μου.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 8

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΕΙΔΩΛΟΘΥΤΑ

Α' Κορ. 8,1 Περὶ δὲ τῶν εἰδωλοθύτων, οἴδαμεν ὅτι πάντες γνῶσιν ἔχομεν. Α' Κορ. 8,1 Ας ομιλήσω τώρα δι' ένα άλλο θέμα. Δια τα ειδωλόθυτα, δια τα κρέατα δηλαδή που έχουν προσφερθή ως θυσία. Ξέρομεν ότι όλοι έχομεν γνώσιν· αυτό εννοείται. Α' Κορ. 8,2 ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ δὲ ἀγάπη οἰκοδομεῖ. εἰ δέ τις δοκεῖ εἰδέναι τι, οὐδέπω οὐδὲν ἔγνωκε καθὼς δεῖ γνῶναι· Α' Κορ. 8,2 Η γνώσις όμως χωρίς την ορθήν πράξιν οδηγεί εις κουφότητα και αλαζονεία, ενώ η αγάπη οικοδομεί και ωφελεί τον πλησίον. Εάν δε κανείς νομίζη ότι γνωρίζει κάτι, αυτός ακόμη δεν έχει γνωρίσει τίποτε, όπως πρέπει να το γνωρίζη εις βάθος και πλάτος. Α' Κορ. 8,3 εἰ δέ τις ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, οὗτος ἔγνωσται ὑπ᾿ αὐτοῦ. Α' Κορ. 8,3 Εάν όμως κανείς αγαπά τον Θεό, αυτός έχει γίνει πολύ γνωστός και οικείος και φίλος του Θεού, και παίρνει από τον Θεόν την αληθινήν γνώσιν. Α' Κορ. 8,4 Περὶ τῆς βρώσεως οὖν τῶν εἰδωλοθύτων οἴδαμεν ὅτι οὐδὲν εἴδωλον ἐν κόσμῳ, καὶ ὅτι οὐδεὶς Θεὸς ἕτερος εἰ μὴ εἷς. Α' Κορ. 8,4 Λοιπόν εις ότι αφορά το αν πρέπει να τρώγωμεν η όχι τα ειδωλόθυτα, γνωρίζομεν, ότι εις την πραγματικότητα κανένα είδωλον δεν υπάρχει στον κόσμον, και ότι κανένας άλλος Θεός δεν υπάρχει, ειμή μόνον ο ένας, ο αληθινός Θεός. Α' Κορ. 8,5 καὶ γὰρ εἴπερ εἰσὶ λεγόμενοι θεοὶ εἴτε ἐν οὐρανῷ εἴτε ἐπὶ τῆς γῆς, ὥσπερ εἰσὶ θεοὶ πολλοὶ καὶ κύριοι πολλοί, Α' Κορ. 8,5 Διότι και αν μερικοί φαντάζονται, ότι υπάρχουν πολλοί λεγόμενοι θεοί, είτε στον ουρανόν είτε εις την γην, όπως και πράγματι υπάρχουν πολλοί ψευδείς θεοί και πολλοί κύριοι εις την γην, και αυτοί είναι τα πονηρά πνεύματα Α' Κορ. 8,6 ἀλλ᾿ ἡμῖν εἷς Θεὸς ὁ πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς εἰς αὐτόν, καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, δι᾿ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς δι᾿ αὐτοῦ. Α' Κορ. 8,6 αλλά δι' ημάς τους χριστιανούς ένας μόνον Θεός υπάρχει, ο Πατήρ, από τον οποίον προέρχονται και πηγάζουν τα πάντα και δια τον οποίον ημείς όλοι οφείλομεν να ζώμεν και να αποβλέπωμεν ως προς το ύψιστον αγαθόν. Και ένας μόνος Κύριος υπάρχει, ο Ιησούς Χριστός, δια του οποίου έγιναν τα πάντα, δια του οποίου και ημείς εγεννήθημεν και αναγεννήθημεν. Α' Κορ. 8,7 Ἀλλ᾿ οὐκ ἐν πᾶσιν ἡ γνῶσις· τινὲς δὲ τῇ συνειδήσει τοῦ εἰδώλου ἕως ἄρτι ὡς εἰδωλόθυτον ἐσθίουσι, καὶ ἡ συνείδησις αὐτῶν ἀσθενὴς οὖσα μολύνεται. Α' Κορ. 8,7 Αλλ' αυτή η καθαρά και αγία γνώσις δεν υπάρχει εις όλους. Και απόδειξις ότι μερικοί από τους χριστιανούς έχουν μέσα εις την συνείδησίν των την πεποίθησιν ότι το είδωλον, που ελάτρευαν άλλοτε, είναι πραγματικός Θεός· και τρώγουν έως τώρα ακόμη τα κρέατα, σαν ιεράν θυσίαν, που έχει προσφερθή εις θεούς. Και το αποτέλεσμα είναι ότι η συνείδησίς των, που είναι ακόμη αδύνατος και αδιαφώτιστος, μολύνεται από αυτό που έκαναν και τους ελέγχει. Α' Κορ. 8,8 βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύωμεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα. Α' Κορ. 8,8 Μάθετε, λοιπόν, όλοι ότι το οιανδήποτε φάγητον και τα ειδωλόθυτα, δεν μας δίδουν ηθικήν αξίαν και δεν μας παρουσιάζουν ως εναρέτους και αρεστούς ενώπιον του Θεού. Διότι ούτε εάν φάγωμεν τα ειδωλόθυτα, με την ορθήν πεποίθησιν ότι αυτά είναι κοινά κρέατα, προχωρούμεν και πλεονάζομεν εις αρετήν ούτε εάν δεν φάγωμεν βραδυπορούμεν και καθυστερούμεν εις αυτήν Α' Κορ. 8,9 βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν. Α' Κορ. 8,9 Προσέχετε όμως μήπως η εξουσία, που σας δίδει η φωτισμένη σας πίστις να τρώγετε και τα ειδωλόθυτα, γίνη πρόσκομμα στους ασθενείς και αδυνάτους κατά την πίστιν. Α' Κορ. 8,10 ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν; Α' Κορ. 8,10 Διότι εάν κανείς από αυτούς ίδη σε, που έχεις την ορθήν γνώσιν και θεωρείσαι προωδευμένος χριστιανός, να στρογγυλοκάθεσαι και να τρώγης εις κάποιον τραπέζι ειδωλολατρικού ναού, δεν θα ενισχυθή η συνείδησις αυτού του αδελφού, ο οποίος είναι ασθενής κατά την πίστιν, να τρώγη τα ειδωλόθυτα με θρησκευτικήν ευλάβειαν; Α' Κορ. 8,11 καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι᾿ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν. Α' Κορ. 8,11 Και έτσι θα παρασυρθή πάλιν εις την ειδωλολατρείαν και θα χαθή εξ αιτίας της ιδικής σου γνώσεως ο ασθενής κατά την πίστιν αδελφός, δια τον οποίον εν τούτοις ο Χριστός εθυσιάσθη επάνω στον σταυρόν. Α' Κορ. 8,12 οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε. Α' Κορ. 8,12 Έτσι δε αμαρτάνοντες εναντίον των αδελφών και καταφέροντες κτυπήματα εις την ασθενή συνείδησίν των, αμαρτάνετε ενώπιον του Χριστού, διότι ματαιώνετε το έργον της σωτηρίας των αδελφών. Α' Κορ. 8,13 διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω. Α' Κορ. 8,13 Δι' αυτό εάν το φάγητον γίνεται αφορμή να κλονισθή εις την πίστιν και την χριστιανικήν ζωήν του ο αδελφός μου, δεν θα φάγω ποτέ κανένα είδος κρέατος δια να μη σκανδαλίσω τον αδελφόν μου. (Η θυσία των δικαιωμάτων αποτελεί καθήκον, όταν δι' αυτής προλαμβάνωμεν το σκάνδαλον, υποβοηθούμεν δε εις την αρετήν).

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 9

ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Α' Κορ. 9,1 Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ; Α' Κορ. 9,1 Εγώ δεν είμαι απόστολος όπως και οι άλλοι απόστολοι; Δεν είμαι ελεύθερος όπως και οι άλλοι χριστιανοί; Δεν έχω ιδεί και εγώ τον Ιησούν Χριστόν, τον Κύριον μας; Σεις οι Κορίνθιοι δεν είσθε το έργον μου, το οποίον με την χάριν του Κυρίου και εις δόξαν του Κυρίου έχω πραγματοποιήσει; Α' Κορ. 9,2 εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ. Α' Κορ. 9,2 Εάν, έστω, δι' άλλους ανθρώπους δεν είμαι απόστολος, αλλά δια σας οπωσδήποτε είμαι. Μαρτυρία και απόδειξις και επίσημος σφραγίς του αποστολικού μου αξιώματος και έργου είσθε σεις με την χάριν του Κυρίου. Α' Κορ. 9,3 ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί. Α' Κορ. 9,3 Η απολογία μου εις εκείνους, οι οποίοι μου κάνουν ανάκρισιν και ερευνούν με καχυποψίαν να μάθουν, αν είμαι Απόστολος, είναι αυτή ακριβώς, το έργον που έχω κάμει εις σας. Α' Κορ. 9,4 Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν; Α' Κορ. 9,4 Και, λοιπόν, μήπως εγώ και οι συνεργάται μου δεν έχομεν δικαίωμα να φάγωμεν και να πίωμεν αυτά που μας προσφέρουν οι μαθηταί μας δια την διατροφήν μας; Α' Κορ. 9,5 μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς; Α' Κορ. 9,5 Μήπως δεν έχομεν και ημείς δικαίωμα να έχωμεν μαζή μας ανά τας διαφόρους περιοδείας μας Χριστιανήν αδελφήν, δια να μας υπηρετή, (όπως και οι άλλοι Απόστολοι και οι λεγόμενοι αδελφοί του Κυρίου και ο Κηφάς; Α' Κορ. 9,6 ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι; Α' Κορ. 9,6 Ή μόνος εγώ και ο Βαρνάβας δεν έχομεν δικαίωμα να εργαζώμεθα βιοποριστικόν έργον, (όπως και οι άλλοι απόστολοι) και να ζώμεν από τα βοηθήματα, που με αγάπην θα μας προσφέρουν οι μαθηταί μας; Α' Κορ. 9,7 τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; ἢ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει; Α' Κορ. 9,7 Σας ερωτώ· ποιός ποτέ στρατιώτης παίρνει μέρος εις μίαν εκστρατείαν, εις ένα πόλεμον και πληρώνει ο ίδιος την τροφήν και τον οπλισμόν του; Ποιός φυτεύει αμπέλι και από τον καρπόν αυτού δεν τρώγει; Ή ποιός βόσκει ποίμνιον και δεν τρώγει από το γάλα του ποιμνίου; ( Ημείς οι Απόστολοι είμεθα και στρατιώται του Χριστού και εργάται του αμπελώνος του και ποιμένες των λογικών του προβάτων. Σας ερωτώ λοιπόν· είναι λογικόν και νοητόν να μη τρεφώμεθα από το έργον και νοητόν να μη τρεφώμεθα από το έργον μας;) Α' Κορ. 9,8 Μὴ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ; ἢ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει; Α' Κορ. 9,8 Αλλά μήπως αυτά που σας λέγω είναι παρμένα από τας συνηθείας των ανθρώπων μόνο; Ή μήπως δεν λέγει τα ίδια και ο μωσαϊκός νόμος; Α' Κορ. 9,9 ἐν γὰρ τῷ Μωϋσέως νόμῳ γέγραπται· οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα. μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; Α' Κορ. 9,9 Διότι και στον Νόμον του Μωϋσέως έχει γραφή· “δεν θα βάλης φίμωτρον και δεν θα δέσης το στόμα του βωδιού που αλωνίζει”· θα του το αφήσης ελεύθερον να τρώγη και κάτι από τα στάχυα που αλωνίζει. Μήπως ο Θεός σαν Νομοθέτης ενδιαφέρεται δια τα βόδια; Α' Κορ. 9,10 ἢ δι᾿ ἡμᾶς πάντως λέγει; δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη, ὅτι ἐπ᾿ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ᾿ ἐλπίδι. Α' Κορ. 9,10 Ή δεν είναι λογικώτερον να πιστεύσωμεν, μήπως δι' ημάς πάντως δίδη αυτήν την εντολήν; Ναι δι' ημάς το λέγει. Διότι δι' ημάς τους πνευματικούς εργάτας έχει γραφή στον Νόμον ότι ο γεωργός με την ελπίδα ότι θα απολαύση και ο ίδιος από την εσοδείαν, οφείλει να οργώνη και να καλλιεργή. Και εκείνος που γεμάτος ελπίδα αλωνίζει οφείλει να μετέχη εις την ελπίδα, ότι θα απολαύση τους καρπούς των κόπων του. Α' Κορ. 9,11 Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν; Α' Κορ. 9,11 Λοιπόν και ημείς οι πνευματικοί εργάται, εάν εσπείραμεν εις σας τον σπόρον της θείας αληθείας και σας μετεδώσαμεν τας πνευματικάς δωρεάς του Θεού, είναι μεγάλο και παράδοξον πράγμα, εάν και ημείς θερίσωμεν και πάρωμεν προς συντήρησιν μας μερικά από τα υλικά αγαθά σας; Α' Κορ. 9,12 εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς; ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν, ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ. Α' Κορ. 9,12 Εάν άλλοι έχουν απέναντί σας αυτό το δικαίωμα, να τρέφωνται δηλαδή από σας, δεν πρέπει πολύ περισσότερον να το έχωμεν ημείς; (Ποίος από σας και ποίος λογικός άνθρωπος θα πη όχι;). Και εν τούτοις ημείς δεν εκάμαμεν χρήσιν αυτών των δικαιωμάτων μας, αλλ' υποφέρομεν αντιθέτως τα πάντα και πείναν και δίψαν και γυμνότητα, δια να μη δώσωμεν ουδέ την παραμικροτέραν δυσκολίαν, ούτε το παραμικρότερον εμπόδιον εις την απρόσκοπον διάδοσιν του Ευαγγελίου του Χριστού. Α' Κορ. 9,13 οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ τὰ ἱερὰ ἐργαζόμενοι ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἐσθίουσιν, οἱ τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντες τῷ θυσιαστηρίῳ συμμερίζονται; Α' Κορ. 9,13 Δεν γνωρίζετε, ότι αυτοί που υπηρετούν στο ιερόν και υποβοηθούν εις την λατρείαν, όπως είναι οι Λευΐται, τρώγουν και τρέφονται από εκείνα, που προσφέρονται ως θυσία στον ναόν; Οι ιερείς και οι αρχιερείς των Εβραίων, οι οποίοι με ζήλον εργάζονται κοντά στο θυσιαστήριον και προσφέρουν τας θυσίας, δεν μοιράζονται μαζή με το θυσιαστήριον τας θυσίας; Α' Κορ. 9,14 οὕτω καὶ ὁ Κύριος διέταξε τοῖς τὸ εὐαγγέλιον καταγγέλλουσιν ἐκ τοῦ εὐαγγελίου ζῆν. Α' Κορ. 9,14 Έτσι και τώρα ο Κύριος έδωσεν εντολήν δι' εκείνους, που κηρύττουν το Ευαγγέλιον της σωτηρίας να ζουν από το Ευαγγέλιον, δηλαδή από τους πιστούς, που δέχονται το ευαγγελικόν κήρυγμα. Α' Κορ. 9,15 ἐγὼ δὲ οὐδενὶ ἐχρησάμην τούτων. Οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα ἵνα οὕτω γένηται ἐν ἐμοί· καλὸν γάρ μοι μᾶλλον ἀποθανεῖν ἢ τὸ καύχημά μου ἵνα τις κενώσῃ. Α' Κορ. 9,15 Εγώ όμως δεν έκαμα χρήσιν κανενός από τα δικαιώματα αυτά. Δεν σας τα έγραψα δε αυτά, δια να γίνεται έτσι απ' εδώ και πέρα και εις εμέ, να μου προσφέρωνται δηλαδή από σας όσα χρειάζονται δια την συντήρησίν μου. Διότι εγώ προτιμώ να πεθάνω μάλλον από την στέρησιν και την ταλαιπωρίαν επάνω εις την εργασίαν του Ευαγγελίου, παρά να κάμη κανείς κενόν και άνευ περιεχομένου το καύχημά μου, το ότι δηλαδή κηρύττω το ευαγγέλιον του Χριστού χωρίς να επιβαρύνω κανένα. Α' Κορ. 9,16 ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστι μοι καύχημα· ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται· οὐαὶ δὲ μοί ἐστιν ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι· Α' Κορ. 9,16 Μολονότι και το κηρύττω το Ευαγγέλιον δεν μου δίδει κανένα δικαίωμα να καυχώμαι, διότι το αποστολικόν έργον είναι δι' εμέ ανάγκη και υποχρέωσις, με την οποίαν ο Κύριος με ετίμησε. Αλλοίμονόν μου δε εάν δεν εκπληρώσω αυτήν την αποστολήν και παύσω να κηρύττω το Ευαγγέλιον. Α' Κορ. 9,17 εἰ γὰρ ἑκὼν τοῦτο πράσσω, μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οἰκονομίαν πεπίστευμαι. Α' Κορ. 9,17 Διότι εάν κάμνω αυτό το έργον από ιδικήν μου καλήν διάθεσιν και πρωτοβουλίαν, χωρίς να μο έχη δοθή από κανένα τέτοια εντολήν, τότε θα είχα το δικαίωμα να ζητώ μισθόν. Εάν όμως το κάμνω όχι από ιδικήν μου πρωτοβουλίαν, αλλ' ως εντολήν, τότε είμαι ένας οικονόμος, στον οποίον ο Κύριος έχει εμπιστευθή την διαχείρησιν αυτής της πνευματικής εξουσίας. Α' Κορ. 9,18 τίς οὖν μοί ἐστιν ὁ μισθός; ἵνα εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον θήσω τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι τῇ ἐξουσίᾳ μου ἐν τῷ εὐαγγελίῳ. Α' Κορ. 9,18 Ποίος λοιπόν είναι ο μισθός μου και η καύχησίς μου εις την περίστασιν αυτήν; Είναι αυτός· να κηρύττω το Ευαγγέλιον του Χριστού και ως ανεκτίμητον αξίαν να το προσφέρω στους ακροατάς μου, χωρίς να τους επιβαρύνω με δαπάνας δια την συντήρισίν μου· και έτσι να μη κάμνω καμμίαν απολύτως χρήσιν του δικαιώματος, που μου δίδει αυτό τούτο το Ευαγγέλιον. Α' Κορ. 9,19 Ἐλεύθερος γὰρ ὢν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα, ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω· Α' Κορ. 9,19 Επί τη ευκαιρία δε πρέπει να σας είπω ότι και άλλας θυσίας έχω κάμει. Διότι αν και ήμουν ελεύθερος από όλους, χωρίς κανένα κύριον επί του εαυτού μου, εν τούτοις έκαμα τον εαυτόν μου δούλον εις όλους, δια να κερδήσω στον Χριστόν τους περισσοτέρους. Α' Κορ. 9,20 καὶ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω· τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω· Α' Κορ. 9,20 Και έγινα μεταξύ των Ιουδαίων σαν Ιουδαίος, δια να κερδήσω Ιουδαίους· εις εκείνους που ευρίσκοντο υπό την εξουσίαν του μωσαϊκού νόμου έγινα σαν να ήμουν και εγώ υπό Νόμον, δια να κερδήσω τους υπό Νόμον. Α' Κορ. 9,21 τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὢν ἄνομος Θεῷ, ἀλλ᾿ ἔννομος Χριστῷ, ἵνα κερδήσω ἀνόμους· Α' Κορ. 9,21 Εις τους εθνικούς που δεν είχαν τον μωσαϊκόν νόμον, έγινα σαν άνομος χωρίς φυσικά ποτέ να παραβώ νόμον Θεού, αλλά ζων σύμφωνα με τον νόμον του Χριστού, δια να κερδήσω τους ανόμους. Α' Κορ. 9,22 ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω· τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω. Α' Κορ. 9,22 Εις τους ασθενείς κατά την πίστιν και την αρετήν χριστιανούς έγινα κι' εγώ σαν ασθενής, δια να κερδήσω εις Χριστόν τους ασθενείς. Εις όλους έγινα τα πάντα, χωρίς βέβαια να παραβώ ποτέ το θέλημα του Θεού, δια να σώσω με κάθε τίμημα και θυσίαν έστω και μερικούς. Α' Κορ. 9,23 Τοῦτο δὲ ποιῶ διὰ τὸ εὐαγγέλιον, ἵνα συγκοινωνὸς αὐτοῦ γένωμαι. Α' Κορ. 9,23 Αυτό δε το πράττω δια το Ευαγγέλιον του Χριστού, δια να γίνω και εγώ μαζή με τους άλλους πιστούς συμμέτοχος εις την χάριν και τας δωρεάς, που παρέχει. Α' Κορ. 9,24 οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἐν σταδίῳ τρέχοντες πάντες μὲν τρέχουσιν, εἷς δὲ λαμβάνει τὸ βραβεῖον; οὕτω τρέχετε, ἵνα καταλάβητε. Α' Κορ. 9,24 Δεν γνωρίζετε τι συμβαίνει με αυτούς που τρέχουν στο στάδιον; Ότι δηλαδή όλοι τρέχουν, ένας όμως παίρνει το βραβείον; Έτσι και σεις, να τρέχετε με ενθουσιασμόν και επιμονήν τον δρόμον της αρετής, δια να κερδήσετε όλοι, και όχι ένας μόνον, το βραβείον. Α' Κορ. 9,25 πᾶς δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται, ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν, ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον. Α' Κορ. 9,25 Έχετε δε βέβαια υπ' όψιν σας, ότι κάθε αθλητής εγκρατεύεται από όλα, φαγητά, ποτά, κ.λ.π. εκείνοι μεν δια να πάρουν έναν φθαρτόν στέφανον, ημείς δε δια να πάρωμεν από τον Θεόν τον άφθαρτον στέφανον. Α' Κορ. 9,26 ἐγὼ τοίνυν οὕτω τρέχω, ὡς οὐκ ἀδήλως, οὕτω πυκτεύω, ὡς οὐκ ἀέρα δέρων, Α' Κορ. 9,26 Εγώ, λοιπόν, έτσι τρέχω και αγωνίζομαι, όχι εις την τύχην και χωρίς σκοπόν, αλλά με συγκεκριμένον σκοπόν. Έτσι πυγμαχώ προς κάτι ωρισμένον και όχι σαν να γρονθοκοπώ αέρα. Α' Κορ. 9,27 ἀλλ᾿ ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι. Α' Κορ. 9,27 Αλλά ταλαιπωρώ το σώμα μου και το υποβάλλω εις σκληράν πειθαρχίαν και δουλείαν μήπως τυχόν ενώ θα έχω κηρύξει και καλέσει άλλους εις σωτηρίαν, εγώ αποδοκιμασθώ από τον Θεόν.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 10

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ

Α' Κορ. 10,1 Οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν πάντες ὑπὸ τὴν νεφέλην ἦσαν, καὶ πάντες διὰ τῆς θαλάσσης διῆλθον, Α' Κορ. 10,1 Δεν θέλω δε, αδελφοί, να αγνοήτε, ότι οι πρόγονοι ημών των Ισραηλιτών όλοι ήσαν κάτω από την σκέπην της νεφέλης και όλοι επέρασαν ασφαλείς και υγιείς δια μέσου της θαλάσσης. Α' Κορ. 10,2 καὶ πάντες εἰς τὸν Μωϋσῆν ἐβαπτίσαντο ἐν τῇ νεφέλῃ καὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ, Α' Κορ. 10,2 Και όλοι δια του Μωϋσέως και μαζή με τον Μωϋσήν επήραν σαν ένα ειδός βαπτίσματος εις την νεφέλην και εις την θάλασσαν (πράγμα το οποίον ετόνωσε τους δεσμούς μεταξύ των, ως ενός λαού του Θεού). Α' Κορ. 10,3 καὶ πάντες τὸ αὐτὸ βρῶμα πνευματικὸν ἔφαγον, Α' Κορ. 10,3 Και όλοι έφαγαν την αυτήν τροφήν, το μάννα, το οποίον το Πνεύμα του Θεού τους έδιδε. Α' Κορ. 10,4 καὶ πάντες τὸ αὐτὸ πόμα πνευματικὸν ἔπιον· ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός. Α' Κορ. 10,4 Και όλοι έπιαν το αυτό ποτόν, το οποίον το Πνεύμα το Άγιον τους προσέφερε. Διότι έπιναν από υπερφυσικήν και αόρατον, από πνευματικήν πέτραν, που τους ακολουθούσε· αυτή δε η πέτρα ήτο ο Χριστός. Α' Κορ. 10,5 ἀλλ᾿ οὐκ ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν εὐδόκησεν ὁ Θεός· κατεστρώθησαν γὰρ ἐν τῇ ἐρήμῳ. Α' Κορ. 10,5 Αλλά, καίτοι όλοι επήραν τας δωρεάς αυτάς του Πνεύματος, ο Θεός δεν ευηρεστήθη και δεν έδωσε την ειδικήν ευμένειάν του στους περισοτέρους από αυτούς. Και τούτο, επειδή οι περισσότεροι παρέβησαν το θέλημά του, ετιμωρήθησαν από τον Θεόν, και έπεσαν κάτω νεκροί εις την έρημον γην. Α' Κορ. 10,6 Ταῦτα δὲ τύποι ἡμῶν ἐγενήθησαν, εἰς τὸ μὴ εἶναι ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύμησαν. Α' Κορ. 10,6 Αυτά όλα έγιναν προφητικά σύμβολα και αλληγορίαι δι' ημάς και μας διδάσκουν να μη κυριευώμεθα από επιθυμίας κακών και αμαρτωλών πραγμάτων, όπως εκείνοι επεθύμησαν. Α' Κορ. 10,7 μηδὲ εἰδωλολάτραι γίνεσθε, καθώς τινες αὐτῶν, ὡς γέγραπται· ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν, καὶ ἀνέστησαν παίζειν. Α' Κορ. 10,7 Ούτε δε να γίνεσθε ειδωλολάτραι τρώγοντες με ευλάβειαν τα ειδωλόθυτα, όπως έγιναν μερικοί από εκείνους, καθώς έχει γραφή εις την Παλαιάν Διαθήκην· “εκάθισεν ο λαός να φάγη και να πίη και εσηκώθησαν έπειτα να παίξουν και να χορεύσουν προς τιμήν και λατρείαν του ειδώλου, του χρυσού μόσχου που είχαν στήσει”. Α' Κορ. 10,8 μηδὲ πορνεύωμεν, καθώς τινες αὐτῶν ἐπόρνευσαν καὶ ἔπεσον ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ εἰκοσιτρεῖς χιλιάδες. Α' Κορ. 10,8 Ακόμη δε ας μη παρασυρώμεθα ποτέ από την πορνείαν, όπως μερικοί από αυτούς επόρνευσαν και εις μίαν ημέραν έπεσαν κάτω νεκροί είκοσι τρεις χιλιάδες. Α' Κορ. 10,9 μηδὲ ἐκπειράζωμεν τὸν Χριστόν, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐπείρασαν καὶ ὑπὸ τῶν ὄφεων ἀπώλοντο. Α' Κορ. 10,9 Ούτε να ζητούμεν να δοκιμάσωμεν, εάν ο Χριστός θα μας φυλάξη από τους κινδύνους της αμαρτίας και της ειδωλολατρείας, όπως και μερικοί από εκείνους επείραξαν τότε τον Θεόν και δια την παράβασίν των αυτήν επέθαναν δαγκωμένοι από τα δηλητηριώδη φίδια. Α' Κορ. 10,10 μηδὲ γογγύζετε, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐγόγγυσαν καὶ ἀπώλοντο ὑπὸ τοῦ ὀλοθρευτοῦ. Α' Κορ. 10,10 Και μη γογγύζετε εις καιρόν θλίψεων εναντίων του Θεού, όπως και μερικοί από εκείνους εγόγγυσαν και εξωλοθρεύθησαν από τον εξολοθρευτήν άγγελον. Α' Κορ. 10,11 ταῦτα δὲ πάντα τύποι συνέβαινον ἐκείνοις, ἐγράφη δὲ πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν, εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησεν. Α' Κορ. 10,11 Όλαι δε αυταί αι τιμωρίαι επεβλήθησαν εις εκείνους, διότι έτσι έπρεπε να γίνη. Αλλ' αυτά ήσαν και προφητικά σύμβολα· εγράφησαν και δια την νουθεσίαν και καθοδήγησιν ημών των σημερινών πιστών, στους οποίους κατέληξαν οι τελευταίοι χρόνοι της προχριστιανικής περιόδου και ήρχισεν η νέα εποχή της χάριτος του Χριστού. Α' Κορ. 10,12 Ὥστε ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ. Α' Κορ. 10,12 Ας τα έχωμεν, λοιπόν, υπ' όψιν αυτά ημείς οι σημερινοί χριστιανοί, ώστε εκείνος που νομίζει, ότι στέκεται καλά εις την πίστιν, ας προσέχη μήπως πέση, όπως έπεσαν οι Εβραίοι τότε. Α' Κορ. 10,13 πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ ἀνθρώπινος· πιστὸς δὲ ὁ Θεός, ὃς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε, ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν. Α' Κορ. 10,13 Πειρασμός βέβαια μεγάλος έως τώρα δεν σας έχει καταλάβει, ειμή μόνον μικροπειρασμοί προσωρινοί, τους οποίους ημπορεί να υποστή και να υπερνικήση ο άνθρωπος. Εάν δε στο μέλλον παρουσιασθον μεγάλοι πειρασμοί, μη λησμονείτε, ότι είναι αξιόπιστος ο Θεός, ο οποίος δεν θα σας αφήση να πειρασθήτε παραπάνω από την δύναμιν σας, αλλά μαζή με τον πειρασμόν θα ανοίξη και διέξοδον, ώστε να βγήτε από τον περιρασμόν και θα σας δώση την δύναμιν να τον υπομείνετε. Α' Κορ. 10,14 Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας. Α' Κορ. 10,14 Δι' αυτό ακριβώς, αγαπητοί μου, φεύγετε μακρυά από την ειδωλαλατρείαν, από τας θυσίας, τα έθιμα και την ζωήν των ειδωλολατρών (χωρίς να φοβηθήτε τας παρεξηγήσεις και τους πειρασμούς εκ μέρους αυτών). Α' Κορ. 10,15 ὡς φρονίμοις λέγω· κρίνατε ὑμεῖς ὅ φημι. Α' Κορ. 10,15 Ομιλώ προς σας, ως προς ανθρώπους συνετούς και λογικούς, κρίνατε και σεις αυτό το οποίον θα σας πω· Α' Κορ. 10,16 τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; Α' Κορ. 10,16 Το ποτήριον, το οποίον ο ίδιος ο Κύριος ηυλόγησε κατά τον μυστικόν δείπνον, και το οποίον ημείς με προσευχήν, με ευχαριστίας και δεήσεις αγιάζομεν, σύμφωνα προς το θέλημά του, δεν είναι κοινωνία και συμμετοχή στο αίμα του Χριστού; Ο άρτος, τον οποίον στο μυστήριον της θείας Ευχαριστίας κόπτομεν εις τεμάχια και μοιραζόμεθα μεταξύ μας, δεν είναι κοινωνία του σώματος του Χριστού; Α' Κορ. 10,17 ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν. Α' Κορ. 10,17 Επειδή δε ένας είναι ο άρτος, από τον οποίον κοινωνούμεν, ένα πνευματικόν σώμα είμεθα οι πολλοί. Διότι όλοι από τον ένα άρτον, το σώμα του Κυρίου, μετέχομεν, και δι' αυτού ενωνόμεθα όλοι μεταξύ μας. Α' Κορ. 10,18 βλέπετε τὸν Ἰσραὴλ κατὰ σάρκα· οὐχὶ οἱ ἐσθίοντες τὰς θυσίας κοινωνοὶ τοῦ θυσιαστηρίου εἰσί; Α' Κορ. 10,18 Κυττάξατε τους Ισραηλίτας οι οποίοι είναι μόνον κατά σάρκα και όχι κατά πνεύμα απόγονοι των πατριαρχών· αυτοί οι οποίοι τρώγουν τας θυσίας που προσφέρονται στο ιερόν της Ιερουσαλήμ, δεν είναι κοινωνοί και συμμέτοχοι του θυσιαστηρίου; (Έτσι και όσοι τρώγουν με πίστιν τας θυσίας των ειδώλων γίνονται συμμέτοχοι και κοινωνοί των ειδώλων). Α' Κορ. 10,19 τί οὖν φημί; ὅτι εἴδωλόν τί ἐστιν; ἢ ὅτι εἰδωλόθυτόν τί ἐστιν; Α' Κορ. 10,19 Λοιπόν, τι λέγω; Ότι υπάρχει πράγματι στον κόσμον αυτόν είδωλον, που εικονίζει αληθινόν Θεόν; Ή ότι το ειδωλόθυτον είναι κάτι που εγκλείει κάποιαν ιερότητα και δύναμιν; Όχι βέβαια. Α' Κορ. 10,20 ἀλλ᾿ ὅτι ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει καὶ οὐ Θεῷ· οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι. Α' Κορ. 10,20 Αλλά λέγω, ότι τα ζώα και αι άλλαι προσφοραί, που θυσιάζουν οι ειδωλολάτραι, “τα θυσιάζουν εις τα δαιμόνια, και όχι στον Θεόν”. Εγώ, λοιπόν, δεν θέλω να γίνεσθε σεις συμμέτοχοι και κοινωνοί των δαιμονίων. Α' Κορ. 10,21 οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καὶ ποτήριον δαιμονίων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καὶ τραπέζης δαιμονίων. Α' Κορ. 10,21 Δεν ημπορείτε και δεν πρέπει να πίνετε το ποτήριον του Κυρίου, το ποτήριον της θείας Ευχαρηστίας, και κατόπιν να πίνετε από το ποτήριον του οίνου που προσφέρεται ως σπονδή και θυσία εις τα δαιμόνια. Δεν ημπορείτε να μετέχετε εις την τράπεζαν του Κυρίου και εις την τράπεζαν των δαιμονίων. Α' Κορ. 10,22 ἢ παραζηλοῦμεν τὸν Κύριον; μὴ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ ἐσμεν; Α' Κορ. 10,22 Η παρακινούμεν εις ζηλοτυπίαν και παροργίζομεν τον Κύριον εναντίον μας; Και μήπως τάχα είμεθα ισχυρότεροι από αυτόν, δια να αντικρύσωμεν την δικαίαν οργήν του;

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΚΑΝΕΤΕ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Α' Κορ. 10,23 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει. πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα οἰκοδομεῖ. Α' Κορ. 10,23 Όλα έχω το δικαίωμα να τα πράττω, αλλά δεν είναι συμφέρον και ωφέλιμον δι' εμέ να τα πράττω όλα. Όλα έχω το δικαίωμα να τα κάνω, αλλά δεν οικοδομούν όλα στο έργον της σωτηρίας. Α' Κορ. 10,24 μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος. Α' Κορ. 10,24 Κανείς δε, παρασυρόμενος από την φιλαυτίαν του, να μη επιζητή ότι του αρέσει ή ότι τον εξυπηρετή, αλλ' ας επιδιώκη και ας ενδιαφέρεται ο καθένας και δια το καλόν του άλλου. Α' Κορ. 10,25 Πᾶν τὸ ἐν μακέλλῳ πωλούμενον ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν· Α' Κορ. 10,25 Έτσι κάθε κρέας που πωλείται στο κρεοπωλείον, χωρίς να εξετάζετε από που προέρχεται, ας το τρώγετε, δια να μη δίδετε και αφορμήν ταραχής εις την συνείδησίν σας. Α' Κορ. 10,26 τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. Α' Κορ. 10,26 Ας σκέπτεσθε δε, ότι όχι μόνον τα κρέατα, αλλ' “όλη η γη και τα εν αυτή ανήκουν στον Κύριον”. Α' Κορ. 10,27 εἰ δέ τις καλεῖ ὑμᾶς τῶν ἀπίστων καὶ θέλετε πορεύεσθαι, πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν. Α' Κορ. 10,27 Εάν δε σας προσκαλή εις φάγητον κάποιος από τους απίστους και θέλετε να πάτε, τρώγετε κάθε τι που παρατίθεται εις την τράπεζαν, χωρίς να εξετάζεται από που προέρχεται, δια να μη δώσετε αφορμήν τύψεων εις την συνείδησίν σας. Α' Κορ. 10,28 ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ, τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μὴ ἐσθίετε δι᾿ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν συνείδησιν· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. Α' Κορ. 10,28 Εάν όμως σας πη κανείς “αυτό που παρατίθεται είναι ειδωλόθυτον”, μη το τρώτε, όχι διότι είναι μολυσμένον, αλλά δι' εκείνον, που σας το κατέστησε γνωστόν και δια την συνείδησίν του, η οποία είναι επόμενον να τον τύψη εάν φάγη και αυτός και να εξεγερθή και σκανδαλισθή εναντίον σας, εάν αυτός μεν δεν φάγη, φάγετε όμως σεις. Πάλιν όμως σας επαναλαμβάνω, ότι τα πάντα ανήκουν στον Κύριον, διότι του Κυρίου είναι η γη και κάθε τι που την γεμίζει. Α' Κορ. 10,29 συνείδησιν δὲ λέγω οὐχὶ τὴν ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑτέρου. ἱνατί γὰρ ἡ ἐλευθερία μου κρίνεται ὑπὸ ἄλλης συνειδήσεως; Α' Κορ. 10,29 Συνείδησιν δε λέγω όχι την ιδικήν σου, αλλά του άλλου. Ίσως όμως ερωτήση κανείς· διατί η ελευθερία, την οποίαν έχω από τον Θεόν να τρώγω και από τα ειδωλόθυτα ακόμη, να κρίνεται και να καταδικάζεται από την συνείδησιν του άλλου; Α' Κορ. 10,30 εἰ ἐγὼ χάριτι μετέχω, τί βλασφημοῦμαι ὑπὲρ οὗ ἐγὼ εὐχαριστῷ; Α' Κορ. 10,30 Εάν δε εγώ, πληροφορημένος την αλήθειαν από την χάριν του Θεού, τρώγω κάθε είδος κρέατος, διατί κατηγορούμαι δια την πράξιν μου αυτήν, δια την οποίαν μάλιστα εγώ ευχαριστώ και δοξολογώ τον Θεόν; Α' Κορ. 10,31 Εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε. Α' Κορ. 10,31 Δυο όμως πράγματα πρέπει να έχετε υπ' όψιν σας. Πρώτον είτε τρώγετε είτε πίνετε είτε οτιδήποτε άλλο πράττετε, όλα να τα κάμνετε εις δόξαν Θεού. Α' Κορ. 10,32 ἀπρόσκοπτοι γίνεσθε καὶ Ἰουδαίοις καὶ Ἕλλησι καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ, Α' Κορ. 10,32 Δεύτερον να μη παρέχετε πρόσκομμα και αφορμήν σκανδάλου εις κανέναν· ούτε στους Ιουδαίους ούτε στους Έλληνας, ούτε εις την Εκκλησίαν του Θεού. Α' Κορ. 10,33 καθὼς κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι. Α' Κορ. 10,33 Να φέρεσθε όπως εγώ, ο οποίος δι' όλα και εις όλους είμαι ευάρεστος, διότι δεν ζητώ αυτό που εγωϊστικώς με συμφέρει αλλά αυτό που συμφέρει και ωφελεί τους πολλούς, δια να σωθούν.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 11

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

Α' Κορ. 11,1 Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ. Α' Κορ. 11,1 Γίνεσθε μιμηταί μου, όπως και εγώ έγινα και είμαι μιμητής του Χριστού. Α' Κορ. 11,2 Ἐπαινῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, ὅτι πάντα μου μέμνησθε καὶ καθὼς παρέδωκα ὑμῖν τὰς παραδόσεις κατέχετε. Α' Κορ. 11,2 Σας επαινώ δε, αδελφοί, διότι πράγματι εις όλα με ενθυμείσθε και κρατείτε στερεά τας διδασκαλίας, τας οποίας σας έχω παραδώσει προφορικώς. Α' Κορ. 11,3 θέλω δὲ ὑμᾶς εἰδέναι ὅτι παντὸς ἀνδρὸς ἡ κεφαλὴ ὁ Χριστός ἐστι, κεφαλὴ δὲ γυναικὸς ὁ ἀνήρ, κεφαλὴ δὲ Χριστοῦ ὁ Θεός. Α' Κορ. 11,3 Θέλω δε ακόμη να γνωρίζετε ότι κάθε χριστιανού ανδρός η κεφαλή, που τον διευθύνει και τον κυβερνά προς το καλόν, είναι ο Χριστός. Κεφαλή δε της γυναικός είναι ο σύζυγος της. Κεφαλή δε του ένανθρωπήσαντος Χριστού είναι ο Θεός. Α' Κορ. 11,4 πᾶς ἀνὴρ προσευχόμενος ἢ προφητεύων κατὰ κεφαλῆς ἔχων καταισχύνει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. Α' Κορ. 11,4 Κάθε άνδρας, που προσεύχεται ή φωτισμένος από το Άγιον Πνεύμα προλέγει, φανερώνει και διδάσκει το θέλημα του Θεού, όταν έχη κάλυμμα εις την κεφαλήν, κατεντροπιάζει την κεφαλήν του, διότι το κάλυμμα είναι σύμβολον υποτελείας και κατάλοιπον ιουδαϊκών καταργηθέντων πλέον τύπων. Α' Κορ. 11,5 πᾶσα δὲ γυνὴ προσευχομένη ἢ προφητεύουσα ἀκατακαλύπτῳ τῇ κεφαλῇ καταισχύνει τὴν κεφαλὴν ἑαυτῆς· ἓν γάρ ἐστι καὶ τὸ αὐτὸ τῇ ἐξυρημένῃ. Α' Κορ. 11,5 Κάθε δε γυναίκα, η οποία εξ αντιθέτου, όταν προσεύχεται ή όταν φανερώνη το θέλημα του Θεού έχει ακάλυπτον την κεφαλήν, κατεντροπιάζει την κεφαλήν της, διότι παρουσιάζεται ότι στασιάζει κατά του ανδρός, διεκδικεί εξουσίαν ανδρός και ότι επί πλέον είναι άσεμνος. Διότι καταπίπτει εις την ιδίαν άκοσμον κατάστασιν με την γυναίκα εκείνην, η οποία έχει ξυρίσει την καφαλήν της. Α' Κορ. 11,6 εἰ γὰρ οὐ κατακαλύπτεται γυνή, καὶ κειράσθω· εἰ δὲ αἰσχρὸν γυναικὶ τὸ κείρασθαι ἢ ξυρᾶσθαι κατακαλυπτέσθω. Α' Κορ. 11,6 Διότι εάν δεν έχη ένα σεμνόν κάλυμμα εις την κεφαλήν η γυναίκα, ας κουρεύεται τότε όπως και ο άνδρας. Εάν δε είναι απρεπές και αηδές εις την γυναίκα το να κουρεύεται, ή το να ξυρίζεται, τότε ας καλύπτεται καλά. Α' Κορ. 11,7 ἀνὴρ μὲν γὰρ οὐκ ὀφείλει κατακαλύπτεσθαι τὴν κεφαλήν, εἰκὼν καὶ δόξα Θεοῦ ὑπάρχων· γυνὴ δὲ δόξα ἀνδρός ἐστι. Α' Κορ. 11,7 Διότι ο μεν άνδρας δεν πρέπει να καλύπτη την κεφαλήν, επειδή είναι εικών και καθρέπτης της δόξης του Θεού, όπως επλάσθη απ' αρχής. Η δε γυναίκα, μόνη βοηθός αυτή και ανταξία του ανδρός από όλα τα άλλα δημιουργήματα, είναι δόξα του ανδρός. Α' Κορ. 11,8 οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός· Α' Κορ. 11,8 Είναι άλλωστε ανώτερος ο άνδρας από την γυναίκα, όπως φαίνεται και εκ του γεγονότος, ότι δεν έγινε ο άνδρας από την γυναίκα, αλλά η γυναίκα από τον άνδρα. Α' Κορ. 11,9 καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα. Α' Κορ. 11,9 Και διότι επί πλέον δεν επλάσθη από τον Θεόν ο άνδρας δια να βοηθή την γυναίκα και να υποτάσσεται εις αυτήν, αλλ' η γυναίκα επλάσθη, δια να υπηρετή τον άνδρα και να φέρεται με σεβασμόν και υποταγήν εις αυτόν. Α' Κορ. 11,10 διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ γυνὴ ἐξουσίαν ἔχειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς διὰ τοὺς ἀγγέλους. Α' Κορ. 11,10 Δι' αυτό, επειδή δηλαδή ο Χριστός είναι κεφαλή του ανδρός, ο δε άνδρας είναι κεφαλή της γυναικός, οφείλει η γυναίκα να έχη επί της κεγαλής της, ως σύμβολον της υποταγής της στον άνδραν, το κάλυμμα, τουλάχιστον και δια λόγους εντροπής προς τους αγγέλους (οι οποίοι είναι αοράτως παρόντες μεταξύ μας και οι οποίοι όταν παρίστανται ενώπιον του Θεού καλύπτουν από σεβασμόν τα πρόσωπα αυτών). Α' Κορ. 11,11 πλὴν οὔτε ἀνὴρ χωρὶς γυναικὸς οὔτε γυνὴ χωρὶς ἀνδρὸς ἐν Κυρίῳ· Α' Κορ. 11,11 Αλλά μη λησμονείτε, ότι ούτε ο άνδρας, μετά την δημιουργίαν, γεννάται χωρίς την γυναίκα, ούτε η γυναίκα χωρίς τον άνδρα, σύμφωνα άλλωστε και με τους νόμους που έχει θέσει ο Κύριος. Α' Κορ. 11,12 ὥσπερ γὰρ ἡ γυνὴ ἐκ τοῦ ἀνδρός, οὕτω καὶ ὁ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικός, τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ. Α' Κορ. 11,12 Διότι όπως η γυναίκα προήλθεν από το άνδρα, πλασθείσα από την πλευράν του, έτσι έκτοτε και ο άνδρας γεννάται δια μέσου της γυναικός. Τα πάντα δε προέρχονται απ' αρχής και μέχρι τέλους από τον Θεόν. Α' Κορ. 11,13 ἐν ὑμῖν αὐτοῖς κρίνατε· πρέπον ἐστὶ γυναῖκα ἀκατακάλυπτον τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι; Α' Κορ. 11,13 Κάμετε, λοιπόν, σεις οι ίδιοι δικαίαν κρίσιν· είναι σεμνόν και πρέπον να προσεύχεται η γυναίκα προς τον Θεόν με ακάλυπτον την κεφαλήν της; Α' Κορ. 11,14 ἢ οὐδὲ αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει ὑμᾶς ὅτι ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία αὐτῷ ἐστι, Α' Κορ. 11,14 Ή μήπως και αυτή η φύσις δεν σας διδάσκει ότι, εάν ο άνδρας τρέφη και περιποιήται κατά τρόπον θηλυπρεπή μακράν κόμην, είναι εξευτελισμός και εντροπή δι' αυτόν; Α' Κορ. 11,15 γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ, δόξα αὐτῇ ἐστιν; ὅτι ἡ κόμη ἀντὶ περιβολαίου δέδοται αὐτῇ. Α' Κορ. 11,15 Η δε γυναίκα εξ αντιθέτου εάν τρέφη μακρυά μαλλιά, είναι τούτο τιμή και στόλισμά της, αφού και η ιδία η φύσις της έχει δώσει μια τέτοις δυνατότητα; Διότι η κόμη της έχει δοθή από τον Θεόν ως ένα ειδός σεμνής περιβολής. Α' Κορ. 11,16 Εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ. Α' Κορ. 11,16 Εάν δε κανείς έχη διάφορον γνώμην και θέλη να φιλονεική επάνω εις αυτά που είπα, ας μάθη ότι ημείς δεν έχομεν τέτοια συνήθεια, να είναι δηλαδή αι γυναίκες κατά την θείαν λατρείαν με την κεφαλήν ακάλυπτον, ούτε δε και αι άλλαι Εκκλησίαι του Θεού.

ΠΑΡΕΚΤΡΟΠΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Α' Κορ. 11,17 Τοῦτο δὲ παραγγέλλων οὐκ ἐπαινῶ ὅτι οὐκ εἰς τὸ κρεῖττον, ἀλλ᾿ εἰς τὸ ἧττον συνέρχεσθε. Α' Κορ. 11,17 Και τώρα θα σας δώσω μίαν παραγγελίαν, η οποία κάθε άλλο παρά προς έπαινον σας είναι. Διότι συγκεντρώνεσθε κατά τας ώρας της λατρείας, όχι δια να οικοδομήτε ο ένας τον άλλον στο καλύτερον, αλλά δια να εξωθήτε και εξωθήσθε στο κατώτερον. Α' Κορ. 11,18 πρῶτον μὲν γὰρ συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ ἀκούω σχίσματα ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν, καὶ μέρος τι πιστεύω· Α' Κορ. 11,18 Διότι πρώτον μεν ακούω, ότι όταν συναθροίζεσθε εις συγκέντρωσιν προσευχής και λατρείας, υπάρχουν μεταξύ σας μερίδες και κόμματα· και ένα μέρος από αυτά που ακούω, τα πιστεύω, Α' Κορ. 11,19 δεῖ γὰρ καὶ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν. Α' Κορ. 11,19 διότι είναι επόμενον, ένεκα της ανθρωπίνης αδυναμίας, να αναπηδούν μεταξύ σας γνώμες διάφορες και προτιμήσεις και διαιρέσεις, δια να γίνουν έτσι φανεροί οι εκλεκτοί μεταξύ σας. Α' Κορ. 11,20 συνερχομένων οὖν ὑμῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἔστι κυριακὸν δεῖπνον φαγεῖν· Α' Κορ. 11,20 Όταν, λοιπόν, έτσι συγκεντρώνεσθε στον αυτόν τόπον της λατρείας και έχετε αυτάς τας διαιρέσεις, δεν είναι δυνατόν φυσικά να φάγετε προς οικοδομήν σας τον δείπνον, που ο Κύριος συνέστησε. Α' Κορ. 11,21 ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον δεῖπνον προλαμβάνει ἐν τῷ φαγεῖν, καὶ ὃς μὲν πεινᾷ, ὃς δὲ μεθύει. Α' Κορ. 11,21 Διότι ο καθένας από σας σπεύδει και παίρνει το φάγητον του και τρώγει το ιδικόν του δείπνον μόνος του, χωρίς να περιμένη τους άλλους. Και έτσι συμβαίνει ο μεν ένας που είναι πτωχός να πεινά, ο δε άλλος που είναι πλούσιος να μεθά. (Και ταύτα κατά την ώραν του δείπνου της αγάπης. Που είναι, λοιπόν, η αγάπη σας;). Α' Κορ. 11,22 μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἢ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε καὶ καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν τούτω; οὐκ ἐπαινῶ. Α' Κορ. 11,22 Διότι μήπως δεν έχετε επιτέλους σπίτια να τρώγετε και να πίνετε; Ή περιφρονείτε τους πιστούς, που αποτελούν την Εκκλησίαν του Θεού και προσβάλλετε εκείνους που δεν έχουν; Τι να σας πω; Να σας επαινέσω δι' αυτό; Κάθε άλλο παρά έπαινον σας αποδίδω.

Η ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Α' Κορ. 11,23 ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε· Α' Κορ. 11,23 Έπειτα δε ως προς το Δείπνον του Κυρίου, ως προς το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, έχω πάλιν να σας πω, ότι εγώ παρέλαβα από τον Κύριον αυτό, το οποίον και παρέδωκα εις σας, ότι δηλαδή ο Κύριος Ιησούς κατά την νύκτα που επρόκειτο να παραδοθή στους εχθρούς του, δια να σταυρωθή, επήρε άρτον και αφού ηυχαρίστησε με θερμήν προσευχήν τον Πατέρα, έκοψε εις τεμάχια τον άρτον και είπε· Α' Κορ. 11,24 λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. Α' Κορ. 11,24 “Λάβετε φάγετε· τούτο είναι το σώμά μου, το οποίον τεμαχίζεται δια σας, δια την σωτηρίαν σας· αυτό δε που εγώ τελώ τώρα, να το τελήτε και σεις πάντοτε, δια να ενθυμήσθε εμέ και την θυσίαν μου, που προσφέρω προς χάριν σας”. Α' Κορ. 11,25 ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. Α' Κορ. 11,25 Επίσης, αφού ετελείωσε το Δείπνον, επήρε το ποτήριον με τον οίνον και είπε· “τούτο το ποτήριον είναι η νέα διαθήκη, η οποία καθιερώνεται και επισφραγίζεται με το αίμα μου. Αυτό να κάνετε, δια να ενθυμήσθε εμέ και την θυσίαν μου. Κάθε φοράν που θα πίνετε το αίμα μου, το οποίον περιέχεται στο ποτήριον της Ευχαριστίας, να το κάνετε εις ανάμνησίν μου”. Α' Κορ. 11,26 ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ. Α' Κορ. 11,26 Λοιπόν, ω Κορίνθιοι, κάθε φοράν που τρώγετε τον αγιασμένον αυτόν άρτον και πίνετε το ευλογημένον τούτο ποτήριον της Θείας Ευχαριστίας, ομολογείτε και διαλαλείτε τον σταυρικόν λυτρωτικόν θάνατον του Κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρις ότου έλθη κατά την Δευτέραν Παρουσίαν.

ΑΝΑΞΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Α' Κορ. 11,27 ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου. Α' Κορ. 11,27 Ώστε όποιος τρώγει τον άρτον αυτόν και πίνει το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, θα είναι ένοχος και υπόδικος δια βαρείαν ασέβειαν και ύβριν εναντίον του σώματος και του αίματος του Κυρίου. Α' Κορ. 11,28 δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· Α' Κορ. 11,28 Ας εξετάζη δε κάθε άνθρωπος τον εαυτόν του με πολλήν προσοχήν, και έτσι προετοιμασμένος ας τρώγη από τον καθαγιασμένον άρτον και από το καθαγιασμένον ποτήριον. Α' Κορ. 11,29 ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Α' Κορ. 11,29 Διότι εκείνος ο οποίος τρώγει και πίνει αναξίως τα πάντιμα αυτά δώρα τρώγει και πίνει κρίμα και καταδίκην δια τον εαυτόν του, επειδή δεν κάνει καμμίαν διάκρισιν του σώματος και του αίματος του Κυρίου από τας συνήθεις, και κοινάς τροφάς του σώματος. Α' Κορ. 11,30 διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄῤῥωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοί. Α' Κορ. 11,30 Ακριβώς δε, διότι αναξίως κοινωνείτε από τα τίμια δώρα, υπάρχουν μεταξύ σας πολλοί ασθενείς και πολύ βαρειά άρρωστοι· αρκετοί δε και πεθαίνουν. Α' Κορ. 11,31 εἰ γὰρ ἑαυτοὺς διεκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα· Α' Κορ. 11,31 Διότι εάν εξετάζαμεν τον ευατόν μας με προσοχήν και μετανοούσαμε ειλικρινώς δια τα αμαρτήματά μας και έτσι προετοιμασμένοι προσηρχόμεθα στο μέγα μυστήριον, δεν θα κατεδικαζόμεθα και δεν θα ετιμωρούμεθα έτσι από τον Θεόν. Α' Κορ. 11,32 κρινόμενοι δὲ ὑπὸ τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν. Α' Κορ. 11,32 Τιμωρούμενοι δε τώρα υπό του Κυρίου κατά την δικαίαν αυτού κρίσιν, παιδαγωγούμεθα προς μετάνοιαν και διόρθωσιν, δια να μη καταδικασθώμεν οριστικώς εις απώλειαν μαζή με τον κόσμον της αμαρτίας. Α' Κορ. 11,33 Ὥστε, ἀδελφοί μου, συνερχόμενοι εἰς τὸ φαγεῖν ἀλλήλους ἐκδέχεσθε· Α' Κορ. 11,33 Ώστε, αδελφοί μου, όταν συγκεντρώνεσθε δια να φάγετε το Κυριακόν Δείπνον, περιμένετε με αγάπην ο ένας τον άλλον. Α' Κορ. 11,34 εἰ δέ τις πεινᾷ, ἐν οἴκῳ ἐσθιέτω, ἵνα μὴ εἰς κρῖμα συνέρχησθε. Τὰ δὲ λοιπὰ ὡς ἂν ἔλθω διατάξομαι. Α' Κορ. 11,34 Εάν επί τέλους κανείς πεινά, ας φάγη στο σπίτι του, δια να μη αποβαίνουν εις καταδίκην σας αι λατρευτικαί αυταί συγκεντρώσεις. Τα δε άλλα σχετικώς με το Κυριακόν Δείπνον, με το μέγα μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, όταν έλθω θα τα τακτοποιήσω.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 12

ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Α' Κορ. 12,1 Περὶ δὲ τῶν πνευματικῶν, ἀδελφοί, οὐ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν. Α' Κορ. 12,1 Ως προς δε τα πνευματικά χαρίσματα αδελφοί, δεν θέλω να έχετε σεις άγνοιαν σχετικώς με αυτά· Α' Κορ. 12,2 οἴδατε ὅτι, ὅτε ἔθνη ἦτε, πρὸς τὰ εἴδωλα τὰ ἄφωνα ὡς ἂν ἤγεσθε ἀπαγόμενοι. Α' Κορ. 12,2 Ξέρετε ότι, όταν ήσθε ειδωλαλάτραι, εσύρεσθε σαν δούλοι από τοπικήν συνήθειαν και ανατροφήν και τας άλλας επιδράσεις του περιβάλλοντος σας προς τα άψυχα και άφωνα είδωλα, και σαν να σας έσπρωχνε κανείς εφεύγατε από τον δρόμον του Θεού και επλανάσθε εις την άγνοιαν. Α' Κορ. 12,3 διὸ γνωρίζω ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς ἐν Πνεύματι Θεοῦ λαλῶν λέγει ἀνάθεμα Ἰησοῦν, καὶ οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Α' Κορ. 12,3 Από αυτήν την πλάνην και την σύγχυσιν λυτρώνει ο Χριστός, δι' αυτό σας κάμνω γνωστόν ότι κανείς άνθρωπος, ομιλών κατ' έμπνευσιν του Πνεύματος του Θεού, δεν λέγει· “Ανάθεμα να είναι ο Ιησούς”. Αλλά και κανείς πάλιν δεν ημπορεί να ομολογήση με πίστιν και ευλάβειαν “Κύριον Ιησούν”, ειμή μόνον με την χάριν και την έμπνευσιν του Αγίου Πνεύματος. Α' Κορ. 12,4 Διαιρέσεις δὲ χαρισμάτων εἰσί, τὸ δὲ αὐτὸ Πνεῦμα· Α' Κορ. 12,4 Το Πνεύμα δίδει χαρίσματα και δωρεάς· υπάρχουν βέβαια καταμερισμοί διαφόρων χαρισμάτων,·αλλά το Πνεύμα, που μοιράζει τα χαρίσματα, είναι ένα. Α' Κορ. 12,5 καὶ διαιρέσεις διακονιῶν εἰσι, καὶ ὁ αὐτὸς Κύριος· Α' Κορ. 12,5 Και καταμερισμοί υπηρεσιών υπάρχουν εις διαφόρους πιστούς εν τη Εκκλησίᾳ· αλλ' ένας και ο αυτός είναι ο Κύριος, που μοιράζει αυτάς τας εκκλησιαστικάς υπηρεσίας. Α' Κορ. 12,6 καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσίν, ὁ δὲ αὐτός ἐστι Θεός, ὁ ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσιν. Α' Κορ. 12,6 Υπάρχουν και διανομαί δυνάμεων, δια των οποίων ενεργούνται υπερφυσικαί και θαυμασταί πράξεις· ο ίδιος όμως Θεός είναι εκείνος που ενεργεί και μοιράζει όλα αυτά εις όλους. Α' Κορ. 12,7 Ἑκάστῳ δὲ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος πρὸς τὸ συμφέρον. Α' Κορ. 12,7 Εις τον καθένα δίδεται το χάρισμα, με το οποίον φανερώνεται η ενέργεια και η δωρεά του Αγίου Πνεύματος δια το πνευματικόν συμφέρον και την εξυπηρέτησιν των πιστών. Α' Κορ. 12,8 ᾧ μὲν γὰρ διὰ τοῦ Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας, ἄλλῳ δὲ λόγος γνώσεως κατὰ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, Α' Κορ. 12,8 Διότι εις άλλον μεν δίδεται από το Άγιον Πνεύμα ικανότης λόγου να κατανοή βαθέως και να διδάσκη με σαφήνειαν και πειστικότητα τας υψηλάς αληθείας της πίστεως. Εις άλλον δίδεται ικανότης λόγου να εξηγή και μεταδίδη στους πιστούς την σωτηριώδη γνώσιν· δίδεται δε σύμφωνα με το μέτρον και την δωρεάν του αυτού Αγίου Πνεύματος. Α' Κορ. 12,9 ἑτέρῳ δὲ πίστις ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δὲ χαρίσματα ἰαμάτων ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, Α' Κορ. 12,9 Εις άλλον δε δίδεται από το αυτό Άγιον Πνεύμα θερμή και ζωντανή πίστις, ώστε να κάμνη θαύματα. Εις άλλον δε χαρίσματα θεραπείας διαφόρων ασθενειών, αι οποίαι θεραπείαι γίνονται με το ίδιον Άγιον Πνεύμα. Α' Κορ. 12,10 ἄλλῳ δὲ ἐνεργήματα δυνάμεων, ἄλλῳ δὲ προφητεία, ἄλλῳ δὲ διακρίσεις πνευμάτων, ἑτέρῳ δὲ γένη γλωσσῶν, ἄλλῳ δὲ ἑρμηνεία γλωσσῶν· Α' Κορ. 12,10 Εις άλλον δε δίδονται ενέργειαι δυνάμεων δι' υπερφυσικά έργα. Εις άλλον δίδεται χάρισμα προφητείας· εις άλλον το χάρισμα να διακρίνη τους πνευματικούς ανθρώπους από τους μη πνευματικούς, τους αληθινούς προφήτας και διδασκάλους από τους ψευδείς. Εις άλλον δίδεται το χάρισμα να ομιλή διαφόρους γλώσσας, εις άλλον δε το χάρισμα να ερμηνεύη αυτά που λέγονται εις ξένας γλώσσας. Α' Κορ. 12,11 πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ τὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθὼς βούλεται. Α' Κορ. 12,11 Όλα δε αυτά τα ενεργεί το ένα και το αυτό Άγιον Πνεύμα, το οποίον σύμφωνα με την αγαθήν και πάνσοφον αυτού θέλησιν μοιράζει ιδιαιτέρως στον καθένα τα χαρίσματα, (ώστε να υπάρχη εις την Εκκλησίαν του Χριστού ποικιλία μικρών και μεγάλων χαρισμάτων).

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΣΩΜΑ ΜΕ ΠΟΛΛΑ ΜΕΛΗ

Α' Κορ. 12,12 Καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἕν ἐστι καὶ μέλη ἔχει πολλά, πάντα δὲ τὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ ἑνός, πολλὰ ὄντα, ἕν ἐστι σῶμα, οὕτω καὶ ὁ Χριστός· Α' Κορ. 12,12 Διότι όπως ακριβώς το σώμα ένα είναι και έχει πολλά μέλη, όλα δε τα μέλη του ενός σώματος, καίτοι είναι πολλά, αποτελούν ένα σώμα, έτσι και ο Χριστός μαζή με όλους τους πιστούς, ανεξαρτήτως των χαρισμάτων και δωρεών που έχουν, αποτελεί ένα πνευματικόν σώμα. Α' Κορ. 12,13 καὶ γὰρ ἐν ἑνὶ Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν, εἴτε Ἰουδαῖοι εἴτε Ἕλληνες, εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ πάντες εἰς ἓν Πνεῦμα ἐποτίσθημεν. Α' Κορ. 12,13 Διότι και ημείς όλοι οι πιστοί εις ένα Πνεύμα εβαπτίσθημεν, ώστε να αποτελέσωμεν ένα σώμα, είτε Ιουδαίοι είμεθα είτε Έλληνες είτε δούλοι είτε ελεύθεροι και όλοι σαν δένδρα φυτευμένα στον παράδεισον της Εκκλησίας εποτίσθημεν από το αυτό Άγιον Πνεύμα με το ζων ύδωρ της χάριτος. Α' Κορ. 12,14 καὶ γὰρ τὸ σῶμα οὐκ ἔστιν ἓν μέλος, ἀλλὰ πολλά. Α' Κορ. 12,14 Είμεθα πολλοί, αλλ' αποτελούμεν ένα, διότι και το σώμα δεν είναι ένα μέλος, αλλά πολλά. Α' Κορ. 12,15 ἐὰν εἴπῃ ὁ πούς, ὅτι οὐκ εἰμὶ χείρ, οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ σώματος, -οὐ παρὰ τοῦτο οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σώματος; Α' Κορ. 12,15 Εάν πη το πόδι· “επειδή δεν είμαι χέρι, δεν είμαι και δεν εξαρτώμαι από το σώμα”. παρ' όλον αυτό που θα πη, έπαυσε να είναι μέλος του σώματος; Α' Κορ. 12,16 καὶ ἐὰν εἴπῃ τὸ οὖς, ὅτι οὐκ εἰμὶ ὀφθαλμός, οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ σώματος, -οὐ παρὰ τοῦτο οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ σώματος; Α' Κορ. 12,16 Και εάν πη το αυτί· “επειδή δεν είμαι μάτι, δεν είμαι και δεν εξαρτώμαι από το σώμα”, παρ' όλον αυτό δεν είναι μέλος του σώματος και δεν ανήκει στο σώμα; Α' Κορ. 12,17 εἰ ὅλον τὸ σῶμα ὀφθαλμός, ποῦ ἡ ἀκοή; εἰ ὅλον ἀκοή, ποῦ ἡ ὄσφρησις; Α' Κορ. 12,17 Έπειτα, εάν όλο το σώμα ήτο μάτι, τότε που θα υπήρχε η ακοή; Και εάν όλο το σώμα ήτο ακοή, που θα ευρίσκετο η όσφρησις; Α' Κορ. 12,18 νυνὶ δὲ ὁ Θεὸς ἔθετο τὰ μέλη ἓν ἕκαστον αὐτῶν ἐν τῷ σώματι καθὼς ἠθέλησεν. Α' Κορ. 12,18 Τώρα όμως ετοποθέτησεν ο Θεός στο σώμα τα μέλη, το καθένα από αυτά, όπως έκρινε και ηθέλησε, δια την εξυπηρέτησιν ολοκλήρου του σώματος. Α' Κορ. 12,19 εἰ δὲ ἦν τὰ πάντα ἓν μέλος, ποῦ τὸ σῶμα; Α' Κορ. 12,19 Εάν δε όλα τα μέλη ήσαν εν μέλος, τότε που και ποίον θα ήτο το σώμα; (Δεν θα υπήρχε καν σώμα). Α' Κορ. 12,20 νῦν δὲ πολλὰ μὲν μέλη, ἓν δὲ σῶμα. Α' Κορ. 12,20 Τώρα δε είναι πολλά μεν τα μέλη, ένα όμως είναι το σώμα. Α' Κορ. 12,21 οὐ δύναται δὲ ὀφθαλμὸς εἰπεῖν τῇ χειρί· χρείαν σου οὐκ ἔχω· ἢ πάλιν ἡ κεφαλὴ τοῖς ποσί· χρείαν ὑμῶν οὐκ ἔχω· Α' Κορ. 12,21 Δεν ημπορεί δε το μάτι να πη στο χέρι· “δεν έχω την ανάγκην σου”. Ή πάλιν το κεφάλι να πη εις τα πόδια· “δεν έχω την ανάγκην σας”. Α' Κορ. 12,22 ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον τὰ δοκοῦντα μέλη τοῦ σώματος ἀσθενέστερα ὑπάρχειν ἀναγκαῖά ἐστι, Α' Κορ. 12,22 Αλλά τα μέλη του σώματος, που νομίζονται και φαίνονται ασθενέστερα, είναι πολύ περισσότερον αναγκαία και απαραίτητα δια την ύπαρξιν του σώματος. Α' Κορ. 12,23 καὶ ἃ δοκοῦμεν ἀτιμότερα εἶναι τοῦ σώματος, τούτοις τιμὴν περισσοτέραν περιτίθεμεν, καὶ τὰ ἀσχήμονα ἡμῶν εὐσχημοσύνην περισσοτέραν ἔχει. Α' Κορ. 12,23 Και τα μέλη εκείνα του σώματος, που τα θεωρούμεν ευτελέστερα και ασημότερα, αυτά τα περιβάλλομεν με μεγαλυτέραν τιμήν και τα σκεπάζομεν προσεκτικώτερον. Και τα θεωρούμενα άσχημα μέλη τα περιποιούμεθα με επιμέλειαν, ώστε να έχουν περισσότερον και ωραιότερον εξωτερικόν στολισμόν. Α' Κορ. 12,24 τὰ δὲ εὐσχήμονα ἡμῶν οὐ χρείαν ἔχει. ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς συνεκέρασε τὸ σῶμα, τῷ ὑστεροῦντι περισσοτέραν δοὺς τιμήν, Α' Κορ. 12,24 Τα δε μέλη μας που φαίνονται ωραία, δεν έχουν ανάγκην από τέτοιαν περιποίησιν. Αλλά ο Θεός ανέμειξε εις μίαν αρμονικήν ενότητα τα μέλη, ώστε ν' αποτελήται το εν σώμα, δώσας περισσοτέραν τιμήν στο μέλος που φαίνεται ότι υστερεί, εν συγκρίσει προς τα άλλα μέλη. Α' Κορ. 12,25 ἵνα μὴ ᾖ σχίσμα ἐν τῷ σώματι, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ὑπὲρ ἀλλήλων μεριμνῶσι τὰ μέλη· Α' Κορ. 12,25 Και τούτο, δια να μη υπάρχη διαίρεσις και κομματισμός στο σώμα, αλλά όλα τα μέλη να φροντίζουν το ένα δια το άλλο με την αυτήν στοργήν και επιμέλειαν. Α' Κορ. 12,26 καὶ εἴτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη, εἴτε δοξάζεται ἓν μέλος, συγχαίρει πάντα τὰ μέλη. Α' Κορ. 12,26 Και, όπως είναι γνωστόν, εάν πάσχη ένα μέλος, πάσχουν μαζή με αυτό όλα τα μέλη, και εάν δοξάζεται και τιμάται ένα μέλος, χαίρουν μαζή του όλα τα μέλη. Α' Κορ. 12,27 Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Α' Κορ. 12,27 Σεις, λοιπόν, οι χριστιανοί είσθε σώμα Χριστού και ο καθένας σας είναι επί μέρους μέλος, που κατέχει την ταιριαστήν θέσιν δι' αυτόν και δι' όλον το σώμα. Α' Κορ. 12,28 Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. Α' Κορ. 12,28 Και άλλους μεν έθεσεν ο Θεός εις την Εκκλησίαν του πρώτον μεν αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους· έπειτα άλλους τους έθεσε εις αναλόγους θέσεις και τους έδωσε την δύναμιν να κάνουν θαύματα, άλλους ώρισε να έχουν χαρίσματα εις θεραπείαν ασθενειών, εις άλλους έδωσε χαρίσματα φροντίδος και επιμελείας δια τους πτωχούς και πάσχοντας, χαρίσματα διοικητικά εις την Εκκλησίαν, χαρίσματα διαφόρων γλωσσών. (Ο καθένας κατά την ικανότητα του έχει λάβει από τον Θεόν το χάρισμά του και την θέσιν του). Α' Κορ. 12,29 μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; Α' Κορ. 12,29 Μήπως όλοι είναι απόστολοι; Μήπως όλοι είναι προφήται; Μήπως όλοι είναι διδάσκαλοι; Μήπως όλοι έχουν θαυματουργικάς δυνάμεις; Α' Κορ. 12,30 μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; μὴ πάντες διερμηνεύουσι; Α' Κορ. 12,30 Μήπως όλοι έχουν χαρίσματα θεραπείας ασθενειών; Μήπως όλοι ομιλούν γλώσσας; Μήπως όλοι έχουν το χάρισμα να εννοούν και να ερμηνεύουν ξένας γλώσσας; Α' Κορ. 12,31 ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι. Α' Κορ. 12,31 Όλα βέβαια αυτά τα θεόσδοτα χαρίσματα έχουν την αξίαν των. Να επιθυμήτε όμως σεις με ζήλον και να προσπαθήτε να αποκτήσετε τα χαρίσματα τα ακόμη καλύτερα. Και σας δείχνω ακόμη ένα εξαίρετον δρόμον, ένα υπέροχον μέσον, δια να αποκτήσετε τα μεγάλα χαρίσματα. Και αυτό είναι η αγάπη.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 13

Ο ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Α' Κορ. 13,1 Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Α' Κορ. 13,1 Εάν υποτεθή, ότι έχω τέτοια ικανότητα, ώστε να εννοώ και να ομιλώ τας γλώσσας των ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπην, έχω γίνει χαλκός που ηχολογάει ή κύμβαλον που αλαλάζει χωρίς να αναδίδη κανένα μουσικόν φθόγγον. Α' Κορ. 13,2 καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. Α' Κορ. 13,2 Και εάν έχω το χάρισμα της προφητείας και γνωρίζω όλα τα άγνωστα και απόκρυφα μυστήρια και όλην την γνώσιν, που ημπορεί να χωρέση ποτέ ανθρωπίνη διάνοια, και εάν έχω την πίστιν εις όλην της την πληρότητα, ώστε με την δύναμίν της να μετακινώ βουνά, δεν έχω όμως αγάπην, δεν είμαι τίποτε. Α' Κορ. 13,3 καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. Α' Κορ. 13,3 Και εάν διαθέσω όλα μου τα υπάρχοντα, δια να αγοράσω ψωμιά και θρέψω με τα ίδια μου τα χέρια τους πεινώντας, και εάν παραδώσω το σώμα μου να καή εις την φωτιά, αλλά δεν έχω αγάπην, τίποτε δεν ωφελούμαι. Α' Κορ. 13,4 Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, Α' Κορ. 13,4 Η αγάπη δείχνει μεγαλοψυχίαν και ανεκτικότητα, είναι ευεργετική και εξυπηρετική. Η αγάπη δεν ζηλεύει και δεν φθονεί. Η αγάπη δεν φέρεται με αλαζονείαν και αυθάδειαν, δεν υπερηφανεύεται και δεν ξιππάζεται. Α' Κορ. 13,5 οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, Α' Κορ. 13,5 Δεν κάμνει ποτέ τίποτε το απρεπές και άκοσμον, δεν ζητεί εγωϊστικώς τα ιδικά της συμφέροντα, δεν εξερεθίζεται εναντίον του άλλου, δεν βάζει ποτέ κακό στον νου της εναντίον του πλησίον και δεν θέλει να ενθυμήται το κακόν που της έχει κάμει ο άλλος. Α' Κορ. 13,6 οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· Α' Κορ. 13,6 Δεν χαίρει, όταν βλέπη να γίνεται κάτι το άδικον, και αν ακόμη με αυτό εξυπηρετούνται τα συμφέροντά της, χαίρει δε όταν βλέπη να επικρατή η αλήθεια. Α' Κορ. 13,7 πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Α' Κορ. 13,7 Σκεπάζει και υποφέρει και δικαιολογεί όλα τα μειονεκτήματα και τα ελατώματα του πλησίον, διότι δεν θέλει ποτέ τον εξευτελισμόν του. Πιστεύει και δέχεται με εμπιστοσύνην κάθε τι καλόν δια τον πλησίον. Τα πάντα και πάντοτε ελπίζει δια την διόρθωσιν των παρεκτρεπομένων. Εις όλα δεικνύει υπομονήν απέναντι του πλησίον. Α' Κορ. 13,8 ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται. Α' Κορ. 13,8 Η αγάπη δεν ξεπέφτει ποτέ, αλλά μένει σταθερά και αιωνία. Είτε χαρίσματα προφητειών υπάρχουν τώρα θα έλθη καιρός, που θα καταργηθούν και δεν θα είναι πλέον χρήσιμα. Είτε χαρίσματα γλωσσολαλιών υπάρχουν, θα παύσουν και δεν θα έχωμεν πλέον την ανάγκην των είτε η επί μέρους γνώσις και επιστήμη των ανθρώπων, και αυτή θα καταργηθή, ως μικράς πλέον σημασίας. Α' Κορ. 13,9 ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· Α' Κορ. 13,9 Διότι τώρα στον κόσμον αυτόν μερικώς και ατελώς γνωρίζομεν και μερικώς προφητεύομεν. Έχομεν πολύ πτωχήν και περιωρισμένην γνώσιν. Α' Κορ. 13,10 ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. Α' Κορ. 13,10 Όταν δε εις την μέλλουσαν ζωήν της αιωνιότητος έλθη το τέλειον και πάρωμεν από τον Θεόν την τελείαν γνώσιν, τότε το επί μέρους και περιωρισμένον καταργείται. (Τώρα είμεθα σαν νήπια ως προς την γνώσιν, τότε θα είμεθα ώριμοι και προωδευμένοι σαν άνδρες). Α' Κορ. 13,11 ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. Α' Κορ. 13,11 Όταν ήμουν νήπιον, σαν νήπιον ωμιλούσα· είχα φρονήματα και σκέψεις νηπίου και σαν νήπιον εσυλλογιζόμουν και έκρινα. Όταν όμως έγινα άνδρας, κατήργησα και αφήκα πλέον τας νηπιώδεις γνώσεις και τον νηπιώδη τρόπον του σκέπτεσθαι. (Εις την παρούσαν ζωήν έχομεν την ατελή και ανανάπτυκτον διάνοιαν και γνώσιν του νηπίου). Α' Κορ. 13,12 βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην. Α' Κορ. 13,12 Διότι τώρα βλέπομεν σαν μέσα σε μεταλλινόν θαμπόν καθρέπτην θαμπά και ακαθόριστα, ώστε να μας μένουν πολλά ασαφή και σκοτεινά, άλυτα προβλήματα και απορίαι, τότε όμως θα ίδωμεν πρόσωπον προς πρόσωπον, φανερά και καθαρά. Τώρα γνωρίζω ένα μέρος της αληθείας, τότε όμως θα αποκτήσω τελείαν επίγνωσιν, θα λάβω τόσον καθαράν και τελείαν γνώσιν, όσον πλήρως και τελείως με έχει γνωρίσει και με ωδήγησεν στον δρόμον της σωτηρίας ο παντογνώστης Θεός. Α' Κορ. 13,13 νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη. Α' Κορ. 13,13 Εις δε την παρούσαν ζωήν, μένει η πίστις, η ελπίς και η αγάπη, τα τρία αυτά, μεγαλύτερα δε μεταξύ αυτών είναι η αγάπη.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 14

Η ΣΩΣΤΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΧΑΡΙΣΜΑΤΩΝ ΣΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

Α' Κορ. 14,1 Διώκετε τὴν ἀγάπην· ζηλοῦτε δὲ τὰ πνευματικά, μᾶλλον δὲ ἵνα προφητεύητε. Α' Κορ. 14,1 Λοιπόν, αγωνίζεσθε, με επιμονήν να αποκτήσετε την αγάπην. Να επιθυμήτε με φλογερόν ζήλον τα πνευματικά χαρίσματα· περισσότερον δε από κάθε άλλον το χάρισμα και την ικανότητα να εξαγγέλλετε το θέλημα και την βουλήν του Θεού στους πιστούς. Α' Κορ. 14,2 ὁ γὰρ λαλῶν γλώσσῃ οὐκ ἀνθρώποις λαλεῖ, ἀλλὰ τῷ Θεῷ· οὐδεὶς γὰρ ἀκούει, πνεύματι δὲ λαλεῖ μυστήρια· Α' Κορ. 14,2 Διότι εκείνος που ομιλεί ξένας γλώσσας, δεν ομιλεί προς τους ανθρώπους, αφού ως ξενόγλωσσον δεν τον εννοούν, αλλ' ομιλεί προς τον Θεόν· διότι κανείς δεν τον ακούει με ενδιαφέρον, αφού δεν τον καταλαβαίνει, εφ' όσον αυτός με το πνεύμα του, που έχει βέβαια τον φωτισμόν και την χάριν του Αγίου Πνεύματος, λαλεί αγνώστους και μυστηριώδεις αληθείας. Α' Κορ. 14,3 ὁ δὲ προφητεύων ἀνθρώποις λαλεῖ οἰκοδομὴν καὶ παράκλησιν καὶ παραμυθίαν. Α' Κορ. 14,3 Εκείνος όμως που εξαγγέλει στους ανθρώπους το θέλημα και την βουλήν του Θεού ομιλεί κατά τρόπον ωφέλιμον και οικοδομητικόν και ενθαρρύνει και παρηγορεί τους πιστούς με την διδασκαλίαν του. Α' Κορ. 14,4 ὁ λαλῶν γλώσσῃ ἑαυτὸν οἰκοδομεῖ, ὁ δὲ προφητεύων ἐκκλησίαν οἰκοδομεῖ. Α' Κορ. 14,4 Εκείνος που ομιλεί ξένην γλώσσαν, οικοδομείται βέβαια ο ίδιος από τα νοήματά που του εμπνέει το Πνεύμα το Άγιον. Εκείνος όμως που διδάσκει τας αληθείας της πίστεως, οικοδομεί όλο το πλήθος των πιστών, που τον ακούουν. Α' Κορ. 14,5 θέλω δὲ πάντας ὑμᾶς λαλεῖν γλώσσαις, μᾶλλον δὲ ἵνα προφητεύητε· μείζων γὰρ ὁ προφητεύων ἢ ὁ λαλῶν γλώσσαις, ἐκτὸς εἰ μὴ διερμηνεύῃ, ἵνα ἡ ἐκκλησία οἰκοδομὴν λάβῃ. Α' Κορ. 14,5 Και εγώ βέβαια θέλω να ομιλήτε όλοι σας ξένας γλώσσας, αφού τόσον πολύ το επιθυμείτε. Περισσότερον όμως θέλω να έχετε τον πλούτον της γνώσεως του Αγίου Πνεύματος και να εξαγγέλλετε το θέλημα και την βουλήν του Κυρίου. Διότι από απόψεως πνευματικής οικοδομής και εξυπηρετήσεως των πιστών, είναι ανώτερος εκείνος, που διδάσκει, από εκείνον που ομιλεί ξένας γλώσσας, εκτός εάν ο ίδιος εξηγή όσα λέγει, δια να οικοδομηθή εις την αλήθειαν και την αρετήν η Εκκλησία, οι πιστοί. Α' Κορ. 14,6 νυνὶ δέ, ἀδελφοί, ἐὰν ἔλθω πρὸς ὑμᾶς γλώσσαις λαλῶν, τί ὑμᾶς ὠφελήσω, ἐὰν μὴ ὑμῖν λαλήσω ἢ ἐν ἀποκαλύψει ἢ ἐν γνώσει ἢ ἐν προφητείᾳ ἢ ἐν διδαχῇ; Α' Κορ. 14,6 Τώρα όμως αδελφοί, ας υποθέσωμεν ότι έρχομαι προς σας ομιλών ξένας γλώσσας. Τι έχω να σας ωφελήσω, εάν δεν σας ομιλήσω ή με αποκάλυψιν Θεού ή με γνώσιν που θα γίνη κτήμα σας ή με προφητείαν ή με διδασκαλίαν οικοδομητικήν; Α' Κορ. 14,7 ὅμως τὰ ἄψυχα φωνὴν διδόντα, εἴτε αὐλὸς εἴτε κιθάρα, ἐὰν διαστολὴν τοῖς φθόγγοις μὴ διδῷ, πῶς γνωσθήσεται τὸ αὐλούμενον ἢ τὸ κιθαριζόμενον; Α' Κορ. 14,7 Όμως τα μουσικά όργανα, που είναι βέβαια άψυχα, όταν βγάζουν ήχον, είτε αυλός είναι είτε κιθάρα, εάν δεν ξεχωρίσουν και εναρμονίσουν τους μουσικούς φθόγγους, πως θα γίνη γνωστόν και κατανοητόν αυτό που παίζει ο αυλός η ή κιθάρα; Α' Κορ. 14,8 καὶ γὰρ ἐὰν ἄδηλον φωνὴν σάλπιγξ δῷ, τίς παρασκευάσεται εἰς πόλεμον; Α' Κορ. 14,8 Και εάν πάλιν η πολεμική σάλπιγξ βγάλη φωνήν χωρίς νόημα και σημασίαν, ποιός θα παρασκευασθή εις πόλεμον και θα λάβη μέρος εις την μάχην; Α' Κορ. 14,9 οὕτω καὶ ὑμεῖς διὰ τῆς γλώσσης ἐὰν μὴ εὔσημον λόγον δῶτε, πῶς γνωσθήσεται τὸ λαλούμενον; ἔσεσθε γὰρ εἰς ἀέρα λαλοῦντες. Α' Κορ. 14,9 Έτσι και σεις, εάν με την γλώσσαν σας δεν πήτε λόγον, που να έχη νόημα και σημασίαν σαφή και καταληπτήν στους άλλους, πως είναι δυνατόν να εννοηθούν τα λεγόμενά σας; Διότι θα είσθε σαν να ομιλήτε στον αέρα. Α' Κορ. 14,10 τοσαῦτα εἰ τύχοι γένη φωνῶν ἐστιν ἐν κόσμῳ, καὶ οὐδὲν αὐτῶν ἄφωνον· Α' Κορ. 14,10 Υπάρχουν στον κόσμον, και εγώ δεν γνωρίζω πόσα ειδή γλωσσών και κανένα από αυτά δεν είναι χωρίς νόημα, χωρίς σημασίαν. Α' Κορ. 14,11 ἐὰν οὖν μὴ εἰδῶ τὴν δύναμιν τῆς φωνῆς, ἔσομαι τῷ λαλοῦντι βάρβαρος καὶ ὁ λαλῶν ἐν ἐμοὶ βάρβαρος. Α' Κορ. 14,11 Εάν, λοιπόν, εγώ δεν γνωρίζω την σημασίαν της γλώσσης και δεν εννοώ τα νοήματα που αναπτύσσονται με αυτήν, θα είμαι δια τον ομιλούντα ξενόγλωσσος βάρβαρος, όπως και ο ομιλών την ξένην γλώσσαν θα είναι δι' εμέ βάρβαρος. Α' Κορ. 14,12 οὕτω καὶ ὑμεῖς ἐπεὶ ζηλωταί ἐστε πνευμάτων, πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἐκκλησίας ζητεῖτε ἵνα περισσεύητε. Α' Κορ. 14,12 Έτσι και σεις, επειδή έχετε ζήλον και επιθυμείτε πολύ να αποκτήσετε πνευματικά χαρίσματα, ζητείτε από τον Θεόν να σας δώση με το παραπάνω εκείνα που βοηθούν και συνεργούν εις την πνευματικήν ωφέλειαν και πρόοδον των πιστών. Α' Κορ. 14,13 Διόπερ ὁ λαλῶν γλώσσῃ προσευχέσθω ἵνα διερμηνεύῃ. Α' Κορ. 14,13 Δι' αυτό ακριβώς εκείνος που ομιλεί ξένην γλώσσαν, ας παρακαλή τον Θεόν να του δοθή το χάρισμα, δια να εξηγή και να ερμηνεύη την γλώσσαν αυτήν. Α' Κορ. 14,14 ἐὰν γὰρ προσεύχωμαι γλώσσῃ, τὸ πνεῦμά μου προσεύχεται, ὁ δὲ νοῦς μου ἄκαρπός ἐστι. Α' Κορ. 14,14 Διότι, εάν με το χάρισμα της γλώσσης προσεύχωμαι στον Θεόν, η καρδιά μου και η ψυχή μου, που ευρίσκονται υπό την χάριν του Αγίου Πνεύματος, πλημμυρίζουν από ιερά συναισθήματα και ωφελούνται από την προσευχήν. Η διάνοιά μου όμως μένει στείρα και άκαρπος, διότι δεν κατανοεί και δεν προσφέρει καμμίαν πνευματικήν ωφέλειαν στους άλλους. Α' Κορ. 14,15 τί οὖν ἐστι; προσεύξομαι τῷ πνεύματι, προσεύξομαι δὲ καὶ τῷ νοΐ· ψαλῶ τῷ πνεύματι, ψαλῶ δὲ καὶ τῷ νοΐ. Α' Κορ. 14,15 Τι λοιπόν πρέπει να γίνη επί του προκειμένου; Θα προσευχηθώ με το πνευματικόν χάρισμα, αλλά θα προσευχηθώ και με τον νουν, κατανοών και ερμηνεύων το περιεχόμενον, της προσευχής. Θα ψάλλω με το πνευματικόν χάρισμα της γλώσσης, θα ψάλλω όμως και με τον νουν. Α' Κορ. 14,16 ἐπεὶ ἐὰν εὐλογήσῃς τῷ πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τὸν τόπον τοῦ ἰδιώτου πῶς ἐρεῖ τὸ ἀμὴν ἐπὶ τῇ σῇ εὐχαριστίᾳ; ἐπειδὴ τί λέγεις οὐκ οἶδε; Α' Κορ. 14,16 Διότι εάν δια του πνευματικού σου χαρίσματος δοξολογήσης τον Θεόν εις την ξένην γλώσσαν, τότε εκείνο που έχει την θέσιν του ακροατού, ο απλούς που δεν γνωρίζει την γλώσσαν, πως θα είπη το αμήν δια την ευχαριστίαν σου; Βεβαίως δεν θα το είπη, διότι δεν γνωρίζει τι λέγεις. Α' Κορ. 14,17 σὺ μὲν γὰρ καλῶς εὐχαριστεῖς, ἀλλ᾿ ὁ ἕτερος οὐκ οἰκοδομεῖται. Α' Κορ. 14,17 Διότι συ μεν καλά ευχαριστείς τον Θεόν εις την ξένην γλώσσαν· ο άλλος όμως δεν οικοδομείται πνευματικώς. Α' Κορ. 14,18 εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου πάντων ὑμῶν μᾶλλον γλώσσαις λαλῶν· Α' Κορ. 14,18 Ευχαριστώ τον Θεόν μου, διότι μου έδωσε το χάρισμα να ομιλώ ξένας γλώσσας περισσότερον από όλους σας. Α' Κορ. 14,19 ἀλλ᾿ ἐν ἐκκλησίᾳ θέλω πέντε λόγους διὰ τοῦ νοός μου λαλῆσαι, ἵνα καὶ ἄλλους κατηχήσω, ἢ μυρίους λόγους ἐν γλώσσῃ. Α' Κορ. 14,19 Αλλ' εις την σύναξιν των πιστών επιθυμώ και θέλω να πω πέντε σαφή και καθαρά λόγια, που να τα καταλαβαίνη ο ιδικός μου νους και ο νους των άλλων, δια να τους διδάξω την αλήθειαν του Θεού, παρά να είπω χιλιάδας λόγους εις ξένην και άγνωστον δι' αυτούς γλώσσαν. Α' Κορ. 14,20 Ἀδελφοί, μὴ παιδία γίνεσθε ταῖς φρεσίν, ἀλλὰ τῇ κακίᾳ νηπιάζετε, ταῖς δὲ φρεσὶ τέλειοι γίνεσθε. Α' Κορ. 14,20 Αδελφοί, μη γίνεσθε σαν μικρά παιδιά κατά τον νουν και κατά την σκέψιν, αλλά να γίνεσθε απονήρευτοι και αθώοι σαν τα νήπια κατά την κακίαν. Κατά δε τον νουν και την σύνεσιν και την ορθοφροσύνην να γίνεσθε τέλειοι. Α' Κορ. 14,21 ἐν τῷ νόμῳ γέγραπται ὅτι ἐν ἑτερογλώσσοις καὶ ἐν χείλεσιν ἑτέροις λαλήσω τῷ λαῷ τούτῳ, καὶ οὐδ᾿ οὕτως εἰσακούσονταί μου, λέγει Κύριος. Α' Κορ. 14,21 Εις την Παλαιάν Διαθήκην έχει γραφή, ότι “θα ομιλήσω στον λαόν τούτον, τον ιουδαϊκόν, δια μέσου ανθρώπων που ομιλούν ξένας γλώσσας και με χείλη ξένων λαών, αλλ' ακόμη ούτε με τον τρόπον αυτόν, τον θαυμαστόν και υπερφυσικόν, θα με ακούσουν”, λέγει ο Κύριος. Α' Κορ. 14,22 ὥστε αἱ γλῶσσαι εἰς σημεῖόν εἰσιν οὐ τοῖς πιστεύουσιν, ἀλλὰ τοῖς ἀπίστοις, ἡ δὲ προφητεία οὐ τοῖς ἀπίστοις, ἀλλὰ τοῖς πιστεύουσιν. Α' Κορ. 14,22 Ώστε αι ξέναι γλώσσαι δίδονται δια να είναι υπερφυσικόν σημείον όχι στους πιστεύοντας, αλλ' στους απίστους, μήπως και επιστρέψουν εις την πίστιν. Το δε χάρισμα της προφητείας και διδασκαλίας υπάρχει όχι δια τους απίστους, αλλά δια τους πιστούς, ώστε να προοδεύουν και να ενισχύωνται εις την πνευματικήν ζωήν. Α' Κορ. 14,23 Ἐὰν οὖν συνέλθῃ ἡ ἐκκλησία ὅλη ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ πάντες γλώσσαις λαλῶσιν, εἰσέλθωσι δὲ ἰδιῶται ἢ ἄπιστοι, οὐκ ἐροῦσιν ὅτι μαίνεσθε; Α' Κορ. 14,23 Εάν, λοιπόν, συγκεντρωθούν στο αυτό μέρος οι πιστοί και όλοι ομιλούν ξένας γλώσσας, εισέλθουν δε άνθρωποι που δεν έχουν χαρίσματα ή είναι και εντελώς άπιστοι, δεν θα πουν ότι είσθε έξαλλοι και τρελλοί; Α' Κορ. 14,24 ἐὰν δὲ πάντες προφητεύωσιν, εἰσέλθῃ δέ τις ἄπιστος ἢ ἰδιώτης, ἐλέγχεται ὑπὸ πάντων, ἀνακρίνεται ὑπὸ πάντων, Α' Κορ. 14,24 Εάν όμως όλοι διδάσκουν με απλότητα και σαφήνειαν, έλθη δε στον τόπον της συγκεντρώσεώς σας ένας άπιστος ή κάποιος απλοϊκός χωρίς πνευματικόν χάρισμα, αποκαλύπτεται τότε με τον τρόπον αυτόν από όλους οποίος πράγματι είναι αυτός και ερευνάται η καρδία του από όλους· Α' Κορ. 14,25 καὶ οὕτω τὰ κρυπτὰ τῆς καρδίας αὐτοῦ φανερὰ γίνεται· καὶ οὕτω πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον προσκυνήσει τῷ Θεῷ, ἀπαγγέλλων ὅτι ὁ Θεὸς ὄντως ἐν ὑμῖν ἐστι. Α' Κορ. 14,25 και έτσι τα κρυπτά της καρδίας του γίνονται φανερά· και ως αποτέλεσμα θα έλθη ότι αυτός θα πέση με το πρόσωπον εις την γην, θα προσκυνήση τον Θεόν και θα ομολογήση δημοσία με συναίσθησιν και μετάνοιαν, ότι “πράγματι ο Θεός είναι μεταξύ σας”.

ΌΛΑ ΝΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΑΞΗ

Α' Κορ. 14,26 Τί οὖν ἐστιν, ἀδελφοί, ὅταν συνέρχησθε, ἕκαστος ὑμῶν ψαλμὸν ἔχει, διδαχὴν ἔχει, γλῶσσαν ἔχει, ἀποκάλυψιν ἔχει, ἑρμηνείαν ἔχει· πάντα πρὸς οἰκοδομὴν γινέσθω. Α' Κορ. 14,26 Τι πρέπει, λοιπόν, να γίνη επί του προκειμένου, αδελφοί; Όταν συναθροίζεσθε στον τόπον της λατρείας και της προσευχής, ο καθένας σας η ψαλμόν έχει ή διδασκαλίαν έχει ή γλώσσαν ή κάποιαν αποκάλυψιν ή εξήγησιν και ανάλυσιν των θείων λόγων, όλα αυτά τα χαρίσματα του Θεού, ας γίνωνται προς πνευματικήν ωφέλειαν των πιστών. Α' Κορ. 14,27 εἴτε γλώσσῃ τις λαλεῖ, κατὰ δύο ἢ τὸ πλεῖστον τρεῖς, καὶ ἀνὰ μέρος, καὶ εἷς διερμηνευέτω· Α' Κορ. 14,27 Εάν μερικοί ομιλούν γλώσσας, ας ομιλούν από δύο ή το πολύ τρεις και με την σειράν του ο καθένας· ένας δε ας ερμηνεύη όσα λέγει εκείνος, που ομιλεί εις ξένην γλώσσαν. Α' Κορ. 14,28 ἐὰν δὲ μὴ ᾖ διερμηνευτής, σιγάτω ἐν ἐκκλησίᾳ, ἑαυτῷ δὲ λαλείτω καὶ τῷ Θεῷ. Α' Κορ. 14,28 Εάν δε δεν υπάρχη διερμηνεύς, τότε αυτός που έχει το χάρισμα της γλώσσης ας σιωπά κατά την σύναξιν. Ας ομιλή δε με τον εαυτόν του και με τον Θεόν. Α' Κορ. 14,29 προφῆται δὲ δύο ἢ τρεῖς λαλείτωσαν, καὶ οἱ ἄλλοι διακρινέτωσαν· Α' Κορ. 14,29 Προφήται δε πάλιν δύο ή τρεις ας ομιλούν και οι άλλοι ας κρίνουν και ας διακρίνουν, αν ο προφήτης είναι πραγματικός ή εάν είναι απατεών. Α' Κορ. 14,30 ἐὰν δὲ ἄλλῳ ἀποκαλυφθῇ καθημένῳ, ὁ πρῶτος σιγάτω. Α' Κορ. 14,30 Εάν δε εν τω μεταξύ εις άλλον, που κάθεται, αποκαλυφθούν αλήθειαι εκ μέρους του Θεού, ας ομιλήση αυτός και ο πρώτος ας σιωπήση. Α' Κορ. 14,31 δύνασθε γὰρ καθ᾿ ἕνα πάντες προφητεύειν, ἵνα πάντες μανθάνωσι καὶ πάντες παρακαλῶνται· Α' Κορ. 14,31 Διότι ημπορείτε όλοι σας ο ένας μετά τον άλλον να προφητεύετε και να διδάσκετε, ώστε όλοι να μανθάνουν, και όλοι να παρηγορούνται, να ενισχύωνται εις την πίστιν και την αρετήν. Α' Κορ. 14,32 καὶ πνεύματα προφητῶν προφήταις ὑποτάσσεται· Α' Κορ. 14,32 Διότι και τα χαρίσματα της προφητείας υποτάσσονται στους προφήτας και έτσι ημπορούν αυτοί να ομιλούν και να σιωπούν, όταν το κρίνουν. Α' Κορ. 14,33 οὐ γάρ ἐστιν ἀκαταστασίας ὁ Θεός, ἀλλὰ εἰρήνης. Α' Κορ. 14,33 Διότι ο Θεός μας δεν είναι Θεός αταξίας και συγχύσεως, αλλ' ειρήνης και τάξεως. Α' Κορ. 14,34 Ὡς ἐν πάσαις ταῖς ἐκκλησίαις τῶν ἁγίων, αἱ γυναῖκες ὑμῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν· οὐ γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν. ἀλλ᾿ ὑποτάσσεσθαι, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει. Α' Κορ. 14,34 Κατά την τάξιν δε που επικρατεί εις όλας τας Εκκλησίας των χριστιανών, αι γυναίκες σας εις τας συγκεντρώσεις των πιστών ας σιωπούν. Διότι δεν είναι επιτετραμμένον εις αυτάς να ομιλούν και να διδάσκουν, αλλά να υποτάσσωνται, όπως και ο νόμος του Θεού λέγει. Α' Κορ. 14,35 εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν· αἰσχρὸν γάρ ἐστι γυναιξὶν ἐν ἐκκλησίᾳ λαλεῖν. Α' Κορ. 14,35 Εάν δε και θέλουν να μάθουν κάτι που δεν γνωρίζουν ή κάτι που ελέχθη εις την σύναξιν και δεν το εννόησαν, ας ερωτούν δι' αυτό τους άνδρας των στο σπίτι. Διότι είναι απρεπές και άκοσμον δια τας γυναίκας να ομιλούν και να διδάσκουν εις την σύναξιν των πιστών κατά την ώραν της λατρείας. Α' Κορ. 14,36 ἢ ἀφ᾿ ὑμῶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθεν, ἢ εἰς ὑμᾶς μόνους κατήντησεν; Α' Κορ. 14,36 Αυτό γίνεται εις τας άλλας Εκκλησίας. Ή μήπως τυχόν φρονείτε ότι η ιδική σας Εκκλησία είναι αρχαιοτέρα και ανωτέρα από τας άλλας και ότι από σας εβγήκεν ο λόγος του Θεού ή αποκλειστικά και μόνον εις σας ελέχθη και έμεινε; Α' Κορ. 14,37 Εἴ τις δοκεῖ προφήτης εἶναι ἢ πνευματικός, ἐπιγινωσκέτω ἃ γράφω ὑμῖν, ὅτι τοῦ Κυρίου εἰσὶν ἐντολαί· Α' Κορ. 14,37 Εάν κανείς νομίζη, ότι είναι προφήτης ή ότι έχει πνευματικόν χάρισμα, ας προσπαθήση να καταλάβη καλά αυτά, που σας γράφω, διότι είναι εντολαί του Κυρίου και όχι ιδικαί μου. Α' Κορ. 14,38 εἰ δέ τις ἀγνοεῖ, ἀγνοείτω. Α' Κορ. 14,38 Εάν όμως κανείς επιμένη να τα αγνοή, ας μένη εις την άγνοιάν του και ας δώση λόγον δι' αυτήν. Α' Κορ. 14,39 Ὥστε, ἀδελφοί, ζηλοῦτε τὸ προφητεύειν, καὶ τὸ λαλεῖν γλώσσαις μὴ κωλύετε· Α' Κορ. 14,39 Ώστε, αδελφοί, να επιθυμήτε και να επιδιώκετε με ζήλον το οικοδομητικόν χάρισμα της προφητείας και διδασκαλίας. Αλλά να μη εμποδίζετε και το να ομιλούν ξένας γλώσσας. Α' Κορ. 14,40 πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω. Α' Κορ. 14,40 Όλα να γίνωνται με κοσμιότητα, με ευπρέπειαν και με τάξιν.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 15

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Α' Κορ. 15,1 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον ὃ εὐηγγελισάμην ὑμῖν, ὃ καὶ παρελάβετε, ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε, Α' Κορ. 15,1 Αδελφοί, σας υπενθυμίζω το Ευαγγέλιον, το οποίον εκήρυξα εις σας και το οποίον σεις παρελάβατε με πίστιν, στο οποίον και στέκεσθε σταθεροί και ακλόνητοι, Α' Κορ. 15,2 δι᾿ οὗ καὶ σῴζεσθε, τίνι λόγῳ εὐηγγελισάμην ὑμῖν εἰ κατέχετε, ἐκτὸς εἰ μὴ εἰκῆ ἐπιστεύσατε. Α' Κορ. 15,2 δια του οποίου και βαδίζετε ασφαλώς τον δρόμον της σωτηρίας εάν βέβαια το κρατήτε καλά, όπως σας το έχω διδάξει, εκτός εάν ματαίως και ανωφελώς επιστεύσατε. Α' Κορ. 15,3 παρέδωκα γὰρ ὑμῖν ἐν πρώτοις ὃ καὶ παρέλαβον, ὅτι Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατὰ τὰς γραφάς, Α' Κορ. 15,3 Διότι εν πρώτοις παρέδωσα εις σας με την διδασκαλίαν μου, αυτό που και εγώ παρέλαβα, ότι δηλαδή ο Χριστός απέθανεν επί του σταυρού δια τας αμαρτίας μας, όπως είχαν προφητεύσει και αι Γραφαί. Α' Κορ. 15,4 καὶ ὅτι ἐτάφη, καὶ ὅτι ἐγήγερται τῇ τρίτη ἡμέρᾳ κατὰ τὰς γραφάς, Α' Κορ. 15,4 Και ότι ετάφη και ότι αναστήθηκε κατά την τρίτην ημέραν σύμφωνα με τας Γραφάς, Α' Κορ. 15,5 καὶ ὅτι ὤφθη Κηφᾷ, εἶτα τοῖς δώδεκα· Α' Κορ. 15,5 και ότι παρουσιάσθηκε στον Πέτρον, έπειτα στους δώδεκα αποστόλους. Α' Κορ. 15,6 ἔπειτα ὤφθη ἐπάνω πεντακοσίοις ἀδελφοῖς ἐφάπαξ, ἐξ ὧν οἱ πλείους μένουσιν ἕως ἄρτι, τινὲς δὲ καὶ ἐκοιμήθησαν· Α' Κορ. 15,6 Ύστερα δε παρουσιάσθηκε μια φορά εις πεντακοσίους και πλέον αδελφούς, από τους οποίους οι πλείστοι ζουν και μένουν μέχρι της ημέρας αυτής, μερικοί δε και έχουν αποθάνει. Α' Κορ. 15,7 ἔπειτα ὤφθη Ἰακώβῳ, εἶτα τοῖς ἀποστόλοις πᾶσιν· Α' Κορ. 15,7 Έπειτα εφανερώθηκε στον Ιάκωβον, ύστερον εις όλους τους Αποστόλους. Α' Κορ. 15,8 ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη κἀμοί. Α' Κορ. 15,8 Τελευταίον δε από όλους σαν σε εξάμβλωμα, σαν σε έμβρυον που γεννήθηκε παράκαιρα, παρουσιάσθηκε και εις εμέ. Α' Κορ. 15,9 ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὃς οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ· Α' Κορ. 15,9 Διότι εγώ είμαι ο ελάχιστος από όλους τους Αποστόλους, ο οποίος και δεν είμαι άξιος να λέγωμαι Απόστολος, διότι κατεδίωξα την Εκκλησίαν του Θεού. Α' Κορ. 15,10 χάριτι δὲ Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι· καὶ ἡ χάρις αὐτοῦ ἡ εἰς ἐμὲ οὐ κενὴ ἐγενήθη, ἀλλὰ περισσότερον αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα, οὐκ ἐγὼ δέ, ἀλλ᾿ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί. Α' Κορ. 15,10 Σήμερον δε είμαι αυτό που είμαι, δηλαδή Απόστολος, με την χάριν του Θεού. Και η χάρις του Θεού, που μου εδόθηκε, δεν έγινε και δεν έμεινε άκαρπος. Αλλά περισσότερον από όλους τους άλλους Αποστόλους εκοπίασα στο έργον του Ευαγγελίου, όχι δε εγώ, αλλά η χάρις του Θεού, που είναι μαζή μου. Α' Κορ. 15,11 εἴτε οὖν ἐγὼ εἴτε ἐκεῖνοι, οὕτω κηρύσσομεν καὶ οὕτως ἐπιστεύσατε. Α' Κορ. 15,11 Επομένως είτε εγώ είτε εκείνοι κατά τον ίδιον τρόπον προσφέρομεν στους ανθρώπους το Ευαγγέλιον και το ίδιον Ευαγγέλιον κηρύσσομεν. Έτσι δε και σεις εδεχθήκατε το Ευαγγέλιον και επιστεύσατε.

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ

Α' Κορ. 15,12 Εἰ δὲ Χριστὸς κηρύσσεται ὅτι ἐκ νεκρῶν ἐγήγερται, πῶς λέγουσί τινες ἐν ὑμῖν ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν; Α' Κορ. 15,12 Εάν δε από όλους μας κηρύσσεται ότι ο Χριστός έχει αναστηθή, πως μερικοί, αντιλέγοντες στο ομόφωνον κήρυγμα των Αποστόλων, ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει ανάστασις νεκρών; Α' Κορ. 15,13 εἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται· Α' Κορ. 15,13 Εάν όμως δεν υπάρχη ανάστασις νεκρών, τότε ούτε ο Χριστός έχει αναστηθή. Α' Κορ. 15,14 εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν. Α' Κορ. 15,14 Εάν δε ο Χριστός δεν ανεστήθηκε, τότε είναι αδειανό και χωρίς περιεχόμενο το κήρυγμα μας, κούφια και ανωφελής η πίστις σας. Α' Κορ. 15,15 εὑρισκόμεθα δὲ καὶ ψευδομάρτυρες τοῦ Θεοῦ ὅτι ἐμαρτυρήσαμεν κατὰ τοῦ Θεοῦ ὅτι ἤγειρε τὸν Χριστόν, ὃν οὐκ ἤγειρεν, εἴπερ ἄρα νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται· Α' Κορ. 15,15 Επί πλέον δε παρουσιαζόμεθα έτσι και αποκαλυπτόμεθα ημείς οι Απόστολοι και ψευδομάρτυρες κατά του Θεού, διότι έδώσαμεν ψευδή μαρτυρίαν δια τον Θεόν, ότι δηλαδή ανέστησε τον Χριστόν, τον οποίον όμως δεν ανέστησε. Και βέβαια δεν θα τον έχη αναστήσει, εάν υποτεθή ότι οι νεκροί δεν ανασταίνονται. Α' Κορ. 15,16 εἰ γὰρ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται. Α' Κορ. 15,16 Διότι εάν οι νεκροί δεν ανασταίνωνατι, ούτε ούτε ο Χριστός αναστήθηκε. Α' Κορ. 15,17 εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν· ἔτι ἐστὲ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν. Α' Κορ. 15,17 Εάν δε ο Χριστός δεν έχη αναστηθή, όπως λέγουν μερικοί πλανεμένοι, τότε είναι χωρίς περιεχόμενον και εντελώς ανωφελής η πίστις σας. Είσθε άκομα βυθισμένοι εις τας αμαρτίας σας. Α' Κορ. 15,18 ἄρα καὶ οἱ κοιμηθέντες ἐν Χριστῷ ἀπώλοντο. Α' Κορ. 15,18 Επομένως και εκείνοι που έχουν πεθάνει με την πίστιν στον Χριστόν εχάθηκαν. Α' Κορ. 15,19 εἰ ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἠλπικότες ἐσμὲν ἐν Χριστῷ μόνον, ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων ἐσμέν. Α' Κορ. 15,19 Εάν δε εις αυτήν την ζωήν έχωμεν ελπίσει δια την σωτηρίαν μας αποκλειστικά και μόνον στον Χριστόν, τότε είμεθα οι περισσότερον από όλους τους ανθρώπους ταλαίπωροι και αξιοδάκρυτοι. Α' Κορ. 15,20 Νυνὶ δὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο. Α' Κορ. 15,20 Αλλά δεν είμεθα, διότι ο Χριστός όντως έχει αναστηθή εκ των νεκρών. Αναστήθηκε πρώτος από όλους και έγινε η αρχή της αναστάσεως όλων των κοιμηθέντων. Α' Κορ. 15,21 ἐπειδὴ γὰρ δι᾿ ἀνθρώπου ὁ θάνατος, καὶ δι᾿ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν. Α' Κορ. 15,21 Επειδή ακριβώς δια μέσου ανθρώπου, του Αδάμ, που παρέβη την εντολήν, εισήλθεν ο θάνατος στο γένος των ανθρώπων, έτσι και δια μέσου ανθρώπου, του νέου Αδάμ, του Χριστού, θα έλθη η ανάστασις των νεκρών. Α' Κορ. 15,22 ὥσπερ γὰρ ἐν τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καὶ ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται. Α' Κορ. 15,22 Όπως δηλαδή όλοι οι άνθρωποι εξ αιτίας της καταγωγής και της σχέσεως αυτών με τον Αδάμ αποθνήσκουν, έτσι και δια μέσου της χάριτος και της ενώσεως με τον Χριστόν όλοι θα ζωοποιηθούν. Α' Κορ. 15,23 ἕκαστος δὲ ἐν τῷ ἰδίῳ τάγματι· ἀπαρχὴ Χριστός, ἔπειτα οἱ Χριστοῦ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ· Α' Κορ. 15,23 Αλλ' ο καθένας με την σειράν του, πρώτος δηλαδή σαν ένδοξος απαρχή ο Χριστός και έπειτα, κατά την μεγάλην ημέραν της δευτέρας παρουσίας, θα αναστηθούν όσοι ανήκουν στον Χριστόν. (Θα αναστηθούν όλοι ανεξαιρέτως οι νεκροί, αλλά εις αιώνιον και ευφρόσυνον ζωήν πλησίον του Χριστού θα κληθούν όσοι έχουν πιστεύσει και ζήσει κατά το θέλημα του). Α' Κορ. 15,24 εἶτα τὸ τέλος, ὅταν παραδῷ τὴν βασιλείαν τῷ Θεῷ καὶ πατρί, ὅταν καταργήσῃ πᾶσαν ἀρχὴν καὶ πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν. Α' Κορ. 15,24 Ύστερα θα έλθη το τέλος. Και τότε θα παραδώση ο Χριστός ως άνθρωπος την μεσσιανικήν βασιλείαν του στον Θεόν και Πατέρα, όταν θα έχη πλέον αχρηστεύσει και καταργήσει κάθε αρχήν και κάθε εξουσίαν και δύναμιν. Α' Κορ. 15,25 δεῖ γὰρ αὐτὸν βασιλεύειν ἄχρις οὗ ἂν θῇ πάντας τοὺς ἐχθροὺς ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ. Α' Κορ. 15,25 Διότι πρέπει αυτός να εξακολουθή να βασιλεύη ως Μεσσίας “μέχρι ότου υποτάξη κάτω από τους πόδας του όλους τους εχθρούς του”. Α' Κορ. 15,26 ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος· Α' Κορ. 15,26 Τελευταίος δε εχθρός καταργείται και εξαφανίζεται ο θάνατος Α' Κορ. 15,27 πάντα γὰρ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ. ὅταν δὲ εἴπῃ ὅτι πάντα ὑποτέτακται, δῆλον ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὑποτάξαντος αὐτῷ τὰ πάντα. Α' Κορ. 15,27 Διότι όπως είναι γραμμένον και εις την Παλαιά Διαθήκην ο Θεός Πατήρ “υπέταξεν υπό τους πόδας του Χριστού Μεσσίου τα πάντα” και αυτόν ακόμην τον θάνατον. Όταν δε ο Πατήρ πη στον Υιόν, ότι όλα πλέον έχουν υποταχθή εις αυτόν, είναι φανερόν ότι εννοεί όλα, εκτός βέβαια του Θεού Πατρός, ο οποίος υπέταξεν στον Χριστόν τα πάντα. Α' Κορ. 15,28 ὅταν δὲ ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα, τότε καὶ αὐτὸς ὁ υἱὸς ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ πάντα, ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσιν. Α' Κορ. 15,28 Όταν δε όλα υποταχθούν εις αυτόν, τότε και ο Υιός ως άνθρωπος θα υποταχθή εις εκείνον, που του υπέταξε τα πάντα, δια να είναι ο άπειρος Θεός με τον Υιόν και Λόγον και με το Άγιον Πνεύμα τα πάντα εις όλους. Α' Κορ. 15,29 Ἐπεὶ τί ποιήσουσιν οἱ βαπτιζόμενοι ὑπὲρ τῶν νεκρῶν, εἰ ὅλως νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται; τί καὶ βαπτίζονται ὑπὲρ τῶν νεκρῶν; Α' Κορ. 15,29 Εάν άλλως συνέβαινε και οι νεκροί δεν ανασταίνονται, τι θα κάμουν και τι έχουν να κερδήσουν όσοι βαπτίζονται με την πίστιν και την προσδοκίαν να ενωθούν με τους άλλους αποθανόντας πιστούς, τους οποίους πιστεύουν ζώντας εις την εν ουρανοίς Εκκλησίαν, εάν κατά κανένα τρόπον δεν ανασταίνωνται οι νεκροί; (Δια ποίον λόγον και βαπτίζονται, αφού δεν πρόκειται να εισέλθουν εις καμμίαν κοινωνίαν αποθαμμένων, αφού αυτοί δεν ζουν πλέον, όχι μόνον εις την γην, αλλ' ούτε και στους ουρανούς;) Α' Κορ. 15,30 τί καὶ ἡμεῖς κινδυνεύομεν πᾶσαν ὥραν; Α' Κορ. 15,30 Προς τι και ημείς οι Απόστολοι κάθε ώραν εκτιθέμεθα εις κινδύνους; Α' Κορ. 15,31 καθ᾿ ἡμέραν ἀποθνήσκω, νὴ τὴν ὑμετέραν καύχησιν ἣν ἔχω ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Α' Κορ. 15,31 Μα την καύχησιν, που έχω για σας ενώπιον του Χριστού Ιησού του Κυρίου ημών, κάθε ημέραν αντικρύζω κίνδυνον θανάτου δια το Ευαγγέλιον. Α' Κορ. 15,32 εἰ κατὰ ἄνθρωπον ἐθηριομάχησα ἐν Ἐφέσῳ, τί μοι τὸ ὄφελος; εἰ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν. Α' Κορ. 15,32 Εάν, δια να ομιλήσω κατά τον ανθρώπινον τρόπον του σκέπτεσθαι, ηγωνίσθην εις την Έφεσον τον έσχατον αγώνα εναντίον ανθρώπων, που δια την αγριότητα των ωμοίαζον με θηρία, τι ωφελήθηκα από αυτό; Εάν οι νεκροί δεν ανασταίνωνται, τότε ας είπωμεν ότι και οι υλισταί, δια τους οποίους κάνει λόγον η Παλαιά Διαθήκη· “ας φάμε, ας πιούμε, διότι αύριο πεθαίνομε”. Α' Κορ. 15,33 μὴ πλανᾶσθε· φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί. Α' Κορ. 15,33 Μη πλανάσθε με τέτοιες ψευδείς διδασκαλίες και μη λησμονείτε ότι αι κακαί συναναστροφαί διαφθείρουν τα καλά ήθη. Α' Κορ. 15,34 ἐκνήψατε δικαίως καὶ μὴ ἁμαρτάνετε· ἀγνωσίαν γὰρ Θεοῦ τινες ἔχουσι· πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω. Α' Κορ. 15,34 Εξυπνήσατε και γρηγορήσατε, όπως είναι δίκαιον και συμφέρον για σας, και αποφεύγετε την αμαρτίαν· διότι μερικοί έχουν άγνοιαν της δυνάμεως του Θεού και αμαρτάνουν χωρίς φόβον. Σας τα λέγω αυτά δια να εντραπήτε.

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Α' Κορ. 15,35 Ἀλλ᾿ ἐρεῖ τις· πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται; Α' Κορ. 15,35 Αλλ' ίσως θα πη κανείς· πως ανασταίνονται οι νεκροί, με ποίον δε σώμα έρχονται, με αυτό το σώμα που αποσυνετέθη και διελύθη; Α' Κορ. 15,36 ἄφρον, σὺ ὃ σπείρεις, οὐ ζωοποιεῖται ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ· Α' Κορ. 15,36 Ανόητε και απερίσκεπτε, διατί αμφιβάλλεις; Εκείνο το οποίον συ σπείρεις, δεν ζωογονείται και δεν καρποφορεί, εάν δεν αποθάνη και δεν αποσυντεθή θαπτόμενον εις την γην. Α' Κορ. 15,37 καὶ ὃ σπείρεις, οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον σπείρεις, ἀλλὰ γυμνὸν κόκκον, εἰ τύχοι σίτου ἤ τινος τῶν λοιπῶν· Α' Κορ. 15,37 Και αυτό που σπέρνεις δεν είναι το σώμα, που πρόκειται να φυτρώση και να γίνη από την γην, αλλά σπέρνεις π.χ. ένα γυμνόν και χωρίς φύλλα κόκκον σιταριού ή κάποιον από τους άλλους σπόρους. Α' Κορ. 15,38 ὁ δὲ Θεὸς αὐτῷ δίδωσι σῶμα καθὼς ἠθέλησε, καὶ ἑκάστῳ τῶν σπερμάτων τὸ ἴδιον σῶμα. Α' Κορ. 15,38 Ο δε Θεός δίδει εις αυτόν τον γυμνόν κόκκον σώμα, σύμφωνα με το θέλημά του, και εις καθένα από τους σπόρους το ιδιαίτερον σώμα. Α' Κορ. 15,39 οὐ πᾶσα σὰρξ ἡ αὐτὴ σάρξ, ἀλλὰ ἄλλη μὲν ἀνθρώπων, ἄλλη δὲ σὰρξ κτηνῶν, ἄλλη δὲ ἰχθύων, ἄλλη δὲ πετεινῶν. Α' Κορ. 15,39 Όλαι αι σάρκες δεν είναι η ίδια σάρκα, άλλη μεν είναι η σάρκα των ανθρώπων, άλλη δε η σάρκα των κτηνών, άλλη η σάρκα των ιχθύων και άλλη των πτηνών. Α' Κορ. 15,40 καὶ σώματα ἐπουράνια, καὶ σώματα ἐπίγεια· ἀλλ᾿ ἑτέρα μὲν ἡ τῶν ἐπουρανίων δόξα, ἑτέρα δὲ ἡ τῶν ἐπιγείων. Α' Κορ. 15,40 Όπως επίσης υπάρχουν και σώματα επουράνια και σώματα επίγεια, αλλά άλλη μεν είναι η λαμπρότης των επουρανίων και άλλη η των επιγείων. Α' Κορ. 15,41 ἄλλη δόξα ἡλίου, καὶ ἄλλη δόξα σελήνης, καὶ ἄλλη δόξα ἀστέρων· ἀστὴρ γὰρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξῃ. Α' Κορ. 15,41 Άλλη είναι η λάμψις και το μεγαλείον του ηλίου και άλλη είναι η λάμψις της σελήνης και άλλη η λαμπρότης των αστέρων· διότι αστέρι από αστέρι διαφέρει ως προς την λάμψιν. Α' Κορ. 15,42 οὕτω καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· Α' Κορ. 15,42 Έτσι είναι και η ανάστασις των νεκρών σωμάτων. Ρίπτεται στον τάφον το νεκρόν σώμα εις κατάστασιν φθοράς και αποσυνθέσεως και ανασταίνεται άφθαρτον. Α' Κορ. 15,43 σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· Α' Κορ. 15,43 Ρίπτεται στον τάφον δυσειδές και δυσώδες και ανασταίνεται ωραίον και ένδοξον. Σπέρνεται εις κατάστασιν ασθενείας και ανασταίνεται γεμάτο δύναμιν. Α' Κορ. 15,44 σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν, καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν. Α' Κορ. 15,44 Σπέρνεται σώμα που εζούσε χάρις εις τας κατωτέρας ζωϊκάς του λειτουργίας και ανασταίνεται σώμα πνευματικόν. Υπάρχει σώμα ψυχικόν, ζωϊκόν, και υπάρχει σώμα πνευματικόν. Α' Κορ. 15,45 οὕτω καὶ γέγραπται· ἐγένετο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν· ὁ ἔσχατος Ἀδὰμ εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν· Α' Κορ. 15,45 Έτσι είναι γραμμένο εις την Π.Διαθήκην· “έγινε ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, με ψυχήν ζωντανήν, που ζωογονεί και το σώμα”. Ο νέος Αδάμ, ο Κύριος, είναι πλήρης από το Πνεύμα του Θεού που μεταδίδει πνευματικήν ζωήν. Α' Κορ. 15,46 ἀλλ᾿ οὐ πρῶτον τὸ πνευματικόν, ἀλλὰ τὸ ψυχικόν, ἔπειτα τὸ πνευματικόν. Α' Κορ. 15,46 Όμως δεν έγινε πρώτον το πνευματικόν σώμα, αλλά το ψυχικόν, το ζωϊκόν και έπειτα το πνευματικόν. Α' Κορ. 15,47 ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ. Α' Κορ. 15,47 Ο πρώτος άνθρωπος επλάσθη και προήρχετο από την γην, χωματένιος, ο δεύτερος άνθρωπος είναι ο Κύριος, ο οποίος ως Θεός κατέβηκε από τον ουρανόν και προσέλαβε την ανθρωπίνην φύσιν. Α' Κορ. 15,48 οἷος ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι καὶ οἱ χοϊκοί, καὶ οἷος ὁ ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καὶ οἱ ἐπουράνιοι. Α' Κορ. 15,48 Οποίος ήτο ο χωματένιος, θνητός δηλαδή και φθαρτός, τέτοιοι χωματένιοι είναι και οι απόγονοί του. Και οποίος είναι ο επουράνιος, πνευματικός και άφθαρτος, τέτοιοι θα είναι και οι επουράνιοι, οι πιστοί δηλαδή που αναγεννώνται δι' αυτού εις την νέαν ζωήν. Α' Κορ. 15,49 καὶ καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου. Α' Κορ. 15,49 Και όπως επήραμεν επάνω μας και εφορέσαμεν τα ιδιώματα του χωματένιου, έτσι θα φορέσωμε τα ιδιώματα του επουρανίου και θα γίνωμεν εικών αυτού. Α' Κορ. 15,50 Τοῦτο δέ φημι, ἀδελφοί, ὅτι σάρξ καὶ αἷμα βασιλείαν Θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ δύνανται, οὐδὲ ἡ φθορὰ τὴν ἀφθαρσίαν κληρονομεῖ. Α' Κορ. 15,50 Με αυτό δε που σας λέγω, αδελφοί, εννοώ ότι η σάρκα και το αίμα, το σαρκικόν δηλαδή και φθαρτόν σώμα μας δεν ημπορεί, όπως είναι σήμερα, να κληρονομήση την βασιλείαν του Θεού, ούτε και η φθορά κληρονομεί ποτέ την αφθαρσίαν. Α' Κορ. 15,51 ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα, Α' Κορ. 15,51 Ιδού σας φανερώνω μίαν μυστηριώδη και άγνωστον αλήθειαν· όλοι μεν δεν θα αποθάνωμεν, όλοι όμως, νεκροί και ζώντες, όταν έλθη ο Χριστός, θα αλλάξωμεν σώμα και κατάστασιν. Α' Κορ. 15,52 ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι· σαλπίσει γάρ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι, καὶ ἡμεῖς ἀλλαγησόμεθα. Α' Κορ. 15,52 Και θα γίνη αυτό ακαριαίως, ώσπου να ανοιγοκλείση το βλέφαρον, όταν θα ηχήση η τελευταία σάλπιξ του ουρανού· διότι τότε θα σαλπίση ο άγγελος και οι νεκροί θα αναστηθούν άφθαρτοι. Όσοι δε τότε ζώμεν θα υποστώμεν αμέσως ριζικήν αλλαγήν. Α' Κορ. 15,53 δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν. Α' Κορ. 15,53 Διότι πρέπει αυτό το φθαρτόν σώμα να ενδυθή αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο σώμα να ενδυθή αθανασίαν. Α' Κορ. 15,54 ὅταν δὲ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσηται ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσηται ἀθανασίαν, τότε γενήσεται ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος· κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος· Α' Κορ. 15,54 Όταν δε το φθαρτόν τούτο πάρη την αφθαρσίαν, και το θνητόν τούτο πάρη την αθανασίαν, τότε θα γίνη πραγματικότης ο λόγος που είναι γραμμένος εις την Π. Διαθήκην· “κατεποντίσθη, κατενικήθη και εξηφανίσθη εντελώς ο θάνατος”. Δεν υπάρχει πλέον. Α' Κορ. 15,55 ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος; Α' Κορ. 15,55 “Που είναι, θάνατε, το φαρμακερό κεντρί σου; Άδη, που είναι η νίκη σου;” Α' Κορ. 15,56 τὸ δὲ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία, ἡ δὲ δύναμις τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος. Α' Κορ. 15,56 Το δε φαρμακερό κεντρί του θανάτου είναι η αμαρτία, την οποίαν όμως έχει εξουδετερώσει και εξαφανίσει ο Χριστός. Η δε δύναμις της αμαρτίας είναι ο νόμος, διότι χωρίς νόμον δεν νοείται αμαρτία. Α' Κορ. 15,57 τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ διδόντι ἡμῖν τὸ νῖκος διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Α' Κορ. 15,57 Ας είναι ευλογημένος και δοξασμένος ο Θεός, ο οποίος δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μας δίδει την νίκην. Α' Κορ. 15,58 Ὥστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἑδραῖοι γίνεσθε, ἀμετακίνητοι, περισσεύοντες ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ Κυρίου πάντοτε, εἰδότες ὅτι ὁ κόπος ὑμῶν οὐκ ἔστι κενὸς ἐν Κυρίῳ. Α' Κορ. 15,58 Ώστε, αδελφοί μου αγαπητοί, στηριχθήτε γέρα εις την μεγάλην αυτήν αλήθειαν περί της βεβαίας αναστάσεώς μας, μένετε ακλόνητοι, πάντοτε πλούσιοι στο έργον του Κυρίου, γνωρίζοντες καλά ότι ο κόπος σας δεν είναι χαμένος ενώπιον του Κυρίου.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' 16

Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ

Α' Κορ. 16,1 Περὶ δὲ τῆς λογίας τῆς εἰς τοὺς ἁγίους, ὥσπερ διέταξα ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Γαλατίας οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιήσατε. Α' Κορ. 16,1 Περί δε της συλλογής εράνων και βοηθημάτων δια τους πτωχούς χριστιανούς, κάμετε και σεις σύμφωνα με τας οδηγίας, που έχω δώση εις τας Εκκλησίας της Γαλατίας. Α' Κορ. 16,2 κατὰ μίαν σαββάτων ἕκαστος ὑμῶν παρ᾿ ἑαυτῷ τιθέτω θησαυρίζων ὅ,τι ἂν εὐοδῶται, ἵνα μὴ ὅταν ἔλθω τότε λογίαι γίνωνται. Α' Κορ. 16,2 Δηλαδή την πρώτην ημέραν της εβδομάδος, την Κυριακήν, ο καθένας από σας ας θέτη κατά μέρος στο σπίτι του κάποιο πόσον και ας μαζεύη έτσι από τώρα ότι ευκολύνεται, ώστε να μη γίνωνται τέτοιες συνεισφορές, όταν θα έλθω εγώ. Α' Κορ. 16,3 ὅταν δὲ παραγένωμαι, οὓς ἐὰν δοκιμάσητε, δι᾿ ἐπιστολῶν τούτους πέμψω ἀπενεγκεῖν τὴν χάριν ὑμῶν εἰς Ἱερουσαλήμ· Α' Κορ. 16,3 Όταν δε έλθω, τότε το δώρον αυτό της αγάπης σας θα στείλω να το μεταφέρουν εις την Ιερουσαλήμ με συστατικάς επιστολάς μου άνθρωποι, τους οποίους σεις θα διαλέξετε. Α' Κορ. 16,4 ἐὰν δὲ ᾖ ἄξιον τοῦ κἀμὲ πορεύεσθαι, σὺν ἐμοὶ πορεύσονται. Α' Κορ. 16,4 Εάν μάλιστα είναι μεγάλο το πόσον και αξίζη να μεταβώ και εγώ εις την Ιερουσαλήμ, τότε μαζή μ' εμένα θα πάνε και οι ιδικοί σας.

ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΤΑΞΙΔΙΑ

Α' Κορ. 16,5 Ἐλεύσομαι δὲ πρὸς ὑμᾶς ὅταν Μακεδονίαν διέλθω· Μακεδονίαν γὰρ διέρχομαι· Α' Κορ. 16,5 Θα έλθω δε προς σας όταν περάσω την Μακεδονίαν· διότι θα περιοδεύσω τώρα εις την Μακεδονίαν. Α' Κορ. 16,6 πρὸς ὑμᾶς δὲ τυχὸν παραμενῶ ἢ καὶ παραχειμάσω, ἵνα ὑμεῖς με προπέμψητε οὗ ἐὰν πορεύωμαι. Α' Κορ. 16,6 Ίσως δε να μείνω κοντά σας αρκετόν χρόνον ή και να παραχειμάσω, ώστε σεις να με κατευοδώσετε όπου αν πρόκειται να μεταβεί. Α' Κορ. 16,7 οὐ θέλω γὰρ ὑμᾶς ἄρτι ἐν παρόδῳ ἰδεῖν, ἐλπίζω δὲ χρόνον τινὰ ἐπιμεῖναι πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος ἐπιτρέπῃ. Α' Κορ. 16,7 Δεν έρχωμαι δε τώρα, διότι δεν θέλω να σας ίδω περαστικός εν βία, αλλ' ελπίζω να μείνω κοντά σας για λίγο διάστημα, εάν ο Κύριος επιτρέπη. Α' Κορ. 16,8 ἐπιμενῶ δὲ ἐν Ἐφέσῳ ἕως τῆς πεντηκοστῆς· Α' Κορ. 16,8 Θα παραμείνω δε εις την Έφεσον μέχρι την Πεντηκοστήν. Α' Κορ. 16,9 θύρα γάρ μοι ἀνέῳγε μεγάλη καὶ ἐνεργής, καὶ ἀντικείμενοι πολλοί. Α' Κορ. 16,9 Διότι εδώ μου έχει ανοίξει ο Κύριος μεγάλην θύραν δια την ανάπτυξιν δραστηρίας και αποδοτικής εργασίας. Αλλά και οι αντίθετοι, που φθονούν το έργον του Κυρίου, είναι πολλοί. Α' Κορ. 16,10 Ἐὰν δὲ ἔλθῃ Τιμόθεος, βλέπετε ἵνα ἀφόβως γένηται πρὸς ὑμᾶς· τὸ γὰρ ἔργον Κυρίου ἐργάζεται ὡς κἀγώ· μή τις οὖν αὐτὸν ἐξουθενήσῃ. Α' Κορ. 16,10 Εάν δε έλθη ο Τιμόθεος, προσέχετε να τον δεχθήτε με καλωσύνην, ώστε να μείνη άνετα και χωρίς δειλίαν μαζή σας· διότι και αυτός εργάζεται το έργον του Κυρίου, όπως και εγώ. Προσέχετε, λοιπόν, μήπως τυχόν κανείς του φερθή με περιφρόνησιν και αδιαφορίαν, σαν να μη έχη τάχα αξίαν. Α' Κορ. 16,11 προπέμψατε δὲ αὐτὸν ἐν εἰρήνῃ ἵνα ἔλθῃ πρός με· ἐκδέχομαι γὰρ αὐτὸν μετὰ τῶν ἀδελφῶν. Α' Κορ. 16,11 Όταν δε πρόκειται να έλθη εις συνάντησίν μου, να τον κατευοδώσετε με ειρήνην. Διότι εγώ μαζή με τους εδώ αδελφούς τον περιμένω. Α' Κορ. 16,12 Περὶ δὲ Ἀπολλὼ τοῦ ἀδελφοῦ, πολλὰ παρεκάλεσα αὐτὸν ἵνα ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς μετὰ τῶν ἀδελφῶν· καὶ πάντως οὐκ ἦν θέλημα ἵνα νῦν ἔλθῃ, ἐλεύσεται δὲ ὅταν εὐκαιρήσῃ. Α' Κορ. 16,12 Δια δε τον αδελφόν Απολλώ σας λέγω ότι παρά πολύ τον παρεκάλεσα να σας επισκεφθή μαζή με τους αδελφούς. Παρ' όλα όμως αυτά δεν ηθέλησε να έλθη τώρα. Θα έλθη όμως όταν το κρίνη εύκαιρον.

ΤΕΛΙΚΕΣ ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

Α' Κορ. 16,13 Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε. Α' Κορ. 16,13 Μένετε άγρυπνοι και προσεκτικοί. Σταθήτε στερεοί και ακλόνητοι εις την πίστιν. Δειχθήτε άνδρες γενναίοι· παρέτε δύναμιν και ισχύν. Α' Κορ. 16,14 πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω. Α' Κορ. 16,14 Όλα όσα λέγετε και κάνετε ας γίνωνται με αγάπην. Α' Κορ. 16,15 Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί· οἴδατε τὴν οἰκίαν Στεφανᾶ, ὅτι ἐστὶν ἀπαρχὴ τῆς Ἀχαΐας καὶ εἰς διακονίαν τοῖς ἁγίοις ἔταξαν ἑαυτούς· Α' Κορ. 16,15 Σας παρακαλώ δε, αδελφοί, και δια το εξής ακόμη· γνωρίζετε την οικογένειαν του Στεφανά, ότι είναι οικογένεια που πρώτη αυτή από όλην την Αχαΐαν επίστευσεν στον Χριστόν και έταξαν τον εαυτόν τους εις την υπηρεσίαν των χριστιανών. Α' Κορ. 16,16 ἵνα καὶ ὑμεῖς ὑποτάσσησθε τοῖς τοιούτοις καὶ παντὶ τῷ συνεργοῦντι καὶ κοπιῶντι. Α' Κορ. 16,16 Σας παρακαλώ, λοιπόν, να υποτάσσεσθε και σεις εις τέτοιους εκλεκτούς χριστιανούς και εις καθένα, ο οποίος συνεργεί και κοπιάζει στο έργον του Κυρίου. Α' Κορ. 16,17 χαίρω δὲ ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ Στεφανᾶ καὶ Φουρτουνάτου καὶ Ἀχαϊκοῦ, ὅτι τὸ ὑμῶν ὑστέρημα οὗτοι ἀνεπλήρωσαν· Α' Κορ. 16,17 Χαίρω δε, διότι είναι παρόντες εδώ ο Στεφανάς και ο Φουρτουνάτος και ο Αχαϊκός, οι οποίοι ανεπλήρωσαν εις αρκετόν βαθμόν την στέρησιν της ιδικής σας παρουσίας. Α' Κορ. 16,18 ἀνέπαυσαν γὰρ τὸ ἐμὸν πνεῦμα καὶ τὸ ὑμῶν. Ἐπιγινώσκετε οὖν τοὺς τοιούτους. Α' Κορ. 16,18 Διότι ανέπαυσαν το πνεύμα μου με τας πληροφορίας που μου έφεραν, και πιστεύω ότι θα αναπαύσουν και το ιδικόν σας πνεύμα με την επιστολήν, που θα σας φέρουν. Να αναγνωρίζετε την αξίαν των και να εκτιμάτε τους τοιούτους χριστιανούς. Α' Κορ. 16,19 Ἀσπάζονται ὑμᾶς αἱ ἐκκλησίαι τῆς Ἀσίας. ἀσπάζονται ὑμᾶς ἐν Κυρίῳ πολλὰ Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα σὺν τῇ κατ᾿ οἶκον αὐτῶν ἐκκλησίᾳ. Α' Κορ. 16,19 Σας στέλνουν αδελφικούς χαιρετισμούς αι Εκκλησίαι της Ασίας. Σας χαιρετούν πολύ εν Κυρίω ο Ακύλας και η Πρίσκιλλα μαζή με τους πιστούς, οι οποίοι συναθροίζονται στο σπίτι των. Α' Κορ. 16,20 ἀσπάζονται ὑμᾶς οἱ ἀδελφοὶ πάντες. ἀσπάζεσθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ. Α' Κορ. 16,20 Σας χαιρετούν όλοι οι αδελφοί. Ασπασθήτε ο ένας τον άλλον με το άγιον φίλημα της αγάπης. Α' Κορ. 16,21 Ὁ ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου. Α' Κορ. 16,21 Ο χαιρετισμός αυτός εγράφη με το χέρι εμού, του Παύλου. Α' Κορ. 16,22 εἴ τις οὐ φιλεῖ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα. μαρὰν ἀθᾶ. Α' Κορ. 16,22 Εάν κανείς δεν αγαπά με όλην του την ψυχήν και την δύναμιν τον Κύριον Ιησούν, ας είναι χωρισμένος από την Εκκλησίαν και τον Χριστόν. Ο Κύριος θα έλθη και θα τον κρίνη όπως του πρέπει. Α' Κορ. 16,23 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μεθ᾿ ὑμῶν. Α' Κορ. 16,23 Η χάρις του Κυρίου Ιησού Χριστού είθε να είναι μαζή σας πάντοτε. Α' Κορ. 16,24 ἡ ἀγάπη μου μετὰ πάντων ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· ἀμήν. Α' Κορ. 16,24 Η αγάπη μου, η εν Χριστώ Ιησού, είναι και θα είναι με όλους σας. Αμήν.

Προς Κορίνθιους Β'

Προς Κορίνθιους Β' 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13

Μετά τη συγγραφή της Α’ προς Κορινθίους επιστολής έφτασαν στην Εκκλησία της Κορίνθου ιουδαΐζοντες Χριστιανοί ιεραπόστολοι και με το κήρυγμα τους υπονόμευαν την αποστολική αυθεντία του Παύλου, διδάσκοντας παράλληλα προς την νέα πίστη και την τήρηση του Μωσαϊκού νόμου. Ο Παύλος πληροφορείται τα γεγονότα καθώς βρίσκεται στην Έφεσο στο τέλος της τριετούς εκεί ιεραποστολικής του δραστηριότητας και επειδή δεν δέχεται τη σχετικοποίηση ή νόθευση του χριστιανικού Ευαγγελίου που κήρυξε, πορεύεται πάλι προς την Κόρινθο. Καθ’ οδόν λοιπόν προς την πόλη αυτή, κάπου από την Μακεδονία ή στους Φιλίππους, κατά το έτος 56 μ.Χ., γράφει την Β’ προς Κορινθίους.

Στη Β’ προς Κορινθίους επιστολή δεν βρίσκουμε κανένα υπαινιγμό για τα θέματα που απασχόλησαν τον Απόστολο στην Α’ επιστολή. Στην Β’ επιστολή κυριαρχεί άλλη ατμόσφαιρα και το ύφος της είναι πιο συναισθηματικό. Ο Απόστολος εκδηλώνει τον πλούτο της καρδιάς του προς τα πνευματικά του παιδιά, τα οποία στη σωτήρια οικονομία του Ιησού Χριστού, σαν πατέρας τους γέννησε με το κήρυγμα του Ευαγγελίου και εκθέτει τις υπέρ του Χριστού κακοπάθειές του.

Όλα αυτά αναγκάζεται να τα γράψει εξαιτίας των κατηγόρων του, των ιουδαϊζόντων Χριστιανών, οι οποίοι αφού τάραξαν τις Εκκλησίες της Γαλατίας, ήρθαν και στην Κόρινθο για να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των Χριστιανών ως προς το κύρος του αποστολικού αξιώματος του Παύλου.

Η Β’ προς Κορινθίους επιστολή, στην οποία αντιμετωπίζει ο Παύλος τις κατηγορίες αυτές (χάρη του Ευαγγελίου και των Χριστιανών της Κορίνθου και όχι για τον εαυτό του) και μιλάει για το μεγαλείο αλλά και για τις κακοπάθειές του Αποστόλου, ανήκει, μαζί με την προς Φιλήμονα, στις πιο προσωπικές και συναισθηματικές επιστολές του.

Η επιστολή αυτή μπορεί σε γενικές γραμμές να διαιρεθεί σε τρεις μεγάλες ενότητες:

Α) Η σχέση του Παύλου με την Εκκλησία της Κορίνθου. Ο Απόστολος πέρασε ένα πολύ μεγάλο κίνδυνο στην Μ. Ασία, τόσο που πλησίασε τα όρια του θανάτου. Θέλει να το γνωρίζουν αυτό οι Κορίνθιοι, τους οποίους δεν μπόρεσε να επισκεφτεί όπως τους υποσχέθηκε, όχι από αδιαφορία αλλά ενδιαφερόμενος να μην τους λυπήσει. Στη συνέχεια υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα του αποστολικού του αξιώματος καθώς και την υπεροχή της διακονίας της νέας διαθήκης σε σχέση προς τη διακονία της παλαιάς. Η διακονία βέβαια αυτή συνοδεύεται από πολλές θλίψεις και στενοχώριες αλλά και από τη σταθερή ελπίδα ότι θα υπερνικηθεί ο Θάνατος με την ανάσταση. Η διακονία εκδηλώνεται ακόμη ως πρεσβεία υπέρ του Χριστού για τη συμφιλίωση του κόσμου.

Β) Οδηγίες για τη λογία υπέρ των Χριστιανών των Ιεροσολύμων.

Γ) Απολογία του Παύλου και υπεράσπιση του αποστολικού του αξιώματος. Με ύφος γεμάτο πάθος και αγάπη για τους αναγνώστες του υπεραμύνεται ο Παύλος της αποστολικής του ιδιότητας, την οποία χαρακτηρίζει ως διακονία της νέας διαθήκης, αντιπαραθέτοντας την προς την διακονία της παλαιάς, την οποία ασκούν οι ιουδαΐζοντες.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 1

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Β' Κορ. 1,1 Παῦλος, ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ, καὶ Τιμόθεος ὁ ἀδελφός, τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ τῇ οὔσῃ ἐν Κορίνθῳ σὺν τοῖς ἁγίοις πᾶσι τοῖς οὖσιν ἐν ὅλῃ τῇ Ἀχαΐᾳ· Β' Κορ. 1,1 Εγώ ο Παύλος, που είμαι απόστολος του Ιησού Χριστού δια του θελήματος του Θεού και ο Τιμόθεος ο αδελφός, προς την Εκκλησίαν του Θεού που είναι εις την Κόρινθον και προς πάντας τους χριστιανούς, οι οποίοι ευρίσκονται εις όλην την Αχαΐαν, Β' Κορ. 1,2 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Β' Κορ. 1,2 είθε να είναι πάντοτε μαζή σας χάρις και ειρήνη από τον Θεόν Πατέρα μας και από τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΕΟ

Β' Κορ. 1,3 Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως, Β' Κορ. 1,3 Ας είναι ευλογημένος και δοξασμένος ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο Πατήρ και ο χορηγός της εσπλαγχνίας, του ελέους και της συγκαταβάσεως, και ο Θεός κάθε παρηγορίας δια τους θλιβομένους ανθρώπους. Β' Κορ. 1,4 ὁ παρακαλῶν ἡμᾶς ἐν πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν, εἰς τὸ δύνασθαι ἡμᾶς παρακαλεῖν τοὺς ἐν πάσῃ θλίψει διὰ τῆς παρακλήσεως ἧς παρακαλούμεθα αὐτοὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ· Β' Κορ. 1,4 Αυτός είναι που μας παρηγορεί και μας γαληνεύει εις κάθε μας θλίψιν, ώστε να ημπορούμεν και ημείς να παρηγορούμεν τους ανθρώπους τους ευρισκομένους εις κάθε θλίψιν με την παρηγορίαν, με την οποίαν ημείς οι ίδιοι παρηγορούμεθα από τον Θεόν. Β' Κορ. 1,5 ὅτι καθὼς περισσσεύει τὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ εἰς ἡμᾶς, οὕτω διὰ Χριστοῦ περισσεύει καὶ ἡ παράκλησις ἡμῶν. Β' Κορ. 1,5 Ευχαριστούμεν τον Κύριον, διότι όπως πλεονάζουν και αφθονούν εις ημάς αι θλίψεις και τα παθήματα σαν του Χριστού και προς χάριν του Χριστού, έτσι πλεονάζει και περισσεύει και η παρηγορία, την οποίαν δια μέσου του Χριστού παίρνομεν. Β' Κορ. 1,6 εἴτε δὲ θλιβόμεθα, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν παρακλήσεως καὶ σωτηρίας τῆς ἐνεργουμένης ἐν ὑπομονῇ τῶν αὐτῶν παθημάτων ὧν καὶ ἡμεῖς πάσχομεν, καὶ ἡ ἐλπὶς ἡμῶν βεβαία ὑπὲρ ὑμῶν· εἴτε παρακαλούμεθα, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν παρακλήσεως καὶ σωτηρίας, Β' Κορ. 1,6 Αλλ' είτε δοκιμάζομεν θλίψεις, τας δοκιμάζομεν δια την ιδικήν σας παρηγορίαν και δια την ιδικήν σας σωτηρίαν, την οποίαν η χάρις του Θεού ενεργεί εις σας, και η οποία χάρις σας δίδει την δύναμιν να υπομένετε τα ίδια παθήματα, τα οποία και ημείς πάσχομεν· είτε παρηγορούμεθα, παρηγορούμεθα πάλιν προς ιδικήν σας παρηγορίαν και σωτηρίαν, δια να ενθαρρύνεσθε από το παράδειγμά μας και να στηρίζεσθε εις την ελπίδα και την υπομονήν. Β' Κορ. 1,7 εἰδότες ὅτι ὥσπερ κοινωνοί ἐστε τῶν παθημάτων, οὕτω καὶ τῆς παρακλήσεως. Β' Κορ. 1,7 Και είναι σταθερά και αδιάψευστος η ελπίδα που έχομεν για σας, επειδή γνωρίζομεν καλά ότι όπως συμμετέχετε εις τας θλίψεις και τας κακοπαθείας μας, έτσι θα συμμετέχετε και εις την παρηγορίαν μας. Β' Κορ. 1,8 Οὐ γὰρ θέλομεν ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὑπὲρ τῆς θλίψεως ἡμῶν τῆς γενομένης ἡμῖν ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ὅτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ἐβαρήθημεν ὑπὲρ δύναμιν, ὥστε ἐξαπορηθῆναι ἡμᾶς καὶ τοῦ ζῆν· Β' Κορ. 1,8 Δεν θέλομεν δε να αγνοήτε, αδελφοί, την θλίψιν που μας ευρήκεν εις την Ασίαν, διότι εταλαιπωρήθημεν παρά πολύ υπερβολικά μεγάλο βάρος θλίψεων και δοκιμασιών έπεσεν επάνω μας, παραπάνω από την δύναμίν μας, ώστε να χάσωμεν κάθε ελπίδα και δι' αυτήν ακόμη την ζωήν μας. Β' Κορ. 1,9 ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς τὸ ἀπόκριμα τοῦ θανάτου ἐσχήκαμεν, ἵνα μὴ πεποιθότες ὦμεν ἐφ᾿ ἑαυτοῖς, ἀλλ᾿ ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ ἐγείροντι τοὺς νεκρούς· Β' Κορ. 1,9 Όλα δε αυτά έγιναν αιτία, ώστε ημείς οι ίδιοι να πάρωμεν σαν απάντησιν από τα γεγονότα την πληροφορίαν και την βεβαιότητα, ότι πρόκειται να αποθάνωμεν. Επέτρεψε δε ο Κύριος τους φοβερούς αυτούς και θανασίμους κινδύνους δια να μη έχωμεν πεποίθησιν στον εαυτόν μας, αλλ' στον Θεόν, ο οποίος ανασταίνει τους νεκρούς. Β' Κορ. 1,10 ὃς ἐκ τηλικούτου θανάτου ἐρύσατο ἡμᾶς καὶ ῥύεται, εἰς ὃν ἠλπίκαμεν ὅτι καὶ ἔτι ῥύσεται, Β' Κορ. 1,10 Αυτός μας εγλύτωσεν από ένα τόσον μεγάλον και βέβαιον κίνδυνον θανάτου και μας γλυτώνει. Εις αυτόν δε έχομεν αναθέσει τας ελπίδας μας, ότι και στο μέλλον θα μας γλυτώση και από άλλους κινδύνους, Β' Κορ. 1,11 συνυπουργούντων καὶ ὑμῶν ὑπὲρ ἡμῶν τῇ δεήσει, ἵνα ἐκ πολλῶν προσώπων τὸ εἰς ἡμᾶς χάρισμα διὰ πολλῶν εὐχαριστηθῇ ὑπὲρ ἡμῶν. Β' Κορ. 1,11 αφού και σεις υποβοηθείτε και συνεργείτε με τας προσευχάς σας υπέρ ημών προς τον Θεόν, ώστε το δώρον που θα μας χαρίση ο Θεός, η περιφρούρησις δηλαδή της ζωής μας από τους κινδύνους, να ομολογηθή και να αναγνωρισθή ως δωρεά του από πολλά πρόσωπα, από ημάς δηλαδή και από σας. Και έτσι να αναπεμφθή με πολλούς τρόπους θερμή ευχαριστία προς τον Κύριον δι' ημάς.

Η ΑΝΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΡΙΝΘΟ

Β' Κορ. 1,12 Ἡ γὰρ καύχησις ἡμῶν αὕτη ἐστί, τὸ μαρτύριον τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ὅτι ἐν ἁπλότητι καὶ εἰλικρινείᾳ Θεοῦ, οὐκ ἐν σοφίᾳ σαρκικῇ, ἀλλ᾿ ἐν χάριτι Θεοῦ ἀνεστράφημεν ἐν τῷ κόσμῳ, περισσοτέρως δὲ πρὸς ὑμᾶς. Β' Κορ. 1,12 Αυτό το οποίον μας κάμνει να καυχώμεθα είναι η μαρτυρία της συνειδήσεώς μας, ότι έχομεν συμπεριφερθή και εργασθή εις όλον τον κόσμον και ιδιαιτέρως μεταξύ σας, με απλότητα και ειλικρίνειαν, όπως θέλει ο Θεός, όχι με την κοσμικήν, την ψευδή και πλανωμένην σοφίαν, αλλά με την σοφίαν και την σύνεσιν, που μας δίδει η χάρις του Θεού. Β' Κορ. 1,13 οὐ γὰρ ἄλλα γράφομεν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ἢ ἃ ἀναγινώσκετε ἢ καὶ ἐπιγινώσκετε, ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ἕως τέλους ἐπιγνώσεσθε, Β' Κορ. 1,13 Διότι δεν σας γράφομεν άλλα, διαφορετικά από όσα προφορικώς σας εδιδάξαμεν, αλλά τα ίδια αυτά που διαβάζετε, και αυτά που καταλαβαίνετε πολύ καλά. Ελπίζω δε ότι και μέχρις τέλους θα τα γνωρίσετε με ακρίβειαν και βαθύτητα. Β' Κορ. 1,14 καθὼς καὶ ἐπέγνωτε ἡμᾶς ἀπὸ μέρους ὅτι καύχημα ὑμῶν ἐσμεν, καθάπερ καὶ ὑμεῖς ἡμῶν, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Β' Κορ. 1,14 Θα γνωρίσετε δε και ημάς τους ιδίους καλά, όπως εις κάποιον βαθμόν μας έχετε γνωρίσει, ότι είμεθα καύχημά σας, διότι έχετε τέτοιους διδασκάλους. Ακριβώς δε τα ίδια και ημείς αισθανώμεθα για σας, ότι είσθε δηλαδή καύχημά μας, διότι εδεχθήκατε με προθυμίαν και πίστιν την διδασκαλίαν του Κυρίου και την νέαν ζωήν. Και το δίκαιον αυτό καύχημά μας θα φανή ακόμη λαμπρότερον κατά την μεγάλην ημέραν της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου Ιησού. Β' Κορ. 1,15 Καὶ ταύτῃ τῇ πεποιθήσει ἐβουλόμην πρὸς ὑμᾶς ἐλθεῖν πρότερον, ἵνα δευτέραν χάριν ἔχητε, Β' Κορ. 1,15 Και με αυτήν την πεποίθησιν και διάθεσιν ήθελα να έλθω προς σας, πριν περιοδεύσω την Μακεδονίαν, ώστε να έχετε διπλήν χαράν και πνευματικήν ωφέλειαν από τας δύο αυτάς επισκέψεις μου. Β' Κορ. 1,16 καὶ δι᾿ ὑμῶν διελθεῖν εἰς Μακεδονίαν, καὶ πάλιν ἀπὸ Μακεδονίας ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὑφ᾿ ὑμῶν προπεμφθῆναι εἰς τὴν Ἰουδαίαν. Β' Κορ. 1,16 Δια μέσου δε της πόλεώς σας ήθελα να διαβώ από σας εις την Μακεδονίαν και πάλιν από την Μακεδονίαν να έλθω εις σας, δια να με κατευοδώσετε εις την Ιουδαίαν. Β' Κορ. 1,17 τοῦτο οὖν βουλόμενος μήτι ἄρα τῇ ἐλαφρίᾳ ἐχρησάμην; ἢ ἃ βουλεύομαι, κατὰ σάρκα βουλεύομαι, ἵνα ᾖ παρ᾿ ἐμοὶ τὸ ναὶ ναὶ καὶ τὸ οὒ οὔ; Β' Κορ. 1,17 Αυτά, λοιπόν, εσχεδίαζα και απεφάσιζα, αλλ' αι περιστάσεις δεν με εβοήθησαν να τα πραγματοποιήσω. Μήπως από αυτό βγαίνει το συμπέρασμα, όπως με κατηγορούν οι εχθροί μου, ότι με πολλήν ελαφρότητα εσκέφθην ή εκείνα τα οποία σκέπτομαι και αποφασίζω, τα σκέπτομαι σαν σαρκικός άνθρωπος και θέλω κατά τρόπον εγωϊστικόν αυτό, που θα είπω ναι, να είναι ναι και το όχι να είναι όχι; (Εγώ όμως δεν αποφασίζω σαν κοσμικός άνθρωπος, αλλά σαν άνθρωπος που υποβάλλει τας αποφάσεις του στο Πνεύμα το Άγιον, και τας οποίας αποφάσεις ημπορεί το Πνεύμα άλλας να ευοδώση και άλλας να ματαιώση). Β' Κορ. 1,18 πιστὸς δὲ ὁ Θεὸς ὅτι ὁ λόγος ἡμῶν ὁ πρὸς ὑμᾶς οὐκ ἐγένετο ναὶ καὶ οὔ. Β' Κορ. 1,18 Μη βγάλετε όμως το συμπέρασμα, ότι και το κήρυγμα του Ευαγγελίου, που σας έχω διδάξει είναι αβέβαιον. Κάθε άλλο· είναι κατά πάντα αξιόπιστος ο Θεός, ο οποίος επιμαρτυρεί, ότι το κήρυγμά μας προς σας δεν είναι αμβίβολον, δεν είναι και ναι και όχι. Β' Κορ. 1,19 ὁ γὰρ τοῦ Θεοῦ υἱὸς Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ ἐν ὑμῖν δι᾿ ἡμῶν κηρυχθείς, δι᾿ ἐμοῦ καὶ Σιλουανοῦ καὶ Τιμοθέου, οὐκ ἐγένετο ναί καὶ οὔ, ἀλλὰ ναὶ ἐν αὐτῷ γέγονεν· Β' Κορ. 1,19 Διότι ο Υιός του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, τον οποίον ημείς, δηλαδή εγώ, ο Σιλουανός και ο Τιμόθεος, σας έχομεν κηρύξει, δεν έγινε και ναι και όχι, δεν απεδείχθη δηλαδή κάτι το άστατον και αβέβαιον, αλλ' όπως και η προσωπική σας πείρα μαρτυρεί, επεκυρώθησαν και απεδείχθησαν αληθινά και αμετακίνητα όλα όσα αναφέρονται στον Χριστόν. Β' Κορ. 1,20 ὅσαι γὰρ ἐπαγγελίαι Θεοῦ, ἐν αὐτῷ τὸ ναὶ καὶ ἐν αὐτῷ τὸ ἀμὴν τῷ Θεῷ πρὸς δόξαν δι᾿ ἡμῶν. Β' Κορ. 1,20 Διότι όλαι αι υποσχέσεις του Θεού περί της σωτηρίας μας επραγματοποιήθησαν δια του Ιησού Χριστού και απεδείχθησαν δι' αυτού ναι και αμήν, (αληθιναί και βέβαιαι) δια να δοξάζεται έτσι δι' ημών των Αποστόλων ο Θεός. Β' Κορ. 1,21 ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, Β' Κορ. 1,21 Εκείνος δε ο οποίος δίδει την ακλόνητον και βεβαίαν πεποίθησιν εις ημάς μαζή με σας, ώστε να μένωμεν πιστοί στον Χριστόν και ο οποίος μας έχρισε με το Άγιον Πνεύμα, είναι ο Θεός. Β' Κορ. 1,22 ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀῤῥαβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν. Β' Κορ. 1,22 Αυτός και έβαλε την σφραγίδα του επάνω μας, δια να δείξη, ότι είμεθα ιδικοί του και έδωσε το Πνεύμα του το Άγιον εις τας καρδίας μας ως προκαταβολήν και εγγύησιν δι' όλα όσα μας έχει υποσχεθή. Β' Κορ. 1,23 Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. Β' Κορ. 1,23 Πρέπει δε να σας πω τούτο· ότι εγώ, επειδή σας λυπούμαι, δεν ήλθα ακόμη εις την Κόρινθον, δια να μη σας στενοχωρήσω με τας παρατηρήσεις μου και εις αυτό επικαλούμαι μάρτυρα τον Θεόν, που βλέπει την ψυχήν μου. Β' Κορ. 1,24 οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε. Β' Κορ. 1,24 Δεν σας τα λέγομεν αυτά, διότι έχομεν εξουσίαν επάνω εις σας και εις την πίστιν σας, αλλά διότι είμεθα συνεργάται εις την ιδικήν σας χαράν. Άλλωστε σεις στέκεσθε στερεοί εις την πίστιν.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 2

Η ΑΝΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΡΙΝΘΟ

Β' Κορ. 2,1 Ἔκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς. Β' Κορ. 2,1 Εσκέφθην δε μόνος μου και απεφάσισα τούτο· να μη έλθω προς σας λυπούμενος δια τα σφάλματά σας, λυπών δε και σας με τας παρατηρήσεις, που είμαι αναγκασμένος να σας κάμω. Β' Κορ. 2,2 εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ; Β' Κορ. 2,2 Η λύπη όμως, που θα σας προκαλέσω, αποβλέπει στο καλόν σας, διότι εάν εγώ με τους ελέγχους σας στενοχωρώ, ποιός είναι εκείνος, που με ευφραίνει, παρά αυτός που δέχεται τας παρατηρήσεις μου, λυπείται και μετανοεί δια τα σφάλματά του και προχωρεί εις διόρθωσιν· Β' Κορ. 2,3 καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν. Β' Κορ. 2,3 Και σας έγραψα αυτό τούτο ακριβώς εις προηγουμένην επιστολήν και σας έκαμα παρατηρήσεις, δια να διορθωθήτε εν τω μεταξύ, ώστε, όταν θα έλθω, να μη δοκιμάσω λύπην από εκείνους, από τους οποίους έπρεπε μάλλον να δοκιμάζω χαράν. Είμαι δε βέβαιος δι' όλους σας, ότι η ιδική μου χαρά είναι και χαρά όλων σας. Β' Κορ. 2,4 ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς. Β' Κορ. 2,4 Είχα βέβαια λυπηθή και εγώ πολύ, δια τους ελέγχους που σας έκαμα εις την πρώτην επιστολήν βαθύτατα θλιμμένος και με σφιγμένην την καρδιά και με πολλά δάκρυα, όχι δια να καταβληθήτε από λύπην, αλλά δια να γνωρίσετε την εξαιρετικήν αγάπην, την οποίαν έχω προς σας.

Ο ΠΑΥΛΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΗΘΕΙ Ο ΥΠΑΙΤΙΟΣ

Β' Κορ. 2,5 Εἰ δέ τις λελύπηκεν, οὐκ ἐμὲ λελύπηκεν, ἀλλά, ἀπὸ μέρους ἵνα μὴ ἐπιβαρῶ, πάντας ὑμᾶς. Β' Κορ. 2,5 Εάν δε κάποιος με το βαρύ του σφάλμα επροκάλεσε λύπην, δεν ελύπησε μόνον εμέ, αλλ' εν μέρει ελύπησε και όλους σας, και δια τούτο δεν θέλω να σας στενοχωρήσω και σας λυπήσω με ελέγχους δι' αδιαφορίαν ως προς το θέμα αυτό. Β' Κορ. 2,6 ἱκανὸν τῷ τοιούτῳ ἡ ἐπιτιμία αὕτη ἡ ὑπὸ τῶν πλειόνων· Β' Κορ. 2,6 Είναι αρκετή τιμωρία δι' αυτόν η επίπληξις αυτή, η οποία του έγινε από τους περισσοτέρους. Β' Κορ. 2,7 ὥστε τοὐναντίον μᾶλλον ὑμᾶς χαρίσασθαι καὶ παρακαλέσαι, μήπως τῇ περισσοτέρᾳ λύπῃ καταποθῇ ὁ τοιοῦτος. Β' Κορ. 2,7 Ώστε αντιθέτως είναι καλύτερον τώρα να του δείξετε χάριν και καλωσύνην, να του συγχωρήσετε το σφάλμα και να τον παρηγορήσετε, μήπως από την μεγάλην και βαρείαν λύπην καταβληθή και καταποντισθή εις απογοήτευσιν και απελπισίαν. Β' Κορ. 2,8 διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς κυρῶσαι εἰς αὐτὸν ἀγάπην. Β' Κορ. 2,8 Δι' αυτό και σας παρακαλώ να δείξετε εις αυτόν ειλικρινή αγάπη και καλωσύνην. Β' Κορ. 2,9 εἰς τοῦτο γὰρ καὶ ἔγραψα, ἵνα γνῶ τὴν δοκιμὴν ὑμῶν, εἰ εἰς πάντα ὑπήκοοί ἐστε. Β' Κορ. 2,9 Διότι με αυτόν τον σκοπόν και σας έγραψα εις την προηγουμένην μου επιστολήν, δια να ίδω και γνωρίσω την αρετήν σας, εάν εις όλα είσθε υπήκοοι. Β' Κορ. 2,10 ᾧ δέ τι χαρίζεσθε, καὶ ἐγώ· καὶ γὰρ ἐγὼ εἴ τι κεχάρισμαι ᾧ κεχάρισμαι, δι᾿ ὑμᾶς ἐν προσώπῳ Χριστοῦ, Β' Κορ. 2,10 Εις όποιον δε σεις δίδετε χάριν και συγχώρησιν, δίδω και εγώ διότι και εγώ, εάν έχω χαρίσει κάτι εις οποίον έχω χαρίσει, το έκαμα προς χάριν ιδικήν σας, ενώπιον του Χριστού. Β' Κορ. 2,11 ἵνα μὴ πλεονεκτηθῶμεν ὑπὸ τοῦ σατανᾶ· οὐ γὰρ αὐτοῦ τὰ νοήματα ἀγνοοῦμεν. Β' Κορ. 2,11 Πρέπει δε να δείχνωμεν αυτήν την καλωσύνην και την ανοχήν προς τους αδελφούς, δια να μη εξαπατηθώμεν με υψηλόφρονας λογισμούς από τον σατανάν και κυριαρχηθώμεν έτσι από αυτόν. Διότι δεν μας είναι άγνωστοι οι μοχθηραί και δόλιαι αυτού επινοήσεις.

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Β' Κορ. 2,12 Ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν Τρῳάδα εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, καὶ θύρας μοι ἀνεῳγμένης ἐν Κυρίῳ, Β' Κορ. 2,12 Όταν δε ήλθα εις την Τρωάδα, δια να μεταφέρω και εκεί το Ευαγγέλιον του Χριστού, και ενώ μου είχε ανοιχθή θύρα, δια να υπηρετήσω το έργον του Κυρίου, Β' Κορ. 2,13 οὐκ ἔσχηκα ἄνεσιν τῷ πνεύματί μου τοῦ μὴ εὑρεῖν με Τίτον τὸν ἀδελφόν μου, ἀλλὰ ἀποταξάμενος αὐτοῖς ἐξῆλθον εἰς Μακεδονίαν. Β' Κορ. 2,13 δεν εδοκίμασα και δεν είχα άνεσιν στο πνεύμα μου, διότι δεν ευρήκα εκεί τον Τίτον, τον αδελφόν μου, να με πληροφορήση σχετικώς με την κατάστασιν σας. Δι' αυτό αφού απεχαιρέτησα τους εκεί αδελφούς, ανεχώρησα εις την Μακεδονίαν, δια να προαπαντήσω τον Τίτον. Β' Κορ. 2,14 Τῷ δὲ Θεῷ χάρις τῷ πάντοτε θριαμβεύοντι ἡμᾶς ἐν τῷ Χριστῷ καὶ τὴν ὀσμὴν τῆς γνώσεως αὐτοῦ φανεροῦντι δι᾿ ἡμῶν ἐν παντὶ τόπῳ· Β' Κορ. 2,14 Ας είναι δε ευλογημένον και δοξασμένον το όνομα του Θεού, ο οποίος μας δίδει χάριν και δύναμιν και μας κάμνει να νικώμεν και να θριαμβεύωμεν εν τω Χριστώ, και ο οποίος κάμνει φανεράν και αισθητήν δια μέσου ημών εις κάθε τόπον την ζωογόνον ευωδίαν της αληθινής γνώσεως. Β' Κορ. 2,15 ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σῳζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις, Β' Κορ. 2,15 Διότι ημείς, οι εργάται του Ευαγγελίου, είμεθα ευωδία Χριστού στον Θεόν· ευωδία και μεταξύ των σωζομένων και μεταξύ εκείνων, που βαδίζουν τον δρόμον της αιωνίας απωλείας. Β' Κορ. 2,16 οἷς μὲν ὀσμὴ θανάτου εἰς θάνατον, οἷς δὲ ὀσμὴ ζωῆς εἰς ζωήν. καὶ πρὸς ταῦτα τίς ἱκανός; Β' Κορ. 2,16 Εις άλλους μεν είμεθα οσμή που φέρει τον θάνατον, διότι αυτοί δεν θέλουν να δεχθούν την σώζουσαν αλήθειαν· εις άλλους δε, τους καλοπροαιρέτους, ζωογόνος ευωδία, που δίδει ζωήν. Και ποιός είναι ικανός από τον εαυτόν του να πραγματοποιήση αυτά τα μεγάλα έργα; Β' Κορ. 2,17 οὐ γάρ ἐσμεν ὡς οἱ λοιποὶ καπηλεύοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ὡς ἐξ εἰλικρινείας, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ Θεοῦ κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν. Β' Κορ. 2,17 Ημείς δεν είμεθα, όπως οι πολλοί, που νοθεύουν και αλλοιώνουν τον λόγον του Θεού και κερδοσκοπούν επάνω εις αυτόν. Αλλά κηρύττωμεν τον λόγον του Θεού κινούμενοι από αγνά και ειλικρινή ελατήρια, από άδολον ενδιαφέρον, ως εμπνεόμενοι από τον Θεόν και ενώπιον του Θεού και εν Χριστώ ομιλούντες.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 3

Ο ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ

Β' Κορ. 3,1 Ἀρχόμεθα πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνειν; εἰ μὴ χρῄζομεν ὥς τινες συστατικῶν ἐπιστολῶν πρὸς ὑμᾶς ἢ ἐξ ὑμῶν συστατικῶν; Β' Κορ. 3,1 Αρχίζομεν πάλιν να συνιστώμεν τον εαυτόν μας; Μήπως τυχόν και χρειαζόμεθα, όπως και μερικοί άλλοι, συστατικάς επιστολάς προς σας ή από σας συστατικάς επιστολάς δια τους άλλους; Β' Κορ. 3,2 ἡ ἐπιστολὴ ἡμῶν ὑμεῖς ἐστε, ἐγγεγραμμένη ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, γινωσκομένη καὶ ἀναγινωσκομένη ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων, Β' Κορ. 3,2 Η ιδική μας συστατική επιστολή είσθε σεις οι ίδιοι. Επιστολή γραμμένη μέσα εις τας καρδίας μας, η οποία γνωρίζεται ως γνησία και αληθινή και αναγινώσκεται από όλους τους ανθρώπους. Β' Κορ. 3,3 φανερούμενοι ὅτι ἐστὲ ἐπιστολὴ Χριστοῦ διακονηθεῖσα ὑφ᾿ ἡμῶν, ἐγγεγραμμένη οὐ μέλανι, ἀλλὰ Πνεύματι Θεοῦ ζῶντος, οὐκ ἐν πλαξὶ λιθίναις, ἀλλὰ ἐν πλαξὶ καρδίαις σαρκίναις. Β' Κορ. 3,3 Σεις γίνεσθε φανεροί και δια των πραγμάτων αποδεικνύετε, ότι είσθε επιστολή Χριστού, την οποίαν εκείνος έγραψε, χρησιμοποιήσας ημάς ως όργανα του· γραμμένη όχι με μέλανι, αλλά με την χάριν και τον φωτισμόν του Πνεύματος του ζώντος Θεού· όχι εις λίθινες πλάκες, όπως είχε γραφή ο μωσαϊκός νόμος, αλλ' εις τις σάρκινες πλάκες των καρδιών σας, αι οποίαι αισθάνονται και ζουν τας δωρεάς και τας αληθείας, που δίδει το Πνεύμα το Άγιον. Β' Κορ. 3,4 Πεποίθησιν δὲ τοιαύτην ἔχομεν διὰ τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν Θεόν. Β' Κορ. 3,4 Κάμνομεν δε αυτήν την ομολογίαν και έχομεν αυτήν την πεποίθησιν δια του Ιησού Χριστού, έμπροσθεν του Θεού. Β' Κορ. 3,5 οὐχ ὅτι ἱκανοί ἐσμεν ἀφ᾿ ἑαυτῶν λογίσασθαί τι ὡς ἐξ ἑαυτῶν, ἀλλ᾿ ἡ ἱκανότης ἡμῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ, Β' Κορ. 3,5 Όχι διότι είμεθα από τους εαυτούς μας ικανοί, ούτε ότι από την ιδικήν μας διάνοιαν και από τους ιδικούς μας λογισμούς συνθέτομεν και προσφέρομεν το κήρυγμα. Αλλ' η ικανότης μας είναι από τον Θεόν. Β' Κορ. 3,6 ὃς καὶ ἱκάνωσεν ἡμᾶς διακόνους καινῆς διαθήκης, οὐ γράμματος, ἀλλὰ πνεύματος· τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτείνει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ. Β' Κορ. 3,6 Αυτός και μας έχει αναδείξει ικανούς και αξίους διακόνους της Καινής Διαθήκης, όχι του παλαιού γραπτού και τυπικού νόμου, αλλά του πνευματικού, ο οποίος δια του Αγίου Πνεύματος γράφεται εις τας καρδίας μας και δίδει ζωήν. Διότι το γράμμα, αι τυπικαί διατάξεις του παλαιού Νόμου, φέρουν τον πνευματικόν θάνατον. Τον νέον όμως πνεύμα της Καινής Διαθήκης δίδει την ζωήν. Β' Κορ. 3,7 Εἰ δὲ ἡ διακονία τοῦ θανάτου ἐν γράμμασιν ἐντετυπωμένη ἐν λίθοις ἐγενήθη ἐν δόξῃ, ὥστε μὴ δύνασθαι ἀτενίσαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ εἰς τὸ πρόσωπον Μωϋσέως διὰ τὴν δόξαν τοῦ προσώπου αὐτοῦ τὴν καταργουμένην, Β' Κορ. 3,7 Εάν δε ο παλαιός Νόμος, που οδηγεί στον θάνατον και είχε χαραχθή με γράμματα εις λίθους, εδόθη με τόσην δόξαν, ώστε οι Ισραηλίται να μη ημπορον να ατενίσουν το πρόσωπον του Μωϋσέως, ένεκα της δόξης και λαμπρότητος που ανέδιδεν αυτό, η οποία εν τούτοις ήτο παροδική και θα κατηργείτο, Β' Κορ. 3,8 πῶς οὐχὶ μᾶλλον ἡ διακονία τοῦ πνεύματος ἔσται ἐν δόξῃ; Β' Κορ. 3,8 πως δεν θα έχη μεγαλυτέραν δόξαν και μεγαλειότητα η διακονία της Καινής Διαθήκης, η οποία χορηγεί στους ανθρώπους το Πνεύμα το Άγιον; Β' Κορ. 3,9 εἰ γὰρ ἡ διακονία τῆς κατακρίσεως δόξα, πολλῷ μᾶλλον περισσεύει ἡ διακονία τῆς δικαιοσύνης ἐν δόξῃ. Β' Κορ. 3,9 Διότι εάν η διακονία εκείνη του παλαιού Νόμου, που είχε ως συνέπειαν την καταδίκην του ανθρώπου, ήτο ένδοξος, πολύ περισσότερον η διακονία της Καινής Διαθήκης, που δίδει την δικαίωσιν και την σωτηρίαν έχει με το παραπάνω πλουσίαν την δόξαν. Β' Κορ. 3,10 καὶ γὰρ οὐδὲ δεδόξασται τὸ δεδοξασμένον ἐν τούτῳ τῷ μέρει ἕνεκεν τῆς ὑπερβαλλούσης δόξης. Β' Κορ. 3,10 Διότι δεν έχει αποκτήσει ποτέ τέτοιαν δόξαν ο δοξασμένος παλαιός Νόμος, εν συγκρίσει και αντιπαραβολής προς την Καινήν Διαθήκην, ένεκα της υπερβολικής και ασυλλήπτου δόξης, που έχει η νέα αυτή Διαθήκη. Β' Κορ. 3,11 εἰ γὰρ τὸ καταργούμενον διὰ δόξης, πολλῷ μᾶλλον τὸ μένον ἐν δόξῃ. Β' Κορ. 3,11 Και έτσι έπρεπε να είναι· διότι εάν ο παλαιός Νόμος, που ήτο προσωρινός και θα κατηργείτο, είχε την δόξαν του, πολύ περισσότερον συνοδεύεται από μεγαλυτέραν δόξαν αυτό που μένει στους αιώνας αιώνων, δηλαδή η Καινή Διαθήκη. Β' Κορ. 3,12 Ἔχοντες οὖν τοιαύτην ἐλπίδα πολλῇ παῤῥησίᾳ χρώμεθα, Β' Κορ. 3,12 Έχοντες, λοιπόν, μίαν τέτοιαν ελπίδα, ότι δηλαδή το εν Χριστώ έργον μας είναι αφαντάστως και αιωνίως, ένδοξον, προχωρούμεν και εργαζόμεθα με πολύ θάρρος δια την διάδοσιν του Ευαγγελίου. Β' Κορ. 3,13 καὶ οὐ καθάπερ Μωϋσῆς ἐτίθει κάλυμμα ἐπὶ τὸ πρόσωπον ἑαυτοῦ πρὸς τὸ μὴ ἀτενίσαι τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ εἰς τὸ τέλος τοῦ καταργουμένου. Β' Κορ. 3,13 Και προσφέρομεν καθαράν, χωρίς κανένα κάλλυμα, την νέαν διδασκαλίαν και το έργον μας, και όχι όπως ο Μωϋσής, ο οποίος έθετε κάλυμμα εμπρός στο πρόσωπον του, το οποίον κάλυμμα υπεδήλωνεν, ότι οι υιοί του Ισραήλ δεν θα ημπορούσαν, εξ αιτίας της σκληροκαρδίας των, να ατενίσουν και να κατανοήσουν του καταργουμένου εκείνου Νόμου το τέλος και τον σκοπόν, δηλαδή τον Χριστόν. Β' Κορ. 3,14 ἀλλ᾿ ἐπωρώθη τὰ νοήματα αὐτῶν. ἄχρι γὰρ τῆς σήμερον τὸ αὐτὸ κάλυμμα ἐπὶ τῇ ἀναγνώσει τῆς παλαιᾶς διαθήκης μένει, μὴ ἀνακαλυπτόμενον ὅτι ἐν Χριστῷ καταργεῖται, Β' Κορ. 3,14 Αλλ' εσκληρύνθη και ετυφλώθη η διάνοιά των. Διότι και μέχρι σήμερον μένει το ίδιο κάλυμμα κατά την ανάγνωσιν της Παλαιάς Διαθήκης και δεν αφαιρείται τούτο από αυτούς (κατά κυριολεξίαν και κατά μεταφοράν) επειδή δεν πιστεύουν στον Χριστόν, εν τω οποίω και δια του οποίου καταργείται αυτό. Β' Κορ. 3,15 ἀλλ᾿ ἕως σήμερον, ἡνίκα ἀναγινώσκεται Μωϋσῆς, κάλυμμα ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτῶν κεῖται· Β' Κορ. 3,15 Αλλά μέχρι σήμερον, όταν αναγινώσκεται ο Νόμος του Μωϋσέως, απλώνεται και υπάρχει κάλυμμα όχι μόνον στο πρόσωπόν των, αλλά και εις την καρδίαν των. Β' Κορ. 3,16 ἡνίκα δ᾿ ἂν ἐπιστρέψῃ πρὸς Κύριον, περιαιρεῖται τὸ κάλυμμα. Β' Κορ. 3,16 Όταν δε κάποιος από αυτούς καθοδηγηθή και επιστρέψη προς τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, τότε ξετυλίγεται και αφαιρείται το κάλυμμα της καρδίας, δια να γίνη έτσι φανερά εις αυτόν και κατανοητή η αλήθεια. Β' Κορ. 3,17 ὁ δὲ Κύριος τὸ Πνεῦμά ἐστιν· οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία. Β' Κορ. 3,17 Ο Κύριος είναι το Πνεύμα και όπου υπάρχει το Πνεύμα, το οποίον δια μέσου του Κυρίου χορηγείται, εκεί υπάρχει η απελευθέρωσις από το κάλυμμα και την δουλείαν του Νόμου· εκεί ευρίσκεται η πραγματική ελευθερία. Β' Κορ. 3,18 ἡμεῖς δὲ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος. Β' Κορ. 3,18 Ημείς δε όλοι με ακάλυπτον το πρόσωπον και ανεμπόδιστον την καρδίαν δεχόμεθα και αντικατοπτρίζομεν και ακτινοβολούμεν την δόξαν του Κυρίου, και μεταμορφωνόμεθα εις αυτήν ταύτην την εικόνα του και του ομοιάζομεν ταύτην την εικόνα του και του ομοιάζομεν πνευματικώς, προχωρούντες από δόξης εις δόξαν, όπως είναι φυσικόν να προχωρή αυτός, που αγιάζεται και λαμπρύνεται από το Πνεύμα, από τον Κύριον.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 4

Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Β' Κορ. 4,1 Διὰ τοῦτο, ἔχοντες τὴν διακονίαν ταύτην καθὼς ἠλεήθημεν, οὐκ ἐκκακοῦμεν, Β' Κορ. 4,1 Δι' αυτό και ημείς έχοντες την υψηλήν και μεγάλην αυτήν διακονίαν του κηρύγματος, χάρις στο έλεος του Κυρίου, δεν αποκάμνομεν, ούτε δυσφορούμεν ενώπιον των δυσκολιών και κινδύνων. Β' Κορ. 4,2 ἀλλ᾿ ἀπειπάμεθα τὰ κρυπτὰ τῆς αἰσχύνης, μὴ περιπατοῦντες ἐν πανουργίᾳ μηδὲ δολοῦντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τῇ φανερώσει τῆς ἀληθείας συνιστῶντες ἑαυτοὺς πρὸς πᾶσαν συνείδησιν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Β' Κορ. 4,2 Αλλ' έχομεν απαρνηθή όλα εκείνα, που οι άνθρωποι, δια λόγους εντροπής, τα κρύπτουν, και δεν προχωρούμεν τον δρόμον μας με πανουργίαν ούτε νοθεύομεν τον λόγον του Θεού με ιδικάς μας ή ξένας επινοήσεις, αλλά με την καθαράν και ανόθευτον φανέρωσιν της αληθείας συσταίνομεν εις κάθε ευσυνείδητον και ορθοφρονούντα άνθρωπον τον εαυτόν μας, ως γνήσιον εργάτην του Ευαγγελίου, ενώπιον του Θεού. Β' Κορ. 4,3 εἰ δὲ καὶ ἔστι κεκαλυμμένον τὸ εὐαγγέλιον ἡμῶν, ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις ἐστὶ κεκαλυμμένον, Β' Κορ. 4,3 Εάν δε και είναι σκεπασμένον και ακατάληπτον το κήρυγμα του Ευαγγελίου μας, είναι σκεπασμένον δι' εκείνους που θεληματικά βαδίζουν τον δρόμον της απωλείας. Β' Κορ. 4,4 ἐν οἷς ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ. Β' Κορ. 4,4 Εν μέσω αυτών ο Θεός του αμαρτωλού τούτου αιώνος, δηλαδή ο σατανάς, έχει σκοτίσει και τυφλώσει τας διανοίας και τας σκέψεις των απίστων, ώστε να μη λάμψη εις αυτούς το φως του Ευαγγελίου της δόξης του Χριστού, ο οποίος είναι εικών του Θεού. Β' Κορ. 4,5 οὐ γὰρ ἑαυτοὺς κηρύσσομεν, ἀλλὰ Χριστὸν Ἰησοῦν Κύριον, ἑαυτοὺς δὲ δούλους ὑμῶν διὰ Ἰησοῦν. Β' Κορ. 4,5 Διότι ημείς δεν κηρύσσομεν και δεν διαφημίζομεν τον εαυτόν μας, αλλά κηρύττομεν τον Χριστόν Ιησούν, τον Κύριον, που είναι ο μόνος ένδοξος· τους εαυτούς μας δε τους παρουσιάζομεν ως δούλους και υπηρέτας ιδικούς σας δια την δόξαν του Ιησού. Β' Κορ. 4,6 ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Β' Κορ. 4,6 Και τούτο, διότι ο Θεός, ο οποίος κατά τους χρόνους της δημιουργίας διέταξε να λάμψη φως αντί του σκότους που υπήρχε τότε, αυτός έλαμψεν εις τας καρδίας μας και τας εφώτισεν, όχι μόνον δια να γνωρίσωμεν ημείς, αλλά δια να μεταδώσωμεν και στους άλλους φωτεινήν και καθαράν την γνώσιν της δόξης του Θεού, η οποία δόξα εφανερώθη δια του Ιησού Χριστού. Β' Κορ. 4,7 Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, Β' Κορ. 4,7 Έχομεν δε αυτόν τον ανεκτίμητον θησαυρόν της ενδόξου γνώσεως μέσα εις τα σώματα μας, τα αδύνατα και εύθραστα σαν όστρακα, δια να φαίνεται έτσι καθαρά ότι ο υπεράφθονος πλούτος της δυνάμεως είναι και προέρχεται από τον Θεόν και όχι από ημάς. Β' Κορ. 4,8 ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, Β' Κορ. 4,8 Έτσι δε εξηγείται η υπερνίκησις των αναριθμήτων εμποδίων και κινδύνων που συναντώμεν στο έργον μας. Διότι όντως ημείς οι Απόστολοι παντού και πάντοτε θλιβόμεθα, χωρίς όμως να φθάνωμεν εις αδιέξοδον και καταθλιπτικήν στενοχωρίαν. Περιπίπτομεν εις απορίαν και αμηχανίαν, χωρίς ποτέ να αποθαρρυνώμεθα και να μη ευρίσκωμεν λύσιν και απάντησιν εις τας απορίας μας. Β' Κορ. 4,9 διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι, Β' Κορ. 4,9 Διωκόμεθα από απίστους και ψευδαδέλφους, αλλά δεν εγκαταλειπόμεθα από τον Θεόν. Φαίνεται μερικές φορές, ότι καταβαλλόμεθα και ριπτόμεθα από τους εχθρούς μας κάτω ως ηττημένοι, αλλά δεν χανόμεθα. Β' Κορ. 4,10 πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. Β' Κορ. 4,10 Όπου και αν περιοδεύωμεν, φέρομεν στο σώμα μας πάντοτε τας οδύνας και τον θάνατον του Κυρίου Ιησού, κινδυνεύοντες όπως εκείνος και να αποθάνωμεν εις κάθε στιγμήν. Τούτο όμως, δια να φανερωθή εις την ζωήν και ύπαρξιν μας, που πάντοτε διαφεύγει τον θάνατον, η ζωή και η δύναμις του Ιησού. Β' Κορ. 4,11 ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. Β' Κορ. 4,11 Διότι πάντοτε ημείς, που ζώμεν δια το έργον του Κυρίου, παραδιδόμεθα εις θάνατον δια την δόξαν του Ιησού, ώστε η ζωή και η δύναμις του Ιησού Χριστού να φανή στο θνητόν μας σώμα, το οποίον ο Κύριος κατά θαυμαστούς τρόπους σώζει. Β' Κορ. 4,12 ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. Β' Κορ. 4,12 Ώστε οι μεν καθημερινοί θανάσιμοι κίνδυνοι υπάρχουν εις ημάς, η δε πνευματική ζωή, που προέρχεται από τον ιδικόν μας θάνατον, ενεργείται και αυξάνεται εις σας. Β' Κορ. 4,13 ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, Β' Κορ. 4,13 Επειδή όμως έχομεν το αυτό Άγιον Πνεύμα, που μας χαρίζει και μας στερεώνει εις την πίστιν, σύμφωνα με εκείνο που είναι γραμμένον εις την Παλαιάν Διαθήκην “επίστευσα και δι' αυτό ελάλησα”. και ημείς πιστεύομεν κατά τρόπον ορθόν και σταθερόν στον Κύριον, δι' αυτό και με θάρρος κηρύττομεν την διδασκαλίαν της πίστεώς μας. Β' Κορ. 4,14 εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. Β' Κορ. 4,14 Από αυτήν δε την πίστιν αντλούμεν την βεβαίαν γνώσιν, ότι ο Θεός και Πατήρ, ο οποίος ανέστησε το Κύριον Ιησούν, θα αναστήση και ημάς δια μέσου του Ιησού και θα μας θέση κοντά του, μαζή με σας, ενδόξους εις την βασιλείαν του. Β' Κορ. 4,15 τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ. Β' Κορ. 4,15 Διότι όλα γίνονται δια σας, ώστε η ευεργεσία και η δωρεά του Θεού, που γίνεται εις ημάς, να γίνη και ιδική σας ευεργεσία και να πλεονάση εις όλους. Έτσι δε σεις και ημείς, που είμεθα οι ευεργετούμενοι, να ευχαριστούμεν τον Θεόν, ώστε και η ευχαριστία να πλεονάζη και να περισσεύη προς δόξαν του Θεού. Β' Κορ. 4,16 Διὸ οὐκ ἐκκακοῦμεν, ἀλλ᾿ εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ᾿ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ. Β' Κορ. 4,16 Επειδή δε ακριβώς και αι θλίψεις αποβλέπουν στο αγαθόν, δεν αποκάμνομεν και δεν αποθαρρυνόμεθα. Αλλ' αν και ο έξω άνθρωπος, το σώμα μας, ταλαιπωρήται και θλίβεται και φθείρεται, ο έσω όμως άνθρωπος, η ψυχή, ξανακαινουργώνεται και ξανανιώνει ημέρα με την ημέραν. Β' Κορ. 4,17 τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ᾿ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν, Β' Κορ. 4,17 Διότι η βραχείας διαρκείας, δια τούτο δε και ελαφρά, θλίψις μας, απεργάζεται και φέρει ως κέρδος εις ημάς αιώνιον βάρος δόξης, υπερβολικά μεγάλο και αφάνταστον. Β' Κορ. 4,18 μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα. τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια. Β' Κορ. 4,18 Όσον δε μεγάλαι και οδυνηραί και αν είναι αι θλίψεις μας, θα τας αισθανώμεθα ως ελαφράς και θα τας υπομένωμεν με χαράν, εάν δεν θα προσηλώνωμεν το βλέμμα μας εις εκείνα που βλέπονται με τα μάτια του σώματος, εις τα υλικά και αισθητά, αλλ' εις εκείνα που δεν βλέπονται. Διότι τα βλεπόμενα είναι παροδικά και προσωρινά, τα δε μη βλεπόμενα είναι αιώνια και αναλλοίωτα.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 5

Η ΠΡΟΣΚΑΙΡΗ ΚΑΙ Η ΑΙΩΝΙΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑ

Β' Κορ. 5,1 Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν, οἰκίαν ἀχειροποίητον αἰώνιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Β' Κορ. 5,1 Δια τούτο ούτε καταβαλλόμεθα ούτε αποκάμνομεν από τας θλίψεις, τους κινδύνους και τας ταλαιπωρίας. Διότι γνωρόζομεν καλά ότι, εάν η επίγειος κατοικία της ψυχής μας, σαν προσωρινή σκηνή που είναι, διαλυθή από τον θάνατον, έχωμεν άλλην οικοδομήν ετοιμασμένην από τον Θεόν, οικίαν που δεν την έχουν κάμει ανθρώπινα χέρια, δηλαδή το αθάνατον και ένδοξον σώμα μας, που θα είναι αιώνιον στους ουρανούς. Β' Κορ. 5,2 καὶ γὰρ ἐν τούτῳ στενάζομεν, τὸ οἰκητήριον ἡμῶν τὸ ἐξ οὐρανοῦ ἐπενδύσασθαι ἐπιποθοῦντες, Β' Κορ. 5,2 Διότι πράγματι στούτο το σκήνος, το φθαρτόν και ταλαιπωρημένον σώμα, στενάζομεν, επιθυμούντες με πολύν πόθον και λαχτάραν να φορέσωμεν επάνω μας, σαν άλλο πολυτιμόταστον ένδυμα, την ένδοξον κατοικίαν μας, η οποία θα μας δοθή από τον ουρανόν, δηλαδή το άφθαρτον και ακατάλυτον και ένδοξον νέον σώμα. Β' Κορ. 5,3 εἴ γε καὶ ἐνδυσάμενοι οὐ γυμνοὶ εὑρεθησόμεθα. Β' Κορ. 5,3 Εάν βέβαια έστω και σαν ένδυμα φορέσωμεν αυτό το νέον σώμα, δεν θα ευρεθώμεν πλέον γυμνοί. Β' Κορ. 5,4 καὶ γὰρ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν, βαρούμενοι ἐφ᾿ ᾧ οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἀλλ᾿ ἐπενδύσασθαι, ἵνα καταποθῇ τὸ θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς. Β' Κορ. 5,4 Διότι ημείς που είμεθα και ζώμεν στο φθαρτόν τούτο σώμα, στενάζομεν σαν να είμεθα φορτωμένοι βαρύ φορτίον, όχι διότι θέλομεν να εκδυθώμεν το σώμα και να απαλλαγώμεν από αυτό, αλλά διότι θέλομεν να φορέσωμεν επάνω μας το αθάνατον σώμα, δια να απορροφηθή και εξαφανισθή εντελώς η θνητότης του σώματος και μεταστοιχειωθή το φθαρτόν τούτο σώμα υπό της αιωνίου και αφθάρτου ζωής του άλλου, ώστε να γίνη άφθαρτον. Β' Κορ. 5,5 ὁ δὲ κατεργασάμενος ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο Θεός, ὁ καὶ δοὺς ἡμῖν τὸν ἀῤῥαβῶνα τοῦ Πνεύματος. Β' Κορ. 5,5 Εκείνος δε, ο οποίος μας εδημιούργησε δι' αυτό τούτο, δια να ενδυθώμεν δηλαδή το άφθαρτον σώμα, είναι αυτός ο Θεός, ο οποίος μας έδωσε από τώρα σαν εγγύησιν και βεβαίαν υπόσχεσιν την χάριν του Αγίου Πνεύματος, του χορηγού της ζωής. Β' Κορ. 5,6 Θαῤῥοῦντες οὖν πάντοτε καὶ εἰδότες ὅτι ἐνδημοῦντες ἐν τῷ σώματι ἐκδημοῦμεν ἀπὸ τοῦ Κυρίου· Β' Κορ. 5,6 Πάντοτε, λοιπόν, έχομεν θάρρος και ελπίδα και γνωρίζομεν καλά, ότι κατά το διάστημα, κατά το οποίον μένομεν στο σώμα τούτο, είναι σαν να έχωμεν ξενητευθή από τον Κύριον. Β' Κορ. 5,7 διὰ πίστεως γὰρ περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους· Β' Κορ. 5,7 Διότι την παρούσαν ζωήν την διερχόμεθα με πίστιν, χωρίς και να βλέπωμεν με τρόπον αισθητόν κατά πρόσωπον τον Κύριον. Β' Κορ. 5,8 θαῤῥοῦμεν δὲ καὶ εὐδοκοῦμεν μᾶλλον ἐκδημῆσαι ἐκ τοῦ σώματος καὶ ἐνδημῆσαι πρὸς τὸν Κύριον. Β' Κορ. 5,8 Έχομεν δε ακλόνητον θάρρος και πολύ προτιμώμεν να εκδημήσωμεν από το σώμα αυτό και να μείνωμεν δια παντός πλησίον του Κυρίου. Β' Κορ. 5,9 διὸ καὶ φιλοτιμούμεθα, εἴτε ἐνδημοῦντες εἴτε ἐκδημοῦντες, εὐάρεστοι αὐτῷ εἶναι. Β' Κορ. 5,9 Δι' αυτό και προσπαθούμεν με κάθε φιλοτιμίαν να είμεθα ευάρεστοι στον Θεόν, είτε ευρισκόμεθα στο φθαρτόν αυτό σώμα είτε αναχωρούμεν από αυτό δια τον ουρανόν κατά την ώραν του θανάτου. Β' Κορ. 5,10 τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν. Β' Κορ. 5,10 Διότι όλοι μας θα παρουσιασθώμεν οπωσδήποτε μπροστά στο βήμα του Χριστού, ολοφάνεροι και ξέσκεποι, δια να αποκομίση και απολαύση ο καθένας, ανάλογα με όσα δια του σώματος έπραξε, είτε αγαθά είτε κακά.

Η ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Β' Κορ. 5,11 Εἰδότες οὖν τὸν φόβον τοῦ Κυρίου ἀνθρώπους πείθομεν, Θεῷ δὲ πεφανερώμεθα, ἐλπίζω δὲ καὶ ἐν ταῖς συνειδήσεσιν ὑμῶν πεφανερῶσθαι. Β' Κορ. 5,11 Επειδή ακριβώς γνωρίζομεν τον φόβον του Κυρίου, που θα καθίση ως κριτής κατά την δευτέραν παρουσίαν στο ένδοξον εκείνο βήμα, ζητούμεν με κάθε ειλικρίνειαν να πείσωμεν τους ανθρώπους δια τας διαθέσεις μας και το έργον μας. Ως προς δε τον Θεόν είμεθα ολοφάνεροι εις αυτόν. Ελπίζω δε ότι και εις τας ιδικάς σας συνειδήσεις έχομεν φανερωθή, οποίοι είμεθα. Β' Κορ. 5,12 οὐ γὰρ πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνομεν ὑμῖν, ἀλλὰ ἀφορμὴν διδόντες ὑμῖν καυχήματος ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα ἔχητε πρὸς τοὺς ἐν προσώπῳ καυχωμένους καὶ οὐ καρδίᾳ. Β' Κορ. 5,12 Διότι δεν συσταίνομεν πάλιν τους εαυτούς μας εις σας, αλλά σας δίδομεν αφορμήν να καυχάσθε δι' ημάς, ώστε να έχετε τι να απαντάτε και τι να λέγετε εις εκείνους που καυχώνται και ζητούν δόξαν από εξωτερικά πλεονεκτήματα και όχι από τας εσωτερικάς αρετάς της καρδίας. Β' Κορ. 5,13 εἴτε γὰρ ἐξέστημεν, Θεῷ, εἴτε σωφρονοῦμεν, ὑμῖν. Β' Κορ. 5,13 Είτε όμως ένεκα του ενθουσιασμού μας εβγήκαμε από τον ευατόν μας και παραλογιζόμεθα με το να αυτοεπαινούμεθα, δια την δόξαν του Θεού εφθάσαμεν στο σημείον αυτό· είτε είμεθα σώφρονες και συνετοί και περικρύπτομεν τας δωρεάς που μας έχει δώσει ο Θεός, το πράττομεν δια την ιδικήν σας ωφέλειαν. Β' Κορ. 5,14 ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς, Β' Κορ. 5,14 Διότι η άδολος και αγνή αγάπη του Χριστού μας κρατεί όλους, ημάς και σας, σφικτά ενωμένους. Β' Κορ. 5,15 κρίναντας τοῦτο, ὅτι εἰ εἷς ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἄρα οἱ πάντες ἀπέθανον· καὶ ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι. Β' Κορ. 5,15 Εσχηματίσαμεν δε ακλόνητον το φρόνημα και την πεποίθησιν, ότι εάν ένας, ο Χριστός, απέθανεν υπέρ όλων και ως αντιπρόσωπος όλων, άρα όλοι απέθανον και απέθανεν υπέρ όλων ίνα, όσοι ζουν και ευρίσκονται ακόμη εις την παρούσαν ζωήν, μη ζουν πλέον δια τον εαυτόν των, αλλά δι' εκείνον, ο οποίος εθυσιάσθη επί του σταυρού και ανεστήθη προς χάριν αυτών. Β' Κορ. 5,16 Ὥστε ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ νῦν οὐδένα οἴδαμεν κατὰ σάρκα· εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν. Β' Κορ. 5,16 Ώστε ημείς από τότε που εσχηματίσαμεν αυτήν την πεποίθησιν, δεν αναγνωρίζομεν και δεν εκτιμώμεν κανένα, κατά τα εξωτερικά του προσόντα (όπως είναι η ευγενής κατά σάρκα καταγωγή του ή τα αξιώματα του και η σοφία του). Εάν δε και κάποτε είχαμεν γνωρίσει τον Χριστόν, εις την ταπείνωσιν και ασημότητα της ανθρωπίνης του σαρκός, τώρα όμως δεν τον γνωρίζομεν πλέον έτσι, αλλά ως τον Θεάνθρωπον λυτρωτήν. Β' Κορ. 5,17 ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα. Β' Κορ. 5,17 Κατά συνέπειαν όποιος είναι αναγεννημένος και ενωμένος με τον Χριστόν είναι νέα δημιουργία, νέος άνθρωπος. Η αρχαία κατάστασις της αμαρτίας και της καταδίκης επέρασεν. Ιδού όλα έχουν γίνει νέα. Β' Κορ. 5,18 τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ τοῦ καταλλάξαντος ἡμᾶς ἑαυτῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δόντος ἡμῖν τὴν διακονίαν τῆς καταλλαγῆς, Β' Κορ. 5,18 Όλαι δε αυταί αι δωρεαί πηγάζουν από τον Θεόν, ο οποίος μας συνεφιλίωσε με τον εαυτόν του δια του Ιησού Χριστού και έδωσεν εις ημάς τους Αποστόλους το τιμητικόν έργον να υπηρετούμεν εις αυτήν την συνδιαλλαγήν και συμφιλίωσιν του Θεού με τους ανθρώπους. Β' Κορ. 5,19 ὡς ὅτι Θεὸς ἦν ἐν Χριστῷ κόσμον καταλλάσσων ἑαυτῷ, μὴ λογιζόμενος αὐτοῖς τὰ παραπτώματα αὐτῶν, καὶ θέμενος ἐν ἡμῖν τὸν λόγον τῆς καταλλαγῆς. Β' Κορ. 5,19 Διότι ο Θεός ήτο ενωμένος με τον Χριστόν, εις μίαν θεανδρικήν υπόστασιν, συνδιαλλάσσων και συμφιλιώνων προς τον εαυτόν του τον κόσμον, μη καταλογίζων πλέον στους ανθρώπους τα αμαρτήματα των, και αναθέσας εις ημάς το ευαγγελικόν κήρυγμα της συμφιλιώσεως προς τον Θεόν. Β' Κορ. 5,20 Ὑπὲρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι᾿ ἡμῶν· δεόμεθα ὑπὲρ Χριστοῦ, καταλλάγητε τῷ Θεῷ· Β' Κορ. 5,20 Είμεθα, λοιπόν, ημείς οι Απόστολοι πρεσβευταί του Χριστού προς τους άλλους ανθρώπους· διότι ο Θεός δια μέσου ημών παρακαλεί. Παρακαλούμεν, λοιπόν, και ημείς εξ ονόματος του Χριστού, συμφιλιωθήτε με τον Θεόν. (Ο Απόστολος είναι θεόθεν εντεταλμένος να συνεχίζη το έργον του Χριστού ως εκπρόσωπος αυτού. Όταν δε ομιλή είναι ως να ομιλή δι' αυτού ο Χριστός). Β' Κορ. 5,21 τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ. Β' Κορ. 5,21 Και είναι πλέον έργον εύκολον αυτή η συμφιλίωσις, διότι τον Χριστόν, ο οποίος δεν εγνώρισε ποτέ από προσωπικήν πείραν καμμίαν απολύτως αμαρτίαν, τον έκαμεν υπέρ ημών αμαρτίαν ο Θεός, του εφόρτωσε τας ιδικάς μας αμαρτίας και τον αφήκε να κατακριθή ως αμαρτωλός χάριν ημών, δια να δικαιωθώμεν ημείς δι' αυτού ενώπιον του Θεού.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 6

Η ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Β' Κορ. 6,1 Συνεργοῦντες δὲ καὶ παρακαλοῦμεν μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς Β' Κορ. 6,1 Συνεργαζόμενοι δε με τον Θεόν δια να συμφιλιωθή με αυτόν ο κόσμος, σας παρακαλούμεν να προσέξετε, μήπως ματαίως και ανωφελώς δεχθήτε την χάριν του Θεού. Β' Κορ. 6,2 λέγει γάρ· καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι· ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας- Β' Κορ. 6,2 Αι ευκαιρίαι της σωτηρίας παρέρχονται. Διότι η Γραφή λέγει· “εις κατάλληλον και ευπρόσδεκτον καιρόν σε ήκουσα και σε εδέχθην και εις περίοδον, που προσφέρεται προς σωτηρίαν, σε εβοήθησα”. Ιδού τώρα είναι ο κατάλληλος και ευπρόσδεκτος καιρός, ιδού τώρα είναι η ημέρα της σωτηρίας. Β' Κορ. 6,3 μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία, Β' Κορ. 6,3 Τώρα και ημείς ως πρεσβευταί του Θεού μεσιτεύομεν και παρακαλούμεν να δεχθήτε την σωτηρίας, χωρίς να δίδωμεν εις κανένα ουδεμίαν αφορμήν προσκόμματος, δια να μη γίνη κατά κανένα τρόπον θέμα μομφής και εμπαιγμού η διακονία, που μας ανέθεσεν ο Κύριος. Β' Κορ. 6,4 ἀλλ᾿ ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις, Β' Κορ. 6,4 Αλλά τουναντίον εις κάθε περίστασιν και με κάθε έργον συσταίνομεν και προβάλλομεν τους εαυτούς μας σαν γνησίους υπηρέτας του Θεού με πολλήν υπομονήν, με θλίψεις, με ανάγκας, με στενοχωρίας, Β' Κορ. 6,5 ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις, Β' Κορ. 6,5 με δαρμούς, με φυλακίσεις, με συνεχείς μετακινήσεις -είτε ένεκα των διωγμών είτε ένεκα των αναγκών του έργου μας- με κόπους, με αγρυπνίας, με νηστείας, Β' Κορ. 6,6 ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ, Β' Κορ. 6,6 με αγνότητα από κάθε μολυσμόν, με την άδολον γνώσιν της αληθείας, με την μακροθυμίαν, με ημερότητα και καλωσύνην, με τας δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, με αγάπην ειλικρινή και άδολον, Β' Κορ. 6,7 ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν, Β' Κορ. 6,7 με το κήρυγμα, δια του οποίου εξαγγέλεται η αλήθεια, με την δύναμιν του Θεού, με τα όπλα της δικαιοσύνης τα δεξιά, σαν εκείνα που κρατούν οι επιτιθέμενοι κατά την μάχην, και με τα όπλα τα αριστερά, σαν εκείνα που κρατούν οι αμυνόμενοι με το αριστερόν των χέρι, όπως είναι η ασπίδα. Β' Κορ. 6,8 διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας, ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς, Β' Κορ. 6,8 Μαρτυρούμεν και βεβαιώνομεν επάνω εις τα πράγματα ποίοι είμεθα με την δόξαν, την οποίαν ο Θεός και οι πιστοί άνθρωποι μας αποδίδουν, αλλά και με την περιφρόνησιν εκ μέρους των απίστων, με την δυσφήμησιν εκ μέρους των διαβολέων, με τον έπαινον και την καλήν φήμην εκ μέρους των πιστών, με την κατηγορίαν εκ μέρους των απίστων ότι είμεθα απατεώνες και με την ομολογίαν εκ μέρους των πιστών ότι είμεθα ειλικρινείς. Β' Κορ. 6,9 ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι, Β' Κορ. 6,9 Εργάται του Ευαγγελίου ημείς ζώμεν εν μέσω του κόσμου ως άγνωστοι δια την ασημότητα ημών, αλλά και ως πολύ καλά γνωστοί από τους πιστούς δια το έργον μας, ως κινδυνεύοντες κάθε ημέραν να αποθάνωμε, αλλ' ιδού ότι ζώμεν, ως βασανιζόμενοι και τιμωρούμενοι, αλλά και μη θανατούμενοι έως τώρα, Β' Κορ. 6,10 ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες. Β' Κορ. 6,10 ως άνθρωποι, που είμεθα συνεχώς βυθισμένοι εις την λύπην, ημείς οι οποίοι εν τούτοις εις την πραγματικότητα πάντοτε χαίρομεν, ως πτωχοί οι οποίοι κάμνομεν πολλούς άλλους πλουσίους, ως άνθρωποι ποι δεν έχομεν τίποτε και όμως κατέχομεν τα πάντα. Β' Κορ. 6,11 Τὸ στόμα ἡμῶν ἀνέῳγε πρὸς ὑμᾶς, Κορίνθιοι, ἡ καρδία ἡμῶν πεπλάτυνται· Β' Κορ. 6,11 Ηνοίχθη το στόμα μας προς σας, Κορίνθιοι, δια να καταστήση γνωστά με εμπιστοσύνην, τα όσα μας συμβαίνουν. Η καρδία μας έχει γίνει πλατειά, δια να σας περιλάβη με στοργήν όλους. Β' Κορ. 6,12 οὐ στενοχωρεῖσθε ἐν ἡμῖν, στενοχωρεῖσθε δὲ ἐν τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν· Β' Κορ. 6,12 Δεν στενοχωρείσθε μέσα εις την αγαπώσαν καρδίαν μας. Στενοχωρείσθε εις τα ιδικά σας σπλάγχνα, διότι είσθε στενόκαρδοι από έλλειψιν αγάπης. Β' Κορ. 6,13 τὴν δὲ αὐτὴν ἀντιμισθίαν, ὡς τέκνοις λέγω, πλατύνθητε καὶ ὑμεῖς. Β' Κορ. 6,13 Πλατύνατε και σεις τις καρδιές σας και ως αμοιβήν της αγάπης μας δείξτε την ιδίαν αγάπην. Σας ομιλώ σαν πατέρας προς παιδιά.

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΘΕΟΥ

Β' Κορ. 6,14 Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις· τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ; τίς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Β' Κορ. 6,14 Μη συνδέεσθε στενά και μη συνοδοιπορείτε με τους απίστους (με τους οποίους, ως εκ της απιστίας των, είναι αδύνατος η καλή συνεννόησις και συνεργασία σας). Διότι ποία συνάφεια και ανάμιξις ημπορεί να υπάρχη μεταξύ της δικαιοσύνης και της παρανομίας; Ποία επικοινωνία μεταξύ φωτός και σκότους; Β' Κορ. 6,15 τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου; Β' Κορ. 6,15 Ποία συννενόησις και συμφωνία μεταξύ Χριστού και διαβόλου; Τι κοινόν ημπορεί να έχη ένας πιστός με έναν άπιστον; Β' Κορ. 6,16 τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. Β' Κορ. 6,16 Ποίος δε συμβιβασμός και ποία συνύπαρξις ημπορεί να νοηθή μεταξύ του ναού του Θεού και του ναού των ειδώλων; Διότι σεις -μη το λησμονείτε- είσθε ναός του Θεού του ζώντος, όπως άλλωστε έχει προφητεύσει ο Θεός και εις την Παλαιάν Διαθήκην· ότι “θα κατοικήσω μεταξύ αυτών και εντός αυτών και θα περιπατήσω ανάμεσά των και θα είμαι εγώ ο ιδικός των Θεός και θα είναι αυτοί λαός μου. Β' Κορ. 6,17 διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, Β' Κορ. 6,17 Δι' αυτό εξέλθετε ανάμεσα από τους απίστους και ξεχωρισθήτε από αυτούς με τον τρόπον της ζωής σας, λέγει ο Κύριος, και μη πιάνετε τίποτε το ακάθαρτον. Και εγώ θα σας δεχθώ με στοργήν εις την βασιλείαν μου. Β' Κορ. 6,18 καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. Β' Κορ. 6,18 Και θα είμαι για σας πατέρας και σεις θα είσθε υιοί μου και θυγατέρες μου, λέγει ο Κύριος ο παντοκράτωρ”.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 7

Η ΣΤΕΝΟΧΩΡΙΑ ΚΑΙ Η ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Β' Κορ. 7,1 Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ. Β' Κορ. 7,1 Εφ' όσον, λοιπόν, αγαπητοί, έχομεν αυτάς τας μεγάλας υποσχέσεις του Θεού, ας καθαρίσωμεν τους εαυτούς μας από κάθε μολυσμόν σαρκός και πνεύματος, αγωνιζόμενοι και συνεχώς προχωρούντες μέχρι τέλους στον δρόμον της αγιότητος, με φόβον Θεού. Β' Κορ. 7,2 Χωρήσατε ἡμᾶς· οὐδένα ἠδικήσαμεν, οὐδένα ἐφθείραμεν, οὐδένα ἐπλεονεκτήσαμεν. Β' Κορ. 7,2 Κάμετε ευρύχωρες τις καρδιές σας με αγάπην, δια να μας χωρέσετε· κανένα δεν έχομεν αδικήσει· κανένα δεν εξωθήσαμεν και δεν παρεσύραμεν εις διαφθοράν· απέναντι κανενός δεν εφανήκαμεν πλεονέκται, ώστε να του αρπάσωμεν τα αγαθά του. Β' Κορ. 7,3 οὐ πρὸς κατάκρισιν λέγω· προείρηκα γὰρ ὅτι ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν ἐστε εἰς τὸ συναποθανεῖν καὶ συζῆν. Β' Κορ. 7,3 Δεν τα λέγω αυτά προς κατάκρισίν σας· διότι σας έχω πει, ότι είσθε μέσα εις τας καρδίας μας, δια να πεθάνωμεν και ζήσωμε μαζή σας (συμμέτοχοι των θλίψεων και των κινδύνων σας, όπως επίσης της χαράς και της επιτυχίας σας). Β' Κορ. 7,4 πολλή μοι παῤῥησία πρὸς ὑμᾶς, πολλή μοι καύχησις ὑπὲρ ὑμῶν· πεπλήρωμαι τῇ παρακλήσει, ὑπερπερισσεύομαι τῇ χαρᾷ ἐπὶ πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν. Β' Κορ. 7,4 Έχω πολύ θάρρος και εμπιστοσύνην προς σας. Μεγάλο είναι το καύχημά μου δια σας. Είμαι γεμάτος από την παρηγορίαν, που μου έχετε χαρίσει. Υπερεκχειλίζει η χαρά μου, ώστε να υπερκαλύπτη κάθε θλίψιν μας. Β' Κορ. 7,5 Καὶ γὰρ ἐλθόντων ἡμῶν εἰς Μακεδονίαν οὐδεμίαν ἔσχηκεν ἄνεσιν ἡ σάρξ ἡμῶν, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ θλιβόμενοι· ἔξωθεν μάχαι, ἔσωθεν φόβοι. Β' Κορ. 7,5 Χαίρομεν τώρα, διότι, όταν ήλθαμε εις την Μακεδονίαν, δεν ευρήκε καμμίαν άνεσιν το σώμα μας, αλλ' από κάθε τι και εις κάθε στιγμήν εθλιβόμεθα. Απ' έξω ήσαν αι μάχαι των απίστων εναντίον μας, από μέσα εις την καρδίαν μας υπήρχεν ο φόβος δια τους ασθενείς πνευματικώς αδελφούς. Β' Κορ. 7,6 Ἀλλ᾿ ὁ παρακαλῶν τοὺς ταπεινοὺς παρεκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἐν τῇ παρουσίᾳ Τίτου· Β' Κορ. 7,6 Αλλ' ο Θεός, που παρηγορεί και ενισχύει τους ταπεινούς και αδυνάτους, μας παρηγόρησε με την παρουσίαν του Τίτου. Β' Κορ. 7,7 οὐ μόνον δὲ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ παρακλήσει ᾗ παρεκλήθη ἐφ᾿ ὑμῖν, ἀναγγέλλων ἡμῖν τὴν ὑμῶν ἐπιπόθησιν, τὸν ὑμῶν ὀδυρμόν, τὸν ὑμῶν ζῆλον ὑπὲρ ἐμοῦ, ὥστε με μᾶλλον χαρῆναι, Β' Κορ. 7,7 Επαρηγορήθημεν όχι μόνον με την παρουσίαν αυτού, αλλά και με την παρηγορίαν, την οποίαν αυτός επήρεν εξ αιτίας σας, όταν κατέστησεν εις ημάς γνωστόν τον μεγάλον πόθον σας, τα κλάματα και τους στεναγμούς σας, τον ζήλον που εδείξατε δι' εμέ, ώστε εγώ πληροφορούμενος αυτά να δοκιμάσω μεγάλην χαράν. Β' Κορ. 7,8 ὅτι εἰ καὶ ἐλύπησα ὑμᾶς ἐν τῇ ἐπιστολῇ, οὐ μεταμέλομαι, εἰ καὶ μετεμελόμην· βλέπω γὰρ ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη, εἰ καὶ πρὸς ὥραν, ἐλύπησεν ὑμᾶς. Β' Κορ. 7,8 Ακριβώς αυτή η αγάπη σας για μένα, με κάμνει να λέγω, ότι αν και σας ελύπησα με την επιστολήν μου, δεν μετανοώ, μολονότι είχα αισθανθή μεταμέλειαν που σας την έγραψα (μέχρις ότου όμως ήλθεν ο Τίτος και με επληροφόρησε τα της διορθόσεώς σας). Διότι βλέπω τώρα ότι η επιστολή μου εκείνη, καίτοι σας εστενοχώρησε επί ολίγον διάστημα, σας ελύπησε προς ωφέλειαν, διότι σας έφερε εις συναίσθησιν και μετάνοιαν. Β' Κορ. 7,9 νῦν χαίρω, οὐχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ᾿ ὅτι ἐλυπήθητε εἰς μετάνοιαν· ἐλυπήθητε γὰρ κατὰ Θεόν, ἵνα ἐν μηδενὶ ζημιωθῆτε ἐξ ἡμῶν. Β' Κορ. 7,9 Τώρα χαίρω, όχι διότι απλώς ελυπηθήκατε, αλλά διότι ελυπηθήκατε εις μετάνοιαν και διόρθωσιν. Εδοκιμάσατε την κατά Θεόν λύπην, εις τρόπον ώστε να μη υποστήτε καμμίαν ζημίαν εκ μέρους ημών. Β' Κορ. 7,10 ἡ γὰρ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται· ἡ δὲ τοῦ κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται. Β' Κορ. 7,10 Ωφέλειαν πνευματικήν σας έφερεν η λύπη αυτή. Διότι η κατά Θεόν λύπη κατεργάζεται την ειλικρινή μετάνοιαν, δια την οποίαν ποτέ δεν θα μεταμεληθή ο λυπούμενος και η οποία φέρει ως καρπόν την σωτηρίαν. Η λύπη όμως, την οποίαν δια της αμαρτίας του προκαλεί ο κόσμος, έχει ως καρπόν και αποτέλεσμά της τον θάνατον τον πνευματικόν. Β' Κορ. 7,11 ἰδοὺ γὰρ αὐτὸ τοῦτο, τὸ κατὰ Θεὸν λυπηθῆναι ὑμᾶς, πόσην κατειργάσατο ὑμῖν σπουδήν, ἀλλὰ ἀπολογίαν, ἀλλὰ ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ φόβον, ἀλλὰ ἐπιπόθησιν, ἀλλὰ ζῆλον, ἀλλὰ ἐκδίκησιν! ἐν παντὶ συνεστήσατε ἑαυτοὺς ἁγνοὺς εἶναι ἐν τῷ πράγματι. Β' Κορ. 7,11 Άλλωστε ίδετε και μόνοι σας· ότι δηλαδή αυτό τούτο, το ότι ελυπηθήκατε κατά Θεόν, πόσην δραστηριότητα προς διόρθωσιν ανέπτυξεν εις σας, αλλά και ποίαν απολογίαν σας εχάρισε απέναντί μου, αλλά και αγανάκτησιν εναντίον του εκτραπέντος αδελφού, αλλά και φόβον μήπως ο Θεός τιμωρήση μαζή μ' εκείνον και σας, αλλά και σφπδράν επιθυμίαν να με ίδετε, αλλά και ιερόν ζήλον και ενθουσιασμόν, αλλά και τιμωρίαν κατά του κακού κατά λόγον δικαιοσύνης. Με όλους αυτούς τους τρόπους απεδείξατε, ότι είσθε καθαροί και ανεύθυνοι εις την υπόθεσιν αυτήν του παρεκτραπέντος. Β' Κορ. 7,12 ἄρα εἰ καὶ ἔγραψα ὑμῖν, οὐχ εἵνεκεν τοῦ ἀδικήσαντος, οὐδὲ εἵνεκεν τοῦ ἀδικηθέντος, ἀλλ᾿ εἵνεκεν τοῦ φανερωθῆναι τὴν σπουδὴν ὑμῶν τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Β' Κορ. 7,12 Επομένως αν και σας έγραψα, δεν σας έγραψα ένεκα του αδικήσαντος, δια να ζητήσω την τιμωρίαν του, ούτε ένεκα του αδικηθέντος, δια να ζητήσω την ικανοποίησίν του, αλλά δια να φανερωθή το ζωηρόν σας υπέρ ημών ενδιαφέρον και η φροντίς σας να συμμορφωθήτε προς όσα σας έγραψα· και ταύτα ενώπιον του Θεού. Β' Κορ. 7,13 Διὰ τοῦτο παρακεκλήμεθα. ἐπὶ δὲ τῇ παρακλήσει ὑμῶν περισσοτέρως μᾶλλον ἐχάρημεν ἐπὶ τῇ χαρᾷ Τίτου, ὅτι ἀναπέπαυται τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἀπὸ πάντων ὑμῶν· Β' Κορ. 7,13 Δια τούτο ακριβώς έχομεν παρηγορηθή Επί πλέον δε κοντά εις την παρηγορίαν σας εχαρήκαμε και ημείς πιο πολύ δια την χαράν που εδοκίμασεν ο Τίτος, επειδή το πνεύμα του έχει αναπαυθή από όλους σας. Β' Κορ. 7,14 ὅτι εἴ τι αὐτῷ ὑπὲρ ὑμῶν κεκαύχημαι, οὐ κατῃσχύνθην, ἀλλ᾿ ὡς πάντα ἐν ἀληθείᾳ ἐλαλήσαμεν ὑμῖν, οὕτω καὶ ἡ καύχησις ἡμῶν ἡ ἐπὶ Τίτου ἀλήθεια ἐγενήθη. Β' Κορ. 7,14 Η χαρά του Τίτου με ικανοποίησε, διότι, εάν έχω κάπως καυχηθή ενώπιον αυτού δια σας, δεν εντροπιάσθηκα, αλλά, όπως όλα με αλήθειαν τα εδιδάξαμεν εις σας, έτσι και η καύχησίς μας δια σας στον Τίτον απεδείχθη αληθινή. Β' Κορ. 7,15 καὶ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς ἐστιν ἀναμιμνησκομένου τὴν πάντων ὑμῶν ὑπακοήν, ὡς μετὰ φόβου καὶ τρόμου ἐδέξασθε αὐτόν. Β' Κορ. 7,15 Και η καρδιά του τώρα είναι ακόμη περισσότερον δοσμένη εις σας, διότι ενθυμείται την υπακοήν όλων σας, όπως επίσης και το πως τον εδεχθήκατε με φόβον και τρόμον, μήπως τυχόν και με νέαν τινά αταξίαν τον λυπήσετε. Β' Κορ. 7,16 χαίρω ὅτι ἐν παντὶ θαῤῥῶ ἐν ὑμῖν. Β' Κορ. 7,16 Χαίρω, διότι δια το κάθε τι πλέον ημπορω να έχω θάρρος και παποίθησιν εις σας.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 8

Η ΕΙΣΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Β' Κορ. 8,1 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δεδομένην ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Μακεδονίας, Β' Κορ. 8,1 Φέρω δε εις γνώσιν σας, αδελφοί, την δωρεάν, που έχει δώσει ο Θεός εις τας Εκκλησίας της Μακεδονίας (που τας ηξίωσε δηλαδή να προσφέρουν το βοήθημα της αγάπης των στους στερουμένους των αδελφούς). Β' Κορ. 8,2 ὅτι ἐν πολλῇ δοκιμῇ θλίψεως ἡ περισσεία τῆς χαρᾶς αὐτῶν καὶ ἡ κατὰ βάθος πτωχεία αὐτῶν ἐπερίσσευσεν εἰς τὸν πλοῦτον τῆς ἁπλότητος αὐτῶν· Β' Κορ. 8,2 Και πρόκειται όντως περί θείας δωρεάς και ενισχύσεως, διότι ενώ ευρίσκοντο αι Εκκλησίαι αυτά εις μεγάλην δοκιμασίαν θλίψεως, η πλουσία χαρά των δια το καλόν έργον που επρόκειτο να κάμουν και η εσχάτη πτωχεία των, εξεχείλισαν και εφάνησαν θαυμασταί εις την μεγάλην απλοχεριά των και την ολοπρόθυμον γενναιοδωρίαν των. Β' Κορ. 8,3 ὅτι κατὰ δύναμιν, μαρτυρῶ, καὶ ὑπὲρ δύναμιν, αὐθαίρετοι, Β' Κορ. 8,3 Βεβαιώνω, ότι έδωκαν, όχι μόνο το κατά δύναμιν, αλλά και υπέρ την δύναμίν των, με ιδικήν των πρωτοβουλίαν, χωρίς κανείς να τους υποχρεώση. Β' Κορ. 8,4 μετὰ πολλῆς παρακλήσεως δεόμενοι ἡμῶν τὴν χάριν καὶ τὴν κοινωνίαν τῆς διακονίας τῆς εἰς τοὺς ἁγίους, Β' Κορ. 8,4 Και με πολλάς θερμάς παρακλήσεις μας ικέτευαν να τους κάμωμεν την χάριν, να συμετάσχουν εις την ιεράν αυτήν υπηρεσίαν της προσφοράς και συλλογής βοηθημάτων δια τους πτωχούς χριστιανούς. Β' Κορ. 8,5 καὶ οὐ καθὼς ἠλπίσαμεν, ἀλλ᾿ ἑαυτοὺς ἔδωκαν πρῶτον τῷ Κυρίῳ καὶ ἡμῖν διὰ θελήματος Θεοῦ, Β' Κορ. 8,5 Και δεν έδωσαν, όπως και όσα ημείς ηλπίζαμεν και επεριμέναμεν, αλλ' έδωσαν πρώτα τον ευατόν τους στον Κύριον και έπειτα εις ημάς, κατά το θέλημα του Κυρίου. Β' Κορ. 8,6 εἰς τὸ παρακαλέσαι ἡμᾶς Τίτον, ἵνα καθὼς προενήρξατο οὕτω καὶ ἐπιτελέσῃ εἰς ὑμᾶς καὶ τὴν χάριν ταύτην. Β' Κορ. 8,6 Και αυτό έκαμεν ημάς να παρακαλέσωμεν τον Τίτον, όπως άλλοτε ήρχισεν από την Κόρινθον το έργον των εισφορών υπέρ των πτωχών, έτσι και τώρα να ολοκλήρωση και αποτελειώση το γεμάτο χάριν Θεού αυτό έργον μεταξύ σας. Β' Κορ. 8,7 ἀλλ᾿ ὥσπερ ἐν παντὶ περισσεύετε, πίστει καὶ λόγῳ καὶ γνώσει καὶ πάσῃ σπουδῇ καὶ τῇ ἐξ ὑμῶν ἐν ἡμῖν ἀγάπῃ, ἵνα καὶ ἐν ταύτῃ τῇ χάριτι περισσεύητε. Β' Κορ. 8,7 Και σεις, λοιπόν, τώρα, όπως εις κάθε τι αγαθόν είσθε πλούσιοι, εις την πίστιν και στον λόγον του Θεού και εις την γνώσιν της αληθείας και εις κάθε καλήν δραστηριότητα και εις την αγάπην σας προς ημάς, φροντίσατε να φανήτε πλούσιοι και γενναιόδωροι και εις την χάριν αυτήν της αγαθοεργίας. Β' Κορ. 8,8 οὐ κατ᾿ ἐπιταγὴν λέγω, ἀλλὰ διὰ τῆς ἑτέρων σπουδῆς καὶ τὸ τῆς ὑμετέρας ἀγάπης γνήσιον δοκιμάζων· Β' Κορ. 8,8 Δεν σας δίδω εντολήν και διαταγήν. Αλλά σας παρουσιάζω το ενδιαφέρον και την δραστηριότητα των άλλων δια το έργον αυτό της φιλανθρωπίας, δια να αποδείξω και παρουσιάσω το γνήσιον της ιδικής σας αγάπης. Β' Κορ. 8,9 γινώσκετε γὰρ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι δι᾿ ὑμᾶς ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε. Β' Κορ. 8,9 Διότι γνωρίζετε την ανεκτίμητον δωρεάν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι δηλαδή ενώ ήτο απείρως πλούσιος εις όλας τας τελειότητας της θείας του υποστάσεως, έγινε πτωχός προς χάριν σας, δια να γίνετε σεις πνευματικώς πλούσιοι με την πτωχείαν εκείνου. Β' Κορ. 8,10 καὶ γνώμην ἐν τούτῳ δίδωμι· τοῦτο γὰρ ὑμῖν συμφέρει, οἵτινες οὐ μόνον τὸ ποιῆσαι, ἀλλὰ καὶ τὸ θέλειν προενήρξασθε ἀπὸ πέρυσι· Β' Κορ. 8,10 Δίδω, λοιπόν, απλώς γνώμην στο ζήτημα αυτό, διότι αυτό, το να προσφέρετε με γενναιοδωρίαν, συμφέρει και σας τους ιδίους. Σεις άλλωστε έχετε αρχίσει από πέρυσι, πριν δηλαδή εγώ σας προτρέψω, όχι μόνον να κάνετε έρανον μεταξύ σας, αλλά και είχατε εκδηλώσει πρώτοι την θέλησίν σας δια το καλόν αυτό έργον. Β' Κορ. 8,11 νυνὶ δὲ καὶ τὸ ποιῆσαι ἐπιτελέσατε, ὅπως καθάπερ ἡ προθυμία τοῦ θέλειν, οὕτω καὶ τὸ ἐπιτελέσαι ἐκ τοῦ ἔχειν. Β' Κορ. 8,11 Τώρα, λοιπόν, σύμφωνα με την καλήν σας θέλησιν ολοκληρώσατε με τας εισφοράς σας το καλόν έργον, ώστε όπως εδείχθη η προθυμία της καλής σας θελήσεως, έτσι να ολοκληρωθή και το καλόν έργον με τας συνεισφοράς σας, ανάλογα με όσα έχετε. Β' Κορ. 8,12 εἰ γὰρ ἡ προθυμία πρόκειται, καθὸ ἐὰν ἔχῃ τις εὐπρόσδεκτος, οὐ καθὸ οὐκ ἔχει. Β' Κορ. 8,12 Διότι, όταν η προθυμία υπάρχη, τότε είναι κανείς ευπρόσδεκτος με ότι έχει, και όχι με ότι δεν έχει. Β' Κορ. 8,13 οὐ γὰρ ἵνα ἄλλοις ἄνεσις, ὑμῖν δὲ θλῖψις, ἀλλ᾿ ἐξ ἰσότητος ἐν τῷ νῦν καιρῷ τὸ ὑμῶν περίσσευμα εἰς τὸ ἐκείνων ὑστέρημα, Β' Κορ. 8,13 Διότι δεν θέλω ποτέ να δώσετε περισσότερα από όσα έχετε, ώστε η εισφορά σας αυτή να γίνη δια μεν τους άλλους άνεσις. δια σας δε στέρησις και στενοχωρία. Αλλά με κανόνα την ισότητα μεταξύ αδελφών, ώστε αυτό που περισεύει εις σας κατά την παρούσαν περίστασιν να έλθη ως συμπλήρωμα εις την στέρησιν εκείνων. Β' Κορ. 8,14 ἵνα καὶ τὸ ἐκείνων περίσσευμα γένηται εἰς τὸ ὑμῶν ὑστέρημα, ὅπως γένηται ἰσότης, Β' Κορ. 8,14 Έτσι δε και ο πλούτος της υπομονής και της προσευχής εκείνων προς τον Θεόν να συμπληρώση το ιδικόν σας υστέρημα, δια να γίνη και επί του πνευματικού αυτού πεδίου ισότης μεταξύ σας. Β' Κορ. 8,15 καθὼς γέγραπται· ὁ τὸ πολὺ οὐκ ἐπλεόνασε, καὶ ὁ τὸ ὀλίγον οὐκ ἠλαττόνησε. Β' Κορ. 8,15 Όπως άλλωστε έχει γραφή και εις την Παλαιάν Διαθήκην· “εκείνος που εμάζευσε το πολύ μάννα, δεν ημπόρεσε να το κρατήση ως περίσσευμα και εκείνος που εμάζεψε το ολίγον δεν εστερήθη (θαυματουργικώς τους εδόθη το αυτό ποσόν. Αυτή η ισότης που έγινε τότε με θαύμα Θεού, ας γίνη σήμερον μεταξύ σας με την καλήν σας διάθεσιν ως έργον αγάπης).

Ο ΤΙΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΤΟΥ

Β' Κορ. 8,16 Χάρις δὲ τῷ Θεῷ τῷ διδόντι τὴν αὐτὴν σπουδὴν ὑπὲρ ὑμῶν ἐν τῇ καρδίᾳ Τίτου, Β' Κορ. 8,16 Ευχαριστία και δόξα στον Θεόν, ο οποίος δίδει εις την καρδίαν του Τίτου την ιδίαν προθυμίαν και φροντίδα δια σας. Β' Κορ. 8,17 ὅτι τὴν μὲν παράκλησιν ἐδέξατο, σπουδαιότερος δὲ ὑπάρχων αὐθαίρετος ἐξῆλθε πρὸς ὑμᾶς. Β' Κορ. 8,17 Και εδείχθη αυτό το ενδιαφέρον του, διότι την παράκλησίν μου να σας επισκεφθή και σας συμβουλεύση την εδέχθη ευχαρίστως. Επειδή δε και ο ίδιος ήτο προθυμότερος από κάθε άλλην φοράν, ήλθε και από την ιδικήν του θέλησιν προς σας. Β' Κορ. 8,18 συνεπέμψαμεν δὲ μετ᾿ αὐτοῦ τὸν ἀδελφὸν οὗ ὁ ἔπαινος ἐν τῷ εὐαγγελίῳ διὰ πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν· Β' Κορ. 8,18 Μαζή του δε εστείλαμεν τον αδελφόν, του οποίου ο έπαινος δια το έργον του Ευαγγελίου διαλαλείται μεταξύ όλων των Εκκλησιών. Β' Κορ. 8,19 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ χειροτονηθεὶς ὑπὸ τῶν ἐκκλησιῶν συνέκδημος ἡμῶν σὺν τῇ χάριτι ταύτῃ τῇ διακονουμένῃ ὑφ᾿ ἡμῶν πρὸς τὴν αὐτοῦ τοῦ Κυρίου δόξαν καὶ προθυμίαν ἡμῶν·- Β' Κορ. 8,19 Και όχι μόνον τούτο, αλλά ο αδελφός αυτός επεμαρτυρήθη και ομοφώνως εξελέγη από τας Εκκλησίας ως συνοδοιπόρος και συνεργάτης μας στο έργον τόσον του κηρύγματος όσον και της συλλογής βοηθημάτων δια τους πτωχούς, το οποίον έργον εξυπηρετεται από ημάς, δια να δοξάζεται έτσι αυτός ο Κύριος, να γινώμεθα δε και ημείς προθυμότεροι εις κάθε καλόν έργον. Β' Κορ. 8,20 στελλόμενοι τοῦτο, μή τις ἡμᾶς μωμήσηται ἐν τῇ ἁδρότητι ταύτῃ τῇ διακονουμένῃ ὑφ᾿ ἡμῶν, Β' Κορ. 8,20 Προσέχομεν όμως τούτο· μήπως τυχόν και μας κατηγορήση κανείς ως απαιτητικούς ή ως συμφεροντολόγους εις την πλουσίαν συνεισφοράν σας, η οποία ενεργείται από ημάς. Β' Κορ. 8,21 προνοούμενοι καλὰ οὐ μόνον ἐνώπιον Κυρίου, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον ἀνθρώπων. Β' Κορ. 8,21 Λαμβάνομεν δε πρόνοιαν και φροντίδα να φερώμεθα κατά τρόπον καλόν και ανεπίληπτον όχι μόνον ενώπιον του Κυρίου, αλλά και ενώπιον των ανθρώπων. Β' Κορ. 8,22 συνεπέμψαμεν δὲ αὐτοῖς τὸν ἀδελφὸν ἡμῶν, ὃν ἐδοκιμάσαμεν ἐν πολλοῖς πολλάκις σπουδαῖον ὄντα, νυνὶ δὲ πολὺ σπουδαιότερον πεποιθήσει πολλῇ τῇ εἰς ὑμᾶς. Β' Κορ. 8,22 Εστείλαμεν δε μαζή με αυτούς τον αδελφόν μας, τον οποίον εις πολλάς περιστάσεις και πολλές φορές τον εδοκιμάσαμεν και τον είδαμεν να είναι πρόθυμος και δραστήριος, τώρα δε είναι ακόμη περισσότερον πρόθυμος ένεκα της μεγάλης πεποιθήσεως και εμπιστοσύνης, που έχει εις την γενναιοδωρίαν σας. Β' Κορ. 8,23 εἴτε ὑπὲρ Τίτου, κοινωνὸς ἐμὸς καὶ εἰς ὑμᾶς συνεργός· εἴτε ἀδελφοὶ ἡμῶν, ἀπόστολοι ἐκκλησιῶν, δόξα Χριστοῦ. Β' Κορ. 8,23 Είτε υπέρ του Τίτου ομιλούμεν, λέγομεν ότι είναι σύντροφός μας και συνεργάτης μας δια την ιδικήν σας εξυπηρέτησιν· είτε δια τους αδελφούς μας ομιλούμεν, λέγομεν ότι είναι σταλμένοι από τας Εκκλησίας και αποτελούν με τον άγιον βίον των δόξαν Χριστού. Β' Κορ. 8,24 Τὴν οὖν ἔνδειξιν τῆς ἀγάπης ὑμῶν καὶ ἡμῶν καυχήσεως ὑπὲρ ὑμῶν εἰς αὐτοὺς ἐνδείξασθε εἰς πρόσωπον τῶν ἐκκλησιῶν. Β' Κορ. 8,24 Τώρα, λοιπόν, την απόδειξιν και επιβεβαίωσιν της αγάπης σας προς ημάς και του ιδικού μας καυχήματος δια σας, αποδείξατέ τα με την συμπεριφοράν σας εις αυτούς, με την βεβαιότητα, ότι αυτή η καλή συμπεριφορά σας αναφέρεται και εις αυτάς ταύτας τας Εκκλησίας, που τους έστειλαν.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 9

ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΡΑΝΟΥ

Β' Κορ. 9,1 Περὶ μὲν γὰρ τῆς διακονίας τῆς εἰς τοὺς ἁγίους περισσὸν μοί ἐστι τὸ γράφειν ὑμῖν· Β' Κορ. 9,1 Ως προς μεν της ιεράν διακονίαν της συνεισφοράς δια τους πτωχούς αδελφούς θεωρώ περιττόν να σας γράψω. Β' Κορ. 9,2 οἶδα γὰρ τὴν προθυμίαν ὑμῶν ἣν ὑπὲρ ἡμῶν καυχῶμαι Μακεδόσιν, ὅτι Ἀχαΐα παρεσκεύασται ἀπὸ πέρυσι· καὶ ὁ ἐξ ὑμῶν ζῆλος ἠρέθισε τοὺς πλείονας. Β' Κορ. 9,2 Διότι γνωρίζω καλά την προθυμίαν σας, δια την οποίαν, δια λογαριασμόν ιδικόν σας, καυχώμαι μεταξύ των Μακεδόνων λέγων, ότι η Αχαΐα είναι από πέρυσι έτοιμη. Και ο ζήλος, που προήλθεν από σας, εκέντησε και παρεκίνησε έντονα τους περισσοτέρους να σας μιμιθούν. Β' Κορ. 9,3 ἔπεμψα δὲ τοὺς ἀδελφούς, ἵνα μὴ τὸ καύχημα ἡμῶν τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κενωθῇ ἐν τῷ μέρει τούτῳ, ἵνα, καθὼς ἔλεγον, παρεσκευασμένοι ἦτε, Β' Κορ. 9,3 Έστειλα δε τους αδελφούς εις σας, δια να μη παρουσιασθή κούφιο και χωρίς περιεχόμενον το καύχημά μας δια την προθυμίαν σας στο θέμα τούτο της συνεισφοράς, δια να είσθε προπαρασκευασμένοι, όπως έλεγα στους Μακεδόνας. Β' Κορ. 9,4 μήπως ἐὰν ἔλθωσι σὺν ἐμοὶ Μακεδόνες καὶ εὕρωσιν ὑμᾶς ἀπαρασκευάστους, καταισχυνθῶμεν ἡμεῖς, ἵνα μὴ λέγωμεν ὑμεῖς, ἐν τῇ ὑποστάσει ταύτῃ τῆς καυχήσεως. Β' Κορ. 9,4 Μήπως τυχόν, εάν έλθουν μαζή μου οι Μακεδόνες και σας εύρουν απροετοιμάστους, καταντροπιασθώμεν ημείς, δια να μη είπωμεν ότι και σεις θα εντροπιασθήτε, και αποδειχθή ματαία η καύχησίς μας δια την ιδικήν σας γενναιοδωρίαν. Β' Κορ. 9,5 ἀναγκαῖον οὖν ἡγησάμην παρακαλέσαι τοὺς ἀδελφοὺς ἵνα προέλθωσιν εἰς ὑμᾶς καὶ προκαταρτίσωσι τὴν προκατηγγελμένην εὐλογίαν ὑμῶν, ταύτην ἑτοίμην εἶναι, οὕτως ὡς εὐλογίαν καὶ μὴ ὡς πλεονεξίαν. Β' Κορ. 9,5 Έκρινα, λοιπόν, αναγκαίον να παρακαλέσω τους αδελφούς να σας επισκεφθούν ενωρίτερον από εμέ και να οργανώσουν εκ των προτέρων το ζήτημα της ευλογημένης αυτής συνεισφοράς σας, την οποίαν έχω προαναγγείλει στους Μακεδόνας, ώστε όταν θα έλθωμεν να είναι ετοίμη σαν καλόν έργον και καρπός της αγάπης σας, και όχι σαν υποχρεωτική εισφορά μιας φιλαργύρου και πλεονεκτικάς καρδίας. Β' Κορ. 9,6 Τοῦτο δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾿ εὐλογίαις ἐπ᾿ εὐλογίαις καὶ θερίσει. Β' Κορ. 9,6 Ας γνωρίζετε δε τούτο· ότι εκείνος που στο χωράφι του σπέρνει με τσιγκουνιά λιγοστό σπόρο, θα θερίση και λίγο σιτάρι. Και εκείνος που σπέρνει απλόχερα, θα θερίση πολύν καρπόν. (Ο καθένας δηλαδή θα αμειφθή από τον Θεόν ανάλογα με όσα δίνει, κατά την δύναμίν του πάντοτε). Β' Κορ. 9,7 ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδία, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. Β' Κορ. 9,7 Ο καθένας ας δίδη σύμφωνα με την αγαθήν διάθεσιν της καρδίας του, όχι με λύπην ή από ανάγκην. Διότι ο Θεός “αγαπά εκείνον, που δίδει με καλωσύνην και γλυκύτητα”. Β' Κορ. 9,8 δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, Β' Κορ. 9,8 Είναι δε δυνατόν ο Θεός να σας δώση με το παραπάνω κάθε δωρεάν, ώστε πάντοτε, σε κάθε τι, να έχετε κάθε επάρκειαν εις υλικά αγαθά και έτσι να προθυμοποήσθε με το παραπάνω δια κάθε καλόν έργον. Β' Κορ. 9,9 καθὼς γέγραπται· ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν. ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Β' Κορ. 9,9 Με τον τρόπον δε αυτόν θα πραγματοποιηθή και εις σας εκείνο που λέγει η Γραφή· “εσκόρπισεν αφθόνως τας ελεημοσύνας του, έδωκεν στους πτωχούς· η αρετή του μένει και διαλαλείται πάντοτε”. Β' Κορ. 9,10 ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· Β' Κορ. 9,10 Ο δε Θεός, ο οποίος “παρέχει εν αφθονία σπόρον στον γεωργόν που σπέρνει, και ψωμί προς τροφήν όλων μας”, είθε να χορηγήση, να ευλογήση και να πληθύνη την σποράν των χωραφιών σας και τα άλλα υλικά αγαθά σας και να αυξήση έτσι τους καρπούς της αγάπης και της καλωσύνης σας προς τους άλλους. Β' Κορ. 9,11 ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾿ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ· Β' Κορ. 9,11 Έτσι δε να γίνεσθε πλούσιοι εις κάθε καλόν έργον, εις κάθε γενναιοδωρίαν, η οποία συνεργεί δια μέσου ημών, που εξυπηρετούμεν αυτήν την διακονίαν, να εκφράζωνται ευχαριστίαι προς τον Θεόν. Β' Κορ. 9,12 ὅτι ἡ διακονία τῆς λειτουργίας ταύτης οὐ μόνον ἐστὶ προσαναπληροῦσα τὰ ὑστερήματα τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καὶ περισσεύουσα διὰ πολλῶν εὐχαριστιῶν τῷ Θεῷ· - Β' Κορ. 9,12 Διότι η διακονία αυτής της αγαθοεργίας σας, όχι μόνον προλαμβάνει και θεραπεύει με το παραπάνω τας ανάγκας των χριστιανών, αλλά και γεμίζει την καρδίαν από ευγνωμοσύνην, ώστε να ξεχειλίζουν πλούσιαι ευχαριστίαι προς τον Θεόν. Β' Κορ. 9,13 διὰ τῆς δοκιμῆς τῆς διακονίας ταύτης δοξάζοντες τὸν Θεὸν ἐπὶ τῇ ὑποταγῇ τῆς ὁμολογίας ὑμῶν εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ ἁπλότητι τῆς κοινωνίας εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς πάντας, Β' Κορ. 9,13 Αυτή η εισφορά της αγάπης σας δείχνει ποίοι πράγματι είσθε και οι απολαμβάνοντες τας δωρεάς σας δοξάζουν τον Θεόν, δια την έμπρακτον υποταγήν της ομολογίας σας στο Ευαγγέλιον του Χριστού και δια την γενναιοδωρίαν σας να συμμετέχετε προθύμως εις τας ανάγκας αυτών και εις τας ανάγκας όλων. Β' Κορ. 9,14 καὶ αὐτῶν δεήσει ὑπὲρ ὑμῶν, ἐπιποθούντων ὑμᾶς διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐφ᾿ ὑμῖν. Β' Κορ. 9,14 Και αυτοί με τας δεήσεις, τας οποίας για σας κάμνουν προς τον Θεόν, μαρτυρούν πόσον πολύ σας ποθούν δια την πλουσίαν χάριν, που ο Θεός σας έχει δώσει. Β' Κορ. 9,15 χάρις δὲ τῷ Θεῷ ἐπὶ τῇ ἀνεκδιηγήτῳ αὐτοῦ δωρεᾷ. Β' Κορ. 9,15 Ευχαριστία δε και δόξα ανήκει στον Θεόν δια την δωρεάν του αυτήν, την οποίαν στόμα ανθρώπου είναι αδύνατον να διηγηθή.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 10

Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Β' Κορ. 10,1 Αὐτὸς δὲ ἐγὼ Παῦλος παρακαλῶ ὑμᾶς διὰ τῆς πρᾳότητος καὶ ἐπιεικείας τοῦ Χριστοῦ, ὃς κατὰ πρόσωπον μὲν ταπεινὸς ἐν ὑμῖν, ἀπὼν δὲ θαῤῥῶ εἰς ὑμᾶς· Β' Κορ. 10,1 Εγώ δε ο ίδιος ο Παύλος προσωπικώς σας παρακαλώ δια της πραότητος και της επιεικείας και της γλυκύτητος του Χριστού, εγώ ο οποίος, όταν είμαι προσωπικώς κοντά σας, είμαι μηδαμινός και ασθενής εις τα μάτια σας, όταν δε απουσιάζω παίρνω θάρρος απέναντί σας και φαίνομαι τόσον τολμηρός. Β' Κορ. 10,2 δέομαι δὲ τὸ μὴ παρὼν θαῤῥῆσαι τῇ πεποιθήσει ᾗ λογίζομαι τολμῆσαι ἐπί τινας τοὺς λογιζομένους ἡμᾶς ὡς κατὰ σάρκα περιπατοῦντας. Β' Κορ. 10,2 Σας παρακαλώ δε να μη με φέρετε εις την ανάγκην, όταν θα είμαι παρών μεταξύ σας, να χρησιμοποιήσω αυτό το θάρρος, που μου το δίδει η πίστις και η πεποίθησίς μου εις την αποστολήν μου, να κάμω χρήσιν της εξουσίας, την οποίαν λογαριάζω να μεταχειρισθώ με τόλμην εναντίον μερικών, οι οποίοι μας θεωρούν σαν ζώντας και συμπεριφερομένους, όπως οι σαρκικοί άνθρωποι με ιδιοτέλειαν και εμπάθειαν. Β' Κορ. 10,3 Ἐν σαρκὶ γὰρ περιπατοῦντες οὐ κατὰ σάρκα στρατευόμεθα· Β' Κορ. 10,3 Διότι ημείς αν και ζώμεν όπως όλοι οι άνθρωποι, καθό σάρκα και οστά έχοντες, δεν αγωνιζόμεθα όμως τον καλόν αγώνα με σαρκικά μέσα. Β' Κορ. 10,4 τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων· Β' Κορ. 10,4 Διότι τα όπλα του αγώνας μας δεν είναι ευτελή και αδύνατα ανθρώπινα όπλα, αλλά δυνατά ενώπιον του Θεού δια το κρήμνισμα των οχυρωμάτων του εχθρού. Β' Κορ. 10,5 λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ, Β' Κορ. 10,5 Και αυτά τα οχυρά, που κρημνίζομεν, είναι τα σοφίσματα και κάθε έπαρσις, και υψηλοφροσύνη, που υψώνεται αλαζονικά, δια να εμποδίζη τους ανθρώπους να γνωρίσουν τον Θεόν. Επί πλέον δε με τα πνευματικά μας όπλα ελκύομεν κάθε καλοπροαίρετον καρδίαν και σαν αιχμάλωτον την παραδίδομεν εις την υπακοήν του Χριστού. Β' Κορ. 10,6 καὶ ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή. Β' Κορ. 10,6 Και είμεθα έτοιμοι να αποδώσωμεν δικαιοσύνην και να τιμωρήσωμεν κάθε παρακοήν, εφ' όσον και όταν η ιδική σας υπακοή γίνη πλήρης και τελεία. Β' Κορ. 10,7 Τὰ κατὰ πρόσωπον βλέπετε! εἴ τις πέποιθεν ἑαυτῷ Χριστοῦ εἶναι, τοῦτο λογιζέσθω πάλιν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ, οὕτω καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ. Β' Κορ. 10,7 Σεις όμως βλέπετε ακόμη την επιφάνειαν των πραγμάτων και όχι το βάθος. Εάν κανείς κολακεύεται να πιστεύη, ότι ανήκει στον Χριστόν, ας συλλογισθή πάλιν από τον εαυτόν του και τούτο, ότι, όπως αυτός είναι του Χριστού, έτσι και ημείς είμεθα του Χριστού. Β' Κορ. 10,8 ἐάν τε γὰρ καὶ περισσότερόν τι καυχήσωμαι περὶ τῆς ἐξουσίας ἡμῶν, ἧς ἔδωκεν ὁ Κύριος ἡμῖν εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ εἰς καθαίρεσιν ὑμῶν, οὐκ αἰσχυνθήσομαι, Β' Κορ. 10,8 Διότι και αν ακόμη καυχηθώ κάπως περισσότερον δια την εξουσίαν, που έχομεν ημείς οι Απόστολοι και την οποίαν μας έχει δώσει αυτός ο Κύριος, δια να σας οικοδομούμεν εις την πνευματικήν ζωήν και όχι να σας κατακρημνίζωμεν, δεν θα εντροπιασθώ, διότι την αλήθειαν θα είπω. Β' Κορ. 10,9 ἵνα μὴ δόξω ὡς ἂν ἐκφοβεῖν ὑμᾶς διὰ τῶν ἐπιστολῶν. Β' Κορ. 10,9 Δεν το πράττω όμως, δια να μη φανώ σαν να θέλω με τας επιστολάς μου να σας εκφοβίσω. Β' Κορ. 10,10 ὅτι αἱ μὲν ἐπιστολαί, φησί, βαρεῖαι καὶ ἰσχυραί, ἡ δὲ παρουσία τοῦ σώματος ἀσθενὴς καὶ ὁ λόγος ἐξουθενημένος. Β' Κορ. 10,10 Διότι λέγουν και τούτο οι κατήγοροί μας, ότι αι μεν επιστολαί του είναι καταθλιπτικαί με το βάρος των και αυστηραί με την δύναμιν των ελέγχων· η σωματική του όμως εμφάνισις είναι ασθενής και ο λόγος του σαν ένα τίποτε. Β' Κορ. 10,11 τοῦτο λογιζέσθω ὁ τοιοῦτος, ὅτι οἷοί ἐσμεν τῷ λόγῳ δι᾿ ἐπιστολῶν ἀπόντες, τοιοῦτοι καὶ παρόντες τῷ ἔργῳ. Β' Κορ. 10,11 Αυτός όμως που μας κατηγορεί, ας σκεφθή τούτο· ότι οποίοι είμεθα με όσα γράφομεν εις τας επιστολάς μας, όταν απουσιάζωμεν, τέτοιοι είμεθα και με τα έργα μας, όταν είμεθα παρόντες. Β' Κορ. 10,12 Οὐ γὰρ τολμῶμεν ἐγκρῖναι ἢ συγκρῖναι ἑαυτούς τισι τῶν ἑαυτοὺς συνιστανόντων· ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς ἑαυτοὺς μετροῦντες καὶ συγκρίνοντες ἑαυτοὺς ἑαυτοῖς οὐ συνιοῦσιν. Β' Κορ. 10,12 Πράγματι δεν έχομεν την τόλμην να συναριθμήσωμεν τους ευατούς μας η και να τους συγκρίνωμεν με μερικούς, που συσταίνουν τους εαυτούς των ως μεγάλους και ισχυρούς. Αυτοί όμως είναι άνθρωποι που αυτοθαυμάζονται μετρούντες τον εαυτόν των με τους εαυτούς των και συγκρίνοντες τον εαυτόν των προς εαυτούς και δεν καταλαβαίνουν ούτε τι είναι ούτε τι λέγουν. Β' Κορ. 10,13 ἡμεῖς δὲ οὐχὶ εἰς τὰ ἄμετρα καυχησόμεθα, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ κανόνος οὗ ἐμέρισεν ἡμῖν ὁ Θεὸς μέτρου, ἐφικέσθαι ἄχρι καὶ ὑμῶν. Β' Κορ. 10,13 Ημείς δε δεν θα καυχηθώμεν κατά τρόπον υπερβολικόν και έξω από την αλήθειαν, αλλά θα καυχηθώμεν σύμφωνα με το μέτρον της δικαιοδοσίας, που εξεχώρισεν εις ημάς ο Θεός σαν περιοχήν της αποστολικής μας δράσεως και που μας έχει αξιώσει να φθάσωμεν μέχρις εις σας. Β' Κορ. 10,14 οὐ γὰρ ὡς μὴ ἐφικνούμενοι εἰς ὑμᾶς ὑπερεκτείνομεν ἑαυτούς· ἄχρι γὰρ καὶ ὑμῶν ἐφθάσαμεν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ, Β' Κορ. 10,14 Διότι δεν εξυψώνομεν με κενάς καυχησιολογίας τον ευατόν μας, σαν να μη είχαμεν φθάσει μέχρι και εις την χώραν σας κηρύττοντες το Ευαγγέλιον, διότι τότε θα εψεδόμεθα. Ενώ ημείς λέγομεν την αλήθειαν, διότι εφθάσαμεν πράγματι μέχρις υμών δια το έργον του Ευαγγελίου του Χριστού. Β' Κορ. 10,15 οὐκ εἰς τὰ ἄμετρα καυχώμενοι ἐν ἀλλοτρίοις κόποις, ἐλπίδα δὲ ἔχοντες, αὐξανομένης τῆς πίστεως ὑμῶν ἐν ὑμῖν μεγαλυνθῆναι κατὰ τὸν κανόνα ἡμῶν εἰς περισσείαν, Β' Κορ. 10,15 Όχι, δεν καυχώμεθα έξω από το μέτρον δι' εργασίας και κόπους, που άλλοι έχουν κάμει. Αλλ' έχομεν ελπίδα, καθ' όσον αυξάνει η χριστιανική σας πίστις και ζωή, ότι θα δοξασθώμεν με την ιδικήν σας πρόοδον και ημείς, εντός των ορίων πάντοτε της δικαιοδοσίας και της δράσεως, που μας έχει δοθή από τον Θεόν. Έτσι δε θα εκτείνωμεν την αποστολικήν δράσιν και ακόμη περισσότερον, Β' Κορ. 10,16 εἰς τὰ ὑπερέκεινα ὑμῶν εὐαγγελίσασθαι, οὐκ ἐν ἀλλοτρίῳ κανόνι εἰς τὰ ἕτοιμα καυχήσασθαι. Β' Κορ. 10,16 ώστε να κηρύξωμεν το Ευαγγέλιον και εις περιοχάς, που είναι πέραν από τα ιδικά σας σύνορα, εις ανθρώπους προς τους οποίους κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει διδάξει τον Χριστόν, ώστε και πάλιν να μη καυχώμεθα εις ξένην δικαιοδοσίαν δι' έργα, που έχουν πραγματοποιήσει και ετοιμάσει άλλοι. Β' Κορ. 10,17 ὁ δὲ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω· Β' Κορ. 10,17 Ας εφαρμόζεται και εις ημάς ο λόγος της Γραφής· “εκείνος που καυχάται, ας καυχάται όχι αλαζωνικώς, αλλά με ταπείνωσιν αποδίδων στον Κύριον την δόξαν δια τα καλά έργα, που αυτός ο ίδιος ο Θεός του έχει δώσει δύναμιν και χάριν να τα κάμη”. Β' Κορ. 10,18 οὐ γὰρ ὁ ἑαυτὸν συνιστῶν, ἐκεῖνός ἐστι δόκιμος, ἀλλ᾿ ὃν ὁ Κύριος συνίστησιν. Β' Κορ. 10,18 Διότι ενάρετος και ευάρεστος στον Θεόν δεν είναι εκείνος ο οποίος αυτοσυσταίνεται και αυτοεγκωμιάζεται, αλλ' εκείνος τον οποίον συσταίνει και εγκωμιάζει ο Θεός.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 11

Ο ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΨΕΥΤΟΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

Β' Κορ. 11,1 Ὄφελον ἀνείχεσθέ μου μικρὸν τῇ ἀφροσύνῃ· ἀλλὰ καὶ ἀνέχεσθέ μου· Β' Κορ. 11,1 Θα ήθελα, και το εκφράζω ως ευχήν, να εδείχνατε ανοχήν εις κάποιαν μικράν απερισκεψίαν, που θα κάμω τώρα. Και έχω την πεποίθησιν, ότι θα μου δείξατε αυτήν την ανοχήν. Β' Κορ. 11,2 ζηλῶ γὰρ ὑμᾶς Θεοῦ ζήλῳ· ἡρμοσάμην γὰρ ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ· Β' Κορ. 11,2 Διότι σας αγαπώ υπερβολικά μέχρι του σημείου να σας ζηλεύω με ζηλοτυπίαν σαν εκείνην, με την οποίαν ο Θεός αγαπά και τρόπον τινά ζηλοτυποί τους ανθρώπους. Και τούτο, διότι σας έχω ενώσει με δεσμούς αρραβώνος προς ένα άνδρα, δηλαδή τον Χριστόν, δια να παρουσιάσω την ψυχήν σας αγνήν και καθαράν προς αυτόν, ως παρθένον και πνευματικήν νύμφην. Β' Κορ. 11,3 φοβοῦμαι δὲ μήπως, ὡς ὁ ὄφις Εὔαν ἐξηπάτησεν ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτοῦ, οὕτω φθαρῇ τὰ νοήματα ὑμῶν ἀπὸ τῆς ἁπλότητος τῆς εἰς τὸν Χριστόν. Β' Κορ. 11,3 Φοβούμαι όμως μήπως, όπως άλλοτε ο όφις εδελέασε και εξηπάτησε την Εύαν με την πανουργίαν του, έτσι εξαπατήση και σας και διαφθαρούν αι σκέψεις τα φρονήματα του νου και της καρδίας σας και ξεπέσετε από την απλότητα και την ειλικρίνειαν, που πρέπει να έχωμεν προς τον Χριστόν. Β' Κορ. 11,4 εἰ μὲν γὰρ ὁ ἐρχόμενος ἄλλον Ἰησοῦν κηρύσσει ὃν οὐκ ἐκηρύξαμεν, ἢ πνεῦμα ἕτερον λαμβάνετε ὃ οὐκ ἐλάβετε, ἢ εὐαγγέλιον ἕτερον ὃ οὐκ ἐδέξασθε, καλῶς ἀνείχεσθε. Β' Κορ. 11,4 Φοβούμαι μήπως παρασυρθήτε από ψευδοδιδασκάλους. Διότι εάν ο πρώτος τυχόν, που έρχεται ως διδάσκαλος, κηρύσση εις σας άλλον Ιησούν, τον οποίον ημείς δεν εκηρύξαμεν ή, εάν παίρνετε από αυτόν άλλο Άγιον Πνεύμα, το οποίον δεν έχετε λάβει ή άλλο Ευαγγέλιον, το οποίον δεν ηκούσατε και δεν επήρατε, δικαιολογημένα θα εδείχνατε ανοχήν και υπομονήν να ακούσετε τον νέον διδάσκαλον. Β' Κορ. 11,5 λογίζομαι γὰρ μηδὲν ὑστερηκέναι τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων. Β' Κορ. 11,5 Τώρα όμως διατί δίδετε προσοχήν εις αγνώστους και αδοκίμους διδασκάλους; Διατί φρονώ ότι εγώ δεν έχω υπολειφθή καθόλου εις την διδασκαλίαν και στο έργον του Ευαγγελίου (και δεν έχω υπολειφθή καθόλου), ούτε από τους πιο μεγάλους μεταξύ των Αποστόλων. Β' Κορ. 11,6 εἰ δὲ καὶ ἰδιώτης τῷ λόγῳ, ἀλλ᾿ οὐ τῇ γνώσει, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ φανερωθέντες ἐν πᾶσιν εἰς ὑμᾶς. Β' Κορ. 11,6 Και αν ακόμη παραδεχθώ, ότι είμαι απλούς, άκομψος, χωρίς ρητορείαν εις την διδασκαλίαν μου, δεν είμαι όμως πτωχός και άπειρος κατά την γνώσιν. Αλλ' εις κάθε περίστασιν, είτε δρων είτε διδάσκων, είτε ενεργών, εφανερώθημεν εις σας (ποίο είμεθα, ότι δηλαδή δεν είμεθα καθόλου κατώτεροι από τους άλλους Αποστόλους). Β' Κορ. 11,7 Ἢ ἁμαρτίαν ἐποίησα ἐμαυτὸν ταπεινῶν ἵνα ὑμεῖς ὑψωθῆτε, ὅτι δωρεὰν τὸ τοῦ Θεοῦ εὐαγγέλιον εὐηγγελισάμην ὑμῖν; Β' Κορ. 11,7 Ή μήπως διέπραξα αμαρτίαν κηρύττων το Ευαγγέλιον του Θεού δωρεάν και εταπείνωνα τον εαυτόν μου εργαζόμενος με τα ίδιά μου τα χέρια, δια να υψωθήτε και δοξασθήτε κατά τον Χριστόν; Β' Κορ. 11,8 ἄλλας ἐκκλησίας ἐσύλησα λαβὼν ὀψώνιον πρὸς τὴν ὑμῶν διακονίαν, καὶ παρὼν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὑστερηθεὶς οὐ κατενάρκησα οὐδενός· Β' Κορ. 11,8 Άλλας Εκκλησίας εγύμνωσα παίρνοντας από αυτάς τα μέσα της συντηρήσεώς μου, δια να εξυπηρετήσω όμως σας αδαπάνως. Και όταν εζούσα μεταξύ σας και ευρέθην εις στέρησιν και στενοχωρίαν, δεν επεβάρυνα κανένα σας. Β' Κορ. 11,9 τὸ γὰρ ὑστέρημά μου προσανεπλήρωσαν οἱ ἀδελφοὶ ἐλθόντες ἀπὸ Μακεδονίας· καὶ ἐν παντὶ ἀβαρῆ ὑμῖν ἐμαυτὸν ἐτήρησα καὶ τηρήσω. Β' Κορ. 11,9 Διότι την στέρησίν μου την ικανοποίησαν και την ανεπλήρωσαν με το παραπάνω οι αδελφοί, όταν ήλθαν από την Μακεδονίαν. Και εις κάθε τι επρόσεξα να μη σας γίνω βάρος και στο μέλλον το ίδιο θα προσέξω. Β' Κορ. 11,10 ἔστιν ἀλήθεια Χριστοῦ ἐν ἐμοὶ ὅτι ἡ καύχησις αὕτη οὐ φραγήσεται εἰς ἐμὲ ἐν τοῖς κλίμασι τῆς Ἀχαΐας. Β' Κορ. 11,10 Υπάρχει μέσα μου η αλήθεια του Χριστού και την αλήθειαν σας λέγω πάντοτε. Σας λέγω, λοιπόν, ότι αυτή η καύχησίς μου, που δεν σας έγινα βάρος, δεν θα αποστομωθή και δεν θα ανακοπή ποτέ, όσον εξαρτάται από εμέ, εις τα μέρη της Αχαΐας. Β' Κορ. 11,11 διατί; ὅτι οὐκ ἀγαπῶ ὑμᾶς; ὁ Θεὸς οἶδεν· Β' Κορ. 11,11 Διατί δεν θα αποστομωθή; Μήπως επειδή δεν σας αγαπώ; Ο Θεός ξεύρει πόσον σας αγαπώ. Β' Κορ. 11,12 ὃ δὲ ποιῶ, καὶ ποιήσω, ἵνα ἐκκόψω τὴν ἀφορμὴν τῶν θελόντων ἀφορμήν, ἵνα ἐν ᾧ καυχῶνται εὑρεθῶσι καθὼς καὶ ἡμεῖς. Β' Κορ. 11,12 Αυτό δε που κάμνω τώρα, το ότι δηλαδή κηρύττω αδαπάνως το Ευαγγέλιον, θα το κάνω και στο μέλλον, δια να κόψω κάθε αφορμήν εκείνων, που θέλουν να καυχώνται και ζητούν να σας πείσουν ότι ευρίσκονται εις ίσην μοίραν και στο αυτό επίπεδον, που ευρισκόμεθα και ημείς, ισχυριζόμενοι ότι παίρνουν χρήματα από σας, διότι το ίδιον τάχα κάμνομεν και ημείς. Β' Κορ. 11,13 οἱ γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ. Β' Κορ. 11,13 Διότι οι τοιούτοι κήρυκες είναι ψευδαπόστολοι, δόλιοι εργάται, οι οποίοι υποκρίνονται και παίρνουν την εξωτερικήν μορφήν, ώστε να φαίνωνται ότι τάχα είναι απόστολοι του Χριστού. Β' Κορ. 11,14 καὶ οὐ θαυμαστόν· αὐτὸς γὰρ ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός. Β' Κορ. 11,14 Και αυτό βέβαια δεν είναι παράδοξον· διότι και αυτός ο ίδιος ο σατανάς υποκρίνεται και μεταβάλλεται μερικές φορές κατά την εμφάνησιν και συμπεριφοράν εις άγγελον φωτός. Β' Κορ. 11,15 οὐ μέγα οὖν εἰ καὶ οἱ διάκονοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι δικαιοσύνης, ὧν τὸ τέλος ἔσται κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν. Β' Κορ. 11,15 Δεν είναι, λοιπόν, μεγάλο πράγμα, εάν και οι υπηρέται του σατανά παρυσιάζωνται υποκριτικά και συμπεριφέρωνται σαν να είναι υπηρέται δικαιοσύνης. Το κατάντημα όμως και το τέλος αυτών θα είναι ανάλογον προς τα πονηρά των έργα.

Ο ΠΑΥΛΟΣ ΣΥΓΚΡΙΝΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΨΕΥΤΟΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ

Β' Κορ. 11,16 Πάλιν λέγω, μὴ τίς με δόξῃ ἄφρονα εἶναι· εἰ δὲ μή γε, κἂν ὡς ἄφρονα δέξασθέ με, ἵνα κἀγὼ μικρόν τι καυχήσωμαι. Β' Κορ. 11,16 Πάλιν λέγω και επαναλαμβάνω, ας μη με νομίση κανείς απερίσκεπτον και άκριτον. Ει δ' άλλως και αν με θεωρήσετε ως απερίσκεπτον, θεωρήσατέ με επί τέλους, δια να καυχηθώ και εγώ ολίγον. Β' Κορ. 11,17 ὃ λαλῶ οὐ λαλῶ κατὰ Κύριον, ἀλλ᾿ ὡς ἐν ἀφροσύνῃ, ἐν ταύτῃ τῇ ὑποστάσει τῆς καυχήσεως. Β' Κορ. 11,17 Αυτό που θα σας πω δια τον εαυτόν μου δεν το λέγω σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου, (ο οποίος διέταξε, ότι και αν τηρήσωμεν όλα όσα είπε, πρέπει πάλιν να λέγωμεν ότι είμεθα άχρηστοι δούλοι). Αλλά θα σας ομιλήσω σαν να παραλογίζωμαι, με την βεβαιότητα όμως ότι εις την πραγματικότητα έχω και εγώ λόγους να καυχώμαι. Β' Κορ. 11,18 ἐπεὶ πολλοὶ καυχῶνται κατὰ τὴν σάρκα, κἀγὼ καυχήσομαι. Β' Κορ. 11,18 Αφού άλλωστε πολλοί καυχώνται δια τα σωματικά και κοσμικά προσόντα των, θα καυχηθώ και εγώ. Β' Κορ. 11,19 ἡδέως γὰρ ἀνέχεσθε τῶν ἀφρόνων φρόνιμοι ὄντες· Β' Κορ. 11,19 Διότι γνωρίζω άλλωστε, ότι ευχαρίστως ανέχεσθε σεις τους άφρονας να καυχώνται, αν και είσθε συνετοί και φρόνιμοι. Β' Κορ. 11,20 ἀνέχεσθε γὰρ εἴ τις ὑμᾶς καταδουλοῖ, εἴ τις κατεσθίει, εἴ τις λαμβάνει, εἴ τις ἐπαίρεται, εἴ τις ὑμᾶς εἰς πρόσωπον δέρει. Β' Κορ. 11,20 Και ανέχεσθε πράγματι, εάν κανείς σας υποδουλώνη και σας κάμνη όργανα του, εάν κανείς κατατρώγη τα αγαθά σας, εάν κανείς σας παγιδεύη και σας τυλίγη εις τα σχέδιά του, εάν κανείς αλαζονεύεται απέναντί σας και σας θέτη εις κατωτέραν μοίραν, εάν κανείς σας δέρνη στο πρόσωπον. Β' Κορ. 11,21 κατὰ ἀτιμίαν λέγω, ὡς ὅτι ἡμεῖς ἠσθενήσαμεν. ἐν ᾧ δ᾿ ἄν τις τολμᾷ, ἐν ἀφροσύνῃ λέγω, τολμῶ κἀγώ. Β' Κορ. 11,21 Προς εντροπήν και ταπείνωσίν μου το λέγω, σαν να υπήρξαμεν ημείς ασθενείς και αδύνατοι μεταξύ σας, και δεν μπορούσαμε τάχα να κάμωμεν όσα οι ψευδαπόστολοι σας έκαμαν. Σας λέγω όμως τούτο· εις οτιδήποτε τολμά να καυχηθή κανείς τολμώ και εγώ -με αφροσύνην το λέγω αυτό. Β' Κορ. 11,22 Ἑβραῖοί εἰσι; κἀγώ· Ἰσραηλῖταί εἰσι; κἀγώ· σπέρμα Ἀβραάμ εἰσι; κἀγώ· Β' Κορ. 11,22 Είναι Εβραίοι εκείνοι; Και εγώ είμαι Εβραίος· είναι Ισραηλίται, απόγονοι του Ισραήλ, δηλαδή του πατριάρχου Ιακώβ; είμαι και εγώ. Καυχώνται ότι είναι απόγονοι του Αβραάμ; Είμαι και εγώ. Β' Κορ. 11,23 διάκονοι Χριστοῦ εἰσι; παραφρονῶν λαλῶ, ὑπὲρ ἐγώ· ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν φυλακαῖς περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις· Β' Κορ. 11,23 Καυχώνται ότι είναι υπηρέται του Χριστού -ομιλώ σαν παραλογιζόμενος αυτήν την στιγμήν- είμαι εγώ παραπάνω από αυτούς διάκονος του Χριστού. Το απέδειξε όλη μου η ζωή ως απόστολος του Χριστού. Διότι εγώ υπεβλήθην εις κόπους περισσοτέρους από οιανδήποτε άλλον· υπέμεινα πληγές αναρίθμητες στο σώμα μου, ερρίφθην εις τας φυλακάς και έμεινα φυκλακισμένος περισσότερον από κάθε άλλον· πολλές φορές αντίκρυσα εμπρός μου τον θάνατον. Β' Κορ. 11,24 ὑπὸ Ἰουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρὰ μίαν ἔλαβον, Β' Κορ. 11,24 Από τους Ιουδαίους πέντε φορές εμαστιγώθην με σαράντα παρά μίαν μαστιγώσεις κάθε φοράν. Β' Κορ. 11,25 τρὶς ἐῤῥαβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην, τρὶς ἐναυάγησα, νυχθήμερον ἐν τῷ βυθῷ πεποίηκα· Β' Κορ. 11,25 Τρεις φορές εκτυπήθηκα με ράβδους· μια φορά ελιθοβολήθηκα· τρεις φορές εναυάγησα· επί ένα ημερονύκτιον έμεινα ναυαγός εις την θάλασσαν. Β' Κορ. 11,26 ὁδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις λῃστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις· Β' Κορ. 11,26 Εργάσθηκα δια το Ευαγγέλιον του Κυρίου με κουραστικές και μακρές οδοιπορίες πολλές φορές, με κινδύνους από ποτάμια και μάλιστα κατά τον χειμώνα που επλημμύριζαν. Αντίκρυσα κινδύνους από ληστάς, κινδύνους από τους ομοεθνείς μου Εβραίους, κινδύνους από εθνικούς και ειδωλολάτρας, κινδύνους μέσας εις τας πόλεις, κινδύνους μέσα σε έρημες περιοχές, κινδύνους εις την θάλασσαν, κινδύνους εκ μέρους ψευδαδέλφων, που υπεκρίνοντο, ότι είναι χριστιανοί. Β' Κορ. 11,27 ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι· Β' Κορ. 11,27 Εξεπλήρωσα μέχρι σήμερα την αποστολήν μου με κόπον και μόχθον, με αγρυπνίες πολλές φορές, με πείναν και δίψαν, με νηστείες και στερήσεις πολλές φορές, με το ψύχος του χειμώνα και με τα λίγα ρούχα, που είχα για να καλύπτω την γυμνότητά μου. Β' Κορ. 11,28 χωρὶς τῶν παρεκτὸς ἡ ἐπισύστασίς μου ἡ καθ᾿ ἡμέραν, ἡ μέριμνα πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν. Β' Κορ. 11,28 Και δια να μη αναφέρω τόσα και τόσα άλλα, με εταλαιπωρούσε και με έρριπτε εις στενοχωρίαν η καθημερινή πίεσις και ενόχλησις εχθρών και φίλων, όπως επίσης και η αγωνιώδης φροντίδα δια τας Εκκλησίας. Β' Κορ. 11,29 τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι; Β' Κορ. 11,29 Ποιός χριστιανός ασθενεί και δεν ασθενώ μαζή του και δεν συμπάσχω και εγώ; Ποιός σκοντάπτει και πίπτει και δεν καίομαι και εγώ μέσα εις αυτήν την θλίψιν; Β' Κορ. 11,30 εἰ καυχᾶσθαι δεῖ, τὰ τῆς ἀσθενείας μου καυχήσομαι. Β' Κορ. 11,30 Εάν όμως πρέπει να καυχηθώ, θα καυχηθώ δια την ασθένειαν και αδυναμίαν μου μέσα στους πειρασμούς και τους διωγμούς. Β' Κορ. 11,31 ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι. Β' Κορ. 11,31 Ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, που είναι ευλογημένος και δοξασμένος στους αιώνας, γνωρίζει ότι δεν ψεύδομαι, αλλ' ότι αυτά που θα σας πω είναι απολύτως αληθινά. Β' Κορ. 11,32 ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης Ἀρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων, Β' Κορ. 11,32 Εις την Δαμασκόν ο διοικητής ο διωρισμένος από τον βασιλέα Αρέταν εφρουρούσε την πόλιν των Δαμασκηνών, επειδή ήθελε να με συλλαβή· Β' Κορ. 11,33 καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ. Β' Κορ. 11,33 και από κάποιο παράθυρο, μέσα εις ένα καλάθι πλεγμένο με σχοινί με κατέβασαν έξω από το τοίχος και εξέφυγα από τα χέρια του.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 12

ΟΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

Β' Κορ. 12,1 Καυχᾶσθαι δὴ οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου. Β' Κορ. 12,1 Να καυχηθώ δια τόσα και τόσα άλλα, που υπέστην και έπραξα δια το Ευαγγέλιον, δεν με συμφέρει από πνευματικής απόψεως. Θα προχωρήσω όμως εις οράματα και αποκαλύψεις, που έλαβα εκ μέρους του Κυρίου. Β' Κορ. 12,2 οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. Β' Κορ. 12,2 Γνωρίζω ένα άνθρωπον, που εζούσε εν Χριστώ, και ο οποίος προ δεκατεσσάρων ετών -είτε ευρίσκετο στο σώμα του κατά την ώραν εκείνην δεν γνωρίζω· είτε ήτο εκτός του σώματος, δεν γνωρίζω, ο Θεός το γνωρίζει- είχεν αρπαγή και αναληφθή έως τον τρίτον ουρανόν. Β' Κορ. 12,3 καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· Β' Κορ. 12,3 Και γνωρίζω, ότι αυτός ο άνθρωπος· είτε με το σώμα του έξω από το σώμα του, δεν γνωρίζω, ο Θεός γνωρίζει- Β' Κορ. 12,4 ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄῤῥητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι. Β' Κορ. 12,4 ότι ηρπάγη έως στον παράδεισον και ήκουσε λόγους, τους οποίους ανθρωπίνη γλώσσα δεν ημπορεί να διατυπώση και τους οποίους δεν είναι επιτετραμμένον στον άνθρωπον να τους είπη και τους αποκαλύψη. Β' Κορ. 12,5 ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου. Β' Κορ. 12,5 Δια τον άνθρωπον αυτόν θα καυχηθώ, που τον ετίμησε τόσον πολύ ο Θεός. Δια τον ευατόν μου όμως δεν θα καυχηθώ, παρά μόνον δια τας ασθενείας μου, όπως αυταί αφάνησαν εις τας περιόδους των διωγμών και των κινδύνων. Β' Κορ. 12,6 ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ. Β' Κορ. 12,6 Εάν όμως θελήσω να καυχηθώ δια τους αγώνας μου και δια τα έργα, τα οποία με την βοήθειαν του Θεού υπέρ του Ευαγγελίου έκαμα, δεν θα είμαι άφρων, διότι θα πω την αλήθειαν. Διστάζω όμως και αποφεύγω να το πράξω, μήπως τυχόν κανείς σχηματίση δι' εμέ ιδέαν ανωτέραν, από ότι βλέπεις εις εμέ η απ' ότι ακούει από εμέ. Β' Κορ. 12,7 Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι. Β' Κορ. 12,7 Και ένεκα του πολλού πλήθους των αποκαλύψεων, δια να μη υπερηφανεύωμαι, επέτρεψεν ο Θεός και μου εδόθη σκληρό αγκάθι στο σώμα, άγγελος δηλαδή του σατανά, δια να με γρονθοκοπή και να με ταλαιπωρή, ανίατος ασθένεια δια να μη το παρώ επάνω μου. Β' Κορ. 12,8 ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ· Β' Κορ. 12,8 Δια την θλίψιν και δοκιμασίαν αυτήν τρεις φορές παρεκάλεσα τον Κύριον να μου την απομακρύνη. Β' Κορ. 12,9 καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Β' Κορ. 12,9 Και ο Κύριος μου είπε· “σου αρκεί η χάρις μου· διότι η δύναμίς μου φαίνεται ολοένα και τελειοτέρα μέσα εις την ανθρωπίνην αδυναμίαν με τα μεγάλα και θαυμαστά έργα που κατορθώνει”. Με πολύ μεγάλην εσωτερικήν γλυκύτητα και ευχαρίστησιν θα καυχώμαι περισσότερον δια τας ασθενείας μου, ώστε να μένω έτσι εις την ταπεινοφροσύνην, δια να κατοικήση εις εμέ η δύναμις του Χριστού. Β' Κορ. 12,10 διὸ εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι. Β' Κορ. 12,10 Δια τούτο δοκιμάζω εσωτερικήν χαράν και ευφροσύνην εις τας ασθενείας, εις τας ύβρεις, εις τας ανάγκας, στους διωγμούς, εις τας στενοχωρίας, τας οποίας υφίσταμαι και υπομένω δια τον Χριστόν. Διότι όταν ευρίσκωμαι υπό το κράτος αυτών των ασθενειών, τότε με την χάριν του Θεού γίνομαι και είμαι δυνατός.

Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ

Β' Κορ. 12,11 Γέγονα ἄφρων καυχώμενος! ὑμεῖς με ἠναγκάσατε. ἐγὼ γὰρ ὤφειλον ὑφ᾿ ὑμῶν συνίστασθαι· οὐδὲν γὰρ ὑστέρησα τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων, εἰ καὶ οὐδέν εἰμι. Β' Κορ. 12,11 Έγινα ανόητος, που έχω καυχηθή έτσι! Αλλά σεις με αναγκάσατε. Διότι εγώ έπρεπε από σας να συσταίνωμαι, και όχι εγώ να συσταίνω τον ευατόν μου εις σας. Επειδή, όπως και σεις ξέρετε, δεν έχω υστερήσει εις τίποτε και δεν έχω φανή κατώτερος και από τους πλέον επισήμους μεταξύ των Αποστόλων, αν και εγώ από τον εαυτόν μου δεν είμαι τίποτε. Β' Κορ. 12,12 τὰ μὲν σημεῖα τοῦ ἀποστόλου κατειργάσθη ἐν ὑμῖν ἐν πάσῃ ὑπομονῇ, ἐν σημείοις καὶ τέρασι καὶ δυνάμεσι. Β' Κορ. 12,12 Όλα τα γνωρίσματα, που αποδεικνύουν και πιστοποιούν το αξίωμα του Αποστόλου, έχουν πραγματοποιηθή μεταξύ σας από εμέ με κάθε υπομονήν και με θαύματα, με καταπληκτικά έργα και υπερφυσικάς δυνάμεις. Β' Κορ. 12,13 τί γάρ ἐστιν ὃ ἡττήθητε ὑπὲρ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας, εἰ μὴ ὅτι αὐτὸς ἐγὼ οὐ κατενάρκησα ὑμῶν; χαρίσασθέ μοι τὴν ἀδικίαν ταύτην. Β' Κορ. 12,13 Διότι τι είναι εκείνο στον οποίον έχετε νικηθή και έχετε υστερήσει απέναντι των άλλων Εκκλησιών, παρά μόνον το ότι εγώ δεν σας επεβάρυνα με τα έξοδα της συντηρήσεώς μου; Εάν έπταισα στούτο, συγχωρήσετέ μου αυτήν την αδικίαν. Β' Κορ. 12,14 Ἰδοὺ τρίτον ἑτοίμως ἔχω ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς, καὶ οὐ καταναρκήσω ὑμῶν· οὐ γὰρ ζητῶ τὰ ὑμῶν, ἀλλὰ ὑμᾶς. οὐ γὰρ ὀφείλει τὰ τέκνα τοῖς γονεῦσιν θησαυρίζειν, ἀλλ᾿ οἱ γονεῖς τοῖς τέκνοις. Β' Κορ. 12,14 Ιδού, τρίτην φοράν τώραν ετοιμάζομαι να έλθω προς σας και δεν θα σας επιβαρύνω. Διότι εγώ δεν ζητώ τα αγαθά τα ιδικά σας, αλλά ζητώ σας τους ιδίους δια τον Χριστόν. Άλλωστε δεν οφείλουν τα τέκνα να θησαυρίζουν δια τους γονείς, αλλ' οι γονείς να θησαυρίζουν δια τα τέκνα. Β' Κορ. 12,15 ἐγὼ δὲ ἥδιστα δαπανήσω καὶ ἐκδαπανηθήσομαι ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, εἰ καὶ περισσοτέρως ὑμᾶς ἀγαπῶν ἧττον ἀγαπῶμαι. Β' Κορ. 12,15 Εγώ δε, σαν πατέρας σας που είμαι, με όλη μου την ευχαρίστησιν θα δαπανήσω για σας χρήματα, αλλά και θα δαπανηθώ ολόκληρος δια την σωτηρίαν των ψυχών σας. Αν και -ας πω αυτό το παράπονον- ενώ εγώ σας αγαπώ περισσότερον, σεις ολιγώτερον με αγαπάτε. Β' Κορ. 12,16 Ἔστω δέ, ἐγὼ οὐ κατεβάρησα ὑμᾶς, ἀλλ᾿ ὑπάρχων πανοῦργος δόλῳ ὑμᾶς ἔλαβον. Β' Κορ. 12,16 Έστω, εγώ δεν σας επεβάρυνα, αλλά, όπως λέγουν οι συκοφάνται μου, επειδή είμαι πανούργος, σας έπιασα με δολιότητα και σας έφερα με το μέρος μου. Β' Κορ. 12,17 μή τινα ὧν ἀπέσταλκα πρὸς ὑμᾶς, δι᾿ αὐτοῦ ἐπλεονέκτησα ὑμᾶς; Β' Κορ. 12,17 Εις Ποίον όμως σημείον έδειξα αυτήν την πανουργίαν και δολιότητά μου; Μήπως με κανένα από εκείνους, που σας έχω στείλει, σας επήρα πλεονεκτικώς και με απάτην χρήματα; Β' Κορ. 12,18 παρεκάλεσα Τίτον καὶ συναπέστειλα τὸν ἀδελφόν· μήτι ἐπλεονέκτησεν ὑμᾶς Τίτος; οὐ τῷ αὐτῷ πνεύματι περιεπατήσαμεν; οὐ τοῖς αὐτοῖς ἴχνεσι; Β' Κορ. 12,18 Παρεκάλεσα τον Τίτον να σας επισκεφθή και μαζή με αυτόν έστειλα και τον αδελφόν. Μήπως ο Τίτος σας εξεγέλασε και σας επήρε χρήματα; Δεν επολιτεύθημεν όλοι απέναντι σας με το αυτό φρόνημα και με τον αυτόν τρόπον; Δεν εβαδίσαμεν όλοι εις τα ίδια ίχνη; Β' Κορ. 12,19 Πάλιν δοκεῖτε ὅτι ὑμῖν ἀπολογούμεθα; κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν· τὰ δὲ πάντα, ἀγαπητοί, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν οἰκοδομῆς. Β' Κορ. 12,19 Μήπως πάλιν νομίζετε, ότι απολογούμεθα ενώπιόν σας; Όχι, αλλ' ομολούμεν ενώπιον του Θεού, εν Χριστώ Ιησού. Όσα δε λέγομεν και πράττομεν, αγαπητοί, τα κάμνουν χάριν της ιδικής σας πνευματικής προόδου. Β' Κορ. 12,20 φοβοῦμαι γὰρ μήπως ἐλθὼν οὐχ οἵους θέλω εὕρω ὑμᾶς, κἀγὼ εὑρεθῶ ὑμῖν οἷον οὐ θέλετε, μήπως ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, καταλαλιαί, ψιθυρισμοί, φυσιώσεις, ἀκαταστασίαι, Β' Κορ. 12,20 Διότι φοβούμαι, μήπως όταν έλθω δεν σας εύρω, όποιους θέλω να σας εύρω, και εγώ ευρεθώ απέναντι σας έτσι που και σεις δεν θέλετε. Φοβούμαι μήπως εύρω μεταξύ σας έριδας, φθόνους, θυμούς, φιλονεικίας και φατριασμούς, κατακρίσεις εναντίον αλλήλων, ψυθυρισμούς εις βάρος των άλλων, αλαζονείας και αποκαταστασίας. Β' Κορ. 12,21 μὴ πάλιν ἐλθόντα με ταπεινώσῃ ὁ Θεός μου πρὸς ὑμᾶς καὶ πενθήσω πολλοὺς τῶν προημαρτηκότων καὶ μὴ μετανοησάντων ἐπὶ τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ πορνείᾳ καὶ ἀσελγείᾳ ᾗ ἔπραξαν. Β' Κορ. 12,21 Φοβούμαι μήπως, όταν πάλιν έλθω προς σας, με ταπεινώση ο Θεός, όπως και προηγουμένως, και πενθήσω δια πολλούς από εκείνους, που πιθανόν να έχουν αμαρτήσει προς της νέας μου αυτής επισκέψεως και δεν έχουν μετανοήσει δια την ακαθαρσίαν και την πορνείαν και την ασέλγειαν, που διέπραξαν.

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' 13

ΤΕΛΙΚΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

Β' Κορ. 13,1 Τρίτον τοῦτο ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· ἐπὶ στόματος δύο μαρτύρων καὶ τριῶν σταθήσεται πᾶν ῥῆμα· Β' Κορ. 13,1 Δια τρίτην τώρα φοράν έρχομαι προς σας. Η Γραφή λέγει, ότι “εις την μαρτυρίαν δύο μαρτύρων και τριών θα σταθή και θα είναι έγκυρος κάθε λόγος”. (Και αυτά τα τρία μου ταξίδια έχουν θέσιν τριών μαρτύρων). Β' Κορ. 13,2 προείρηκα καὶ προλέγω, ὡς παρὼν τὸ δεύτερον, καὶ ἀπὼν νῦν γράφω τοῖς προημαρτηκόσι καὶ τοῖς λοιποῖς πᾶσιν, ὅτι ἐὰν ἔλθω εἰς τὸ πάλιν οὐ φείσομαι, Β' Κορ. 13,2 Σας το έχω παραγγείλει, σας το λέγω εκ των προτέρων και τώρα. Σας το προείπα αυτοπροσώπως την δευτέραν φοράν και τώρα που είμαι απών σας το λέγω και γράφω προς εκείνους που είχαν αμαρτήσει προηγουμένως και είχαν δεχθή ελέγχους από εμέ, όπως επίσης και εις όλους, που εν τω μεταξύ πιθανόν να παρεσύρθησαν εις την αμαρτίαν και μένουν εις αυτήν, ότι εάν ξαναέλθω δεν θα διστάσω και δεν θα λυπηθώ κανένα, Β' Κορ. 13,3 ἐπεὶ δοκιμὴν ζητεῖτε τοῦ ἐν ἐμοὶ λαλοῦντος Χριστοῦ, ὃς εἰς ὑμᾶς οὐκ ἀσθενεῖ, ἀλλὰ δυνατεῖ ἐν ὑμῖν. Β' Κορ. 13,3 επειδή και σεις ζητείτε να πάρετε απόδειξιν εκ μέρους του Χριστού, ο οποίος μένει εντός μου και λαλεί με το στόμα μου και ο οποίος εις σας δεν έχει φανή ασθενής, αλλά πολύ δυνατός με τα χαρίσματα και τα δώρα και τα θαύματα, που έχει κάμει μεταξύ σας δια μέσου ημών των Αποστόλων. Β' Κορ. 13,4 καὶ γὰρ εἰ ἐσταυρώθη ἐξ ἀσθενείας, ἀλλὰ ζῇ ἐκ δυνάμεως Θεοῦ· καὶ γὰρ ἡμεῖς ἀσθενοῦμεν ἐν αὐτῷ, ἀλλὰ ζησόμεθα σὺν αὐτῷ ἐκ δυνάμεως Θεοῦ εἰς ὑμᾶς. Β' Κορ. 13,4 Διότι και αν κατά την ασθενή ανθρωπίνην του φύσιν έπαθε και εσταυρώθη, εν τούτοις ζη και δίδει ζωήν εκ της δυνάμεως του Θεού, ως Θεός που είναι και αυτός. Διότι και ημείς οι ίδιοι είμεθα ασθενείς εφ' όσον εν τω ονόματί του διωκόμεθα, όπως εδιώχθη και αυτός, αλλά θα ζήσωμεν μαζή με αυτόν από την δύναμιν του Θεού, την οποίαν θα γνωρίσετε και σεις. Β' Κορ. 13,5 Ἑαυτοὺς πειράζετε εἰ ἐστὲ ἐν τῇ πίστει, ἑαυτοὺς δοκιμάζετε. ἢ οὐκ ἐπιγινώσκετε ἑαυτοὺς ὅτι Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν ὑμῖν ἐστιν; εἰ μή τι ἀδόκιμοί ἐστε. Β' Κορ. 13,5 Να εξετάζετε, λοιπόν, τους εαυτούς σας, εάν είσθε και μένετε εις την αληθινήν και ζωντανήν πίστιν· να δοκιμάζετε συνεχώς τους εαυτούς σας. Η δεν γνωρίζετε τους εαυτούς σας, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι εντός υμών; Εκτός εάν είσθε ακατάρτιστοι εις την κατά Χριστόν ζωήν. Β' Κορ. 13,6 ἐλπίζω δὲ ὅτι γνώσεσθε ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἐσμὲν ἀδόκιμοι. Β' Κορ. 13,6 Ελπίζω όμως ότι θα γνωρίσετε -και θα σας δοθούν προς τούτο ευκαιρίαι όταν έλθωμεν- ότι ημείς δεν είμεθα ακατάρτιστοι και άξιοι αποδοκιμασίας. Β' Κορ. 13,7 εὔχομαι δὲ πρὸς τὸν Θεὸν μὴ ποιῆσαι ὑμᾶς κακὸν μηδέν, οὐχ ἵνα ἡμεῖς δόκιμοι φανῶμεν, ἀλλ᾿ ἵνα ὑμεῖς τὸ καλὸν ποιῆτε, ἡμεῖς δὲ ὡς ἀδόκιμοι ὦμεν. Β' Κορ. 13,7 Εύχομαι δε και παρακαλώ τον Θεόν να μη παρασυρθήτε και πράξετε σεις κανένα κακόν. Όχι διότι θέλω να φανώμεν ημείς οι Απόστολοι δόκιμοι ως έχοντες αρετήν και εξουσίαν από τον Θεόν, αλλά θέλω σεις να κάμνετε το καλόν, ημείς δε να φανώμεν έτσι, ως εάν δεν έχωμεν καμμίαν εξουσίαν, ως εάν είναι άχρηστος η εξουσία, μας να τιμωρούμεν τους πταίοντας. Β' Κορ. 13,8 οὐ γὰρ δυνάμεθά τι κατὰ τῆς ἀληθείας, ἀλλ᾿ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. Β' Κορ. 13,8 Και πράγματι δεν ημπορούμεν τίποτε και δεν έχομεν το δικαίωμα να κάμνωμεν χρήσιν της εξουσίας μας εναντίον εκείνων που ζουν σύμφωνα με την αλήθειαν του Θεού, αλλά εναντίον εκείνων που την καταπατούν, δια να τους παιδαγωγήσωμεν εις την μετάνοιαν. Β' Κορ. 13,9 χαίρομεν γὰρ ὅταν ἡμεῖς ἀσθενῶμεν, ὑμεῖς δὲ δυνατοὶ ἦτε· τοῦτο δὲ καὶ εὐχόμεθα, τὴν ὑμῶν κατάρτισιν. Β' Κορ. 13,9 Διότι χαίρομεν, όταν ημείς μεν φαινώμεθα ασθενείς και χωρίς εξουσίαν, σεις δε είσθε ενάρετοι και δυνατοί. Αυτό δε και ευχόμενος τον καταρτισμόν σας εις την κατά Χριστόν ζωήν. Β' Κορ. 13,10 Διὰ τοῦτο ταῦτα ἀπὼν γράφω, ἵνα παρὼν μὴ ἀποτόμως χρήσωμαι κατὰ τὴν ἐξουσίαν ἣν ἔδωκέ μοι ὁ Κύριος εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ εἰς καθαίρεσιν. Β' Κορ. 13,10 Δια τούτο τώρα που είμαι απών σας γράφω αυτά, ώστε όταν θα είμαι παρών μεταξύ σας, να μη χρησιμοποιήσω απότομον τρόπον, σύμφωνα με το δικαίωμα και την δύναμιν που μου έδωκεν ο Κύριος, δια να καταρτίζω και οικοδομώ και όχι να κρημνίζω. Β' Κορ. 13,11 Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλεῖσθε, τὸ αὐτὸ φρονεῖτε, εἰρηνεύετε, καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν. Β' Κορ. 13,11 Λοιπόν, αδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρηγορείσθε και ενθαρρύνεσθε, έχετε το αυτό φρόνημα, ειρηνεύετε με τον εαυτόν σας και με τους άλλους και ο Θεός της αγάπης και της ειρήνης θα είναι μαζή σας. Β' Κορ. 13,12 Ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν ἁγίῳ φιλήματι. ἀσπάζονται ὑμᾶς οἱ ἅγιοι πάντες. Β' Κορ. 13,12 Χαιρετήσατε ο ένας τον άλλον με εγκάρδιον και άγιον φίλημα. Σας χαιρετούν όλοι οι εδώ χριστιανοί. Β' Κορ. 13,13 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν. Β' Κορ. 13,13 Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και η μετάδοσις από το Άγιον Πνεύμα των δωρεών του, ώστε να συμμετέχετε εις αυτάς και εις Αυτό, ας είναι πάντοτε μαζή σας. Αμήν.

Προς Γαλατάς

Προς Γαλατάς 1, 2, 3, 4, 5, 6

Η Επιστολή προς Γαλάτας γράφτηκε στην Έφεσο κάπου ανάμεσα στο 52 με 55 μ.Χ. Η επιστολή αυτή απευθύνεται προς τις εκκλησίες της Γαλατίας, περιοχής της κεντρικής Μ. Ασίας. Σύμφωνα με τα χωρία Πράξεις 16,6 και 18,23 ο Παύλος κατά τις περιοδείες του είχε έρθει δύο φορές στη Γαλατία.

Μερικά χρόνια μετά την ίδρυση των τοπικών εκκλησιών στη Γαλατία εμφανίζονται εκεί οι «ταράσσοντες», οι οποίοι διαστρεβλώνουν το Ευαγγέλιο του Χριστού. Πρόκειται για ιουδαιοχριστιανούς οι οποίοι επιβάλλουν στα μέλη της εκκλησίας την περιτομή και την τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου. Προσπαθούν να υποσκάψουν το κύρος του Παύλου λέγοντας ότι δεν είναι Απόστολος της αξίας των δώδεκα, ότι το αξίωμα του το αντλεί απ’ αυτούς και ότι διδάσκει την αποδέσμευση από το Νόμο για να είναι αρεστός στους εξ εθνών Χριστιανούς.

Στην προς Γαλάτας επιστολή εκθέτει ο Παύλος το Ευαγγέλιο του, το οποίο συνίσταται στην ελευθερία από το Μωσαϊκό νόμο που την προσφέρει ο Χριστός και στη δικαίωση του ανθρώπου δια της πίστεως. Η έκθεση του «Ευαγγελίου» αυτού έχει τόνο πολεμικό. Δεν γράφει ο Παύλος για να εκθέσει ήρεμα και συστηματικά τη διδασκαλία του αλλά για να αντιμετωπίσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε στις εκκλησίες της Γαλατίας.

Στην επιστολή αυτή ο Παύλος μας δίνει αυτοβιογραφικές πληροφορίες και εκφράζει τη συνείδηση, που είχε για το αποστολικό του αξίωμα και τη σχέση του με τους δώδεκα Αποστόλους. Υπογραμμίζει ότι δεν έγινε Απόστολος από ανθρώπους, ούτε με την παρέμβαση κάποιου ανθρώπου αλλά από τον Ιησού Χριστό και το Θεό Πατέρα (1,1). Εκφράζει έντονα την έκπληξή του για το ότι οι Χριστιανοί της Γαλατίας τόσο εύκολα παρασύρονται από αυτούς που κηρύττουν άλλο Ευαγγέλιο απ’ αυτό που τους κήρυξε ο ίδιος και που είναι το Ευαγγέλιο του Χριστού.

Για να τονίσει ο Απόστολος το γεγονός ότι το Ευαγγέλιο που κηρύττει το έλαβε όχι από ανθρώπινη αυθεντία αλλά «δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού», προβαίνει σε μια αναδρομή αυτοβιογραφική, από την οποία φαίνεται ότι τον πρώην διώκτη της Εκκλησίας μετέβαλε η χάρη του Θεού σε ευαγγελιστή των εθνών. Δεν πηγαίνει λοιπόν αμέσως μετά την μεταστροφή του στα Ιεροσόλυμα, στο κέντρο της ζωής και ιεραποστολικής δράσης της Εκκλησίας, αλλά ύστερα από τρία χρόνια, για να γνωρίσει από κοντά τον Πέτρο, χωρίς να συναντήσει άλλους αποστόλους. Έτσι το αποστολικό του αξίωμα, θέλει να πει, προέρχεται απ’ ευθείας από τη χάρη του Θεού και όχι από κάποια ανθρώπινη εκκλησιαστική αυθεντία.

Ο Απόστολος επισημαίνει τον κίνδυνο που διατρέχουν οι Γαλάτες, εάν παρασυρθούν από αυτούς που τους ζητούν επιστροφή στα έργα του Νόμου. Φέρει ως βιβλικό παράδειγμα δικαίωσης από την πίστη τον Αβραάμ, ομιλεί για την προτεραιότητα και υπεροχή της επαγγελίας του Θεού έναντι του Νόμου, για τον προπαρασκευαστικό ρόλο που έπαιξε ο Νόμος μέσα στο σχέδιο της θείας οικονομίας, και για την κατάργηση των διακρίσεων φύλου, κοινωνικής κατάστασης, προηγουμένων θρησκευτικών πεποιθήσεων μέσα στην περιοχή της πίστεως και στην περιοχή της Εκκλησίας.

Κεντρικό σημείο του Ευαγγελίου που κηρύττει ο Παύλος είναι ότι η σταυρική θυσία του Κυρίου φέρει ως καρπό την ελευθερία του ανθρώπου από το Νόμο και την απόκτηση των αγαθών της κατά χάρη υιοθεσίας. Ο Παύλος ζητάει από τους παραλήπτες της επιστολής να μείνουν στην περιοχή της εν Χριστώ ελευθερίας και να μην επιστρέφουν στο ζυγό της δουλείας των νομικών τύπων. Η ελευθερία δεν σημαίνει βέβαια ασυδοσία αλλά ζωή αγάπης.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ 1

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Γαλ. 1,1 Παῦλος, ἀπόστολος οὐκ ἀπ' ἀνθρώπων, οὐδὲ δι' ἀνθρώπου, ἀλλὰ διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ πατρὸς τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ νεκρῶν, Γαλ. 1,1 Παύλος, απόστολος όχι από ανθρώπους ούτε μέσω ανθρώπου, αλλά μέσω του Ιησού Χριστού και του Θεού Πατέρα που τον έγειρε από τους νεκρούς, Γαλ. 1,2 καὶ οἱ σὺν ἐμοὶ πάντες ἀδελφοί, ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Γαλατίας· Γαλ. 1,2 και όλοι οι αδελφοί που είναι μαζί μου, προς τις εκκλησίες της Γαλατίας. Γαλ. 1,3 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς καὶ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, Γαλ. 1,3 Χάρη σ’ εσάς και ειρήνη από το Θεό Πατέρα μας και από τον Κύριο Ιησού Χριστό, Γαλ. 1,4 τοῦ δόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, ὅπως ἐξέληται ἡμᾶς ἐκ τοῦ ἐνεστῶτος αἰῶνος πονηροῦ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς ἡμῶν, Γαλ. 1,4 που έδωσε τον εαυτό του για τις αμαρτίες μας, για να μας ελευθερώσει από τον τωρινό κακό αιώνα κατά το θέλημα του Θεού και Πατέρα μας, Γαλ. 1,5 ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Γαλ. 1,5 στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΈΝΑ ΜΟΝΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Γαλ. 1,6 Θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον, Γαλ. 1,6 Θαυμάζω γιατί έτσι γρήγορα μετατοπίζεστε από εκείνον που σας κάλεσε με τη χάρη του Χριστού σε άλλο ευαγγέλιο, Γαλ. 1,7 ὃ οὐκ ἔστιν ἄλλο, εἰ μή τινές εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς καὶ θέλοντες μεταστρέψαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Γαλ. 1,7 που δεν είναι άλλο παρά μόνο είναι μερικοί που σας ταράζουν και θέλουν να διαστρέψουν το ευαγγέλιο του Χριστού. Γαλ. 1,8 ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. Γαλ. 1,8 Αλλά και αν εμείς ή άγγελος από τον ουρανό σας ευαγγελίζει άλλο εκτός από αυτό που σας ευαγγελίσαμε, ας είναι ανάθεμα. Γαλ. 1,9 ὡς προειρήκαμεν, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ' ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω. Γαλ. 1,9 Όπως το έχουμε προείπει και τώρα πάλι το λέω: αν κάποιος σας ευαγγελίζει άλλο εκτός από αυτό που παραλάβατε, ας είναι ανάθεμα. Γαλ. 1,10 ἄρτι γὰρ ἀνθρώπους πείθω ἢ τὸν Θεόν; ἢ ζητῶ ἀνθρώποις ἀρέσκειν; εἰ γὰρ ἔτι ἀνθρώποις ἤρεσκον, Χριστοῦ δοῦλος οὐκ ἂν ἤμην. Γαλ. 1,10 Γιατί τώρα ανθρώπους προσπαθώ να πείσω, κερδίζοντας την εύνοιά τους, ή το Θεό; Ή ζητώ σε ανθρώπους να αρέσω; Αν ακόμα επιδίωκα να αρέσω σε ανθρώπους, δε θα ήμουν δούλος του Χριστού.

ΠΩΣ Ο ΠΑΥΛΟΣ ΕΓΙΝΕ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Γαλ. 1,11 Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ' ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· Γαλ. 1,11 Σας γνωρίζω λοιπόν, αδελφοί, ότι το ευαγγέλιο που κηρύχτηκε από εμένα δεν είναι ανθρώπινο. Γαλ. 1,12 οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι' ἀποκαλύψεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Γαλ. 1,12 γιατί ούτε εγώ το παράλαβα ούτε το διδάχτηκα από άνθρωπο, αλλά με αποκάλυψη Ιησού Χριστού. Γαλ. 1,13 ᾿Ηκούσατε γὰρ τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ, ὅτι καθ' ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν, Γαλ. 1,13 Γιατί ακούσατε για τη συμπεριφορά μου που είχα κάποτε στον Ιουδαϊσμό, ότι υπερβολικά καταδίωκα την εκκλησία του Θεού και προσπαθούσα να την αφανίσω, Γαλ. 1,14 καὶ προέκοπτον ἐν τῷ ᾿Ιουδαϊσμῷ ὑπὲρ πολλοὺς συνηλικιώτας ἐν τῷ γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτὴς ὑπάρχων τῶν πατρικῶν μου παραδόσεων. Γαλ. 1,14 και πρόκοβα στον Ιουδαϊσμό περισσότερο από πολλούς συνομήλικους στο έθνος μου και ήμουν περισσότερο ζηλωτής από αυτούς των πατρικών μου παραδόσεων. Γαλ. 1,15 ῞Οτε δὲ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς ὁ ἀφορίσας με ἐκ κοιλίας μητρός μου καὶ καλέσας διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ Γαλ. 1,15 Όταν όμως ευδόκησε ο Θεός, που με ξεχώρισε από την κοιλιά της μητέρας μου και με κάλεσε με τη χάρη του, Γαλ. 1,16 ἀποκαλύψαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐν ἐμοί, ἵνα εὐαγγελίζωμαι αὐτὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι, Γαλ. 1,16 να αποκαλύψει τον Υιό του σ’ εμένα, για να τον ευαγγελίζομαι μεταξύ των εθνικών, αμέσως δε συμβουλεύτηκα σάρκα και αίμα Γαλ. 1,17 οὐδὲ ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα πρὸς τοὺς πρὸ ἐμοῦ ἀποστόλους, ἀλλὰ ἀπῆλθον εἰς ᾿Αραβίαν, καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν. Γαλ. 1,17 ούτε ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα προς τους αποστόλους που ήταν πριν από εμένα, αλλά έφυγα στην Αραβία και κατόπιν πάλι επέστρεψα στη Δαμασκό. Γαλ. 1,18 ῎Επειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε· Γαλ. 1,18 Έπειτα, μετά από τρία έτη, ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα, για να γνωρίσω προσωπικά τον Κηφά και παρέμεινα κοντά του δεκαπέντε ημέρες. Γαλ. 1,19 ἕτερον δὲ τῶν ἀποστόλων οὐκ εἶδον εἰ μὴ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου. Γαλ. 1,19 Άλλον όμως από τους αποστόλους δεν είδα παρά μόνο τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Κυρίου. Γαλ. 1,20 ἃ δὲ γράφω ὑμῖν, ἰδοὺ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅτι οὐ ψεύδομαι. Γαλ. 1,20 Και γι’ αυτά που γράφω σ’ εσάς, ιδού, μπροστά στο Θεό το λέω ότι δεν ψεύδομαι. Γαλ. 1,21 ἔπειτα ἦλθον εἰς τὰ κλίματα τῆς Συρίας καὶ τῆς Κιλικίας. Γαλ. 1,21 Έπειτα ήρθα στα μέρη της Συρίας και της Κιλικίας. Γαλ. 1,22 ἤμην δὲ ἀγνοούμενος τῷ προσώπῳ ταῖς ἐκκλησίαις τῆς ᾿Ιουδαίας ταῖς ἐν Χριστῷ· Γαλ. 1,22 Και ήταν άγνωστο το πρόσωπό μου στις εκκλησίες της Ιουδαίας που ανήκουν στο Χριστό. Γαλ. 1,23 μόνον δὲ ἀκούοντες ἦσαν ὅτι ὁ διώκων ἡμᾶς ποτε νῦν εὐαγγελίζεται τὴν πίστιν ἥν ποτε ἐπόρθει, Γαλ. 1,23 Αλλά μόνο άκουγαν: «Αυτός που μας καταδίωκε κάποτε τώρα ευαγγελίζεται την πίστη που άλλοτε προσπαθούσε να αφανίσει» Γαλ. 1,24 καὶ ἐδόξαζον ἐν ἐμοὶ τὸ Θεόν. Γαλ. 1,24 και δόξαζαν για μένα το Θεό.

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ 2

Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Γαλ. 2,1 Ἔπειτα διὰ δεκατεσσάρων ἐτῶν πάλιν ἀνέβην εἰς ῾Ιεροσόλυμα μετὰ Βαρνάβα, συμπαραλαβὼν καὶ Τίτον· Γαλ. 2,1 Έπειτα, ύστερα από δεκατέσσερα έτη, πάλι ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα μαζί με το Βαρνάβα, αφού πήρα μαζί μου και τον Τίτο. Γαλ. 2,2 ἀνέβην δὲ κατὰ ἀποκάλυψιν· καὶ ἀνεθέμην αὐτοῖς τὸ εὐαγγέλιον ὃ κηρύσσω ἐν τοῖς ἔθνεσι, κατ' ἰδίαν δὲ τοῖς δοκοῦσι, μήπως εἰς κενὸν τρέχω ἢ ἔδραμον. Γαλ. 2,2 Και ανέβηκα σύμφωνα με αποκάλυψη. και τους εξέθεσα το ευαγγέλιο που κηρύττω στα έθνη, ιδιαιτέρως μάλιστα σ’ αυτούς που θεωρούνται οι επισημότεροι απόστολοι, μήπως μάταια τρέχω ή έτρεξα. Γαλ. 2,3 ἀλλ' οὐδὲ Τίτος ὁ σὺν ἐμοί, ῞Ελλην ὤν, ἠναγκάσθη περιτμηθῆναι, Γαλ. 2,3 Αλλά ούτε ο Τίτος που ήταν μαζί μου, αν και είναι Έλληνας, αναγκάστηκε να περιτμηθεί. Γαλ. 2,4 διὰ δὲ τοὺς παρεισάκτους ψευδαδέλφους, οἵτινες παρεισῆλθον κατασκοπῆσαι τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν ἣν ἔχομεν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ἵνα ἡμᾶς καταδουλώσωνται· Γαλ. 2,4 Και δεν αναγκάστηκε ούτε εξαιτίας των παρείσακτων ψευδάδελφων οι οποίοι εισήλθαν λαθραία ανάμεσά μας, για να κατασκοπεύσουν την ελευθερία μας που έχουμε στο Χριστό Ιησού, ώστε να μας υποδουλώσουν. Γαλ. 2,5 οἷς οὐδὲ πρὸς ὥραν εἴξαμεν τῇ ὑποταγῇ, ἵνα ἡ ἀλήθεια τοῦ εὐαγγελίου διαμείνῃ πρὸς ὑμᾶς. Γαλ. 2,5 Σ’ αυτούς ούτε για μια στιγμή δεν υποχωρήσαμε, ώστε να υποταχτούμε, για να διαμείνει σ’ εσάς η αλήθεια του ευαγγελίου. Γαλ. 2,6 ἀπὸ δὲ τῶν δοκούντων εἶναί τι, ὁποῖοί ποτε ἦσαν οὐδέν μοι διαφέρει· πρόσωπον Θεὸς ἀνθρώπου οὐ λαμβάνει· ἐμοὶ γὰρ οἱ δοκοῦντες οὐδὲν προσανέθεντο, Γαλ. 2,6 Και από αυτούς που θεωρούνται ότι είναι κάτι – ποιοι ήταν κάποτε τίποτα δε μ’ ενδιαφέρει. πρόσωπο ανθρώπου ο Θεός δεν το λαβαίνει υπόψη του – σ’ εμένα, πράγματι, αυτοί που θεωρούνται επισημότεροι τίποτα δεν πρόσθεσαν. Γαλ. 2,7 ἀλλὰ τοὐναντίον ἰδόντες ὅτι πεπίστευμαι τὸ εὐαγγέλιον τῆς ἀκροβυστίας καθὼς Πέτρος τῆς περιτομῆς· Γαλ. 2,7 Αλλά αντίθετα, όταν είδαν ότι μου έχει εμπιστευτεί ο Θεός το ευαγγέλιο γι’ αυτούς που έχουν την ακροβυστία καθώς στον Πέτρο γι’ αυτούς που έχουν την περιτομή Γαλ. 2,8 ὁ γὰρ ἐνεργήσας Πέτρῳ εἰς ἀποστολὴν τῆς περιτομῆς ἐνήργησε καὶ ἐμοὶ εἰς τὰ ἔθνη· Γαλ. 2,8 γιατί αυτός που ενέργησε στον Πέτρο στέλνοντάς τον σε αποστολή γι’ αυτούς που έχουν την περιτομή ενέργησε και σ’ εμένα στέλνοντάς με στους εθνικούς – Γαλ. 2,9 καὶ γνόντες τὴν χάριν τὴν δοθεῖσάν μοι, ᾿Ιάκωβος καὶ Κηφᾶς καὶ ᾿Ιωάννης, οἱ δοκοῦντες στῦλοι εἶναι, δεξιὰς ἔδωκαν ἐμοὶ καὶ Βαρνάβᾳ κοινωνίας, ἵνα ἡμεῖς εἰς τὰ ἔθνη, αὐτοὶ δὲ εἰς τὴν περιτομήν· Γαλ. 2,9 και επειδή αναγνώρισαν τη χάρη που μου δόθηκε, ο Ιάκωβος και ο Κηφάς και ο Ιωάννης, που θεωρούνται ότι είναι στύλοι, έδωσαν τα δεξιά τους χέρια σ’ εμένα και στο Βαρνάβα ως ένδειξη κοινωνίας, για να πηγαίνουμε εμείς στους εθνικούς, ενώ αυτοί σ’ αυτούς που έχουν την περιτομή. Γαλ. 2,10 μόνον τῶν πτωχῶν ἵνα μνημονεύωμεν, ὃ καὶ ἐσπούδασα αὐτὸ τοῦτο ποιῆσαι. Γαλ. 2,10 Ζήτησαν μόνο να θυμούμαστε τους φτωχούς, το οποίο και φρόντισα αυτό ακριβώς να κάνω.

Ο ΠΑΥΛΟΣ ΕΠΙΠΛΗΤΤΕΙ ΤΟΝ ΠΕΤΡΟ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ

Γαλ. 2,11 ῞Οτε δὲ ἦλθε Πέτρος εἰς ᾿Αντιόχειαν, κατὰ πρόσωπον αὐτῷ ἀντέστην, ὅτι κατεγνωσμένος ἦν. Γαλ. 2,11 Όταν όμως ήρθε ο Κηφάς στην Αντιόχεια, του αντιστάθηκα κατά πρόσωπο, γιατί ήταν αξιοκατάκριτος. Γαλ. 2,12 πρὸ τοῦ γὰρ ἐλθεῖν τινας ἀπὸ ᾿Ιακώβου μετὰ τῶν ἐθνῶν συνήσθιεν· ὅτε δὲ ἦλθον, ὑπέστελλε καὶ ἀφώριζεν ἑαυτόν, φοβούμενος τοὺς ἐκ περιτομῆς. Γαλ. 2,12 Γιατί, προτού να έρθουν μερικοί από τον Ιάκωβο, έτρωγε μαζί με τους εθνικούς. Αλλά όταν ήρθαν, αποσύρθηκε και αποχώρισε τον εαυτό του, επειδή φοβόταν αυτούς που προέρχονταν από την περιτομή. Γαλ. 2,13 καὶ συνυπεκρίθησαν αὐτῷ καὶ οἱ λοιποὶ ᾿Ιουδαῖοι, ὥστε καὶ Βαρνάβας συναπήχθη αὐτῶν τῇ ὑποκρίσει. Γαλ. 2,13 Και υποκρίθηκαν μαζί του και οι υπόλοιποι Ιουδαίοι, ώστε και ο Βαρνάβας παρασύρθηκε μαζί στην υποκρισία τους. Γαλ. 2,14 ἀλλ' ὅτε εἶδον ὅτι οὐκ ὀρθοποδοῦσι πρὸς τὴν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου, εἶπον τῷ Πέτρῳ ἔμπροσθεν πάντων· εἰ σὺ ᾿Ιουδαῖος ὑπάρχων ἐθνικῶς ζῇς καὶ οὐκ ἰουδαϊκῶς, τί τὰ ἔθνη ἀναγκάζεις ἰουδαΐζειν; Γαλ. 2,14 Αλλά όταν είδα ότι δε βαδίζουν ορθά ως προς την αλήθεια του ευαγγελίου, είπα στον Κηφά μπροστά σε όλους: «Αν εσύ, που είσαι Ιουδαίος, ζεις σαν εθνικός και όχι σαν Ιουδαίος, πώς αναγκάζεις τους εθνικούς να ιουδαΐζουν;»

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΜΟ

Γαλ. 2,15 ῾Ημεῖς φύσει ᾿Ιουδαῖοι καὶ οὐκ ἐξ ἐθνῶν ἁμαρτωλοί, Γαλ. 2,15 Εμείς είμαστε από τη φύση μας Ιουδαίοι και όχι από τα έθνη αμαρτωλοί. Γαλ. 2,16 εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν ᾿Ιησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. Γαλ. 2,16 Επειδή όμως ξέρουμε ότι δε δικαιώνεται ο άνθρωπος από τα έργα του νόμου παρά μόνο μέσω της πίστης στον Ιησού Χριστό, γι’ αυτό και εμείς πιστέψαμε στο Χριστό Ιησού, για να δικαιωθούμε από την πίστη στο Χριστό και όχι από τα έργα του νόμου, γιατί από τα έργα του νόμου δε θα δικαιωθεί καμιά σάρκα. Γαλ. 2,17 εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. Γαλ. 2,17 Αν όμως, ζητώντας να δικαιωθούμε με το Χριστό, βρεθήκαμε κι εμείς οι ίδιοι αμαρτωλοί, άρα ο Χριστός είναι διάκονος της αμαρτίας; Είθε να μη γίνει! Γαλ. 2,18 εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. Γαλ. 2,18 Γιατί, αν όσα γκρέμισα, αυτά πάλι οικοδομώ, παραβάτη αποδείχνω τον εαυτό μου. Γαλ. 2,19 ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Γαλ. 2,19 Γιατί εγώ πέθανα ως προς το νόμο διαμέσου του νόμου, για να ζήσω για το Θεό. Μαζί με το Χριστό έχω σταυρωθεί. Γαλ. 2,20 Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ. Γαλ. 2,20 Ζω, λοιπόν, όχι πια εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Και τη ζωή που τώρα ζω στη σάρκα, τη ζω με την πίστη που έχω στον Υιό του Θεού, ο οποίος με αγάπησε και παράδωσε τον εαυτό του για μένα. Γαλ. 2,21 Οὐκ ἀθετῶ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ· εἰ γὰρ διὰ νόμου δικαιοσύνη, ἄρα Χριστὸς δωρεὰν ἀπέθανεν. Γαλ. 2,21 Δεν απορρίπτω τη χάρη του Θεού. γιατί αν μέσω του νόμου επιτυγχάνεται η δικαίωση, άρα ο Χριστός χωρίς λόγο πέθανε.

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ 3

ΝΟΜΟΣ Η ΠΙΣΤΗ;

Γαλ. 3,1 Ὦ ἀνόητοι Γαλάται, τίς ὑμᾶς ἐβάσκανε τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεσθαι, οἷς κατ' ὀφθαλμοὺς ᾿Ιησοῦς Χριστὸς προεγράφη ἐν ὑμῖν ἐσταυρωμένος; Γαλ. 3,1 Ω ανόητοι Γαλάτες, ποιος βάσκανε εσάς, απέναντι στα μάτια των οποίων ο Ιησούς Χριστός προκηρύχτηκε σταυρωμένος; Γαλ. 3,2 τοῦτο μόνον θέλω μαθεῖν ἀφ' ὑμῶν· ἐξ ἔργων νόμου τὸ Πνεῦμα ἐλάβετε ἢ ἐξ ἀκοῆς πίστεως; Γαλ. 3,2 Αυτό μόνο θέλω να μάθω από εσάς: από τα έργα του νόμου λάβατε το Πνεύμα ή από την ακοή στο κήρυγμα της πίστης; Γαλ. 3,3 οὕτως ἀνόητοί ἐστε; ἐναρξάμενοι πνεύματι νῦν σαρκὶ ἐπιτελεῖσθε; Γαλ. 3,3 Τόσο ανόητοι είστε, ενώ αρχίσατε με το Πνεύμα, τώρα αποτελειώνετε με τη σάρκα; Γαλ. 3,4 τοσαῦτα ἐπάθετε εἰκῆ; εἴ γε καὶ εἰκῆ. Γαλ. 3,4 Τόσα πολλά τα πάθατε μάταια; Αν βέβαια ήταν πράγματι μάταια. Γαλ. 3,5 ὁ οὖν ἐπιχορηγῶν ὑμῖν τὸ Πνεῦμα καὶ ἐνεργῶν δυνάμεις ἐν ὑμῖν, ἐξ ἔργων νόμου ἢ ἐξ ἀκοῆς πίστεως; Γαλ. 3,5 Αυτός, λοιπόν, που σας χορηγεί άφθονα το Πνεύμα και ενεργεί θαυματουργικές δυνάμεις μεταξύ σας το κάνει από τα έργα του νόμου ή από την ακοή στο κήρυγμα της πίστης; Γαλ. 3,6 καθὼς ᾿Αβραὰμ ἐπίστευσε τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην. Γαλ. 3,6 Καθώς ο Αβραάμ πίστεψε στο Θεό, και τον λογαριάστηκε για δικαίωση, έτσι έγινε σ’ εσάς. Γαλ. 3,7 Γινώσκετε ἄρα ὅτι οἱ ἐκ πίστεως, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ ᾿Αβραάμ. Γαλ. 3,7 Άρα, ας γνωρίζετε ότι όσοι προέρχονται από την πίστη, αυτοί είναι γιοι του Αβραάμ. Γαλ. 3,8 προϊδοῦσα δὲ ἡ γραφὴ ὅτι ἐκ πίστεως δικαιοῖ τὰ ἔθνη ὁ Θεός, προευηγγελίσατο τῷ ᾿Αβραὰμ ὅτι ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πάντα τὰ ἔθνη. Γαλ. 3,8 Και επειδή προείδε η Γραφή ότι από την πίστη δικαιώνει τα έθνη ο Θεός, προανάγγειλε την καλή αγγελία στον Αβραάμ: Θα ευλογηθούν σ’ εσένα όλα τα έθνη. Γαλ. 3,9 ὥστε οἱ ἐκ πίστεως εὐλογοῦνται σὺν τῷ πιστῷ ᾿Αβραάμ. Γαλ. 3,9 Ώστε οι άνθρωποι της πίστης ευλογούνται μαζί με τον πιστό Αβραάμ. Γαλ. 3,10 ῞Οσοι γὰρ ἐξ ἔργων νόμου εἰσίν, ὑπὸ κατάραν εἰσί· γέγραπται γάρ· ἐπικατάρατος πᾶς ὃς οὐκ ἐμμένει ἐν πᾶσι τοῖς γεγραμμένοις ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ νόμου τοῦ ποιῆσαι αὐτά· Γαλ. 3,10 Γιατί όσοι εξαρτώνται από τα έργα του νόμου είναι κάτω από κατάρα. Επειδή είναι γραμμένο: Καταραμένος είναι καθένας που δε μένει σταθερός σε όλα όσα είναι γραμμένα μέσα στο βιβλίο του νόμου, για να κάνει αυτά. Γαλ. 3,11 ὅτι δὲ ἐν νόμῳ οὐδεὶς δικαιοῦται παρὰ τῷ Θεῷ, δῆλον· ὅτι ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται. Γαλ. 3,11 Αλλά ότι με το νόμο κανείς δε δικαιώνεται μπροστά στο Θεό είναι φανερό, γιατί ο δίκαιος θα ζήσει από την πίστη. Γαλ. 3,12 ὁ δὲ νόμος οὐκ ἔστιν ἐκ πίστεως, ἀλλ' ὁ ποιήσας αὐτὰ ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτοῖς. Γαλ. 3,12 Επιπλέον, ο νόμος δεν εξαρτάται από την πίστη, αλλά εκείνος που έκανε αυτά θα ζήσει μέσω αυτών. Γαλ. 3,13 Χριστὸς ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα· γέγραπται γάρ· ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου· Γαλ. 3,13 Ο Χριστός μάς εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου, αφού έγινε για μας κατάρα, γιατί είναι γραμμένο· καταραμένος καθένας που κρέμεται πάνω σε ξύλο Γαλ. 3,14 ἵνα εἰς τὰ ἔθνη ἡ εὐλογία τοῦ ᾿Αβραὰμ γένηται ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ἵνα τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πνεύματος λάβωμεν διὰ τῆς πίστεως. Γαλ. 3,14 για να έρθει στα έθνη η ευλογία του Αβραάμ μέσω του Χριστού Ιησού, ώστε να λάβουμε την υπόσχεση του Πνεύματος μέσω της πίστης.

ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ

Γαλ. 3,15 ᾿Αδελφοί, κατὰ ἄνθρωπον λέγω· ὅμως ἀνθρώπου κεκυρωμένην διαθήκην οὐδεὶς ἀθετεῖ ἢ ἐπιδιατάσσεται. Γαλ. 3,15 Αδελφοί, τώρα μιλώ ανθρώπινα: μια επικυρωμένη διαθήκη, αν και είναι ενός ανθρώπου, όμως κανείς δεν την αθετεί ή δεν της προσθέτει κάτι. Γαλ. 3,16 τῷ δὲ ᾿Αβραὰμ ἐρρέθησαν αἱ ἐπαγγελίαι καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ· οὐ λέγει, καὶ τοῖς σπέρμασιν, ὡς ἐπὶ πολλῶν, ἀλλ' ὡς ἐφ' ἑνός, καὶ τῷ σπέρματί σου, ὅς ἐστι Χριστός. Γαλ. 3,16 Στον Αβραάμ, λοιπόν, ειπώθηκαν οι υποσχέσεις και στον απόγονό του. Δε λέει, «και στους απογόνους» σαν να μιλά για πολλούς, αλλά σαν να μιλά για έναν: και στον απόγονό σου, ο οποίος είναι ο Χριστός. Γαλ. 3,17 τοῦτο δὲ λέγω· διαθήκην προκεκυρωμένην ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς Χριστὸν ὁ μετὰ ἔτη τετρακόσια καὶ τριάκοντα γεγονὼς νόμος οὐκ ἀκυροῖ, εἰς τὸ καταργῆσαι τὴν ἐπαγγελίαν. Γαλ. 3,17 Και τούτο θέλω να πω: τη διαθήκη, που έχει επικυρωθεί προηγουμένως από το Θεό, δεν την ακυρώνει ο νόμος που έχει γίνει μετά τετρακόσια τριάντα έτη, ώστε να καταργήσει την υπόσχεση. Γαλ. 3,18 εἰ γὰρ ἐκ νόμου ἡ κληρονομία, οὐκέτι ἐξ ἐπαγγελίας· τῷ δὲ ᾿Αβραὰμ δι' ἐπαγγελίας κεχάρισται ὁ Θεός. Γαλ. 3,18 Γιατί αν από το νόμο είναι η κληρονομιά, δεν είναι πια από την υπόσχεση. Και στον Αβραάμ μέσω υπόσχεσης την έχει χαρίσει ο Θεός. Γαλ. 3,19 Τί οὖν ὁ νόμος; τῶν παραβάσεων χάριν προσετέθη, ἄχρις οὗ ἔλθῃ τὸ σπέρμα ᾧ ἐπήγγελται, διαταγεὶς δι' ἀγγέλων ἐν χειρὶ μεσίτου. Γαλ. 3,19 Γιατί λοιπόν δόθηκε ο νόμος; Ο νόμος προστέθηκε εξαιτίας των παραβάσεων και διατάχτηκε μέσω αγγέλων με το χέρι ενός μεσίτη, μέχρις ότου έρθει ο απόγονος στον οποίο δόθηκε η υπόσχεση. Γαλ. 3,20 ὁ δὲ μεσίτης ἑνὸς οὐκ ἔστιν, ὁ δὲ Θεὸς εἷς ἐστιν. Γαλ. 3,20 Ο μεσίτης, λοιπόν, δεν ανήκει σε έναν, ενώ ο Θεός είναι ένας. Γαλ. 3,21 ὁ οὖν νόμος κατὰ τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ; μὴ γένοιτο. εἰ γὰρ ἐδόθη νόμος ὁ δυνάμενος ζωοποιῆσαι, ὄντως ἂν ἐκ νόμου ἦν ἡ δικαιοσύνη· Γαλ. 3,21 Ο νόμος, λοιπόν, είναι κατά των υποσχέσεων του Θεού; Είθε να μη γίνει! Γιατί αν είχε δοθεί νόμος που να δύναται να ζωοποιήσει, πράγματι από το νόμο θα προερχόταν η δικαίωση. Γαλ. 3,22 ἀλλὰ συνέκλεισεν ἡ γραφὴ τὰ πάντα ὑπὸ ἁμαρτίαν, ἵνα ἡ ἐπαγγελία ἐκ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ δοθῇ τοῖς πιστεύουσι. Γαλ. 3,22 Αλλά συνέκλεισε η Γραφή τα πάντα κάτω από την αμαρτία, ώστε να δοθεί η υπόσχεση από την πίστη του Ιησού Χριστού σ’ εκείνους που πιστεύουν. Γαλ. 3,23 Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. Γαλ. 3,23 Προτού όμως να έρθει η πίστη, φρουρούμασταν περικλεισμένοι από το νόμο, για τη μελλοντική πίστη που επρόκειτο να αποκαλυφτεί. Γαλ. 3,24 ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· Γαλ. 3,24 Ώστε ο νόμος έχει γίνει δούλος φρουρός παιδιών και οδηγός μας στο Χριστό, για να δικαιωθούμε από την πίστη. Γαλ. 3,25 ᾿Ελθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. Γαλ. 3,25 Όταν ήρθε όμως η πίστη, δεν είμαστε πια κάτω από δούλο φρουρό παιδιών και οδηγό.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΙ

Γαλ. 3,26 πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· Γαλ. 3,26 Γιατί όλοι είστε γιοι του Θεού μέσω της πίστης στο Χριστό Ιησού. Γαλ. 3,27 ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Γαλ. 3,27 Γιατί όσοι στο Χριστό βαφτιστήκατε, το Χριστό ντυθήκατε. Γαλ. 3,28 οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Γαλ. 3,28 Δεν υπάρχει Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό. γιατί όλοι εσείς είστε ένας στο Χριστό Ιησού. Γαλ. 3,29 εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾿Αβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ' ἐπαγγελίαν κληρονόμοι. Γαλ. 3,29 Αν λοιπόν εσείς είστε του Χριστού, άρα είστε σπέρμα του Αβραάμ, κληρονόμοι σύμφωνα με την υπόσχεση.

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ 4

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΙ

Γαλ. 4,1 Λέγω δέ, ἐφ' ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, Γαλ. 4,1 Εννοώ, λοιπόν, ότι για όσο χρόνο ο κληρονόμος είναι νήπιο, δε διαφέρει σε τίποτα από δούλο, αν και είναι κύριος όλων. Γαλ. 4,2 ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. Γαλ. 4,2 Αλλά είναι κάτω από επιτρόπους και οικονόμους μέχρι την προθεσμία του πατέρα του. Γαλ. 4,3 οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· Γαλ. 4,3 Έτσι κι εμείς, όταν ήμασταν νήπια, ήμασταν υποδουλωμένοι κάτω από τα στοιχεία του κόσμου. Γαλ. 4,4 ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, Γαλ. 4,4 Όταν όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός απέστειλε προς τα έξω τον Υιό του, που γεννήθηκε από γυναίκα και που ήταν κάτω από το νόμο, Γαλ. 4,5 ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν. Γαλ. 4,5 για να εξαγοράσει αυτούς που είναι κάτω από το νόμο, ώστε να λάβουμε την υιοθεσία. Γαλ. 4,6 ῞Οτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ. Γαλ. 4,6 Και επειδή είστε γιοι, ο Θεός απέστειλε προς τα έξω το Πνεύμα του Υιού του στις καρδιές μας, που φωνάζει: «Αββά, Πατέρα». Γαλ. 4,7 ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ' υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ. Γαλ. 4,7 Ώστε δεν είσαι πια δούλος, αλλά γιος. και αν είσαι γιος, είσαι και κληρονόμος μέσω του Θεού.

Η ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΑΤΩΝ

Γαλ. 4,8 ᾿Αλλὰ τότε μὲν οὐκ εἰδότες Θεὸν ἐδουλεύσατε τοῖς μὴ φύσει οὖσι θεοῖς· Γαλ. 4,8 Αλλά τότε, βέβαια, επειδή δεν ξέρατε το Θεό, υπηρετήσατε ως δούλοι σ’ αυτούς που δεν είναι από τη φύση τους θεοί. Γαλ. 4,9 νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ, πῶς ἐπιστρέφετε πάλιν ἐπὶ τὰ ἀσθενῆ καὶ πτωχὰ στοιχεῖα, οἷς πάλιν ἄνωθεν δουλεύειν θέλετε; Γαλ. 4,9 Και τώρα όμως που γνωρίσατε το Θεό, μάλλον όμως γνωριστήκατε από το Θεό, πώς επιστρέφετε πάλι στα ασθενή και φτωχά στοιχεία, στα οποία πάλι από την αρχή θέλετε να υπηρετείτε ως δούλοι; Γαλ. 4,10 ἡμέρας παρατηρεῖσθε καὶ μῆνας καὶ καιροὺς καὶ ἐνιαυτούς! Γαλ. 4,10 Παρατηρείτε ημέρες και μήνες και καιρούς και έτη. Γαλ. 4,11 φοβοῦμαι ὑμᾶς μήπως εἰκῆ κεκοπίακα εἰς ὑμᾶς. Γαλ. 4,11 Σας φοβάμαι μήπως μάταια έχω κοπιάσει για σας. Γαλ. 4,12 Γίνεσθε ὡς ἐγώ, ὅτι κἀγὼ ὡς ὑμεῖς, ἀδελφοί, δέομαι ὑμῶν. οὐδέν με ἠδικήσατε. Γαλ. 4,12 Γίνεστε όπως εγώ, γιατί κι εγώ ήμουν όπως εσείς, αδελφοί. σας παρακαλώ. Σε τίποτα δε με αδικήσατε. Γαλ. 4,13 οἴδατε δὲ ὅτι δι' ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς εὐηγγελισάμην ὑμῖν τὸ πρότερον, Γαλ. 4,13 Ξέρετε, επίσης, ότι εξαιτίας της σωματικής μου ασθένειας σας ευαγγέλισα την προηγούμενη φορά. Γαλ. 4,14 καὶ τὸν πειρασμόν μου τὸν ἐν τῇ σαρκί μου οὐκ ἐξουθενήσατε οὐδὲ ἐξεπτύσατε, ἀλλ' ὡς ἄγγελον Θεοῦ ἐδέξασθέ με, ὡς Χριστὸν ᾿Ιησοῦν. Γαλ. 4,14 Και παρόλο τον πειρασμό σας που είχατε για το σώμα μου, δε με περιφρονήσατε ούτε με σιχαθήκατε, αλλά με δεχτήκατε σαν άγγελο Θεού, σαν το Χριστό Ιησού. Γαλ. 4,15 τίς οὖν ἦν ὁ μακαρισμὸς ὑμῶν; μαρτυρῶ γὰρ ὑμῖν ὅτι εἰ δυνατὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν ἐξορύξαντες ἂν ἐδώκατέ μοι. Γαλ. 4,15 Πού είναι, λοιπόν, ο μακαρισμός σας; Γιατί μαρτυρώ για σας ότι, αν ήταν δυνατό, τα μάτια σας θα βγάζατε και θα μου τα δίνατε. Γαλ. 4,16 ὥστε ἐχθρὸς ὑμῶν γέγονα ἀληθεύων ὑμῖν; Γαλ. 4,16 Ώστε εχθρός σας έχω γίνει, επειδή σας λέω την αλήθεια; Γαλ. 4,17 ζηλοῦσιν ὑμᾶς οὐ καλῶς, ἀλλὰ ἐκκλεῖσαι ὑμᾶς θέλουσιν, ἵνα αὐτοὺς ζηλοῦτε. Γαλ. 4,17 Έχουν ζήλο για σας όχι προς το καλό, αλλά θέλουν να σας αποκλείσουν από εμάς, για να έχετε ζήλο γι’ αυτούς. Γαλ. 4,18 καλὸν δὲ τὸ ζηλοῦσθαι ἐν καλῷ πάντοτε καὶ μὴ μόνον ἐν τῷ παρεῖναί με πρὸς ὑμᾶς. Γαλ. 4,18 Καλό λοιπόν είναι να έχετε ζήλο στο καλό πάντοτε και όχι μόνο κατά τη διάρκεια που παρευρίσκομαι κοντά σας. Γαλ. 4,19 τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν! Γαλ. 4,19 Παιδιά μου, για τους οποίους πάλι έχω ωδίνες μέχρις ότου μορφωθεί ο Χριστός μέσα σας. Γαλ. 4,20 ἤθελον δὲ παρεῖναι πρὸς ὑμᾶς ἄρτι καὶ ἀλλάξαι τὴν φωνήν μου, ὅτι ἀποροῦμαι ἐν ὑμῖν. Γαλ. 4,20 Ήθελα μάλιστα να παρευρίσκομαι κοντά σας τώρα και να αλλάξω τον τόνο της φωνής μου, γιατί απορώ μ’ εσάς.

Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΆΓΑΡ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΑΡΡΑΣ

Γαλ. 4,21 Λέγετέ μοι οἱ ὑπὸ νόμον θέλοντες εἶναι· τὸν νόμον οὐκ ἀκούετε; Γαλ. 4,21 Λέγετέ μου, όσοι θέλετε να είστε κάτω από το νόμο, το νόμο δεν ακούτε; Γαλ. 4,22 γέγραπται γὰρ ὅτι ᾿Αβραὰμ δύο υἱοὺς ἔσχεν, ἕνα ἐκ τῆς παιδίσκης καὶ ἕνα ἐκ τῆς ἐλευθέρας. Γαλ. 4,22 Γιατί είναι γραμμένο ότι ο Αβραάμ είχε δύο γιους, έναν από τη δούλη και έναν από την ελεύθερη. Γαλ. 4,23 ἀλλ' ὁ μὲν ἐκ τῆς παιδίσκης κατὰ σάρκα γεγέννηται, ὁ δὲ ἐκ τῆς ἐλευθέρας διὰ τῆς ἐπαγγελίας. Γαλ. 4,23 Αλλά αφενός ο γιος από τη δούλη έχει γεννηθεί κατά σάρκα, αφετέρου ο γιος από την ελεύθερη μέσω υπόσχεσης. Γαλ. 4,24 ἅτινά ἐστιν ἀλληγορούμενα. αὗται γάρ εἰσι δύο διαθῆκαι, μία μὲν ἀπὸ ὄρους Σινᾶ, εἰς δουλείαν γεννῶσα, ἥτις ἐστὶν ῎Αγαρ· Γαλ. 4,24 Τα οποία είναι αλληγορικά. γιατί αυτές είναι δύο διαθήκες: αφενός η μία προήλθε από το όρος Σινά και γεννά για δουλεία, η οποία είναι η Άγαρ. Γαλ. 4,25 τὸ γὰρ ῎Αγαρ Σινᾶ ὄρος ἐστὶν ἐν τῇ ᾿Αραβίᾳ, συστοιχεῖ δὲ τῇ νῦν ῾Ιερουσαλήμ, δουλεύει δὲ μετὰ τῶν τέκνων αὐτῆς· Γαλ. 4,25 Και το Άγαρ είναι το όρος Σινά στην Αραβία. και αντιστοιχεί στην τωρινή Ιερουσαλήμ, γιατί είναι δούλη μαζί με τα τέκνα της. Γαλ. 4,26 ἡ δὲ ἄνω ῾Ιερουσαλὴμ ἐλευθέρα ἐστίν, ἥτις ἐστὶ μήτηρ πάντων ἡμῶν. Γαλ. 4,26 Αφετέρου η άνω Ιερουσαλήμ είναι ελεύθερη, που είναι μητέρα μας. Γαλ. 4,27 γέγραπται γάρ· εὐφράνθητι στεῖρα ἡ οὐ τίκτουσα, ρῆξον καὶ βόησον ἡ οὐκ ὠδίνουσα· ὅτι πολλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐρήμου μᾶλλον ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδρα. Γαλ. 4,27 Γιατί είναι γραμμένο: Να ευφρανθείς, στείρα που δε γεννάς! Ξέσπασε με χαρά και φώναξε δυνατά, εσύ που δεν έχεις ωδίνες! Γιατί πιο πολλά είναι τα παιδιά της εγκαταλειμμένης από όσα είχε αυτή που έχει τον άντρα. Γαλ. 4,28 ἡμεῖς δέ, ἀδελφοί, κατὰ ᾿Ισαὰκ ἐπαγγελίας τέκνα ἐσμέν. Γαλ. 4,28 Εσείς όμως, αδελφοί, είστε τέκνα υπόσχεσης καθώς ο Ισαάκ. Γαλ. 4,29 ἀλλ' ὥσπερ τότε ὁ κατὰ σάρκα γεννηθεὶς ἐδίωκε τὸν κατὰ πνεῦμα, οὕτω καὶ νῦν. Γαλ. 4,29 Αλλά όπως ακριβώς τότε, εκείνος που γεννήθηκε κατά σάρκα καταδίωκε εκείνον που γεννήθηκε κατά Πνεύμα, έτσι και τώρα. Γαλ. 4,30 ἀλλὰ τί λέγει ἡ γραφή; ἔκβαλε τὴν παιδίσκην καὶ τὸν υἱὸν αὐτῆς· οὐ μὴ γὰρ κληρονομήσει ὁ υἱὸς τῆς παιδίσκης μετὰ τοῦ υἱοῦ τῆς ἐλευθέρας. Γαλ. 4,30 Αλλά τι λέει η Γραφή; Βγάλε έξω τη δούλη και το γιο της. Γιατί δε θα κληρονομήσει ο γιος της δούλης μαζί με το γιο της ελεύθερης. Γαλ. 4,31 ῎Αρα, ἀδελφοί, οὐκ ἐσμὲν παιδίσκης τέκνα, ἀλλὰ τῆς ἐλευθέρας. Γαλ. 4,31 Γι’ αυτό, αδελφοί, δεν είμαστε παιδιά της δούλης, αλλά της ελεύθερης.

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ 5

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Γαλ. 5,1 Τῇ ἐλευθερίᾳ οὖν, ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καὶ μὴ πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε. Γαλ. 5,1 Για να είμαστε ελεύθεροι ο Χριστός μάς ελευθέρωσε. να στέκεστε σταθεροί, λοιπόν, και μη δεσμεύεστε πάλι σε ζυγό δουλείας. Γαλ. 5,2 ῎Ιδε ἐγὼ Παῦλος λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν περιτέμνησθε, Χριστὸς ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήσει. Γαλ. 5,2 Να, εγώ ο Παύλος σας λέω ότι, αν περιτέμνεστε, ο Χριστός δε θα σας ωφελήσει τίποτα. Γαλ. 5,3 μαρτύρομαι δὲ πάλιν παντὶ ἀνθρώπῳ περιτεμνομένῳ ὅτι ὀφειλέτης ἐστὶν ὅλον τὸν νόμον ποιῆσαι. Γαλ. 5,3 Και μαρτυρώ πάλι σε κάθε άνθρωπο που περιτέμνεται ότι είναι οφειλέτης στο να εκτελέσει όλο το νόμο. Γαλ. 5,4 κατηργήθητε ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ οἵτινες ἐν νόμῳ δικαιοῦσθε, τῆς χάριτος ἐξεπέσατε· Γαλ. 5,4 Καταργηθήκατε από το Χριστό όσοι δικαιώνεστε με το νόμο, ξεπέσατε από τη χάρη. Γαλ. 5,5 ἡμεῖς γὰρ Πνεύματι ἐκ πίστεως ἐλπίδα δικαιοσύνης ἀπεκδεχόμεθα. Γαλ. 5,5 Γιατί εμείς αναμένουμε την ελπίδα της δικαίωσης από την πίστη με το Πνεύμα. Γαλ. 5,6 ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ πίστις δι' ἀγάπης ἐνεργουμένη. Γαλ. 5,6 Γιατί στο Χριστό Ιησού ούτε η περιτομή ισχύει κάτι ούτε η ακροβυστία, αλλά η πίστη που εκδηλώνεται ενεργά με αγάπη. Γαλ. 5,7 ᾿Ετρέχετε καλῶς· τίς ὑμᾶς ἐνέκοψε τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεσθαι; Γαλ. 5,7 Τρέχατε καλά· ποιος σας εμπόδισε να μην πείθεστε στην αλήθεια; Γαλ. 5,8 ἡ πεισμονὴ οὐκ ἐκ τοῦ καλοῦντος ὑμᾶς. Γαλ. 5,8 Η πειθώ τους δεν προέρχεται από Αυτόν που σας καλεί. Γαλ. 5,9 μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ. Γαλ. 5,9 Λίγο προζύμι ζυμώνει όλο το ζυμάρι. Γαλ. 5,10 ἐγὼ πέποιθα εἰς ὑμᾶς ἐν Κυρίῳ ὅτι οὐδὲν ἄλλο φρονήσετε· ὁ δὲ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τὸ κρῖμα, ὅστις ἂν ᾖ. Γαλ. 5,10 Εγώ έχω πεποίθηση για σας στον Κύριο ότι τίποτε άλλο δε θα φρονήσετε. Εκείνος όμως που σας ταράζει θα βαστάξει το κρίμα, όποιος και αν είναι. Γαλ. 5,11 ἐγὼ δέ, ἀδελφοί, εἰ περιτομὴν ἔτι κηρύσσω, τί ἔτι διώκομαι; ἄρα κατήργηται τὸ σκάνδαλον τοῦ σταυροῦ. Γαλ. 5,11 Αλλά εγώ, αδελφοί, αν κηρύττω ακόμα περιτομή, γιατί ακόμα καταδιώκομαι; Άρα καταργήθηκε το σκάνδαλο του σταυρού. Γαλ. 5,12 ὄφελον καὶ ἀποκόψονται οἱ ἀναστατοῦντες ὑμᾶς. Γαλ. 5,12 Είθε και να ευνουχιστούν αυτοί που σας αναστατώνουν! Γαλ. 5,13 ῾Υμεῖς γὰρ ἐπ' ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί· μόνον μὴ τὴν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμὴν τῇ σαρκί, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις. Γαλ. 5,13 Γιατί εσείς, αδελφοί, καλεστήκατε για να είστε ελεύθεροι. Μόνο μην κάνετε την ελευθερία αφορμή για τη σάρκα, αλλά μέσω της αγάπης να υπηρετείτε ως δούλοι ο ένας τον άλλο. Γαλ. 5,14 ὁ γὰρ πᾶς νόμος ἐν ἑνὶ λόγῳ πληροῦται, ἐν τῷ, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Γαλ. 5,14 Επειδή όλος ο νόμος σε ένα λόγο έχει εκπληρωθεί, στο να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Γαλ. 5,15 εἰ δὲ ἀλλήλους δάκνετε καὶ κατεσθίετε, βλέπετε μὴ ὑπ' ἀλλήλων ἀναλωθῆτε. Γαλ. 5,15 Αν όμως δαγκώνετε και κατατρώτε ο ένας τον άλλο, προσέχετε μήπως αλληλοεξοντωθείτε.

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΣΑΡΚΑΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΡΠΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Γαλ. 5,16 Λέγω δέ, πνεύματι περιπατεῖτε καὶ ἐπιθυμίαν σαρκὸς οὐ μὴ τελέσητε. Γαλ. 5,16 Σας λέω, λοιπόν, να περπατάτε με το Πνεύμα και δε θα εκτελέσετε την επιθυμία της σάρκας. Γαλ. 5,17 ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός· ταῦτα δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις, ἵνα μὴ ἃ ἂν θέλητε ταῦτα ποιῆτε. Γαλ. 5,17 Γιατί η σάρκα επιθυμεί ενάντια στο Πνεύμα, το Πνεύμα όμως ενάντια στη σάρκα, επειδή αυτά είναι αντίθετα μεταξύ τους, ώστε να μην κάνετε αυτά που θέλετε. Γαλ. 5,18 εἰ δὲ Πνεύματι ἄγεσθε, οὐκ ἐστὲ ὑπὸ νόμον. Γαλ. 5,18 Αν, λοιπόν, οδηγείστε με το Πνεύμα, δεν είστε κάτω από νόμο. Γαλ. 5,19 φανερὰ δέ ἐστι τὰ ἔργα τῆς σαρκός, ἅτινά ἐστι μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια, Γαλ. 5,19 Και φανερά είναι τα έργα της σάρκας, τα οποία είναι: πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια, Γαλ. 5,20 εἰδωλολατρία, φαρμακεία, ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις, Γαλ. 5,20 ειδωλολατρία, μαγεία, έχθρες, έριδα, ζήλια, θυμοί, φατριασμοί, διχοστασίες, αιρέσεις, Γαλ. 5,21 φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι καὶ τὰ ὅμοια τούτοις, ἃ προλέγω ὑμῖν καθὼς καὶ προεῖπον, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα πράσσοντες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν. Γαλ. 5,21 φθόνοι, φόνοι, μέθες, οργιώδη φαγοπότια και τα όμοια με αυτά, για τα οποία σας προλέγω καθώς άλλοτε σας προείπα ότι αυτοί που πράττουν τέτοια πράγματα δε θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού. Γαλ. 5,22 ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, Γαλ. 5,22 Ο καρπός όμως του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, αγαθοσύνη, πίστη, Γαλ. 5,23 πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Γαλ. 5,23 πραότητα, εγκράτεια. Ενάντια σε τέτοια δεν υπάρχει νόμος. Γαλ. 5,24 οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Γαλ. 5,24 Εκείνοι, λοιπόν, που είναι του Χριστού Ιησού σταύρωσαν τη σάρκα μαζί με τα πάθη και με τις επιθυμίες. Γαλ. 5,25 Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Γαλ. 5,25 Αν ζούμε από το Πνεύμα, πίσω από το Πνεύμα και να πορευόμαστε στοιχισμένοι. Γαλ. 5,26 μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. Γαλ. 5,26 Ας μη γινόμαστε κενόδοξοι, προκαλώντας ο ένας τον άλλο, φθονώντας ο ένας τον άλλο.

ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ 6

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ

Γαλ. 6,1 Ἀδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος, σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. Γαλ. 6,1 Αδελφοί, και αν συλληφθεί απρόβλεπτα ένας άνθρωπος σε κάποιο παράπτωμα, εσείς οι πνευματικοί διορθώνετε τέτοιον άνθρωπο με πνεύμα πραότητας, προσέχοντας τον εαυτό σου μήπως κι εσύ πειραστείς. Γαλ. 6,2 ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ. Γαλ. 6,2 Να βαστάζετε τα βάρη ο ένας του άλλου και έτσι θα εκπληρώσετε πλήρως το νόμο του Χριστού. Γαλ. 6,3 εἰ γὰρ δοκεῖ τις εἶναί τι μηδὲν ὤν, ἑαυτὸν φρεναπατᾷ. Γαλ. 6,3 Γιατί αν κάποιος νομίζει πως είναι κάτι, ενώ δεν είναι τίποτε, απατά στο λογικό τον εαυτό του. Γαλ. 6,4 τὸ δὲ ἔργον ἑαυτοῦ δοκιμαζέτω ἕκαστος, καὶ τότε εἰς ἑαυτὸν μόνον τὸ καύχημα ἕξει καὶ οὐκ εἰς τὸν ἕτερον· Γαλ. 6,4 Και το έργο του εαυτού του ας δοκιμάζει ο καθένας, και τότε ως προς τον εαυτό του μόνο θα έχει το καύχημα και όχι ως προς τον άλλο. Γαλ. 6,5 ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον φορτίον βαστάσει. Γαλ. 6,5 Γιατί καθένας το δικό του φορτίο θα βαστάξει. Γαλ. 6,6 Κοινωνείτω δὲ ὁ κατηχούμενος τὸν λόγον τῷ κατηχοῦντι ἐν πᾶσιν ἀγαθοῖς. Γαλ. 6,6 Και εκείνος που κατηχείται το λόγο του Θεού ας κάνει συμμέτοχο τον κατηχητή σε όλα τα αγαθά του. Γαλ. 6,7 Μὴ πλανᾶσθε, Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται· ὃ γὰρ ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει· Γαλ. 6,7 Μην πλανάστε, ο Θεός δεν κοροϊδεύεται. Γιατί ότι σπείρει ο άνθρωπος, αυτό και θα θερίσει. Γαλ. 6,8 ὅτι ὁ σπείρων εἰς τὴν σάρκα ἑαυτοῦ ἐκ τῆς σαρκὸς θερίσει φθοράν, ὁ δὲ σπείρων εἰς τὸ πνεῦμα ἐκ τοῦ πνεύματος θερίσει ζωὴν αἰώνιον. Γαλ. 6,8 Γιατί αυτός που σπέρνει στη σάρκα τη δική του θα θερίσει από τη σάρκα φθορά, ενώ εκείνος που σπέρνει στο Πνεύμα θα θερίσει από το Πνεύμα ζωή αιώνια. Γαλ. 6,9 τὸ δὲ καλὸν ποιοῦντες μὴ ἐκκακῶμεν· καιρῷ γὰρ ἰδίῳ θερίσομεν μὴ ἐκλυόμενοι. Γαλ. 6,9 Και όταν κάνουμε το καλό, ας μην κουραζόμαστε, γιατί στον κατάλληλο καιρό θα θερίσουμε, αν δεν αποκάνουμε. Γαλ. 6,10 ῎Άρα οὖν ὡς καιρὸν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας, μάλιστα δὲ πρὸς τοὺς οἰκείους τῆς πίστεως. Γαλ. 6,10 Άρα, λοιπόν, όσο έχουμε ευκαιρίες, ας εργαζόμαστε το αγαθό προς όλους, και μάλιστα προς τους οικείους της πίστης μας.

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ

Γαλ. 6,11 ῎Ιδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί. Γαλ. 6,11 Δείτε με πόσο μεγάλα γράμματα σας έγραψα με το δικό μου χέρι! Γαλ. 6,12 ὅσοι θέλουσιν εὐπροσωπῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκάζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μὴ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται. Γαλ. 6,12 Όσοι θέλουν να φαίνονται αρεστοί σε πρόσωπα στα πράγματα που αφορούν τη σάρκα, αυτοί σας αναγκάζουν να περιτέμνεστε, μόνο για να μην καταδιώκονται για το σταυρό του Χριστού. Γαλ. 6,13 οὐδὲ γὰρ οἱ περιτετμημένοι αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ καυχήσωνται. Γαλ. 6,13 Γιατί ούτε αυτοί οι ίδιοι που περιτέμνονται δε φυλάγουν το νόμο, αλλά θέλουν εσείς να περιτέμνεστε, για να καυχηθούν στη δική σας σάρκα. Γαλ. 6,14 ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δι' οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ. Γαλ. 6,14 Σ’ εμένα όμως είθε να μη γίνει να καυχιέμαι παρά μόνο στο σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω του οποίου ο κόσμος έχει σταυρωθεί ως προς εμένα κι εγώ ως προς τον κόσμο. Γαλ. 6,15 ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις. Γαλ. 6,15 Γιατί ούτε η περιτομή είναι κάτι ούτε η ακροβυστία, αλλά η καινούργια κτίση! Γαλ. 6,16 καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ' αὐτοὺς καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν ᾿Ισραὴλ τοῦ Θεοῦ. Γαλ. 6,16 Και σε όσους θα πορευτούν στοιχισμένοι με τον κανόνα τούτο, ειρήνη και έλεος ας είναι πάνω τους και πάνω στον Ισραήλ του Θεού. Γαλ. 6,17 Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι μηδεὶς παρεχέτω· ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω. Γαλ. 6,17 Του λοιπού κανείς ας μη με κουράζει. Γιατί εγώ βαστάζω τα στίγματα του Ιησού στο σώμα μου. Γαλ. 6,18 ῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ πνεύματος ὑμῶν, ἀδελφοί· ἀμήν. Γαλ. 6,18 Η χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ας είναι μαζί με το πνεύμα σας, αδελφοί. Αμήν.

Προς Εφεσίους

Προς Εφεσίους 1, 2, 3, 4, 5, 6

Η Επιστολή του Παύλου προς Εφεσίους γράφτηκε στην Έφεσο το 54-55 ή στη Ρώμη το 60-62 μ.Χ. Η προς Εφεσίους είναι μια εγκύκλιος επιστολή, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από τη γενικότητα του θέματός της, το οποίο δεν ενδιαφέρει αποκλειστικά μια ορισμένη τοπική Εκκλησία που αντιμετωπίζει συγκεκριμένα προβλήματα αλλά όλη την Εκκλησία του Χριστού, και από την απουσία χαιρετισμών σε γνωστά στον γράφοντα πρόσωπα. Παραλήπτες της επιστολής κατά πάσα πιθανότητα είναι οι Χριστιανοί της Μ. Ασίας ή μιας ακόμη μεγαλύτερης περιοχής.

Στο Α’ μέρος της επιστολής (κεφ. 1-3), αναπτύσσεται ένα θέμα γενικού ενδιαφέροντος, την πραγματοποίηση της λυτρωτικής οικονομίας του Θεού μέσα στην ανθρώπινη ιστορία με την ίδρυση της Εκκλησίας, στην οποία ενώνονται και αποτελούν ένα σώμα οι πρώην εχθροί μεταξύ τους Ιουδαίοι και εθνικοί, κι αυτό είναι έργο του Χριστού, ο οποίος με το σταυρό και την Ανάστασή του φέρνει στον κόσμο την ειρήνη και συμφιλιώνει τους ανθρώπους με το Θεό, ενώ το Άγιο Πνεύμα τροφοδοτεί, συνέχει και συγκροτεί τη νέα αυτή κοινωνία των λυτρωμένων, που αποτελούν το σώμα του Χριστού.

Στο Β’ μέρος της επιστολής (κεφ. 4-6), το πρακτικό, παρουσιάζει ο Απόστολος τις συνέπειες που απορρέουν για τη ζωή των μελών του σώματος του Χριστού από τη σωτηρία που τους προσφέρθηκε. Γίνεται λόγος για την ενότητα της Εκκλησίας, για τον παλαιό και τον καινούριο άνθρωπο, για τις εκδηλώσεις του καινούριου ανθρώπου μέσα στην κοινωνία, τις σχέσεις των συζύγων, τις σχέσεις των δούλων με τους κατά κόσμον κυρίους τους. Προς το τέλος περιγράφεται η «πανοπλία του Θεού», την οποία πρέπει να φέρει κάθε Χριστιανός για την αντιμετώπιση των σατανικών δυνάμεων που αποτελούν μόνιμο κίνδυνο. Αυτό σημαίνει ότι η νέα ζωή μέσα στην Εκκλησία δεν αποτελεί οριστική κατάσταση αλλά αρχή αγώνων για τους οποίους απαιτείται συνεχής εγρήγορση.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ 1

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Εφ. 1,1 Παῦλος, ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ, τοῖς ἁγίοις τοῖς οὖσιν ἐν Ἐφέσῳ καὶ πιστοῖς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· Εφ. 1,1 Εγώ ο Παύλος, απόστολος του Ιησού Χριστού, με το θέλημα του Θεού και Πατρός, στους χριστιανούς, οι οποίοι ευρίσκονται εις την Έφεσον και αγιάζονται με την θείαν χάριν και έχουν πιστεύσει στον Ιησούν Χριστόν· Εφ. 1,2 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εφ. 1,2 εύχομαι να είναι εις σας η ειρήνη από τον Θεόν και Πατέρα μας και από τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.

ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΘΕΟ

Εφ. 1,3 Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ εὐλογήσας ἡμᾶς ἐν πάσῃ εὐλογίᾳ πνευματικῇ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ, Εφ. 1,3 Ας είναι ευλογημένος και δοξασμένος ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος μας έχει χορηγήσει πλουσίως κάθε πνευματικήν ευλογίαν δια μέσου του Ιησού Χριστού, ώστε να αποκτήσωμεν και να απολαύσωμεν τα επουράνια αγαθά. Εφ. 1,4 καθὼς καὶ ἐξελέξατο ἡμᾶς ἐν αὐτῷ πρὸ καταβολῆς κόσμου εἶναι ἡμᾶς ἁγίους καὶ ἀμώμους κατενώπιον αὐτοῦ, ἐν ἀγάπῃ Εφ. 1,4 Αυτό δε το επραγματοποίησε σύμφωνα με την εκλογήν, που μας έκανε δια του Ιησού Χριστού, πριν ακόμη δημιουργηθή ο κόσμος, προς τον σκοπόν να είμεθα ημείς άγιοι και ανεπίληπτοι ενώπιόν του. Εν τη αγάπη του δε Εφ. 1,5 προορίσας ἡμᾶς εἰς υἱοθεσίαν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς αὐτόν, κατὰ τὴν εὐδοκίαν τοῦ θελήματος αὐτοῦ, Εφ. 1,5 προώρισεν ημάς ν' αποκτήσωμεν την υιοθεσίαν και να γίνωμεν τέκνα του κατά χάριν δια μέσου του Ιησού Χριστού, σύμφωνα με την αγαθήν του διάθεσιν και το άγιόν του θέλημα, που έχει δια να σωθώμεν, Εφ. 1,6 εἰς ἔπαινον δόξης τῆς χάριτος αὐτοῦ, ἐν ᾗ ἐχαρίτωσεν ἡμᾶς ἐν τῷ ἠγαπημένῳ, Εφ. 1,6 δια να υμνήται έτσι και να δοξάζεται η φιλάνθρωπος χάρις αυτού και αι πλούσιαι δωρεαί του, με τας οποίας μας εκόσμησε και μας έκαμε χαριτωμένους δια μέσου του αγαπημένου του Υιού. Εφ. 1,7 ἐν ᾧ ἔχομεν τὴν ἀπολύτρωσιν διὰ τοῦ αἵματος αὐτοῦ, τὴν ἄφεσιν τῶν παραπτωμάτων, κατὰ τὸν πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ, Εφ. 1,7 Πράγματι δια του Υιού του ελάβομεν και έχομεν την απελευθέρωσιν από την δουλείαν της αμαρτίας και την σωτηρίαν με το αίμα του, που εχύθη επάνω στον σταυρόν και εδόθη δια την εξαγοράν μας. Ελάβομεν έτσι και έχομεν την συγχώρησιν των αμαρτιών μας σύμφωνα με τον πλούτον της χάριτός του. Εφ. 1,8 ἧς ἐπερίσσευσεν εἰς ἡμᾶς ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ φρονήσει, Εφ. 1,8 Αυτήν δε την χάριν την εχορήγησε με το παραπάνω, πλουσίαν εις ημάς, μαζή με κάθε σοφίαν, δια να γνωρίσωμεν τας υψηλάς αληθείας, και με κάθε ορθοφροσύνην να σκεπτώμεθα και κανονίζωμεν τα καθ' ημάς, όπως πρέπει. Εφ. 1,9 γνωρίσας ἡμῖν τὸ μυστήριον τοῦ θελήματος αὐτοῦ κατὰ τὴν εὐδοκίαν αὐτοῦ, ἣν προέθετο ἐν αὐτῷ Εφ. 1,9 Κατέστησε δε εις ημάς γνωστόν το κρυμμένον και άγνωστον στο ανθρώπινον πνεύμα θέλημα του σύμφωνα με την ευμενή και αγαθήν του θέλησιν, την οποίαν είχε προ πάντων των αιώνων στο άπειρον πνεύμα του, Εφ. 1,10 εἰς οἰκονομίαν τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐν αὐτῷ, Εφ. 1,10 δια να την πραγματοποιήση, όταν θα ήρχετο ο κατάλληλος καιρός προς σωτηρίαν ημών, ώστε να συνενώση εις μίαν αρμονικήν ενότητα τα πάντα δια του Ιησού Χριστού, και τους αγγέλους του ουρανού και τους ανθρώπους της γης. Εφ. 1,11 ἐν ᾧ καὶ ἐκληρώθημεν προορισθέντες κατὰ πρόθεσιν τοῦ τὰ πάντα ἐνεργοῦντος κατὰ τὴν βουλὴν τοῦ θελήματος αὐτοῦ, Εφ. 1,11 Δια του Ιησού Χριστού και ημείς οι χριστιανοί έχομεν εκλεγή, σαν με κλήρον, και έχομεν προορισθή σύμφωνα με την αγαθήν πρόθεσιν του Θεού, ο οποίος ενεργεί και πράττει όλα, όπως ευδοκεί και αρέσει στο θέλημα Αυτού. Εφ. 1,12 εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς εἰς ἔπαινον δόξης αὐτοῦ, τοὺς προηλπικότας ἐν τῷ Χριστῷ· Εφ. 1,12 Έχομεν, λοιπόν, προορισθή να είμεθα εις παντοτεινόν έπαινον και ύμνον της απείρου του δόξης και αγαθότητος, ημείς οι χριστιανοί, που προερχόμεθα από τους Εβραίους, και είχαμεν εκ των προτέρων ελπίσει και επεριμέναμε την δια του Χριστού σωτηρίαν. Εφ. 1,13 ἐν ᾧ καὶ ὑμεῖς ἀκούσαντες τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, τὸ εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας ὑμῶν, ἐν ᾧ καὶ πιστεύσαντες ἐσφραγίσθητε τῷ Πνεύματι τῆς ἐπαγγελίας τῷ Ἁγίῳ, Εφ. 1,13 Δια του Χριστού και σεις οι εθνικοί, που ήσασθε άλλοτε ειδωλολάτραι, αφού ηκούσατε το κήρυγμα της αληθείας, το χαρμόσυνον μήνυμα της σωτηρίας σας, και αφού επιστεύσατε πλέον εις αυτό, ελάβατε την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος, (το οποίον Άγιον Πνεύμα είχεν υποσχεθή ο Θεός δια του προφήτου Ιωήλ, ότι θα το έστελλεν στους ανθρώπους). Εφ. 1,14 ὅς ἐστιν ἀῤῥαβὼν τῆς κληρονομίας ἡμῶν, εἰς ἀπολύτρωσιν τῆς περιποιήσεως, εἰς ἔπαινον τῆς δόξης αὐτοῦ. Εφ. 1,14 Αυτό δε το Πνεύμα το Άγιον είναι η ασφαλής εγγύησις δια την επουράνιον κληρονομίαν μας, προετοιμάζει δε και παρέχει την απολύτρωσιν στον λαόν του Θεού, δια να υμνήται έτσι η άπειρος δόξα του.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΔΕΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΕΟ

Εφ. 1,15 Διὰ τοῦτο κἀγώ, ἀκούσας τὴν καθ᾿ ὑμᾶς πίστιν ἐν τῷ Κυρίῳ Ἰησοῦ καὶ τὴν ἀγάπην τὴν εἰς πάντας τοὺς ἁγίους, Εφ. 1,15 Ανήκετε, λοιπόν, και σεις στον λαόν του Θεού. Δια τούτο και εγώ, όταν ήκουσα την πίστιν σας προς τον Κύριον Ιησούν και την αγάπην, την οποίαν δεικνύετε προς όλους τους χριστιανούς, ανεξαρτήτως εθνικότητος και τάξεως, Εφ. 1,16 οὐ παύομαι εὐχαριστῶν ὑπὲρ ὑμῶν μνείαν ὑμῶν ποιούμενος ἐπὶ τῶν προσευχῶν μου, Εφ. 1,16 δεν παύω να ευχαριστώ τον Θεόν δια σας και να σας ενθυμούμαι πάντοτε εις τας προσευχάς μου. Εφ. 1,17 ἵνα ὁ Θεὸς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατὴρ τῆς δόξης, δῴη ὑμῖν πνεῦμα σοφίας καὶ ἀποκαλύψεως ἐν ἐπιγνώσει αὐτοῦ, Εφ. 1,17 Ζητώ δε εις τας προσευχάς μου να σας δώση ο Θεός του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και ο Πατήρ της δόξης πνευματικόν χάρισμα σοφίας και αποκαλύψεως των θείων αληθειών, δια να λάβετε όσον το δυνατόν τελειοτέραν γνώσιν αυτού και του αγίου του θελήματος. Εφ. 1,18 πεφωτισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας ὑμῶν, εἰς τὸ εἰδέναι ὑμᾶς τίς ἐστιν ἡ ἐλπὶς τῆς κλήσεως αὐτοῦ, καὶ τίς ὁ πλοῦτος τῆς δόξης τῆς κληρονομίας αὐτοῦ ἐν τοῖς ἁγίοις, Εφ. 1,18 Παρακαλώ δε ακόμη τον Θεόν, να σας δώση φωτισμένα τα μάτια της καρδίας σας, δια να γνωρίσετε σεις καλά ποία είναι τα ελπιζόμενα αγαθά, δια τα οποία μας έχει καλέσει ο Θεός, και ποιός είναι ο αφάνταστος πλούτος της δόξης, την οποίαν από καταβολής κόσμου έχει αποφασίσει να δώση ως κληρονομίαν στους πιστούς. Εφ. 1,19 καὶ τί τὸ ὑπερβάλλον μέγεθος τῆς δυνάμεως αὐτοῦ εἰς ἡμᾶς τοὺς πιστεύοντας κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κράτους τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, Εφ. 1,19 Και να γνωρίσετε ακόμη, ποίον είναι το ασύλληπτον μέγεθος της δυνάμεως αυτού, την οποίαν έδειξε και δεικνύει εις ημάς τους πιστεύοντας, ώστε να μας σώση από την αμαρτίαν και να μας οδηγήση εις την δόξαν του ουρανού, σύμφωνα με την ενέργειαν της ακατανικήτου ισχύος του, Εφ. 1,20 ἣν ἐνήργησεν ἐν τῷ Χριστῷ ἐγείρας αὐτὸν ἐκ νεκρῶν, καὶ ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις Εφ. 1,20 την οποίαν έχει εκδηλώσει εν τω προσώπω του Ιησού Χριστού, όταν ενέστησεν αυτόν εκ των νεκρών και τον έθεσεν εις τα δεξιά του θρόνου του, επάνω στους ουρανίους κόσμους. Εφ. 1,21 ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ δυνάμεως καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζομένου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι· Εφ. 1,21 Και τον έβαλεν υψηλότερα από τους αγγέλους, παρά πάνω από κάθε Αρχήν και Εξουσίαν και Δύναμιν και Κυριότητα και από κάθε άλλο αγγελικόν και ένδοξον όνομα, που υπάρχει και ονομάζεται όχι μονάχα εις την παρούσαν ζωήν, αλλά και εις την μέλλουσαν. Εφ. 1,22 καὶ πάντα ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ, καὶ αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ, Εφ. 1,22 Και υπέταξε τα πάντα κάτω από τα πόδια του. Τον ένδοξον δε αυτόν Κύριον μας τον κατέστησε κεφαλήν εις την Εκκλησίαν, παρά πάνω από όλα. Εφ. 1,23 ἥτις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου. Εφ. 1,23 Αυτή δε η Εκκλησία είναι το σώμα του, το συμπλήρωμα του Χριστού, ως ανθρώπου και ως κεφαλής της Εκκλησίας· του Χριστού, ο οποίος ως άπειρος Θεός γεμίζει τα πάντα με την πανάγαθον παρουσίαν του και χορηγεί τα πάντα εις όλα τα δημιουργήματά του.

ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ 2

Η ΝΕΑ ΖΩΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Εφ. 2,1 Καὶ ὑμᾶς ὄντας νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι καὶ ταῖς ἁμαρτίαις, Εφ. 2,1 Και σας επίσης εκάλεσεν εις σωτηρίαν, ενώ είσθε νεκροί πνευματικώς ένεκα των παραπτωμάτων και των αμαρτιών σας. Εφ. 2,2 ἐν αἷς ποτε περιεπατήσατε κατὰ τὸν αἰῶνα τοῦ κόσμου τούτου, κατὰ τὸν ἄρχοντα τῆς ἐξουσίας τοῦ ἀέρος, τοῦ πνεύματος τοῦ νῦν ἐνεργοῦντος ἐν τοῖς υἱοῖς τῆς ἀπειθείας· Εφ. 2,2 Εις αυτάς τας αμαρτίας είχατε και σεις άλλοτε περιπατήσει, σύμφωνα με την διεφθαρμένην κοσμικήν ζωήν της εποχής αυτής, σύμφωνα με το θέλημα του άρχοντος που κυριαρχεί επί του αέρος, δηλαδή του πονηρού πνεύματος, που ενεργεί τώρα στους υιούς της ανυπακοής και της αποστασίας. Εφ. 2,3 ἐν οἷς καὶ ἡμεῖς πάντες ἀνεστράφημέν ποτε ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς σαρκὸς ἡμῶν, ποιοῦντες τὰ θελήματα τῆς σαρκὸς καὶ τῶν διανοιῶν, καὶ ἦμεν τέκνα φύσει ὀργῆς, ὡς καὶ οἱ λοιποί· Εφ. 2,3 Εν μέσω δε αυτών και όλοι ημείς οι Ιουδαίοι είχαμεν κάποτε αναστραφή και ζήσει σύμφωνα με τας επιθυμίας της σαρκός ημών, επράττομεν τα θελήματα του σαρκικού ανθρώπου και των σκοτισμένων από τα πάθη διανοιών μας και ήμεθα τότε εκ φύσεως τέκνα της οργής, όπως και οι άλλοι λαοί (ένεκα της αμαρτίας, την οποίαν εκ γενετής εφέραμεν και εις την οποίαν κατά το διάστημα της ζωής μας είχομεν υποδουλωθή). Εφ. 2,4 ὁ δὲ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς, Εφ. 2,4 Ο Θεός όμως, ο οποίος είναι πλούσιος εις έλεος και φιλανθρωπίαν, χάρις εις την απεριόριστον αγάπην του, με την οποίαν μας ηγάπησε, Εφ. 2,5 καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσωσμένοι· Εφ. 2,5 μας εζωοποίησε πνευματικώς, μαζή με τον Χριστόν, και όταν ακόμη ήμεθα νεκροί ένεκα των παραβάσεων. Έχετε σωθή όχι ένεκα της αξίας σας ή των έργων σας, αλλά δωρεάν δια της χάριτος. Εφ. 2,6 καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, Εφ. 2,6 Και μας ανέστησε μαζή με τον Χριστόν και μας έβαλε να καθήσωμεν μαζή του εις την επουράνιον δόξαν δια του Ιησού Χριστού. Εφ. 2,7 ἵνα ἐνδείξηται ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς ἐπερχομένοις τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι ἐφ᾿ ἡμᾶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Εφ. 2,7 Και τούτο δια να φανερώση καθαρά εις τας ερχομένας γενεάς, δια μέσου όλων των αιώνων, τον μέγαν και ακατάληπτον, εις την ανθρωπίνην διάνοιαν, πλούτον της χάριτός του με την προς ημάς αγαθωσύνην, την οποίαν έδειξε δια του Ιησού Χριστού. Εφ. 2,8 τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, Εφ. 2,8 Διότι πράγματι έχετε σωθή δωρεάν με την χάριν δια μέσου της πίστεως. Και αυτή η ανεκτίμητος σωτηρία σας δεν προήλθεν από σας· το δώρον είναι του Θεού. Εφ. 2,9 οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. Εφ. 2,9 Δεν είναι καρπός και αποτέλεσμα έργων, δια να μη ημπορή ποτέ κανείς να καυχηθή. Εφ. 2,10 αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν. Εφ. 2,10 Διότι όλοι μας είμεθα έργον ιδικόν του, αναγεννηθέντες και κτισθέντες εκ νέου δια του Ιησού Χριστού και επί του Χριστού ως θεμελίου, δια να πράττωμεν τα αγαθά έργα, τα οποίαν από καταβολής κόσμου είχεν ετοιμάσει ο Θεός, δια να πορευθώμεν κατά το διάστημα της ζωής μας με αυτά.

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΕΙΡΗΝΗΣ

Εφ. 2,11 Διὸ μνημονεύετε ὅτι ὑμεῖς ποτε τὰ ἔθνη ἐν σαρκί, οἱ λεγόμενοι ἀκροβυστία ὑπὸ τῆς λεγομένης περιτομῆς ἐν σαρκὶ χειροποιήτου, Εφ. 2,11 Δια τούτο πρέπει να ενθυμήσθε ότι σεις, οι άλλοτε εθνικοί, που δεν είχατε σαρκικώς περιτμηθή και δι' αυτό ελέγεσθε “ακροβυστία” από αυτούς που ελέγοντο “περιτομή”, επειδή είχαν περιτμηθή εις την σάρκα με χέρι ανθρώπου, Εφ. 2,12 ὅτι ἦτε ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ χωρὶς Χριστοῦ, ἀπηλλοτριωμένοι τῆς πολιτείας τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ἐπαγγελίας, ἐλπίδα μὴ ἔχοντες καὶ ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ. Εφ. 2,12 να ενθυμήσθε ότι κατά τον καιρόν εκείνον εζούσατε χωρίς Χριστόν, αποξενωμένοι από το θεοσύστατον πολίτευμα των Ισραηλιτών και ξένοι προς τας διαθήκας, με τας οποίας ο Θεός υπέσχετο την λύτρωσιν δια του Χριστού. Δεν είχατε καμμίαν ελπίδα περί σωτηρίας και αιωνίου ζωής, δεν εγνωρίζατε τον αληθινόν Θεόν και εζούσατε σαν άθεοι στον κόσμον. Εφ. 2,13 νυνὶ δὲ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὑμεῖς οἱ ποτὲ ὄντες μακρὰν ἐγγὺς ἐγενήθητε ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ. Εφ. 2,13 Τώρα όμως δια του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού σεις, οι οποίοι άλλοτε εζούσατε μακράν από τον Θεόν και από την ελπίδα της σωτηρίας, ήλθατε πολύ κοντά δια του λυτρωτικού αίματος του Χριστού. Εφ. 2,14 αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας, Εφ. 2,14 Διότι αυτός είναι η ειρήνη όλων μας, ο οποίος τον Ιουδαϊσμόν και τον Εθνισμόν, τα δύο αυτά τα έκαμεν ένα, εκρήμνισε και διέλυσε το μεσότοιχον του Νόμου, που σαν ανυπέρβλητος φραγμός εχώριζε τους δύο λαούς· Εφ. 2,15 τὴν ἔχθραν, ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν ἐν δόγμασι καταργήσας, ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην, Εφ. 2,15 δηλαδή κατέλυσε και εξηφάνισε την έχθραν, που εχώριζε τους δύο λαούς, αφού κατήργησε με την θυσίαν της σαρκός αυτού τον νόμον των εντολών, ο οποίος έδιδε διαταγάς, που εδέσμευαν τον άνθρωπον. Και κατήργησε τον παλαιόν Νόμον, δια να αναδημιουργήση και ενώση τους δύο αυτούς λαούς δια του εαυτού του εις ένα νέον άνθρωπον, χαρίζων τοιουτρόπως ειρήνην μεταξύ των· Εφ. 2,16 καὶ ἀποκαταλλάξῃ τοὺς ἀμφοτέρους ἐν ἑνὶ σώματι τῷ Θεῷ διὰ τοῦ σταυροῦ, ἀποκτείνας τὴν ἔχθραν ἐν αὐτῷ· Εφ. 2,16 και να συμφιλιώση προς τον Θεόν τους δύο λαούς, ενωμένους εις ένα πνευματικόν σώμα δια της σταυρικής του θυσίας, θανατώσας εν τω προσώπω του και εξαφανίσας την εχθράν και το μίσος. Εφ. 2,17 καὶ ἐλθὼν εὐηγγελίσατο εἰρήνην ὑμῖν τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγύς, Εφ. 2,17 Και αφού κατέβη εις την γην, εκήρυξε το χαρμόσυνον μήνυμα της ειρήνης εις σας που εζούσατε μακράν από τον Θεόν, και εις ημάς που ήμεθα κοντά του. Εφ. 2,18 ὅτι δι᾿ αὐτοῦ ἔχομεν τὴν προσαγωγὴν οἱ ἀμφότεροι ἐν ἑνὶ πνεύματι πρὸς τὸν πατέρα. Εφ. 2,18 Διότι δια του Χριστού οδηγούμεθα και πλησιάζομεν προς τον Θεόν Πατέρα και οι δύο λαοί με το αυτό Άγιον Πνεύμα. Εφ. 2,19 ἄρα οὖν οὐκέτι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροικοι, ἀλλὰ συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ, Εφ. 2,19 Άρα δεν είσθε πλέον ξένοι, όπως προηγουμένως, και προσωρινοί πολίται της Εκκλησίας του Χριστού, αλλ' είσθε συμπολίται όλων των αγίων, και οικιακοί του Θεού. Εφ. 2,20 ἐποικοδομηθέντες ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, Εφ. 2,20 Έχετε δε κτισθή επάνω στον πνευματικόν θεμέλιον των Αποστόλων και των προφητών εις μίαν πνευματικήν οικοδομήν, την Εκκλησίαν, της οποίας ακρογωνιαίος και θεμελιακός λίθος είναι αυτός ούτος ο Ιησούς Χριστός. Εφ. 2,21 ἐν ᾧ πᾶσα ἡ οἰκοδομὴ συναρμολογουμένη αὔξει εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίῳ· Εφ. 2,21 Επάνω δε εις αυτόν και με την δύναμιν αυτού όλη η οικοδομή συναρμολογείται και αυξάνεται κατά τρόπον αρμονικόν, ώστε να γίνη ναός άγιος, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου. Εφ. 2,22 ἐν ᾧ καὶ ὑμεῖς συνοικοδομεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύματι. Εφ. 2,22 Εις αυτόν δε τον ναόν δια του Ιησού Χριστού οικοδομείσθε και σεις μαζή με τους άλλους πιστούς, δια να γίνετε κατοικία, εις την οποίαν θα μένη ο Θεός με το Πνεύμα του.

ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ 3

Η ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ

Εφ. 3,1 Τούτου χάριν ἐγὼ Παῦλος ὁ δέσμιος τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ ὑπὲρ ὑμῶν τῶν ἐθνῶν, Εφ. 3,1 Ακριβώς, διότι είσθε μέλη της οικογενείας του Θεού, της Εκκλησίας, εγώ ο απόστολος Παύλος, φυλακισμένος δια τον Ιησούν Χριστόν, παρακαλώ τον Θεόν δια σας τους εθνικούς, προς χάριν των οποίων είμαι δέσμιος. Εφ. 3,2 εἴγε ἠκούσατε τὴν οἰκονομίαν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ τῆς δοθείσης μοι εἰς ὑμᾶς, Εφ. 3,2 Είμαι ιδικός σας απόστολος. Και βεβαίως θα έχετε πληροφορηθή τον θαυμαστόν τρόπον, με τον οποίον με εκάλεσεν στο αποστολικόν αξίωμα η χάρις του Θεού, που μου εδόθη ειδικώς, δια να εξυπηρετήσω σας τους εθνικούς. Εφ. 3,3 ὅτι κατὰ ἀποκάλυψιν ἐγνώρισέ μοι τὸ μυστήριον, καθὼς προέγραψα ἐν ὀλίγῳ, Εφ. 3,3 Διότι ο Θεός με υπερφυσικήν φανέρωσίν μου έκαμε γνωστήν την έως τότε κρυμμένην και άγνωστον αλήθειαν, σχετικώς με την ιδικήν σας σωτηρίαν, όπως δι' ολίγων προηγουμένως σας έγραψα. Εφ. 3,4 πρὸς ὃ δύνασθε ἀναγινώσκοντες νοῆσαι τὴν σύνεσίν μου ἐν τῷ μυστηρίῳ τοῦ Χριστοῦ, Εφ. 3,4 Σύμφωνα δε με αυτά, όταν τα διαβάσετε καλά, ημπορείτε να ενοήσατε την σοφίαν και την γνώσιν, που έχω σχετικώς με το μέγα μυστήριον της δια του Χριστού σωτηρίας όχι μόνον των Εβραίων, αλλά και των εθνικών. Εφ. 3,5 ὃ ἑτέραις γενεαῖς οὐκ ἐγνωρίσθη τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων ὡς νῦν ἀπεκαλύφθη τοῖς ἁγίοις ἀποστόλοις αὐτοῦ καὶ προφήταις ἐν Πνεύματι, Εφ. 3,5 Αυτό το μυστήριον δεν είχε γνωστοποιηθή στους υιούς των ανθρώπων άλλων γενεών, όπως με αποκάλυψιν Θεού εφανερώθη τώρα στους αγίους Αποστόλους του και στους χριστιανούς προφήτας δια του Αγίου Πνεύματος. Εφ. 3,6 εἶναι τὰ ἔθνη συγκληρονόμα καὶ σύσσωμα καὶ συμμέτοχα τῆς ἐπαγγελίας αὐτοῦ ἐν τῷ Χριστῷ διὰ τοῦ εὐαγγελίου, Εφ. 3,6 Απεκαλύφθη δηλαδή από το Άγιον Πνεύμα, ότι τα έθνη, ηνωμένα εις ένα πνευματικόν σώμα με τους εξ Ιουδαίων χριστιανούς, είναι συγκληρονόμα και συμμέτοχα εις την περί λυτρώσεως υπόσχεσιν του Θεού. Αποκτούν δε τέτοια προνόμια τα έθνη δια της ενώσεώς των με τον Ιησούν Χριστόν, η οποία επιτυγχάνεται με την πίστιν των στο Ευαγγέλιον. Εφ. 3,7 οὗ ἐγενόμην διάκονος κατὰ τὴν δωρεὰν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. Εφ. 3,7 Αυτού δε του Ευαγγελίου έγινα εγώ υπηρέτης, σύμφωνα με την δωρεάν της χάριτος του Θεού, η οποία μου εδόθη κατά τον θαυμαστόν εκείνον τρόπον, που ενήργησεν η δύναμις του Θεού, ώστε εμέ τον διώκτην του Χριστού να με κάμη Απόστολόν του. Εφ. 3,8 ἐμοὶ τῷ ἐλαχιστοτέρῳ πάντων τῶν ἁγίων ἐδόθη ἡ χάρις αὕτη, ἐν τοῖς ἔθνεσιν εὐαγγελίσασθαι τὸν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ Εφ. 3,8 Πράγματι εις εμέ, τον πλέον ελάχιστον από όλους τους χριστιανούς, εδόθη αυτή η χάρις να κηρύττω μεταξύ των εθνικών το χαρμόσυνον μήνυμα και να κάμνω γνωστόν τον ανεξερεύνητον και ακατάληπτον από κάθε διάνοιαν πλούτον των ευλογιών του Χριστού προς όλους μας. Εφ. 3,9 καὶ φωτίσαι πάντας τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ, τῷ τὰ πάντα κτίσαντι διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, Εφ. 3,9 Και να φωτίσω όλους, ποιά είναι η σοφή και θαυμαστή τακτοποίησις της σωτηρίας των ανθρώπων, η οποία μέχρι προ ολίγου ήτο μυστηριώδης και κρυμμένη απ' αρχής δια μέσου των αιώνων εν τω Θεώ, ο οποίος εδημιούργησε και ανεδημιούργησε τα πάντα δια του Ιησού Χριστού. Εφ. 3,10 ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ, Εφ. 3,10 Έμεινε δε άγνωστος και απόκρυφος αυτή η αλήθεια, δια να γίνη τώρα γνωστή εις τα πνευματικά τάγματα του ουρανού, εις τας Αρχάς και τας Εξουσίας, δια μέσου της Εκκλησίας, η πολυποίκιλος εις μορφάς και τρόπους ενεργείας σοφία του Θεού. Εφ. 3,11 κατὰ πρόθεσιν τῶν αἰώνων ἣν ἐποίησεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, Εφ. 3,11 Έγινε δε τώρα, στους καιρούς μας, γνωστή δια μέσου του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας, σύμφωνα με το θέλημα και το σχέδιον, το οποίον προαιωνίως είχε συλλάβει εν τη πανσοφία του ο Θεός. Εφ. 3,12 ἐν ᾧ ἔχομεν τὴν παῤῥησίαν καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐν πεποιθήσει διὰ τῆς πίστεως αὐτοῦ. Εφ. 3,12 Δια μέσου δε του Ιησού Χριστού και από αυτόν τον ίδιον προσωπικώς παίρνομεν και έχομεν θάρρος προς τον Θεόν και πλησιάζομεν προς αυτόν με την πεποίθησιν, ότι θα γίνωμεν δεκτοί. Όλα δε αυτά δια της πίστεώς μας προς τον Χριστόν. Εφ. 3,13 διὸ αἰτοῦμαι μὴ ἐκκακεῖν ἐν ταῖς θλίψεσί μου ὑπὲρ ὑμῶν, ἥτις ἐστὶ δόξα ὑμῶν. Εφ. 3,13 Δια τούτο και εγώ σας παρακαλώ και σας ζητώ να μη αποθαρρύνεσθε και αποκάμνετε δια τας ιδικάς μου θλίψεις, που υποφέρω προς χάριν σας και αι οποίαι είναι δόξα και καύχημά σας.

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Εφ. 3,14 Τούτου χάριν κάμπτω τὰ γόνατά μου πρὸς τὸν πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Εφ. 3,14 Επειδή λοιπόν δεν είσθε πλέον ξένοι, αλλ' αγαπητά μέλη της οικογενείας του Θεού, γονατίζω εμπρός στον Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Εφ. 3,15 ἐξ οὗ πᾶσα πατριὰ ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς ὀνομάζεται, Εφ. 3,15 από τον οποίον όλα τα αγγελικά τάγματα των ουρανών και όλαι αι φυλαί της γης επήραν ύπαρξιν και ονομασίαν, Εφ. 3,16 ἵνα δῴη ὑμῖν κατὰ τὸν πλοῦτον τῆς δόξης αὐτοῦ δυνάμει κραταιωθῆναι διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ εἰς τὸν ἔσω ἄνθρωπον, Εφ. 3,16 και τον παρακαλώ γονατιστός να σας δώση, σύμφωνα με τον άπειρον πλούτον της δόξης του, να ενισχυθήτε και να ενδυναμωθήτε στον εσωτερικόν άνθρωπον με την δύναμιν και την χάριν του Αγίου Πνεύματος, Εφ. 3,17 κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, Εφ. 3,17 δια να κατοικήση ο Χριστός μέσα εις τας καρδίας σας δια της πίστεως. Εφ. 3,18 ἐν ἀγάπῃ ἐῤῥιζωμένοι καὶ τεθεμελιωμένοι ἵνα ἐξισχύσητε καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, Εφ. 3,18 Να μένετε δε δια της αγάπης προς τον Θεόν και μεταξύ σας ριζωμένοι βαθειά και θεμελιωμένοι ακλόνητα, δια να ημπορέσετε να καταλάβετε μαζή με όλους τους αγίους, ποίον είναι το πλάτος και το μήκος και το βάθος και το ύψος των ανεκτιμήτων δωρεών της συγκαταβάσεως του Χριστού προς ημάς. Εφ. 3,19 γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ἵνα πληρωθῆτε εἰς πᾶν τὸ πλήρωμα τοῦ Θεοῦ. Εφ. 3,19 Και να γνωρίσετε καλά την αγάπην, που έχει ο Χριστός προς ημάς και η οποία ξεπερνά κέθε όριον της ανθρωπίνης γνώσεως, δια να γεμίσετε έτσι από όλα τα πλούσια και πολυάριθμα χαρίσματα, που πηγάζουν και δίδονται από τον Θεόν. Εφ. 3,20 Τῷ δὲ δυναμένῳ ὑπὲρ πάντα ποιῆσαι ὑπερεκπερισσοῦ ὧν αἰτούμεθα ἢ νοοῦμεν, κατὰ τὴν δύναμιν τὴν ἐνεργουμένην ἐν ἡμῖν, Εφ. 3,20 Εις δε τον Θεόν, ο οποίος ως παντοδύναμος ημπορεί με το παραπάνω να πραγματοποιήση αυτά, που εμείς ζητούμεν ή βάζομεν με τον νουν μας, να τα πραγματοποιήση δε σύμφωνα με την ειδικήν δύναμίν του, που ενεργεί μέσα μας εις επιτυχίαν του προορισμού μας, Εφ. 3,21 αὐτῷ ἡ δόξα ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς πάσας τὰς γενεὰς τοῦ αἰῶνος τῶν αἰώνων· ἀμήν. Εφ. 3,21 εις αυτόν ας είναι η δόξα μέσα εις την Εκκλησίαν, που έχει οικοδομηθή επί του Ιησού Χριστού, εις όλας τας γενεάς του αιώνος των αιώνων. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ 4

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Εφ. 4,1 Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε, Εφ. 4,1 Σας παρακαλώ, λοιπόν, και σας εξορκίζω εγώ, ο οποίος είμαι φυλακισμένος και αλυσοδεμένος δια το όναμα του Κυρίου, να ζήτε και να συμπεριφέρεσθε, όπως ταιριάζει εις την υψηλήν κλήσιν, με την οποίαν έχετε προσκληθή από τον Θεόν. Εφ. 4,2 μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πρᾳότητος, μετὰ μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, Εφ. 4,2 Δηλαδή να ζήτε και να φέρεσθε με κάθε ταπεινοφροσύνην και πραότητα, με ανοχήν απέναντι των άλλων και μεγαλοκαρδίαν, ανεχόμενοι ο ένας του άλλου τας αδυναμίας με αγάπην, Εφ. 4,3 σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. Εφ. 4,3 να επιμελήσθε και να αγωνίζεσθε να διατηρήτε την ενότητα, με την οποίαν το Πνεύμα το Άγιον σας έχει συνδέσει, έχοντες ως σύνδεσμον την ειρήνην, η οποία θα βασιλεύη μεταξύ σας και θα σας ενώνη εις ένα πνευματικόν σώμα. Εφ. 4,4 ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν· Εφ. 4,4 Είσθε ένα πνευματικόν σώμα και έχετε ένα και το αυτό Πνεύμα Άγιον, που σας ζωογονεί, καθώς επίσης έχετε κληθή όλοι εις μίαν και την αυτήν ελπίδα της κλήσεώς σας. Εφ. 4,5 εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα· Εφ. 4,5 Ένας και μόνος είναι ο Κύριος, μία είναι η πίστις όλων των χριστιανών, ένα το βάπτισμα που έχουν λάβει. Εφ. 4,6 εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ἡμῖν. Εφ. 4,6 Ένας και μόνος ο Θεός και Πατήρ όλων, αυτός ο οποίος κυριαρχεί επί όλων ανεξαιρέτως και δια μέσου όλων ενεργεί και φανερώνει την αγαθήν του πρόνοιαν, και μέσα εις όλους μας κατοικεί. Εφ. 4,7 Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. Εφ. 4,7 Εις τον καθένα δε από ημάς εδόθη η χάρις, τα χαρίσματα και αι δωρεαί, σύμφωνα με το μέτρον, με το οποίον δικαίως και σαφώς μοιράζει ο Χριστός τας δωρεάς του. (Ας μη υπάρχουν, λοιπόν, ζηλοφθονίαι μεταξύ σας, διότι τα χαρίσματα είναι δώρα του Θεού, δια την εξυπηρέτησιν όλων). Εφ. 4,8 διὸ λέγει· ἀναβὰς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καὶ ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις. Εφ. 4,8 Ακριβώς, διότι ο Χριστός ο ίδιος διανέμει τα χαρίσματα, (στον ψαλμ.67,στιχ.19,τον οποίον ελευθέρως αποδίδει ο Παύλος) λέγει η Γραφή. “Οταν ανέβη δια της αναλήψεως του υψηλά στους ουρανούς επήρε αιχμαλώτους του και ηλευθέρωσεν εκείνους, τους οποίους εκρατούσε δούλους του ο διάβολος και έδωκε δώρα και χαρίσματα στους ανθρώπους”. Εφ. 4,9 τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστιν εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς; Εφ. 4,9 Αυτό δε που λέγει η Γραφή, ότι ανέβη, τι άλλο συμαίνει, παρά ότι προηγουμένως είχε κατεβή ο σταυρωθείς Κύριος εις τα κατώτερα μέρη της γης, δηλαδή κάτω στον Άδην; Εφ. 4,10 ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα. Εφ. 4,10 Ο Χριστός, ο οποίος κατέβη μέχρι και του Άδου, αυτός είναι που ανέβη επάνω επό όλους τους ουρανούς, δια να γεμίση έτσι με την παρουσίαν του και τα χαρίσματά του τα πάντα. Εφ. 4,11 καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, Εφ. 4,11 Αυτός, λοιπόν, εμοίρασε τας δωρεάς του και έτσι ανέδειξε και έδωκεν εις την Εκκλησίαν άλλους μεν αποστόλους, άλλους δε προφήτας, που θα αναλύουν τα λόγια του Θεού και θα προλέγουν τα μέλλοντα, άλλους δε κήρυκας του Ευαγγελίου, άλλους ποιμένας και διδασκάλους, οι οποίοι θα καθοδηγούν ένα έκαστον και όλους μαζή τους χριστιανούς. Εφ. 4,12 πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, Εφ. 4,12 Και όλα αυτά προς τον σκοπόν να οικοδομούνται και να προοδεύουν εις την κατά Χριστόν ζωήν οι πιστοί, να εκτελήται άρτια και αρμονικά το έργον της διακονίας, ώστε να οικοδομείται συνεχώς η Εκκλησία, η οποία είναι σώμα Χριστού, Εφ. 4,13 μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, Εφ. 4,13 μέχρις ότου καταλήξωμεν όλοι εις μίαν και την αυτήν πίστιν, χωρίς διαφοράς και αντιθέσεις, εις την βαθείαν γνώσιν του Υιού του Θεού, εις τέλειον άνδρα, από απόψεως πνευματικής σοφίας και αρετής, στο μέτρον της πνευματικής ηλικίας και της πλήρους ηθικής τελειότητος, δια να ολοκληρωθώμεν και αποτελέσωμεν έτσι το σώμα του Χριστού. Εφ. 4,14 ἵνα μηκέτι ὦμεν νήπιοι, κλυδωνιζόμενοι καὶ περιφερόμενοι παντὶ ἀνέμῳ τῆς διδασκαλίας, ἐν τῇ κυβείᾳ τῶν ἀνθρώπων, ἐν πανουργίᾳ πρὸς τὴν μεθοδείαν τῆς πλάνης, Εφ. 4,14 Δια να μη είμεθα πλέον νήπιοι από απόψεως πνευματικής, άστατοι σαν τα κύματα τρικυμισμένης θαλάσσης, που ανεβοκατεβαίνουν και ωθούνται εδώ κι' εκεί από την φοράν των ανέμων. Αυτήν δε την ακαταστασίαν την προκαλεί σαν ορμητικός άνεμος η δολία απάτη της υπούλου διδασκαλίας των πλανεμένων ανθρώπων, οι οποίοι με πανουργίαν χρησιμοποιούν τεχνάσματα, δια να διαδώσουν την πλάνην των. Εφ. 4,15 ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός, Εφ. 4,15 Ημείς όμως μένοντες σταθεροί και ακλόνητοι εις την αλήθειαν του ευαγγελίου, συνοδευομένην πάντοτε από την αγάπην, ας αυξήσωμεν και ας τελειοποιήσωμεν την πνευματικήν μας ζωήν, κατά πάντα, όπως θέλει ο Χριστός και όπως μας έχει δώσει τον ευατόν του πρότυπον. Αυτός δε ο Χριστός είναι η κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας. Εφ. 4,16 ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα συναρμολογούμενον καὶ συμβιβαζόμενον διὰ πάσης ἁφῆς τῆς ἐπιχορηγίας κατ᾿ ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ἑκάστου μέρους τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος ποιεῖται εἰς οἰκοδομὴν ἑαυτοῦ ἐν ἀγάπῃ. Εφ. 4,16 Από αυτόν όλον το σώμα της Εκκλησίας συναρμολογείται, συνδέεται αρμονικά και ενώνεται δια της στενής επαφής όλων των μελών, ώστε να χορηγήται εις όλα η πνευματική ζωή και βοήθεια, την οποίαν προσφέρει ο Χριστός, σύμφωνα με την προθυμίαν και την ενέργειαν ενός εκάστου μέλους. Έτσι δε με την χορηγίαν και βοήθειαν του Χριστού το σώμα της Εκκλησίας, ηνωμένον με τον Χριστόν, πραγματοποιεί με αγάπην την αύξησίν του προς οικοδομήν των μελών και του ευατού του ως συνόλου.

Ο ΠΑΛΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Εφ. 4,17 Τοῦτο οὖν λέγω καὶ μαρτύρομαι ἐν Κυρίῳ, μηκέτι ὑμᾶς περιπατεῖν καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ ἔθνη περιπατεῖ ἐν ματαιότητι τοῦ νοὸς αὐτῶν, Εφ. 4,17 Αυτό, λοιπόν, τονίζω και λέγω και διαμαρτύρομαι ενώπιον του Κυρίου, να μη πορεύεσθε και συμπεριφέρεσθε πλέον σεις, όπως ζουν και συμπεριφέρονται οι άλλοι εθνικοί, οι οποίοι πορεύονται σύμφωνα με τας ψευδείς και επιβλαβείς επινοήσεις του νου των. Εφ. 4,18 ἐσκοτισμένοι τῇ διανοίᾳ, ὄντες ἀπηλλοτριωμένοι τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν ἄγνοιαν τὴν οὖσαν ἐν αὐτοῖς διὰ τὴν πώρωσιν τῆς καρδίας αὐτῶν, Εφ. 4,18 Αυτοί είναι σκοτισμένοι κατά την διάνοιαν, αποξενωμένοι από την ζωήν του Θεού εξ αιτίας της αγνοίας, που επικρατεί μεταξύ των, και της πωρώσεως και σκληρύνσεως των καρδιών των. Εφ. 4,19 οἵτινες, ἀπηλγηκότες, ἑαυτοὺς παρέδωκαν τῇ ἀσελγείᾳ εἰς ἐργασίαν ἀκαθαρσίας πάσης ἐν πλεονεξίᾳ. Εφ. 4,19 Έχουν δε καταντήσει εις ηθικήν αναλγησίαν, ώστε ούτε τύψεις να δοκιμάζουν ούτε την χάριν του Θεού να αισθάνωνται. Και παρέδωκαν τους ευατούς των εις την αχαλίνωτον και ρυπαράν φιληδονίαν, δια να διαπράττουν κάθε ακαθαρσίαν, χωρίς ποτέ να χορταίνουν. Εφ. 4,20 ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως ἐμάθετε τὸν Χριστόν, Εφ. 4,20 Σεις όμως δεν έχετε διδαχθή και μάθει κατ' αυτόν τον τρόπον τον Χριστόν (δεν έχετε δηλαδή διδαχθή, ότι αυτά τα επιτρέπει ο Χριστός, αλλ' όλως τουναντίον τα αποδοκιμάζει και τα καταδικάζει). Εφ. 4,21 εἴγε αὐτὸν ἠκούσατε καὶ ἐν αὐτῷ ἐδιδάχθητε, καθώς ἐστιν ἀλήθεια ἐν τῷ Ἰησοῦ, Εφ. 4,21 Εάν, όπως πιστεύω· έχετε διδαχθή το ορθόν περί αυτού κήρυγμα, το οποίον είναι αυτή αύτη η αλήθεια, που υπάρχει στον Ιησούν· Εφ. 4,22 ἀποθέσθαι ὑμᾶς κατὰ τὴν προτέραν ἀναστροφὴν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, Εφ. 4,22 και έχετε πράγματι διδαχθή να αποβάλετε και πετάξετε από επάνω σας τον παλαιόν άνθρωπον της αμαρτίας όπως αυτός είχε υπάρξει και εκδηλωθή εις την προηγουμένην ειδωλολατρικήν ζωήν και συμπεριφοράν σας. Αυτός ο παλαιός άνθρωπος, εξ αιτίας των αμαρτιών και των παθών του, φθείρεται συνεχώς και προχωρεί στον όλεθρον από τας επιθυμίας, που ανάπτει η απατηλή αμαρτία. Εφ. 4,23 ἀνανεοῦσθαι δὲ τῷ πνεύματι τοῦ νοὸς ὑμῶν Εφ. 4,23 Έχετε ακόμη διδαχθή να ανανεώνεσθε συνεχώς με τα υγιή πνευματικά φρονήματα του νου σας Εφ. 4,24 καὶ ἐνδύσασθαι τὸν καινὸν ἄνθρωπον τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ὁσιότητι τῆς ἀληθείας. Εφ. 4,24 και να ενδυθήτε τον νέον άνθρωπον, ο οποίος ανεδημιουργήθη και αναγεννήθη σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, δια να ζήτε με δικαιοσύνην και οσιότητα, με αρετάς, τας οποίας εμπνέει η αλήθεια του Ευαγγελίου.

ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΖΩΗ

Εφ. 4,25 Διὸ ἀποθέμενοι τὸ ψεῦδος λαλεῖτε ἀλήθειαν ἕκαστος μετὰ τοῦ πλησίον αὐτοῦ· ὅτι ἐσμὲν ἀλλήλων μέλη. Εφ. 4,25 Δι' αυτό, αφού πετάξετε από επάνω σας, οριστικώς και αμετακλήτως, το ψέμα, να λαλήτε ο καθένας με τον πλησίον του αλήθειαν, διότι συγκροτούμεν όλοι ένα σώμα και είμεθα μέλη ο ένας του άλλου (πως δε είναι δυνατόν τα μέλη του αυτού σώματος να εξαπατούν και να επιβουλεύωνται το ένα το άλλο;). Εφ. 4,26 ὀργίζεσθε, καὶ μὴ ἁμαρτάνετε· ὁ ἥλιος μὴ ἐπιδυέτω ἐπὶ τῷ παροργισμῷ ὑμῶν, Εφ. 4,26 Οργίζεσθε, όχι όταν θίγεται ο εγωϊσμός σας και το συμφέρον σας, αλλά όταν διαβάλλεται ο Θεός και η αλήθεια του, οπότε η οργή σας θα έχη ιερόν κίνητρον, θα στρέφεται κατά της αμαρτίας και δεν θα αποτελή αμαρτίαν”. Εάν όμως συμβή και εξοργισθήτε μεταξύ σας, ας μη προφθάση να δύση ο ήλιος, πριν συμφιλιωθήτε. Εφ. 4,27 μηδὲ δίδοτε τόπον τῷ διαβόλῳ. Εφ. 4,27 Και μη δίδετε τόπον και ευκαιρίαν στον διάβολον, να εισχωρή μεταξύ σας. Εφ. 4,28 ὁ κλέπτων μηκέτι κλεπτέτω, μᾶλλον δὲ κοπιάτω ἐργαζόμενος τὸ ἀγαθὸν ταῖς χερσίν, ἵνα ἔχῃ μεταδιδόναι τῷ χρείαν ἔχοντι. Εφ. 4,28 Εκείνος που έκλεπτε, ας μη κλέπτη πλέον, αλλά πρέπει να κοπιάζη περισσότερον και να εργάζεται με τα ίδια του τα χέρια το έντιμον έργον του, ώστε να είναι εις θέσιν να μεταδίδη και εις εκείνον, που ευρίσκεται εις ανάγκην. Εφ. 4,29 πᾶς λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω, ἀλλ᾿ εἴ τις ἀγαθὸς πρὸς οἰκοδομὴν τῆς χρείας, ἵνα δῷ χάριν τοῖς ἀκούουσι. Εφ. 4,29 Κάθε ρυπαρός λόγος ας μη βγαίνη ποτέ από το στόμα σας, αλλ' αντιθέτως να βγαίνη κάθε καλός λόγος, κατάλληλος να θεραπεύη και να οικοδομή την παρουσιαζομένην ανάγκην, δια να δώση χάριν εις αυτούς που τον ακούουν. Εφ. 4,30 καὶ μὴ λυπεῖτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τοῦ Θεοῦ, ἐν ᾧ ἐσφραγίσθητε εἰς ἡμέραν ἀπολυτρώσεως. Εφ. 4,30 Και μη λυπείτε με τα απρεπή λόγια σας το Άγιον Πνεύμα του Θεού, με το οποίον έχετε σφραγισθή και προορισθή, δια να λάβετε την πλήρη απολύτρωσιν κατά την ημέραν της δευτέρας παρουσίας. Εφ. 4,31 πᾶσα πικρία καὶ θυμὸς καὶ ὀργὴ καὶ κραυγὴ καὶ βλασφημία ἀρθήτω ἀφ᾿ ὑμῶν σὺν πάσῃ κακίᾳ. Εφ. 4,31 Κάθε εσωτερική πικρία εναντίον του άλλου και θυμός και οργή και θυμώδης ξεφωνητά και ύβρις εναντίον του πλησίον ας φύγη και ας λείψη εντελώς από σας, όπως και κάθε άλλη κακοβουλία και κακοτροπία εις βάρος του άλλου. Εφ. 4,32 γίνεσθε δὲ εἰς ἀλλήλους χρηστοί, εὔσπλαγχνοι, χαριζόμενοι ἑαυτοῖς καθὼς καὶ ὁ Θεὸς ἐν Χριστῷ ἐχαρίσατο ἡμῖν. Εφ. 4,32 Να γίνεσθε δε αγαθοί και ευεργετικοί μεταξύ σας, εύσπλαγχνοι και συμπονετικοί, συγχωρούντες ο ένας τον άλλον, όπως και ο Θεός δια του Χριστού μας έχει συγχωρήσει.

ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ 5

ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΕΑ ΖΩΗ

Εφ. 5,1 Γίνεσθε οὖν μιμηταὶ τοῦ Θεοῦ ὡς τέκνα ἀγαπητά, Εφ. 5,1 Και σεις, λοιπόν, σαν τέκνα αγαπητά του Θεού επιδιώκετε να γίνεσθε μιμηταί αυτού, ο οποίος τόσην αγάπην και μακροθυμίαν δεικνύει προς τους αμαρτάνοντας. Εφ. 5,2 καὶ περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ παρέδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν προσφορὰν καὶ θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμὴν εὐωδίας. Εφ. 5,2 Να πορεύεσθε και να συμπεριφέρεσθε με αγάπην, όπως ο Χριστός μας έχει αγαπήσει και παρέδωκε τον ευατόν του στον σταυρικόν θάνατον προς χάριν ημών, προσφοράν και θυσίαν στον Θεόν, και η οποία θυσία είναι ως ευώδες άρωμα ενώπιον του Θεού. Εφ. 5,3 πορνεία δὲ καὶ πᾶσα ἀκαθαρσία ἢ πλεονεξία μηδὲ ὀνομαζέσθω ἐν ὑμῖν, καθὼς πρέπει ἁγίοις, Εφ. 5,3 Πορνεία δε και κάθε σαρκική ακαθαρσία η αχόρταστος επιθυμία δια τα υλικά αγαθά δεν πρέπει ούτε και να ονομάζεται καν μεταξύ σας, όπως άλλωστε αρμόζει εις ανθρώπους, που έχουν αγιασθή από τον Θεόν και προχωρούν εις την αγιότητα. Εφ. 5,4 καὶ αἰσχρότης καὶ μωρολογία ἢ εὐτραπελία, τὰ οὐκ ἀνήκοντα, ἀλλὰ μᾶλλον εὐχαριστία. Εφ. 5,4 Ακόμη δε δεν πρέπει ούτε και να αναφέρεται μεταξύ σας καμμιά αισχρότης και μωρολογία ή απρεπής αστειολογία και βωμολοχία, ρυπαρά λόγια, που δεν τεριάζουν στους χριστιανούς, αλλά πιο πολύ πρέπει να ακούεται μεταξύ σας προσευχή ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας προς τον Θεόν. Εφ. 5,5 τοῦτο γάρ ἐστε γινώσκοντες, ὅτι πᾶς πόρνος ἢ ἀκάθαρτος ἢ πλεονέκτης, ὅς ἐστιν εἰδωλολάτρης, οὐκ ἔχει κληρονομίαν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ. Εφ. 5,5 Διότι πρέπει να γνωρίζετε καλά και να έχετε στον νου σας τούτο· ότι κάθε πόρνος ή ακάθαρτος ή πλεονέκτης, ο οποίος πλεονέκτης με το να λατρεύη τα υλικά αγαθά είναι ειδωλολάτρης, δεν έχει κανένα απολύτως μερίδιον κληρονομίας εις την βασιλείαν του Χριστού και του Θεού.

ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ ΓΙΑ ΣΥΝΕΣΗ ΚΑΙ ΕΓΡΗΓΟΡΣΗ

Εφ. 5,6 Μηδεὶς ὑμᾶς ἀπατάτω κενοῖς λόγοις· διὰ ταῦτα γὰρ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας. Εφ. 5,6 Και ας μη σας εξαπατά κανείς με λόγια κούφια και ψεύτικα, διότι δια τα αμαρτήματα αυτά, που σας είπα προηγουμένως, έρχεται η οργή του Θεού εναντίων των τέκνων της ανυπακοής και της αποστασίας. Εφ. 5,7 μὴ οὖν γίνεσθε συμμέτοχοι αὐτῶν. Εφ. 5,7 Μη γίνεσθε, λοιπόν, συμμέτοχοι των ανθρώπων αυτών εις την αμαρτωλήν ζωήν των. Εφ. 5,8 ἦτε γάρ ποτε σκότος, νῦν δὲ φῶς ἐν Κυρίῳ· ὡς τέκνα φωτὸς περιπατεῖτε· - Εφ. 5,8 Διότι άλλοτε ήσασθε σκοτάδι εξ αιτίας της πλάνης και της αμαρτίας, που κυριαρχούσε μέσα σας. Τώρα όμως δια του Κυρίου έχετε φωτισθή και είσθε φως. Να ζήτε, λοιπόν, και να συμπεριφέρεσθε σαν άνθρωποι, που τα πάντα εις αυτούς είναι φως αληθείας και αρετής. Εφ. 5,9 ὁ γὰρ καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἐν πάσῃ ἀγαθωσύνῃ καὶ δικαιοσύνῃ καὶ ἀληθείᾳ·- Εφ. 5,9 (Εφ' όσον ελάβετε το πνευματικόν φως πρέπει να έχετε και φωτεινήν ζωήν). Διότι ο άγιος καρπός τον οποίον παράγει το Άγιον Πνεύμα μέσα εις τας καρδίας των πιστών, εκδηλώνεται με κάθε καλωσύνην και δικαιοσύνην και φιλαλήθειαν. Εφ. 5,10 δοκιμάζοντες τί ἐστιν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ. Εφ. 5,10 Να ερευνάτε και να διακρίνετε πάντοτε, τι είναι ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου, Εφ. 5,11 καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον δὲ καὶ ἐλέγχετε· Εφ. 5,11 και να μη συμμετέχετε εις τα έργα του σκότους, που είναι άκαρπα και επιβλαβή. Ούτε καν και να τα ανέχεσθε, αλλά μάλλον να τα ελέγχετε και να τα παρουσιάζετε εις τα μάτια όλων επιβλαβή και ολέθρια. Εφ. 5,12 τὰ γὰρ κρυφῆ γινόμενα ὑπ᾿ αὐτῶν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν· Εφ. 5,12 Διότι όσα από τους ασεβείς και αμαρτωλούς γίνονται κρυφά και στο σκότος είναι αισχρόν και να τα αναφέρη κανένας. (Δι' αυτό ακριβώς και δεν είναι νοητόν, όχι μόνον να συμμετέχετε, αλλ' ούτε και να συζητήτε μεταξύ σας δι' αυτά. Μόνον δε να τα ελέγχετε εις διόρθωσιν των αμαρτωλών και περιφρούρησιν των άλλων). Εφ. 5,13 τὰ δὲ πάντα ἐλεγχόμενα ὑπὸ τοῦ φωτὸς φανεροῦται· πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον φῶς ἐστι. Εφ. 5,13 Όλα δε αυτά τα πονηρά έργα κάτω από το φως του ελέγχου, γίνονται φανερά πόσον ολέθρια είναι (ώστε οι μεν καλοπροαίρετοι αμαρτωλοί να μετανοήσουν, οι δε άλλοι να προφυλαχθούν). Διότι κάθε τι που φανερώνεται, είτε καλόν είτε κακόν, είναι σαν το φως, ώστε ο καθένας να κανονίση απέναντι αυτού την στάσιν του. Εφ. 5,14 διὸ λέγει· ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός. Εφ. 5,14 Ο έλεγχος εις φανέρωσιν του κακού και διόρθωσιν του αμαρτάνοντος πρέπει να γίνεται· δι' αυτό και το Άγιον Πνεύμα ελέγχει και φωνάζει προς κάθε αμαρτωλόν· Σήκω, συ που κοιμάσαι τον ύπνον της αμαρτίας, και πετάξου ορθός ανάμεσα από τους νεκρούς της αμαρτίας και θα σε φωτίση ο Χριστός. Εφ. 5,15 Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι, ἀλλ᾿ ὡς σοφοί, Εφ. 5,15 Προσέχετε, λοιπόν, εφ' όσον έχετε φωτισθή από τον Χριστόν, πως με κάθε ακρίβειαν να συμπεριφέρεσθε, όχι σαν μωροί και ασύνετοι, αλλά σαν φρόνιμοι και συνετοί. Εφ. 5,16 ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι. Εφ. 5,16 Να κερδίζετε πάντοτε και να εκμεταλλεύεσθε δια το αγαθόν τον χρόνον και τας ευκαιρίας της παρούσης ζωής, διότι αι ημέραι, εξ αιτίας της αμαρτίας που επικρατεί, είναι γεμάται πειρασμούς και πνευματικούς κινδύνους. Εφ. 5,17 διὰ τοῦτο μὴ γίνεσθε ἄφρονες, ἀλλὰ συνιέντες τί τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Εφ. 5,17 Δι' αυτό προσέχετε να μη γίνεσθε και φέρεσθε σαν ασύνετοι, αλλά να ερευνάτε και να ενοήτε καλά ποίον είναι το θέλημα του Κυρίου. Εφ. 5,18 καὶ μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ, ἐν ᾧ ἐστιν ἀσωτία, ἀλλὰ πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, Εφ. 5,18 Και μη μεθάτε με οίνον· εις την μέθην υπάρχει πάντοτε η ασωτία και η κατάπτωσις. Αλλά γεμίζετε την ψυχήν, την καρδίαν και τον νου σας με Πνεύμα Άγιον. Εφ. 5,19 λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ, Εφ. 5,19 Θα αισθάνεσθε τότε ασυγκρίτως ανώτερον και μεγαλύτερον ενθουσιασμόν από εκείνον, που δοκιμάζουν οι μέθυσοι, τον οποίον και θα εξωτερικεύετε λαλούντες μεταξύ σας με ψαλμούς και ύμνους και ωδάς πνευματικάς, άδοντες και ψάλλοντες στον Κύριον με όλην σας την καρδίαν. Εφ. 5,20 εὐχαριστοῦντες πάντοτε ὑπὲρ πάντων ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῷ Θεῷ καὶ πατρί, Εφ. 5,20 Να ευχαριστήτε δε πάντοτε και δι' όλα εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού τον Θεόν και Πατέρα.

ΟΙ ΣΥΖΥΓΟΙ

Εφ. 5,21 ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ. Εφ. 5,21 Να υποτάσσεσθε δε ο ένας στον άλλον με σεβασμόν και ιερόν δέος Χριστού. Εφ. 5,22 Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ, Εφ. 5,22 Αι γυναίκες να υποτάσσωνται στους άνδρας των, σαν να υποτάσσωνται στον Κύριον, ο οποίος και παραγγέλλει την υποταγήν αυτήν των γυναικών. Εφ. 5,23 ὅτι ὁ ἀνήρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώματος. Εφ. 5,23 Διότι ο άνδρας είναι κεφαλή και αρχηγός της γυναικός, όπως και ο Χριστός είναι κεφαλή και αρχηγός της Εκκλησίας, ο οποίος όμως Χριστός είναι συγχρόνως και σωτήρ του σώματος της Εκκλησίας όλων δηλαδή ανεξαιρέτως των πιστών. Εφ. 5,24 ἀλλ᾿ ὥσπερ ἡ ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ, οὕτω καὶ αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ἐν παντί. Εφ. 5,24 Αλλ' όπως η Εκκλησία υποτάσσεται στον αρχηγόν, στον Χριστόν, έτσι και αι γυναίκες πρέπει να υποτάσσωνται στους άνδρας των εις κάθε τι, που δεν αντιστρατεύεται στο θείον θέλημα. Εφ. 5,25 οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, Εφ. 5,25 Οι δε άνδρες εξ άλλου να αγαπάτε τας γυναίκας σας και να υποβάλλεσθε μέχρι και των μεγαλυτέρων θυσιών προς χάριν αυτών, όπως και ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν και παρέδωκεν υπέρ αυτής τον ευατόν του εις σταυρικόν θάνατον, Εφ. 5,26 ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ῥήματι, Εφ. 5,26 δια να την αγιάση, καθαρίσας αυτήν με το λουτρόν του ύδατος, δηλαδή δια του αγίου βαπτίσματος, κατά το οποίον λέγεται το ιερόν λόγιον “στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”. Εφ. 5,27 ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν ἐκκλησίαν, μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ῥυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ᾿ ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄμωμος. Εφ. 5,27 Και τούτο, δια να την καταστήση και την παραστήση στο πλευρόν του ως νύμφην ένδοξον και άσπιλον, την Εκκλησίαν, χωρίς πλέον αυτή να έχη καμμίαν κηλίδα ή ρυτίδα ή τίποτε άλλο από εκείνα, που ρυπαίνουν και ασχημίζουν, αλλά να είναι αγία και άμεμπτος. Εφ. 5,28 οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα. ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ· Εφ. 5,28 Έτσι και οι άνδρες οφείλουν να αγαπούν τας γυναίκας των, όπως αγαπούν τα ιδικά των σώματα. Εκείνος που αγαπά την γυναίκα του, τον ευατόν του αγαπά, αφού αποτελεί ένα σώμα με αυτήν. Εφ. 5,29 οὐδεὶς γάρ ποτε τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν, ἀλλ᾿ ἐκτρέφει καὶ θάλπει αὐτήν, καθὼς καὶ ὁ Κύριος τὴν ἐκκλησίαν· Εφ. 5,29 Διότι ποτέ κανείς δεν εμίσησε το σώμα του, αλλά το τρέφει με πολύ ενδιαφέρον και το περιθάλπει, όπως και ο Κύριος τρέφει και περιθάλπει την Εκκλησίαν του, που είναι σώμα του. Εφ. 5,30 ὅτι μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ· Εφ. 5,30 Διότι πράγματι ημείς οι πιστοί, που αποτελούμε την Εκκλησίαν, είμεθα μέλη από την σάρκα του και από τα οστά του, κατά τον τύπον της Εύας, που ήτο από τα οστά και την σάρκα του Αδάμ. Εφ. 5,31 ἀντὶ τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. Εφ. 5,31 Δι' αυτό και ο Αδάμ, όταν είδε την Εύα, είπε φωτιζόμενος από τον Θεόν· “ένεκα τούτου θα εγκαταλείψη ο άνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα αυτού και θα προσκολληθή προς την γυναίκα του και θα είναι οι δύο εις σάρκαν μίαν”. Εφ. 5,32 τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Εφ. 5,32 Αυτά που είχεν είπει τότε ο Αδάμ, αναφέρονται αλληγορικώς στον Χριστόν και την Εκκλησίαν και ήσαν έως τώρα άγνωστον αποκεκρυμμένον μυστήριον μεγίστης σπουδαιότητος. Εγώ, λοιπόν, λέγω, ότι η αλήθεια την οποίαν προφητικώς είπεν ο Αδάμ, αναφέρεται εις την πνευματικήν ένωσιν του Χριστού και της Εκκλησίας. Εφ. 5,33 πλὴν καὶ ὑμεῖς οἱ καθ᾿ ἕνα ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα οὕτως ἀγαπάτω ὡς ἑαυτόν, ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα. Εφ. 5,33 Παρ' όλην την αλληγορίαν, που κρύπτουν οι λόγοι του Αδάμ, δεν παύουν να έχουν ισχύν και δια τους συζύγους. Δι' αυτό και ο καθένας από σας ας αγαπά την γυναίκα του έτσι ακριβώς, όπως αγαπά τον εαυτόν του. Η δε γυναίκα να σέβεται και να τιμά τον άνδρα.

ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ 6

ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΓΟΝΕΙΣ

Εφ. 6,1 Τὰ τέκνα ὑπακούετε τοῖς γονεῦσιν ὑμῶν ἐν Κυρίῳ· τοῦτο γάρ ἐστι δίκαιον. Εφ. 6,1 Τα τέκνα να υπακούετε στους γονείς σας εις κάθε τι, που είναι σύμφωνον με το θέλημα του Κυρίου· διότι τούτο είναι κατά Θεόν και κατά φύσιν δίκαιον. Εφ. 6,2 τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα, ἥτις ἐστὶν ἐντολὴ πρώτη ἐν ἐπαγγελίᾳ, Εφ. 6,2 Άλλωστε η πρώτη εντολή στον δεκάλογον του Μωϋσέως, που συνοδεύεται με υπόσχεσιν αμοιβής είναι αυτή· “τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, Εφ. 6,3 ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ ἔσῃ μακροχρόνιος ἐπὶ τῆς γῆς. Εφ. 6,3 δια να έλθουν όλα καλά εις την ζωήν σου και δια να ζήσΗς μακρόν και χαρούμενον χρόνον εις την γην”. Εφ. 6,4 καὶ οἱ πατέρες μὴ παροργίζετε τὰ τέκνα ὑμῶν, ἀλλ᾿ ἐκτρέφετε αὐτὰ ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου. Εφ. 6,4 Και οι πατέρες προσέχετε να μη εξερεθίζετε και να μη εξωθήτε εις θυμόν και οργήν τα τέκνα σας, αλλά ανατρέφετε αυτά με παιδαγωγίαν και συμβουλήν σύμφωνον με το θέλημα του Κυρίου.

ΔΟΥΛΟΙ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ

Εφ. 6,5 Οἱ δοῦλοι ὑπακούετε τοῖς κυρίοις κατὰ σάρκα μετὰ φόβου καὶ τρόμου ἐν ἁπλότητι τῆς καρδίας ὑμῶν ὡς τῷ Χριστῷ, Εφ. 6,5 Οι δούλοι να υπακούετε στους κατά σάρκα κυρίους σας με φόβον και τρόμον, με ευθύτητα και ειλικρίνειαν της καρδίας σας, σαν να υπακούετε στον Χριστόν. Εφ. 6,6 μὴ κατ᾿ ὀφθαλμοδουλίαν ὡς ἀνθρωπάρεσκοι, ἀλλ᾿ ὡς δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, ποιοῦντες τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐκ ψυχῆς, Εφ. 6,6 Όχι δε με υποκριτικήν εξωτερικήν υποταγήν, που γίνεται έτσι για τα μάτια και εφ' όσον σας βλέπουν οι κύριοί σας, όπως κάμνουν αυτοί που επιδιώκουν να αρέσουν στους ανθρώπους, αλλά να υπακούετε σαν δούλοι του Χριστού, πράττοντες το θέλημα του Θεού με όλην σας την ψυχήν· Εφ. 6,7 μετ᾿ εὐνοίας δουλεύοντες ὡς τῷ Κυρίῳ καὶ οὐκ ἀνθρώποις, Εφ. 6,7 με την καλήν και ευμενή διάθεσιν, σαν να υπηρετήτε τον Κύριον και όχι ανθρώπους. Εφ. 6,8 εἰδότες ὅτι ὃ ἐάν τι ἕκαστος ποιήσῃ ἀγαθόν, τοῦτο κομιεῖται παρὰ τοῦ Κυρίου, εἴτε δοῦλος εἴτε ἐλεύθερος. Εφ. 6,8 Να ξέρετε δε ότι εκείνο το αγαθόν, που θέλει πράξει κάθε άνθρωπος, τούτο και θα πάρη πάλιν από τον Κύριον ανταμειβόμενος δι' αυτό, είτε δούλος είναι είτε ελεύθερος. Εφ. 6,9 Καὶ οἱ κύριοι τὰ αὐτὰ ποιεῖτε πρὸς αὐτούς, ἀνιέντες τὴν ἀπειλήν, εἰδότες ὅτι καὶ ὑμῶν αὐτῶν ὁ Κύριός ἐστιν ἐν οὐρανοῖς, καὶ προσωποληψία οὐκ ἔστι παρ᾿ αὐτῷ. Εφ. 6,9 Και οι κύριοι κατά τον αυτόν τρόπον να συμπεριφέρεσθε προς τους δούλους σας με καλωσύνην και με αγάπην, αφίνοντες κατά μέρος τας απειλάς και τας τιμωρίας. Να γνωρίζετε δε ότι και σεις οι ίδιοι έχετε ως εξουσιαστήν σας τον Κύριον, ο οποίος είναι στους ουρανούς και ο οποίος δεν μεροληπτεί χαριστικώς υπέρ κανενός, (αλλά θα αποδώση στον καθένα το πρέπον είτε δούλος είναι αυτός είτε ελεύθερος).

Η ΠΑΝΟΠΛΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

Εφ. 6,10 Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἐνδυναμοῦσθε ἐν Κυρίῳ καὶ ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Εφ. 6,10 Λοιπόν, αδελφοί μου, γίνεσθε ισχυροί και δυνατοί πνευματικώς δια του Κυρίου και δια της ακατανικήτου αυτού δυνάμεως. Εφ. 6,11 ἐνδύσασθε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου· Εφ. 6,11 Ενδυθήτε όλα τα όπλα του Θεού, δια να ημπορήτε να αντισταθήτε εις τας δολίας και πονηράς μεθόδους και παγίδας του διαβόλου. Εφ. 6,12 ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις. Εφ. 6,12 Διότι ο αγών, που έχομεν αναλάβει, δεν είναι αγών προς ανθρώπους με αίμα και σάρκα, αλλά προς τας πονηράς αρχάς και εξουσίας, προς τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, προς τους καταχθονίους κοσμοκράτορας, που κυριαρχούν επί ανθρώπων ευρισκομένων στο βαθύ σκότος του αμαρτωλού τούτου αιώνος. Ο αγών μας διεξάγεται εναντίον των πνευματικών αυτών πονηρών όντων και γίνεται χάριν της κληρονομίας της βασιλείας των ουρανών. Εφ. 6,13 διὰ τοῦτο ἀναλάβετε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῆτε ἀντιστῆναι ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ πονηρᾷ καὶ ἅπαντα κατεργασάμενοι στῆναι. Εφ. 6,13 Δια τούτο πάρετε επάνω σας όλα τα όπλα, που δίνει ο Θεός, δια να ημπορέσετε να αντισταθήτε κατά την ημέραν των πονηρών πειρασμών και κινδύνων, και αφού εκτελέσετε με κάθε ακρίβειαν όλα τα καθήκοντά σας και νικήσετε, να σταθήτε σταθερά εις την θέσιν σας. Εφ. 6,14 στῆτε οὖν περιζωσάμενοι τὴν ὀσφὺν ὑμῶν ἐν ἀληθείᾳ, καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν θώρακα τῆς δικαιοσύνης, Εφ. 6,14 Σταθήτε, λοιπόν, ακλόνητοι στον αγώνα αυτόν, αφού ζωσθήτε την αλήθειαν, ωσάν την ζώνην που σφίγγουν εις την μέσην των οι πολεμισταί, δια να είναι ευκίνητοι, και ενδυθήτε σαν άλλον θώρακα την δικαιοσύνην, δια να είσθε απρόσβλητοι από τα βέλη της αδικίας και της ιδιοτελείας. Εφ. 6,15 καὶ ὑποδησάμενοι τοὺς πόδας ἐν ἑτοιμασίᾳ τοῦ εὐαγγελίου τῆς εἰρήνης, Εφ. 6,15 Και όπως οι πολεμισταί φορούν εις τα πόδια των υποδήματα, δια να τρέχουν με ασφάλειαν και ευκολίαν, και σεις φορέσατε την ετοιμασίαν, που απαιτεί το Ευαγγέλιον της ειρήνης, δια να κινήσθε με άνεσιν και δραστηριότητα. Εφ. 6,16 ἐπὶ πᾶσιν ἀναλαβόντες τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, ἐν ᾧ δυνήσεσθε πάντα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι· Εφ. 6,16 Μαζή δε με όλα αυτά πάρετε επάνω σας και κρατείτε σταθεράν σαν άλλην ασπίδα την πίστιν, με την οποίαν θα ημπορέσετε να εξουδετερώσετε και σβήσετε όλους τους φλογοβόλους πειρασμούς του πονηρού, που ομοιάζουν με πύρινα βέλη. Εφ. 6,17 καὶ τὴν περικεφαλαίαν τοῦ σωτηρίου δέξασθε, καὶ τὴν μάχαιραν τοῦ Πνεύματος, ὅ ἐστι ῥῆμα Θεοῦ, - Εφ. 6,17 Και δεχθήτε σαν άλλην περικεφαλαίαν την πεποίθησιν της σωτηρίας (δια να ασφαλίζετε και προφυλάσσετε έτσι τον νουν σας από λογισμούς αμφιβολίας). Παρετε και την μάχαιραν του Αγίου Πνεύματος, η οποία είναι ο άδολος και φωτεινός λόγος του Θεού. Εφ. 6,18 διὰ πάσης προσευχῆς καὶ δεήσεως, προσευχόμενοι ἐν παντὶ καιρῷ ἐν Πνεύματι, καὶ εἰς αὐτὸ τοῦτο ἀγρυπνοῦντες ἐν πάσῃ προσκαρτερήσει καὶ δεήσει περὶ πάντων τῶν ἁγίων, Εφ. 6,18 Να παρακαλήτε δε με κάθε προσευχήν και δέησιν τον Κύριον να σας βοηθήση, δια να αξιοποιήσετε τον πνευματικόν αυτόν οπλισμόν, προσευχόμενοι εις κάθε καιρόν με τον φωτισμόν του Αγίου Πνεύματος. Να επιμένετε δε πολύ εις αυτό τούτο το έργον της προσευχής. Να είσθε άγρυπνοι με κάθε εγκαρτέρησιν και με δέησιν δι' όλους γενικώς τους χριστιανούς. Εφ. 6,19 καὶ ὑπὲρ ἐμοῦ, ἵνα μοι δοθῇ λόγος ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματός μου, ἐν παῤῥησίᾳ γνωρίσαι τὸ μυστήριον τοῦ εὐαγγελίου, Εφ. 6,19 Ιδιαιτέρως σας παρακαλώ να προσεύχεσθε και υπέρ εμού, να μου δοθή από τον Θεόν η ικανότης να ομιλώ με δύναμιν και κατάλληλον τρόπον, δια να κάμω γνωστήν, με θάρρος και αφοβίαν, την μέχρι προ ολίγου κρυμμένην από τους ανθρώπους αλήθειαν του Ευαγγελίου. Εφ. 6,20 ὑπὲρ οὗ πρεσβεύω ἐν ἁλύσει, ἵνα ἐν αὐτῷ παῤῥησιάσωμαι ὡς δεῖ με λαλῆσαι. Εφ. 6,20 Δια την αλήθειαν αυτήν του Ευαγγελίου είμαι πρεσβευτής του Θεού μεταξύ των ανθρώπων, αλυσοδεμένος όμως κατά την περίοδον αυτήν. Να προσεύχεσθε, λοιπόν, δια να ομιλήσω με θάρρος περί του Ευαγγελίου, όπως πρέπει να ομιλήσω.

ΤΕΛΙΚΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

Εφ. 6,21 Ἵνα δὲ εἰδῆτε καὶ ὑμεῖς τὰ κατ᾿ ἐμέ, τί πράσσω, πάντα ὑμῖν γνωρίσει Τυχικὸς ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς διάκονος ἐν Κυρίῳ, Εφ. 6,21 Δια να μάθετε δε και σεις τα κατ' εμέ, τι δηλαδή πράττω, μολονότι είμαι φυλακισμένος, θα σας επισκεφθή ο Τυχικός, ο αγαπητός αδελφός και πιστός διάκονος στο έργον του Κυρίου, ο οποίος και θα σας τα γνωστοποιήση όλα. Εφ. 6,22 ὃν ἔπεμψα πρὸς ὑμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο, ἵνα γνῶτε τὰ περὶ ἡμῶν καὶ παρακαλέσῃ τὰς καρδίας ὑμῶν. Εφ. 6,22 Δι' αυτό ακριβώς έστειλα αυτόν προς σας, δια να μάθετε από αυτόν τα καθ' ημάς και να παρηγορήση και στηρίξη τας καρδίας σας, που είναι θλιμμένες εξ αιτίας της φυλακίσεώς μου. Εφ. 6,23 Εἰρήνη τοῖς ἀδελφοῖς καὶ ἀγάπη μετὰ πίστεως ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εφ. 6,23 Από τον Θεόν και Πατέρα του Κυρίου Ιησού Χριστού ας είναι εις όλους τους αδελφούς ειρήνη και αγάπη μαζή με την πίστιν. Εφ. 6,24 Ἡ χάρις μετὰ πάντων τῶν ἀγαπώντων τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν ἀφθαρσίᾳ· ἀμήν. Εφ. 6,24 Η χάρις είθε να είναι μαζή με όλους εκείνους, που τρέφουν αγνήν και άφθαρτον αγάπην προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Αμήν.

Προς Φιλιππησίους

Προς Εφεσίους 1, 2, 2, 4

Την επιστολή προς Φιλιππησίους την έγραψε ο Παύλος από τη φυλακή, στη Ρώμη, γύρω στο 60-62 μ.Χ. ή το πιθανότερο στην Έφεσο, γύρω στο 55 μ.Χ… Οι Φίλιπποι είναι η πρώτη ευρωπαϊκή πόλη στην οποία διαδόθηκε το Ευαγγέλιο από τον Απόστολο Παύλο και τους συνεργάτες του και ιδρύθηκε εκεί η τοπική Εκκλησία γύρω στο έτος 50 μ.Χ., κατά τη δεύτερη περιοδεία του Παύλου.

Με την Εκκλησία των Φιλίππων ο Παύλος είχε ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις, όπως φαίνεται από την επιστολή που της απευθύνει και η οποία είναι η πιο προσωπική, συναισθηματική και τρυφερή επιστολή του.

Η προς Φιλιππησίους μπορεί να χαρακτηριστεί “επιστολή της χαράς”, γιατί το θέμα της χαράς και η συνεχής προτροπή του Αποστόλου προς τους Φιλιππησίους να χαίρουν, δεσπόζουν στην επιστολή, ενώ θα μπορούσε επίσης να χαρακτηριστεί και “επιστολή της ταπεινοφροσύνης”, γιατί και το θέμα αυτό κυριαρχεί, με αποκορύφωμα μάλιστα ένα θαυμάσιο και πυκνό σε νοήματα ύμνο προς το Χριστό, που ενώ ήταν Θεός, πήρε δούλου μορφή και ταπεινώθηκε μέχρι ακόμη και του σταυρικού θανάτου. Ο Παύλος αφήνει την καρδιά του να εκφραστεί με τον πιο αυθόρμητο και τρυφερό τόνο για να ευχαριστήσει τους Χριστιανούς των Φιλίππων που επανειλημμένα του έστειλαν βοηθήματα και άλλοτε και τώρα που είναι φυλακισμένος.

Οι σκέψεις και τα αισθήματα του Αποστόλου εκτίθενται χωρίς κάποιο αυστηρό διάγραμμα, όπως μιλώντας κανείς μ’ ένα φιλικό του πρόσωπο λέει αυθόρμητα όσα έχει να πει, χωρίς να τα κατατάσσει με τρόπο αυστηρά συστηματικό. Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι η επιστολή στερείται θεολογικού βάθους και ότι έχει μόνο πρακτικό προσανατολισμό. Η κένωση του Χριστού (2,6), η δικαιοσύνη «εκ πίστεως», η εσχατολογική ελπίδα, ο μετασχηματισμός του φθαρτού σώματος σε ένδοξο σώμα κ.ά. αποτελούν βασικά θέματα της επιστολής.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ 1

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

Φιλιπ. 1,1 Παῦλος καὶ Τιμόθεος, δοῦλοι Ἰησοῦ Χριστοῦ, πᾶσι τοῖς ἁγίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τοῖς οὖσιν ἐν Φιλίπποις σὺν ἐπισκόποις καὶ διακόνοις· Φιλιπ. 1,1 Ημείς, ο Παύλος και ο Τιμόθεος, δούλοι του Ιησού Χριστού, εις όλους τους εν Χριστώ Ιησού πιστούς χριστιανούς, που ευρίσκονται στους Φιλίππους μαζή με τους επισκόπους και τους διακόνους, Φιλιπ. 1,2 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Φιλιπ. 1,2 ευχόμεθα να είναι εις σας η χάρις και η ειρήνη από τον Θεόν και Πατέρα μας και από τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ, ΔΕΗΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ

Φιλιπ. 1,3 Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου ἐπὶ πάσῃ τῇ μνείᾳ ὑμῶν, Φιλιπ. 1,3 Ευχαριστίας αναπέμπω στον Θεόν μου κάθε φοράν, που σας ενθυμούμαι. Φιλιπ. 1,4 πάντοτε ἐν πάσῃ δεήσει μου ὑπὲρ πάντων ὑμῶν μετὰ χαρᾶς τὴν δέησιν ποιούμενος Φιλιπ. 1,4 Πάντοτε, εις κάθε μου δέησιν, με χαράν παρακαλώ και ικετεύω τον Θεόν δι' όλους σας, να προοδεύετε εις την κατά Χριστόν πίστιν και ζωήν. Φιλιπ. 1,5 ἐπὶ τῇ κοινωνίᾳ ὑμῶν εἰς τὸ εὐαγγέλιον ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἄχρι τοῦ νῦν, Φιλιπ. 1,5 Ευχαριστώ τον Θεόν δια την συμμετοχήν σας εις την χάριν του Ευαγγελίου και στο έργον της διαδόσεώς του από την πρώτην ημέραν, που επιστεύσατε μέχρι σήμερον. Φιλιπ. 1,6 πεποιθὼς αὐτὸ τοῦτο, ὅτι ὁ ἐναρξάμενος ἐν ὑμῖν ἔργον ἀγαθὸν ἐπιτελέσει ἄχρις ἡμέρας Ἰησοῦ Χριστοῦ, Φιλιπ. 1,6 Είμαι δε βέβαιος στούτο ακριβώς, ότι δηλαδή ο Θεός, που ήρχισεν εις σας το αγαθόν αυτό έργον της σωτηρίας σας και της συμμετοχής σας εις την νέαν ζωήν του Ευαγγελίου, θα το φέρη εις άρτιον και τέλειον πέρας μέχρι της μεγάλης εκείνης ημέρας, της δευτέρας παρουσίας του Ιησού Χριστού. Φιλιπ. 1,7 καθώς ἐστι δίκαιον ἐμοὶ τοῦτο φρονεῖν ὑπὲρ πάντων ὑμῶν διὰ τὸ ἔχειν με ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμᾶς, ἔν τε τοῖς δεσμοῖς μου καὶ ἐν τῇ ἀπολογίᾳ καὶ βεβαιώσει τοῦ εὐαγγελίου συγκοινωνούς μου τῆς χάριτος πάντας ὑμᾶς ὄντας. Φιλιπ. 1,7 Και είναι δι' εμέ ορθόν και δίκαιον να έχω αυτό το καλόν φρόνημα δι' όλους σας, επειδή τρέφω προς σας πολλήν αγάπην και σας έχω μέσα εις την καρδία μου. Διότι σεις και εις τα δεσμά της φυλακής μου και εις την απολογίαν μου ενώπιον των δικαστών και εις την επιβεβαίωσιν του ευαγγελικού μου κηρύγματος με τον βίον μου γενικώς και ειδικώτερον με την υπομονήν εις τας σημερινάς θλίψεις μου, είσθε όλοι συμμέτοχοι μαζή μου στο Ευαγγέλιον και εις την χάριν του Θεού, που με ενισχύει. Φιλιπ. 1,8 μάρτυς γάρ μού ἐστιν ὁ Θεός, ὡς ἐπιποθῶ πάντας ὑμᾶς ἐν σπλάγχνοις Ἰησοῦ Χριστοῦ. Φιλιπ. 1,8 Διότι είναι μάρτυς μου ο Θεός, πόσον πολύ σας ποθώ και σας αγαπώ με την καρδίαν μου, η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στον Χριστόν. Φιλιπ. 1,9 καὶ τοῦτο προσεύχομαι, ἵνα ἡ ἀγάπη ὑμῶν ἔτι μᾶλλον καὶ μᾶλλον περισσεύῃ ἐν ἐπιγνώσει καὶ πάσῃ αἰσθήσει, Φιλιπ. 1,9 Ακόμη δε προσεύχομαι και δια τούτο· η αγάπη σας προς τον Θεόν και μεταξύ σας να αυξάνη και να πλεονάζη με πλήρη και καθαράν γνώσιν της αληθείας, με κατανόησιν και σύνεσιν, Φιλιπ. 1,10 εἰς τὸ δοκιμάζειν ὑμᾶς τὰ διαφέροντα, ἵνα ἦτε εἰλικρινεῖς καὶ ἀπρόσκοποι εἰς ἡμέραν Χριστοῦ, Φιλιπ. 1,10 ώστε να ερευνάτε και να διακρίνετε ορθώς τα συμφέροντα και τα άριστα, δια να είσθε γνήσιοι και ακέραιοι ενώπιον του Θεού, χωρίς ούτε οι ίδιοι να προσκόπτετε ούτε στους άλλους να παραθέτετε πρόσκομμα, αθώοι και άμεμπτοι κατά την μεγάλην ημέραν της παρουσίας του Χριστού. Φιλιπ. 1,11 πεπληρωμένοι καρπῶν δικαιοσύνης τῶν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς δόξαν καὶ ἔπαινον Θεοῦ. Φιλιπ. 1,11 Γεμάτοι από τους καρπούς της αρετής, οι οποίοι επιτυγχάνονται με την χάριν και την δύναμιν του Ιησού Χριστού προς δόξαν και έπαινον του Θεού.

Η ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΦΥΛΑΚΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Φιλιπ. 1,12 Γινώσκειν δὲ ὑμᾶς βούλομαι, ἀδελφοί, ὅτι τὰ κατ᾿ ἐμὲ μᾶλλον εἰς προκοπὴν τοῦ εὐαγγελίου ἐλήλυθεν, Φιλιπ. 1,12 Θέλω δε, αδελφοί μου, να γνωρίζετε, ότι τα κατ' εμέ (και αυτά τα πολλά και δυσάρεστα που μου συνέβησαν) εβοήθησαν μάλλον και συνετέλεσαν εις την επέκτασιν του Ευαγγελικού κηρύγματος, Φιλιπ. 1,13 ὥστε τοὺς δεσμούς μου φανεροὺς ἐν Χριστῷ γενέσθαι ἐν ὅλῳ τῷ πραιτωρίῳ καὶ τοῖς λοιποῖς πᾶσι, Φιλιπ. 1,13 διότι η φυλακή και τα δεσμά, που υπομένω εξ αιτίας της πίστεώς μου προς τον Χριστόν, έγιναν γνωστά και φανερά εις όλην την φρουράν του Πραιτωρίου και στους άλλους κατοίκους της Ρώμης. Φιλιπ. 1,14 καὶ τοὺς πλείονας τῶν ἀδελφῶν ἐν Κυρίῳ πεποιθότας τοῖς δεσμοῖς μου περισσοτέρως τολμᾶν ἀφόβως τὸν λόγον λαλεῖν. Φιλιπ. 1,14 Και έτσι οι πλείστοι από τους εν Κυρίω αδελφούς ενισχύθησαν εις την πίστιν και απέκτησαν θάρρος από τα δεσμά και την φυλακήν μου, ώστε να έχουν τώρα μεγαλυτέραν τόλμην, δια να κηρύττουν χωρίς φόβον τον λόγον του Ευαγγελίου. Φιλιπ. 1,15 τινὲς μὲν καὶ διὰ φθόνον καὶ ἔριν, τινὲς δὲ καὶ δι᾿ εὐδοκίαν τὸν Χριστὸν κηρύσσουσιν· Φιλιπ. 1,15 Και μερικοί μεν κηρύττουν τον Χριστόν ένεκα φθόνου προς εμέ (δημιουργούντες αντιθέσεις και φιλονεικίας με τον σκοπόν να με βλάψουν) Μερικοί όμως κηρύττουν τον Χριστόν από αγαθήν διάθεσιν και καρδίαν. Φιλιπ. 1,16 οἱ μὲν ἐξ ἐριθείας τὸν Χριστὸν καταγγέλλουσιν, οὐχ ἁγνῶς, οἰόμενοι θλῖψιν ἐπιφέρειν τοῖς δεσμοῖς μου· Φιλιπ. 1,16 Άλλοι, μεν, λοιπόν, από φατριασμόν και ιδιοτέλειαν κηρύττουν τον Χριστόν, όχι από αγνά και ειλικρινή ελατήρια, αλλά διότι νομίζουν ότι έτσι θα προσθέσουν μεγαλυτέραν θλίψιν εις την φυλάκισίν μου. Φιλιπ. 1,17 οἱ δὲ ἐξ ἀγάπης, εἰδότες ὅτι εἰς ἀπολογίαν τοῦ εὐαγγελίου κεῖμαι. Φιλιπ. 1,17 Άλλοι δε κηρύττουν από αγάπην, γνωρίζοντες ότι εγώ ζω και υπάρχω δια να απολογούμαι, να υπερασπίζω και να διαδίδω το Ευαγγέλιον. Φιλιπ. 1,18 τί γάρ; πλὴν παντὶ τρόπῳ, εἴτε προφάσει εἴτε ἀληθείᾳ, Χριστὸς καταγγέλλεται. καὶ ἐν τούτῳ χαίρω, ἀλλὰ καὶ χαρήσομαι· Φιλιπ. 1,18 Αλλά τι πειράζει; Εν πάση περιπτώσει, είτε με πρόφασιν είτε με ειλικρινή διάθεσιν, ο Χριστός κηρύττεται εις την Ρώμην. Και δι' αυτό ακριβώς το γεγονός χαίρω, αλλά και θα χαίρω. Φιλιπ. 1,19 οἶδα γὰρ ὅτι τοῦτό μοι ἀποβήσεται εἰς σωτηρίαν διὰ τῆς ὑμῶν δεήσεως καὶ ἐπιχορηγίας τοῦ Πνεύματος Ἰησοῦ Χριστοῦ, Φιλιπ. 1,19 Διότι γνωρίζω καλά ότι τούτο, το να αυξάνωνται αι θλίψεις μου και να διαδίδεται εξ αιτίας μου το Ευαγγέλιον, θα μου αποβή εις πνευματικήν ωφέλειαν και σωτηρίαν δια της προσευχής σας, δια της χάριτος και των δωρεών του Αγίου Πνεύματος, το οποίον ο Χριστός μας δίδει. Φιλιπ. 1,20 κατὰ τὴν ἀποκαραδοκίαν καὶ ἐλπίδα μου ὅτι ἐν οὐδενὶ αἰσχυνθήσομαι, ἀλλ᾿ ἐν πάσῃ παῤῥησίᾳ, ὡς πάντοτε, καὶ νῦν μεγαλυνθήσεται Χριστὸς ἐν τῷ σώματί μου εἴτε διὰ ζωῆς εἴτε διὰ θανάτου. Φιλιπ. 1,20 Η πρόοδός μου δε αυτή και η αιωνία σωτηρία μου είναι σύμφωνος προς την σφοδράν και φλογεράν προσδοκίαν, την προσμονήν και ελπίδα μου, ότι εις τίποτε δεν θα εντροπιασθώ, αλλά, όπως πάντοτε, έτσι και τώρα, με κάθε παρρησίαν και αφοβίαν θα δοξασθή ο Χριστός δια του φυλακισμένου και θλιβομένου αυτού σώματός μου είτε ζήσω είτε θανατωθώ. Φιλιπ. 1,21 Ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος. Φιλιπ. 1,21 Άλλωστε δι' εμέ όλη μου η ζωή είναι ο Χριστός, αφού ζω εν Χριστώ και ο Χριστός ζη εν εμοί. Αλλά και το να αποθάνω είναι κέρδος, διότι θα εκδημήσω έτσι προς τον ουρανόν εις πλήρη και τελείαν κοινωνίαν και ένωσιν με τον Χριστόν. Φιλιπ. 1,22 εἰ δὲ τὸ ζῆν ἐν σαρκί, τοῦτό μοι καρπὸς ἔργου, καὶ τί αἱρήσομαι οὐ γνωρίζω. Φιλιπ. 1,22 Εάν όμως, το να ζω την σωματικήν αυτήν ζωήν και να συνεχίσω εργαζόμενος δια το Ευαγγέλιον, φέρη πνευματικόν καρπόν στους πιστούς και προάγη το έργον του Ευαγγελίου, τι να προτιμήσω δεν γνωρίζω. Φιλιπ. 1,23 συνέχομαι δὲ ἐκ τῶν δύο, τὴν ἐπιθυμίαν ἔχων εἰς τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι· πολλῷ γὰρ μᾶλλον κρεῖσσον· Φιλιπ. 1,23 Κυριαρχούμαι δε και πιέζομαι από τα δύο, και από την επιθυμίαν της ζωής και από την επιθυμίαν του θανάτου. Υπερισχύει δε μέσα μου η επιθυμία να εκδημήσω από την ζωήν αυτήν και να είμαι μαζή με τον Χριστό, διότι αυτό άλλωστε είναι ασυγκρίτως καλύτερον δι' εμέ. Φιλιπ. 1,24 τὸ δὲ ἐπιμένειν ἐν τῇ σαρκὶ ἀναγκαιότερον δι᾿ ὑμᾶς. Φιλιπ. 1,24 Το να παραμείνω όμως με το σώμα μου εις την παρούσαν ζωήν είναι αναγκαιότερον δια σας, επειδή θα εξυπηρετή την πνευματικήν σας ωφέλειαν. Φιλιπ. 1,25 καὶ τοῦτο πεποιθώς οἶδα ὅτι μενῶ καὶ συμπαραμενῶ πᾶσιν ὑμῖν εἰς τὴν ὑμῶν προκοπὴν καὶ χαρὰν τῆς πίστεως, Φιλιπ. 1,25 Έχων δε πεποίθησιν στο τελευταίον τούτο, γνωρίζω ότι θα μείνω ακόμη εις την παρούσαν ζωήν και θα παραμείνω μαζή με όλους σας, δια την πνευματικήν σας πρόοδον και την χαράν, που σας δίδει η ζωντανή πίστις. Φιλιπ. 1,26 ἵνα τὸ καύχημα ὑμῶν περισσεύῃ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐν ἐμοὶ διὰ τῆς ἐμῆς παρουσίας πάλιν πρὸς ὑμᾶς. Φιλιπ. 1,26 Και θα μείνω μαζή σας, δια να αυξάνη και πλεονάζη το ιερόν καύχημα σας εν τω Ιησού Χριστώ εξ αιτίας της ιδικής μου πάλιν παρουσίας και εργασίας εις σας.

ΖΩΗ ΑΝΤΑΞΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Φιλιπ. 1,27 Μόνον ἀξίως τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πολιτεύεσθε, ἵνα εἴτε ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ὑμᾶς εἴτε ἀπὼν ἀκούσω τὰ περὶ ὑμῶν, ὅτι στήκετε ἐν ἑνὶ πνεύματι, μιᾷ ψυχῇ συναθλοῦντες τῇ πίστει τοῦ εὐαγγελίου, Φιλιπ. 1,27 Μόνον σας παρακαλώ να πορεύεσθε και να φέρεσθε κατά τρόπον άξιον του Ευαγγελίου του Χριστού, ώστε είτε όταν έλθω και σας ίδω, είτε όταν δεν κατορθώσω να έλθω και είμαι απών, ακούσω όμως πληροφορίας δια σας, να βεβαιωθώ ότι στέκεσθε και μένετε σταθεροί στον πνευματικόν αγώνα, συναγωνιζόμενοι δια την πίστιν του Ευαγγελίου όλοι μαζή με ένα φρόνημα και με μία ψυχήν, Φιλιπ. 1,28 καὶ μὴ πτυρόμενοι ἐν μηδενὶ ὑπὸ τῶν ἀντικειμένων, ἥτις αὐτοῖς μέν ἐστιν ἔνδειξις ἀπωλείας, ὑμῖν δὲ σωτηρίας, καὶ τοῦτο ἀπὸ Θεοῦ· Φιλιπ. 1,28 χωρίς καθόλου να φοβήσθε και να ταράττεσθε εις τίποτε από τους αντιπάλους του Χριστού. Αυτή δε η απτόητος και γενναία συμπεριφορά σας είναι δι' αυτούς μεν απόδειξις, ότι θα καταλήξουν εις την αιωνίαν απώλειαν, αμετανόητοι εις την αποστασίαν των, δια σας δε είναι απόδειξις αιωνίας σωτηρίας. Και τούτο, το διώκεσθε από τους εχθρούς του Ευαγγελίου και το να κερδίσετε την σωτηρίαν, είναι δώρον Θεού. Φιλιπ. 1,29 ὅτι ὑμῖν ἐχαρίσθη τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ, οὐ μόνον τὸ εἰς αὐτὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν, - Φιλιπ. 1,29 Διότι εις σας έχει δοθή ως χάρισμα και δώρον από τον Θεόν, όχι μόνον το να πιστεύετε στον Χριστόν, αλλά και να πάσχετε δια το όνομα του Χριστού. Φιλιπ. 1,30 τὸν αὐτὸν ἀγῶνα ἔχοντες, οἷον εἴδετε ἐν ἐμοὶ καὶ νῦν ἀκούετε ἐν ἐμοί. Φιλιπ. 1,30 Έτσι δε έχετε και τον ίδιον με εμέ αγώνα, τον οποίον με είδατε να διεξάγω, όταν ευρισκόμην στους Φιλίππους, όπου εδάρην και εφυλακίσθην, και τον οποίον τώρα ακούετε, ότι έχω επίσης εις την Ρώμην.

ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ 2

ΠΡΟΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Φιλιπ. 2,1 Εἴ τις οὖν παράκλησις ἐν Χριστῷ, εἴ τι παραμύθιον ἀγάπης, εἴ τις κοινωνία Πνεύματος, εἴ τις σπλάγχνα καὶ οἰκτιρμοί, Φιλιπ. 2,1 Εαν, λοιπόν, ω Φιλιππήσιοι, θέλετε να με παρηγορήσετε τώρα, που ευρίσκομαι φυλακισμένος και δέσμιος, εάν επιθυμήτε με την αγάπην σας να με παραμυθήσετε εις την θλίψιν μου, εάν μετέχετε στο αυτό Άγιον Πνεύμα, που μετέχω και εγώ, εάν έχετε σπλάγχνα καλωσύνης και οικτιρμούς και με συμπονήτε δι' όσα τώρα πάσχω, Φιλιπ. 2,2 πληρώσατέ μου τὴν χαράν, ἵνα τὸ αὐτὸ φρονῆτε, τὴν αὐτὴν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τὸ ἓν φρονοῦντες, Φιλιπ. 2,2 κάμετε πλήρη και τελείαν την χαράν μου. Και θα ολοκληρωθή πράγματι η χαρά μου, εάν φροντίζετε και αγωνίζεσθε να καλιεργήτε και κρατήτε όλοι το αυτό φρόνημα, έχοντες την ιδίαν αγάπην μεταξύ σας, εάν γίνεσθε σαν μια ψυχή και μια καρδία, όλοι με ένα και το αυτό αληθινόν φρόνημα, Φιλιπ. 2,3 μηδὲν κατὰ ἐριθείαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν. Φιλιπ. 2,3 χωρίς τίποτε να πράττετε από φατριασμόν και ιδιοτέλειαν ή από κενοδοξίαν, αλλά δια της ταπεινοφροσύνης να θεωρή ο ένας τον άλλον ανώτερον από τον ευατόν του και να τον τιμά και να τον σέβεται. Φιλιπ. 2,4 μὴ τὰ ἑαυτῶν ἕκαστος σκοπεῖτε, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑτέρων ἕκαστος. Φιλιπ. 2,4 Μη κυττάζετε κατά ένα τρόπον στενόκαρδον και μη επιδιώκετε ο καθένας τα ατομικά του συμφέροντα, αλλ' α επιζητή και ας εξυπηρετή και τα συμφέροντα των άλλων. Φιλιπ. 2,5 τοῦτο γὰρ φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, Φιλιπ. 2,5 Διότι πρέπει στούτον να μιμηθήτε τον Κύριον· να καλλιεργήσετε δηλαδή το φρόνημα της ταπεινοφροσύνης απέναντι των άλλων και της αγάπης προς τους άλλους, το οποίον υπήρχε και στον Ιησούν Χριστόν. Φιλιπ. 2,6 ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, Φιλιπ. 2,6 Ο Χριστός δηλαδή καίτοι είχε την αυτήν ουσίαν και τα αυτά άπειρα ιδιώματα με τον Θεόν και ως ζωντανή, αυτουσία και απαράλλακτος εικών του Θεού υπήρχε εν μορφή Θεού, δεν εθεώρησε, ότι έχει εξ αρπαγής το να είναι ίσος με τον Θεόν. (Δι' αυτό δε και δεν εφοβήθη να αποθέση κατά συγκατάβασιν και οικονομίαν δι' ημάς την δόξαν της θεότητός του), Φιλιπ. 2,7 ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, Φιλιπ. 2,7 αλλά άδειασε, τρόπον τινά, τον εαυτόν του και εμίκρυνε μόνος του την άπειρον δόξαν της θεότητός του προσκαίρως και έλαβε μορφήν δούλου, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους. Φιλιπ. 2,8 καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Φιλιπ. 2,8 Και ευρέθη έτσι κατά το σχήμα και την εμφάνισιν σαν απλούς άνθρωπος, ενώ δεν έπαυσε ούτε επί στιγμήν να είναι και τέλειος Θεός, και εταπείνωσε τον ευατόν του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου και μάλιστα θανάτου σταυρικού, του πλέον φρικτού και ταπεινωτικού. Φιλιπ. 2,9 διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, Φιλιπ. 2,9 Δι' αυτήν του δε την ταπείνωσιν και υπακοήν τον ύψωσε και τον εδόξασε με το παραπάνω ο Θεός και ως άνθρωπον και του εχάρισε το όνομα Κύριος, που είναι ανώτερον από κάθε άλλο όνομα του ουρανού και της γης. Φιλιπ. 2,10 ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, Φιλιπ. 2,10 Και τον υπερύψωσε, δια να καμφθή στο όνομα του Ιησού κάθε γόνατον με ευλάβειαν και σεβασμόν και να προσκυνήσουν τον Ιησούν οι επουράνιοι άγγελοι και οι επίγειοι άνθρωποι και αυτά ακόμη τα πονηρά πνεύματα, που είναι εις τα καταχθόνια, να υποταχθούν με φόβον και τρόμον ενώπιον της θείας του δυνάμεως και δόξης. Φιλιπ. 2,11 καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός. Φιλιπ. 2,11 Και έτσι κάθε γλώσσα να διαλαλήση με όλην της την δύναμιν, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Κύριος του ουρανού και της γης· και η διακήρυξις αυτή θα γίνεται εις δόξαν του Θεού και Πατρός (ο οποίος έτσι εσχεδίασε την σωτηρίαν των ανθρώπων και την δόξαν του ενανθρωπήσαντος Υιού του).

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΦΩΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Φιλιπ. 2,12 Ὥστε, ἀγαπητοί μου, καθὼς πάντοτε ὑπηκούσατε, μὴ ὡς ἐν τῇ παρουσίᾳ μου μόνον, ἀλλὰ νῦν πολλῷ μᾶλλον ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου, μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε· Φιλιπ. 2,12 Ώστε, αγαπητοί μου, όπως και προηγουμένως πάντοτε υπηκούσατε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου και εμιμήθητε την ταπείνωσιν και την αγάπην του Χριστού, έτσι και τώρα, όχι μόνον όταν είμαι παρών, αλλά πολύ περισσότερον τώρα που είμαι απών, με φόβον και τρόμον να εργάζεσθε και να αγωνίζεσθε, δια να ολοκληρώσετε την σωτηρίαν σας. Φιλιπ. 2,13 ὁ Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας. Φιλιπ. 2,13 Είναι ιερώτατον και μέγιστον το έργον αυτό, διότι ο Θεός είναι εκείνος ο οποίος ενεργεί εις σας και δίδει την χάριν του, ώστε να θέλετε την σωτηρίαν σας και να ενεργήτε με προθυμίαν, δια να πραγματοποιηθή η αγαθή του θέλησις δια την ιδικήν σας σωτηρίαν. Φιλιπ. 2,14 πάντα ποιεῖτε χωρὶς γογγυσμῶν καὶ διαλογισμῶν, Φιλιπ. 2,14 Όλα όσα ο Θεός διατάσσει πρέπει να τα εφαρμόζετε χωρίς να γογγύζετε, ότι τάχα είναι δύσκολα και πολλά, και χωρίς να γεννώνται μέσα σας διαλογισμοί αμφιβολίας και κλονισμοί, αν είναι ορθά και απαραίτητα, όσα το θείον θέλημα επιβάλλει. Φιλιπ. 2,15 ἵνα γένησθε ἄμεμπτοι καὶ ἀκέραιοι, τέκνα Θεοῦ ἀμώμητα ἐν μέσῳ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ διεστραμμένης, ἐν οἷς φαίνεσθε ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ, Φιλιπ. 2,15 Δια να γίνετε έτσι άμεμπτοι και ακατηγόρητοι εις την συμπεριφοράν σας, άδολοι, καθαροί και άρτιοι κατά τον χαρακτήρα και την ψυχήν, άξια τέκνα του Θεού, απηλλαγμένα από κάθε ηθικόν ρύπον μέσα εις μίαν γενεάν ανθρώπων δολίων και διεστραμμένων, μεταξύ των οποίων σεις φαίνεσθε σαν φωτεινά αστέρια στον κόσμον. Φιλιπ. 2,16 λόγον ζωῆς ἐπέχοντες, εἰς καύχημα ἐμοὶ εἰς ἡμέραν Χριστοῦ, ὅτι οὐκ εἰς κενὸν ἔδραμον οὐδὲ εἰς κενὸν ἐκοπίασα. Φιλιπ. 2,16 Κρατείτε, λοιπόν, σταθερά, χωρίς αμφιβολίας και χαλαρότητας, τον λόγον του Ευαγγελίου, που είναι ζωή και μεταδίδει ζωήν. Αυτό δε θα είναι και δι' εμέ καύχημα κατά την μεγάλην ημέραν της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, διότι θα φανή έτσι, ότι δεν έτρεξα ανωφελώς ούτε και εκοπίασα χωρίς αποτέλεσμα. Φιλιπ. 2,17 Ἀλλ᾿ εἰ καὶ σπένδομαι ἐπὶ τῇ θυσίᾳ καὶ λειτουργίᾳ τῆς πίστεως ὑμῶν, χαίρω καὶ συγχαίρω πᾶσιν ὑμῖν· Φιλιπ. 2,17 Αλλά και αν ακόμη χύνω σαν σπονδήν σταγόνα προς σταγόνα το αίμα μου εις την θυσίαν μου, την οποίαν ως ιεράν λειτουργίαν προσφέρω προς τον Θεόν, δια να διακονήσω εις την ιδικήν σας πίστιν, (και αν υφίσταμαι βαρυτάτας θλίψεις προς χάριν σας μέχρι και του θανάτου) χαίρω δι' αυτό και χαίρω μαζή με όλους σας δια τα σωτήρια αποτελέσματα, που θα φέρη εις σας αυτή η σπονδή μου. Φιλιπ. 2,18 τὸ δ᾿ αὐτὸ καὶ ὑμεῖς χαίρετε καὶ συγχαίρετέ μοι. Φιλιπ. 2,18 Το ίδιο να αισθάνεσθε και σεις, να μη λυπήσθε, αλλά να χαίρετε δια την σωτηρίαν σας, να χαίρετε δε ακόμη μαζή μου δια τας θυσίας μου.

Ο ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΠΑΦΡΟΔΙΤΟΣ

Φιλιπ. 2,19 Ἐλπίζω δὲ ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ Τιμόθεον ταχέως πέμψαι ὑμῖν, ἵνα κἀγὼ εὐψυχῶ γνοὺς τὰ περὶ ὑμῶν· Φιλιπ. 2,19 Έχων όμως πεποίθησιν στον Κύριον ελπίζω, ότι σύντομα θα στείλω εις σας τον Τιμόθεον, δια να χαρώ και εγώ και ευφρανθώ, όταν με την επιστροφήν του μου δώση καλάς πληροφορίας δια σας. Φιλιπ. 2,20 οὐδένα γὰρ ἔχω ἰσόψυχον, ὅστις γνησίως τὰ περὶ ὑμῶν μεριμνήσει· Φιλιπ. 2,20 Σας στέλλω δε τον Τιμόθεον, διότι δεν έχω κανένα άλλον, που να έχη την αυτήν με έμενα αγάπην, το αυτό ενδιαφέρον και τα αυτά φρονήματα, ο οποίος θα φροντίση ειλικρινώς και ανιδιοτελώς δια τα ζητήματά σας. Φιλιπ. 2,21 οἱ πάντες γὰρ τὰ ἑαυτῶν ζητοῦσιν, οὐ τὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ. Φιλιπ. 2,21 Διότι όλοι κατά την εποχήν αυτήν ζητούν και επιδιώκουν με ιδιοτέλειαν τα συμφέροντά των, τας ανέσεις και αναπαύσεις των και όχι αυτά που θέλει ο Χριστός. Φιλιπ. 2,22 τὴν δὲ δοκιμὴν αὐτοῦ γινώσκετε, ὅτι ὡς πατρὶ τέκνον σὺν ἐμοὶ ἐδούλευσεν εἰς τὸ εὐαγγέλιον. Φιλιπ. 2,22 Την δοκιμασμένην άλλωστε ειλικρίνειαν και αφοσίωσιν στο έργον του Χριστού και αρετήν του την γνωρίζετε, διότι μέχρι σήμερον έχει συνεργασθή μαζή μου στο έργον του Ευαγγελίου με τέτοιαν προθυμίαν και υπακοήν, σαν το αγαπητό παιδί με το στοργικό πατέρα του. Φιλιπ. 2,23 τοῦτον μὲν οὖν ἐλπίζω πέμψαι ὡς ἂν ἀπίδω τὰ περὶ ἐμὲ ἐξαυτῆς· Φιλιπ. 2,23 Αυτόν, λοιπόν, ελπίζω να στείλω εις σας, αμέσως μόλις ίδω την καλήν έκβασιν της δίκης μου. Φιλιπ. 2,24 πέποιθα δὲ ἐν Κυρίῳ ὅτι καὶ αὐτὸς ταχέως ἐλεύσομαι. Φιλιπ. 2,24 Έχω δε την πεποίθησιν, που μου την δίδει ο Κύριος, ότι και εγώ ο ίδιος γρήγορα θα έλθω στους Φιλίππους. Φιλιπ. 2,25 Ἀναγκαῖον δὲ ἡγησάμην Ἐπαφρόδιτον τὸν ἀδελφὸν καὶ συνεργὸν καὶ συστρατιώτην μου, ὑμῶν δὲ ἀπόστολον καὶ λειτουργὸν τῆς χρείας μου, πέμψαι πρὸς ὑμᾶς, Φιλιπ. 2,25 Έκρινα δε απαραίτητον να σας στείλω τώρα προ του Τιμοθέου τον Επαφρόδιτον, τον αδελφόν μου εν Χριστώ και τον συνεργάτην μου στο Ευαγγέλιον και τον συστρατιώτην μου στους αγώνας μου. Αυτός άλωστε είναι και ιδικός σας απεσταλμένος προς εμέ, που μου προσέφερε τας υπηρεσίας του εις την ανάγκην που είχα, φέρνοντάς μου συγχρόνως και την ιδικήν σας χρηματικήν συνδρομήν. Φιλιπ. 2,26 ἐπειδὴ ἐπιποθῶν ἦν πάντας ὑμᾶς, καὶ ἀδημονῶν διότι ἠκούσατε ὅτι ἠσθένησε. Φιλιπ. 2,26 Απεφάσισα δε να τον στείλω, επειδή πάρα πολύ εποθούσε ίδη όλους σας και ευρίσκετο εις στενοχωρίαν και ανησυχίαν, επειδή επληροφορηθήκατε ότι ησθένησε και εδικιμάσατε δι' αυτό λύπην. Φιλιπ. 2,27 καὶ γὰρ ἠσθένησε παραπλήσιον θανάτου· ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς αὐτὸν ἠλέησεν, οὐκ αὐτὸν δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐμέ, ἵνα μὴ λύπην ἐπὶ λύπην σχῶ. Φιλιπ. 2,27 Και πραγματικά ησθένησε πολύ βαρειά, ώστε επλησίασε και αυτόν τον θάνατον, αλλ' ο Θεός τον ελέησε και του ξαναέδωσε την υγείαν του. Και δεν ηλέησε μόνον αυτόν, αλλά και εμέ, δια να μη δοκιμάσω από τον θάνατον του λύπην επάνω εις την άλλην λύπην, που δοκιμάζω από την φυλάκισιν και τα δεσμά. Φιλιπ. 2,28 σπουδαιοτέρως οὖν ἔπεμψα αὐτόν, ἵνα ἰδόντες αὐτὸν πάλιν χαρῆτε, κἀγὼ ἀλυπότερος ὦ. Φιλιπ. 2,28 Δι' αυτό και έσπευσα το συντομώτερον να τον στείλω προς σας, ώστε να τον ίδετε πάλιν μεταξύ σας υγιή και να χαρήτε· να μετριασθή δε έτσι και η ιδική μου λύπη, διότι θα σκέπτωμαι, ότι επαύσατε σεις να λυπήσθε δια τον Επαφρόδιτον. Φιλιπ. 2,29 προσδέχεσθε οὖν αὐτὸν ἐν Κυρίῳ μετὰ πάσης χαρᾶς, καὶ τοὺς τοιούτους ἐντίμους ἔχετε, Φιλιπ. 2,29 Δεχθήτε τον, λοιπόν, με θερμήν αγάπην, όπως ο Κύριος θέλει, και με κάθε χαράν. Γενικώς δε τέτοιους εναρέτους ανθρώπους και προθύμους εργάτας του Ευαγγελίου να τους τιμάτε πάντοτε. Φιλιπ. 2,30 ὅτι διὰ τὸ ἔργον τοῦ Χριστοῦ μέχρι θανάτου ἤγγισε, παραβουλευσάμενος τῇ ψυχῇ, ἵνα ἀναπληρώσῃ τὸ ὑμῶν ὑστέρημα τῆς πρός με λειτουργίας. Φιλιπ. 2,30 Και ο Επαφρόδιτος είναι άξιος τέτοιας τιμής, διότι δια το έργον του Χριστού έφθασε εις τα πρόθυρα του θανάτου, καταφρονήσας και αυτήν την ζωήν του και εκτεθείς στον έσχατον κίνδυνον, δια να αναπληρώση ότι σεις, παρά την καλήν σας διάθεσιν, δεν ημπορούσατε να κάμετε· να με υπηρετήση δηλαδή σαν αντιπρόσωπος σας εις την Ρώμην.

ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ 3

Η ΕΠΙΔΙΩΞΗ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑΣ

Φιλιπ. 3,1 Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί μου, χαίρετε ἐν Κυρίῳ. τὰ αὐτὰ γράφειν ὑμῖν ἐμοὶ μὲν οὐκ ὀκνηρόν, ὑμῖν δὲ ἀσφαλές. Φιλιπ. 3,1 Λοιπόν, αδελφοί, επειδή τώρα έχετε μαζή σας τον Επαφρόδιτον, εμάθετε δε ότι και τα κατ' εμέ συντελούν εις την διάδοσιν του Ευαγγελίου εδώ εις την Ρώμην, χαίρετε με την αληθινήν και πλήρη χαράν, που δίδει ο Κύριος. Το να σας απευθύνω πάλιν γραπτήν αυτήν την προτροπήν της χαράς, όπως σας την είπα και προφορικώς, όταν ήμην μαζή σας, δι' εμέ μεν δεν είναι ενοχλητικόν, δια σας δε είναι ασφαλές, διότι σας στηρίζει εις την ορθήν πίστιν και ζωήν. Φιλιπ. 3,2 Βλέπετε τοὺς κύνας, βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας, βλέπετε τὴν κατατομήν· Φιλιπ. 3,2 Προσέχετε τους ψευδοδιδασκάλους, οι οποίοι είναι σαν αδέσποτοι και ύπουλοι σκύλοι· προσέχετε τους κακούς εργάτας, οι οποίοι κάμνουν ψεύτικη εργασία η και κρημνίζουν την εργασίαν των άλλων· και αυτοί είναι οι ψευδάδελφοι Ιουδαίοι, που νοθεύουν την ευαγγελικήν αλήθειαν με την περιτομήν, και τας άλλας τυπικάς διατάξεις του Νόμου· προσέχετε αυτούς, οι οποίοι προσπαθούν να κατακομματιάσουν την Εκκλησίαν. Φιλιπ. 3,3 ἡμεῖς γάρ ἐσμεν ἡ περιτομή, οἱ Πνεύματι Θεοῦ λατρεύοντες καὶ καυχώμενοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καὶ οὐκ ἐν σαρκὶ πεποιθότες, Φιλιπ. 3,3 Διότι όχι αυτοί, αλλ' ημείς είμεθα η αληθινή πνευματική περιτομή, οι οποίοι, φωτιζόμενοι και θερμαινόμενοι από το Πνεύμα του Θεού, λατρεύομεν με την αληθινήν λατρείαν τον Κύριον και καυχώμεθα, ότι πιστεύομεν και ανήκομεν στον Ιησούν Χριστόν και δεν βασίζομεν την πεποίθησίν μας εις τας διατάξεις του μωσαϊκού Νόμου, που αναφέρονται εις την σάρκα, όπως είναι και η περιτομή. Φιλιπ. 3,4 καίπερ ἐγὼ ἔχων πεποίθησιν καὶ ἐν σαρκί. εἴ τις δοκεῖ ἄλλος πεποιθέναι ἐν σαρκί, ἐγὼ μᾶλλον· Φιλιπ. 3,4 Μολονότι εγώ ημπορώ να έχω και πεποίθησιν εις τας τυπικάς αυτάς περί της σαρκός διατάξεις του μωσαϊκού νόμου. Εάν κανείς άλλος νομίζη, ότι ημπορεί να έχη μια τέτοια πεποίθησι, εγώ ημπορώ πολύ περισσότερον. Φιλιπ. 3,5 περιτομῇ ὀκταήμερος, ἐκ γένους Ἰσραήλ, φυλῆς Βενιαμίν, Ἑβραῖος ἐξ Ἑβραίων, κατὰ νόμον Φαρισαῖος, Φιλιπ. 3,5 Επεριτμήθηκα οκτώ ημέρας μετά την γέννησίν μου· κατάγομαι από το γένος του Ισραήλ και από την φυλήν Βενιαμίν· είμαι γνήσιος Εβραίος από γονείς Εβραίους και με ανατροφήν εβραϊκήν· ως προς δε τον Νόμον ήμουν Φαρισαίος και προσπαθούσα να τον τηρώ με πολλήν ακρίβειαν. Φιλιπ. 3,6 κατὰ ζῆλον διώκων τὴν ἐκκλησίαν, κατὰ δικαιοσύνην τὴν ἐν νόμῳ γενόμενος ἄμεμπτος. Φιλιπ. 3,6 Από ζήλον δια την πατροπαράδοτον θρησκείαν κινούμενος, κατεδίωκα την Εκκλησίαν του Χριστού. Ως προς δε την δικαιοσύνην, που προήρχετο από την πιστήν τήρησιν του Νόμου, υπήρξα άμεμπτος, χωρίς κανείς να ημπορή εις κάτι να με κατηγορήση. Φιλιπ. 3,7 ἀλλ᾿ ἅτινα ἦν μοι κέρδη, ταῦτα ἥγημαι διὰ τὸν Χριστὸν ζημίαν. Φιλιπ. 3,7 Αλλ' αυτά, τα οποία ήσαν τότε δι' εμέ ηθικά κέρδη και προσόντα, φωτισμένος τώρα από την αλήθειαν του Ευαγγελίου τα έχω θεωρήσει ζημίαν και μειονέκτημα και τα έχω απαρνηθή, δια να αρέσω στον Χριστόν και να εύρω δι' αυτού μόνου την σωτηρίαν. Φιλιπ. 3,8 ἀλλὰ μενοῦνγε καὶ ἡγοῦμαι πάντα ζημίαν εἶναι διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς γνώσεως Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μου, δι᾿ ὃν τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω Φιλιπ. 3,8 Αλλά βεβαίως και τώρα ακόμη περισσότερον θεωρώ όλα γενικώς όσα είναι ξένα προς τον Χριστόν ζημίαν, εν συγκρίσει προς την υπεροχήν και το μεγαλείον της γνώσεως του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, δια τον οποίον τα πάντα θεληματικώς απέρριψα και επεριφρόνησα. Και τα θεωρώ όλα σκύβαλα και ανάξια λόγου, δια να κερδήσω τον Χριστόν, Φιλιπ. 3,9 καὶ εὑρεθῶ ἐν αὐτῷ μὴ ἔχων ἐμὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ νόμου, ἀλλὰ τὴν διὰ πίστεως Χριστοῦ, τὴν ἐκ Θεοῦ δικαιοσύνην ἐπὶ τῇ πίστει, Φιλιπ. 3,9 και δια να ευρεθώ κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν της κρίσεως ενώπιόν του, όχι με την δικαιοσύνην μου, την οποίαν δίδει ο μωσαϊκός νόμος, αλλά με την δικαίωσιν που αποκτάται δια της πίστεως στον Ιησούν Χριστόν, που πηγάζει από τον Θεόν και θεμελειώνεται επάνω εις την πίστιν. Φιλιπ. 3,10 τοῦ γνῶναι αὐτὸν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ καὶ τὴν κοινωνίαν τῶν παθημάτων αὐτοῦ, συμμορφούμενος τῷ θανάτῳ αὐτοῦ, Φιλιπ. 3,10 Επιδιώκω δε αυτήν την αληθινήν και μόνην δικαίωσιν, δια να γνωρίσω έτσι προσωπικώς και εκ πείρας τον Χριστόν και την σωτήριον δύναμιν, που προέρχεται από την Ανάστασίν του και την συμμετοχήν μου εις τα παθήματά του, διωκόμενος και εγώ, ταλαιπωρούμενος και θλιβόμενος, πρόθυμος να υπομείνω θλίψεις και παθήματα όμοια με όσα Εκείνος έπαθε και αυτόν ακόμη τον θάνατον καθ' ομοίωσιν Εκείνου. Φιλιπ. 3,11 εἴ πως καταντήσω εἰς τὴν ἐξανάστασιν τῶν νεκρῶν. Φιλιπ. 3,11 Μήπως ημπορέσω και εγώ να φθάσω εις την ένδοξον εκ νεκρών ανάστασιν. Φιλιπ. 3,12 οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω, ἐφ᾿ ᾧ καὶ κατελήφθην ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ. Φιλιπ. 3,12 Δεν φρονώ βέβαια και δεν λέγω, ότι έχω πλέον λάβει το βραβείον της νίκης ή ότι έχω φθάσει εις την ηθικήν μου τελείωσιν. Αλλά επιδιώκω και αγωνίζομαι συνεχώς, μήπως κατορθώσω να πιάσω και κρατήσω στερεά εκείνο δια το οποίον με έχει πιάσει και ελκύσει εις την πίστιν ο Ιησούς Χριστός. Αυτό δε εις τελευταίαν λέξιν θα είναι η εν ουρανοίς σωτηρία μου. Φιλιπ. 3,13 ἀδελφοί, ἐγὼ ἐμαυτὸν οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι· Φιλιπ. 3,13 Αδελφοί, εγώ δεν νομίζω, ότι έχω επιτύχει τον σκοπόν, δια τον οποίον με εκάλεσε και με έστειλε ο Κύριος. Φιλιπ. 3,14 ἑν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Φιλιπ. 3,14 Αλλά ένα πράγμα σκέπτομαι πάντοτε και δι' ένα πράγμα φροντίζω· λησμονώ μεν όσα με την δύναμιν του Θεού έγιναν στο παρελθόν, απλώνομαι δε συνεχώς προς εκείνα, που είναι εμπρός μου και πρέπει να εκτελεσθούν. Και επιδιώκω έτσι με σταθερότητα και ζήλον να πραγματοποιήσω τον σκοπόν της κλήσεώς μου, δια να λάβω το βραβείον, που μας έχει ετοιμάσει ο Θεός, ο οποίος και μας εκάλεσε δια του Ιησού Χριστού επάνω στον ουρανόν. Φιλιπ. 3,15 ὅσοι οὖν τέλειοι, τοῦτο φρονῶμεν· καὶ εἴ τι ἑτέρως φρονεῖτε, καὶ τοῦτο ὁ Θεὸς ὑμῖν ἀποκαλύψει. Φιλιπ. 3,15 Όσοι, λοιπόν, ποθούμεν να γίνωμεν τέλειοι, αυτό ας φρονούμεν· ότι δεν εγίναμε τέλειοι, αλλά δια να γίνωμεν, πρέπει να αγωνιζώμεθα συνεχώς και μέχρι τέλους. Και εάν κάτι διαφορετικόν από αυτό που σας λέγω φρονήτε και που δεν είναι ορθόν, και αυτό ο Θεός θα το φανερώση. Φιλιπ. 3,16 πλὴν εἰς ὃ ἐφθάσαμεν, τῷ αὐτῷ στοιχεῖν κανόνι, τὸ αὐτὸ φρονεῖν. Φιλιπ. 3,16 Αλλ' έως εδώ πλέον που έχομεν φθάσει, εις την πνευματικήν κατάστασίν που ευρισκόμεθα σήμερον, δεν πρέπει να έχωμεν διαφορετικά μεταξύ μας φρονήματα, αλλά να ακολουθώμεν τον ίδιον κανόνα πίστεως και ζωής, να έχωμεν το αυτό αληθινόν φρόνημα. Φιλιπ. 3,17 Συμμιμηταί μου γίνεσθε, ἀδελφοί, καὶ σκοπεῖτε τοὺς οὕτω περιπατοῦντας, καθὼς ἔχετε τύπον ἡμᾶς. Φιλιπ. 3,17 Αδελφοί, γίνεσθε όλοι μαζή μιμηταί ιδικοί μου· και προσέχετε εκείνους, οι οποίοι πορεύονται και συμπεριφέρονται κατά τρόπον υποδειγματικόν, σύμφωνα με τον τύπον και το παράδειγμα που σας έχομεν δώσει ημείς. Αυτούς να τους μιμήσθε. Φιλιπ. 3,18 πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν, -οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν, νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, Φιλιπ. 3,18 Διότι πολλοί βαδίζουν ένα δρόμον όχι -καλόν και γίνονται σκάνδαλον. Δι' αυτούς πολλές φορές σας έλεγα, όταν ευρισκόμην μαζή σας στους Φιλίππους, και τώρα κλαίων σας λέγω. Εννοώ τους εχθρούς του σταυρού του Χριστού, αυτούς δηλαδή, που εις την αρχήν επίστευσαν και υπήκουσαν στον Χριστόν, κατόπιν όμως έζησαν και ζουν αμαρτωλήν ζωήν και σκανδαλίζουν έτσι τους πιστούς, υπονομεύουν την Εκκλησίαν και πολεμούν τον Χριστόν. Φιλιπ. 3,19 ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια, ὧν ὁ θεὸς ἡ κοιλία καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν, οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες! Φιλιπ. 3,19 Αυτών το κατάντημα θα είναι η απώλεια, η οριστική καταδίκη εις την αιωνίαν κόλασιν. Αυτοί, κοιλιόδουλοι και ιδιοτελείς καθώς είναι, έχουν ως Θεόν και λατρεύουν την κοιλίαν των και επιζητούν την δόξαν εις πράξεις και καταστάσεις, που φέρουν εντροπήν, έχουν δε γήϊνα και σαρκικά φρονήματα. Φιλιπ. 3,20 ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, Φιλιπ. 3,20 Αλλ' ημών των πιστών μαθητών του Κυρίου η πατρίς μας και η πολιτεία μας, το πολίτευμά μας και η συμπεριφορά μας είναι, όπως και των αγγέλων, στους ουρανούς, απ' όπου με πολύν πόθον περιμένομεν τον σωτήρα μας, τον Κύριον Ιησούν Χριστόν. Φιλιπ. 3,21 ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ δύνασθαι αὐτὸν καὶ ὑποτάξαι αὐτῷ τὰ πάντα. Φιλιπ. 3,21 Αυτός θα μετασχηματίση το σώμα αυτό της ταπεινότητος και της ασημότητος, το ασθενές και φθαρτόν και θνητόν, θα το μεταμορφώση, ώστε να γίνη όμοιον προς το ένδοξον ιδικόν του σώμα δια της παντοδυνάμου αυτού ενεργείας, δια της οποίας ημπορεί και τα πάντα να υποτάξη στον εαυτόν του.

ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΟΥΣ 4

ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ

Φιλιπ. 4,1 Ὥστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοὶ καὶ ἐπιπόθητοι, χαρὰ καὶ στέφανός μου, οὕτω στήκετε ἐν Κυρίῳ, ἀγαπητοί. Φιλιπ. 4,1 Ώστε αδελφοί μου, αγαπητοί και επιπόθητοι, οι οποίοι δια τας αρετάς σας και ειδικώτερα δια την αγάπην σας είσθε δι' εμέ χαρά εν Κυρίω και στέφανος δόξης, σας παρακαλώ και σας προτρέπω να στέκεσθε και να μένετε σταθεροί εις την κατά Χριστόν ζωήν, όπως σας είπα και προηγούμενως. Φιλιπ. 4,2 Εὐοδίαν παρακαλῶ καὶ Συντύχην παρακαλῶ τὸ αὐτὸ φρονεῖν ἐν Κυρίῳ· Φιλιπ. 4,2 Παρακαλώ την Ευοδίαν και την Συντύχην παρακαλώ να έχουν το ίδιο κατά Χριστόν φρόνημα, ώστε να ομονοούν μεταξύ των. Φιλιπ. 4,3 ναὶ ἐρωτῶ καὶ σέ, Σύζυγε γνήσιε, συλλαμβάνου αὐταῖς, αἵτινες ἐν τῷ εὐαγγελίῳ συνήθλησάν μοι μετὰ καὶ Κλήμεντος καὶ τῶν λοιπῶν συνεργῶν μου, ὧν τὰ ὀνόματα ἐν βίβλῳ ζωῆς. Φιλιπ. 4,3 Ιδιαιτέρως δε παρακαλώ και σε, Σύζυγε, που είσαι γνήσιος και ειλικρινής μαθητής του Χριστού και πολίτης της Εκκλησίας του, να βοηθής, να καθοδηγής και να στηρίζης αυτάς, αι οποίαι εταλαιπωρήθησαν και ηγωνίσθησαν δια το κήρυγμα του Ευαγγελίου μαζή με εμέ και με τον Κλήμεντα και με τους άλλους συνεργάτας μου, των οποίων τα ονόματα είναι γραμμένα από τον Θεόν στο βιβλίον της αιωνίας ζωής. Φιλιπ. 4,4 Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. Φιλιπ. 4,4 Χαίρετε πάντοτε με την αγίαν και πλουσίαν χαράν, που δίδει ο Κύριος· πάλιν θα πω· χαίρετε. Φιλιπ. 4,5 τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. Φιλιπ. 4,5 Η επιείκειά σας, η υποχωρητικότης και ανεξικακίας σας ας γίνη γνωστή και ας διδάξη όλους τους ανθρώπους, πιστούς και απίστους· ο Κύριος είναι κοντά, έρχεται δια να αποδώση στον καθένα κατά τα έργα του. Φιλιπ. 4,6 μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν. Φιλιπ. 4,6 Μη αφίνετε καθόλου τον εαυτόν σας να καταληφθή από αγωνιώδεις μερίμνας και φροντίδας, αλλά δια κάθε τι που σας χρειάζεται ή δια κάθε δυσκολίαν, που παρουσιάζεται εμπρός σας, κάμνετε γνωστά τα αιτήματά σας στον Θεόν δια της προσευχής και της δεήσεως, αι οποίαι πρέπει να συνοδεύωνται πάντοτε με έκφρασιν ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας δια τα υλικά και πνευματικά αγαθά, που μας δίδει ο Θεός. Φιλιπ. 4,7 καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Φιλιπ. 4,7 Και η ειρήνη, που χαρίζει ο Θεός στους ανθρώπους του και η οποίαν, καθ' ο τελεία και υπερφυσική, ξεπερνάει κάθε νουν ανθρώπων και αγγέλων, θα φρουρήση τας καρδίας σας, τα φρονήματα και τας σκέψεις σας δια του Ιησού Χριστού. Φιλιπ. 4,8 Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· Φιλιπ. 4,8 Λοιπόν αδελφοί, όσα είναι αληθινά, όσα είναι τίμια και σεβαστά, όσα είναι δίκαια ενώπιον του Θεού, όσα είναι αμόλυντα και καθαρά, όσα είναι αγαπητά και ευάρεστα στον Θεόν και τους ανθρώπους, όσα έχουν και δίδουν καλήν φήμην και υπόληψιν, κάθε αρετήν και κάθε τι το άξιον επαίνου, αυτά και μόνα να συλλογίζεσθε. Φιλιπ. 4,9 ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν. Φιλιπ. 4,9 Αυτά που εμάθατε και παρελάβατε και έχετε ακούσει από την προφορικήν μου διδασκαλίαν, και αυτά που είδατε εις την όλην μου ζωήν και συμπεριφοράν, αυτά να πράττετε. Και ο Θεός, ο θησαυρός και ο χορηγός της ειρήνης, θα είναι μαζή σας.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

Φιλιπ. 4,10 Ἐχάρην δὲ ἐν Κυρίῳ μεγάλως ὅτι ἤδη ποτὲ ἀνεθάλετε τὸ ὑπὲρ ἐμοῦ φρονεῖν· ἐφ᾿ ᾧ καὶ ἐφρονεῖτε, ἠκαιρεῖσθε δέ. Φιλιπ. 4,10 Παρά πολύ εχάρην με την εν Κυρίω χαράν, διότι επί τέλους εξαναβλάστησε το ενδιαφέρον και η συμπάθεια της καρδίας σας δι' εμέ· και είχατε μεν και στο παρελθόν το ίδιο ενδιαφέρον και φρόνημα δι' εμέ, δεν σας παρουσιάζετο όμως ευκαιρία να το εκδηλώσετε εμπράκτως. Φιλιπ. 4,11 οὐχ ὅτι καθ᾿ ὑστέρησιν λέγω· ἐγὼ γὰρ ἔμαθον ἐν οἷς εἰμι αὐτάρκης εἶναι. Φιλιπ. 4,11 Δεν λέγω αυτά ως παράπονον, διότι ευρίσκομαι εις στέρησιν και ανάγκην, διότι εγώ έμαθα να αρκούμαι εις όσα έχω, υπό οιασδήποτε περιστάσεις και αν ευρίσκομαι. Φιλιπ. 4,12 οἶδα καὶ ταπεινοῦσθαι, οἶδα καὶ περισσεύειν· ἐν παντὶ καὶ ἐν πᾶσι μεμύημαι καὶ χορτάζεσθαι καὶ πεινᾶν, καὶ περισσεύειν καὶ ὑστερεῖσθαι· Φιλιπ. 4,12 Γνωρίζω να υπομένω με ταπείνωσιν την έλλειψιν ενδύματος και τροφής, την πείναν και την φτώχειαν· γνωρίζω πως να φέρωμαι και όταν έχω με το παραπάνω τα υλικά αγαθά· εις κάθε τι που μου συμβαίνει και εις όλας τας περιστάσεις της ζωής έχω μάθει το μυστικόν και να χορταίνω και να πεινώ και να κάμνω καλήν χρήσιν των αγαθών, όταν τα έχω άφθονα και να υπομείνω με ειρήνην την στέρησιν. Φιλιπ. 4,13 πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ. Φιλιπ. 4,13 Τα πάντα ημπορώ και κατορθώνω με την δύναμιν, που μου δίδει ο Χριστός. Φιλιπ. 4,14 πλὴν καλῶς ἐποιήσατε συγκοινωνήσαντές μου τῇ θλίψει. Φιλιπ. 4,14 Αλλά και σεις καλώς επράξατε και είσθε αξιέπαινοι, που εγίνατε συμμέτοχοι εις την θλίψιν και στέρησίν μου. Φιλιπ. 4,15 οἴδατε δὲ καὶ ὑμεῖς, Φιλιππήσιοι, ὅτι ἐν ἀρχῇ τοῦ εὐαγγελίου, ὅτε ἐξῆλθον ἀπὸ Μακεδονίας, οὐδεμία μοι ἐκκλησία ἐκοινώνησεν εἰς λόγον δόσεως καὶ λήψεως εἰ μὴ ὑμεῖς μόνοι, Φιλιπ. 4,15 Ξεύρετε δε και ενθυμείσθε και σεις, ω Φιλιππήσιοι, ότι εις την αρχήν του ευαγγελικού μου κηρύγματος προς σας, όταν δια πρώτην φορά ήλθον στους Φιλίππους και από εκεί εξεκίνησα δια την Μακεδονίαν, καμμία Εκκλησία δεν επεκοινώνησε μαζή μου με λογαριασμόν δοσοληψίας, καμμία δεν μου προσέφερε τίποτε και από καμμίαν δεν έλαβα βοήθειαν, παρά μόνον από σας. Φιλιπ. 4,16 ὅτι καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἅπαξ καὶ δὶς εἰς τὴν χρείαν μοι ἐπέμψατε. Φιλιπ. 4,16 Διότι και όταν ήμουν εις την Θεσσαλονίκην και μια και δυό φορές μου εστείλατε βοηθήματα δια τας ανάγκας τας ιδικάς μου και του έργου μου. Φιλιπ. 4,17 οὐχ ὅτι ἐπιζητῶ τὸ δόμα, ἀλλ᾿ ἐπιζητῶ τὸν καρπὸν τὸν πλεονάζοντα εἰς λόγον ὑμῶν. Φιλιπ. 4,17 Σας τα γράφω αυτά, όχι διότι εγώ ενδιαφέρομαι και ζητώ το δώρον, αλλά διότι ενδιαφέρομαι και ζητώ τον πνευματικόν καρπόν, ο οποίος από την καλήν αυτήν πράξιν σας, θα προκύψη πλούσιος δια σας. Φιλιπ. 4,18 ἀπέχω δὲ πάντα καὶ περισσεύω· πεπλήρωμαι δεξάμενος παρὰ Ἐπαφροδίτου τὰ παρ᾿ ὑμῶν, ὀσμὴν εὐωδίας, θυσίαν δεκτήν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ. Φιλιπ. 4,18 Έχω δε τώρα όλα με το παραπάνω, ώστε και να μου περισσεύουν· είμαι γεμάτος από όλα, αφού έλαβα από τον Επαφρόδιτον αυτά που μου εστάλησαν από σας και τα οποία είναι ευώδες άρωμα, θυσία ευπρόσδεκτος και ευάρεστος στον Θεόν. Φιλιπ. 4,19 ὁ δὲ Θεός μου πληρώσει πᾶσαν χρείαν ὑμῶν κατὰ τὸν πλοῦτον αὐτοῦ ἐν δόξῃ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Φιλιπ. 4,19 Ο δε Θεός μου, ο οποίος ανταμείβει και βραβεύει τα καλά έργα της αγάπης, θα πληρώση και θα ικανοποιήση κάθε ανάγκην σας, σύμφωνα με τον άπειρον πλούτον των ανεκτιμήτων αγαθών του, δια να δοξάζεται έτσι η άπειρος αγαθότης του, δια του Ιησού Χριστού, που εδίδαξε και έδιξε το ύψος της αγάπης. Φιλιπ. 4,20 Τῷ δὲ Θεῷ καὶ πατρὶ ἡμῶν ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Φιλιπ. 4,20 Εις δε τον Θεόν και Πατέρα ημών ας είναι και ας αναπέμπεται η δόξα στους αιώνας των αιώνων· αμήν.

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ

Φιλιπ. 4,21 Ἀσπάσασθε πάντα ἅγιον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. ἀσπάζονται ὑμᾶς οἱ σὺν ἐμοὶ ἀδελφοί. Φιλιπ. 4,21 Χαιρετήσατε κάθε πιστόν, ο οποίος εκλήθη και παίρνει την αγιότητα δια του Ιησού Χριστού. Σας χαιρετούν όλοι οι αδελφοί, που ευρίσκονται μαζή μου. Φιλιπ. 4,22 ἀσπάζονται ὑμᾶς πάντες οἱ ἅγιοι, μάλιστα δὲ οἱ ἐκ τῆς Καίσαρος οἰκίας. Φιλιπ. 4,22 Σας χαιρετούν όλοι οι χριστιανοί, που ευρίσκονται εις την Ρώμην, μάλιστα δε αυτοί που ανήκουν και ευρίσκονται εις την οικίαν του Καίσαρος. Φιλιπ. 4,23 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν. Φιλιπ. 4,23 Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού είθε να είναι μαζή με όλους σας· αμήν

Προς Κολοσσαείς

Προς Κολοσσαείς 1, 2, 3, 4

Η Επιστολή προς Κολοσσαείς γράφτηκε στην Έφεσο κατά το 52-55 ή στη Ρώμη το 60-62 μ.Χ. Η επιστολή αυτή απευθύνεται προς Χριστιανούς που δεν γνωρίζει προσωπικά ο Παύλος, γιατί δεν ίδρυσε ο ίδιος την Εκκλησία τους.

Από έμμεσες πληροφορίες της επιστολής συνάγεται ότι ο Επαφράς, ο οποίος προερχόταν από τις Κολοσσές, κήρυξε κατ’ εντολή του Παύλου το Ευαγγέλιο και ίδρυσε την Εκκλησία της πόλης αυτής που βρίσκεται στην κοιλάδα του ποταμού Λύκου, στη δυτική Μ. Ασία (Φρυγία). Κατά το χρόνο συγγραφής της επιστολής ο Επαφράς επισκέφθηκε τον Παύλο στη φυλακή, όπου και τον πληροφόρησε για την κατάσταση των Χριστιανών στις Κολοσσές, επισημαίνοντας ιδιαίτερα τον κίνδυνο που διατρέχει η Εκκλησία τους από κάποια αιρετική διδασκαλία που άρχισε να διαδίδεται.

Η αιρετική διδασκαλία διεκδικούσε για τον εαυτό της το χαρακτηρισμό της «φιλοσοφίας», της ανώτερης δηλαδή γνώσης και κατοχής διδασκαλιών περί Θεού, κόσμου, ανθρώπου κλπ. Περιείχε διατάξεις που αφορούσαν αποχή από τροφές ή ποτά, διακρίσεις ημερών και υποτιμητική στάση έναντι του σώματος. Κεντρικό σημείο της αιρετικής «φιλοσοφίας» ήταν η «θρησκεία των αγγέλων», η λατρεία δηλαδή πνευμάτων και αγγελικών δυνάμεων, που ονομάζονται στην επιστολή «στοιχεία του κόσμου» ή «αρχές και εξουσίες», όμως επέτρεπε συγχρόνως την πίστη στο Χριστό.

Η επιστολή μετά το συνηθισμένο προοίμιο, τις ευχαριστίες και την προσευχή του Παύλου (1,1-12), διακρίνεται σε δυο μέρη εκ των οποίων το πρώτο είναι θεωρητικό-θεολογικό και το δεύτερο ηθικό-παραινετικό.

Στο πρώτο μέρος ο Παύλος τονίζει την υπεροχή και κυριότητα του Χριστού πάνω σ’ όλη την κτίση. Ο Χριστός είναι «κύριος κάθε αρχής και εξουσίας», σ’ αυτόν οφείλουν την ύπαρξη τους τα πάντα, αυτός είναι ο τελικός σκοπός όλων, σ’ αυτόν κατοικεί σωματικά όλη η θεότητα. Στο σταυρό του Χριστού νικήθηκαν ολοσχερώς οι εχθρικές προς το Θεό πνευματικές δυνάμεις κι έτσι οι Χριστιανοί απολυτρώθηκαν από τις αμαρτίες τους και μεταπήδησαν από την εξουσία του σκότους στη βασιλεία του Υιού της αγάπης» του Θεού, που είναι το σώμα του Χριστού, η Εκκλησία.

Οι Χριστιανοί με το βάπτισμα έχουν έχουν απελευθερωθεί από τα στοιχεία του κόσμου και έχουν αναστηθεί μαζί με το Χριστό σε μια καινούργια ζωή, μέσα στο σώμα του Χριστού.

Οι αιρετικοί «φιλόσοφοι» άδικα και χωρίς λόγο πιστεύουν ότι είναι κάτοχοι κάποιας ανώτερης γνώσης, γιατί μόνο στο Χριστό βρίσκονται κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσης. Ο Χριστός που σταυρώθηκε, αναστήθηκε και υψώθηκε στα δεξιά του Θεού, είναι ο Κύριος των πάντων και η κυριαρχία του αναγνωρίζεται μέχρι των περάτων της γης.

Στο δεύτερο μέρος της επιστολής, το ηθικό και παραινετικό, την ηθική προσταγή στηρίζει ο Παύλος στο θάνατο του πιστού μαζί με το Χριστό, η οποία συντελέστηκε στο βάπτισμα και στη συνέγερση με αυτόν σε μια καινούρια ζωή. Περιγράφει ο Απόστολος τις εκδηλώσεις του νέου εν Χριστώ ανθρώπου και δίνει κανόνες ζωής, που δεν αποτελούν προϋπόθεση σωτηρίας των Χριστιανών αλλά καρπό της σωτηρίας που φέρνει ο Χριστός.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ 1

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Κολ. 1,1 Παῦλος, ἀπόστολος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ, καὶ Τιμόθεος ὁ ἀδελφός, Κολ. 1,1 Παύλος, απόστολος του Χριστού Ιησού με το θέλημα του Θεού, και ο Τιμόθεος ο αδελφός Κολ. 1,2 τοῖς ἐν Κολοσσαῖς ἁγίοις καὶ πιστοῖς ἀδελφοῖς ἐν Χριστῷ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Κολ. 1,2 προς τους άγιους και πιστούς αδελφούς στο Χριστό που είναι στις Κολοσσές. Χάρη σ’ εσάς και ειρήνη από το Θεό Πατέρα μας.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΕΟ

Κολ. 1,3 Εὐχαριστοῦμεν τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ πάντοτε περὶ ὑμῶν προσευχόμενοι, Κολ. 1,3 Ευχαριστούμε το Θεό Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και πάντοτε για σας προσευχόμαστε, Κολ. 1,4 ἀκούσαντες τὴν πίστιν ὑμῶν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ καὶ τὴν ἀγάπην τὴν εἰς πάντας τοὺς ἁγίους, Κολ. 1,4 επειδή ακούσαμε την πίστη σας στο Χριστό Ιησού και την αγάπη που έχετε για όλους τους αγίους Κολ. 1,5 διὰ τὴν ἐλπίδα τὴν ἀποκειμένην ὑμῖν ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἣν προηκούσατε ἐν τῷ λόγῳ τῆς ἀληθείας τοῦ εὐαγγελίου Κολ. 1,5 εξαιτίας της ελπίδας που απόκειται για σας στους ουρανούς, την οποία προακούσατε στο λόγο της αλήθειας του ευαγγελίου Κολ. 1,6 τοῦ παρόντος εἰς ὑμᾶς, καθὼς καὶ ἐν παντὶ τῷ κόσμῳ, καὶ ἔστι καρποφορούμενον καὶ αὐξανόμενον καθὼς καὶ ἐν ὑμῖν, ἀφ' ἧς ἡμέρας ἠκούσατε καὶ ἐπέγνωτε τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ, Κολ. 1,6 το οποίο παρευρίσκεται σ’ εσάς – καθώς και σε όλο τον κόσμο καρποφορεί και αυξάνει συνεχώς καθώς και μεταξύ σας – από την ημέρα που ακούσατε και γνωρίσατε καλά τη χάρη του Θεού με αλήθεια. Κολ. 1,7 καθὼς καὶ ἐμάθετε ἀπὸ ᾿Επαφρᾶ τοῦ ἀγαπητοῦ συνδούλου ἡμῶν, ὅς ἐστι πιστὸς ὑπὲρ ὑμῶν διάκονος τοῦ Χριστοῦ, Κολ. 1,7 Καθώς μάθατε το κήρυγμα της αλήθειας από τον Επαφρά, τον αγαπητό σύνδουλό μας, που είναι πιστός διάκονος του Χριστού για σας, Κολ. 1,8 ὁ καὶ δηλώσας ἡμῖν τὴν ὑμῶν ἀγάπην ἐν Πνεύματι. Κολ. 1,8 ο οποίος και μας φανέρωσε την αγάπη σας με το Πνεύμα.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΟΔΟ

Κολ. 1,9 Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς, ἀφ' ἧς ἡμέρας ἠκούσαμεν, οὐ παυόμεθα ὑπὲρ ὑμῶν προσευχόμενοι καὶ αἰτούμενοι ἵνα πληρωθῆτε τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ θελήματος αὐτοῦ ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ συνέσει πνευματικῇ, Κολ. 1,9 Γι’ αυτό κι εμείς, από την ημέρα που ακούσαμε αυτά, δεν παύουμε για σας να προσευχόμαστε και να ζητούμε να γίνετε πλήρεις στην επίγνωση του θελήματός του με κάθε σοφία και σύνεση πνευματική, Κολ. 1,10 περιπατῆσαι ὑμᾶς ἀξίως τοῦ Κυρίου εἰς πᾶσαν ἀρέσκειαν, ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ καρποφοροῦντες καὶ αὐξανόμενοι εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ Θεοῦ, Κολ. 1,10 ώστε να περπατήσετε αξίως του Κυρίου σε κάθε αρεστό πράγμα, σε κάθε έργο αγαθό καρποφορώντας και αυξανόμενοι με την επίγνωση του Θεού, Κολ. 1,11 ἐν πάσῃ δυνάμει δυναμούμενοι κατὰ τὸ κράτος τῆς δόξης αὐτοῦ εἰς πᾶσαν ὑπομονὴν καὶ μακροθυμίαν, μετὰ χαρᾶς Κολ. 1,11 και να γίνεστε δυνατοί σε κάθε δύναμη σύμφωνα με την ένδοξη εξουσία του σε κάθε υπομονή και μακροθυμία. Με χαρά Κολ. 1,12 εὐχαριστοῦντες τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ τῷ ἱκανώσαντι ἡμᾶς εἰς τὴν μερίδα τοῦ κλήρου τῶν ἁγίων ἐν τῷ φωτί, Κολ. 1,12 να ευχαριστείτε τον Πατέρα που σας έκανε ικανούς για το μερίδιο του κλήρου των αγίων που ζουν στο φως.

ΎΜΝΟΣ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ

Κολ. 1,13 ὃς ἐρρύσατο ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους καὶ μετέστησεν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ υἱοῦ τῆς ἀγάπης αὐτοῦ, Κολ. 1,13 Αυτός μας έσωσε από την εξουσία του σκότους και μας μετάθεσε στη βασιλεία του αγαπητού του Υιού, Κολ. 1,14 ἐν ᾧ ἔχομεν τὴν ἀπολύτρωσιν, τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν· Κολ. 1,14 μέσω του οποίου έχουμε την απολύτρωση, την άφεση των αμαρτιών. Κολ. 1,15 ῞Ος ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, Κολ. 1,15 Αυτός είναι εικόνα του Θεού του αόρατου, πρωτότοκος όλης της κτίσης, Κολ. 1,16 ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι· τὰ πάντα δι' αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται· Κολ. 1,16 γιατί με αυτόν χτίστηκαν τα πάντα στους ουρανούς και πάνω στη γη, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχές είτε εξουσίες. Τα πάντα μέσω αυτού και γι’ αυτόν είναι χτισμένα. Κολ. 1,17 καὶ αὐτός ἐστι πρὸ πάντων, καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε, Κολ. 1,17 Και αυτός είναι πριν απ’ όλα και τα πάντα με αυτόν συγκρατιούνται. Κολ. 1,18 καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας· ὅς ἐστιν ἀρχή, πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν, ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτὸς πρωτεύων, Κολ. 1,18 Και αυτός είναι η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας. Ο οποίος είναι αρχή, πρωτότοκος από τους νεκρούς, για να γίνει σε όλα αυτός πρώτος, Κολ. 1,19 ὅτι ἐν αὐτῷ εὐδόκησε πᾶν τὸ πλήρωμα κατοικῆσαι Κολ. 1,19 επειδή σ’ αυτόν ευδόκησε να κατοικήσει όλο το πλήρωμα Κολ. 1,20 καὶ δι' αὐτοῦ ἀποκαταλλάξαι τὰ πάντα εἰς αὐτόν, εἰρηνοποιήσας διὰ τοῦ αἵματος τοῦ σταυροῦ αὐτοῦ, δι' αὐτοῦ εἴτε τὰ ἐπὶ τῆς γῆς εἴτε τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Κολ. 1,20 και μέσω αυτού να συμφιλιώσει τα πάντα στον εαυτό του, αφού ειρηνοποίησε μέσω του αίματος του σταυρού του, μέσω αυτού, είτε τα επίγεια είτε τα επουράνια.

Η ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΤΩΝ ΚΟΛΟΣΣΑΕΩΝ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ

Κολ. 1,21 καὶ ὑμᾶς ποτε ὄντας ἀπηλλοτριωμένους καὶ ἐχθροὺς τῇ διανοίᾳ ἐν τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, νυνὶ δὲ ἀποκατήλλαξεν Κολ. 1,21 Και εσάς που ήσασταν κάποτε αποξενωμένοι και εχθροί του Θεού στη διάνοια μέσα στα έργα σας τα κακά, Κολ. 1,22 ἐν τῷ σώματι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ διὰ τοῦ θανάτου, παραστῆσαι ὑμᾶς ἁγίους καὶ ἀμώμους καὶ ἀνεγκλήτους κατενώπιον αὐτοῦ, Κολ. 1,22 τώρα επίσης σας συμφιλίωσε μαζί του με το σάρκινο σώμα του διαμέσου του θανάτου του, για να σας παρουσιάσει άγιους και άμωμους και ακατηγόρητους μπροστά του, Κολ. 1,23 εἴ γε ἐπιμένετε τῇ πίστει τεθεμελιωμένοι καὶ ἑδραῖοι καὶ μὴ μετακινούμενοι ἀπὸ τῆς ἐλπίδος τοῦ εὐαγγελίου οὗ ἠκούσατε, τοῦ κηρυχθέντος ἐν πάσῃ τῇ κτίσει τῇ ὑπὸ τὸν οὐρανόν, οὗ ἐγενόμην ἐγὼ Παῦλος διάκονος. Κολ. 1,23 αν βέβαια επιμένετε στην πίστη και είστε θεμελιωμένοι και εδραίοι και αμετακίνητοι από την ελπίδα του ευαγγελίου που ακούσατε, το οποίο κηρύχτηκε σε όλη την κτίση που είναι κάτω από τον ουρανό, του οποίου εγώ ο Παύλος έγινα διάκονος.

Η ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Κολ. 1,24 Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία, Κολ. 1,24 Τώρα χαίρομαι μέσα στα παθήματα που υποφέρω για χάρη σας και αντί εκείνου αναπληρώνω τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού στη σάρκα μου για χάρη του σώματός του, που είναι η εκκλησία. Κολ. 1,25 ἧς ἐγενόμην ἐγὼ διάκονος κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι εἰς ὑμᾶς, πληρῶσαι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, Κολ. 1,25 Της οποίας εγώ έγινα διάκονος, σύμφωνα με την διαχείριση του σχεδίου του Θεού που μου δόθηκε για σας, ώστε να κηρύξω πλήρως το λόγο του Θεού, Κολ. 1,26 τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν, νυνὶ δὲ ἐφανερώθη τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, Κολ. 1,26 το μυστήριο που ήταν κρυμμένο από την αρχή των αιώνων και από τις προηγούμενες γενεές – αλλά τώρα φανερώθηκε στους αγίους του. Κολ. 1,27 οἷς ἠθέλησεν ὁ Θεὸς γνωρίσαι τίς ὁ πλοῦτος τῆς δόξης τοῦ μυστηρίου τούτου ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὅς ἐστι Χριστὸς ἐν ὑμῖν, ἡ ἐλπὶς τῆς δόξης· Κολ. 1,27 Σ’ αυτούς θέλησε ο Θεός να γνωρίσει ποιος είναι ο πλούτος της δόξας του μυστηρίου τούτου στα έθνη, που είναι ο Χριστός μέσα σας, η ελπίδα της δόξας. Κολ. 1,28 ὃν ἡμεῖς καταγγέλλομεν νουθετοῦντες πάντα ἄνθρωπον καὶ διδάσκοντες πάντα ἄνθρωπον ἐν πάσῃ σοφίᾳ, ἵνα παραστήσωμεν πάντα ἄνθρωπον τέλειον ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· Κολ. 1,28 Αυτόν εμείς αναγγέλλουμε, νουθετώντας κάθε άνθρωπο και διδάσκοντας κάθε άνθρωπο με όλη τη σοφία, για να παρουσιάσουμε κάθε άνθρωπο τέλειο στο Χριστό. Κολ. 1,29 εἰς ὃ καὶ κοπιῶ ἀγωνιζόμενος κατὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ τὴν ἐνεργουμένην ἐν ἐμοὶ ἐν δυνάμει. Κολ. 1,29 Γι’ αυτό και κοπιάζω και αγωνίζομαι σύμφωνα με την ενέργειά του που ενεργείται μέσα μου με δύναμη.

ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ 2

Η ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Κολ. 2,1 Θέλω γὰρ ὑμᾶς εἰδέναι ἡλίκον ἀγῶνα ἔχω περὶ ὑμῶν καὶ τῶν ἐν Λαοδικείᾳ καὶ ὅσοι οὐχ ἑωράκασι τὸ πρόσωπόν μου ἐν σαρκί, Κολ. 2,1 Γιατί θέλω να ξέρετε πόσο μεγάλο αγώνα έχω για σας και γι’ αυτούς που είναι στη Λαοδίκεια και για όσους δεν έχουν δει το πρόσωπό μου σωματικά, Κολ. 2,2 ἵνα παρακληθῶσιν αἱ καρδίαι αὐτῶν, συμβιβασθέντων ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰς πάντα πλοῦτον τῆς πληροφορίας τῆς συνέσεως, εἰς ἐπίγνωσιν τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς καὶ τοῦ Χριστοῦ, Κολ. 2,2 για να παρηγορηθούν οι καρδιές τους και να κρατηθούν μαζί μέσα στην αγάπη και σε όλο τον πλούτο που υπάρχει στην πλήρη βεβαιότητα της σύνεσης, ώστε να γνωρίζουν καλά το μυστήριο του Θεού, δηλαδή του Χριστού, Κολ. 2,3 ἐν ᾧ εἰσι πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι. Κολ. 2,3 μέσα στον οποίο είναι απόκρυφοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσης. Κολ. 2,4 Τοῦτο δὲ λέγω ἵνα μή τις ὑμᾶς παραλογίζηται ἐν πιθανολογίᾳ· Κολ. 2,4 Αυτό το λέω, για να μη σας κάνει κανείς να παραλογίζεστε με πιθανολογία. Κολ. 2,5 εἰ γὰρ καὶ τῇ σαρκὶ ἄπειμι, ἀλλὰ τῷ πνεύματι σὺν ὑμῖν εἰμι, χαίρων καὶ βλέπων ὑμῶν τὴν τάξιν καὶ τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως ὑμῶν. Κολ. 2,5 Γιατί αν και με τη σάρκα είμαι απών, όμως με το πνεύμα είμαι μαζί σας, χαίροντας και βλέποντας την τάξη σας και τη στερεότητα της πίστης σας στο Χριστό.

ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ

Κολ. 2,6 ῾Ως οὖν παρελάβετε τὸν Χριστὸν ᾿Ιησοῦν τὸν Κύριον, ἐν αὐτῷ περιπατεῖτε, Κολ. 2,6 Όπως λοιπόν παραλάβατε το Χριστό Ιησού τον Κύριο, ενωμένοι με αυτόν να περπατάτε, Κολ. 2,7 ἐρριζωμένοι καὶ ἐποικοδομούμενοι ἐν αὐτῷ καὶ βεβαιούμενοι ἐν τῇ πίστει καθὼς ἐδιδάχθητε, περισσεύοντες ἐν αὐτῇ ἐν εὐχαριστίᾳ. Κολ. 2,7 ριζωμένοι και εποικοδομούμενοι σ’ αυτόν, και να βεβαιώνεστε στην πίστη καθώς διδαχτήκατε, περισσεύοντας στην ευχαριστία. Κολ. 2,8 Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν· Κολ. 2,8 Προσέχετε μήπως υπάρξει κάποιος που σας αρπάξει σαν λάφυρό του με τη φιλοσοφία και με τη μάταιη απάτη κατά την παράδοση των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και όχι κατά Χριστό. Κολ. 2,9 ὅτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς, Κολ. 2,9 Γιατί μέσα σ’ αυτόν κατοικεί όλο το πλήρωμα της θεότητας σωματικά, Κολ. 2,10 καὶ ἐστὲ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλὴ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, Κολ. 2,10 και είστε τοποθετημένοι ως πλήρωμα μέσα σ’ αυτόν, ο οποίος είναι η κεφαλή κάθε αρχής και εξουσίας. Κολ. 2,11 ἐν ᾧ καὶ περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ, Κολ. 2,11 Μέσω αυτού και περιτμηθήκατε με περιτομή αχειροποίητη, με το γδύσιμο του σώματος της σάρκας, με την περιτομή του Χριστού, Κολ. 2,12 συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐν ᾧ καὶ συνηγέρθητε διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ τῶν νεκρῶν. Κολ. 2,12 αφού ταφήκατε μαζί του στο βάφτισμα, με τον οποίο και εγερθήκατε μαζί διαμέσου της πίστης στην ενέργεια του Θεού ο οποίος τον έγειρε από τους νεκρούς. Κολ. 2,13 καὶ ὑμᾶς, νεκροὺς ὄντας ἐν τοῖς παραπτώμασι καὶ τῇ ἀκροβυστίᾳ τῆς σαρκὸς ὑμῶν, συνεζωοποίησεν ὑμᾶς σὺν αὐτῷ, χαρισάμενος ἡμῖν πάντα τὰ παραπτώματα, Κολ. 2,13 Και εσάς, που ήσασταν νεκροί μέσα στα παραπτώματα και στην ακροβυστία της σάρκας σας, σας ζωοποίησε μαζί με αυτόν, αφού μας χάρισε όλα τα παραπτώματα. Κολ. 2,14 ἐξαλείψας τὸ καθ' ἡμῶν χειρόγραφον τοῖς δόγμασιν ὃ ἦν ὑπεναντίον ἡμῖν, καὶ αὐτὸ ἦρεν ἐκ τοῦ μέσου προσηλώσας αὐτὸ τῷ σταυρῷ· Κολ. 2,14 Εξάλειψε το ενάντια σ’ εμάς χειρόγραφο με τα δόγματα που ήταν εναντίον μας, και αυτό το έχει σηκώσει από το μέσο και το κάρφωσε στο σταυρό. Κολ. 2,15 ἀπεκδυσάμενος τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας ἐδειγμάτισεν ἐν παρρησίᾳ, θριαμβεύσας αὐτοὺς ἐν αὐτῷ. Κολ. 2,15 Απογύμνωσε τις αρχές και τις εξουσίες και τις διαπόμπεψε δημόσια, αφού θριάμβευσε εναντίον τους με τον εαυτό του.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

Κολ. 2,16 Μὴ οὖν τις ὑμᾶς κρινέτω ἐν βρώσει ἢ ἐν πόσει ἢ ἐν μέρει ἑορτῆς ἢ νουμηνίας ἢ σαββάτων, Κολ. 2,16 Ας μη σας κρίνει κανείς, λοιπόν, σχετικά με τροφή και με ποτό ή αναφορικά με γιορτή ή με νεομηνία ή με σάββατα. Κολ. 2,17 ἅ ἐστι σκιὰ τῶν μελλόντων, τὸ δὲ σῶμα Χριστοῦ. Κολ. 2,17 τα οποία είναι σκιά των μελλοντικών πραγμάτων, ενώ το σώμα της σκιάς είναι του Χριστού. Κολ. 2,18 μηδεὶς ὑμᾶς καταβραβευέτω θέλων ἐν ταπεινοφροσύνῃ καὶ θρησκείᾳ τῶν ἀγγέλων, ἃ μὴ ἑώρακεν ἐμβατεύων, εἰκῆ φυσιούμενος ὑπὸ τοῦ νοὸς τῆς σαρκὸς αὐτοῦ, Κολ. 2,18 Κανείς ας μη σας καταδυναστεύει, κάνοντας το δικό του θέλημα με φαινομενική ταπεινοφροσύνη και με θρησκεία των αγγέλων, τα οποία έχει δει καθώς καταγίνεται μ’ αυτά, ενώ φουσκώνει με υπερηφάνεια χωρίς λόγο από τον σαρκικό νου του, Κολ. 2,19 καὶ οὐ κρατῶν τὴν κεφαλήν, ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα διὰ τῶν ἁφῶν καὶ συνδέσμων ἐπιχορηγούμενον καὶ συμβιβαζόμενον αὔξει τὴν αὔξησιν τοῦ Θεοῦ. Κολ. 2,19 και που δεν κρατά την κεφαλή, από τον Οποίο όλο το σώμα με τις αρθρώσεις και με τους συνδέσμους τροφοδοτείται, συνενώνεται και αυξάνει την αύξηση του Θεού. Κολ. 2,20 Εἰ οὖν ἀπεθάνετε σὺν τῷ Χριστῷ ἀπὸ τῶν στοιχείων τοῦ κόσμου, τί ὡς ζῶντες ἐν κόσμῳ δογματίζεσθε, Κολ. 2,20 Αν πεθάνατε μαζί με το Χριστό για τα στοιχεία του κόσμου, γιατί σαν να ζείτε κοσμικά δογματίζεστε; Κολ. 2,21 μὴ ἅψῃ μηδὲ γεύσῃ μηδὲ θίγῃς Κολ. 2,21 “Μην αγγίξεις μήτε να γευτείς μήτε να θίξεις” Κολ. 2,22 ἅ ἐστι πάντα εἰς φθορὰν τῇ ἀποχρήσει κατὰ τὰ ἐντάλματα καὶ διδασκαλίας τῶν ἀνθρώπων; Κολ. 2,22 πράγματα που όλα πρόκειται να φθαρούν στην κοιλιά με την πέψη, σύμφωνα με τις εντολές και με τις διδασκαλίες των ανθρώπων, Κολ. 2,23 ἅτινά ἐστι λόγον μὲν ἔχοντα σοφίας ἐν ἐθελοθρησκείᾳ καὶ ταπεινοφροσύνῃ καὶ ἀφειδίᾳ σώματος, οὐκ ἐν τιμῇ τινι πρὸς πλησμονὴν τῆς σαρκός. Κολ. 2,23 τα οποία έχουν, βέβαια, λόγια σοφίας με εθελοθρησκία και με φαινομενική ταπεινοφροσύνη και με σκληρότητα στο σώμα, αλλά δεν έχουν καμιά αξία, χρησιμεύουν μόνο για να ικανοποιήσουν πλήρως τη σάρκα.

ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ 3

Ο ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Κολ. 3,1 Εἰ οὖν συνηγέρθητε τῷ Χριστῷ, τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστός ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος, Κολ. 3,1 Αν λοιπόν εγερθήκατε μαζί με το Χριστό, τα άνω να ζητάτε, εκεί όπου ο Χριστός κάθεται συνεχώς στα δεξιά του Θεού. Κολ. 3,2 τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς. Κολ. 3,2 τα άνω να φρονείτε, όχι όσα είναι πάνω στη γη. Κολ. 3,3 ἀπεθάνετε γάρ, καὶ ἡ ζωὴ ὑμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ· Κολ. 3,3 Γιατί πεθάνατε και η ζωή σας είναι κρυμμένη μαζί με το Χριστό μέσα στο Θεό. Κολ. 3,4 ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ἡμῶν, τότε καὶ ὑμεῖς σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ. Κολ. 3,4 Όταν ο Χριστός, η ζωή σας, φανερωθεί, τότε και εσείς μαζί του θα φανερωθείτε με δόξα. Κολ. 3,5 Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία, Κολ. 3,5 Νεκρώστε, λοιπόν, τα μέλη σας που είναι πάνω στη γη, πορνεία, ακαθαρσία, πάθος, κακή επιθυμία και την πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρία. Κολ. 3,6 δι' ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας, Κολ. 3,6 Γι’ αυτά έρχεται η οργή του Θεού πάνω στους γιους της απείθειας. Κολ. 3,7 ἐν οἷς καὶ ὑμεῖς περιεπατήσατέ ποτε, ὅτε ἐζῆτε ἐν αὐτοῖς· Κολ. 3,7 Μεταξύ των οποίων κι εσείς περπατήσατε κάποτε, όταν ζούσατε μέσα σ’ αυτά. Κολ. 3,8 νυνὶ δὲ ἀπόθεσθε καὶ ὑμεῖς τὰ πάντα, ὀργήν, θυμόν, κακίαν, βλασφημίαν, αἰσχρολογίαν ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν· Κολ. 3,8 Τώρα, όμως, αποθέστε κι εσείς τα πάντα, οργή, θυμό, κακία, βλαστήμια, αισχρολογία από το στόμα σας. Κολ. 3,9 μὴ ψεύδεσθε εἰς ἀλλήλους, ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ Κολ. 3,9 Μην ψεύδεστε ο ένας στον άλλο, αφού γδυθήκατε τον παλιό άνθρωπο μαζί με τις πράξεις του Κολ. 3,10 καὶ ἐνδυσάμενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ' εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν, Κολ. 3,10 και ντυθήκατε το νέο, που ανακαινίζεται σε επίγνωση κατά την εικόνα εκείνου που τον δημιούργησε, Κολ. 3,11 ὅπου οὐκ ἔνι ῞Ελλην καὶ ᾿Ιουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός. Κολ. 3,11 όπου δεν υπάρχει Έλληνας και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και σε όλους είναι ο Χριστός. Κολ. 3,12 ᾿Ενδύσασθε οὖν, ὡς ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι, σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πρᾳότητα, μακροθυμίαν, Κολ. 3,12 Ντυθείτε, λοιπόν, ως εκλεκτοί του Θεού άγιοι και αγαπημένοι, με σπλάχνα οικτιρμού, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνη, πραότητα, μακροθυμία. Κολ. 3,13 ἀνεχόμενοι ἀλλήλων καὶ χαριζόμενοι ἑαυτοῖς ἐάν τις πρός τινα ἔχῃ μομφήν· καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἐχαρίσατο ὑμῖν, οὕτω καὶ ὑμεῖς· Κολ. 3,13 Να ανέχεστε ο ένας τον άλλο και να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο αν κάποιος έχει παράπονο εναντίον άλλου. Καθώς και ο Κύριος σας συγχώρεσε, έτσι κι εσείς. Κολ. 3,14 ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος. Κολ. 3,14 Και πάνω σ’ όλα αυτά να βάλετε την αγάπη, που είναι ο σύνδεσμος της τελειότητας. Κολ. 3,15 καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ βραβευέτω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθητε ἐν ἑνὶ σώματι· καὶ εὐχάριστοι γίνεσθε· Κολ. 3,15 Και η ειρήνη του Χριστού ας κυβερνά μέσα στις καρδιές σας, στην οποία και κληθήκατε να ζείτε σε ένα σώμα. και να γίνεστε ευγνώμονες. Κολ. 3,16 ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως, ἐν πάσῃ σοφίᾳ διδάσκοντες καὶ νουθετοῦντες ἑαυτοὺς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἐν χάριτι ᾄδοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ. Κολ. 3,16 Ο λόγος του Χριστού ας κατοικεί μέσα σας πλούσια, με όλη τη σοφία διδάσκοντας και νουθετώντας ο ένας τον άλλο, με ψαλμούς, με ύμνους και με ωδές πνευματικές, με τη χάρη τραγουδώντας μέσα από τις καρδιές σας στο Θεό. Κολ. 3,17 καὶ πᾶν ὅ,τι ἂν ποιῆτε ἐν λόγῳ ἢ ἐν ἔργῳ, πάντα ἐν ὀνόματι Κυρίου ᾿Ιησοῦ, εὐχαριστοῦντες τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ δι' αὐτοῦ. Κολ. 3,17 Και καθετί, ότι κι αν κάνετε, με λόγια ή με έργα, όλα να τα κάνετε στο όνομα του Κυρίου Ιησού, ευχαριστώντας το Θεό Πατέρα μέσω αυτού.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Κολ. 3,18 Αἱ γυναῖκες ὑποτάσσεσθε τοῖς ἀνδράσιν, ὡς ἀνῆκεν ἐν Κυρίῳ. Κολ. 3,18 Οι γυναίκες, να υποτάσσεστε στους άντρες σας, όπως είναι σωστό στον Κύριο. Κολ. 3,19 Οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας καὶ μὴ πικραίνεσθε πρὸς αὐτάς. Κολ. 3,19 Οι άντρες, να αγαπάτε τις γυναίκες σας και μη γίνεστε πικροί προς αυτές. Κολ. 3,20 Τὰ τέκνα ὑπακούετε τοῖς γονεῦσι κατὰ πάντα· τοῦτο γάρ ἐστιν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ. Κολ. 3,20 Τα παιδιά, να υπακούτε στους γονείς σας σε όλα, γιατί αυτό είναι ευάρεστο στον Κύριο. Κολ. 3,21 Οἱ πατέρες μὴ ἐρεθίζετε τὰ τέκνα ὑμῶν, ἵνα μὴ ἀθυμῶσιν. Κολ. 3,21 Οι πατέρες, μην ερεθίζετε τα παιδιά σας, για να μην αποθαρρύνονται. Κολ. 3,22 Οἱ δοῦλοι ὑπακούετε κατὰ πάντα τοῖς κατὰ σάρκα κυρίοις, μὴ ἐν ὀφθαλμοδουλίαις, ὡς ἀνθρωπάρεσκοι, ἀλλ' ἐν ἁπλότητι καρδίας, φοβούμενοι τὸν Θεόν. Κολ. 3,22 Οι δούλοι, να υπακούτε σε όλα στους κατά σάρκα κυρίους σας, όχι με οφθαλμοδουλία σαν ανθρωπάρεσκοι, αλλά με απλότητα καρδιάς να φοβάστε τον Κύριο. Κολ. 3,23 καὶ πᾶν ὅ,τι ἐὰν ποιῆτε, ἐκ ψυχῆς ἐργάζεσθε, ὡς τῷ Κυρίῳ καὶ οὐκ ἀνθρώποις, Κολ. 3,23 Ό,τι κι αν κάνετε, με την ψυχή σας να το εργάζεστε όπως στον Κύριο και όχι σε ανθρώπους, Κολ. 3,24 εἰδότες ὅτι ἀπὸ Κυρίου ἀπολήψεσθε τὴν ἀνταπόδοσιν τῆς κληρονομίας· τῷ γὰρ Κυρίῳ Χριστῷ δουλεύετε· Κολ. 3,24 και να ξέρετε ότι από τον Κύριο θα απολάβετε την ανταπόδοση της ουράνιας κληρονομιάς. Στον Κύριο Χριστό να υπηρετείτε ως δούλοι. Κολ. 3,25 ὁ δὲ ἀδικῶν κομιεῖται ὃ ἠδίκησε, καὶ οὐκ ἔστι προσωποληψία. Κολ. 3,25 Γιατί εκείνος που αδικεί θα πάρει αυτό που αδίκησε, και δεν υπάρχει προσωποληψία.

ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ 4

ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ

Κολ. 4,1 Οἱ κύριοι τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἰσότητα τοῖς δούλοις παρέχεσθε, εἰδότες ὅτι καὶ ὑμεῖς ἔχετε Κύριον ἐν οὐρανοῖς. Κολ. 4,1 Οι κύριοι, το δίκαιο και την ισότητα να παρέχετε στους δούλους σας, και να ξέρετε ότι και εσείς έχετε Κύριο στον ουρανό. Κολ. 4,2 Τῇ προσευχῇ προσκαρτερεῖτε, γρηγοροῦντες ἐν αὐτῇ ἐν εὐχαριστίᾳ, Κολ. 4,2 Στην προσευχή να επιμένετε καρτερικά, να αγρυπνείτε σε αυτή με ευχαριστία, Κολ. 4,3 προσευχόμενοι ἅμα καὶ περὶ ἡμῶν, ἵνα ὁ Θεὸς ἀνοίξῃ ἡμῖν θύραν τοῦ λόγου, λαλῆσαι τὸ μυστήριον τοῦ Χριστοῦ, δι' ὃ καὶ δέδεμαι, Κολ. 4,3 να προσεύχεστε συγχρόνως και για μας, για να μας ανοίξει ο Θεός θύρα για το λόγο του, ώστε να κηρύξουμε το μυστήριο του Χριστού, για το οποίο και είμαι δεμένος, Κολ. 4,4 ἵνα φανερώσω αὐτὸ ὡς δεῖ με λαλῆσαι. Κολ. 4,4 για να το φανερώσω και όπως πρέπει να μιλήσω. Κολ. 4,5 ᾿Εν σοφίᾳ περιπατεῖτε πρὸς τοὺς ἔξω, τὸν καιρὸν ἐξαγοραζόμενοι. Κολ. 4,5 Με σοφία να περπατάτε προς τους έξω, εξαγοράζοντας για τον εαυτό σας τον καιρό. Κολ. 4,6 ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι. Κολ. 4,6 Ο λόγος σας να είναι πάντοτε με χάρη, με αλάτι αρτυμένος, ώστε να ξέρετε πώς πρέπει σε καθέναν ξεχωριστά να αποκρίνεστε. Κολ. 4,7 Τὰ κατ' ἐμὲ πάντα γνωρίσει ὑμῖν Τυχικὸς ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς διάκονος καὶ σύνδουλος ἐν Κυρίῳ, Κολ. 4,7 Όλα τα σχετικά μ’ εμένα θα σας τα γνωρίσει ο Τυχικός, ο αγαπητός αδελφός και πιστός διάκονος και σύνδουλος στον Κύριο, Κολ. 4,8 ὃν ἔπεμψα πρὸς ὑμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο, ἵνα γνῷ τὰ περὶ ὑμῶν καὶ παρακαλέσῃ τὰς καρδίας ὑμῶν, Κολ. 4,8 τον οποίο έστειλα προς εσάς ακριβώς γι’ αυτό, για να γνωρίσετε τα σχετικά μ’ εμάς και για να ενθαρρύνει τις καρδιές σας, Κολ. 4,9 σὺν ᾿Ονησίμῳ τῷ πιστῷ καὶ ἀγαπητῷ ἀδελφῷ, ὅς ἐστιν ἐξ ὑμῶν· πάντα ὑμῖν γνωριοῦσι τὰ ᾧδε. Κολ. 4,9 μαζί με τον Ονήσιμο, τον πιστό και αγαπητό αδελφό, ο οποίος είναι από τους δικούς σας. όλα όσα συμβαίνουν εδώ θα σας τα γνωστοποιήσουν.

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ

Κολ. 4,10 ᾿Ασπάζεται ὑμᾶς ᾿Αρίσταρχος ὁ συναιχμάλωτός μου, καὶ Μᾶρκος ὁ ἀνεψιὸς Βαρνάβα, περὶ οὗ ἐλάβετε ἐντολάς· ἐὰν ἔλθῃ πρὸς ὑμᾶς, δέξασθε αὐτόν, Κολ. 4,10 Σας χαιρετά ο Αρίσταρχος, ο συναιχμάλωτός μου, και ο Μάρκος, ο εξάδελφος του Βαρνάβα για τον οποίο λάβατε εντολές, αν έρθει προς εσάς, να τον δεχτείτε, Κολ. 4,11 καὶ ᾿Ιησοῦς ὁ λεγόμενος ᾿Ιοῦστος, οἱ ὄντες ἐκ περιτομῆς, οὗτοι μόνοι συνεργοὶ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, οἵτινες ἐγενήθησάν μοι παρηγορία. Κολ. 4,11 και ο Ιησούς, ο λεγόμενος Ιούστος, οι οποίοι είναι από τους περιτμημένους. Αυτοί είναι οι μόνοι συνεργάτες μου στη βασιλεία του Θεού, οι οποίοι μου έγιναν παρηγοριά. Κολ. 4,12 ἀσπάζεται ὑμᾶς ᾿Επαφρᾶς ὁ ἐξ ὑμῶν, δοῦλος Χριστοῦ, πάντοτε ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ ὑμῶν ἐν ταῖς προσευχαῖς, ἵνα στῆτε τέλειοι καὶ πεπληρωμένοι ἐν παντὶ θελήματι τοῦ Θεοῦ· Κολ. 4,12 Σας χαιρετά ο Επαφράς, που είναι από τους δικούς σας, δούλος του Χριστού Ιησού, που πάντοτε αγωνίζεται για σας στις προσευχές, για να σταθείτε τέλειοι και πλήρως βεβαιωμένοι σε κάθε θέλημα του Θεού. Κολ. 4,13 μαρτυρῶ γὰρ αὐτῷ ὅτι ἔχει ζῆλον πολὺν ὑπὲρ ὑμῶν καὶ τῶν ἐν Λαοδικείᾳ καὶ τῶν ἐν ῾Ιεραπόλει. Κολ. 4,13 Γιατί μαρτυρώ γι’ αυτόν ότι έχει πολύ πόνο για σας και γι’ αυτούς που είναι στη Λαοδίκεια και γι’ αυτούς που είναι στην Ιεράπολη. Κολ. 4,14 ἀσπάζεται ὑμᾶς Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητὸς καὶ Δημᾶς. Κολ. 4,14 Σας χαιρετά ο Λουκάς, ο γιατρός ο αγαπητός, και ο Δημάς. Κολ. 4,15 ἀσπάσασθε τοὺς ἐν Λαοδικείᾳ ἀδελφοὺς καὶ Νυμφᾶν καὶ τὴν κατ' οἶκον αὐτοῦ ἐκκλησίαν· Κολ. 4,15 Χαιρετήστε τους αδελφούς που είναι στη Λαοδίκεια, και το Νυμφά και την κατ’ οίκο του εκκλησία. Κολ. 4,16 καὶ ὅταν ἀναγνωσθῇ παρ' ὑμῖν ἡ ἐπιστολή, ποιήσατε ἵνα καὶ ἐν τῇ Λαοδικέων ἐκκλησίᾳ ἀναγνωσθῇ, καὶ τὴν ἐκ Λαοδικείας ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀναγνῶτε. Κολ. 4,16 Και όταν διαβαστεί μπροστά σας η επιστολή, κάντε ώστε να διαβαστεί και στην εκκλησία των Λαοδικαίων, όπως και την επιστολή από τη Λαοδίκεια να διαβάσετε κι εσείς. Κολ. 4,17 καὶ εἴπατε ᾿Αρχίππῳ· βλέπε τὴν διακονίαν ἣν παρέλαβες ἐν Κυρίῳ, ἵνα αὐτὴν πληροῖς. Κολ. 4,17 Και πείτε στον Άρχιππο: «Πρόσεχε τη διακονία που παράλαβες μέσω του Κυρίου, για να την εκπληρώνεις». Κολ. 4,18 ῾Ο ἀσπασμὸς τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου. μνημονεύετέ μου τῶν δεσμῶν. ῾Η χάρις μεθ' ὑμῶν· ἀμήν. Κολ. 4,18 Ο χαιρετισμός γίνεται με το δικό μου χέρι, του Παύλου. Να θυμάστε τα δεσμά μου. Η χάρη ας είναι μαζί σας.

Προς Θεσσαλονικείς Α'

Προς Θεσσαλονικείς Α' 1, 2, 3, 4, 5

Την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης ίδρυσε ο Παύλος κατά τη δεύτερη ιεραποστολική περιοδεία του, όταν μετά τους Φιλίππους, που ήταν ο πρώτος σταθμός στην Ελλάδα, έφθασε στη Θεσσαλονίκη μαζί με τον Τιμόθεο, γύρω στο έτος 50 μ.Χ…

Ο Παύλος αναγκάστηκε να φύγει από τη Θεσσαλονίκη πολύ σύντομα, διότι η μεγάλη επιτυχία του έργου του εξόργισε τους εκεί Ιουδαίους. Από την Αθήνα στέλνει τον Τιμόθεο στη Θεσσαλονίκη, για να ενθαρρύνει και να στηρίξει τους Θεσσαλονικείς στην πίστη. Σε λίγο ο Τιμόθεος ξανασυναντά τον Παύλο στην Κόρινθο και του κομίζει ευχάριστες πληροφορίες για τους νέους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης καθώς και ορισμένα ερωτήματα τους.

Έτσι ο Παύλος το έτος 51 μ.Χ. στέλνει από την Κόρινθο στους Θεσσαλονικείς την πρώτη επιστολή του. Δεν άργησε να ακολουθήσει και δεύτερη. Πρόκειται για τα πρώτα γραπτά κείμενα του Παύλου και ολόκληρης της Καινής Διαθήκης.

Τα κεντρικά θέματα της Α’ προς Θεσσαλονικείς επιστολής είναι τα εξής:

Α) Η στοργή και το ενδιαφέρον του Παύλου για τους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης: Μετά το προοίμιο της επιστολής υπενθυμίζει ο Απόστολος στους αναγνώστες τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθε στην πόλη τους, τους πολλούς αγώνες και τις θλίψεις του καθώς και τους λόγους που τον οδήγησαν εκεί.

Η αγάπη και η στοργή κατηύθυναν το έργο του, καθώς επίσης και η επιθυμία να μεταδώσει στους Θεσσαλονικείς όχι μόνο το Ευαγγέλιο αλλά και την ψυχή του, σαν τη μητέρα που φροντίζει τα παιδιά της. Απόδειξη του μεγάλου ενδιαφέροντος του αποτελεί η αποστολή του Τιμόθεου προς αυτούς και η χαρά του για τις καλές ειδήσεις που του έφερε. Ακόμη ο Παύλος εκφράζει τη σφοδρή επιθυμία του να τους επισκεφτεί και πάλι και η θλίψη του, γιατί αυτό δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί προς το παρόν.

Ο Παύλος επιμένει τόσο πολύ στην αποσαφήνιση των λόγων του κηρύγματος του και στην υπογράμμιση της στοργής του γι’ αυτούς, ώστε να άρει κάθε τυχόν υποψία τους ότι ήταν κάποιος φιλόδοξος πλανόδιος κήρυκας, που διέδιδε τις ιδέες του από πόλη σε πόλη.

Β) Η ηθική καθαρότητα και φιλαδελφία: η νέα πίστη απαιτεί νέο ήθος από τον άνθρωπο. Το νέο ήθος είναι η συμμόρφωση προς το θέλημα του Θεού, που συνίσταται στον εξαγνισμό και την αποφυγή της πορνείας. Υπάρχει πάντοτε κίνδυνος να υποπέσουν οι Χριστιανοί, ιδίως οι “εξ εθνών χριστιανοί” στις αμαρτωλές συνήθειες της πρώην εθνικής θρησκείας τους, γι’ αυτό και ο Παύλος υπογραμμίζει γενικά στις επιστολές του και ιδιαίτερα εδώ την απόλυτη απαίτηση του Θεού για ηθική καθαρότητα.

Γ) Η ανάσταση των “κεκοιμημένων”: Φαίνεται ότι ένα από τα ερωτήματα των Θεσσαλονικέων αναφερόταν στην τύχη των ήδη «κεκοιμημένων» μελών της κοινότητας. Ο Παύλος τους απαντά προβάλλοντας την ελπίδα ως χαρακτηριστικό γνώρισμα των Χριστιανών σε σχέση με τους άλλους και τονίζοντας τη στενή συσχέτιση της Ανάστασης του Χριστού και της ανάστασης των κεκοιμημένων χριστιανών. Κατά την παρουσία του Κυρίου οι κεκοιμημένοι θα ξυπνήσουν και μαζί με τους ζώντες εκείνη την ώρα θα συναντήσουν τον Κύριο για να ζήσουν μαζί του.

Σε σχέση προς το ερώτημα, πότε θα γίνει το γεγονός αυτό, πότε θα έρθει η «ημέρα του Κυρίου», ο Παύλος απαντά ότι το πότε δεν είναι γνωστό, θα έρθει όμως όπως ο κλέφτης τη νύχτα και γι’ αυτό απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση εκ μέρους των ανθρώπων και ζωή που αρμόζει σε ανθρώπους που πιστεύουν στο Χριστό.

Δ) Διάφορες προτροπές για υπακοή στους προϊσταμένους της Εκκλησίας, για αγαθοεργία, αδιάλειπτη προσευχή, για διατήρηση των πνευματικών χαρισμάτων κλπ.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α' 1

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Θεσ. Α' 1,1 Παῦλος καὶ Σιλουανὸς καὶ Τιμόθεος τῇ ἐκκλησίᾳ Θεσσαλονικέων ἐν Θεῷ πατρὶ καὶ Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεσ. Α' 1,1 Ο Παύλος και ο Σιλουανός και ο Τιμόθεος προς την Εκκλησίαν των Θεσσαλονικέων, η οποία ιδρύθη και υπάρχει εν τω Θεώ και Πατρί και εν τω Κυρίω Ιησούς Χριστώ· είθε να είναι εις σας η χάρις και η ειρήνη και αι άλλαι δωρεαί από τον Θεόν Πατέρα ημών και από τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

Θεσ. Α' 1,2 Εὐχαριστοῦμεν τῷ Θεῷ πάντοτε περὶ πάντων ὑμῶν μνείαν ὑμῶν ποιούμενοι ἐπὶ τῶν προσευχῶν ἡμῶν, Θεσ. Α' 1,2 Ευχαριστούμεν τον Θεόν πάντοτε δι' όλους σας, δια τας πνευματικάς προόδους, που έχετε σημειώσει, μνημονεύοντες σας εις τας προσευχάς μας. Θεσ. Α' 1,3 ἀδιαλείπτως μνημονεύοντες ὑμῶν τοῦ ἔργου τῆς πίστεως καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὑπομονῆς τῆς ἐλπίδος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς ἡμῶν, Θεσ. Α' 1,3 Συνεχώς δε ενθυμούμεθα το έργον, που είναι καρπός της πίστεως και του κόπου στον οποίον υποβάλλεσθε ένεκα της αγάπης σας και της υπομονής και της ελπίδος, που έχετε στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Και το έργον σας αυτό γίνεται έμπροσθεν του Θεού και Πατρός μας, ο οποίος βλέπει και παρακολουθεί τα πάντα. Θεσ. Α' 1,4 εἰδότες, ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι ὑπὸ Θεοῦ, τὴν ἐκλογὴν ὑμῶν, Θεσ. Α' 1,4 Ευχαριστούμεν τον Κύριον, αδελφοί αγαπημένοι από τον Θεόν, διότι γνωρίζομεν καλά την εκλογήν, την οποίαν σας έχει κάμει ο Θεός. Θεσ. Α' 1,5 ὅτι τὸ εὐαγγέλιον ἡμῶν οὐκ ἐγενήθη εἰς ὑμᾶς ἐν λόγῳ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν δυνάμει καὶ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ ἐν πληροφορίᾳ πολλῇ, καθὼς οἴδατε οἷοι ἐγενήθημεν ἐν ὑμῖν δι᾿ ὑμᾶς· Θεσ. Α' 1,5 Έχετε αναδειχθή άξιοι αυτής της εκλογής, διότι το Ευαγγέλιον, που εκηρύξαμεν εις σας, δεν σας παρεδόθη με λόγον μόνον, αλλά και με δύναμιν Θεού και με Πνεύμα Άγιον, που φωτίζει πάντοτε και ενισχύει τους πιστούς, και με πληροφορίαν και βεβαιότητα πολλήν εις την ψυχήν σας, όπως άλλωστε και σεις οι ίδιοι γνωρίζετε πως ημείς συνανεστράφημεν και εφέρθημεν μεταξύ σας, με μοναδικόν σκοπόν να σας μεταδώσωμεν το Ευαγγέλιον και δι' αυτού την κατά Θεόν ζωήν.

Η ΠΙΣΤΗ ΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ

Θεσ. Α' 1,6 καὶ ὑμεῖς μιμηταὶ ἡμῶν ἐγενήθητε καὶ τοῦ Κυρίου δεξάμενοι τὸν λόγον ἐν θλίψει πολλῇ μετὰ χαρᾶς Πνεύματος Ἁγίου, Θεσ. Α' 1,6 Αλλά και σεις εμιμήθητε ημάς και τον Κύριον με το να δεχθήτε τον λόγον του Ευαγγελίου εν μέσω πολλών θλίψεων, που σας είχαν προκαλέσει οι διωγμοί, αλλά και με χαράν, την οποίαν γεννά το Άγιον Πνεύμα εις τας καλοπροαιρέτους καρδίας. Θεσ. Α' 1,7 ὥστε γενέσθαι ὑμᾶς τύπους πᾶσι τοῖς πιστεύουσιν ἐν τῇ Μακεδονίᾳ καὶ ἐν τῇ Ἀχαΐᾳ. Θεσ. Α' 1,7 Με τον τρόπον δε αυτόν έχετε αναδειχθή πράγματι εκλεκτοί μαθηταί του Κυρίου, ώστε να γίνετε τύπος και παράδειγμα εις όλους τους πιστούς της Μακεδονίας και της Νοτίου Ελλάδος. Θεσ. Α' 1,8 ἀφ᾿ ὑμῶν γὰρ ἐξήχηται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου· οὐ μόνον ἐν τῇ Μακεδονίᾳ καὶ ἐν τῇ Ἀχαΐᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν παντὶ τόπῳ ἡ πίστις ὑμῶν ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ἐξελήλυθεν, ὥστε μὴ χρείαν ἡμᾶς ἔχειν λαλεῖν τι· Θεσ. Α' 1,8 Διότι από σας έχει διαλαληθή και ακουσθή ο λόγος του Κυρίου, όχι δε μόνον εις την Μακεδονίαν και εις την Νότιον Ελλάδα, αλλά και εις κάθε τόπον έχει απλωθή και έχει φθάσει η καλή πληροφορία δια την ζωντανήν πίστιν σας, ώστε να μη ευρισκόμεθα ημείς εις ανάγκην να λέγωμεν τίποτε δι' αυτήν. Θεσ. Α' 1,9 αὐτοὶ γὰρ περὶ ἡμῶν ἀπαγγέλλουσιν ὁποίαν εἴσοδον ἔσχομεν πρὸς ὑμᾶς, καὶ πῶς ἐπεστρέψατε πρὸς τὸν Θεὸν ἀπὸ τῶν εἰδώλων δουλεύειν Θεῷ ζῶντι καὶ ἀληθινῷ, Θεσ. Α' 1,9 Διότι αυτοί οι ίδιοι οι χριστιανοί της Μακεδονίας, της Νοτίου Ελλάδος και των άλλων μερών διηγούνται πως ημείς εισήλθαμεν εις την πόλιν σας, ποίους δηλαδή κινδύνους αντικρύσαμεν εκ μέρους των εχθρών της πίστεως, και πως σεις, παρά τους κινδύνους και τας άλλας περιπετείας, εδέχθητε την νέαν πίστιν, εγκαταλείψατε τα είδωλα και επεστρέψατε στον Θεόν, δια να δουλεύετε πλέον, όχι εις τα είδωλα, αλλά στον Θεόν τον ζωντανόν και αληθινόν· Θεσ. Α' 1,10 καὶ ἀναμένειν τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐκ τῶν οὐρανῶν, ὃν ἤγειρεν ἐκ τῶν νεκρῶν, Ἰησοῦν τὸν ῥυόμενον ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ὀργῆς τῆς ἐρχομένης. Θεσ. Α' 1,10 και δια να περιμένετε με πίστιν και χαράν τον Υιόν του κατά την ένδοξον Δευτέραν Παρουσίαν του από τους ουρανούς, δηλαδή τον Ιησούν Χριστόν, τον οποίον ανέστησε εκ των νεκρών και ο οποίος μας σώζει και μας ελευθερώνει από την θείαν οργήν, που πρόκειται να έλθη και να εκσπάση κατά την Δευτέραν Παρουσίαν.

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α' 2

Η ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΤΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Θεσ. Α' 2,1 Αὐτοὶ γὰρ οἴδατε, ἀδελφοί, τὴν εἴσοδον ἡμῶν τὴν πρὸς ὑμᾶς ὅτι, οὐ κενὴ γέγονεν, Θεσ. Α' 2,1 Περί του έργου μας εις την Θεσσαλονίκην δεν έχω ανάγκην να σας γράψω· διότι, αδελφοί, σεις οι ίδιοι γνωρίζετε καλά, ότι η έλευσίς μας εις σας δεν υπήρξε ματαία και ανωφελής, Θεσ. Α' 2,2 ἀλλὰ προπαθόντες καὶ ὑβρισθέντες, καθὼς οἴδατε, ἐν Φιλίπποις, ἐπαῤῥησιασάμεθα ἐν τῷ Θεῷ ἡμῶν λαλῆσαι πρὸς ὑμᾶς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ ἐν πολλῷ ἀγῶνι. Θεσ. Α' 2,2 αλλά, μολονότι προηγουμένως είχομεν κακοποιηθή και ταλαιπωρηθή στους Φιλίππους, όπως άλλωστε και σεις γνωρίζετε, εν τούτοις χωρίς κανένα δισταγμόν, αλλά με θάρρος και τόλμην, που μας τα ενέπνεε ο Θεός ημών, εκηρύξαμεν εις σας το Ευαγγέλιον του Θεού, εν μέσω βέβαια πολλού και μεγάλου αγώνος εξ αιτίας του διωγμού, που εξήγειραν εναντίον μας οι Εβραίοι. Θεσ. Α' 2,3 ἡ γὰρ παράκλησις ἡμῶν οὐκ ἐκ πλάνης οὐδὲ ἐξ ἀκαθαρσίας, οὔτε ἐν δόλῳ, Θεσ. Α' 2,3 Και είχαμεν αυτό το θάρρος, διότι το χαροποιόν και ενυσχυτικόν εις την νέαν ζωήν κήρυγμά μας δεν προήρχετο από πλάνην, αλλ' από αυτόν τον Θεόν της αληθείας, ούτε από ψυχήν ακάθαρτον εκ της αμαρτίας και ιδιοτελείας, αλλ' από καρδίαν αγνήν, καθαράν και γεμάτην ανιδιοτελή αγάπην· ούτε είχε κανένα δόλον και δόλιον σκοπόν, αλλ' είχε την ευθύτητα και την ειλικρίνειαν. Θεσ. Α' 2,4 ἀλλὰ καθὼς δεδοκιμάσμεθα ὑπὸ τοῦ Θεοῦ πιστευθῆναι τὸ εὐαγγέλιον, οὕτω λαλοῦμεν, οὐχ ὡς ἀνθρώποις ἀρέσκοντες, ἀλλὰ τῷ Θεῷ τῷ δοκιμάζοντι τὰς καρδίας ἡμῶν. Θεσ. Α' 2,4 Αλλά, όπως ακριβώς έχομεν ευρεθή από τον Θεόν δόκιμοι και άξιοι να μας εμπιστευθή το Ευαγγέλιον του, έτσι και το διδάσκομεν· δεν επιδιώκομεν να αρέσωμεν στους ανθρώπους, αλλά να αρέσωμεν στον Θεόν, ο οποίος βλέπει και εξετάζει όχι μόνον τα εξωτερικά έργα, αλλά και τας καρδίας μας. Θεσ. Α' 2,5 οὔτε γάρ ποτε ἐν λόγῳ κολακείας ἐγενήθημεν, καθὼς οἴδατε, οὔτε ἐν προφάσει πλεονεξίας, Θεὸς μάρτυς, Θεσ. Α' 2,5 Διότι, όπως και σεις οι ίδιοι πάλιν ξεύρετε, ούτε ποτέ εχρησιμοποιήσαμεν λόγους καλακείας, δια να παρασύρωμεν με το μέρος μας και προς ωφέλειαν μας κανένα, ούτε εξεμεταλλεύθημεν το κήρυγμα ως πρόφασιν, δια να κερδήσωμεν χρήματα. Μάρτυς μου είναι ο Θεός. Θεσ. Α' 2,6 οὔτε ζητοῦντες ἐξ ἀνθρώπων δόξαν, οὔτε ἀφ᾿ ὑμῶν οὔτε ἀπὸ ἄλλων, δυνάμενοι ἐν βάρει εἶναι ὡς Χριστοῦ ἀπόστολοι, Θεσ. Α' 2,6 Ούτε δια του κηρύγματος εζητήσαμεν δόξαν και τιμήν εκ μέρους των ανθρώπων, ούτε από σας τους ιδίους ούτε από άλλους, καίτοι ημπορούσαμεν με το κύρος και την εξουσίαν, που έχομεν ως Απόστολοι του Χριστού, να επιζητήσωμεν και να επιτύχωμεν δόξαν εκ μέρους των ανθρώπων. Θεσ. Α' 2,7 ἀλλ᾿ ἐγενήθημεν ἤπιοι ἐν μέσῳ ὑμῶν, ὡς ἂν τροφὸς θάλπῃ τὰ ἑαυτῆς τέκνα· Θεσ. Α' 2,7 Αλλ' υπήρξαμεν πράοι και απλοί μεταξύ σας, εφέρθημεν με καλωσύνην και στοργήν, όπως μια καλή μητέρα που περιθάλπει τα παιδιά της. Θεσ. Α' 2,8 οὕτως ὁμειρόμενοι ὑμῶν εὐδοκοῦμεν μεταδοῦναι ὑμῖν οὐ μόνον τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰς ἑαυτῶν ψυχάς, διότι ἀγαπητοὶ ἡμῖν γεγένησθε. Θεσ. Α' 2,8 Ακριβώς σαν στοργική μετέρα τόσον ενθέρμως σας αγαπώμεν και σας ποθούμεν, ώστε έχομεν όλην την αγαθήν διάθεσιν και προθυμίαν να μεταδώσωμεν εις σας όχι μόνον το Ευαγγέλιον του Θεού, αλλά και τας ψυχάς μας, διότι μας έχετε γίνει αγαπητοί. Θεσ. Α' 2,9 μνημονεύετε γάρ, ἀδελφοί, τὸν κόπον ἡμῶν καὶ τὸν μόχθον· νυκτὸς γὰρ καὶ ἡμέρας ἐργαζόμενοι πρὸς τὸ μὴ ἐπιβαρῆσαί τινα ὑμῶν ἐκηρύξαμεν εἰς ὑμᾶς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ. Θεσ. Α' 2,9 Δεν είναι δε ανάγκη να σας ομιλώ δια την αγάπην μας αυτήν , διότι και σεις οι ίδιοι, αδελφοί, ενθυμείσθε τον κόπον και τον μόχθον μας εις την Θεσσαλονίκην. Επειδή νύκτα και ημέραν ειργαζόμεθα, δια να κερδήσωμεν αυτά που μας εχρειάζοντο προς συντήρησίν μας ώστε να μη επιβαρύνωμεν κανένα από σας και έτσι εκηρύξαμεν το Ευαγγέλιον του Θεού μεταξύ σας. Θεσ. Α' 2,10 ὑμεῖς μάρτυρες καὶ ὁ Θεὸς ὡς ὁσίως καὶ δικαίως καὶ ἀμέμπτως ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν ἐγενήθημεν, Θεσ. Α' 2,10 Σεις και ο Θεός είσθε μάρτυρες, πόσον και πως η συμπεριφορά και ανατροφή μας ανάμεσα εις σας τους πιστούς υπήρξεν αγνή και δικαία και άμεμπτος. Θεσ. Α' 2,11 καθάπερ οἴδατε ὡς ἕνα ἕκαστον ὑμῶν ὡς πατὴρ τέκνα ἑαυτοῦ παρακαλοῦντες ὑμᾶς καὶ παραμυθούμενοι Θεσ. Α' 2,11 Καθώς άλλωστε ξέρετε, ότι σαν πατέρας τα παιδιά του επροτρέπαμεν τον καθένα από σας και σας ενισχύαμεν εις την νέαν ζωήν και σας επαρηγορούσαμεν εις τας θλίψεις σας Θεσ. Α' 2,12 καὶ μαρτυρόμενοι εἰς τὸ περιπατῆσαι ὑμᾶς ἀξίως τοῦ Θεοῦ τοῦ καλοῦντος ὑμᾶς εἰς τὴν ἑαυτοῦ βασιλείαν καὶ δόξαν. Θεσ. Α' 2,12 και εντόνως και ζωηρώς διεμαρτυρόμεθα και σας εξωρκίζαμεν να πορευθήτε και να ζήσετε, όπως αξίζει και πρέπει στον Θεόν, που σας εκάλεσεν εις την ιδικήν του βασιλείαν και δόξαν. Θεσ. Α' 2,13 Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς εὐχαριστοῦμεν τῷ Θεῷ ἀδιαλείπτως, ὅτι παραλαβόντες λόγον ἀκοῆς παρ᾿ ἡμῶν τοῦ Θεοῦ ἐδέξασθε οὐ λόγον ἀνθρώπων, ἀλλὰ καθώς ἐστιν ἀληθῶς, λόγον Θεοῦ, ὃς καὶ ἐνεργεῖται ἐν ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν. Θεσ. Α' 2,13 Δια τούτο (δια το γεγονός δηλαδή ότι σεις ανταπεκρίθητε εις την κλήσιν του Θεού) ευχαριστούμεν τον Θεόν συνεχώς, διότι παρελάβατε το προφορικόν κήρυγμα του Θεού, όπως το ακούσατε από ημάς και το εδέχθητε όχι σαν λόγον ανθρώπων, αλλά -όπως και πράγματι είναι- σαν λόγον Θεού, που ενεργεί και φέρει θαυμαστούς καρπούς εις σας, οι οποίοι πιστεύετε. Θεσ. Α' 2,14 ὑμεῖς γὰρ μιμηταὶ ἐγενήθητε, ἀδελφοί, τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ τῶν οὐσῶν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅτι τὰ αὐτὰ ἐπάθετε καὶ ὑμεῖς ὑπὸ τῶν ἰδίων συμφυλετῶν καθὼς καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, Θεσ. Α' 2,14 Διότι σεις, αδελφοί, εγίνατε μιμηταί των Εκκλησιών του Θεού, που ευρίσκονται εις την Ιουδαίαν και είναι θεμελιωμέναι εν τω ονόματι του Χριστού· επειδή και σεις επάθατε από τους ομοεθνείς σας τα ίδια, τα οποία έπαθαν και αυτοί από τους απίστους Ιουδαίους. Θεσ. Α' 2,15 τῶν καὶ τὸν Κύριον ἀποκτεινάντων Ἰησοῦν καὶ τοὺς ἰδίους προφήτας, καὶ ἡμᾶς ἐκδιωξάντων, καὶ Θεῷ μὴ ἀρεσκόντων, καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐναντίων, Θεσ. Α' 2,15 Αυτοί δε οι άπιστοι Εβραίοι είναι εκείνοι, οι οποίοι εθανάτωσαν τον Κύριον Ιησούν και τους προφήτας του και ημάς τους Αποστόλους κατεδίωξαν και εξεδίωξαν και στον Θεόν δεν αρέσουν και είναι προς όλους τους ανθρώπους αντίθετοι και πολέμιοι. Θεσ. Α' 2,16 κωλυόντων ἡμᾶς τοῖς ἔθνεσι λαλῆσαι ἵνα σωθῶσιν, εἰς τὸ ἀναπληρῶσαι αὐτῶν τὰς ἁμαρτίας πάντοτε. ἔφθασε δὲ ἐπ᾿ αὐτοὺς ἡ ὀργὴ εἰς τέλος. Θεσ. Α' 2,16 Αυτοί δεν ηρκέσθησαν να μας εκδιώξουν από την περιοχήν του έθνους των, αλλά μας εμποδίζουν να κηρύξωμεν τον Χριστόν και στους εθνικούς, δια να σωθούν και αυτοί. Και το κάμνουν αυτό, δια να γεμίση έως επάνω και ξεχειλίση το ποτήριον των αμαρτιών των, παρανομούντες και αμαρτάνοντες πάντοτε. Εφθασεν όμως επάνω τους η οργή του Θεού, που θα σημάνη την τελειωτικήν πλέον καταστροφήν των.

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙ ΠΑΛΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Θεσ. Α' 2,17 Ἡμεῖς δέ, ἀδελφοί, ἀπορφανισθέντες ἀφ᾿ ὑμῶν πρὸς καιρὸν ὥρας, προσώπῳ οὐ καρδίᾳ, περισσοτέρως ἐσπουδάσαμεν τὸ πρόσωπον ὑμῶν ἰδεῖν ἐν πολλῇ ἐπιθυμίᾳ. Θεσ. Α' 2,17 Ημείς δε, αδελφοί, όταν εφύγαμεν από την Θεσσαλονίκην και εμείναμεν σαν ορφανά παιδιά μακρυά από σας, και εχωρίσθημεν προσωρινά κατά το σώμα μόνον και όχι κατά την καρδίαν, επεδιώξαμεν και κατεβάλαμεν κάθε προσπάθειαν να ίδωμεν το πρόσωπον σας με πολλήν και ιεράν επιθυμίαν. Θεσ. Α' 2,18 διὸ ἠθελήσαμεν ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς, ἐγὼ μὲν Παῦλος καὶ ἅπαξ καὶ δίς, καὶ ἐνέκοψεν ἡμᾶς ὁ σατανᾶς. Θεσ. Α' 2,18 Δια τούτο ηθελήσαμεν να έλθωμεν πάλιν προς σας, εγώ δε ειδικώτερα ο Παύλος και μίαν φοράν και δύο φοράς, αλλά μας ημπόδισε (κατά παραχώρησιν βέβαια Θεού) ο σατανάς. Θεσ. Α' 2,19 τίς γὰρ ἡμῶν ἐλπὶς ἢ χαρὰ ἢ στέφανος καυχήσεως ἢ οὐχὶ καὶ ὑμεῖς ἔμπροσθεν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ αὐτοῦ παρουσίᾳ; Θεσ. Α' 2,19 Εποθήσαμεν δε να σας ίδωμεν, διότι ποίος άλλος παρά και σεις μαζή με τους άλλους είσθε η ελπίδα μας ή η χαρά μας ή ο στέφανος, δια τον οποίον ημπορούμε να καυχώμεθα έμπροσθεν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εις την Δευτέραν αυτού Παρουσίαν; Θεσ. Α' 2,20 ὑμεῖς γάρ ἐστε ἡ δόξα ἡμῶν καὶ ἡ χαρά. Θεσ. Α' 2,20 Διότι σεις πράγματι είσθε η δόξα μας και η χαρά μας.

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α' 3

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

Θεσ. Α' 3,1 Διὸ μηκέτι στέγοντες εὐδοκήσαμεν καταλειφθῆναι ἐν Ἀθήναις μόνοι, Θεσ. Α' 3,1 Επειδή τόσον πολύ σας έχομεν αγαπήσει και σας επεθυμήσαμεν, δεν υπεφέραμεν πλέον να μένωμεν χωρισμένοι από σας και δι' αυτό επροτιμήσαμεν με όλην μας την καρδιά να μείνωμεν μόνοι εις τας Αθήνας. Θεσ. Α' 3,2 καὶ ἐπέμψαμεν Τιμόθεον, τὸν ἀδελφὸν ἡμῶν καὶ διάκονον τοῦ Θεοῦ καὶ συνεργὸν ἡμῶν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ στηρίξαι ὑμᾶς καὶ παρακαλέσαι ὑμᾶς περὶ τῆς πίστεως ὑμῶν, Θεσ. Α' 3,2 Και εστείλαμεν εις σας τον Τιμόθεον τον αδελφόν μας και διάκονον του Θεού και συνεργάτην μας στο έργον του Ευαγγελίου, δια να σας στηρίξη, να σας παρηγορήση και ενισχύση εις την πίστιν σας, Θεσ. Α' 3,3 τὸ μηδένα σαίνεσθαι ἐν ταῖς θλίψεσι ταύταις. αὐτοὶ γὰρ οἴδατε ὅτι εἰς τοῦτο κείμεθα· Θεσ. Α' 3,3 ώστε κανείς να μη κλονίζεται και να μη ταράσσεται εις τας θλίψεις αυτάς. Διότι και σεις οι ίδιοι γνωρίζετε ότι δι' αυτό υπάρχομεν και έχομεν ταχθή (δια να υποφέρωμεν δηλαδή με υπομονήν και πίστιν τας θλίψεις και να προοδεύωμεν έτσι εις την κατά Χριστόν ζωήν). Θεσ. Α' 3,4 καὶ γὰρ ὅτε πρὸς ὑμᾶς ἦμεν, προελέγομεν ὑμῖν ὅτι μέλλομεν θλίβεσθαι, καθὼς καὶ ἐγένετο καὶ οἴδατε. Θεσ. Α' 3,4 Αυτό δε το γνωρίζετε, διότι, όταν ήμεθα μαζή σας, σας επρολέγαμεν, ότι μέλλομεν να υποστώμεν θλίψεις, όπως και πράγματι έγινε και σεις το γνωρίζετε. Θεσ. Α' 3,5 διὰ τοῦτο κἀγὼ μηκέτι στέγων ἔπεμψα εἰς τὸ γνῶναι τὴν πίστιν ὑμῶν, μήπως ἐπείρασεν ὑμᾶς ὁ πειράζων καὶ εἰς κενὸν γένηται ὁ κόπος ἡμῶν. Θεσ. Α' 3,5 Εξ αιτίας των θλίψεών σας ακριβώς αυτών εγώ δεν ημπορούσα πλέον να μένω ήσυχος και έστειλα τον Τιμόθεον, δια να μάθω μέσω αυτού περί της πίστεως σας και να κατατοπισθώ, μήπως σας εδημιούργησε πειρασμούς ισχυρούς και σας εκλόνισεν ο πονηρός, ο οποίος ως έργον του έχει να πειράζη τους ανθρώπους, και μήπως έτσι ο κόπος μας αποδειχθή μάταιος και ανωφελής. Θεσ. Α' 3,6 Ἄρτι δὲ ἐλθόντος Τιμοθέου πρὸς ἡμᾶς ἀφ᾿ ὑμῶν καὶ εὐαγγελισαμένου ἡμῖν τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην ὑμῶν, καὶ ὅτι ἔχετε μνείαν ἡμῶν ἀγαθήν, πάντοτε ἐπιποθοῦντες ἡμᾶς ἰδεῖν καθάπερ καὶ ἡμεῖς ὑμᾶς, Θεσ. Α' 3,6 Τώρα δε, όταν ήλθεν ο Τιμόθεος και μου έφερεν από σας χαρμοσύνους πληροφορίας δια την πίστιν και την αγάπην σας και μας εβεβαίωσεν ότι διατηρείτε σταθερά καλήν την ανάμνησίν μας, ποθούντες πολύ πάντοτε να μας ιδήτε, όπως ακριβώς και ημείς ποθούμεν να σας ίδωμεν, Θεσ. Α' 3,7 διὰ τοῦτο παρεκλήθημεν, ἀδελφοί, ἐφ᾿ ὑμῖν ἐπὶ πάσῃ τῇ θλίψει καὶ ἀνάγκῃ ἡμῶν διὰ τῆς ὑμῶν πίστεως· Θεσ. Α' 3,7 δια τούτο, (δια τας καλάς δηλαδή πληροφορίας, που είχαμεν σχετικώς με την σταθεράν και ζωντανήν πίστιν σας) επαρηγορήθημεν και ημείς, εξ αιτίας σας, εις όλην την θλίψις και την ταλαιπωρίαν μας. Θεσ. Α' 3,8 ὅτι νῦν ζῶμεν, ἐὰν ὑμεῖς στήκετε ἐν Κυρίῳ. Θεσ. Α' 3,8 Διότι, όπως και προηγουμένως έτσι και τώρα, ζώμεν, εάν σεις στέκεσθε σταθεροί και ακλόνητοι εν Κυρίω. Θεσ. Α' 3,9 τίνα γὰρ εὐχαριστίαν δυνάμεθα τῷ Θεῷ ἀνταποδοῦναι περὶ ὑμῶν ἐπὶ πάσῃ τῇ χαρᾷ ᾗ χαίρομεν δι᾿ ὑμᾶς ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, Θεσ. Α' 3,9 Διότι ποίαν ευγνωμοσύνην και ευχαριστίαν ημπορούμεν να ανταποδώσωμεν στον Θεόν δια σας, δι' όλην την χαράν, που απολαμβάνομεν εξ αιτίας σας εμπρός στον Θεόν, Θεσ. Α' 3,10 νυκτὸς καὶ ἡμέρας ὑπερεκπερισσοῦ δεόμενοι εἰς τὸ ἰδεῖν ὑμῶν τὸ πρόσωπον καὶ καταρτίσαι τὰ ὑστερήματα τῆς πίστεως ὑμῶν; Θεσ. Α' 3,10 και τον παρακαλούμεν νύκτα και ημέραν με εξαιρετικήν επιμονήν να ευδοκήση και φέρη τας περιστάσεις να ίδωμεν το πρόσωπόν σας και να διορθώσωμεν και αναπληρώσωμεν ότι ακόμη σας λείπει από την πίστιν σας; Θεσ. Α' 3,11 Αὐτὸς δὲ ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ ἡμῶν καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς κατευθύναι τὴν ὁδὸν ἡμῶν πρὸς ὑμᾶς· Θεσ. Α' 3,11 Αυτός δε ο Θεός και Πατήρ ημών και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είθε να κατευθύνουν τον δρόμον μας προς σας, παραμερίζοντες κάθε τυχόν εμπόδιον και δυσκολίαν. Θεσ. Α' 3,12 ὑμᾶς δὲ ὁ Κύριος πλεονάσαι καὶ περισσεύσαι τῇ ἀγάπῃ εἰς ἀλλήλους καὶ εἰς πάντας, καθάπερ καὶ ἡμεῖς εἰς ὑμᾶς, Θεσ. Α' 3,12 Σας δε είθε ο Κύριος να σας αξιώση να έχετε άφθονον και πλουσίαν και με το παραπάνω την αγάπην μεταξύ σας και προς όλους, όπως ακριβώς και ημείς έχομεν αυτήν την αγάπην προς σας. Θεσ. Α' 3,13 εἰς τὸ στηρίξαι ὑμῶν τὰς καρδίας ἀμέμπτους ἐν ἁγιωσύνῃ ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς ἡμῶν ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων τῶν ἁγίων αὐτοῦ. Θεσ. Α' 3,13 Και να στηρίξη έτσι τας καρδίας σας, ώστε να είσθε άμεμπτοι και άγιοι ενώπιον του Θεού και Πατρός ημών κατά την επίσημον Δευτέραν Παρουσίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όταν θα έλθη με όλους τους αγίους του, αγγέλους και ανθρώπους.

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α' 4

ΖΩΗ ΑΡΕΣΤΗ ΣΤΟ ΘΕΟ

Θεσ. Α' 4,1 Τὸ λοιπὸν οὖν, ἀδελφοί, ἐρωτῶμεν ὑμᾶς καὶ παρακαλοῦμεν ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ, καθὼς παρελάβετε παρ᾿ ἡμῶν τὸ πῶς δεῖ ὑμᾶς περιπατεῖν καὶ ἀρέσκειν Θεῷ, ἵνα περισσεύητε μᾶλλον· Θεσ. Α' 4,1 Εν συμπεράσματι, λοιπόν, αδελφοί, σας παρακαλούμεν και σας προτρέπομεν εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, καθώς παρελάβατε και εδιδάχθητε από την προφορικήν μας διδασκαλίαν, δια το πως πρέπει να ζήτε και να φέρεσθε και να ευαρεστήτε στον Θεόν, σας παρακαλούμεν έτσι να φέρεσθε και να προοδεύετε ακόμη περισσότερον εις την χριστιανικήν ζωήν. Θεσ. Α' 4,2 οἴδατε γὰρ τίνας παραγγελίας ἐδώκαμεν ὑμῖν διὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Θεσ. Α' 4,2 Γνωρίζετε άλωστε ποίας εντολάς και οδηγίας σας εδώκαμεν εκ μέρους του Κυρίου ημών Ιησού. Θεσ. Α' 4,3 Τοῦτο γάρ ἐστι θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμὸς ὑμῶν, ἀπέχεσθαι ὑμᾶς ἀπὸ τῆς πορνείας, Θεσ. Α' 4,3 Διότι τούτο είναι θέλημα του Θεού, δηλαδή να γίνετε άγιοι και αγνοί, να απέχετε από την πορνείαν, (η οποία μολύνει πάντοτε τον άνθρωπον), Θεσ. Α' 4,4 εἰδέναι ἕκαστον ὑμῶν τὸ ἑαυτοῦ σκεῦος κτᾶσθαι ἐν ἁγιασμῷ καὶ τιμῇ, Θεσ. Α' 4,4 και να γνωρίζη ο καθένας σας να κρατή υπό την εξουσίαν και κυριαρχίαν του το σώμα του εις κατάστασιν αγιασμού και τιμής· Θεσ. Α' 4,5 μὴ ἐν πάθει ἐπιθυμίας καθάπερ καὶ τὰ ἔθνη τὰ μὴ εἰδότα τὸν Θεόν, Θεσ. Α' 4,5 και να μη αφήση ποτέ κανείς τον ευατόν του να κυριευθή από πάθος αμαρτωλής επιθυμίας, όπως τα ειδωλολατρικά έθνη, τα οποία δεν γνωρίζουν τον Θεόν. Θεσ. Α' 4,6 τὸ μὴ ὑπερβαίνειν καὶ πλεονεκτεῖν ἐν τῷ πράγματι τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, διότι ἔκδικος ὁ Κύριος περὶ πάντων τούτων, καθὼς καὶ προείπομεν ὑμῖν καὶ διεμαρτυράμεθα. Θεσ. Α' 4,6 Ακόμη δε κανείς από σας επί του θέματος αυτού να μη ξεπερνά ποτέ τα όρια της ηθικής ζωής και συμπεριφοράς και μολύνη την τιμήν του αδελφού με το αμάρτημα της μοιχείας, διότι ο Κύριος είναι εκδικητής και τιμωρεί όλας αυτάς τας αισχράς πράξεις, όπως άλλωστε σας είχομεν προείπει, όταν ήμεθα μαζή σας και διεμαρτυρήθημεν μάλιστα. Θεσ. Α' 4,7 οὐ γὰρ ἐκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἐπὶ ἀκαθαρσίᾳ, ἀλλ᾿ ἐν ἁγιασμῷ. Θεσ. Α' 4,7 Διότι δεν μας εκάλεσεν ο Θεός εις μίαν ακάθαρτον ζωήν σαρκικότητος, αλλ' εις ζωήν αγνότητος και αγιασμού. Θεσ. Α' 4,8 τοιγαροῦν ὁ ἀθετῶν οὐκ ἄνθρωπον ἀθετεῖ, ἀλλὰ τὸν Θεὸν τὸν καὶ δόντα τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ τὸ Ἅγιον εἰς ὑμᾶς. Θεσ. Α' 4,8 Ώστε, λοιπόν, εκείνος που παραβαίνει αυτά δεν καταπατεί και δεν απορρίπτει άνθρωπον, αλλ' αυτόν τον Θεόν, ο οποίος και σας έδωσε το Πνεύμα του το Άγιον, δια να ζήτε με αγνότητα και αγιασμόν. Θεσ. Α' 4,9 Περὶ δὲ τῆς φιλαδελφίας οὐ χρείαν ἔχετε γράφειν ὑμῖν· αὐτοὶ γὰρ ὑμεῖς θεοδίδακτοί ἐστε εἰς τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους· Θεσ. Α' 4,9 Ως προς δε την αγάπην προς τους αδελφούς χριστιανούς δεν έχετε ανάγκην να γράψω εγώ προς σας, διότι σεις έχετε διδαχθή από τον ίδιον τον Θεόν στο να αγαπάτε ο ένας τον άλλον. Θεσ. Α' 4,10 καὶ γὰρ ποιεῖτε αὐτὸ εἰς πάντας τοὺς ἀδελφοὺς τοὺς ἐν ὅλῃ τῇ Μακεδονίᾳ. παρακαλοῦμεν δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, περισσεύειν μᾶλλον Θεσ. Α' 4,10 Και αυτό μαρτυρείται εκ του γεγονότος, ότι αυτήν την αγάπην την τρέφετε και την ασκείτε εις όλους τους αδελφούς, που ευρίσκονται καθ' όλην την έκτασιν της Μακεδονίας. Σας παρακαλούμεν, αδελφοί, να την ασκήτε ακόμη πλουσιωτέραν. Θεσ. Α' 4,11 καὶ φιλοτιμεῖσθαι ἡσυχάζειν καὶ πράσσειν τὰ ἴδια καὶ ἐργάζεσθαι ταῖς ἰδίαις χερσὶν ὑμῶν, καθὼς ὑμῖν παρηγγείλαμεν, Θεσ. Α' 4,11 Να προσπαθήτε δε με κάθε φιλοτιμίαν και να το θεωρήτε τιμήν σας να ζήτε ειρηνικοί και ήσυχοι και να ασχολήται ο καθένας σας εις τα ιδικά του έργα και να εργάζεσθε με τα ίδια σας τα χέρια σύμφωνα με τας οδηγίας και τας εντολάς, που σας εδώσαμεν Θεσ. Α' 4,12 ἵνα περιπατῆτε εὐσχημόνως πρὸς τοὺς ἔξω καὶ μηδενὸς χρείαν ἔχητε. Θεσ. Α' 4,12 δια να συμπεριφέρεσθε έτσι όπως ταιριάζει στους χριστιανούς με αξιοπρέπειαν και ευγένειαν προς τους έξω της Εκκλησίας απίστους, και να μην έχετε ανάγκην από τίποτε, αλλά με την εργασίαν σας να επαρκήτε στον ευατόν σας.

Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Θεσ. Α' 4,13 Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. Θεσ. Α' 4,13 Δεν θέλομεν δε, αδελφοί, να ευρίσκεσθε εις άγνοιαν σχετικώς με αυτούς, οι οποίοι έχουν αποθάνει, δια να μη λυπήσθε, όπως λυπούνται οι άλλοι, που δεν έχουν καμμίαν αλπίδα αναστάσεως και αιωνίου ζωής. Θεσ. Α' 4,14 εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. Θεσ. Α' 4,14 Διότι, εάν πραγματικά και αληθινά πιστεύωμεν, ότι ο Ιησούς απέθανε και ανεστήθη, έτσι και πρέπει να πιστεύωμεν, ότι και ο Θεός αυτούς, οι οποίοι απέθαναν με πίστιν στον Ιησούν, θα τους αναστήση και θα τους φέρη μαζή με αυτόν εις την αιωνίαν και μακαρίαν ζωήν. Θεσ. Α' 4,15 τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας· Θεσ. Α' 4,15 Τούτο δε σας το λέγομεν όχι από ιδικήν μας επινόησιν, αλλ' από λόγον και αποκάλυψιν, που έκαμεν εις ημάς ο Κύριος, ότι δηλαδή ημείς που θα ζώμεν ακόμη, και κατά την Δευτέρα Παρουσίαν του Κυρίου θα έχωμεν απομείνει και θα ευρισκώμεθα εις την γην, δεν θα προφθάσωμεν τους κοιμηθέντας, επειδή αυτοί θα έχουν πρώτον αναστηθή. Θεσ. Α' 4,16 ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, Θεσ. Α' 4,16 Επειδή αυτός ο ίδιος ο Κύριος με παντοδύναμον πρόσταγμα, με φωνήν αρχαγγέλου και με σάλπιγγα Θεού θα κατεβή από τον ουρανόν και οι νεκροί, που έχουν πεθάνει με την πίστιν στον Χριστόν, θα αναστηθούν πρώτοι. Θεσ. Α' 4,17 ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα. Θεσ. Α' 4,17 Έπειτα από αυτό ημείς που θα ζώμεν και θα έχωμεν απομείνει εις την γην, θα αρπαχθώμεν μαζή με αυτούς μέσα εις νεφέλας, δια να προυπαντήσωμεν τον Κύριον στους ουρανίους χώρους. Και έτσι θα είμεθα πάντοτε μαζή με τον Κύριον στον ουρανόν. Θεσ. Α' 4,18 Ὥστε παρακαλεῖτε ἀλλήλους ἐν τοῖς λόγοις τούτοις. Θεσ. Α' 4,18 Ώστε, λοιπόν, παρηγορείτε και ενισχύετε ο ένας τον άλλον με τα λόγια αυτά, που σας γράφω και τα οποία είναι λόγοι του Κυρίου.

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Α' 5

Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Θεσ. Α' 5,1 Περὶ δὲ τῶν χρόνων καὶ τῶν καιρῶν, ἀδελφοί, οὐ χρείαν ἔχετε ὑμῖν γράφεσθαι· Θεσ. Α' 5,1 Ως προς δε τους χρόνους και τους καιρούς της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου δεν έχετε ανάγκην, αδελφοί, να σας γράψωμεν ημείς, Θεσ. Α' 5,2 αὐτοὶ γὰρ ἀκριβῶς οἴδατε ὅτι ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ οὕτως ἔρχεται. Θεσ. Α' 5,2 διότι σεις ξέρετε πολύ καλά, σύμφωνα με εκείνα, που προφορικώς σας έχομεν διδάξει, ότι δηλαδή η ημέρα της Παρουσίας του Κυρίου θα έλθη έξαφνα εις ώραν, που δεν περιμένομεν, όπως ακριβώς έρχεται ο κλέπτης κατά την νύκτα. (Κατά τον ίδιον τρόπον έξαφνα έρχεται και η ημέρα της εκδημίας μας από τον κόσμον αυτόν). Θεσ. Α' 5,3 ὅταν γὰρ λέγωσιν, εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια, τότε αἰφνίδιος αὐτοῖς ἐφίσταται ὄλεθρος, ὥσπερ ἡ ὠδὶν τῇ ἐν γαστρὶ ἐχούσῃ, καὶ οὐ μὴ ἐκφύγωσιν. Θεσ. Α' 5,3 Διότι, όταν οι άνθρωποι λέγουν, “τώρα υπάρχει ειρήνη και ασφάλεια”. τότε έρχεται ξαφνικός εις αυτούς ο όλεθρος, όπως έξαφνα έρχεται και η ωδίνη του τοκετού εις την έγκυον. Έτσι και οι άνθρωποι αυτοί δεν θα αποφύγουν την καταστροφήν. Θεσ. Α' 5,4 ὑμεῖς δέ, ἀδελφοί, οὐκ ἐστὲ ἐν σκότει, ἵνα ἡ ἡμέρα ὑμᾶς ὡς κλέπτης καταλάβῃ· Θεσ. Α' 5,4 Σεις όμως, αδελφοί, δεν ευρίσκεσθε στο σκότος της αγνοίας και της πλάνης, δια να σας καταλάβη σαν κλέπτης απροετοιμάστους και αμετανοήτους η ημέρα του Κυρίου. Θεσ. Α' 5,5 πάντες ὑμεῖς υἱοὶ φωτός ἐστε καὶ υἱοὶ ἡμέρας. οὐκ ἐσμὲν νυκτὸς οὐδὲ σκότους. Θεσ. Α' 5,5 Όλοι σεις είσθε τέκνα του φωτός, παιδιά της ημέρας του Θεού. Δεν είμεθα άνθρωποι της νύκτας και του σκότους (ώστε να μη ξέρωμεν που βαδίζομεν ή να κοιμώμεθα τον βαρύν ύπνον της αμεριμνησίας). Θεσ. Α' 5,6 Ἄρα οὖν μὴ καθεύδωμεν ὡς καὶ οἱ λοιποί, ἀλλὰ γρηγορῶμεν καὶ νήφωμεν. Θεσ. Α' 5,6 Άρα, λοιπόν, ας μη κοιμώμεθα τον ύπνον της ραθυμίας και απροσεξίας, όπως οι άλλοι άνθρωποι, που ζουν μακράν από τον Χριστόν, αλλ' ας είμεθα άγρυπνοι, προσεκτικοί και εγκρατείς. Θεσ. Α' 5,7 οἱ γὰρ καθεύδοντες νυκτὸς καθεύδουσι, καὶ οἱ μεθυσκόμενοι νυκτὸς μεθύουσιν· Θεσ. Α' 5,7 Διότι εκείνοι που κοιμώνται, κοιμώνται κατά το διάστημα της νυκτός, και εκείνοι που μεθούν, μεθούν κατά την νύκτα. (Οι πνευματικώς κοιμισμένοι και απρόσεκτοι άνθρωποι ευρίσκονται στο σκοτάδι της αμαρτίας και έξαφνα θα αντικρύσουν την ημέραν του Κυρίου). Θεσ. Α' 5,8 ἡμεῖς δὲ ἡμέρας ὄντες νήφωμεν, ἐνδυσάμενοι θώρακα πίστεως καὶ ἀγάπης καὶ περικεφαλαίαν ἐλπίδα σωτηρίας· Θεσ. Α' 5,8 Ημείς όμως οι χριστιανοί, αφού είμεθα τέκνα της ημέρας, ας ζώμεν με προσοχήν και εγκράτειαν αγωνιζόμενοι συνεχώς εναντίον της αμαρτίας. Ας ενδυθώμεν ως άλλον πνευματικόν θώρακα, που θα ασφαλίζη την ψυχήν μας από τα βέλη της αμαρτίας, την πίστιν και την αγάπην· και ας φορέσωμεν σαν περικεφαλαίαν, που θα περιφρουρή τον νου μας από την πλάνην, την ελπίδα της σωτηρίας. Θεσ. Α' 5,9 ὅτι οὐκ ἔθετο ἡμᾶς ὁ Θεὸς εἰς ὀργήν, ἀλλ᾿ εἰς περιποίησιν σωτηρίας διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεσ. Α' 5,9 Αυτή δε η ελπίς θα μας πληροφορή πάντοτε, ότι ο Θεός δεν μας έχει τάξει δι' οργήν και καταδίκην, αλλά μας έχει προορίσει να αποκτήσωμεν ως αναφαίρετον θησαυρόν μας την σωτηρίαν δια μέσου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Θεσ. Α' 5,10 τοῦ ἀποθανόντος ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα εἴτε γρηγορῶμεν εἴτε καθεύδωμεν ἅμα σὺν αὐτῷ ζήσωμεν. Θεσ. Α' 5,10 ο οποίος απέθανε προς χάριν ημών, δια να ζήσωμεν όλοι οι πιστοί μαζή με αυτόν εις την αιωνιότητα, είτε μας εύρη η Δευτέρα Παρουσία του ζώντας ακόμη εις την γην είτε μας εύρη κοιμηθέντας εν Κυρίω. Θεσ. Α' 5,11 Διὸ παρακαλεῖτε ἀλλήλους καὶ οἰκοδομεῖτε εἷς τὸν ἕνα, καθὼς καὶ ποιεῖτε. Θεσ. Α' 5,11 Δια τούτο παρηγορείτε και ενισχύετε ο ένας τον άλλον και οικοδομείτε εις την κατά Θεόν πίστιν και ζωήν ο καθένας τον πλησίον του, όπως άλλωστε και πράττετε.

ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΣΠΑΣΜΟΙ

Θεσ. Α' 5,12 Ἐρωτῶμεν δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, εἰδέναι τοὺς κοπιῶντας ἐν ὑμῖν καὶ προϊσταμένους ὑμῶν ἐν Κυρίῳ καὶ νουθετοῦντας ὑμᾶς, Θεσ. Α' 5,12 Σας παρακαλούμεν, αδελφοί, να περιβάλλετε με εκτίμησιν και σεβασμόν αυτούς, οι οποίοι κοπιάζουν μεταξύ σας και είναι προϊστάμενοί σας κατά το θέλημα του Κυρίου, και σας συμβουλεύουν και σας καθοδηγούν εις την πνευματικήν ζωήν. Θεσ. Α' 5,13 καὶ ἡγεῖσθαι αὐτοὺς ὑπερεκπερισσοῦ ἐν ἀγάπῃ διὰ τὸ ἔργον αὐτῶν. εἰρηνεύετε ἐν ἑαυτοῖς. Θεσ. Α' 5,13 Να τους τιμάτε και να τους σέβεσθε με το παραπάνω δια το μεγάλον έργον των. Να έχετε ειρήνην μεταξύ σας. Θεσ. Α' 5,14 Παρακαλοῦμεν δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, νουθετεῖτε τοὺς ἀτάκτους, παραμυθεῖσθε τοὺς ὀλιγοψύχους, ἀντέχεσθε τῶν ἀσθενῶν, μακροθυμεῖτε πρὸς πάντας. Θεσ. Α' 5,14 Σας παρακαλούμεν, αδελφοί, να συβουλεύετε και καθοδηγήτε αυτούς που συμπεριφέρονται άτακτα, να παρηγορήτε και να ενισχύετε τους ολιγοψύχους, να στηρίζετε και να βοηθήτε τους ασθενείς κατά την πίστιν, να δείχνετε μεγαλοκαρδίαν και ανωτερότητα προς όλους. Θεσ. Α' 5,15 ὁρᾶτε μή τις κακὸν ἀντὶ κακοῦ τινι ἀποδῷ, ἀλλὰ πάντοτε τὸ ἀγαθὸν διώκετε καὶ εἰς ἀλλήλους καὶ εἰς πάντας. Θεσ. Α' 5,15 Προσέχετε, μήπως τυχόν κανείς από σας ανταποδώση εις κάποιον κακόν αντί κακού, αλλά πάντοτε προσπαθείτε μα ζήλον να πράττετε το αγαθόν και μεταξύ σας και εις όλους ανεξαιρέτως. Θεσ. Α' 5,16 Πάντοτε χαίρετε, Θεσ. Α' 5,16 Πάντοτε και εις όλας τας περιστάσεις της ζωής σας να χαίρετε. Θεσ. Α' 5,17 ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, Θεσ. Α' 5,17 Συνεχώς και ακατάπαυστα να προσεύχεσθε προς τον Θεόν. Θεσ. Α' 5,18 ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε· τοῦτο γὰρ θέλημα Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς ὑμᾶς. Θεσ. Α' 5,18 Δια κάθε τι, ευχάριστον ή δυσάρεστον, να ευχαριστήτε τον Θεόν· διότι αυτό είναι το θέλημα του Θεού, όπως το εφανέρωσεν ο Ιησούς Χριστός εις σας δια μέσου του κηρύγματός μας. Θεσ. Α' 5,19 τὸ Πνεῦμα μὴ σβέννυτε, Θεσ. Α' 5,19 Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που είναι φως και φωτιά, μη τα σβήνετε και μη τα αχρηστεύετε. Θεσ. Α' 5,20 προφητείας μὴ ἐξουθενεῖτε. Θεσ. Α' 5,20 Μη εξουθενώνετε τας προφητείας, που το Άγιον Πνεύμα αποκαλύπτει δια μέσου των πιστών. Θεσ. Α' 5,21 πάντα δὲ δοκιμάζετε, τὸ καλὸν κατέχετε· Θεσ. Α' 5,21 Ερευνάτε και ξεχωρίζετε όλα τα χαρίσματα και τας προφητείας και ότι καλόν και ωφέλιμον δια σας εύρετε να το κρατήτε καλά. Θεσ. Α' 5,22 ἀπὸ παντὸς εἴδους πονηροῦ ἀπέχεσθε. Θεσ. Α' 5,22 Από κάθε ειδός πονηρίας να φεύγετε μακρυά. Θεσ. Α' 5,23 Αὐτὸς δὲ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἁγιάσαι ὑμᾶς ὁλοτελεῖς, καὶ ὁλόκληρον ὑμῶν τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀμέμπτως ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τηρηθείη. Θεσ. Α' 5,23 Αυτός δε ο Θεός, η πηγή και ο χορηγός της ειρήνης, είθε να σας καταστήση αγίους πλήρως και τελείως, και ολόκληρον το πνεύμα σας και η ψυχή σας και το σώμα σας είθε να διατηρηθούν ανεπίληπτα και άμεμπτα κατά την παρουσίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Θεσ. Α' 5,24 πιστὸς ὁ καλῶν ὑμᾶς, ὃς καὶ ποιήσει. Θεσ. Α' 5,24 Είναι κατά πάντα αξιόπιστος ο Θεός, που σας έχει καλέσει και ο οποίος και θα πραγματοποιήση αυτά που σας ηυχήθην· είμαι δι' αυτό βέβαιος. Θεσ. Α' 5,25 Ἀδελφοί, προσεύχεσθε περὶ ἡμῶν. Θεσ. Α' 5,25 Αδελφοί, προσεύχεσθε και δι' ημάς. Θεσ. Α' 5,26 Ἀσπάσασθε τοὺς ἀδελφοὺς πάντας ἐν φιλήματι ἁγίῳ. Θεσ. Α' 5,26 Ασπασθήτε όλους τους αδελφούς με φίλημα άγιον. Θεσ. Α' 5,27 Ὁρκίζω ὑμᾶς τὸν Κύριον ἀναγνωσθῆναι τὴν ἐπιστολὴν πᾶσι τοῖς ἁγίοις ἀδελφοῖς. Θεσ. Α' 5,27 Σας εξορκίζω στον Κύριον να αναγνωσθή αυτή η επιστολή εις όλους τους αγίους αδελφούς. Θεσ. Α' 5,28 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μεθ᾿ ὑμῶν· ἀμήν. Θεσ. Α' 5,28 Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, είθε να είναι πάντοτε μαζή σας. Αμήν.

Προς Θεσσαλονικείς Β'

Προς Θεσσαλονικείς Β' 1, 2, 3

Όσα γράφει ο Παύλος στην Α’ επιστολή του για τον αιφνίδιο ερχομό της “ημέρας του Κυρίου” φαίνεται ότι παρανοήθηκαν από τους Χριστιανούς της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι νόμισαν ότι το γεγονός αυτό είναι τόσο γρήγορο και άμεσο, ώστε δεν υπάρχει λόγος ούτε να εργάζονται. Για την αποσαφήνιση αυτών των παρεξηγήσεων, τις οποίες πληροφορήθηκε ο Παύλος, γράφει τη Β’ επιστολή, ευρισκόμενος ακόμη στην Κόρινθο, στα τέλη του έτους 51 με αρχές του 52 μ.Χ…

Σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο της επιστολής έχει ως εξής: Μετά το προοίμιο, ο Παύλος ευχαριστεί το Θεό για την πίστη των αναγνωστών παρά τους διωγμούς και τις θλίψεις. Επισημαίνει την τελική δίκαιη κρίση του Θεού και προσεύχεται για την πνευματική τους ολοκλήρωση. Η “ημέρα του Κυρίου” δεν θα έρθει τόσο νωρίς, όπως νόμισαν οι Θεσσαλονικείς, αλλά θα προηγηθεί η αποστασία και η δράση του «ανθρώπου της ανομίας, ο οποίος, όταν φύγει από τη μέση ότι εμποδίζει την πλήρη φανέρωση του, θα αποκαλυφθεί, αλλά θα εξολοθρευτεί από τον Κύριο.

Κατόπιν εκφράζει και πάλι ευχαριστίες για τους αναγνώστες του και συνιστά τήρηση των παραδεδομένων διδασκαλιών και προσευχή για την επιτυχία του ιεραποστολικού έργου του. Σε ύφος αυστηρό δίνει στη συνέχεια οδηγίες για τη συμπεριφορά των αδελφών έναντι των ατακτούντων, των μη εργαζομένων αλλά «περιεργαζομένων» και για την επαναφορά τους στην τάξη. Τελειώνει την επιστολή με ιδιόχειρο χαιρετισμό και ευλογία.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β' 1

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Θεσ. Β' 1,1 Παῦλος καὶ Σιλουανὸς καὶ Τιμόθεος τῇ ἐκκλησίᾳ Θεσσαλονικέων ἐν Θεῷ πατρὶ ἡμῶν καὶ Κυρίῳ ᾿Ιησοῦ Χριστῷ· Θεσ. Β' 1,1 Παύλος και Σιλουανός και Τιμόθεος προς την εκκλησία των Θεσσαλονικέων που έχει κοινωνία με το Θεό Πατέρα μας και τον Κύριο Ιησού Χριστό. Θεσ. Β' 1,2 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Θεσ. Β' 1,2 Χάρη σ’ εσάς και ειρήνη από το Θεό Πατέρα μας και τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Θεσ. Β' 1,3 Εὐχαριστεῖν ὀφείλομεν τῷ Θεῷ πάντοτε περὶ ὑμῶν, ἀδελφοί, καθὼς ἄξιόν ἐστιν, ὅτι ὑπεραυξάνει ἡ πίστις ὑμῶν καὶ πλεονάζει ἡ ἀγάπη ἑνὸς ἑκάστου πάντων ὑμῶν εἰς ἀλλήλους, Θεσ. Β' 1,3 Οφείλουμε να ευχαριστούμε το Θεό πάντοτε για σας, αδελφοί, καθώς είναι άξιο να γίνεται, γιατί υπεραυξάνει η πίστη σας και πλεονάζει η αγάπη καθενός ξεχωριστά όλων σας, του ενός προς τον άλλο, Θεσ. Β' 1,4 ὥστε ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν ὑμῖν καυχᾶσθαι ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ τῆς ὑπομονῆς ὑμῶν καὶ πίστεως ἐν πᾶσι τοῖς διωγμοῖς ὑμῶν καὶ ταῖς θλίψεσιν αἷς ἀνέχεσθε, Θεσ. Β' 1,4 ώστε εμείς οι ίδιοι να καυχιόμαστε για σας στις εκκλησίες του Θεού για την υπομονή σας και την πίστη σας, μέσα σε όλους τους διωγμούς σας και στις θλίψεις που ανέχεστε, Θεσ. Β' 1,5 ἔνδειγμα τῆς δικαίας κρίσεως τοῦ Θεοῦ, εἰς τὸ καταξιωθῆναι ὑμᾶς τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὑπὲρ ἧς καὶ πάσχετε, Θεσ. Β' 1,5 οι οποίες είναι ένδειξη της δίκαιης κρίσης του Θεού, για να γίνετε άξιοι της βασιλείας του Θεού, υπέρ της οποίας και πάσχετε. Θεσ. Β' 1,6 εἴπερ δίκαιον παρὰ Θεῷ ἀνταποδοῦναι τοῖς θλίβουσιν ὑμᾶς θλῖψιν Θεσ. Β' 1,6 Πράγματι, είναι δίκαιο απέναντι στο Θεό να ανταποδώσει θλίψη σ’ αυτούς που σας θλίβουν Θεσ. Β' 1,7 καὶ ὑμῖν τοῖς θλιβομένοις ἄνεσιν μεθ' ἡμῶν ἐν τῇ ἀποκαλύψει τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἀπ' οὐρανοῦ μετ' ἀγγέλων δυνάμεως αὐτοῦ Θεσ. Β' 1,7 και άνεση σ’ εσάς που θλίβεστε μαζί μ’ εμάς, όταν αποκαλυφτεί ο Κύριος Ιησούς από τον ουρανό μαζί με τους αγγέλους της δύναμής του Θεσ. Β' 1,8 ἐν πυρὶ φλογός, διδόντος ἐκδίκησιν τοῖς μὴ εἰδόσι Θεὸν καὶ τοῖς μὴ ὑπακούουσι τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, Θεσ. Β' 1,8 μέσα σε πύρινη φλόγα, αποδίδοντας εκδίκηση σ’ αυτούς που δεν ξέρουν το Θεό και σ’ αυτούς που δεν υπακούν στο ευαγγέλιο του Κυρίου μας Ιησού. Θεσ. Β' 1,9 οἵτινες δίκην τίσουσιν ὄλεθρον αἰώνιον ἀπὸ προσώπου τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τῆς δόξης τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, Θεσ. Β' 1,9 Οι οποίοι θα πληρώσουν την τιμωρία τους με αιώνιο όλεθρο προερχόμενο από το πρόσωπο του Κυρίου και από τη δόξα της ισχύος του, Θεσ. Β' 1,10 ὅταν ἔλθῃ ἐνδοξασθῆναι ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ καὶ θαυμασθῆναι ἐν πᾶσι τοῖς πιστεύσασιν, ὅτι ἐπιστεύθη τὸ μαρτύριον ἡμῶν ἐφ' ὑμᾶς, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ. Θεσ. Β' 1,10 όταν έρθει κατά την ημέρα εκείνη να δοξαστεί μεταξύ των αγίων του και να θαυμαστεί μεταξύ όλων εκείνων που πίστεψαν – επειδή έγινε πιστευτή η μαρτυρία μας προς εσάς. Θεσ. Β' 1,11 εἰς ὃ καὶ προσευχόμεθα πάντοτε περὶ ὑμῶν, ἵνα ὑμᾶς ἀξιώσῃ τῆς κλήσεως ὁ Θεὸς ἡμῶν καὶ πληρώσῃ πᾶσαν εὐδοκίαν ἀγαθωσύνης καὶ ἔργον πίστεως ἐν δυνάμει, Θεσ. Β' 1,11 Γι’ αυτό και προσευχόμαστε πάντοτε για σας, ώστε ο Θεός μας να σας κάνει άξιους της κλήσης σας και να εκπληρώσει κάθε αγαθή ευαρέσκεια και κάθε έργο πίστης με δύναμη, Θεσ. Β' 1,12 ὅπως ἐνδοξασθῇ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐν ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς ἐν αὐτῷ, κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Θεσ. Β' 1,12 για να δοξαστεί το όνομα του Κυρίου μας Ιησού μέσα σας, και εσείς να δοξαστείτε μέσα σ’ αυτόν, σύμφωνα με τη χάρη του Θεού μας και του Κυρίου Ιησού Χριστού.

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β' 2

ΤΙ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Θεσ. Β' 2,1 Ἐρωτῶμεν δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, ὑπὲρ τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡμῶν ἐπισυναγωγῆς ἐπ' αὐτόν, Θεσ. Β' 2,1 Παρακαλούμε λοιπόν εσάς, αδελφοί, όσον αφορά την παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τη συναγωγή μας στο ίδιο μέρος κοντά του, Θεσ. Β' 2,2 εἰς τὸ μὴ ταχέως σαλευθῆναι ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ νοὸς μήτε θροεῖσθαι μήτε διὰ πνεύματος μήτε διὰ λόγου μήτε δι' ἐπιστολῆς ὡς δι' ἡμῶν, ὡς ὅτι ἐνέστηκεν ἡ ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ. Θεσ. Β' 2,2 να μη σαλευτείτε γρήγορα από την ψυχραιμία του νου σας ούτε να θορυβείστε, μήτε με πνεύμα μήτε με λόγο μήτε με επιστολή σαν να ήταν από εμάς, πως δήθεν έχει έρθει η ημέρα του Κυρίου. Θεσ. Β' 2,3 μή τις ὑμᾶς ἐξαπατήσῃ κατὰ μηδένα τρόπον· ὅτι ἐὰν μὴ ἔλθῃ ἡ ἀποστασία πρῶτον καὶ ἀποκαλυφθῇ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, Θεσ. Β' 2,3 Κανείς ας μη σας εξαπατήσει κατά κανέναν τρόπο. Γιατί δε θα έρθει η ημέρα εκείνη αν δεν έρθει η αποστασία πρώτα, και δεν αποκαλυφτεί ο άνθρωπος της ανομίας, ο γιος της απώλειας, Θεσ. Β' 2,4 ὁ ἀντικείμενος καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λεγόμενον Θεὸν ἢ σέβασμα, ὥστε αὐτὸν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ ὡς Θεὸν καθίσαι, ἀποδεικνύντα ἑαυτὸν ὅτι ἐστὶ Θεός. Θεσ. Β' 2,4 αυτός που αντιτάσσεται και υπερυψώνεται ενάντια σε καθέναν που λέγεται Θεός ή σέβασμα, ώστε αυτός να καθίσει στο ναό του Θεού, για να αποδεικνύει τον εαυτό του ότι είναι Θεός. Θεσ. Β' 2,5 Οὐ μνημονεύετε ὅτι ἔτι ὢν πρὸς ὑμᾶς ταῦτα ἔλεγον ὑμῖν; Θεσ. Β' 2,5 Δε θυμάστε ότι, ενώ ήμουν ακόμη κοντά σας, αυτά σας τα έλεγα; Θεσ. Β' 2,6 καὶ νῦν τὸ κατέχον οἴδατε, εἰς τὸ ἀποκαλυφθῆναι αὐτὸν ἐν τῷ ἑαυτοῦ καιρῷ· Θεσ. Β' 2,6 Και τώρα ξέρετε εκείνο που τον εμποδίζει, στο να αποκαλυφτεί αυτός κατά το δικό του καιρό. Θεσ. Β' 2,7 τὸ γὰρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας, μόνον ὁ κατέχων ἄρτι ἕως ἐκ μέσου γένηται· Θεσ. Β' 2,7 Γιατί το μυστήριο της ανομίας ήδη ενεργείται. μόνο υπάρχει εκείνος που το εμποδίζει τώρα, ωσότου φύγει από τη μέση. Θεσ. Β' 2,8 καὶ τότε ἀποκαλυφθήσεται ὁ ἄνομος, ὃν ὁ Κύριος ἀναλώσει τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ καταργήσει τῇ ἐπιφανείᾳ τῆς παρουσίας αὐτοῦ· Θεσ. Β' 2,8 Και τότε θα αποκαλυφτεί ο άνομος, τον οποίο ο Κύριος Ιησούς θα εξολοθρέψει με την πνοή του στόματός του και θα τον καταργήσει με την επιφάνεια της παρουσίας του. Θεσ. Β' 2,9 οὗ ἐστιν ἡ παρουσία κατ' ἐνέργειαν τοῦ σατανᾶ ἐν πάσῃ δυνάμει καὶ σημείοις καὶ τέρασι ψεύδους Θεσ. Β' 2,9 Αυτού του άνομου η παρουσία θα είναι σύμφωνα με την ενέργεια του Σατανά με κάθε δύναμη και με σημεία και τέρατα ψεύδους, Θεσ. Β' 2,10 καὶ ἐν πάσῃ ἀπάτῃ τῆς ἀδικίας ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις, ἀνθ' ὧν τὴν ἀγάπην τῆς ἀληθείας οὐκ ἐδέξαντο εἰς τὸ σωθῆναι αὐτούς· Θεσ. Β' 2,10 και με κάθε απάτη αδικίας σ’ αυτούς που χάνονται, επειδή δε δέχτηκαν να αγαπήσουν την αλήθεια για να σωθούν. Θεσ. Β' 2,11 καὶ διὰ τοῦτο πέμψει αὐτοῖς ὁ Θεὸς ἐνέργειαν πλάνης εἰς τὸ πιστεῦσαι αὐτοὺς τῷ ψεύδει, Θεσ. Β' 2,11 Και γι’ αυτό ο Θεός στέλνει σ’ αυτούς ενέργεια πλάνης, για να πιστέψουν στο ψέμα, Θεσ. Β' 2,12 ἵνα κριθῶσι πάντες οἱ μὴ πιστεύσαντες τῇ ἀληθείᾳ, ἀλλ' εὐδοκήσαντες ἐν τῇ ἀδικίᾳ. Θεσ. Β' 2,12 ώστε να κατακριθούν όλοι όσοι δεν πίστεψαν στην αλήθεια, αλλά ευαρεστήθηκαν στην αδικία.

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΕΚΛΕΚΤΩΝ

Θεσ. Β' 2,13 ῾Ημεῖς δὲ ὀφείλομεν εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ πάντοτε περὶ ὑμῶν, ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι ὑπὸ Κυρίου, ὅτι εἵλετο ὑμᾶς ὁ Θεὸς ἀπ' ἀρχῆς εἰς σωτηρίαν ἐν ἁγιασμῷ Πνεύματος καὶ πίστει ἀληθείας, Θεσ. Β' 2,13 Εμείς όμως οφείλουμε να ευχαριστούμε το Θεό πάντοτε για σας, αδελφοί αγαπημένοι από τον Κύριο, γιατί σας διάλεξε ο Θεός ως απαρχή για σωτηρία με αγιασμό Πνεύματος και με πίστη στην αλήθεια. Θεσ. Β' 2,14 εἰς ὃ ἐκάλεσεν ὑμᾶς διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἡμῶν εἰς περιποίησιν δόξης τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Θεσ. Β' 2,14 Σ’ αυτό και σας κάλεσε μέσω του ευαγγελίου μας προς απόκτηση της δόξας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Θεσ. Β' 2,15 ῎Άρα οὖν, ἀδελφοί, στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι' ἐπιστολῆς ἡμῶν. Θεσ. Β' 2,15 Άρα λοιπόν, αδελφοί, να στέκετε σταθεροί, και να κρατάτε τις παραδόσεις που διδαχτήκατε είτε με λόγο είτε με επιστολή μας. Θεσ. Β' 2,16 Αὐτὸς δὲ ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστὸς καὶ ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ ἡμῶν, ὁ ἀγαπήσας ἡμᾶς καὶ δοὺς παράκλησιν αἰωνίαν καὶ ἐλπίδα ἀγαθὴν ἐν χάριτι, Θεσ. Β' 2,16 Και αυτός ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και ο Θεός ο Πατέρας μας, που μας αγάπησε και μας έδωσε αιώνια παρηγοριά και αγαθή ελπίδα με χάρη, Θεσ. Β' 2,17 παρακαλέσαι ὑμῶν τὰς καρδίας καὶ στηρίξαι ὑμᾶς ἐν παντὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ ἀγαθῷ. Θεσ. Β' 2,17 είθε να παρηγορήσει τις καρδιές σας και να σας στηρίξει σε κάθε έργο και λόγο αγαθό.

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ Β' 3

ΕΥΧΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Θεσ. Β' 3,1 Τὸ λοιπόν, προσεύχεσθε, ἀδελφοί, περὶ ἡμῶν, ἵνα ὁ λόγος τοῦ Κυρίου τρέχῃ καὶ δοξάζηται, καθὼς καὶ πρὸς ὑμᾶς, Θεσ. Β' 3,1 Λοιπόν, προσεύχεστε για μας, αδελφοί, για να τρέχει και να δοξάζεται ο λόγος του Κυρίου καθώς γίνεται και σ’ εσάς, Θεσ. Β' 3,2 καὶ ἵνα ρυσθῶμεν ἀπὸ τῶν ἀτόπων καὶ πονηρῶν ἀνθρώπων· οὐ γὰρ πάντων ἡ πίστις. Θεσ. Β' 3,2 και για να σωθούμε από τους παράλογους και κακούς ανθρώπους. γιατί δεν υπάρχει σε όλους η πίστη. Θεσ. Β' 3,3 πιστὸς δέ ἐστιν ὁ Κύριος, ὃς στηρίξει ὑμᾶς καὶ φυλάξει ἀπὸ τοῦ πονηροῦ. Θεσ. Β' 3,3 Και είναι πιστός ο Κύριος, ο οποίος θα σας στηρίξει και θα σας φυλάξει από τον Πονηρό. Θεσ. Β' 3,4 Πεποίθαμεν δὲ ἐν Κυρίῳ ἐφ' ὑμᾶς ὅτι ἃ παραγγέλλομεν ὑμῖν καὶ ποιεῖτε καὶ ποιήσετε. Θεσ. Β' 3,4 Έχουμε όμως πεποίθηση για σας, που προέρχεται από τη σχέση μας με τον Κύριο, ότι αυτά που παραγγέλλουμε και τα κάνετε και θα τα κάνετε. Θεσ. Β' 3,5 ῾Ο δὲ Κύριος κατευθύναι ὑμῶν τὰς καρδίας εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ εἰς τὴν ὑπομονὴν τοῦ Χριστοῦ. Θεσ. Β' 3,5 Και ο Κύριος είθε να κατευθύνει τις καρδιές σας στην αγάπη του Θεού και στην υπομονή του Χριστού. Θεσ. Β' 3,6 Παραγγέλλομεν δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, στέλλεσθαι ὑμᾶς ἀπὸ παντὸς ἀδελφοῦ ἀτάκτως περιπατοῦντος καὶ μὴ κατὰ τὴν παράδοσιν ἣν παρέλαβον παρ' ἡμῶν. Θεσ. Β' 3,6 Σας παραγγέλλουμε λοιπόν, αδελφοί, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να απομακρύνεστε από κάθε αδελφό που περπατά άτακτα και όχι κατά την παράδοση που οι πιστοί παράλαβαν από εμάς. Θεσ. Β' 3,7 αὐτοὶ γὰρ οἴδατε πῶς δεῖ μιμεῖσθαι ἡμᾶς, ὅτι οὐκ ἠτακτήσαμεν ἐν ὑμῖν, Θεσ. Β' 3,7 Γιατί εσείς οι ίδιοι ξέρετε πώς πρέπει να μας μιμείστε, επειδή δεν είχαμε άτακτη συμπεριφορά μεταξύ σας Θεσ. Β' 3,8 οὐδὲ δωρεὰν ἄρτον ἐφάγομεν παρά τινος, ἀλλ' ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, νύκτα καὶ ἡμέραν ἐργαζόμενοι, πρὸς τὸ μὴ ἐπιβαρῆσαί τινα ὑμῶν· Θεσ. Β' 3,8 ούτε φάγαμε άρτο δωρεάν από κανέναν, αλλά με κόπο και μόχθο νύχτα και ημέρα εργαζόμασταν, για να μην επιβαρύνουμε κανέναν από εσάς. Θεσ. Β' 3,9 οὐχ ὅτι οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν, ἀλλ' ἵνα ἑαυτοὺς τύπον δῶμεν ὑμῖν εἰς τὸ μιμεῖσθαι ἡμᾶς. Θεσ. Β' 3,9 Όχι ότι δεν έχουμε εξουσία, αλλά κάναμε έτσι για να σας δώσουμε πρότυπο τους εαυτούς μας, ώστε να μας μιμείστε. Θεσ. Β' 3,10 καὶ γὰρ ὅτε ἦμεν πρὸς ὑμᾶς, τοῦτο παρηγγέλλομεν ὑμῖν, ὅτι εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω. Θεσ. Β' 3,10 Και μάλιστα, όταν ήμασταν κοντά σας, αυτό σας παραγγέλλαμε: ότι αν κάποιος δε θέλει να εργάζεται, μήτε να τρώει. Θεσ. Β' 3,11 ἀκούομεν γάρ τινας περιπατοῦντας ἐν ὑμῖν ἀτάκτως, μηδὲν ἐργαζομένους, ἀλλὰ περιεργαζομένους· Θεσ. Β' 3,11 Γιατί ακούμε πως μερικοί περπατούν μεταξύ σας άτακτα, δεν εργάζονται καθόλου, αλλά περιεργάζονται τους άλλους. Θεσ. Β' 3,12 τοῖς δὲ τοιούτοις παραγγέλλομεν καὶ παρακαλοῦμεν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἵνα μετὰ ἡσυχίας ἐργαζόμενοι τὸν ἑαυτῶν ἄρτον ἐσθίωσιν. Θεσ. Β' 3,12 Σε τέτοιους ανθρώπους, λοιπόν, παραγγέλλουμε και προτρέπουμε, ενώ βρισκόμαστε σε κοινωνία με τον Κύριο Ιησού Χριστό, να εργάζονται με ησυχία και να τρώνε το δικό τους άρτο. Θεσ. Β' 3,13 ῾Υμεῖς δέ, ἀδελφοί, μὴ ἐκκακήσητε καλοποιοῦντες. Θεσ. Β' 3,13 Εσείς όμως, αδελφοί, μην κουράζεστε να κάνετε το καλό. Θεσ. Β' 3,14 εἰ δέ τις οὐχ ὑπακούει τῷ λόγῳ ἡμῶν διὰ τῆς ἐπιστολῆς, τοῦτον σημειοῦσθε, καὶ μὴ συναναμίγνυσθε αὐτῷ, ἵνα ἐντραπῇ· Θεσ. Β' 3,14 Και αν κάποιος δεν υπακούει στο λόγο μας με την επιστολή, αυτόν να τον σημειώνετε και να μην τον συναναστρέφεστε, για να ντραπεί. Θεσ. Β' 3,15 καὶ μὴ ὡς ἐχθρὸν ἡγεῖσθε, ἀλλὰ νουθετεῖτε ὡς ἀδελφόν. Θεσ. Β' 3,15 Όμως να μην τον θεωρείτε ως εχθρό, αλλά να τον νουθετείτε ως αδελφό.

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Θεσ. Β' 3,16 Αὐτὸς δὲ ὁ Κύριος τῆς εἰρήνης δῴη ὑμῖν τὴν εἰρήνην διὰ παντὸς ἐν παντὶ τρόπῳ. ῾Ο Κύριος μετὰ πάντων ὑμῶν. Θεσ. Β' 3,16 Και αυτός ο Κύριος της ειρήνης είθε να σας δώσει την ειρήνη διαπαντός με κάθε τρόπο. Ο Κύριος ας είναι μαζί με όλους σας. Θεσ. Β' 3,17 ῾Ο ἀσπασμός τῇ ἐμῇ χειρὶ Παύλου, ὅ ἐστι σημεῖον ἐν πάσῃ ἐπιστολῇ· οὕτω γράφω. Θεσ. Β' 3,17 Ο χαιρετισμός γράφεται με το δικό μου χέρι, του Παύλου, που είναι σημάδι σε κάθε επιστολή· έτσι γράφω. Θεσ. Β' 3,18 ῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν. Θεσ. Β' 3,18 Η χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ας είναι μαζί με όλους σας.

Προς Τιμόθεο Α'

Προς Τιμόθεο Α' 1, 2, 3, 4, 5, 6

Για τον Τιμόθεο έχουμε πολλές πληροφορίες από τις Πράξεις και από τις επιστολές του Παύλου. Κατάγεται από τα Λύστρα της Λυκαονίας, από ειδωλολάτρη πατέρα και Ιουδαία μητέρα που είχε γίνει Χριστιανή. Στην πόλη αυτή γνώρισε τον Παύλο και έγινε ο πιο στενός και έμπιστος συνεργάτης του. Ήδη από πολύ μικρή παιδική ηλικία γνώρισε τα ιερά γράμματα με τη φροντίδα της μητέρας του Ευνίκης και της γιαγιάς του Λωΐδας. Αργότερα διακόνησε με ζήλο και αφοσίωση τον Παύλο στη διάδοση του Ευαγγελίου Βρίσκεται κοντά του κατά τη β’ και γ’ περιοδεία, μεταφέρει μαζί του τη «λογεία» για τους Χριστιανούς των Ιεροσολύμων, αναλαμβάνει λεπτές αποστολές που του αναθέτει ο Παύλος και αναφέρεται ως συναποστολέας μαζί με τον Παύλο στις επιστολές Α’-Β’ Θεσσαλονικείς, Β’ Κορινθίους, Φιλιππησίους, Κολοσσαείς, Φιλήμονα.

Στην Α’ προς Τιμόθεον επιστολή ο Παύλος εφιστά την προσοχή του ποιμένα της εκκλησίας της Εφέσου στον κίνδυνο των αιρετικών και τον προτρέπει να μείνει πιστός στην υγιαίνουσα χριστιανική διδασκαλία. Στη συνέχεια ο Απόστολος δίνει οδηγίες για ορισμένα ζητήματα λατρείας, περιγράφει τα προσόντα που πρέπει να έχουν οι επίσκοποι και οι διάκονοι, και ομιλεί σε ποιητικό τόνο για το μυστήριο της πίστεως που μας αποκαλύφθηκε, το οποίο συνίσταται στην Ενανθρώπιση του Χριστού και την ένδοξη επάνοδο του στους ουρανούς.

Επανέρχεται στο θέμα των «ψευδολόγων» αιρετικών για να καταπολεμήσει τις διδασκαλίες τους και να τονίσει το καθήκον του Τιμόθεου να προβάλει τον εαυτό του ως τύπο και παράδειγμα σε όλα. Τον συμβουλεύει για τον τρόπο συμπεριφοράς του έναντι των ηλικιωμένων, των νεωτέρων, των χηρών, των αξιωματούχων της Εκκλησίας και για την υποχρέωσή του να τηρεί τον εαυτό του αγνό.

Μετά από μερικές γενικές συστάσεις προς τους δούλους, στρέφεται πάλι κατά των ετεροδιδασκάλων που αποτελούν το μόνιμο κίνδυνο της Εκκλησίας και δίνει συμβουλές στον Τιμόθεο για συνεχή αγώνα, για ζωή άσπιλη και για την τήρηση της ιερής παρακαταθήκης της πίστεως.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α' 1

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Τιμ. Α' 1,1 Παῦλος, ἀπόστολος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ κατ' ἐπιταγὴν Θεοῦ σωτῆρος ἡμῶν καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τῆς ἐλπίδος ἡμῶν, Τιμ. Α' 1,1 Παύλος, απόστολος του Χριστού Ιησού κατά διαταγή του Θεού σωτήρα μας και του Χριστού Ιησού, της ελπίδας μας, Τιμ. Α' 1,2 Τιμοθέῳ γνησίῳ τέκνῳ ἐν πίστει· χάρις, ἔλεος, εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Τιμ. Α' 1,2 προς τον Τιμόθεο, γνήσιο τέκνο μου στην πίστη. Χάρη, έλεος, ειρήνη από το Θεό Πατέρα και το Χριστό Ιησού τον Κύριό μας.

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΨΕΥΔΟΔΙΔΑΣΚΑΛΩΝ

Τιμ. Α' 1,3 Καθὼς παρεκάλεσά σε προσμεῖναι ἐν ᾿Εφέσῳ, πορευόμενος εἰς Μακεδονίαν, ἵνα παραγγείλῃς τισὶ μὴ ἑτεροδιδασκαλεῖν Τιμ. Α' 1,3 Καθώς σε παρακάλεσα, όταν πορευόμουνα στη Μακεδονία, παράμεινε στην Έφεσο, για να παραγγείλεις σε μερικούς να μη διδάσκουν διαφορετικά Τιμ. Α' 1,4 μηδὲ προσέχειν μύθοις καὶ γενεαλογίαις ἀπεράντοις, αἵτινες ζητήσεις παρέχουσι μᾶλλον ἢ οἰκονομίαν Θεοῦ τὴν ἐν πίστει· Τιμ. Α' 1,4 μήτε να προσέχουν σε μύθους και σε γενεαλογίες απέραντες, οι οποίες προκαλούν μάλλον άσκοπες αναζητήσεις παρά βοηθούν τη διαχείριση του έργου του Θεού που βασίζεται στην πίστη. Τιμ. Α' 1,5 τὸ δὲ τέλος τῆς παραγγελίας ἐστὶν ἀγάπη ἐκ καθαρᾶς καρδίας καὶ συνειδήσεως ἀγαθῆς καὶ πίστεως ἀνυποκρίτου, Τιμ. Α' 1,5 Ενώ ο σκοπός της παραγγελίας του Θεού είναι αγάπη από καθαρή καρδιά και συνείδηση αγαθή και πίστη ανυπόκριτη, Τιμ. Α' 1,6 ὧν τινες ἀστοχήσαντες ἐξετράπησαν εἰς ματαιολογίαν, Τιμ. Α' 1,6 στις οποίες μερικοί αστόχησαν και εκτράπηκαν σε ματαιολογία, Τιμ. Α' 1,7 θέλοντες εἶναι νομοδιδάσκαλοι, μὴ νοοῦντες μήτε ἃ λέγουσι μήτε περὶ τίνων διαβεβαιοῦνται. Τιμ. Α' 1,7 θέλοντας να είναι νομοδιδάσκαλοι, χωρίς να καταλαβαίνουν μήτε αυτά που λένε μήτε για ποια πράγματα διαβεβαιώνουν. Τιμ. Α' 1,8 Οἴδαμεν δὲ ὅτι καλὸς ὁ νόμος, ἐάν τις αὐτῷ νομίμως χρῆται, Τιμ. Α' 1,8 Ξέρουμε όμως ότι είναι καλός ο νόμος, αν κάποιος τον χρησιμοποιεί σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, Τιμ. Α' 1,9 εἰδὼς τοῦτο, ὅτι δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται, ἀνόμοις δὲ καὶ ἀνυποτάκτοις, ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς, ἀνοσίοις καὶ βεβήλοις, πατρολῴαις καὶ μητρολῴαις, ἀνδροφόνοις, Τιμ. Α' 1,9 ξέροντας αυτό: ότι για τον δίκαιο ο νόμος δεν τίθεται, αλλά για τους άνομους και για τους ανυπότακτους, για τους ασεβείς και για τους αμαρτωλούς, για τους ανόσιους και για τους βέβηλους, για τους πατροκτόνους και για τους μητροκτόνους, για τους φονιάδες, Τιμ. Α' 1,10 πόρνοις, ἀρσενοκοίταις, ἀνδραποδισταῖς, ψεύσταις, ἐπιόρκοις, καὶ εἴ τι ἕτερον τῇ ὑγιαινούσῃ διδασκαλίᾳ ἀντίκειται, Τιμ. Α' 1,10 για τους πόρνους, για τους αρσενοκοίτες, για τους δουλέμπορους, για τους ψεύτες, για τους επίορκους και για ότι άλλο αντιτίθεται στην υγιή διδασκαλία, Τιμ. Α' 1,11 κατὰ τὸ εὐαγγέλιον τῆς δόξης τοῦ μακαρίου Θεοῦ, ὃ ἐπιστεύθην ἐγώ. Τιμ. Α' 1,11 κατά το ευαγγέλιο της δόξας του μακάριου Θεού, το οποίο εμπιστεύτηκε σ’ εμένα.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Τιμ. Α' 1,12 Καὶ χάριν ἔχω τῷ ἐνδυναμώσαντί με Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ὅτι πιστόν με ἡγήσατο, θέμενος εἰς διακονίαν Τιμ. Α' 1,12 Ευχαριστώ αυτόν που με ενδυνάμωσε, το Χριστό Ιησού τον Κύριό μας, γιατί με θεώρησε πιστό και με έθεσε σε διακονία, Τιμ. Α' 1,13 τὸν πρότερον ὄντα βλάσφημον καὶ διώκτην καί ὑβριστήν· ἀλλ' ἠλεήθην, ὅτι ἀγνοῶν ἐποίησα ἐν ἀπιστίᾳ, Τιμ. Α' 1,13 εμένα που πρωτύτερα ήμουν βλάστημος και διώκτης και υβριστής. Αλλά ελεήθηκα, επειδή αγνοώντας το έκανα μέσα στην απιστία. Τιμ. Α' 1,14 ὑπερεπλεόνασε δὲ ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν μετὰ πίστεως καὶ ἀγάπης τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Τιμ. Α' 1,14 Και υπερπλεόνασε η χάρη του Κυρίου μας μαζί με πίστη και αγάπη που υπάρχει σε κοινωνία με το Χριστό Ιησού. Τιμ. Α' 1,15 Πιστὸς ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὅτι Χριστὸς ᾿Ιησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ· Τιμ. Α' 1,15 Αξιόπιστος είναι αυτός ο λόγος και άξιος πλήρους αποδοχής: ότι ο Χριστός Ιησούς ήρθε στον κόσμο να σώσει αμαρτωλούς, των οποίων πρώτος είμαι εγώ. Τιμ. Α' 1,16 ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἠλεήθην, ἵνα ἐν ἐμοὶ πρώτῳ ἐνδείξηται ᾿Ιησοῦς Χριστὸς τὴν πᾶσαν μακροθυμίαν, πρὸς ὑποτύπωσιν τῶν μελλόντων πιστεύειν ἐπ' αὐτῷ εἰς ζωὴν αἰώνιον. Τιμ. Α' 1,16 Αλλά γι’ αυτό ελεήθηκα, για να δείξει πρώτα σ’ εμένα ο Χριστός Ιησούς όλη τη μακροθυμία του, για να είμαι πρότυπο σ’ αυτούς που μέλλουν να πιστεύουν σ’ αυτόν για να έχουν ζωή αιώνια. Τιμ. Α' 1,17 Τῷ δὲ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Τιμ. Α' 1,17 Και στο βασιλιά των αιώνων, τον άφθαρτο, τον αόρατο, το μόνο Θεό, ας είναι τιμή και δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. Τιμ. Α' 1,18 Ταύτην τὴν παραγγελίαν παρατίθεμαί σοι, τέκνον Τιμόθεε, κατὰ τὰς προαγούσας ἐπὶ σὲ προφητείας, ἵνα στρατεύῃ ἐν αὐταῖς τὴν καλὴν στρατείαν, Τιμ. Α' 1,18 Αυτήν την παραγγελία σού παραθέτω, τέκνο μου Τιμόθεε, σύμφωνα με τις προηγούμενες προφητείες για σένα, για να στρατεύεσαι με αυτές στην καλή εκστρατεία, Τιμ. Α' 1,19 ἔχων πίστιν καὶ ἀγαθὴν συνείδησιν, ἥν τινες ἀπωσάμενοι περὶ τὴν πίστιν ἐναυάγησαν· Τιμ. Α' 1,19 έχοντας πίστη και αγαθή συνείδηση, την οποία μερικοί απώθησαν και ναυάγησαν ως προς την πίστη. Τιμ. Α' 1,20 ὧν ἐστιν ῾Υμέναιος καὶ ᾿Αλέξανδρος, οὓς παρέδωκα τῷ σατανᾷ, ἵνα παιδευθῶσι μὴ βλασφημεῖν. Τιμ. Α' 1,20 Από αυτούς είναι ο Υμέναιος και ο Αλέξανδρος, τους οποίους παράδωσα στο Σατανά, για να παιδευτούν ώστε να μη βλαστημούν.

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α' 2

ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ

Τιμ. Α' 2,1 Παρακαλῶ οὖν πρῶτον πάντων ποιεῖσθαι δεήσεις, προσευχάς, ἐντεύξεις, εὐχαριστίας, ὑπὲρ πάντων ἀνθρώπων, Τιμ. Α' 2,1 Προτρέπω, λοιπόν, πρώτα απ’ όλα να γίνονται δεήσεις, προσευχές, παρακλήσεις, ευχαριστίες για όλους τους ανθρώπους, Τιμ. Α' 2,2 ὑπὲρ βασιλέων καὶ πάντων τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων, ἵνα ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγωμεν ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι. Τιμ. Α' 2,2 για τους βασιλιάδες και για όλους όσοι είναι σε θέσεις υπεροχής, για να περνούμε ήρεμο και ήσυχο βίο με όλη την ευσέβεια και τη σεμνότητα. Τιμ. Α' 2,3 τοῦτο γὰρ καλὸν καὶ ἀπόδεκτον ἐνώπιον τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, Τιμ. Α' 2,3 Αυτό είναι καλό και αποδεκτό μπροστά στο σωτήρα μας Θεό, Τιμ. Α' 2,4 ὃς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν. Τιμ. Α' 2,4 ο οποίος θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να έρθουν σε επίγνωση της αλήθειας. Τιμ. Α' 2,5 εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς ᾿Ιησοῦς, Τιμ. Α' 2,5 Γιατί ένας Θεός υπάρχει, ένας και μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο άνθρωπος Χριστός Ιησούς, Τιμ. Α' 2,6 ὁ δοὺς ἑαυτὸν ἀντίλυτρον ὑπὲρ πάντων, τὸ μαρτύριον καιροῖς ἰδίοις, Τιμ. Α' 2,6 ο οποίος έδωσε τον εαυτό του αντίλυτρο για όλους, τη μαρτυρία που δόθηκε στους δικούς του καθορισμένους καιρούς. Τιμ. Α' 2,7 εἰς ὃ ἐτέθην ἐγὼ κήρυξ καὶ ἀπόστολος, ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, διδάσκαλος ἐθνῶν ἐν πίστει καὶ ἀληθείᾳ. Τιμ. Α' 2,7 Σ’ αυτό τέθηκα εγώ κήρυκας και απόστολος, αλήθεια λέω, δεν ψεύδομαι, δάσκαλος των εθνών στην πίστη και την αλήθεια. Τιμ. Α' 2,8 Βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ. Τιμ. Α' 2,8 Θέλω, λοιπόν, να προσεύχονται οι άντρες σε κάθε τόπο, υψώνοντας όσια χέρια χωρίς οργή και αμφιβολία. Τιμ. Α' 2,9 ὡσαύτως καὶ τὰς γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ, μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν ἢ χρυσῷ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ, Τιμ. Α' 2,9 Όμοια και οι γυναίκες με ενδυμασία κόσμια, με ντροπή και σωφροσύνη να κοσμούν τους εαυτούς τους. όχι με πλεξίματα μαλλιών και με χρυσαφικά ή με μαργαριτάρια ή με ιματισμό πολυτελή, Τιμ. Α' 2,10 ἀλλ' ὃ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι' ἔργων ἀγαθῶν. Τιμ. Α' 2,10 αλλά με ότι πρέπει σε γυναίκες που ομολογούν θεοσέβεια, με έργα αγαθά. Τιμ. Α' 2,11 Γυνὴ ἐν ἡσυχίᾳ μανθανέτω ἐν πάσῃ ὑποταγῇ· Τιμ. Α' 2,11 Η γυναίκα ας μαθαίνει με ησυχία, με όλη την υποταγή. Τιμ. Α' 2,12 γυναικὶ δὲ διδάσκειν οὐκ ἐπιτρέπω, οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός, ἀλλ' εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ. Τιμ. Α' 2,12 Και δεν επιτρέπω στη γυναίκα να διδάσκει ούτε να αφεντεύει στον άντρα, αλλά να είναι ήσυχη. Τιμ. Α' 2,13 ᾿Αδὰμ γὰρ πρῶτος ἐπλάσθη, εἶτα Εὔα· Τιμ. Α' 2,13 Γιατί ο Αδάμ πλάστηκε πρώτος, έπειτα η Εύα. Τιμ. Α' 2,14 καὶ ᾿Αδὰμ οὐκ ἠπατήθη, ἡ δὲ γυνὴ ἀπατηθεῖσα ἐν παραβάσει γέγονε· Τιμ. Α' 2,14 Και ο Αδάμ δεν απατήθηκε, αλλά η γυναίκα εξαπατήθηκε και έπεσε σε παράβαση. Τιμ. Α' 2,15 σωθήσεται δὲ διὰ τῆς τεκνογονίας, ἐὰν μείνωσιν ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ καὶ ἁγιασμῷ μετὰ σωφροσύνης. Τιμ. Α' 2,15 Θα σωθεί όμως διαμέσου της τεκνογονίας, αν μείνουν στην πίστη και στην αγάπη και στον αγιασμό με σωφροσύνη.

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α' 3

ΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Τιμ. Α' 3,1 Πιστὸς ὁ λόγος· εἴ τις ἐπισκοπῆς ὀρέγεται, καλοῦ ἔργου ἐπιθυμεῖ. Τιμ. Α' 3,1 Αξιόπιστος είναι αυτός ο λόγος: αν κάποιος ορέγεται επισκοπή, επιθυμεί ένα καλό έργο. Τιμ. Α' 3,2 δεῖ οὖν τὸν ἐπίσκοπον ἀνεπίληπτον εἶναι, μιᾶς γυναικὸς ἄνδρα, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, Τιμ. Α' 3,2 Πρέπει λοιπόν ο επίσκοπος να είναι ανεπίληπτος, μιας γυναίκας άντρας, νηφάλιος, σώφρονας, κόσμιος, φιλόξενος, διδακτικός, Τιμ. Α' 3,3 μὴ πάροινον, μὴ πλήκτην, μὴ αἰσχροκερδῆ, ἀλλ' ἐπιεικῆ, ἄμαχον, ἀφιλάργυρον, Τιμ. Α' 3,3 όχι φιλόκρασος, να μη δέρνει, να μην είναι αισχροκερδής . αλλά να είναι επιεικής, άμαχος, αφιλάργυρος, Τιμ. Α' 3,4 τοῦ ἰδίου οἴκου καλῶς προϊστάμενον, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγῇ μετὰ πάσης σεμνότητος· Τιμ. Α' 3,4 να διευθύνει καλά το δικό του οίκο, παιδιά να έχει σε υποταγή με κάθε σεμνότητα Τιμ. Α' 3,5 εἰ δέ τις τοῦ ἰδίου οἴκου προστῆναι οὐκ οἶδε, πῶς ἐκκλησίας Θεοῦ ἐπιμελήσεται; Τιμ. Α' 3,5 εξάλλου αν κάποιος δεν ξέρει να διευθύνει το δικό του οίκο, πώς θα επιμεληθεί την εκκλησία του Θεού; Τιμ. Α' 3,6 μὴ νεόφυτον, ἵνα μὴ τυφωθεὶς εἰς κρῖμα ἐμπέσῃ τοῦ διαβόλου. Τιμ. Α' 3,6 Να μην είναι νεοφώτιστος, για να μη θολώσει από υπερηφάνεια και πέσει σε καταδίκη του διαβόλου. Τιμ. Α' 3,7 δεῖ δὲ αὐτόν καὶ μαρτυρίαν καλὴν ἔχειν ἀπὸ τῶν ἔξωθεν, ἵνα μὴ εἰς ὀνειδισμὸν ἐμπέσῃ καὶ παγίδα τοῦ διαβόλου. Τιμ. Α' 3,7 Πρέπει επίσης να έχει και καλή μαρτυρία από τους έξω, για να μην πέσει σε κατηγορία και σε παγίδα του διαβόλου. Τιμ. Α' 3,8 Διακόνους ὡσαύτως σεμνούς, μὴ διλόγους, μὴ οἴνῳ πολλῷ προσέχοντας, μὴ αἰσχροκερδεῖς, Τιμ. Α' 3,8 Οι διάκονοι ομοίως να είναι σεμνοί, όχι διπρόσωποι, να μη δίνονται σε πολύ κρασί, να μην είναι αισχροκερδείς, Τιμ. Α' 3,9 ἔχοντας τὸ μυστήριον τῆς πίστεως ἐν καθαρᾷ συνειδήσει. Τιμ. Α' 3,9 να κατέχουν το μυστήριο της πίστης με καθαρή συνείδηση. Τιμ. Α' 3,10 καὶ οὗτοι δὲ δοκιμαζέσθωσαν πρῶτον, εἶτα διακονείτωσαν ἀνέγκλητοι ὄντες. Τιμ. Α' 3,10 Και αυτοί, λοιπόν, ας δοκιμάζονται πρώτα, έπειτα ας διακονούν αν είναι ακατηγόρητοι. Τιμ. Α' 3,11 γυναῖκας ὡσαύτως σεμνάς, μὴ διαβόλους, νηφαλίους, πιστὰς ἐν πᾶσι. Τιμ. Α' 3,11 Οι γυναίκες ομοίως να είναι σεμνές, να μη διαβάλλουν, να είναι νηφάλιες, πιστές σε όλα. Τιμ. Α' 3,12 διάκονοι ἔστωσαν μιᾶς γυναικὸς ἄνδρες, τέκνων καλῶς προϊστάμενοι καὶ τῶν ἰδίων οἴκων. Τιμ. Α' 3,12 Οι διάκονοι να είναι μιας γυναίκας άντρες, να διευθύνουν καλά τα παιδιά τους και τους δικούς τους οίκους. Τιμ. Α' 3,13 οἱ γὰρ καλῶς διακονήσαντες βαθμὸν ἑαυτοῖς καλὸν περιποιοῦνται καὶ πολλὴν παρρησίαν ἐν πίστει τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Τιμ. Α' 3,13 Γιατί εκείνοι που διακόνησαν καλά αποκτούν για τους εαυτούς τους καλή θέση στην εκκλησία και πολλή παρρησία στην πίστη που είναι στο Χριστό Ιησού.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ

Τιμ. Α' 3,14 Ταῦτά σοι γράφω ἐλπίζων ἐλθεῖν πρός σε τάχιον· Τιμ. Α' 3,14 Αυτά σου γράφω, ελπίζοντας να έρθω προς εσένα γρήγορα. Τιμ. Α' 3,15 ἐὰν δὲ βραδύνω, ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστὶν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας. Τιμ. Α' 3,15 Αν όμως βραδύνω, να ξέρεις πώς πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς μέσα στον οίκο του Θεού, που είναι η εκκλησία του ζωντανού Θεού, στύλος και βάση της αλήθειας. Τιμ. Α' 3,16 καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ. Τιμ. Α' 3,16 Και ομολογουμένως είναι μεγάλο το μυστήριο της ευσέβειάς μας: Αυτός φανερώθηκε μέσα στη σάρκα, δικαιώθηκε με το Πνεύμα, φανερώθηκε στους αγγέλους, κηρύχτηκε στα έθνη, έγινε πιστευτός στον κόσμο, αναλήφτηκε με δόξα.

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α' 4

ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ

Τιμ. Α' 4,1 Τὸ δὲ Πνεῦμα ρητῶς λέγει ὅτι ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων, Τιμ. Α' 4,1 Αλλά το Πνεύμα ρητά λέει ότι σε υστερινούς καιρούς θα αποστατήσουν μερικοί από την πίστη, προσέχοντας σε πνεύματα πλάνης και σε διδασκαλίες δαιμονίων, Τιμ. Α' 4,2 ἐν ὑποκρίσει ψευδολόγων, κεκαυστηριασμένων τὴν ἰδίαν συνείδησιν, Τιμ. Α' 4,2 με την υποκρισία ψευδολόγων, που έχουν καυτηριασμένη τη δική τους συνείδηση, Τιμ. Α' 4,3 κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέχεσθαι βρωμάτων, ἃ ὁ Θεὸς ἔκτισεν εἰς μετάληψιν μετὰ εὐχαριστίας τοῖς πιστοῖς καὶ ἐπεγνωκόσι τὴν ἀλήθειαν. Τιμ. Α' 4,3 οι οποίοι εμποδίζουν το γάμο και διατάζουν αποχή από φαγητά, που ο Θεός τα δημιούργησε, για να τα λαβαίνουν με ευχαριστία αυτοί που είναι πιστοί και που έχουν γνωρίσει καλά την αλήθεια. Τιμ. Α' 4,4 ὅτι πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν, καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον· Τιμ. Α' 4,4 Επειδή κάθε κτίσμα του Θεού είναι καλό και τίποτα δεν είναι απορρίψιμο, όταν λαβαίνεται με ευχαριστία. Τιμ. Α' 4,5 ἁγιάζεται γὰρ διὰ λόγου Θεοῦ καὶ ἐντεύξεως. Τιμ. Α' 4,5 γιατί αγιάζεται με το λόγο του Θεού και την προσευχή.

Ο ΚΑΛΟΣ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Τιμ. Α' 4,6 Ταῦτα ὑποτιθέμενος τοῖς ἀδελφοῖς καλὸς ἔσῃ διάκονος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἐντρεφόμενος τοῖς λόγοις τῆς πίστεως καὶ τῆς καλῆς διδασκαλίας ᾗ παρηκολούθηκας. Τιμ. Α' 4,6 Υποδεικνύοντας αυτά στους αδελφούς θα είσαι καλός διάκονος του Χριστού Ιησού, γιατί θα ανατρέφεσαι με τα λόγια της πίστης και της καλής διδασκαλίας που έχεις παρακολουθήσει. Τιμ. Α' 4,7 τοὺς δὲ βεβήλους καὶ γραώδεις μύθους παραιτοῦ, γύμναζε δὲ σεαυτὸν πρὸς εὐσέβειαν· Τιμ. Α' 4,7 Αλλά απόφευγε τους βέβηλους μύθους και όσους ταιριάζουν σε γριές. Και γύμναζε τον εαυτό σου στην ευσέβεια. Τιμ. Α' 4,8 ἡ γὰρ σωματικὴ γυμνασία πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ὠφέλιμος, ἡ δὲ εὐσέβεια πρὸς πάντα ὠφέλιμός ἐστιν, ἐπαγγελίας ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς μελλούσης. Τιμ. Α' 4,8 Γιατί η σωματική γυμναστική είναι ωφέλιμη για λίγο, ενώ η ευσέβεια είναι ωφέλιμη για όλα, επειδή έχει ως συνέπεια υπόσχεση για τη ζωή την τωρινή και τη μελλοντική. Τιμ. Α' 4,9 πιστὸς ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος· Τιμ. Α' 4,9 Πιστός είναι αυτός ο λόγος και άξιος πλήρους αποδοχής. Τιμ. Α' 4,10 εἰς τοῦτο γὰρ καὶ κοπιῶμεν καὶ ὀνειδιζόμεθα, ὅτι ἠλπίκαμεν ἐπὶ Θεῷ ζῶντι, ὅς ἐστι σωτὴρ πάντων ἀνθρώπων, μάλιστα πιστῶν. Τιμ. Α' 4,10 Επειδή γι’ αυτό κοπιάζουμε και αγωνιζόμαστε, γιατί έχουμε ελπίσει σε Θεό ζωντανό, ο οποίος είναι σωτήρας όλων των ανθρώπων, μάλιστα των πιστών. Τιμ. Α' 4,11 Παράγγελλε ταῦτα καὶ δίδασκε. Τιμ. Α' 4,11 Αυτά παράγγελλε και δίδασκε. Τιμ. Α' 4,12 μηδείς σου τῆς νεότητος καταφρονείτω, ἀλλὰ τύπος γίνου τῶν πιστῶν ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ. Τιμ. Α' 4,12 Κανείς ας μην καταφρονεί τη νεότητά σου, αλλά να γίνεις τύπος των πιστών στα λόγια, στη συμπεριφορά, στην αγάπη, στην πίστη, στην αγνότητα. Τιμ. Α' 4,13 ἕως ἔρχομαι πρόσεχε τῇ ἀναγνώσει, τῇ παρακλήσει, τῇ διδασκαλίᾳ. Τιμ. Α' 4,13 Ωσότου να έρθω, προσηλώσου στην ανάγνωση των Γραφών, στην προτροπή, στη διδασκαλία. Τιμ. Α' 4,14 μὴ ἀμέλει τοῦ ἐν σοὶ χαρίσματος, ὃ ἐδόθη σοι διὰ προφητείας μετὰ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ πρεσβυτερίου. Τιμ. Α' 4,14 Μην αμελείς το χάρισμα που είναι μέσα σου, το οποίο σου δόθηκε μέσω προφητείας μαζί με την επίθεση των χεριών του πρεσβυτερίου. Τιμ. Α' 4,15 ταῦτα μελέτα, ἐν τούτοις ἴσθι, ἵνα σου ἡ προκοπὴ φανερὰ ᾖ ἐν πᾶσιν. Τιμ. Α' 4,15 Αυτά μελέτα, σ’ αυτά να μένεις, για να είναι φανερή η προκοπή σου σε όλους. Τιμ. Α' 4,16 ἔπεχε σεαυτῷ καὶ τῇ διδασκαλίᾳ, ἐπίμενε αὐτοῖς· τοῦτο γὰρ ποιῶν καὶ σεαυτὸν σώσεις καὶ τοὺς ἀκούοντάς σου. Τιμ. Α' 4,16 Πρόσεχε τον εαυτό σου και τη διδασκαλία. επίμενε σ’ αυτά. Γιατί κάνοντας αυτό, και τον εαυτό σου θα σώσεις και αυτούς που σε ακούν.

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α' 5

ΦΡΟΝΤΙΔΕΣ ΓΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΙΣΤΩΝ

Τιμ. Α' 5,1 Πρεσβυτέρῳ μὴ ἐπιπλήξῃς, ἀλλὰ παρακάλει ὡς πατέρα, νεωτέρους ὡς ἀδελφούς, Τιμ. Α' 5,1 Πρεσβύτερο στην ηλικία μην τον επιπλήξεις, αλλά πρότρεπέ τον σαν πατέρα, τους νεότερους σαν αδελφούς, Τιμ. Α' 5,2 πρεσβυτέρας ὡς μητέρας, νεωτέρας ὡς ἀδελφὰς ἐν πάσῃ ἁγνείᾳ. Τιμ. Α' 5,2 τις πρεσβύτερες σαν μητέρες, τις νεότερες σαν αδελφές με όλη την αγνότητα. Τιμ. Α' 5,3 Χήρας τίμα τὰς ὄντως χήρας. Τιμ. Α' 5,3 Τις χήρες τίμα, αυτές που είναι πραγματικά χήρες. Τιμ. Α' 5,4 εἰ δέ τις χήρα τέκνα ἢ ἔκγονα ἔχει, μανθανέτωσαν πρῶτον τὸν ἴδιον οἶκον εὐσεβεῖν καὶ ἀμοιβὰς ἀποδιδόναι τοῖς προγόνοις· τοῦτο γάρ ἐστι καλὸν καὶ ἀπόδεκτον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τιμ. Α' 5,4 Αν όμως κάποια χήρα έχει παιδιά ή εγγόνια, ας μαθαίνουν πρώτα να είναι ευσεβείς στο δικό τους οίκο και να αποδίδουν αμοιβές στους προγόνους. γιατί αυτό είναι αποδεκτό μπροστά στο Θεό. Τιμ. Α' 5,5 ἡ δὲ ὄντως χήρα καὶ μεμονωμένη ἤλπικεν ἐπὶ τὸν Θεὸν καὶ προσμένει ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς νυκτὸς καὶ ἡμέρας· Τιμ. Α' 5,5 Αλλά εκείνη που είναι πραγματικά χήρα και είναι μόνη, έχει ελπίσει στο Θεό και επιμένει στις δεήσεις και στις προσευχές νύχτα και ημέρα. Τιμ. Α' 5,6 ἡ δὲ σπαταλῶσα ζῶσα τέθνηκε. Τιμ. Α' 5,6 Εκείνη όμως που σπαταλά στην ασωτία, ενώ ζει, έχει πεθάνει. Τιμ. Α' 5,7 καὶ ταῦτα παράγγελλε, ἵνα ἀνεπίληπτοι ὦσιν. Τιμ. Α' 5,7 Και αυτά παράγγελλε, για να είναι ανεπίληπτες. Τιμ. Α' 5,8 εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. Τιμ. Α' 5,8 Και αν κάποιος δεν προνοεί για τους δικούς του και μάλιστα για τους οικείους του, έχει αρνηθεί την πίστη και είναι χειρότερος από άπιστο. Τιμ. Α' 5,9 Χήρα καταλεγέσθω μὴ ἔλαττον ἐτῶν ἑξήκοντα γεγονυῖα, ἑνὸς ἀνδρὸς γυνή, Τιμ. Α' 5,9 Ως χήρα ας καταγράφεται στον κατάλογο εκείνη που δεν είναι κάτω των εξήντα ετών, ενός άντρα γυναίκα, Τιμ. Α' 5,10 ἐν ἔργοις καλοῖς μαρτυρουμένη, εἰ ἐτεκνοτρόφησεν, εἰ ἐξενοδόχησεν, εἰ ἁγίων πόδας ἔνιψεν, εἰ θλιβομένοις ἐπήρκεσεν, εἰ παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ ἐπηκολούθησε. Τιμ. Α' 5,10 όταν τα καλά έργα της μαρτυρούνται, αν ανάθρεψε παιδιά, αν φιλοξένησε, αν ένιψε πόδια αγίων, αν βοήθησε θλιμμένους, αν επιδίωξε κάθε έργο αγαθό. Τιμ. Α' 5,11 νεωτέρας δὲ χήρας παραιτοῦ· ὅταν γὰρ καταστρηνιάσωσι τοῦ Χριστοῦ, γαμεῖν θέλουσιν, Τιμ. Α' 5,11 Τις νεότερες όμως χήρες απόφευγε να καταγράφεις. Γιατί, όταν ζήσουν ακόλαστα ενάντια στο Χριστό, θέλουν να παντρευτούν Τιμ. Α' 5,12 ἔχουσαι κρῖμα, ὅτι τὴν πρώτην πίστιν ἠθέτησαν· Τιμ. Α' 5,12 και πέφτουν σε κατάκριση, γιατί αθέτησαν την πρώτη τους συνθήκη. Τιμ. Α' 5,13 ἅμα δὲ καὶ ἀργαὶ μανθάνουσι περιερχόμεναι τὰς οἰκίας, οὐ μόνον δὲ ἀργαί, ἀλλὰ καὶ φλύαροι καὶ περίεργοι, λαλοῦσαι τὰ μὴ δέοντα. Τιμ. Α' 5,13 Συγχρόνως επίσης μαθαίνουν να γίνονται και αργές καθώς περιέρχονται στις οικίες, και όχι μόνο αργές αλλά και φλύαρες και περίεργες, μιλώντας όσα δεν πρέπει. Τιμ. Α' 5,14 βούλομαι οὖν νεωτέρας γαμεῖν, τεκνογονεῖν, οἰκοδεσποτεῖν, μηδεμίαν ἀφορμὴν διδόναι τῷ ἀντικειμένῳ λοιδορίας χάριν. Τιμ. Α' 5,14 Θέλω, λοιπόν, οι νεότερες να παντρεύονται, να γεννούν παιδιά, να γίνονται οικοδέσποινες, να μη δίνουν καμιά αφορμή στους αντίθετους για κακολογία. Τιμ. Α' 5,15 ἤδη γάρ τινες ἐξετράπησαν ὀπίσω τοῦ σατανᾶ. Τιμ. Α' 5,15 Γιατί ήδη μερικές εκτράπηκαν πίσω από το Σατανά. Τιμ. Α' 5,16 εἴ τις πιστὸς ἢ πιστὴ ἔχει χήρας, ἐπαρκείτω αὐταῖς, καὶ μὴ βαρείσθω ἡ ἐκκλησία, ἵνα ταῖς ὄντως χήραις ἐπαρκέσῃ. Τιμ. Α' 5,16 Αν κάποιος πιστός ή πιστή έχει χήρες, ας τις βοηθά και ας μην επιβαρύνεται η εκκλησία, για να βοηθήσει αυτές που είναι πραγματικά χήρες. Τιμ. Α' 5,17 Οἱ καλῶς προεστῶτες πρεσβύτεροι διπλῆς τιμῆς ἀξιούσθωσαν, μάλιστα οἱ κοπιῶντες ἐν λόγῳ καὶ διδασκαλίᾳ· Τιμ. Α' 5,17 Οι πρεσβύτεροι που υπήρξαν καλοί προϊστάμενοι ας αξιώνονται διπλή τιμή, μάλιστα εκείνοι που κοπιάζουν στο λόγο και στη διδασκαλία. Τιμ. Α' 5,18 λέγει γὰρ ἡ γραφή· βοῦν ἀλοῶντα οὐ φιμώσεις· καί· ἄξιος ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ. Τιμ. Α' 5,18 Γιατί λέει η Γραφή: Βόδι που αλωνίζει δε θα το φιμώσεις. και: “Άξιος είναι ο εργάτης του μισθού του”. Τιμ. Α' 5,19 κατὰ πρεσβυτέρου κατηγορίαν μὴ παραδέχου, ἐκτὸς εἰ μὴ ἐπὶ δύο ἢ τριῶν μαρτύρων. Τιμ. Α' 5,19 Εναντίον πρεσβυτέρου μην αποδέχεσαι κατηγορία, εκτός αν βασίζεται πάνω σε δύο ή τρεις μάρτυρες. Τιμ. Α' 5,20 τοὺς ἁμαρτάνοντας ἐνώπιον πάντων ἔλεγχε, ἵνα καὶ οἱ λοιποὶ φόβον ἔχωσι. Τιμ. Α' 5,20 Εκείνους που αμαρτάνουν έλεγχέ τους μπροστά σε όλους, ώστε και οι υπόλοιποι να φοβούνται. Τιμ. Α' 5,21 διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἐκλεκτῶν ἀγγέλων, ἵνα ταῦτα φυλάξῃς, χωρὶς προκρίματος μηδὲν ποιῶν κατὰ πρόσκλισιν. Τιμ. Α' 5,21 Σε ικετεύω μπροστά στο Θεό και στο Χριστό Ιησού και στους εκλεκτούς αγγέλους να φυλάξεις αυτά χωρίς προκατάληψη, μην κάνοντας τίποτα με μεροληψία. Τιμ. Α' 5,22 χεῖρας ταχέως μηδενὶ ἐπιτίθει, μηδὲ κοινώνει ἁμαρτίαις ἀλλοτρίαις· σεαυτὸν ἁγνὸν τήρει. Τιμ. Α' 5,22 Χέρια σε κανέναν μην επιθέτεις γρήγορα μήτε να συμμετέχεις σε ξένες αμαρτίες. τον εαυτό σου αγνό να τον τηρείς. Τιμ. Α' 5,23 Μηκέτι ὑδροπότει, ἀλλ' οἴνῳ ὀλίγῳ χρῶ διὰ τὸν στόμαχόν σου καὶ τὰς πυκνάς σου ἀσθενείας. Τιμ. Α' 5,23 Μην πίνεις πια συνεχώς νερό, αλλά να χρησιμοποιείς λίγο κρασί για το στομάχι σου και για τις συχνές σου ασθένειες. Τιμ. Α' 5,24 Τινῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι πρόδηλοί εἰσι, προάγουσαι εἰς κρίσιν, τισὶ δὲ καὶ ἐπακολουθοῦσιν· Τιμ. Α' 5,24 Σε μερικούς ανθρώπους οι αμαρτίες τους είναι ολοφάνερες και προπορεύονται προς κατάκρισή τους, ενώ βεβαίως σε άλλους η φανέρωσή τους επακολουθεί. Τιμ. Α' 5,25 ὡσαύτως καὶ τὰ καλὰ ἔργα πρόδηλά ἐστι, καὶ τὰ ἄλλως ἔχοντα κρυβῆναι οὐ δύνανται. Τιμ. Α' 5,25 Ομοίως και τα έργα τα καλά είναι ολοφάνερα, αλλά και τα αλλιώτικα δε δύνανται να κρυφτούν.

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Α' 6

ΟΙ ΔΟΥΛΟΙ

Τιμ. Α' 6,1 Ὅσοι εἰσὶν ὑπὸ ζυγὸν δοῦλοι, τοὺς ἰδίους δεσπότας πάσης τιμῆς ἀξίους ἡγείσθωσαν, ἵνα μὴ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ διδασκαλία βλασφημῆται. Τιμ. Α' 6,1 Όσοι είναι δούλοι κάτω από ζυγό ας θεωρούν τους δικούς τους δεσπότες άξιους κάθε τιμής, για να μη βλασφημείται το όνομα του Θεού και η διδασκαλία του. Τιμ. Α' 6,2 οἱ δὲ πιστοὺς ἔχοντες δεσπότας μὴ καταφρονείτωσαν, ὅτι ἀδελφοί εἰσιν, ἀλλὰ μᾶλλον δουλευέτωσαν, ὅτι πιστοί εἰσι καὶ ἀγαπητοὶ οἱ τῆς εὐεργεσίας ἀντιλαμβανόμενοι. Τιμ. Α' 6,2 Και εκείνοι που έχουν δεσπότες πιστούς ας μην τους καταφρονούν, επειδή είναι αδελφοί, αλλά περισσότερο να δουλεύουν, γιατί είναι πιστοί και αγαπητοί εκείνοι που βοηθιούνται από την ευεργετική υπηρεσία τους.

ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ, Η ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑ ΤΟΥΣ ΚΙ Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ

Τιμ. Α' 6,3 Ταῦτα δίδασκε καὶ παρακάλει. εἴ τις ἑτεροδιδασκαλεῖ καὶ μὴ προσέρχεται ὑγιαίνουσι λόγοις τοῖς τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ τῇ κατ' εὐσέβειαν διδασκαλίᾳ, Τιμ. Α' 6,3 Αυτά δίδασκε και πρότρεπε. Αν κάποιος διδάσκει διαφορετικά και δεν ακολουθεί τους υγιείς λόγους που είναι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τη διδασκαλία που συμφωνεί με την ευσέβεια, Τιμ. Α' 6,4 τετύφωται, μηδὲν ἐπιστάμενος, ἀλλὰ νοσῶν περὶ ζητήσεις καὶ λογομαχίας, ἐξ ὧν γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί, Τιμ. Α' 6,4 είναι θολωμένος από υπερηφάνεια, δε γνωρίζει καλά τίποτε, αλλά νοσεί για συζητήσεις και λογομαχίες, από τις οποίες γίνεται φθόνος, έριδα, βλαστήμιες, υπόνοιες κακές, Τιμ. Α' 6,5 παραδιατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας, νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν. ἀφίστασο ἀπὸ τῶν τοιούτων. Τιμ. Α' 6,5 συνεχείς διαπληκτισμοί ανθρώπων διεφθαρμένων στο νου και που έχουν στερηθεί την αλήθεια, οι οποίοι νομίζουν πως η ευσέβεια είναι πορισμός κέρδους. Να απομακρύνεσαι από τέτοιους ανθρώπους. Τιμ. Α' 6,6 ῎Εστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας. Τιμ. Α' 6,6 Είναι όμως μεγάλος πορισμός κέρδους η ευσέβεια μαζί με αυτάρκεια. Τιμ. Α' 6,7 οὐδὲν γὰρ εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι δυνάμεθα· Τιμ. Α' 6,7 Επειδή τίποτα δε φέραμε μέσα στον κόσμο, είναι φανερό ότι ούτε να φέρουμε κάτι έξω από αυτόν μπορούμε. Τιμ. Α' 6,8 ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα. Τιμ. Α' 6,8 Αν έχουμε λοιπόν διατροφές και σκεπάσματα, σ’ αυτά ας αρκεστούμε. Τιμ. Α' 6,9 οἱ δὲ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμὸν καὶ παγίδα καὶ ἐπιθυμίας πολλὰς ἀνοήτους καὶ βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶ ἀπώλειαν. Τιμ. Α' 6,9 Εκείνοι όμως που θέλουν να πλουτίζουν πέφτουν σε πειρασμό και παγίδα και επιθυμίες πολλές, ανόητες και βλαβερές, οι οποίες βυθίζουν τους ανθρώπους σε όλεθρο και σε απώλεια. Τιμ. Α' 6,10 ρίζα γὰρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία, ἧς τινες ὀρεγόμενοι ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τῆς πίστεως καὶ ἑαυτοὺς περιέπειραν ὀδύναις πολλαῖς. Τιμ. Α' 6,10 Γιατί ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία, για την οποία, επειδή μερικοί την ορέγονται, αποπλανήθηκαν από την πίστη και κατατρύπησαν τους εαυτούς τους με οδύνες πολλές.

ΤΕΛΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Τιμ. Α' 6,11 Σὺ δέ, ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ταῦτα φεῦγε· δίωκε δὲ δικαιοσύνην, εὐσέβειαν, πίστιν, ἀγάπην, ὑπομονήν, πρᾳότητα. Τιμ. Α' 6,11 Εσύ όμως, ω άνθρωπε του Θεού, φεύγε από αυτά, και επιδίωκε δικαιοσύνη, ευσέβεια, πίστη, αγάπη, υπομονή, διάθεση πραότητας. Τιμ. Α' 6,12 ἀγωνίζου τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως· ἐπιλαβοῦ τῆς αἰωνίου ζωῆς, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθης καὶ ὡμολόγησας τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐνώπιον πολλῶν μαρτύρων. Τιμ. Α' 6,12 Αγωνίζου τον καλό αγώνα της πίστης. κράτησε την αιώνια ζωή, στην οποία καλέστηκες και για την οποία ομολόγησες την καλή ομολογία μπροστά σε πολλούς μάρτυρες. Τιμ. Α' 6,13 παραγγέλλω σοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωοποιοῦντος τὰ πάντα καὶ Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ τοῦ μαρτυρήσαντος ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου τὴν καλὴν ὁμολογίαν, Τιμ. Α' 6,13 Σου παραγγέλλω μπροστά στο Θεό, που ζωογονεί τα πάντα, και στο Χριστό Ιησού, που μαρτύρησε επί Ποντίου Πιλάτου την καλή ομολογία, Τιμ. Α' 6,14 τηρῆσαί σε τὴν ἐντολὴν ἄσπιλον, ἀνεπίληπτον μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, Τιμ. Α' 6,14 να τηρήσεις την εντολή άσπιλη και ανεπίληπτη μέχρι την επιφάνεια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Τιμ. Α' 6,15 ἣν καιροῖς ἰδίοις δείξει ὁ μακάριος καὶ μόνος δυνάστης, ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ κύριος τῶν κυριευόντων, Τιμ. Α' 6,15 Την οποία θα δείξει στους δικούς του καθορισμένους καιρούς ο μακάριος και μόνος δυνάστης, ο βασιλιάς αυτών που βασιλεύουν και Κύριος αυτών που κυριαρχούν, Τιμ. Α' 6,16 ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται· ᾧ τιμὴ καὶ κράτος αἰώνιον· ἀμήν. Τιμ. Α' 6,16 ο μόνος που έχει αθανασία, που κατοικεί σε φως απρόσιτο, τον οποίο κανείς από τους ανθρώπους δεν είδε ούτε δύναται να τον δει. Σ’ αυτόν τιμή και εξουσία αιώνια! Αμήν. Τιμ. Α' 6,17 Τοῖς πλουσίοις ἐν τῷ νῦν αἰῶνι παράγγελλε μὴ ὑψηλοφρονεῖν, μηδὲ ἠλπικέναι ἐπὶ πλούτου ἀδηλότητι, ἀλλ' ἐν τῷ Θεῷ τῷ ζῶντι, τῷ παρέχοντι ἡμῖν πάντα πλουσίως εἰς ἀπόλαυσιν, Τιμ. Α' 6,17 Στους πλούσιους του τωρινού αιώνα παράγγελλε να μην υψηλοφρονούν μήτε να έχουν ελπίσει στην αβεβαιότητα του πλούτου, αλλά στο Θεό που μας παρέχει όλα πλούσια προς απόλαυση. Τιμ. Α' 6,18 ἀγαθοεργεῖν, πλουτεῖν ἐν ἔργοις καλοῖς, εὐμεταδότους εἶναι, κοινωνικούς, Τιμ. Α' 6,18 Να αγαθοεργούν, να πλουτίζουν σε έργα καλά, να είναι πρόθυμοι στο να δίνουν, κοινωνικοί, Τιμ. Α' 6,19 ἀποθησαυρίζοντας ἑαυτοῖς θεμέλιον καλὸν εἰς τὸ μέλλον, ἵνα ἐπιλάβωνται τῆς αἰωνίου ζωῆς. Τιμ. Α' 6,19 αποθησαυρίζοντας για τους εαυτούς τους ένα καλό θεμέλιο στο μέλλον, ώστε να κρατήσουν την πραγματική ζωή. Τιμ. Α' 6,20 ῏Ω Τιμόθεε, τὴν παρακαταθήκην φύλαξον, ἐκτρεπόμενος τὰς βεβήλους κενοφωνίας καὶ ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, Τιμ. Α' 6,20 Ω Τιμόθεε, την παρακαταθήκη φύλαξε, αποφεύγοντας τα βέβηλα κούφια λόγια και τις αντιθέσεις της ψευδώνυμης γνώσης, Τιμ. Α' 6,21 ἥν τινες ἐπαγγελλόμενοι περὶ τὴν πίστιν ἠστόχησαν. ῾Η χάρις μετὰ σοῦ· ἀμήν. Τιμ. Α' 6,21 την οποία καθώς μερικοί επαγγέλλονται, ως προς την πίστη αστόχησαν. Η χάρη μαζί σας.

Προς Τιμόθεο Β'

Προς Τιμόθεο Β' 1, 2, 3, 4

Η Β’ προς Τιμόθεον έχει προσωπικότερο χαρακτήρα από την Α ‘προς Τιμόθεον και την προς Τίτον. Όταν ο Απόστολος Παύλος γράφει την επιστολή, γνωρίζει ότι πλησιάζει το τέλος του και γι’ αυτό κάνει ένα σύντομο απολογισμό του έργου του. Ακόμη ζητάει απ’ τον Τιμόθεο να έρθει να τον συναντήσει μαζί με το Μάρκο. Πρέπει λοιπόν η επιστολή να γράφτηκε από τη Ρώμη λίγο πριν από το μαρτυρικό τέλος του Αποστόλου, κατά το τέλος του έτους 66 ή στις αρχές του 67. Χαρακτηρίζεται συνήθως ως το “κύκνειον άσμα” του Παύλου, το τελευταίο δηλαδή έργο του.

Στη Β’ προς Τιμόθεον, αντιμετωπίζοντας ο Παύλος με θάρρος το γεγονός του επικείμενου μαρτυρίου του, προτρέπει τον Τιμόθεο να κακοπαθήσει και αυτός ως καλός στρατιώτης του Ιησού Χριστού, αγωνιζόμενος για τη διατήρηση της πίστεως και την καταπολέμηση των αιρετικών. Την κακία και έκλυση των ηθών που εμφανίζονται στις έσχατες ημέρες μπορεί να αντιμετωπίσει ο Τιμόθεος ενθυμούμενος το παράδειγμα του δασκάλου του του Παύλου, και την από παιδικής ηλικίας βιβλική αγωγή του, και ασκώντας αδιάκοπα το έργο του ευαγγελιστή.

Τέλος ο Παύλος, καθώς βρίσκεται στο τέλος του βίου του και της ιεραποστολικής του δράσης, προβαίνει σε απολογισμό του έργου του, καλεί τον Τιμόθεο να έρθει να τον συναντήσει φέρνοντας μαζί του και το Μάρκο και στέλνει χαιρετισμούς.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Τιμ. Β' 1,1 Παῦλος, ἀπόστολος Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ κατ' ἐπαγγελίαν ζωῆς τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, Τιμ. Β' 1,1 Παύλος, απόστολος του Χριστού Ιησού με το θέλημα του Θεού, σύμφωνα με την υπόσχεση της ζωής που υπάρχει στο Χριστό Ιησού, Τιμ. Β' 1,2 Τιμοθέῳ ἀγαπητῷ τέκνῳ· χάρις, ἔλεος, εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς καὶ Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Τιμ. Β' 1,2 προς τον Τιμόθεο, το αγαπητό τέκνο μου. Χάρη, έλεος, ειρήνη από το Θεό Πατέρα και από το Χριστό Ιησού τον Κύριό μας.

ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΙΜΟΘΕΟ

Τιμ. Β' 1,3 Χάριν ἔχω τῷ Θεῷ, ᾧ λατρεύω ἀπὸ προγόνων ἐν καθαρᾷ συνειδήσει, ὡς ἀδιάλειπτον ἔχω τὴν περὶ σοῦ μνείαν ἐν ταῖς δεήσεσί μου νυκτὸς καὶ ἡμέρας, Τιμ. Β' 1,3 Ευχαριστώ το Θεό, τον οποίο λατρεύω από τους προγόνους μου με καθαρή συνείδηση, καθώς αδιάλειπτα σε αναφέρω στις δεήσεις μου νύχτα και ημέρα, Τιμ. Β' 1,4 ἐπιποθῶν σε ἰδεῖν, μεμνημένος σου τῶν δακρύων, ἵνα χαρᾶς πληρωθῶ, Τιμ. Β' 1,4 ποθώντας πολύ να σε δω, επειδή θυμάμαι τα δάκρυά σου, για να γεμίσω χαρά. Τιμ. Β' 1,5 ὑπόμνησιν λαμβάνων τῆς ἐν σοὶ ἀνυποκρίτου πίστεως, ἥτις ἐνῴκησε πρῶτον ἐν τῇ μάμμῃ σου Λωΐδι καὶ τῇ μητρί σου Εὐνίκῃ, πέπεισμαι δὲ ὅτι καὶ ἐν σοί. Τιμ. Β' 1,5 Γιατί θυμήθηκα την ανυπόκριτη πίστη που είναι μέσα σου, η οποία κατοίκησε πρώτα μέσα στη γιαγιά σου Λωΐδα και στη μητέρα σου Ευνίκη, και είμαι πεισμένος ότι κατοικεί και μέσα σ’ εσένα. Τιμ. Β' 1,6 Δι' ἣν αἰτίαν ἀναμιμνήσκω σε ἀναζωπυρεῖν τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ, ὅ ἐστιν ἐν σοὶ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν μου· Τιμ. Β' 1,6 Γι’ αυτήν την αιτία σού υπενθυμίζω να αναζωπυρώνεις το χάρισμα του Θεού, που είναι μέσα σου μέσω της επίθεσης των χεριών μου. Τιμ. Β' 1,7 οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς Πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ. Τιμ. Β' 1,7 Γιατί δε μας έδωσε ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δύναμης και αγάπης και σωφρονισμού. Τιμ. Β' 1,8 μὴ οὖν ἐπαισχυνθῇς τὸ μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν μηδὲ ἐμὲ τὸν δέσμιον αὐτοῦ, ἀλλὰ συγκακοπάθησον τῷ εὐαγγελίῳ κατὰ δύναμιν Θεοῦ, Τιμ. Β' 1,8 Μη λοιπόν ντραπείς τη μαρτυρία του Κυρίου μας μήτε εμένα το δέσμιό του, αλλά συγκακοπάθησε στο Ευαγγέλιο σύμφωνα με τη δύναμη του Θεού, Τιμ. Β' 1,9 τοῦ σώσαντος ἡμᾶς καὶ καλέσαντος κλήσει ἁγίᾳ, οὐ κατὰ τὰ ἔργα ἡμῶν, ἀλλὰ κατ' ἰδίαν πρόθεσιν καὶ χάριν, τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ πρὸ χρόνων αἰωνίων, Τιμ. Β' 1,9 ο οποίος μας έσωσε και μας κάλεσε σε κλήση άγια, όχι κατά τα έργα μας, αλλά κατά τη δική του πρόθεση και χάρη, η οποία μας δόθηκε στο Χριστό Ιησού προαιωνίως. Τιμ. Β' 1,10 φανερωθεῖσαν δὲ νῦν διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καταργήσαντος μὲν τὸν θάνατον, φωτίσαντος δὲ ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ εὐαγγελίου, Τιμ. Β' 1,10 Φανερώθηκε όμως τώρα με την επιφάνεια του σωτήρα μας Χριστού Ιησού, που αφενός κατάργησε το θάνατο, αφετέρου έφερε στο φως ζωή και αφθαρσία μέσω του ευαγγελίου, Τιμ. Β' 1,11 εἰς ὃ ἐτέθην ἐγὼ κήρυξ καὶ ἀπόστολος καὶ διδάσκαλος ἐθνῶν. Τιμ. Β' 1,11 για το οποίο τέθηκα εγώ κήρυκας και απόστολος και διδάσκαλος. Τιμ. Β' 1,12 δι' ἣν αἰτίαν καὶ ταῦτα πάσχω, ἀλλ' οὐκ ἐπαισχύνομαι· οἶδα γὰρ ᾧ πεπίστευκα, καὶ πέπεισμαι ὅτι δυνατός ἐστι τὴν παραθήκην μου φυλάξαι εἰς ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Τιμ. Β' 1,12 γι’ αυτήν την αιτία και πάσχω αυτά. Αλλά δεν ντρέπομαι, γιατί ξέρω σε ποιον έχω πιστέψει και είμαι πεισμένος ότι είναι δυνατός να φυλάξει την παρακαταθήκη μου ως εκείνη την Ημέρα. Τιμ. Β' 1,13 ὑποτύπωσιν ἔχε ὑγιαινόντων λόγων ὧν παρ' ἐμοῦ ἤκουσας, ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· Τιμ. Β' 1,13 Υπόδειγμα υγιών λόγων έχε αυτούς που άκουσες από εμένα με πίστη και αγάπη που υπάρχει όταν έχουμε κοινωνία με το Χριστό Ιησού. Τιμ. Β' 1,14 τὴν καλὴν παραθήκην φύλαξον διὰ Πνεύματος ῾Αγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν. Τιμ. Β' 1,14 Την καλή παρακαταθήκη φύλαξέ την μέσω του Πνεύματος του Αγίου που κατοικεί μέσα μας. Τιμ. Β' 1,15 Οἶδας τοῦτο, ὅτι ἀπεστράφησάν με πάντες οἱ ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ, ὧν ἐστι Φύγελλος καὶ ῾Ερμογένης. Τιμ. Β' 1,15 Ξέρεις αυτό, ότι με αποστράφηκαν όλοι αυτοί που είναι στην επαρχία της Ασίας, μεταξύ των οποίων είναι ο Φύγελος και ο Ερμογένης. Τιμ. Β' 1,16 δῴη ἔλεος ὁ Κύριος τῷ ᾿Ονησιφόρου οἴκῳ, ὅτι πολλάκις με ἀνέψυξε καὶ τὴν ἅλυσίν μου οὐκ ἐπαισχύνθη, Τιμ. Β' 1,16 Είθε να δώσει έλεος ο Κύριος στον οίκο του Ονησιφόρου, γιατί πολλές φορές με ανακούφισε και την αλυσίδα μου δεν ντράπηκε, Τιμ. Β' 1,17 ἀλλὰ γενόμενος ἐν Ρώμῃ σπουδαιότερον ἐζήτησέ με καὶ εὗρε· Τιμ. Β' 1,17 αλλά αφού ήρθε στη Ρώμη, επιμελώς με αναζήτησε και με βρήκε. Τιμ. Β' 1,18 δῴη αὐτῷ ὁ Κύριος εὑρεῖν ἔλεος παρὰ Κυρίου ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· καὶ ὅσα ἐν ᾿Εφέσῳ διηκόνησε, βέλτιον σὺ γινώσκεις. Τιμ. Β' 1,18 Είθε να του δώσει ο Κύριος να βρει έλεος από τον Κύριο εκείνη την ημέρα. Και όσα στην Έφεσο διακόνησε εσύ τα γνωρίζεις καλύτερα.

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β' 2

Ο ΚΑΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Τιμ. Β' 2,1 Σὺ οὖν, τέκνον μου, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, Τιμ. Β' 2,1 Εσύ, λοιπόν, τέκνο μου, να ενδυναμώνεσαι στη χάρη που είναι στο Χριστό Ιησού, Τιμ. Β' 2,2 καὶ ἃ ἤκουσας παρ' ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι. Τιμ. Β' 2,2 και αυτά που άκουσες από εμένα μέσω πολλών μαρτύρων, αυτά παράθεσε σε πιστούς ανθρώπους, οι οποίοι να είναι ικανοί και άλλους να διδάξουν. Τιμ. Β' 2,3 σὺ οὖν κακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Τιμ. Β' 2,3 Συγκακοπάθησε σαν καλός στρατιώτης του Χριστού Ιησού. Τιμ. Β' 2,4 οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ. Τιμ. Β' 2,4 Κανείς στρατευόμενος δεν εμπλέκεται στις βιοτικές απασχολήσεις, για να αρέσει σ’ αυτόν που τον στρατολόγησε. Τιμ. Β' 2,5 ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ. Τιμ. Β' 2,5 Αν επίσης και κάποιος αθλείται, δε στεφανώνεται αν δεν αγωνιστεί νόμιμα. Τιμ. Β' 2,6 τὸν κοπιῶντα γεωργὸν δεῖ πρῶτον τῶν καρπῶν μεταλαμβάνειν. Τιμ. Β' 2,6 Ο γεωργός που κοπιάζει πρέπει πρώτα αυτός να λαβαίνει μέρος από τους καρπούς. Τιμ. Β' 2,7 νόει ἃ λέγω· δῴη γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι. Τιμ. Β' 2,7 Κατάλαβε ότι λέω. Γιατί θα σου δώσει ο Κύριος σύνεση σε όλα. Τιμ. Β' 2,8 Μνημόνευε ᾿Ιησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου, Τιμ. Β' 2,8 Να θυμάσαι τον Ιησού Χριστό, που έχει εγερθεί από τους νεκρούς, που είναι από το σπέρμα του Δαβίδ, σύμφωνα με το ευαγγέλιό μου, Τιμ. Β' 2,9 ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος· ἀλλ' ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται. Τιμ. Β' 2,9 για το οποίο κακοπαθώ μέχρι τα δεσμά σαν κακούργος, αλλά ο λόγος του Θεού δεν έχει δεθεί. Τιμ. Β' 2,10 διὰ τοῦτο πάντα ὑπομένω διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, ἵνα καὶ αὐτοὶ σωτηρίας τύχωσι τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ μετὰ δόξης αἰωνίου. Τιμ. Β' 2,10 Γι’ αυτό όλα τα υπομένω για τους εκλεκτούς, για να πετύχουν και αυτοί τη σωτηρία που υπάρχει στο Χριστό Ιησού μαζί με δόξα αιώνια. Τιμ. Β' 2,11 Πιστὸς ὁ λόγος· εἰ γὰρ συναπεθάνομεν, καὶ συζήσομεν· Τιμ. Β' 2,11 Πιστός είναι αυτός ο λόγος: «Αν πράγματι πεθάναμε μαζί του, μαζί του και θα ζήσουμε. Τιμ. Β' 2,12 εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν· εἰ ἀρνούμεθα, κἀκεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς· Τιμ. Β' 2,12 Αν υπομένουμε, μαζί του και θα βασιλέψουμε. Αν θα τον αρνηθούμε, κι εκείνος θα αρνηθεί εμάς. Τιμ. Β' 2,13 εἰ ἀπιστοῦμεν, ἐκεῖνος πιστὸς μένει· ἀρνήσασθαι ἑαυτὸν οὐ δύναται. Τιμ. Β' 2,13 Αν απιστούμε, εκείνος πιστός μένει, γιατί να αρνηθεί τον εαυτό του δεν δύναται».

Ο ΣΩΣΤΟΣ ΕΡΓΑΤΗΣ

Τιμ. Β' 2,14 Ταῦτα ὑπομίμνησκε, διαμαρτυρόμενος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μὴ λογομαχεῖν εἰς οὐδὲν χρήσιμον, ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων. Τιμ. Β' 2,14 Αυτά υπενθύμιζε, μαρτυρώντας επίσημα μπροστά στο Θεό να μη λογομαχούν, γιατί δεν είναι σε τίποτα χρήσιμο, αλλά επιφέρει καταστροφή σ’ αυτούς που ακούν. Τιμ. Β' 2,15 σπούδασον σεαυτὸν δόκιμον παραστῆσαι τῷ Θεῷ, ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Τιμ. Β' 2,15 Φρόντισε να παρουσιάσεις τον εαυτό σου δόκιμο στο Θεό, εργάτη αντρόπιαστο, που ορθοτομεί το λόγο της αλήθειας. Τιμ. Β' 2,16 τὰς δὲ βεβήλους κενοφωνίας περιΐστασο· ἐπὶ πλεῖον γὰρ προκόψουσιν ἀσεβείας, Τιμ. Β' 2,16 Και τα βέβηλα κούφια λόγια απόφευγέ τα· γιατί αυτοί που τα λένε όλο και περισσότερο θα προκόψουν στην ασέβεια Τιμ. Β' 2,17 καὶ ὁ λόγος αὐτῶν ὡς γάγγραινα νομὴν ἕξει· ὧν ἐστιν ῾Υμέναιος καὶ Φιλητός, Τιμ. Β' 2,17 και ο λόγος τους θα καταφάγει και θα εξαπλωθεί σαν γάγγραινα. Από αυτούς είναι ο Υμέναιος και ο Φίλητος, Τιμ. Β' 2,18 οἵτινες περὶ τὴν ἀλήθειαν ἠστόχησαν, λέγοντες τὴν ἀνάστασιν ἤδη γεγονέναι, καὶ ἀνατρέπουσι τήν τινων πίστιν. Τιμ. Β' 2,18 οι οποίοι αστόχησαν ως προς την αλήθεια, λέγοντας πως η ανάσταση ήδη έχει γίνει, και ανατρέπουν την πίστη μερικών. Τιμ. Β' 2,19 ὁ μέντοι στερεὸς θεμέλιος τοῦ Θεοῦ ἕστηκεν, ἔχων τὴν σφραγῖδα ταύτην· ἔγνω Κύριος τοὺς ὄντας αὐτοῦ· καὶ ἀποστήτω ἀπὸ ἀδικίας πᾶς ὁ ὀνομάζων τὸ ὄνομα Κυρίου. Τιμ. Β' 2,19 Αλλά όμως το στερεό θεμέλιο του Θεού έχει στηθεί, έχοντας αυτήν τη σφραγίδα: Ο Κύριος γνώρισε αυτούς που είναι δικοί του. και: “Ας απομακρυνθεί από την αδικία καθένας που ονομάζει το όνομα του Κυρίου”. Τιμ. Β' 2,20 ἐν μεγάλῃ δὲ οἰκίᾳ οὐκ ἔστι μόνον σκεύη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ, ἀλλὰ καὶ ξύλινα καὶ ὀστράκινα, καὶ ἃ μὲν εἰς τιμήν, ἃ δὲ εἰς ἀτιμίαν. Τιμ. Β' 2,20 Εξάλλου μέσα σε μια μεγάλη οικία δεν υπάρχουν μόνο σκεύη χρυσά και αργυρά, αλλά και ξύλινα και πήλινα. Και αφενός άλλα είναι για τιμητική χρήση, αφετέρου άλλα για ευτελή. Τιμ. Β' 2,21 ἐὰν οὖν τις ἐκκαθάρῃ ἑαυτὸν ἀπὸ τούτων, ἔσται σκεῦος εἰς τιμήν, ἡγιασμένον καὶ εὔχρηστον τῷ δεσπότῃ, εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἡτοιμασμένον. Τιμ. Β' 2,21 Αν λοιπόν κάποιος καθαρίσει εντελώς τον εαυτό του από αυτά, θα είναι σκεύος για τιμή, αγιασμένο, εύχρηστο στο Δεσπότη, ετοιμασμένο για κάθε έργο αγαθό. Τιμ. Β' 2,22 τὰς δὲ νεωτερικὰς ἐπιθυμίας φεῦγε, δίωκε δὲ δικαιοσύνην, πίστιν, ἀγάπην, εἰρήνην μετὰ τῶν ἐπικαλουμένων τὸν Κύριον ἐκ καθαρᾶς καρδίας. Τιμ. Β' 2,22 Και τις επαναστατικές επιθυμίες απόφευγε και επιδίωκε δικαιοσύνη, πίστη, αγάπη, ειρήνη μαζί μ’ εκείνους που επικαλούνται τον Κύριο μέσα από καθαρή καρδιά. Τιμ. Β' 2,23 τὰς δὲ μωρὰς καὶ ἀπαιδεύτους ζητήσεις παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι γεννῶσι μάχας· Τιμ. Β' 2,23 Ενώ τις μωρές και αμαθείς συζητήσεις παράτα τες, γιατί ξέρεις ότι γεννούν μάχες. Τιμ. Β' 2,24 δοῦλον δὲ Κυρίου οὐ δεῖ μάχεσθαι, ἀλλ' ἤπιον εἶναι πρὸς πάντας, διδακτικόν, ἀνεξίκακον, Τιμ. Β' 2,24 Ο δούλος όμως του Κυρίου δεν πρέπει να μάχεται, αλλά να είναι ήπιος προς όλους, διδακτικός, ανεξίκακος, Τιμ. Β' 2,25 ἐν πρᾳότητι παιδεύοντα τοὺς ἀντιδιατιθεμένους, μήποτε δῷ αὐτοῖς ὁ Θεὸς μετάνοιαν εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας, Τιμ. Β' 2,25 εκπαιδεύοντας με πραότητα εκείνους που είναι αντίθετα διατεθειμένοι, μην τυχόν τους δώσει ο Θεός μετάνοια, για να έρθουν σε επίγνωση της αλήθειας Τιμ. Β' 2,26 καὶ ἀνανήψωσιν ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου παγίδος, ἐζωγρημένοι ὑπ' αὐτοῦ εἰς τὸ ἐκείνου θέλημα. Τιμ. Β' 2,26 και να συνέλθουν από τη μέθη της παγίδας του διαβόλου, οι οποίοι έχουν αιχμαλωτιστεί από αυτόν, για να κάνουν το θέλημα εκείνου.

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β' 3

ΟΙ ΕΣΧΑΤΕΣ ΗΜΕΡΕΣ

Τιμ. Β' 3,1 Τοῦτο δὲ γίνωσκε, ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί· Τιμ. Β' 3,1 Αυτό μάλιστα να γνωρίζεις: ότι στις έσχατες ημέρες θα εγκατασταθούν δύσκολοι καιροί. Τιμ. Β' 3,2 ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, ἀχάριστοι, ἀνόσιοι, Τιμ. Β' 3,2 Γιατί οι άνθρωποι θα είναι εγωιστές, φιλάργυροι, αλαζόνες, υπερήφανοι, βλάστημοι, απειθείς στους γονείς, αχάριστοι, ανόσιοι, Τιμ. Β' 3,3 ἄστοργοι, ἄσπονδοι, διάβολοι, ἀκρατεῖς, ἀνήμεροι, ἀφιλάγαθοι, Τιμ. Β' 3,3 άστοργοι, αδιάλλακτοι, συκοφάντες, ακρατείς, ανήμεροι, εχθροί του αγαθού, Τιμ. Β' 3,4 προδόται, προπετεῖς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι, Τιμ. Β' 3,4 προδότες, αυθάδεις, θολωμένοι από υπερηφάνεια, φιλήδονοι μάλλον παρά φιλόθεοι, Τιμ. Β' 3,5 ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι. καὶ τούτους ἀποτρέπου. Τιμ. Β' 3,5 έχοντας εξωτερική μορφή ευσέβειας, αλλά θα έχουν αρνηθεί τη δύναμή της· και αυτούς απόφευγε. Τιμ. Β' 3,6 ἐκ τούτων γάρ εἰσιν οἱ ἐνδύνοντες εἰς τὰς οἰκίας καὶ αἰχμαλωτίζοντες γυναικάρια σεσωρευμένα ἁμαρτίαις, ἀγόμενα ἐπιθυμίαις ποικίλαις, Τιμ. Β' 3,6 Γιατί από αυτούς είναι εκείνοι που εισδύουν στις οικίες και αιχμαλωτίζουν γυναικάρια φορτωμένα σωρούς αμαρτιών, που οδηγούνται από ποικίλες επιθυμίες, Τιμ. Β' 3,7 πάντοτε μανθάνοντα καὶ μηδέποτε εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν δυνάμενα. Τιμ. Β' 3,7 που πάντοτε μαθαίνουν και ποτέ δε δύνανται να έρθουν σε επίγνωση της αλήθειας. Τιμ. Β' 3,8 ὃν τρόπον δὲ ᾿Ιαννῆς καὶ ᾿Ιαμβρῆς ἀντέστησαν Μωϋσεῖ, οὕτω καὶ οὗτοι ἀνθίστανται τῇ ἀληθείᾳ, ἄνθρωποι κατεφθαρμένοι τὸν νοῦν, ἀδόκιμοι περὶ τὴν πίστιν. Τιμ. Β' 3,8 Και με όποιο τρόπο ο Ιάννης και ο Ιαμβρής αντιστάθηκαν στο Μωυσή, έτσι και αυτοί αντιστέκονται στην αλήθεια, άνθρωποι διεφθαρμένοι στο νου, κίβδηλοι ως προς την πίστη. Τιμ. Β' 3,9 ἀλλ' οὐ προκόψουσιν ἐπὶ πλεῖον· ἡ γὰρ ἄνοια αὐτῶν ἔκδηλος ἔσται πᾶσιν, ὡς καὶ ἡ ἐκείνων ἐγένετο. Τιμ. Β' 3,9 Αλλά δε θα προκόψουν περισσότερο. γιατί η ανοησία τους θα είναι καταφανής σε όλους όπως έγινε και η ανοησία εκείνων.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ

Τιμ. Β' 3,10 Σὺ δὲ παρηκολούθηκάς μου τῇ διδασκαλίᾳ, τῇ ἀγωγῇ, τῇ προθέσει, τῇ πίστει, τῇ μακροθυμίᾳ, τῇ ἀγάπῃ, τῇ ὑπομονῇ, Τιμ. Β' 3,10 Εσύ όμως παρακολούθησες τη διδασκαλία μου, τη διαγωγή, την πρόθεση, την πίστη, τη μακροθυμία, την αγάπη, την υπομονή, Τιμ. Β' 3,11 τοῖς διωγμοῖς, τοῖς παθήμασιν, οἷά μοι ἐγένοντο ἐν ᾿Αντιοχείᾳ, ἐν ᾿Ικονίῳ, ἐν Λύστροις, οἵους διωγμοὺς ὑπήνεγκα! καὶ ἐκ πάντων με ἐρρύσατο ὁ Κύριος. Τιμ. Β' 3,11 τους διωγμούς, τα παθήματα, τι είδους μου συνέβηκαν στην Αντιόχεια, στο Ικόνιο, στα Λύστρα, τι είδους διωγμούς υπέφερα και από όλους με έσωσε ο Κύριος. Τιμ. Β' 3,12 καὶ πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ διωχθήσονται· Τιμ. Β' 3,12 Αλλά και όλοι όσοι θέλουν να ζουν ευσεβώς στο Χριστό Ιησού θα καταδιωχτούν. Τιμ. Β' 3,13 πονηροὶ δέ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι. Τιμ. Β' 3,13 Ενώ κακοί άνθρωποι και απατεώνες θα προκόψουν στο χειρότερο πλανώντας και πλανώμενοι. Τιμ. Β' 3,14 σὺ δὲ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καὶ ἐπιστώθης, εἰδὼς παρὰ τίνος ἔμαθες, Τιμ. Β' 3,14 Εσύ όμως μένε σ’ αυτά που έμαθες και πείστηκες, επειδή ξέρεις από ποιους τα έμαθες. Τιμ. Β' 3,15 καὶ ὅτι ἀπὸ βρέφους τὰ ἱερὰ γράμματα οἶδας, τὰ δυνάμενά σε σοφίσαι εἰς σωτηρίαν διὰ πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Τιμ. Β' 3,15 και γιατί ξέρεις από βρέφος τα ιερά γράμματα, τα οποία δύνανται να σε κάνουν σοφό στη σωτηρία μέσω της πίστης που είναι στο Χριστό Ιησού. Τιμ. Β' 3,16 πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ, Τιμ. Β' 3,16 Όλη η Γραφή είναι θεόπνευστη και ωφέλιμη για διδασκαλία, για έλεγχο, για επανόρθωση, για παιδεία που γίνεται με δικαιοσύνη, Τιμ. Β' 3,17 ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος. Τιμ. Β' 3,17 για να είναι ολοκληρωμένος ο άνθρωπος του Θεού, καταρτισμένος για κάθε έργο αγαθό.

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β' 4

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ

Τιμ. Β' 4,1 Διαμαρτύρομαι οὖν ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τοῦ μέλλοντος κρίνειν ζῶντας καὶ νεκροὺς κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ καὶ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ, Τιμ. Β' 4,1 Σου αναθέτω επίσημα μπροστά στο Θεό και στο Χριστό Ιησού, που μέλλει να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, και αναλογιζόμενος την επιφάνειά του και τη βασιλεία του: Τιμ. Β' 4,2 κήρυξον τὸν λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως, ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον, ἐν πάσῃ μακροθυμίᾳ καὶ διδαχῇ. Τιμ. Β' 4,2 κήρυξε το λόγο, επίμεινε σε κατάλληλο και ακατάλληλο καιρό, έλεγξε, επιτίμησε, πρότρεψε με κάθε μακροθυμία και διδαχή. Τιμ. Β' 4,3 ἔσται γὰρ καιρὸς ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ ἀνέξονται, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἰδίας ἑαυτοῖς ἐπισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι τὴν ἀκοήν, Τιμ. Β' 4,3 Γιατί θα υπάρξει καιρός που δε θα ανέχονται την υγιή διδασκαλία, αλλά κατά τις δικές τους επιθυμίες θα μαζέψουν για τους εαυτούς τους σωρό από δασκάλους, επειδή θα αισθάνονται φαγούρα στα αυτιά, Τιμ. Β' 4,4 καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται. Τιμ. Β' 4,4 και αφενός θα αποστρέψουν την ακοή τους από την αλήθεια, αφετέρου θα εκτραπούν προς τους μύθους. Τιμ. Β' 4,5 σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ, τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον. Τιμ. Β' 4,5 Εσύ όμως πρόσεχε σε όλα, κακοπάθησε, κάνε έργο ευαγγελιστή, εκτέλεσε πλήρως τη διακονία σου. Τιμ. Β' 4,6 ἐγὼ γὰρ ἤδη σπένδομαι, καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκε. Τιμ. Β' 4,6 Γιατί εγώ ήδη χύνομαι σαν σπονδή, και ο καιρός της αναχώρησής μου έχει φτάσει. Τιμ. Β' 4,7 τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· Τιμ. Β' 4,7 Τον καλό αγώνα έχω αγωνιστεί, το δρόμο έχω τελειώσει, την πίστη έχω τηρήσει. Τιμ. Β' 4,8 λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ. Τιμ. Β' 4,8 Λοιπόν, μου απομένει ο στέφανος της δικαιοσύνης, τον οποίο θα μου αποδώσει ο Κύριος εκείνη την ημέρα, ο δίκαιος κριτής, και όχι μόνο σ’ εμένα, αλλά και σ’ όλους αυτούς που έχουν αγαπήσει την επιφάνειά του.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ

Τιμ. Β' 4,9 Σπούδασον ἐλθεῖν πρός με ταχέως· Τιμ. Β' 4,9 Φρόντισε να έρθεις προς εμένα γρήγορα. Τιμ. Β' 4,10 Δημᾶς γάρ με ἐγκατέλιπεν ἀγαπήσας τὸν νῦν αἰῶνα, καὶ ἐπορεύθη εἰς Θεσσαλονίκην, Κρήσκης εἰς Γαλατίαν, Τίτος εἰς Δαλματίαν· Τιμ. Β' 4,10 Γιατί ο Δημάς με εγκατέλειψε, επειδή αγάπησε τον τωρινό αιώνα, και πορεύτηκε στη Θεσσαλονίκη, ο Κρήσκης στη Γαλατία, ο Τίτος στη Δαλματία. Τιμ. Β' 4,11 Λουκᾶς ἐστι μόνος μετ' ἐμοῦ. Μᾶρκον ἀναλαβὼν ἄγε μετὰ σεαυτοῦ· ἔστι γάρ μοι εὔχρηστος εἰς διακονίαν. Τιμ. Β' 4,11 Ο Λουκάς είναι μόνος μαζί μου. Πάρε το Μάρκο και φέρε τον μαζί σου, γιατί μου είναι χρήσιμος στη διακονία. Τιμ. Β' 4,12 Τυχικὸν δὲ ἀπέστειλα εἰς ῎Έφεσον. Τιμ. Β' 4,12 Επίσης τον Τυχικό απέστειλα στην Έφεσο. Τιμ. Β' 4,13 τὸν φαιλόνην, ὃν ἀπέλιπον ἐν Τρῳάδι παρὰ Κάρπῳ, ἐρχόμενος φέρε, καὶ τὰ βιβλία, μάλιστα τὰς μεμβράνας. Τιμ. Β' 4,13 Το πανωφόρι που άφησα στην Τρωάδα, στην οικία του Κάρπου, καθώς θα έρχεσαι φέρε το, και τα βιβλία, μάλιστα τις μεμβράνες. Τιμ. Β' 4,14 ᾿Αλέξανδρος ὁ χαλκεὺς πολλά μοι κακὰ ἐνεδείξατο· ἀποδῴη αὐτῷ ὁ Κύριος κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ· Τιμ. Β' 4,14 Ο Αλέξανδρος ο χαλκουργός πολλά κακά μου έκανε. θα του αποδώσει ο Κύριος κατά τα έργα του. Τιμ. Β' 4,15 ὃν καὶ σὺ φυλάσσου· λίαν γὰρ ἀνθέστηκε τοῖς ἡμετέροις λόγοις. Τιμ. Β' 4,15 Από αυτόν και εσύ να φυλάγεσαι, γιατί πολύ αντιστάθηκε στα λόγια μας. Τιμ. Β' 4,16 ᾿Εν τῇ πρώτῃ μου ἀπολογίᾳ οὐδείς μοι συμπαρεγένετο, ἀλλὰ πάντες με ἐγκατέλιπον· μὴ αὐτοῖς λογισθείη· Τιμ. Β' 4,16 Κατά την πρώτη μου απολογία κανείς δε μου συμπαραστάθηκε, αλλά όλοι με εγκατέλειψαν. Είθε να μη λογιστεί εναντίον τους. Τιμ. Β' 4,17 ὁ δὲ Κύριός μοι παρέστη καὶ ἐνεδυνάμωσέ με, ἵνα δι' ἐμοῦ τὸ κήρυγμα πληροφορηθῇ καὶ ἀκούσῃ πάντα τὰ ἔθνη· καὶ ἐρρύσθην ἐκ στόματος λέοντος. Τιμ. Β' 4,17 Αλλά ο Κύριος μου συμπαραστάθηκε και με ενδυνάμωσε, για να βεβαιωθεί πλήρως το κήρυγμα από εμένα και να ακούσουν όλα τα έθνη· και γλίτωσα από στόμα λέοντα. Τιμ. Β' 4,18 καὶ ρύσεταί με ὁ Κύριος ἀπὸ παντὸς ἔργου πονηροῦ καὶ σώσει εἰς τὴν βασιλείαν αὐτοῦ τὴν ἐπουράνιον· ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Τιμ. Β' 4,18 Θα με γλιτώσει ο Κύριος από κάθε έργο κακό και θα με σώσει για τη βασιλεία του την επουράνια. Σ’ αυτόν ας είναι η δόξα στους αιώνες των αιώνων! Αμήν.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

Τιμ. Β' 4,19 ῎Ασπασαι Πρίσκαν καὶ ᾿Ακύλαν καὶ τὸν ᾿Ονησιφόρου οἶκον. Τιμ. Β' 4,19 Χαιρέτησε την Πρίσκα και τον Ακύλα και τον οίκο του Ονησιφόρου. Τιμ. Β' 4,20 ῎Εραστος ἔμεινεν ἐν Κορίνθῳ, Τρόφιμον δὲ ἀπέλιπον ἐν Μιλήτῳ ἀσθενοῦντα. Τιμ. Β' 4,20 Ο Έραστος έμεινε στην Κόρινθο, ενώ τον Τρόφιμο τον άφησα στη Μίλητο ασθενή. Τιμ. Β' 4,21 σπούδασον πρὸ χειμῶνος ἐλθεῖν. ᾿Ασπάζεταί σε Εὔβουλος καὶ Πούδης καὶ Λίνος καὶ Κλαυδία καὶ οἱ ἀδελφοὶ πάντες. Τιμ. Β' 4,21 Φρόντισε να έρθεις πριν από το χειμώνα. Σε χαιρετά ο Εύβουλος και ο Πούδης και ο Λίνος και η Κλαυδία και όλοι οι αδελφοί. Τιμ. Β' 4,22 ῾Ο Κύριος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς μετὰ τοῦ πνεύματός σου. ῾Η χάρις μεθ' ὑμῶν· ἀμήν. Τιμ. Β' 4,22 Ο Κύριος ας είναι μαζί με το πνεύμα σου. Η χάρη μαζί σας.

Προς Τίτο

Προς Τίτο 1, 2, 3

Η επιστολή προς Τίτον, γράφτηκε στους Φιλίππους το 63-64 μ.Χ… Για τον Τίτο, ο οποίος μαζί με τον Τιμόθεο ανήκε στους πιο στενούς συνεργάτες του Παύλου, δεν μιλούν καθόλου οι Πράξεις. Μας δίνει όμως πληροφορίες ο Παύλος στις επιστολές του.

Ο Τίτος προέρχεται από εθνική οικογένεια, έχει παραμένει απερίτμητος, συνόδεψε τον Παύλο, μαζί με τον Βαρνάβα, στην Αποστολική Σύνοδο (Γαλ 2,1-3), ανέλαβε να συμφιλιώσει τους Κορινθίους με τον Παύλο στα γεγονότα που μεσολάβησαν ανάμεσα στις δύο προς Κορινθίους επιστολές, πήρε μέρος στον έρανο για τους Χριστιανούς των Ιεροσολύμων. Στη δεύτερη φυλάκιση του Παύλου ατή Ρώμη βρίσκεται μάλλον κοντά του και από εκεί φεύγει για τη Δαλματία. Πριν από τη φυλάκιση αυτή του ανατίθεται από τον Παύλο η διαποίμανση της Εκκλησίας της Κρήτης.

Ο Παύλος υπενθυμίζει στον Τίτο ότι τον εγκατέστησε ποιμένα στην Κρήτη για να συνεχίσει να διορθώνει τις ελλείψεις και να εγκαταστήσει σε κάθε πόλη πρεσβυτέρους (1,5), των οποίων απαριθμεί τα προσόντα που πρέπει να έχουν (1,6-9). Περιγράφει κατόπιν τους αιρετικούς ψευδοδιδασκάλους (1,10-16) και υπενθυμίζει στον Τίτο τα ποιμαντικά του καθήκοντα απαριθμώντας συνάμα τις αρετές που πρέπει να κοσμούν τους ηλικιωμένους άντρες και γυναίκες, τους νεαρούς και τους δούλους (2,1-15). Επίσης προτρέπει τον Τίτο να θυμίζει στα μέλη της Εκκλησίας την υποχρέωση τους μετά το βάπτισμα της αναγέννησης και της ανανέωσης που χαρίζει το Άγιο Πνεύμα να διάγουν ζωή πλήρη έργων αγάπης.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ 1

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Τιτ. 1,1 Παῦλος, δοῦλος Θεοῦ, ἀπόστολος δὲ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ κατὰ πίστιν ἐκλεκτῶν Θεοῦ καὶ ἐπίγνωσιν ἀληθείας τῆς κατ' εὐσέβειαν Τιτ. 1,1 Παύλος, δούλος του Θεού και απόστολος του Ιησού Χριστού σύμφωνα με την πίστη των εκλεκτών του Θεού και την επίγνωση της αλήθειας που είναι σύμφωνη με την ευσέβεια, Τιτ. 1,2 ἐπ' ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου, ἣν ἐπηγγείλατο ὁ ἀψευδὴς Θεὸς πρὸ χρόνων αἰωνίων, Τιτ. 1,2 η οποία βασίζεται πάνω στην ελπίδα της αιώνιας ζωής, την οποία υποσχέθηκε ο αψευδής Θεός προαιωνίως Τιτ. 1,3 ἐφανέρωσε δὲ καιροῖς ἰδίοις τὸν λόγον αὐτοῦ ἐν κηρύγματι ὃ ἐπιστεύθην ἐγὼ κατ' ἐπιταγὴν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, Τιτ. 1,3 φανέρωσε όμως στους δικούς του καθορισμένους καιρούς το λόγο του με κήρυγμα, το οποίο ανατέθηκε σ’ εμένα κατά διαταγή του σωτήρα μας Θεού – Τιτ. 1,4 Τίτῳ γνησίῳ τέκνῳ κατὰ κοινὴν πίστιν· χάρις, ἔλεος, εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν. Τιτ. 1,4 απευθύνομαι στον Τίτο, γνήσιο τέκνο μου κατά την κοινή μας πίστη. Ας έχεις χάρη και ειρήνη από το Θεό Πατέρα και το Χριστό Ιησού, το σωτήρα μας.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΤΙΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

Τιτ. 1,5 Τούτου χάριν κατέλιπόν σε ἐν Κρήτῃ, ἵνα τὰ λείποντα ἐπιδιορθώσῃ, καὶ καταστήσῃς κατὰ πόλιν πρεσβυτέρους, ὡς ἐγώ σοι διεταξάμην, Τιτ. 1,5 Γι’ αυτό σε άφησα στην Κρήτη, για να επιδιορθώσεις τις ελλείψεις και να καταστήσεις από πόλη σε πόλη πρεσβυτέρους όπως εγώ σε διέταξα: Τιτ. 1,6 εἴ τίς ἐστιν ἀνέγκλητος, μιᾶς γυναικὸς ἀνήρ, τέκνα ἔχων πιστά, μὴ ἐν κατηγορίᾳ ἀσωτίας ἢ ἀνυπότακτα. Τιτ. 1,6 αν κάποιος είναι ακατηγόρητος, μιας γυναίκας άντρας, που να έχει παιδιά πιστά, χωρίς κατηγορία ασωτίας ή ανυπότακτα. Τιτ. 1,7 δεῖ γὰρ τὸν ἐπίσκοπον ἀνέγκλητον εἶναι ὡς Θεοῦ οἰκονόμον, μὴ αὐθάδη, μὴ ὀργίλον, μὴ πάροινον, μὴ πλήκτην, μὴ αἰσχροκερδῆ, Τιτ. 1,7 Γιατί πρέπει ο επίσκοπος να είναι ακατηγόρητος ως οικονόμος του Θεού, να μην είναι αυθάδης, μήτε οργίλος, μήτε φιλόκρασος, μήτε να δέρνει, μήτε αισχροκερδής. Τιτ. 1,8 ἀλλὰ φιλόξενον, φιλάγαθον, σώφρονα, δίκαιον, ὅσιον, ἐγκρατῆ, Τιτ. 1,8 Αλλά φιλόξενος, φιλάγαθος, σώφρονας, δίκαιος, όσιος, εγκρατής, Τιτ. 1,9 ἀντεχόμενον τοῦ κατὰ τὴν διδαχὴν πιστοῦ λόγου, ἵνα δυνατὸς ᾖ καὶ παρακαλεῖν ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῇ ὑγιαινούσῃ καὶ τοὺς ἀντιλέγοντας ἐλέγχειν. Τιτ. 1,9 προσκολλημένος στον πιστό λόγο σύμφωνα με τη διδαχή, για να είναι δυνατός επίσης να προτρέπει στη διδασκαλία την υγιή, και αυτούς που αντιλέγουν να ελέγχει. Τιτ. 1,10 Εἰσὶ γὰρ πολλοὶ καὶ ἀνυπότακτοι, ματαιολόγοι καὶ φρεναπάται, μάλιστα οἱ ἐκ περιτομῆς, Τιτ. 1,10 Γιατί υπάρχουν πολλοί που είναι και ανυπότακτοι, ματαιολόγοι και απατεώνες του νου, μάλιστα αυτοί που προέρχονται από την περιτομή. Τιτ. 1,11 οὓς δεῖ ἐπιστομίζειν, οἵτινες ὅλους οἴκους ἀνατρέπουσι διδάσκοντες ἃ μὴ δεῖ αἰσχροῦ κέρδους χάριν. Τιτ. 1,11 Αυτούς πρέπει κανείς να αποστομώνει, οι οποίοι ανατρέπουν ολόκληρους οίκους, διδάσκοντας αυτά που δεν πρέπει για χάρη αισχρού κέρδους. Τιτ. 1,12 εἶπέ τις ἐξ αὐτῶν ἴδιος αὐτῶν προφήτης· Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί. Τιτ. 1,12 Είπε κάποιος από αυτούς, δικός τους προφήτης: «Οι Κρητικοί είναι πάντοτε ψεύτες, κακά θηρία, κοιλιές οκνηρές». Τιτ. 1,13 ἡ μαρτυρία αὕτη ἐστὶν ἀληθής. δι' ἣν αἰτίαν ἔλεγχε αὐτοὺς ἀποτόμως, ἵνα ὑγιαίνωσιν ἐν τῇ πίστει, Τιτ. 1,13 Η μαρτυρία αυτή είναι αληθινή. Γι’ αυτόν το λόγο έλεγχέ τους απότομα, για να υγιαίνουν στην πίστη Τιτ. 1,14 μὴ προσέχοντες ᾿Ιουδαϊκοῖς μύθοις καὶ ἐντολαῖς ἀνθρώπων ἀποστρεφομένων τὴν ἀλήθειαν. Τιτ. 1,14 και να μην προσέχουν σε ιουδαϊκούς μύθους και σε εντολές ανθρώπων που αποστρέφονται την αλήθεια. Τιτ. 1,15 πάντα μὲν καθαρὰ τοῖς καθαροῖς· τοῖς δὲ μεμιαμμένοις καὶ ἀπίστοις οὐδὲν καθαρόν, ἀλλὰ μεμίανται αὐτῶν καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις. Τιτ. 1,15 Όλα είναι καθαρά στους καθαρούς. αλλά στους μολυσμένους και άπιστους τίποτα δεν είναι καθαρό, αλλά έχουν μολυνθεί και ο νους και η συνείδησή τους. Τιτ. 1,16 Θεὸν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δὲ ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοὶ ὄντες καὶ ἀπειθεῖς καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἀδόκιμοι. Τιτ. 1,16 Το Θεό ομολογούν πως τον ξέρουν, αλλά με τα έργα τους τον αρνούνται, όντας βδελυροί και απειθείς και για κάθε έργο αγαθό αδόκιμοι.

ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ 2

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΥΓΙΟΥΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

Τιτ. 2,1 Σὺ δὲ λάλει ἃ πρέπει τῇ ὑγιαινούσῃ διδασκαλίᾳ. Τιτ. 2,1 Εσύ όμως κήρυττε αυτά που πρέπουν στην υγιή διδασκαλία. Τιτ. 2,2 Πρεσβύτας νηφαλίους εἶναι, σεμνούς, σώφρονας, ὑγιαίνοντας τῇ πίστει, τῇ ἀγάπῃ, τῇ ὑπομονῇ. Τιτ. 2,2 Οι ηλικιωμένοι να είναι νηφάλιοι, σεμνοί, σώφρονες, υγιείς στην πίστη, στην αγάπη, στην υπομονή. Τιτ. 2,3 Πρεσβύτιδας ὡσαύτως ἐν καταστήματι ἱεροπρεπεῖς, μὴ διαβόλους, μὴ οἴνῳ πολλῷ δεδουλωμένας, καλοδιδασκάλους, Τιτ. 2,3 Οι ηλικιωμένες ομοίως να είναι στη συμπεριφορά ιεροπρεπείς, να μη διαβάλλουν, να μην είναι υποδουλωμένες σε πολύ κρασί, να είναι δασκάλες του καλού, Τιτ. 2,4 ἵνα σωφρονίζωσι τὰς νέας φιλάνδρους εἶναι, φιλοτέκνους, Τιτ. 2,4 για να σωφρονίζουν τις νέες ώστε να αγαπούν τους άντρες τους, να αγαπούν τα παιδιά τους, Τιτ. 2,5 σώφρονας, ἁγνάς, οἰκουρούς, ἀγαθάς, ὑποτασσομένας τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ἵνα μὴ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ βλασφημῆται. Τιτ. 2,5 να είναι σώφρονες, αγνές, καλές νοικοκυρές, που να υποτάσσονται στους δικούς τους άντρες, για να μη βλασφημείται ο λόγος του Θεού. Τιτ. 2,6 Τοὺς νεωτέρους ὡσαύτως παρακάλει σωφρονεῖν, Τιτ. 2,6 Τους νεότερους ομοίως πρότρεπε να σωφρονούν Τιτ. 2,7 περὶ πάντα σεαυτὸν παρεχόμενος τύπον καλῶν ἔργων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ἀδιαφθορίαν, σεμνότητα, ἀφθαρσίαν, Τιτ. 2,7 για όλα, παρέχοντας τον εαυτό σου πρότυπο καλών έργων, στη διδασκαλία να είσαι αδιάφθορος, να έχεις σεμνότητα, Τιτ. 2,8 λόγον ὑγιῆ, ἀκατάγνωστον, ἵνα ὁ ἐξ ἐναντίας ἐντραπῇ μηδὲν ἔχων περὶ ἡμῶν λέγειν φαῦλον. Τιτ. 2,8 λόγο υγιή ακατάκριτο, για να ντραπούν οι αντίθετοι μην έχοντας να λένε κανένα κακό για μας. Τιτ. 2,9 Δούλους ἰδίοις δεσπόταις ὑποτάσσεσθαι, ἐν πᾶσιν εὐαρέστους εἶναι, μὴ ἀντιλέγοντας, Τιτ. 2,9 Οι δούλοι στους δικούς τους δεσπότες να υποτάσσονται σε όλα, να είναι ευάρεστοι, να μην αντιλέγουν, Τιτ. 2,10 μὴ νοσφιζομένους, ἀλλὰ πίστιν πᾶσαν ἐνδεικνυμένους ἀγαθήν, ἵνα τὴν διδασκαλίαν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ κοσμῶσιν ἐν πᾶσιν. Τιτ. 2,10 να μην παρακρατούν κλέβοντας, αλλά να δείχνουν πλήρη αγαθή πιστότητα, για να κοσμούν σε όλα τη διδασκαλία που είναι του σωτήρα μας Θεού. Τιτ. 2,11 ᾿Επεφάνη γὰρ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, Τιτ. 2,11 Γιατί φανερώθηκε η χάρη του Θεού που είναι σωτήρια σε όλους τους ανθρώπους Τιτ. 2,12 παιδεύουσα ἡμᾶς ἵνα ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, Τιτ. 2,12 και μας εκπαιδεύει, ώστε να αρνηθούμε την ασέβεια και τις κοσμικές επιθυμίες και να ζήσουμε σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς στον τωρινό αιώνα, Τιτ. 2,13 προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, Τιτ. 2,13 περιμένοντας τη μακάρια ελπίδα και την επιφάνεια της δόξας του μεγάλου Θεού και σωτήρα μας Ιησού Χριστού, Τιτ. 2,14 ὃς ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα λυτρώσηται ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνομίας καὶ καθαρίσῃ ἑαυτῷ λαὸν περιούσιον, ζηλωτὴν καλῶν ἔργων. Τιτ. 2,14 ο οποίος έδωσε τον εαυτό του για χάρη μας, για να μας λυτρώσει από κάθε ανομία και να καθαρίσει για τον εαυτό του ένα λαό περιούσιο, ζηλωτή καλών έργων. Τιτ. 2,15 Ταῦτα λάλει καὶ παρακάλει καὶ ἔλεγχε μετὰ πάσης ἐπιταγῆς· μηδείς σου περιφρονείτω. Τιτ. 2,15 Αυτά κήρυττε και πρότρεπε και έλεγχε με όλο το κύρος∙ κανείς να μη σε περιφρονεί.

ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ 3

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τιτ. 3,1 Ὑπομίμνησκε αὐτοὺς ἀρχαῖς καὶ ἐξουσίαις ὑποτάσσεσθαι, πειθαρχεῖν, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἑτοίμους εἶναι, Τιτ. 3,1 Υπενθύμιζέ τους να υποτάσσονται στις αρχές και στις εξουσίες, να πειθαρχούν, να είναι έτοιμοι για κάθε έργο αγαθό, Τιτ. 3,2 μηδένα βλασφημεῖν, ἀμάχους εἶναι, ἐπιεικεῖς, πᾶσαν ἐνδεικνυμένους πρᾳότητα πρὸς πάντας ἀνθρώπους. Τιτ. 3,2 κανέναν να μη βλαστημούν, να είναι άμαχοι, επιεικείς, να δείχνουν όλη την πραότητα προς όλους τους ανθρώπους. Τιτ. 3,3 ῏Ημεν γάρ ποτε καὶ ἡμεῖς ἀνόητοι, ἀπειθεῖς, πλανώμενοι, δουλεύοντες ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς ποικίλαις, ἐν κακίᾳ καὶ φθόνῳ διάγοντες, στυγητοί, μισοῦντες ἀλλήλους· Τιτ. 3,3 Γιατί ήμασταν κάποτε και εμείς ανόητοι, απειθείς, πλανιόμασταν, ήμασταν δούλοι σε επιθυμίες και σε ηδονές ποικίλες, ζούσαμε μέσα σε κακία και σε φθόνο, μισητοί, μισώντας ο ένας τον άλλο. Τιτ. 3,4 ὅτε δὲ ἡ χρηστότης καὶ ἡ φιλανθρωπία ἐπεφάνη τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, Τιτ. 3,4 Όταν όμως φανερώθηκε η χρηστότητα και η φιλανθρωπία του σωτήρα μας Θεού, Τιτ. 3,5 οὐκ ἐξ ἔργων τῶν ἐν δικαιοσύνῃ ὧν ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὸν αὐτοῦ ἔλεον ἔσωσεν ἡμᾶς διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ ἀνακαινώσεως Πνεύματος ῾Αγίου, Τιτ. 3,5 μας έσωσε όχι από έργα που έγιναν με δικαιοσύνη τα οποία κάναμε εμείς, αλλά σύμφωνα με το δικό του έλεος μέσω λουτρού παλιγγενεσίας και ανακαίνισης Πνεύματος Αγίου, Τιτ. 3,6 οὗ ἐξέχεεν ἐφ' ἡμᾶς πλουσίως διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν, Τιτ. 3,6 το οποίο εξέχυσε πάνω μας πλούσια μέσω του Ιησού Χριστού του σωτήρα μας, Τιτ. 3,7 ἵνα δικαιωθέντες τῇ ἐκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ' ἐλπίδα ζωῆς αἰωνίου. Τιτ. 3,7 για να δικαιωθούμε με τη χάρη εκείνου και να γίνουμε κληρονόμοι σύμφωνα με την ελπίδα της αιώνιας ζωής.

ΤΑ ΚΑΛΑ ΕΡΓΑ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

Τιτ. 3,8 Πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· Τιτ. 3,8 Πιστός είναι αυτός ο λόγος. και γι’ αυτά θέλω να διαβεβαιώνεις, για να φροντίζουν να προΐστανται σε καλά έργα εκείνοι που έχουν πιστέψει στο Θεό. Αυτά είναι καλά και ωφέλιμα στους ανθρώπους. Τιτ. 3,9 μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιΐστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι. Τιτ. 3,9 Ενώ τις μωρές συζητήσεις και γενεαλογίες και έριδες και μάχες για το μωσαϊκό νόμο να τις αποφεύγεις, γιατί είναι ανωφελείς και μάταιες. Τιτ. 3,10 αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, Τιτ. 3,10 Αιρετικό άνθρωπο μετά την πρώτη και τη δεύτερη νουθεσία παράτα τον. Τιτ. 3,11 εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. Τιτ. 3,11 Να ξέρεις ότι έχει διαστραφεί τέτοιου είδους άνθρωπος και αμαρτάνει ενώ είναι αυτοκατάκριτος.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΑΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

Τιτ. 3,12 ῞Οταν πέμψω ᾿Αρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. Τιτ. 3,12 Όταν θα στείλω τον Αρτεμά προς εσένα ή τον Τυχικό, φρόντισε να έρθεις προς εμένα στη Νικόπολη, γιατί εκεί έχω αποφασίσει να παραχειμάσω. Τιτ. 3,13 Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ ᾿Απολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. Τιτ. 3,13 Το Ζηνά το νομικό και τον Απολλώ πρόπεμψέ τους εφοδιάζοντάς τους επιμελώς, για να μην τους λείπει τίποτα. Τιτ. 3,14 μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι. Τιτ. 3,14 Ας μαθαίνουν επίσης και οι δικοί μας να προΐστανται σε καλά έργα στις απαραίτητες ανάγκες, για να μην είναι άκαρποι. Τιτ. 3,15 ᾿Ασπάζονταί σε οἱ μετ' ἐμοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. ῾Η χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν. Τιτ. 3,15 Σε χαιρετούν όλοι όσοι είναι μαζί μου. Χαιρέτησε αυτούς που μας αγαπούν και είναι στην πίστη. Η χάρη ας είναι μαζί με όλους σας.

Προς Φιλήμονα

Προς Φιλήμονα 1

Η προς Φιλήμονα είναι η μικρότερη από τις επιστολές του Παύλου και γράφτηκε στην Έφεσο κατά το 52-55 μ.Χ. ή στη Ρώμη το 60-62 μ.Χ.

Ο Φιλήμων είναι εύπορος Χριστιανός που ζει στις Κολοσσές και οφείλει τη μεταστροφή του στο Χριστιανισμό στον ίδιο τον Παύλο. Διαθέτει το σπίτι του για τις χριστιανικές συνάξεις και έχει μεγάλη φιλανθρωπική δραστηριότητα. Από το σπίτι του Φιλήμονα δραπέτευσε ο δούλος Ονήσιμος, αφού διέπραξε κάποια αδικία, και, άγνωστο κάτω από ποιες συνθήκες, βρέθηκε κοντά στον Παύλο στη φυλακή. Από τον Απόστολο γνώρισε το Χριστιανισμό και ως αδερφός πια επιστρέφει στον κύριο του στις Κολοσσές, εφοδιασμένος μ’ αυτό το συστατικό γράμμα του Παύλου.

Ο Παύλος αποκαλύπτεται μέσα σ’ αυτή την επιστολή όχι μόνο ως θεολόγος αλλά και ως άνθρωπος με εξαιρετική λεπτότητα τόσο προς τον παραλήπτη της επιστολής όσο και προς το πρόσωπο για το οποίο στέλνει την επιστολή.

Προς τον πρώτο γράφει ως φίλος, παραιτούμενος ακόμη και του τίτλου του Αποστόλου στην αρχή της επιστολής, καθώς και της εξουσίας που θα μπορούσε με τον τίτλο αυτό να ασκήσει επάνω του. Σέβεται τα κυριαρχικά του δικαιώματα επί του δούλου του βάσει του ισχύοντος δικαίου της εποχής. Δεν προχωρεί πέραν του δέοντος για να του συστήσει την απελευθέρωση του επιστρέφοντος δούλου. Αναγνωρίζει την οφειλή του Ονήσιμου αναλαμβάνοντας ο ίδιος να την πληρώσει.

Προς τον Ονήσιμο από την άλλη πλευρά διαφαίνεται η λεπτότητα του Αποστόλου στο ότι αποφεύγει να χαρακτηρίσει την πράξη του ως φυγή. Δεν αναφέρει την αδικία, αλλά λέει πόσο είναι τώρα πλέον χρήσιμος, τόσο πολύ μάλιστα που θα ήθελε να τον κρατήσει ο ίδιος, κι ακόμη τον αποκαλεί «παιδί του, που στη φυλακή τον γέννησε στη νέα πίστη και αγαπητό αδερφό».

Πέραν του λεπτού ανθρώπου, αναγνωρίζει κανείς εδώ και τον ηγέτη Παύλο που χρησιμοποιεί έμμεσα το αξίωμά του χωρίς να είναι πιεστικός στους συνεργάτες και φίλους του, που σοβαρολογεί αλλά και αστειεύεται, που κάνει λογοπαίγνιο με το όνομα του δούλου αλλά με την έμφαση τελικά στο σοβαρό χαρακτήρα του αιτήματος του.

Η μικρή αυτή επιστολή αποτελεί ένα μαργαριτάρι εφαρμογής της χριστιανικής πίστης και αγάπης στην καθημερινή ζωή. Ο Χριστιανός δεν αναμένει την ανατροπή των υφιστάμενων κοινωνικών δομών για να πραγματώσει τις αρχές της πίστης του, αλλά με την καθημερινή του πράξη τις υπερβαίνει, προσδοκώντας ταυτόχρονα την επικράτηση της βασιλείας του Θεού.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ 1

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Φιλήμ. 1,1 Παῦλος, δέσμιος Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ, καὶ Τιμόθεος ὁ ἀδελφός, Φιλήμονι τῷ ἀγαπητῷ καὶ συνεργῷ ἡμῶν Φιλήμ. 1,1 Παύλος, δέσμιος για το Χριστό Ιησού, και ο Τιμόθεος ο αδελφός προς το Φιλήμονα τον αγαπητό και συνεργάτη μας Φιλήμ. 1,2 καὶ ᾿Απφίᾳ τῇ ἀγαπητῇ καὶ ᾿Αρχίππῳ τῷ συστρατιώτῃ ἡμῶν καὶ τῇ κατ' οἶκόν σου ἐκκλησίᾳ· Φιλήμ. 1,2 και προς την Απφία την αδελφή και προς τον Άρχιππο το συστρατιώτη μας και προς την κατ’ οίκο σου εκκλησία. Φιλήμ. 1,3 χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Φιλήμ. 1,3 Χάρη σ’ εσάς και ειρήνη από το Θεό Πατέρα μας και από τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΦΙΛΗΜΟΝΑ

Φιλήμ. 1,4 Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου πάντοτε μνείαν σου ποιούμενος ἐπὶ τῶν προσευχῶν μου, Φιλήμ. 1,4 Ευχαριστώ το Θεό μου πάντοτε και σε αναφέρω στις προσευχές μου, Φιλήμ. 1,5 ἀκούων σου τὴν ἀγάπην καὶ τὴν πίστιν ἣν ἔχεις πρὸς τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν καὶ εἰς πάντας τοὺς ἁγίους, Φιλήμ. 1,5 γιατί ακούω την αγάπη σου και την πίστη που έχεις προς τον Κύριο Ιησού και σε όλους τους αγίους, Φιλήμ. 1,6 ὅπως ἡ κοινωνία τῆς πίστεώς σου ἐνεργὴς γένηται ἐν ἐπιγνώσει παντὸς ἀγαθοῦ τοῦ ἐν ἡμῖν εἰς Χριστὸν ᾿Ιησοῦν. Φιλήμ. 1,6 για να γίνει η κοινωνία της πίστης σου ενεργητική μέσω της επίγνωσης κάθε αγαθού που είναι μέσα μας στο Χριστό. Φιλήμ. 1,7 χάριν γὰρ ἔχομεν πολλὴν καὶ παράκλησιν ἐπὶ τῇ ἀγάπῃ σου, ὅτι τὰ σπλάγχνα τῶν ἁγίων ἀναπέπαυται διὰ σοῦ, ἀδελφέ. Φιλήμ. 1,7 Γιατί είχα πολλή χαρά και παρηγοριά για την αγάπη σου, επειδή τα σπλάχνα των αγίων έχουν αναπαυτεί μ’ εσένα, αδελφέ.

Ο ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΡΑΚΑΛΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΝΗΣΙΜΟ

Φιλήμ. 1,8 Διό, πολλὴν ἐν Χριστῷ παρρησίαν ἔχων ἐπιτάσσειν σοι τὸ ἀνῆκον, Φιλήμ. 1,8 Γι’ αυτό, αν και έχω πολλή παρρησία στο Χριστό, για να σε διατάζω να κάνεις το καθήκον σου, Φιλήμ. 1,9 διὰ τὴν ἀγάπην μᾶλλον παρακαλῶ· τοιοῦτος ὤν, ὡς Παῦλος πρεσβύτης, νυνὶ δὲ καὶ δέσμιος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, Φιλήμ. 1,9 χάρη της αγάπης μάλλον σε παρακαλώ, τέτοιος που είμαι, ως ο Παύλος, ο ηλικιωμένος, τώρα μάλιστα και δέσμιος για το Χριστό Ιησού: Φιλήμ. 1,10 παρακαλῶ σε περὶ τοῦ ἐμοῦ τέκνου, ὃν ἐγέννησα ἐν τοῖς δεσμοῖς μου, ᾿Ονήσιμον, Φιλήμ. 1,10 σε παρακαλώ για το δικό μου τέκνο, που γέννησα στα δεσμά μου, τον Ονήσιμο, Φιλήμ. 1,11 τὸν ποτέ σοι ἄχρηστον, νυνὶ δὲ σοὶ καὶ ἐμοὶ εὔχρηστον, ὃν ἀνέπεμψα· Φιλήμ. 1,11 αυτόν που κάποτε σου ήταν άχρηστος, αλλά τώρα και σ’ εσένα και σ’ εμένα είναι χρήσιμος, Φιλήμ. 1,12 σὺ δὲ αὐτόν, τοῦτ' ἔστι τὰ ἐμὰ σπλάγχνα, προσλαβοῦ· Φιλήμ. 1,12 τον οποίο σου έστειλα πίσω, αυτόν, τουτέστι τα δικά μου σπλάχνα. Φιλήμ. 1,13 ὃν ἐγὼ ἐβουλόμην πρὸς ἐμαυτὸν κατέχειν, ἵνα ὑπὲρ σοῦ διακονῇ μοι ἐν τοῖς δεσμοῖς τοῦ εὐαγγελίου· Φιλήμ. 1,13 Αυτόν εγώ ήθελα να τον έχω κοντά μου, ώστε να με διακονεί για λογαριασμό σου στα δεσμά του ευαγγελίου, Φιλήμ. 1,14 χωρὶς δὲ τῆς σῆς γνώμης οὐδὲν ἠθέλησα ποιῆσαι, ἵνα μὴ ὡς κατὰ ἀνάγκην τὸ ἀγαθόν σου ᾖ, ἀλλὰ κατὰ ἑκούσιον. Φιλήμ. 1,14 αλλά χωρίς τη δική σου γνώμη δε θέλησα να κάνω τίποτα, για να μην είναι αναγκαστική η αγαθή σου πράξη αλλά εκούσια. Φιλήμ. 1,15 τάχα γὰρ διὰ τοῦτο ἐχωρίσθη πρὸς ὥραν, ἵνα αἰώνιον αὐτὸν ἀπέχῃς, Φιλήμ. 1,15 Ίσως, βέβαια, γι’ αυτό χωρίστηκε προσωρινά από εσένα, για να τον έχεις πλήρως αιώνια, Φιλήμ. 1,16 οὐκέτι ὡς δοῦλον, ἀλλ' ὑπὲρ δοῦλον, ἀδελφὸν ἀγαπητόν, μάλιστα ἐμοί, πόσῳ δὲ μᾶλλον σοὶ καὶ ἐν σαρκὶ καὶ ἐν Κυρίῳ! Φιλήμ. 1,16 όχι πια ως δούλο, αλλά περισσότερο από δούλο, ως αδελφό αγαπητό, μάλιστα για μένα και πόσο μάλλον για σένα, και στη σάρκα και στον Κύριο. Φιλήμ. 1,17 εἰ οὖν με ἔχεις κοινωνόν, προσλαβοῦ αὐτὸν ὡς ἐμέ. Φιλήμ. 1,17 Αν λοιπόν με θεωρείς συμμέτοχο στα αισθήματα, δέξου αυτόν σαν εμένα. Φιλήμ. 1,18 εἰ δέ τι ἠδίκησέ σε ἢ ὀφείλει, τοῦτο ἐμοὶ ἐλλόγει· Φιλήμ. 1,18 Και αν σε κάτι σε αδίκησε ή σου οφείλει, αυτό σ’ εμένα καταλόγισέ το. Φιλήμ. 1,19 ἐγὼ Παῦλος ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί, ἐγὼ ἀποτίσω· ἵνα μὴ λέγω σοι ὅτι καὶ σεαυτόν μοι προσοφείλεις. Φιλήμ. 1,19 Εγώ ο Παύλος έγραψα με το δικό μου χέρι, εγώ θα το ξεπληρώσω – για να μη σου λέω ότι και τον εαυτό σου ακόμα μου οφείλεις. Φιλήμ. 1,20 ναί, ἀδελφέ, ἐγώ σου ὀναίμην ἐν Κυρίῳ· ἀνάπαυσόν μου τὰ σπλάγχνα ἐν Κυρίῳ. Φιλήμ. 1,20 Ναι, αδελφέ, είθε κι εγώ να είχα κάποιο όφελος από εσένα στη σχέση μου με τον Κύριο∙ ανάπαυσέ μου τα σπλάχνα στο Χριστό. Φιλήμ. 1,21 Πεποιθὼς τῇ ὑπακοῇ σου ἔγραψά σοι, εἰδὼς ὅτι καὶ ὑπὲρ ὃ λέγω ποιήσεις. Φιλήμ. 1,21 Επειδή είμαι πεισμένος για την υπακοή σου, σου έγραψα, ξέροντας ότι και περισσότερο από αυτά που λέω θα κάνεις. Φιλήμ. 1,22 ῞Αμα δὲ καὶ ἑτοίμαζέ μοι ξενίαν· ἐλπίζω γὰρ ὅτι διὰ τῶν προσευχῶν ὑμῶν χαρισθήσομαι ὑμῖν. Φιλήμ. 1,22 Συγχρόνως, μάλιστα, και ετοίμαζέ μου φιλοξενία∙ γιατί ελπίζω ότι μέσω των προσευχών σας θα χαριστώ σ’ εσάς.

ΑΣΠΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ

Φιλήμ. 1,23 ᾿Ασπάζεταί σε ᾿Επαφρᾶς ὁ συναιχμάλωτός μου ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, Φιλήμ. 1,23 Σε χαιρετά ο Επαφράς, ο συναιχμάλωτός μου για το Χριστό Ιησού, Φιλήμ. 1,24 Μᾶρκος, ᾿Αρίσταρχος, Δημᾶς, Λουκᾶς, οἱ συνεργοί μου. Φιλήμ. 1,24 ο Μάρκος, ο Αρίσταρχος, ο Δημάς, ο Λουκάς, οι συνεργάτες μου. Φιλήμ. 1,25 ῾Η χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ πνεύματος ὑμῶν· ἀμήν Φιλήμ. 1,25 Η χάρη του Κυρίου Ιησού Χριστού ας είναι μαζί με το πνεύμα σας.

Προς Εβραίους

Προς Εβραίους 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13

Η προς Εβραίους επιστολή πρέπει να είναι γραμμένη πριν από το 70 μ.Χ., γιατί φαίνεται ότι αγνοεί την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και το τέλος της λατρείας του ναού και ίσως να γράφτηκε στη Ρώμη.

Η επιστολή αυτή, γραμμένη σε γλώσσα λόγια, δίνει περισσότερο την εντύπωση πραγματείας παρά επιστολής. Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει το κείμενο του, που αρχίζει χωρίς μνεία του αποστολέα και των παραληπτών, «ενθαρρυντικό λόγο», τον οποίο απευθύνει σε μια κοινότητα, για την οποία δεν μας πληροφορεί πού βρίσκεται και από ποιους αποτελείται. Παραλήπτες της επιστολής πιθανότατα είναι “εξ Ιουδαίων Xριστιανοί” που ζουν στην Παλαιστίνη και γνωρίζουν καλά την Παλαιά Διαθήκη.

Φαίνεται ότι αυτή η ιουδαιοχριστιανική κοινότητα αντιμετώπισε κάποιον κοινωνικό διωγμό, απ’ τον οποίο κινδύνευσαν ίσως μερικοί να χάσουν την πίστη τους στο Χριστό. Ο διωγμός προερχόταν από πρώην ομοθρήσκους τους, οι οποίοι τους κατέκριναν γιατί εγκατέλειψαν τη θρησκεία των πατέρων τους με τις μεγαλοπρεπείς θυσίες στο ναό και τις λοιπές τελετές. Ο ιερός συγγραφέας γράφει την επιστολή αυτή για να τους στηρίξει στην πίστη και προβάλλει ως υπόδειγμα υπακοής τον «αρχηγόν της πίστεως» Ιησού Χριστό, ο οποίος, επειδή ο ίδιος έπαθε και δοκιμάστηκε, μπορεί τώρα να βοηθήσει αυτούς που δοκιμάζονται (Προς Εβρ. 2,18).

Δύο είναι βασικά τα θέματα που συμπλέκονται μεταξύ τους σ’ όλη την επιστολή: Η έξαρση της υπεροχής του Χριστιανισμού έναντι του Ιουδαϊσμού και η προτροπή να αντλήσουν δύναμη οι Χριστιανοί παραλήπτες της επιστολής από τα παθήματα του Χριστού.

Με την προσαγωγή πολλών χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης υπογραμμίζεται ότι ο Υιός είναι ανώτερος των αγγέλων και του Μωυσή και ότι η ευθύνη των Χριστιανών είναι μεγάλη εάν αμελήσουν τη σωτηρία τους. Κατά τις δυσχερείς περιστάσεις οι Χριστιανοί μπορούν να απευθύνονται στον «αρχηγό της σωτηρίας», που επειδή υπέφερε και ο ίδιος, μπορεί να τους βοηθήσει. Τώρα που είναι «μέτοχοι του Χριστού» πρέπει να προσέχουν, ώστε να μην απατηθούν από την αμαρτία και να μην παραπικράνουν το Θεό, όπως έκανε ο ισραηλιτικός λαός στην έρημο και τιμωρήθηκε σκληρά.

Ο Ιησούς Χριστός είναι ο αληθινός μέγας αρχιερέας. Είναι ανώτερος του Ιουδαίου αρχιερέα και το ουράνιο θυσιαστήριο στο οποίο βρίσκεται είναι ανώτερο του επίγειου ιουδαϊκού ναού. Η θυσία του Χριστού στο σταυρό είναι ασφαλώς ανώτερη των ιουδαϊκών θυσιών που επαναλαμβάνονται συνεχώς στο ναό. Οι Χριστιανοί αποτελούν μέλος ενός λαού που πορεύεται μέσα από εμπόδια στην τελική πραγματοποίηση της επαγγελίας. Τα ηρωικά παραδείγματα πίστης των αγίων ανδρών της Παλαιάς Διαθήκης εμπνέουν και τη δική τους πορεία και εναποθέτουν στους ώμους τους μεγάλες ευθύνες. Τα μάτια τους πρέπει να είναι στραμμένα προς τον Ιησού που κι αυτός γνώρισε το σταυρό της αισχύνης, αλλά τώρα βρίσκεται στα δεξιά του θρόνου του Θεού.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 1

Ο ΘΕΟΣ ΜΙΛΗΣΕ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ

Εβρ. 1,1 Πολεμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ, Εβρ. 1,1 Κατά τους παλαιοτέρους χρόνους, κατά την προ του Χριστού δηλαδή περίοδον, εις πολλάς περιστάσεις και με πολλούς τρόπους ωμίλησε και εφανέρωσεν ο Θεός το θέλημά του στους προγόνους μας δια μέσου των προφητών. Κατά δε τας τελευταίας αυτάς ημέρας ελάλησε προς ημάς δια μέσου του μονογενούς αυτού Υιού, Εβρ. 1,2 ὃν ἔθηκε κληρονόμον πάντων, δι᾿ οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν· Εβρ. 1,2 τον οποίον ο Θεός Πατήρ κατέστησε κληρονόμον, κύριον και βασιλέα όλης της κτίσεως, ουρανίων και επιγείων και δια του οποίου εδημιούργησε όλα όσα έγιναν εν χρόνω. Εβρ. 1,3 ὃς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, φέρων τε τὰ πάντα τῷ ῥήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, δι᾿ ἑαυτοῦ καθαρισμὸν ποιησάμενος τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς, Εβρ. 1,3 Αυτός είναι προαιωνίως ολόλαμπρος ακτινοβολία της απείρους δόξης του Πατρός, ακριβέστατον και απαράλλακτον και ενυπόστατον αποτύπωμα του Πατρός, της αυτής ουσίας και απείρου τελειότητος, όσος με Εκείνον, κρατών και κυβερνών τα πάντα με τον παντοδύναμον λόγον του. Αυτός ενανθρωπήσας εκαθάρισεν ημάς από τας αμαρτίας μας, δια της θυσίας του εαυτού του επάνω στον σταυρόν, και εκάθισε και ως ο Υιός του ανθρώπου δια της αναλήψεώς του εκ δεξιών της μεγαλειότητος του Πατρός στον ίδιον με Εκείνον θρόνον υψηλά στους ουρανούς. Εβρ. 1,4 τοσούτῳ κρείττων γενόμενος τῶν ἀγγέλων, ὅσῳ διαφορώτερον παρ᾿ αὐτοὺς κεκληρονόμηκεν ὄνομα. Εβρ. 1,4 Ανεδείχθη δε τόσον πολύ υπεροχώτερος και ανώτερος από τους αγγέλους, όσον διαφορετικώτερον και ενδοξότερον από αυτούς έχει κληρονομήσει όνομα (εκ παραλλήλου προς τον Υιόν μονογενής ονομασθείς και Κύριος των επουρανίων, των επιγείων και των καταχθονίων).

Ο ΥΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΩΤΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ

Εβρ. 1,5 τίνι γὰρ εἶπέ ποτε τῶν ἀγγέλων· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε; καὶ πάλιν· ἐγὼ ἔσομαι αὐτῷ εἰς πατέρα, καὶ αὐτὸς ἔσται μοι εἰς υἱόν; Εβρ. 1,5 Διότι εις ποίον ποτέ από τους αγγέλους είπεν ο Θεός· “συ είσαι Υιός μου, εγώ σήμερα σου έδωκα την ανθρωπίνην φύσιν, εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου;” Και πάλιν εις άλλο χωρίον της Γραφής είπε· “Εγώ θα είμαι πατήρ στον ενανθρωπήσαντα Ιησούν και αυτός θα είναι εις εμέ Υιός, υπό εντελώς ειδικήν σημασίαν;” Εβρ. 1,6 ὅταν δὲ πάλιν εἰσαγάγῃ τὸν πρωτότοκον εἰς τὴν οἰκουμένην, λέγει· καὶ προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ. Εβρ. 1,6 Όταν δε πάλιν θα επαναφέρη και θα εισαγάγη εις την οικουμένην ως κριτής ένδοξον τον Υιόν, ο οποίος εγεννήθη ανάρχως προ πάσης κτίσεως από τον Πατέρα θα είπη· “και ας προσκυνήσουν αυτόν όλοι οι άγγελοι του Θεού”. Εβρ. 1,7 καὶ πρὸς μὲν τοὺς ἀγγέλους λέγει· ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα, καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα· Εβρ. 1,7 Και κάμνουν διάκρισιν μεταξύ των αγγέλων και του Υιού του Θεού λέγει χαρακτηριστικώς δια μεν τους αγγέλους· “ο Θεός είναι αυτός που κάμνει τους αγγέλους του νοεράς και αΰλους υπάρξεις, ταχείς και λεπτούς σαν τους ανέμους, και αυτούς που τον υπηρετούν αΰλους με δραστικήν ενέργειαν και φωτεινήν λαμπρότητα σαν την φλόγαν του πυρός”. Εβρ. 1,8 πρὸς δὲ τὸν υἱόν· ὁ θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος· ῥάβδος εὐθύτητος ἡ ῥάβδος τῆς βασιλείας σου. Εβρ. 1,8 Προς δε τον Υιόν λέγει· “ω Θεέ, ο βασιλικός και ένδοξος θρόνος σου μένει ασάλευτος στους αιώνας των αιώνων· το βασιλικόν σου σκήπτρον είναι σκήπτρον και εξουσία ευθήτητος και δικαιοσύνης. Εβρ. 1,9 ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίμησας ἀνομίαν· διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε, ὁ Θεός, ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου· Εβρ. 1,9 Έχεις αγαπήσει την δικαιοσύνην και εμίσησες πάντοτε την ανομίαν. Δια τούτο, ω Θεέ, ο Θεός και Πατήρ σου σε έχρισε με το χρίσμα του Αγίου Πνεύματος, που φέρει αγαλλίασιν και χαράν, ασύγκριτα παραπάνω από όσον έχρισεν εκείνους, που μετέχουν στο ίδιο χρίσμα με εσέ, (δηλαδή τους προφήτας, τους ιερείς και βασιλείς της Π. Διαθήκης. Εκείνοι έλαβον εν μέρει το Άγιον Πνεύμα, συ το έλαβες ολόκληρον). Εβρ. 1,10 καὶ σὺ κατ᾿ ἀρχάς, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· Εβρ. 1,10 Και, πάλιν η Γραφή άλλου λέγει· “συ, Κύριε, εις την αρχήν της δημιουργίας εστερέωσας την γην επάνω εις ασφαλές θεμέλιον και έργα των ιδικών σου χειρών, είναι οι ουρανοί· Εβρ. 1,11 αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις· καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, Εβρ. 1,11 αυτοί θα χαθούν από την σημερινήν των μορφήν και θα αλλάξουν, συ όμως παραμένεις πάντοτε αιώνιος και αναλλοίωτος· τα πάντα σαν ένδυμα θα παληώσουν Εβρ. 1,12 καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι. Εβρ. 1,12 και σαν εξωτερικόν ένδυμα θα τους περιτυλίξης και θα αλλάξουν μορφήν, συ όμως είσαι ο ίδιος πάντοτε και τα έτη σου δεν θα λάβουν ποτέ τέλος”. Εβρ. 1,13 πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; Εβρ. 1,13 Προς ποίον δε από τους αγγέλους είπεν ποτέ ο Θεός και Πατήρ· “κάθισε εις τα δεξιά μου έως ότου βάλω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου, σαν υποπόδιον, επάνω στο οποίον θα πατάς;” Εβρ. 1,14 οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν; Εβρ. 1,14 Όλοι οι άγγελοι είναι πνεύματα υπηρετικά, τα οποία αποστέλλονται από τον Θεόν, δια να εξυπηρετούν αυτούς, που μέλλουν να κληρονομήσουν την σωτηρίαν.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 2

Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

Εβρ. 2,1 Διὰ τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι, μή ποτε παραῤῥυῶμεν. Εβρ. 2,1 Επειδή ακριβώς τόσον ασύγκριτα ανώτερος είναι ο Υιός, δια τούτο πρέπει πολύ περισσότερον να προσέχωμεν εις εκείνα, τα οποία ηκούσαμεν από το κήρυγμα των Αποστόλων, που είναι ιδικόν του κήρυγμα, μήπως τυχόν ποτέ παρεκκλίνωμεν από τον δρόμον της σωτηρίας. Εβρ. 2,2 εἰ γὰρ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, Εβρ. 2,2 Διότι εάν ο παλαιός νόμος, που ελέχθη στον Μωϋσήν δια μέσου των αγγέλων, απεδείχθη έγκυρος και ισχυρός και κάθε παράβασις αυτού και παρακοή έλαβε σαν μισθόν της την δικαίαν τιμωρίαν, Εβρ. 2,3 πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, Εβρ. 2,3 πως ημείς θα διαφύγωμεν την τιμωρίαν, εάν παραμελήσωμεν μίαν τόσον μεγάλην και ανεκτίμητον σωτηρίαν; Η σωτηρία δε αυτή ήρχισε να διδάσκεται από αυτόν τούτον τον Κύριον, παρεδόθη δε εις ημάς ως κατά πάντα βεβαία και αξιόπιστος από εκείνους, που την ήκουσαν κατ' ευθείαν από το στόμα του Κυρίου, δηλαδή από τους Αποστόλους. Εβρ. 2,4 συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος Ἁγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν. Εβρ. 2,4 Επεβεβαίωνε δε το κήρυγμα των Αποστόλων και αυτός ο Θεός με θαύματα, με καταπληκτικά γεγονότα και με ποικίλας υπερφυσικάς δυνάμεις και με θεία χαρίσματα, τα οποία το Πνεύμα το Άγιον εμοίραζεν στους πιστούς κατά την θέλησιν του Θεού.

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ

Εβρ. 2,5 Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν, Εβρ. 2,5 Η υπεροχή του Χριστού φαίνεται και εκ του γεγονότος, ότι ο Θεός δεν υπέταξεν στους αγγέλους τον μέλλοντα κόσμον, που θα εγκαθιδρύετο από τον Μεσσίαν και περί του οποίου κόσμου κάμνομεν τώρα λόγον, αλλά τον υπέταξεν στον Χριστόν. Εβρ. 2,6 διεμαρτύρατο δὲ πού τις λέγων· τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; Εβρ. 2,6 Παραστατικά δε κάποιος εμαρτύρυσεν εις ένα χωρίον της Γραφής, λέγων· “τι αξίαν έχει ο άνθρωπος, ώστε να τον ενθυμήσαι ή το τέκνον του ανθρώπου, ώστε να τον επισκέπτεσαι με την πατρικήν σου φροντίδα; Εβρ. 2,7 ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν. Εβρ. 2,7 Τον έκαμες κατά τι κατώτερον από τους αγγέλους, με δόξαν και τιμήν ως βασιλέα της κτίσεως τον εστεφάνωσες. Εβρ. 2,8 πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ· ἐν γὰρ τῷ ὑποτάξαι αὐτῷ τὰ πάντα οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ πάντα ὑποτεταγμένα· Εβρ. 2,8 Όλα υπέταξες κάτω από τους πόδας του”. Και εφ' όσον ο Θεός Πατήρ υπέταξε εις αυτόν τα πάντα, δεν αφήκε τίποτε, που να του μένη ανυπότακτον. Τώρα όμως δεν βλέπομεν ακόμη να είναι όλα απολύτως υποταγμένα στον ενανθρωπήσαντα Υιόν του Θεού. Εβρ. 2,9 τὸν δὲ βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους ἠλαττωμένον βλέπομεν Ἰησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον, ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου. Εβρ. 2,9 Τον δε Ιησούν, ο οποίος επί μικρόν χρονικόν διάστημα έγινε κατώτερος από τους αγγέλους, (εφ' όσον έπαθε και απέθανεν επί του σταυρού) τον βλέπομεν, ότι ακριβώς λόγω του παθήματος του θανάτου, έχει στεφανωθή με δόξαν και τιμήν· έπαθε δε και εγεύθη το πικρόν ποτήριον του θανάτου δια την χάριν, που ηυδόκησε να κάμη ο Θεός υπέρ της σωτηρίας του κάθε ανθρώπου. Εβρ. 2,10 ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι᾿ ὃν τὰ πάντα καὶ δι᾿ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι. Εβρ. 2,10 Διότι έπρεπεν στον Θεόν, τον δημιουργόν του παντός, προς τον οποίον αποβλέπουν τα πάντα και δια του οποίου κατευθύνονται και κυβερνώνται τα πάντα, να αναδείξη και αποδείξη τέλειον, δια μέσου των παθημάτων, τον αρχηγόν και αίτιον της σωτηρίας των, δηλαδή τον Χριστόν, εφ' όσον είχε την πανάγαθον απόφασιν πολλούς ανθρώπους να οδηγήση εις την δόξαν. Εβρ. 2,11 ὅ τε γὰρ ἁγιάζων καὶ οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνὸς πάντες· δι᾿ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφοὺς αὐτοὺς καλεῖν, Εβρ. 2,11 Διότι ο Χριστός που μας αγιάζει, και ημείς που αγιαζόμεθα, καταγόμεθα από ένα Πατέρα. Δι' αυτήν ακριβώς την αιτίαν και ο Χριστός δεν εντρέπεται να ονομάζη αυτούς, που καλεί εις σωτηρίαν, αδελφούς του, Εβρ. 2,12 λέγων· ἀπαγγελῶ τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε· Εβρ. 2,12 λέγων· “θα διαλαλήσω και θα ομολογήσω το όνομά σου, ω Θεέ και Πατέρα, στους αδελφούς μου· εν μέσω συγκεντρώσεως των αδελφών μου θα σε ανυμνήσω και θα σε δοξάσω”. Εβρ. 2,13 καὶ πάλιν· ἐγὼ ἔσομαι πεποιθὼς ἐπ᾿ αὐτῷ· καὶ πάλιν· ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός. Εβρ. 2,13 Και πάλιν λέγει· “εγώ ο Μεσσίας ως άνθρωπος θα έχω στηρίξει την πεποίθησίν μου στον Θεόν και Πατέρα·” Και άλλου πάλιν λέγει· “ιδού εγώ και τα παιδιά, που μου έδωκεν ο Θεός”. Εβρ. 2,14 ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, Εβρ. 2,14 Επειδή δε τα παιδιά του Θεού, έχουν πάρει όλα την ασθενή και φθαρτήν ανθρωπίνην φύσιν, σάρκα και αίμα, δια τούτο και αυτός κατά παρόμοιον τρόπον επήρε σάρκα και αίμα, την ανθρωπίνην φύσιν, χωρίς όμως καμμίαν αμαρτίαν· έγινεν άνθρωπος, δια να εξουδετερώση με τον θάνατόν του και καταργήση τον διάβολον, ο οποίος μέχρι προ ολίγου είχε την δύναμιν και την εξουσίαν να ρίπτη τους ανθρώπους, εξ αιτίας των αμαρτιών των στον θάνατον, Εβρ. 2,15 καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας. Εβρ. 2,15 και να απαλλάξη αυτούς, οι οποίοι ένεκα του φόβου του θανάτου εκυριαρχούντο καθ' όλον το διάστημα της ζωής των από την καταθλιπτικήν δουλείαν της αγωνίας και του τρόμου απέναντι του θανάτου. Εβρ. 2,16 οὐ γὰρ δήπου ἀγγέλων ἐπιλαμβάνεται, ἀλλὰ σπέρματος Ἀβραὰμ ἐπιλαμβάνεται. Εβρ. 2,16 Έπρεπε δε να ενανθρωπήση ο Υιός, διότι δεν αναλαμβάνει βέβαια να βοηθήση και στηρίξη εις την σωτηρίαν αΰλους αγγέλους (επειδή τότε δεν θα υπήρχεν ανάγκη να γίνη άνθρωπος), αλλ' έρχεται να βοηθήση τους απογόνους του Αβραάμ. Εβρ. 2,17 ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι, ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ. Εβρ. 2,17 Επομένως έπρεπε να γίνη άνθρωπος, όμοιος καθ' όλα με τους αδελφούς του -πλην βέβαια της αμαρτίας- δια να γίνη έτσι εύσπλαγχνος και αξιόπιστος Αρχιερεύς, που θα προσέφερε ευπρόσδεκτον θυσίαν και μεσιτείαν στον Θεόν, δια την εξιλέωσιν και συγχώρησιν των αμαρτιών του λαού. Εβρ. 2,18 ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι. Εβρ. 2,18 Ακριβώς διότι ο ίδιος έχει πάθει και εδοκίμασε πειρασμούς, ημπορεί και θέλει με απεριόριστον αγάπην και συμπάθειαν να βοηθήση αυτούς, που πειράζονται και ταλαιπωρούνται.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 3

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΩΤΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΩΥΣΗ

Εβρ. 3,1 Ὅθεν, ἀδελφοὶ ἅγιοι, κλήσεως ἐπουρανίου μέτοχοι, κατανοήσατε τὸν ἀπόστολον καὶ ἀρχιερέα τῆς ὁμολογίας ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, Εβρ. 3,1 Κατά συνέπειαν, αδελφοί άγιοι, που συμμετέχετε εις την επουρανίαν κλήσιν του Θεού, κατανοήσατε βαθειά και μάθετε καλά αυτόν, που ο επουράνιος Θεός μας απέστειλε, τον Αρχιερέα της πίστεώς μας, τον Ιησούν Χριστόν. Εβρ. 3,2 πιστὸν ὄντα τῷ ποιήσαντι αὐτόν, ὡς καὶ Μωϋσῆς ἐν ὅλῳ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ. Εβρ. 3,2 Είναι αυτός δια την άφθαστον αρετήν του απολύτως αξιόπιστος ενώπιον εκείνου, ο οποίος τον κατέστησε Απόστολόν του και αρχιερέα μας, όπως και ο Μωϋσής υπήρξε πιστός εις όλον τον Ισραηλιτικόν λαόν, ο οποίος ήτο οίκος του Θεού. Εβρ. 3,3 πλείονος γὰρ δόξης οὗτος παρὰ Μωϋσῆν ἠξίωται, καθ᾿ ὅσον πλείονα τιμὴν ἔχει τοῦ οἴκου ὁ κατασκευάσας αὐτόν. Εβρ. 3,3 Ο Χριστός όμως είναι ασυγκρίτως ανώτερος από τον Μωϋσέα, διότι έχει αξιωθή και έλαβε πολύ μεγαλυτέραν δόξαν από εκείνον, επειδή έχει μεγαλυτέραν τιμήν και αξίαν από το σπίτι εκείνος, που κατεσκεύασε το σπίτι. Εβρ. 3,4 πᾶς γὰρ οἶκος κατασκευάζεται ὑπό τινος, ὁ δὲ τὰ πάντα κατασκευάσας Θεός. Εβρ. 3,4 Διότι κάθε σπίτι κατασκευάζεται από κάποιον. Εκείνος δε που εδημιούργησε τα πάντα ορατά και αόρατα, ετακτοποίησε και ωργάνωσε την θεοκρατικήν πολιτείαν των Ισραηλιτών, είναι ο Θεός. Εβρ. 3,5 καὶ Μωϋσῆς μὲν πιστὸς ἐν ὅλῳ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ ὡς θεράπων, εἰς μαρτύριον τῶν λαληθησομένων, Εβρ. 3,5 Και ο μεν Μωϋσής, σαν επιστάτης και υπηρέτης εκ μέρους του Θεού, ανεδείχθη πιστός και αξιόπιστος μέσα εις όλο το σπίτι του Θεού, στον Ισραηλιτικόν δηλαδή λαόν, εις πίστωσιν και βεβαίωσιν εκείνων που απρόκειτο να λεχθούν και αποκαλυφθούν προς τον λαόν. Εβρ. 3,6 Χριστὸς δὲ ὡς υἱὸς ἐπὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ, οὗ οἶκός ἐσμεν ἡμεῖς, ἐάνπερ τὴν παῤῥησίαν καὶ τὸ καύχημα τῆς ἐλπίδος μέχρι τέλους βεβαίαν κατάσχωμεν. Εβρ. 3,6 Ο Χριστός όμως ως Υιός, ανεδείχθη ασυγκρίτως περισσότερον πιστός και αξιόπιστος επάνω εις όλο το σπίτι του Θεού, το οποίον είναι και ιδικόν του. Σπίτι δε τώρα του Θεού είμεθα ημείς οι χριστιανοί, εάν βέβαια κρατήσωμεν μέχρι τέλους σταθεράν και αμετακίνητον την παρρησίαν μας προς τον Θεόν και το χαρμόσυνον καύχημα της ελπίδος μας, ότι θα είμεθα κληρονόμοι των αιωνίων αγαθών.

Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΤΟΥ

Εβρ. 3,7 Διό, καθὼς λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· σήμερον ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, Εβρ. 3,7 Δι' αυτό ακριβώς και το Άγιον Πνεύμα λέγει· “σήμερον, εις την παρούσαν δηλαδή ζωήν, εάν ακούσετε την φωνήν και τας εντολάς του Θεού, Εβρ. 3,8 μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐν τῷ παραπικρασμῷ, κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ πειρασμοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ, Εβρ. 3,8 μη κάμετε σκληράς και αναισθήτους τας καρδίας σας εις τας θείας εντολάς, όπως έγινε κατά τον καιρόν της πικρίας και της οργής μου εναντίον του Ισραηλιτικού λαού, κατά την ημέραν δηλαδή που εις την έρημον εφέρθησαν αυτοί προκλητικά απέναντί μου, και έθεσαν υπό δοκιμασίαν την αγαθότητά μου και την δύναμίν μου. Εβρ. 3,9 οὗ ἐπείρασάν με οἱ πατέρες ὑμῶν, ἐδοκίμασάν με, καὶ εἶδον τὰ ἔργα μου τεσσαράκοντα ἔτη· Εβρ. 3,9 Πράγματι εκεί εις την έρημον οι πρόγονοί σας, ολιγόπιστοι καθώς ήσαν, έθεσαν υπό αμφισβήτησιν και δοκιμήν την πρόνοιάν μου και την δύναμίν μου. Εν τούτοις εγώ και τότε δεν τους εγκατέλειψα και είδαν τα θαυμαστά και ένδοξα έργα μου σαράντα ολόκληρα χρόνια, που έμειναν εις την έρημον. Εβρ. 3,10 διὸ προσώχθισα τῇ γενεᾷ ἐκείνῃ καὶ εἶπον· ἀεὶ πλανῶνται τῇ καρδίᾳ, αὐτοὶ δὲ οὐκ ἔγνωσαν τὰς ὁδούς μου· Εβρ. 3,10 Επειδή όμως έμειναν αμετανόητοι και αδιόρθωτοι, εδυσφόρησα και ηγανάκτησα εναντίον της γενεάς εκείνης και είπα· Πάντοτε αυτοί πλανώνται, σύμφωνα με τας αμαρτωλάς επιθυμίας και διαθέσεις της καρδίας των. Αυτοί όμως δεν ηθέλησαν να γνωρίσουν τους θαυμαστούς τρόπους μου, με τους οποίους τους καθωδηγούσα και τους επροστάτευα. Εβρ. 3,11 ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ μου, εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου· Εβρ. 3,11 Δι' αυτό και ωργισμένος εναντίον των ωρκίσθην ότι δεν θα εισέλθουν εις την γην της ειρηνικής αναπαύσεως, που τους έχω υποσχεθή”. Εβρ. 3,12 βλέπετε, ἀδελφοί, μή ποτε ἔσται ἔν τινι ὑμῶν καρδία πονηρὰ ἀπιστίας ἐν τῷ ἀποστῆναι ἀπὸ Θεοῦ ζῶντος, Εβρ. 3,12 Λοιπόν προσέχετε, αδελφοί, μήπως και εις κανένα από σας γίνη πονηρή, σκληρή και άπιστος η καρδιά εξ αιτίας της αποστασίας από τον Θεόν τον ζώντα. Εβρ. 3,13 ἀλλὰ παρακαλεῖτε ἑαυτοὺς καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν ἄχρις οὗ τὸ σήμερον καλεῖται, ἵνα μὴ σκληρυνθῇ ἐξ ὑμῶν τις ἀπάτῃ τῆς ἁμαρτίας· Εβρ. 3,13 Αλλά προτρέπετε και ενθαρρύνετε ο ένας τον άλλον κάθε ημέραν, έως ότου διαρκεί η παρούσα ζωή, ώστε να μη σκληρυνθή κανείς από σας από τα απατηλά θέλγητρα της αμαρτίας. Εβρ. 3,14 μέτοχοι γὰρ γεγόναμεν τοῦ Χριστοῦ, ἐάνπερ τὴν ἀρχὴν τῆς ὑποστάσεως μέχρι τέλους βεβαίαν κατάσχωμεν, Εβρ. 3,14 Βεβαίως έχομεν γίνει συμμέτοχοι εις την ζωήν και την δόξαν του Χριστού, υπό την απαραίτητον βέβαια προϋπόθεσιν ότι θα κρατήσωμεν σταθεράν μέχρι τέλους την πίστιν, με την οποίαν ηρχίσαμεν και δια της οποίας ελάβαμεν νέαν υπόστασιν ως τέκνα του Θεού. Εβρ. 3,15 ἐν τῷ λέγεσθαι· σήμερον ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐν τῷ παραπικρασμῷ. Εβρ. 3,15 Εφ' όσον, λοιπόν, εξακολουθεί να λέγεται και να ισχύη το· Σήμερον, εις την παρούσαν ζωήν, εάν ακούσετε την φωνήν αυτού, μη σκληρύνετε τας καρδίας σας, όπως οι Εβραίοι κατά τον καιρόν του παραπικρασμού. Εβρ. 3,16 τίνες γὰρ ἀκούσαντες παρεπίκραναν; ἀλλ᾿ οὐ πάντες οἱ ἐξελθόντες ἐξ Αἰγύπτου διὰ Μωϋσέως; Εβρ. 3,16 Διότι ποιοί ήσαν εκείνοι, που επίκραναν τον Θεόν, μολονότι είχαν ακούσει την φωνήν του; Δεν ήσαν όλοι όσοι εβγήκαν ελεύθεροι από την Αίγυπτον με την καθοδήγησιν του Μωϋσέως; Εβρ. 3,17 τίσι δὲ προσώχθισε τεσσαράκοντα ἔτη; οὐχὶ τοῖς ἁμαρτήσασιν, ὧν τὰ κῶλα ἔπεσεν ἐν τῇ ἐρήμῳ; Εβρ. 3,17 Εναντίον ποίων δε εδυσφόρησε και ηγανάκτησεν ο Θεός επί σαράντα έτη; Δεν οργίσθη εναντίον αυτών, που ημάρτησαν απέναντί του και εσκληρύνθησαν και των οποίων τα σώματα έπεσαν εις την έρημον; Εβρ. 3,18 τίσι δὲ ὤμοσε μὴ εἰσελεύσεσθαι εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ εἰ μὴ τοῖς ἀπειθήσασι; Εβρ. 3,18 Εναντίον δε ποίων ωρκίσθη ο Θεός, ότι δεν θα εισέλθουν εις την γην της επαγγελίας, παρά εναντίον εκείνων που έδειξαν απείθειαν και σκληροκαρδίαν; Εβρ. 3,19 καὶ βλέπομεν ὅτι οὐκ ἠδυνήθησαν εἰσελθεῖν δι᾿ ἀπιστίαν. Εβρ. 3,19 Και βλέπομεν, ότι πράγματι εξ αιτίας της απιστίας των δεν κατώρθωσαν να εισέλθουν εις την γην της επαγγελίας.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 4

Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΙΣΧΥΕΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ

Εβρ. 4,1 Φοβηθῶμεν οὖν μή ποτε, καταλειπομένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ, δοκῇ τις ἐξ ὑμῶν ὑστερηκέναι. Εβρ. 4,1 Λοιπόν και ημείς, έχοντες υπ' όψιν την τιμωρίαν των Εβραίων ας φοβηθώμεν μήπως τυχόν, ενώ ισχύει δι' ημάς η νέα υπόσχεσις του Θεού δια να εισέλθωμεν εις την αιωνίαν ανάπαυσιν της ενδόξου Βασιλείας του, φανή ότι κάποιος από σας έχει καθυστερήσει και μένει έξω. Εβρ. 4,2 καὶ γάρ ἐσμεν εὐηγγελισμένοι, καθάπερ κἀκεῖνοι· ἀλλ᾿ οὐκ ὠφέλησεν ὁ λόγος τῆς ἀκοῆς ἐκείνους μὴ συγκεκραμένους τῇ πίστει τοῖς ἀκούσασιν. Εβρ. 4,2 Διότι και ημείς έχομεν πάρει την χαρμόσυνον υπόσχεσιν της αιωνίου ζωής, όπως ακριβώς εκείνοι είχαν πάρει την υπόσχεσιν δια την γην της αναπαύσεώς των. Αλλά δεν τους ωφέλησεν ο λόγος, τον οποίον ήκουσαν δια την γην της επαγγελίας, επειδή στους ακούσαντας δεν ήτο συνυφασμένος και συνδεδεμένος με την ζωντανήν πίστιν και την πρόθυμον υπακοήν. Εβρ. 4,3 εἰσερχόμεθα γὰρ εἰς τὴν κατάπαυσιν οἱ πιστεύσαντες, καθὼς εἴρηκεν· ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ μου, εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου· καίτοι τῶν ἔργων ἀπὸ καταβολῆς κόσμου γενηθέντων. Εβρ. 4,3 Ημείς όμως, που έχομεν πιστεύσει, θα εισέλθωμεν εις την αιωνίαν ανάπαυσιν του ουρανού, καθώς έχει είπει ο Θεός· “Έτσι ωργισμένος εναντίον των ωρκίσθην, ότι δεν θα εισέλθουν εις την γην της αναπαύσεως, που τους έχω υποσχεθή”· καίτοι τα έργα του Θεού, συνεπώς και η γη της καταπαύσεως, έγιναν από τότε που εκτίσθη ο κόσμος. Εβρ. 4,4 εἴρηκε γάρ που περὶ τῆς ἑβδόμης οὕτω· καὶ κατέπαυσεν ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ· Εβρ. 4,4 Διότι έχει λεχθή κάπου εις την Αγίαν Γραφήν δια την εβδόμην ημέραν τούτο· “και κατέπαυσεν ο Θεός κατά την εβδόμην ημέραν από όλα τα έργα του”. Εβρ. 4,5 καὶ ἐν τούτῳ πάλιν· εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου. Εβρ. 4,5 Και πάλιν εις την Αγίαν Γραφήν έχει λεχθή· “δεν θα εισέλθουν εις την καταύπασίν μου”, όπως και πράγματι δεν εισήλθον. Εβρ. 4,6 ἐπεὶ οὖν ἀπολείπεταί τινας εἰσελθεῖν εἰς αὐτήν, καὶ οἱ πρότερον εὐαγγελισθέντες οὐκ εἰσῆλθον δι᾿ ἀπείθειαν, Εβρ. 4,6 Επειδή, λοιπόν, υπολείπεται να εισέλθουν κάποιοι εις την καταύπασιν και αυτοί που εδέχθησαν προηγουμένως την χαρμόσυνον υπόσχεσιν δεν εισήλθον εις αυτήν εξ αιτίας της απιστίας των, Εβρ. 4,7 πάλιν τινὰ ὁρίζει ἡμέραν, σήμερον, ἐν Δαυΐδ λέγων, μετὰ τοσοῦτον χρόνον, καθὼς εἴρηται· σήμερον ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν. Εβρ. 4,7 πάλιν ο Θεός ορίζει κάποιον άλλην ημέραν, λέγων με το στόμα του Δαυΐδ· σήμερον, ύστερα δηλαδή από τόσους αιώνας μετά τον Μωϋσέα, καθώς έχει λεχθή δια του Δαυίδ “σήμερον, εάν ακούσετε την φωνήν του Θεού, μη κάμετε σκληράς τας καρδίας σας, με την απιστίας και την ανυπακοήν σας”. Εβρ. 4,8 εἰ γὰρ αὐτοὺς Ἰησοῦς κατέπαυσεν, οὐκ ἂν περὶ ἄλλης ἐλάλει μετὰ ταῦτα ἡμέρας· Εβρ. 4,8 Διότι, εάν ο Ιησούς του Ναυή ωδηγούσε τους Εβραίους εκείνους της ανυπακοής και τους εισήγε τότε εις την γην της καταπαύσεως, δεν θα ωμιλούσε ο Θεός έπειτα από αυτά περί άλλης ημέρας καταπαύσεως. (Η γη της επαγγελίας εις την οποίαν εισήλθον οι Ισραηλίται δεν ήτο η γη της αληθινής, της αιωνίας αναπαύσεως. Δι' αυτό ο Θεός ομιλεί περί άλλης αναπαύσεως). Εβρ. 4,9 ἄρα ἀπολείπεται σαββατισμὸς τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ. Εβρ. 4,9 Δια να ομιλή όμως το Πνεύμα το Άγιον περί άλλης καταπαύσεως, σημαίνει ότι απομένει αιωνία και χαρμόσυνος κατάπαυσις και μακαριότητος στον αληθινόν λαόν του Θεού. Εβρ. 4,10 ὁ γὰρ εἰσελθὼν εἰς τὴν κατάπαυσιν αὐτοῦ καὶ αὐτὸς κατέπαυσεν ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὥσπερ ἀπὸ τῶν ἰδίων ὁ Θεός. Εβρ. 4,10 Διότι εκείνος που εισήλθεν εις αυτήν την αιωνίαν κατάπαυσιν του Θεού, εις την βασιλείαν των ουρανών, έχει αναπαυθή και αυτός από τους αγώνας και τα έργα του, όπως ακριβώς και ο Θεός ανεπαύθη από τα ιδικά του έργα. Εβρ. 4,11 Σπουδάσωμεν οὖν εἰσελθεῖν εἰς ἐκείνην τὴν κατάπαυσιν, ἵνα μὴ ἐν τῷ αὐτῷ τις ὑποδείγματι πέσῃ τῆς ἀπειθείας. Εβρ. 4,11 Ας προσπαθήσωμεν, λοιπόν, με κάθε επιμέλειαν και δραστηριότητα να εισέλθωμεν εις εκείνην την ουρανίαν ανάπαυσιν, δια να μη πέση κανείς στο αυτό κατάντημα και πάθημα των απίστων και ανυποτάκτων Ιουδαίων. Εβρ. 4,12 Ζῶν γὰρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καὶ διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς ἐνθυμήσεων καὶ ἐννοιῶν καρδίας, Εβρ. 4,12 Διότι ο λόγος του Θεού δεν είναι νεκρός και αδρανής, αλλά ζωντανός και δραστήριος, κοπτερώτερος από κάθε κολοτροχισμένο δίκοπο μαχαίρι, ικανός να εισδύη εις όλην την ύπαρξιν του ανθρώπου, μέχρι που να ξεχωρίζη την ψυχήν και τα πνευματικά χαρίσματα του ανθρώπου, τας αρθρώσεις και τους μυελούς· και έχει την δύναμιν να ερευνά και να κρίνη και τας πλέον αφανείς και κρυφίας σκέψεις και εννοίας της καρδίας. Εβρ. 4,13 καὶ οὐκ ἔστι κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον αὐτοῦ, πάντα δὲ γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ, πρὸς ὃν ἡμῖν ὁ λόγος. Εβρ. 4,13 Και δεν υπάρχει κανένα κτίσμα αφανές και αόρατον ενώπιον του Θεού, αλλ' όλα είναι γυμνά και ξέσκεπα εις τα μάτια αυτού, προς τον οποίον και ημείς μίαν ημέραν θα λογοδοτήσωμεν.

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ

Εβρ. 4,14 Ἔχοντες οὖν ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας. Εβρ. 4,14 Αφού, λοιπόν, έχομεν Αρχιερέα μέγαν, που έχει διαβή τους ουρανούς και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού, τον Ιησούν, τον Υιόν του Θεού, ας κρατώμεν σφικτά την ομολογίαν της πίστεώς μας. Εβρ. 4,15 οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειραμένον δὲ κατὰ πάντα καθ᾿ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας. Εβρ. 4,15 Διότι δεν έχομεν Αρχιερέα, ο οποίος -λόγω αγνοίας εκείνων που συμβαίνουν εις ημάς- δεν ημπορεί να αισθανθή συμπάθειαν προς τας πνευματικάς και ηθικάς ημών ασθενείας και αδυναμίας. Τουναντίον έχομεν Αρχιερέα, ο οποίος έχει πειρασθή και δοκιμασθή εις όλα, όσα είναι δυνατόν να πειρασθή η ανθρωπίνη φύσις, ομοίως με ημάς, χωρίς όμως να παρασυρθή εις καμμίαν απολύτως αμαρτίαν. Εβρ. 4,16 προσερχώμεθα οὖν μετὰ παῤῥησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν. Εβρ. 4,16 Λοιπόν ας προσευχώμεθα με θάρρος και ακλόνητος πεποίθησιν στον θρόνον της χάριτος, δια να λάβωμεν έλεον και συγχώρησιν των αμαρτιών μας και δια να εύρωμεν την θείαν χάριν, που θα μας βοηθή αποτελεσματικώς εις κάθε περίστασιν πειρασμών και κινδύνων.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 5

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ

Εβρ. 5,1 Πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος ὑπὲρ ἀνθρώπων καθίσταται τὰ πρὸς τὸν Θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε καὶ θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν, Εβρ. 5,1 Διότι κάθε αρχιερεύς, που λαμβάνεται και ξεχωρίζεται από τους ανθρώπους, όπως συμβαίνει μεταξύ των Ιουδαίων, γίνεται και εγκαθίσταται αρχιερεύς υπέρ των ανθρώπων, δια να προσφέρη δώρα και θυσίας προς συγχώρησιν των αμαρτιών του λαού. Εβρ. 5,2 μετριοπαθεῖν δυνάμενος τοῖς ἀγνοοῦσι καὶ πλανωμένοις, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς περίκειται ἀσθένειαν· Εβρ. 5,2 Και ημπορεί αυτός να συμπαθή και να φέρεται με μετριοπάθειαν προς αυτούς, που παρασύρονται εις την αμαρτίαν από άγνοιαν και πλάνην, διότι και αυτός σαν άνθρωπος περιβάλλεται και διαποτίζεται και φέρει την ανθρωπίνην ασθένειαν. Εβρ. 5,3 καὶ διὰ ταύτην ὀφείλει, καθὼς περὶ τοῦ λαοῦ, οὕτω καὶ περὶ ἑαυτοῦ προσφέρειν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν. Εβρ. 5,3 Ακριβώς δε εξ αιτίας αυτής της ασθενείας και ενόχης του ως ανθρώπου έχει καθήκον να προσφέρη θυσίας και δια τον εαυτόν του, δια την συγχώρησιν των αμαρτιών του, όπως προσφέρει υπέρ του λαού. Εβρ. 5,4 καὶ οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καὶ Ἀαρών. Εβρ. 5,4 Και κανείς δεν παίρνει μόνος του και αυθαιρέτως την μεγάλην τιμήν του αρχιερατικού αξιώματος, αλλά την λαμβάνει, όταν προσκαλήται από τον Θεόν, όπως είχε προσκληθή και ο Ααρών. Εβρ. 5,5 οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτὸν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ᾿ ὁ λαλήσας πρὸς αὐτόν· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε· Εβρ. 5,5 Έτσι και ο Χριστός, ο μέγας Αρχιερεύς, δεν εδόξασε μόνος του τον εαυτόν του στον να γίνη Αρχιερεύς, δεν απέμεινε αυτός στον εαυτόν του το αξίωμα, αλλ' ο Θεός, ο οποίος ελάλησε προς αυτόν και του είπε· “συ είσαι Υιός μου, εγώ σε εγέννησα σήμερα, που σου έδωκα την ανθρωπίνην φύσιν”. Εβρ. 5,6 καθὼς καὶ ἐν ἑτέρῳ λέγει· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. Εβρ. 5,6 Καθώς και εις άλλο χωρίον της Γραφής λέγει· “συ είσαι ιερεύς στον αιώνα, έχεις αιωνίαν και ακατάλυτον την αρχιερωσύνην, σύμφωνα με τον τύπον, που προφητικώς εδόθη εν τω προσώπω του Μελχισεδέκ εις την Π. Διαθήκην”. Εβρ. 5,7 ὃς ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς σαρκὸς αὐτοῦ δεήσεις τε καὶ ἱκετηρίας πρὸς τὸν δυνάμενον σῴζειν αὐτὸν ἐκ θανάτου μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς καὶ δακρύων προσενέγκας, καὶ εἰσακουσθεὶς ἀπὸ τῆς εὐλαβείας, Εβρ. 5,7 Αυτός ο Ιησούς Χριστός κατά τας ημέρας της ενανθρωπήσεώς του και της επιγείου σωματικής ζωής προσέφερε προς τον Θεόν και Πατέρα, ο οποίος ηδύνατο να τον σώση από το φρικτόν μαρτύριον της αγωνίας και του σταυρικού θανάτου, θερμάς δεήσεις και ικεσίας με κραυγήν ισχυράν και με δάκρυα, και εισηκούσθη, χάρις εις την άπειρον αυτού ευλάβειαν (ώστε καρτερικώς να πίη το ποτήριον του σταυρικού θανάτου του). Εβρ. 5,8 καίπερ ὢν υἱός, ἔμαθεν ἀφ᾿ ὧν ἔπαθε τὴν ὑπακοήν, Εβρ. 5,8 Έτσι δε, καίτοι ήτο Υιός του Θεού, ο μονογενής και ομοούσιος του Πατρός, έμαθε εκ προσωπικής πείρας ως άνθρωπος από όσα έπαθε την υπακοήν. Εβρ. 5,9 καὶ τελειωθεὶς ἐγένετο τοῖς ὑπακούουσιν αὐτῷ πᾶσιν αἴτιος σωτηρίας αἰωνίου, Εβρ. 5,9 Και αφού έγινε τέλειος κατά πάντα και ως άνθρωπος, έγινεν αίτιος αιωνίου σωτηρίας εις όλους όσοι τον υπακούουν. Εβρ. 5,10 προσαγορευθεὶς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἀρχιερεὺς κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. Εβρ. 5,10 Και ωνομάσθη και προσεφωνήθη από τον Θεόν αιώνιος Αρχιερεύς κατά την τάξιν Μελχισεδέκ.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΕΜΜΟΝΗ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ

Εβρ. 5,11 Περὶ οὗ πολὺς ἡμῖν ὁ λόγος καὶ δυσερμήνευτος λέγειν, ἐπεὶ νωθροὶ γεγόνατε ταῖς ἀκοαῖς. Εβρ. 5,11 Δι' αυτόν δε τον Μελχισεδέκ, τον τύπον και το προεικόνισμα της αρχιερωσύνης του Χριστού, πολλά ημπορούμεν να είπωμεν, τα οποία όμως δύσκολα ερμηνεύονται, μάλιστα δε εις σαν, επειδή έχετε γίνει βραδείς και δυσκίνητοι στο να ακούετε και να εννοήτε τας μεγάλας αληθείας της πίστεως. Εβρ. 5,12 καὶ γὰρ ὀφείλοντες εἶναι διδάσκαλοι διὰ τὸν χρόνον, πάλιν χρείαν ἔχετε τοῦ διδάσκειν ὑμᾶς τίνα τὰ στοιχεῖα τῆς ἀρχῆς τῶν λογίων τοῦ Θεοῦ, καὶ γεγόνατε χρείαν ἔχοντες γάλακτος καὶ οὐ στερεᾶς τροφῆς. Εβρ. 5,12 Και ενώ σεις θα έπρεπε να είσθε διδάσκαλοι των άλλων, αφού επί τόσον χρόνον ακούετε τα λόγια του Χριστού, εν τούτοις έχετε ανάγκην να σας διδάσκουν ποίαι είναι αι στοιχειώδεις και θεμελιώδεις αλήθειαι των λόγων του Θεού, αι οποίαι διδάσκονται στους νεοφωτίστους κατά την αρχήν της πίστεώς των στον Χριστόν. Και έτσι παρουσιάζεσθε σαν νήπια, που έχουν ανάγκην από γάλα και δεν είναι εις θέσιν να πάρουν και να αφομοιώσουν στερεάν τροφήν. Είσθε νήπιοι κατά την πίστιν και όχι ώριμοι. Εβρ. 5,13 πᾶς γὰρ ὁ μετέχων γάλακτος ἄπειρος λόγου δικαιοσύνης· νήπιος γάρ ἐστι· Εβρ. 5,13 Διότι καθένας που τρέφεται με γάλα, που εξακολουθεί δηλαδή να παίρνη μόνον τας στοιχειώδεις αληθείας της πίστεως, δεν έχει λάβει ακόμη πείραν και δεν γνωρίζει την διδασκαλίαν, η οποία οδηγεί εις την δικαίωσιν και την ενάρετον ζωήν. Είναι ακόμη από πνευματικής απόψεως νήπιον. Εβρ. 5,14 τελείων δέ ἐστιν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυμνασμένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ. Εβρ. 5,14 Η στερεά τροφή, η βαθεία και φωτισμένη πνευματική διδασκαλία, είναι δια τους τελείους, δι' εκείνους οι οποίοι έχουν με την πνευματικήν εργασίαν και συνήθειαν γυμνασμένα και ικανά τα αισθητήρια της ψυχής, ώστε να διακρίνουν εύκολα μεταξύ καλού και κακού.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 6

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΕΜΜΟΝΗ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ

Εβρ. 6,1 Διὸ ἀφέντες τὸν τῆς ἀρχῆς τοῦ Χριστοῦ λόγον ἐπὶ τὴν τελειότητα φερώμεθα, μὴ πάλιν θεμέλιον καταβαλλόμενοι μετανοίας ἀπὸ νεκρῶν ἔργων, καὶ πίστεως ἐπὶ Θεόν, Εβρ. 6,1 Επειδή, λοιπόν, από τόσον καιρόν έχετε ακούσει την διδασκαλίαν του Χριστού και δεν πρέπει πλέον να μένετε νήπιοι πνευματικώς, ας αφήσωμεν τας στοιχειώδεις και απλουστάτας διδασκαλίας περί του Χριστού και ας προχωρήσωμεν προς τας τελειοτέρας. Και ας μη θέτωμεν πάλιν ως θεμέλιον της εν Χριστώ ζωής σας εκείνα, από τα οποία ηρχίσαμεν, δηλαδή να μη αρχίσωμεν από την μετάνοιαν εκ των νεκρών έργων της αμαρτίας και από την πίστιν στον Θεόν· Εβρ. 6,2 βαπτισμῶν διδαχῆς, ἐπιθέσεώς τε χειρῶν, ἀναστάσεώς τε νεκρῶν καὶ κρίματος αἰωνίου. Εβρ. 6,2 από την διδασκαλίαν περί της τεραστίας διαφοράς μεταξύ του χριστιανικού βαπτίσματος και των Ιουδαϊκών βαπτισμών και πλύσεων, από την επίθεσιν των χειρών, που γίνεται μετά το βάπτισμα δια την μετάδοσιν των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, από την διδασκαλίαν περί της αναστάσεως των νεκρών και της μελλούσης κρίσεως, από την οποίαν θα εξαρτηθή το αιώνιον μέλλον μας. Αυτά τα είπομεν εις την αρχήν. Εβρ. 6,3 καὶ τοῦτο ποιήσομεν, ἐάνπερ ἐπιτρέπῃ ὁ Θεός. Εβρ. 6,3 Και, Θεού θέλοντος, θα πραγματοποιήσωμεν τώρα αυτήν την πρόοδον και θα προχωρήσωμεν εις την ανωτέραν πνευματικήν διδασκαλίαν και ζωήν. Εβρ. 6,4 ἀδύνατον γὰρ τοὺς ἅπαξ φωτισθέντας γευσαμένους τε τῆς δωρεᾶς τῆς ἐπουρανίου καὶ μετόχους γενηθέντας Πνεύματος Ἁγίου Εβρ. 6,4 Πρέπει δε πάντοτε να προχωρούμεν, διότι άλλως υπάρχει φόβος καταστρεπτικής οπισθοδρομήσεως. Διότι είναι αδύνατον εκείνοι, οι οποίοι κατηχήθησαν τον λόγον του Θεού, έλαβον το άπαξ τελούμενον δια τον καθένα άγιον βάπτισμα και εγεύθησαν την απερίγραπτον γλυκύτητα και χάριν των ουρανίων δωρεών του Θεού και έγιναν μέτοχοι των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος Εβρ. 6,5 καὶ καλὸν γευσαμένους Θεοῦ ῥῆμα δυνάμεις τε μέλλοντος αἰῶνος, Εβρ. 6,5 και έλαβαν προσωπικήν πείραν πόσον καλός, ευεργετικός και ειρηνοποιός είναι ο λόγος του Θεού και εγνώρισαν τας υπερφυσικάς δυνάμεις και τα θαύματα, που πραγματοποιούνται εν τω ονόματι του Χριστού, θα εκδηλωθούν δε εις όλην των την λαμπρότητα κατά τον μέλλοντα αιώνα, Εβρ. 6,6 καὶ παραπεσόντας, πάλιν ἀνακαινίζειν εἰς μετάνοιαν, ἀνασταυροῦντας ἑαυτοῖς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ παραδειγματίζοντας. Εβρ. 6,6 αυτοί οι πιστοί, που τόσον έχουν προοδεύσει, εάν ξεπέσουν από όλα αυτά και τα αρνηθούν, είναι αδύνατον να ανακαινίζωνται και να οδηγούνται πάλιν εις μετάνοιαν, διότι αυτοί με την άρνησίν των και την σκληροκαρδίαν των ξανασταυρώνουν τον Υιόν του Θεού, και, όπως απεσκληρυμμένοι άρχοντες του Ισραήλ τότε, τον διαπομπεύουν τώρα και αυτοί εις τα μάτια των ανθρώπων. Εβρ. 6,7 γῆ γὰρ ἡ πιοῦσα τὸν ἐπ᾿ αὐτῆς πολλάκις ἐρχόμενον ὑετὸν καὶ τίκτουσα βοτάνην εὔθετον ἐκείνοις δι᾿ οὓς καὶ γεωργεῖται, μεταλαμβάνει εὐλογίας ἀπὸ τοῦ Θεοῦ· Εβρ. 6,7 Ας δεχώμεθα, λοιπόν, με ευλάβειαν και προς καρποφορίαν τας δωρεάς του Θεού, διότι η γη που πίνει πάντοτε την βροχήν, η οποία συχνά κατά διαστήματα πίπτει εις αυτήν, και αναβλαστάνει χόρτον και λαχανικά και καρπούς δι' εκείνους από τους οποίους και καλλιεργείται, παίρνει ευλογίαν από τον Θεόν. Εβρ. 6,8 ἐκφέρουσα δὲ ἀκάνθας καὶ τριβόλους, ἀδόκιμος καὶ κατάρας ἐγγύς, ἧς τὸ τέλος εἰς καῦσιν. Εβρ. 6,8 Όταν όμως βγάζη αγκάθια και τριβόλια, τότε γίνεται ακατάλληλος και άχρηστος, πλησιάζει δε και κινδυνεύει να γίνη κατηραμένη, το δε τέλος της θα είναι φωτιά, η οποία θα κάψη τα αγκάθια και τα τριβόλια. (Οι πιστοί, που δέχονται την χάριν του Θεού και προδεύουν εις την αρετήν, παίρνουν ολονέν και περισσοτέρας θείας ευλογίας· όσοι όμως εκτρέπονται εις έργα φαύλα και μοχθηρά και μένουν αμετανοήτως εις αυτά, γίνονται ένοχοι της κατάρας του Θεού). Εβρ. 6,9 Πεπείσμεθα δὲ περὶ ὑμῶν, ἀγαπητοί, τὰ κρείττονα καὶ ἐχόμενα σωτηρίας, εἰ καὶ οὕτω λαλοῦμεν. Εβρ. 6,9 Δια σας όμως, αδελφοί, αν και σας ομιλούμεν τόσον επιτιμητικά, έχομεν ακλόνητον την πεποίθησιν, ότι προοδεύετε προς τα καλύτερα και προς εκείνα, τα οποία συνδέονται με την αιωνίαν σωτηρίαν σας. Εβρ. 6,10 οὐ γὰρ ἄδικος ὁ Θεὸς ἐπιλαθέσθαι τοῦ ἔργου ὑμῶν καὶ τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης ἧς ἐνεδείξασθε εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, διακονήσαντες τοῖς ἁγίοις καὶ διακονοῦντες. Εβρ. 6,10 Διότι δεν είναι άδικος ο Θεός, ώστε να λησμονήση τα καλά σας έργα και τον κόπον σας, δια την άσκησιν της αγάπης, την οποίαν εδείξατε εν τω ονόματι του Χριστού, υπηρετήσαντες τους χριστιανούς και εξακολουθούντες μέχρι σήμερον να τους υπηρετήτε και βοηθήτε. Εβρ. 6,11 ἐπιθυμοῦμεν δὲ ἕκαστον ὑμῶν τὴν αὐτὴν ἐνδείκνυσθαι σπουδὴν πρὸς τὴν πληροφορίαν τῆς ἐλπίδος ἄχρι τέλους, Εβρ. 6,11 Θέλομεν δε ο καθένας από σας να δεικνύη συνεχώς την ιδίαν προθυμίαν και φροντίδα, τον ιερόν ενθουσιασμόν και ζήλον, να έχετε ακλόνητον μέχρι τέλους της ζωής σας την βεβαιότητα περί των αιωνίων αγαθών, που ελπίζομεν, Εβρ. 6,12 ἵνα μὴ νωθροὶ γένησθε, μιμηταὶ δὲ τῶν διὰ πίστεως καὶ μακροθυμίας κληρονομούντων τὰς ἐπαγγελίας. Εβρ. 6,12 ώστε να μη είσθε αμελείς και οκνηροί, αλλά να γίνετε μιμηταί εκείνων, οι οποίοι χάρις εις την πίστιν και την εγκαρτέρησίν των κληρονομούν τα αγαθά, που έχει υποσχεθή ο Θεός.

Η ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Εβρ. 6,13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ᾿ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ᾿ ἑαυτοῦ, Εβρ. 6,13 Εις δε τον Αβραάμ, όταν είχε δώσει ο Θεός τας μεγάλας υποσχέσεις, επειδή δεν είχε κανένα μεγαλύτερόν του -εφ' όσον αυτός είναι ο μόνος απειροτέλειος- δια να ορκισθή και να βεβαιώση έτσι κατά τον απόλυτον τρόπον τον Αβραάμ, ότι ασφαλώς και βεβαίως θα τας εκπληρώση, ωρκίσθη στον εαυτόν του Εβρ. 6,14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· Εβρ. 6,14 λέγων· “αληθώς και βεβαίως θα σε ευλογήσω πλουσίως και θα αυξήσω εις πλήθος πολύ και αναρίθμητον τους απογόνους σου”. Εβρ. 6,15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. Εβρ. 6,15 Και έτσι ο Αβραάμ επίστευσεν στον Θεόν, επερίμενε με ακλόνητον αναμονήν, και επέτυχε την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως, (διότι αφ' ενός μεν απέκτησε υιόν εκ της Σάρρας, τον Ισαάκ, γενάρχην και αρχηγόν έθνους, εφ' ετέρου δε από την χώραν των πνευμάτων είδε την ενανθρώπησιν του Υιού του Θεού, του ευλογημένου Σωτήρος των ανθρώπων). Εβρ. 6,16 ἄνθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· Εβρ. 6,16 Διότι οι άνθρωποι ορκίζονται συνήθως στον Θεόν, τον μεγαλύτερον από όλους, και δίδεται όρκος, δια να σταματήση κάθε αντιλογία μεταξύ των και δια να επιβεβαιωθούν επισήμως τα λεγόμενα. Εβρ. 6,17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, Εβρ. 6,17 Δι' αυτό και ο Θεός, επειδή ήθελε με μεγαλυτέραν βεβαιότητα να δείξη στους κληρονόμους των υποσχέσεών του το αμετάκλητον και αμετακίνητον της αποφάσεως του, συγκατέβη να χρησιμοποιήση ως μέσον επιβεβαιώσεως τον όρκον. Εβρ. 6,18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχομεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· Εβρ. 6,18 Και έτσι με δύο πράγματα, τα οποία είναι αμετάκλητα και αμετακίνητα, δηλαδή με την υπόσχεσίν του και τον όρκον του, εις τα οποία είναι εντελώς αδύνατον να ψευσθή ποτέ ο Θεός, να έχωμεν την βεβαιότητα και το στήριγμα να κρατήσωμεν την ελπίδα, η οποία μας έχει προσφερθή. Εβρ. 6,19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, Εβρ. 6,19 Αυτήν δε την ελπίδα την έχομεν σαν άγκυραν της ψυχής ασφαλή και σταθεράν, η οποία εισέρχεται και μας κρατεί σταθερά ηνωμένους προς τον ουρανόν, τον οποίον ουρανόν εσυμβόλιζε το εκείθεν από το παραπέτασμα της σκηνής του μαρτυρίου τμήμα, τα Άγια των Αγίων. Εβρ. 6,20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα. Εβρ. 6,20 Εις τον ουρανόν δε πρωτοπόρος χάρις ημών εισήλθεν ο Ιησούς, γενόμενος αρχιερεύς κατά τον τύπον του Μελχισεδεκ, όχι προσωρινός, αλλά αιώνιος.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 7

Η ΙΕΡΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ

Εβρ. 7,1 Οὗτος γὰρ ὁ Μελχισεδέκ, βασιλεὺς Σαλήμ, ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, ὁ συναντήσας Ἀβραὰμ ὑποστρέφοντι ἀπὸ τῆς κοπῆς τῶν βασιλέων καὶ εὐλογήσας αὐτόν, Εβρ. 7,1 Πράγματι ο Μελχιζεδέκ προεικόνιζε τον Χριστόν, διότι αυτός ο Μελχισεδέκ ήτο βασιλεύς της πόλεως Σαλήμ, της Ιερουσαλήμ, του Θεού του Υψίστου ιερεύς, ο οποίος και είχε συναντήσει τον Αβραάμ, όταν επέστρεφεν ούτος από τον όλεθρον των βασιλέων, τους οποίους είχε κατανικήσει, και τον ευλόγησεν. Εβρ. 7,2 ᾧ καὶ δεκάτην ἀπὸ πάντων ἐμέρισεν Ἀβραάμ, πρῶτον μὲν ἑρμηνευόμενος βασιλεὺς δικαιοσύνης, ἔπειτα δὲ καὶ βασιλεὺς Σαλήμ, ὅ ἐστι βασιλεὺς εἰρήνης, Εβρ. 7,2 Εις αυτόν ο Αβραάμ εξεχώρισε και έδωσε το δέκατον από όλα τα λάφυρα. Ο Μελχισεδέκ δε αυτός έχει όνομά που ερμηνεύεται “βασιλεύς δικαιοσύνης” έπειτα δε είναι βασιλεύς της Σαλήμ, δηλαδή βασιλεύς ειρήνης, διότι το όνομα Σαλήμ σημαίνει ειρήνη. Εβρ. 7,3 ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων, ἀφωμοιωμένος δὲ τῷ υἱῷ τοῦ Θεοῦ, μένει ἱερεὺς εἰς τὸ διηνεκές. Εβρ. 7,3 Επί πλέον δε η Αγία Γραφή παρουσιάζει τον Μελχισεδέκ αγενεαλόγητον, χωρίς να κάμνη λόγον περί του πατρός και της μητρός του, σαν να μη έχη ούτε αρχήν ημερών ούτε τέλος ζωής, όμοιον προς τον Υιόν του Θεού, που μένει διαρκώς ιερεύς. (Έτσι δε ο Μελχισεδέκ, επειδή λέγεται “βασιλεύς δικαιοσύνης” και είναι βασιλεύς ειρήνης και παρουσιάζεται χωρίς αρχήν και τέλος, έχει καταστή τύπος και σύμβολον του Χριστού, διότι ο Χριστός είναι βασιλεύς δικαιοσύνης, βασιλεύς ειρήνης, απάτωρ ως άνθρωπος, αμήτωρ ως Θεός, Αρχιερεύς δε αιώνιως και μοναδικός, χωρίς να έχη ούτε προηγούμενόν του ούτε διάδοχόν του ίσον προς αυτόν). Εβρ. 7,4 Θεωρεῖτε δὲ πηλίκος οὗτος, ᾧ καὶ δεκάτην Ἀβραὰμ ἔδωκεν ἐκ τῶν ἀκροθινίων ὁ πατριάρχης. Εβρ. 7,4 Βλέπετε, λοιπόν, πόσον μεγάλος υπήρξεν αυτός ο Μελχισεδέκ, αφού εις αυτόν προς ένδειξιν σεβασμού και εκτιμήσεως έδωσεν ο μεγάλος πατριάρχης Αβραάμ το ένα δέκατον από τα πολυτιμότερα λάφυρά του. Εβρ. 7,5 καὶ οἱ μὲν ἐκ τῶν υἱῶν Λευΐ τὴν ἱερατείαν λαμβάνοντες ἐντολὴν ἔχουσιν ἀποδεκατοῦν τὸν λαὸν κατὰ τὸν νόμον, τοῦτ᾿ ἔστι τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν, καίπερ ἐξεληλυθότας ἐκ τῆς ὀσφύος Ἀβραάμ· Εβρ. 7,5 Και όσοι μεν από την φυλήν Λευί δέχονται την ιερωσύνην, έχουν από τον Θεόν εντολήν να παίρνουν το ένα δέκατον από τα εισοδήματα του λαού, όπως ορίζει ο Νόμος. Δηλαδή παίρνουν το δέκατον από τα εισοδήματα των αδελφών των, καίτοι και οι αδελφοί των αυτοί έχουν προέλθει, όπως και οι Λευΐται, από τα σπλάγχνα του Αβραάμ. Εβρ. 7,6 ὁ δὲ μὴ γενεαλογούμενος ἐξ αὐτῶν δεδεκάτωκε τὸν Ἀβραάμ, καὶ τὸν ἔχοντα τὰς ἐπαγγελίας εὐλόγηκε. Εβρ. 7,6 Ο Μελχισεδέκ όμως, ο οποίος δεν έχει την γενεαλογίαν του από αυτούς, έχει πάρει το δέκατον από τον Αβραάμ και ευλόγησε αυτόν, ο οποίος εν τούτοις είχε τας επαγγελίας του Θεού. Εβρ. 7,7 χωρὶς δὲ πάσης ἀντιλογίας τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείττονος εὐλογεῖται. Εβρ. 7,7 Δεν υπάρχει δε καμμία αντιλογία και αντίρρησις, ότι το μικρότερον από απόψεως αξίας ευλογείται από το μεγαλύτερον. (Και ο Μελχισεδέκ με το να ευλογήση, κατά θείαν βουλήν, τον Αβραάμ, σημαίνει, ότι ήτο ανώτερος από εκείνον). Εβρ. 7,8 καὶ ὧδε μὲν δεκάτας ἀποθνήσκοντες ἄνθρωποι λαμβάνουσιν, ἐκεῖ δὲ μαρτυρούμενος ὅτι ζῇ. Εβρ. 7,8 Και εδώ μεν άνθρωποί που πεθαίνουν, δηλαδή ιερείς, παίρνουν το δέκατον από τους συνανθρώπους των. Εκεί δε επήρε το δέκατον από τον Αβραάμ ο Μελχισεδέκ, ο οποίος μαρτυρείται από την Αγίαν Γραφήν ότι ζη, επειδή πουθενά δεν γίνεται λόγος περί του θανάτου του. Εβρ. 7,9 καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν, διὰ Ἀβραὰμ καὶ Λευΐ ὁ δεκάτας λαμβάνων δεδεκάτωται· Εβρ. 7,9 Και δια να ομιλήσω με συντομίαν, δια μέσου του Αβραάμ και εν τω προσώπω του Αβραάμ οι Λευΐται, που παίρνουν το δέκατον, έδωσαν και αυτοί δέκατον στον Μελχισεδέκ, εφ' όσον είναι απόγονοι του Αβραάμ. Εβρ. 7,10 ἔτι γὰρ ἐν τῇ ὀσφύϊ τοῦ πατρὸς ἦν ὅτε συνήντησεν αὐτῷ ὁ Μελχισεδέκ. Εβρ. 7,10 Διότι ο Λευϊ, ο γενάρχης των Λευϊτών, υπήρχεν εις τα σπλάγχνα του πάππου του Αβραάμ, όταν συνήντησεν αυτόν ο Μελχισεδέκ και επήρε από εκείνον το δέκατον. Εβρ. 7,11 Εἰ μὲν οὖν τελείωσις διὰ τῆς Λευϊτικῆς ἱερωσύνης ἦν· ὁ λαὸς γὰρ ἐπ᾿ αὐτῇ νενομοθέτητο· τίς ἔτι χρεία κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἕτερον ἀνίστασθαι ἱερέα καὶ οὐ κατὰ τὴν τάξιν Ἀαρὼν λέγεσθαι; Εβρ. 7,11 Εάν, λοιπόν, η ηθική τελείωσις και η πλήρης συμφιλίωσις με τον Θεόν και η σωτηρία ήτο δυνατόν να πραγματοποιηθή δια της λευϊτικής ιερωσύνης -διότι ο λαός, σύμφωνα με τον μωσαϊκόν νόμον, είχε στηριχθή εις αυτήν- ποία πλέον ανάγκη υπήρχε να προβληθή και ν' αναδειχθή άλλος ιερεύς κατά τον τύπον του Μελχισεδέκ και να μη εξακολουθή να ονομάζεται ιερεύς κατά την τάξιν του Ααρών; Εβρ. 7,12 μετατιθεμένης γὰρ τῆς ἱερωσύνης ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται. Εβρ. 7,12 Διότι όταν μετατίθεται και αλλάση η ιερωσύνη, κατ' ανάγκην επακολουθεί αλλαγή και αντικατάστασις του νόμου. Εβρ. 7,13 ἐφ᾿ ὃν γὰρ λέγεται ταῦτα, φυλῆς ἑτέρας μετέσχηκεν, ἀφ᾿ ἧς οὐδεὶς προσέσχηκε τῷ θυσιαστηρίῳ. Εβρ. 7,13 Η ιερωσύνη των Λευϊτών έχει πλέον αντικατασταθή, διότι εκείνος προς τον οποίον αναφέρονται αυτά και τον οποίον προεικόνιζεν ο Μελχισεδέκ, δηλαδή ο Ιησούς Χριστός, προέρχεται από άλλην φυλήν, από την οποίαν κανείς ποτέ δεν επλησίασεν ως ιερεύς το θυσιαστήριον.

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ

Εβρ. 7,14 πρόδηλον γὰρ ὅτι ἐξ Ἰούδα ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν, εἰς ἣν φυλὴν οὐδὲν περὶ ἱερωσύνης Μωϋσῆς ἐλάλησε. Εβρ. 7,14 Διότι είναι ολοφάνερον, ότι ο Κύριος ημών ανέτειλε σαν ήλιος και προήλθε από την φυλήν Ιούδα, προς την οποίαν φυλήν τίποτε περί ιερωσύνης δεν είχεν ομιλήσει ο Μωϋσής. Εβρ. 7,15 Καὶ περισσότερον ἔτι κατάδηλόν ἐστιν, εἰ κατὰ τὴν ὁμοιότητα Μελχισεδὲκ ἀνίσταται ἱερεὺς ἕτερος, Εβρ. 7,15 Και γίνεται ακόμη περισσότερον φανερόν ότι καταλύεται η λευϊτική ιερωσύνη και μετατίθεται, αφού κατά την ομοιότητα του Μελχισεδέκ παρουσιάζεται και καθίσταται ιερεύς άλλος, Εβρ. 7,16 ὃς οὐ κατὰ νόμον ἐντολῆς σαρκικῆς γέγονεν, ἀλλὰ κατὰ δύναμιν ζωῆς ἀκαταλύτου· Εβρ. 7,16 ο οποίος δεν έγινε ιερεύς σύμφωνα με τον Νόμον, που περιείχε εντολάς, αναφερομένας στο σώμα (όπως π.χ την περιτομήν, τους καθαρμούς, τας υποσχέσεις περί υλικών αγαθών κ.λ.π), αλλ' έγινεν ιερεύς σύμφωνα με την ακατάλυτον και ζωοποιόν δύναμιν του Θεού. (Αυτός δε ο αιώνιος ιερεύς είναι ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού, ο Χριστός). Εβρ. 7,17 μαρτυρεῖ γὰρ ὅτι σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. Εβρ. 7,17 Μαρτυρεί δε η Αγία Γραφή περί του Ιησού Χριστού ως αιωνίου αρχιερέως, όταν λέγη, ότι “συ είσαι ιερεύς στον αιώναν κατά την τάξιν Μελχισεδέκ”. Εβρ. 7,18 ἀθέτησις μὲν γὰρ γίνεται προαγούσης ἐντολῆς διὰ τὸ αὐτῆς ἀσθενὲς καὶ ἀνωφελές· Εβρ. 7,18 Διότι τώρα, εις την εποχήν της χάριτος, γίνεται ακύρωσις και αντικατάστασις του προγενεστέρου Νόμου, δηλαδή του μωσαϊκού, διότι ο Νόμος αυτός δεν είχε την δύναμιν να σώση τον άνθρωπον και δι' αυτό είναι άχρηστος και ανωφελής. Εβρ. 7,19 οὐδὲν γὰρ ἐτελείωσεν ὁ νόμος, ἐπεισαγωγὴ δὲ κρείττονος ἐλπίδος, δι᾿ ἧς ἐγγίζομεν τῷ Θεῷ. Εβρ. 7,19 Διότι τίποτε δεν κατώρθωσε να τελειοποιήση ο Νόμος. Ενώ τώρα με την νέαν Διαθήκην εισάγεται νέα, καλυτέρα ελπίς, δια της οποίας πλησιάζομεν τον Θεόν, επιτυγχάνομεν την λύτρωσιν και την αιωνίαν μακαριότητα. Εβρ. 7,20 καὶ καθ᾿ ὅσον οὐ χωρὶς ὁρκωμοσίας· -οἱ μὲν γὰρ χωρὶς ὁρκωμοσίας εἰσὶν ἱερεῖς γεγονότες, Εβρ. 7,20 Αυτή δε η ασύγκριτος ανωτερότης του Χριστού φαίνεται και εκ του γεγονότος, ότι δεν συνεστήθη χωρίς όρκον· -διότι οι μεν της Π. Διαθήκης έχουν γίνει ιερείς, χωρίς να δοθή κανείς όρκος δι' αυτούς εκ μέρους του Θεού. Εβρ. 7,21 ὁ δὲ μετὰ ὁρκωμοσίας διὰ τοῦ λέγοντος πρὸς αὐτόν· ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ·- Εβρ. 7,21 Ο Χριστός όμως έγινεν ιερεύς με τον όρκον, που έδωσεν ο Θεός προς αυτόν λέγων· “έχει ορκισθή ο Κύριος και δεν θα μεταμεληθή ποτέ δι' αυτό· συ είσαι ιερεύς αιώνιος κατά την τάξιν Μελχισεδέκ”. Εβρ. 7,22 κατὰ τοσοῦτον κρείττονος διαθήκης γέγονεν ἔγγυος Ἰησοῦς. Εβρ. 7,22 Όσον δε περισσότερον μέγας και σπουδαίος ιερεύς ανεδείχθη ο Ιησούς, που έλαβε την ιερωσύνην με όρκον, όσον και περισσότερον αξιόπιστος εγγυητής και μεσίτης της νέας διαθήκης έγινε. Εβρ. 7,23 Καὶ οἱ μὲν πλείονές εἰσι γεγονότες ἱερεῖς διὰ τὸ θανάτῳ κωλύεσθαι παραμένειν· Εβρ. 7,23 Και εις μεν την εποχήν του Νόμου έχουν γίνει πολλοί ιερείς, επειδή, σαν άνθρωποί που ήσαν, ημποδίζοντο από τον θάνατον να μένουν διαρκώς ως ιερείς. Εβρ. 7,24 ὁ δὲ διὰ τὸ μένειν αὐτὸν εἰς τὸν αἰῶνα ἀπαράβατον ἔχει τὴν ἱερωσύνην· Εβρ. 7,24 Ο Χριστός όμως, επειδή μένει ζων στον αιώνα, έχει αμετακίνητον και αμεταβίβαστον την ιερωσύνην. Εβρ. 7,25 ὅθεν καὶ σῴζειν εἰς τὸ παντελὲς δύναται τοὺς προσερχομένους δι᾿ αὐτοῦ τῷ Θεῷ, πάντοτε ζῶν εἰς τὸ ἐντυγχάνειν ὑπὲρ αὐτῶν. Εβρ. 7,25 Επομένως και ημπορεί να σώζη πλήρως και τελείως εκείνους, οι οποίοι προσέρχονται δια μέσου αυτού προς τον Θεόν, ζων πάντοτε δια να μεσιτεύη και προσεύχεται υπέρ αυτών. Εβρ. 7,26 Τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, Εβρ. 7,26 Διότι τέτοιος τέλειος και αιώνιος Αρχιερεύς μας εχρειάζετο, όσιος, χωρίς κανένα ίχνος κακίας και πονηρίας, αμόλυντος από κάθε σπίλον αμαρτίας, χωρισμένος και εντελώς διάφορος με την αγιότητά του από τους αμαρτωλούς και ο οποίος έχει ανυψωθή πάρα πάνω από τους ουρανούς, εις τα δεξιά του Πατρός και Θεού, Εβρ. 7,27 ὃς οὐκ ἔχει καθ᾿ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. Εβρ. 7,27 και δεν έχει ανάγκην, όπως οι Αρχιερείς του Νόμου, να προσφέρη πρώτον θυσίας δια τας ιδικάς του αμαρτίας και έπειτα δια τας αμαρτίας του λαού. Αφ' ενός μεν διότι είναι απολύτως αναμάρτητος, αφ' ετέρου δε διότι προσέφερε μίαν φοράν υπέρ του λαού την υψίστην λυτρωτικήν θυσίαν, θυσιάσας τον εαυτόν του επάνω στον σταυρόν. Εβρ. 7,28 ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον. Εβρ. 7,28 Διότι ο Νόμος του Μωϋσέως εγκαθιστά αρχιερείς, που και αυτοί σαν άνθρωποι έχουν ηθικήν ασθένειαν και ατέλειαν. Ο δε λόγος της ενόρκου υποσχέσεως του Θεού, που εδόθη μετά τον Νόμον δια μέσου του προφήτου Δαυΐδ, εγκαθιστά αιώνιον αρχιερέα τον Υιόν του Θεού, ο οποίος τέλειος ως Θεός ανεδείχθη και ως άνθρωπος κατά πάντα τέλειος και μένει τέλειος στους αιώνας των αιώνων.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 8

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΩΤΕΡΟΣ ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ

Εβρ. 8,1 Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, Εβρ. 8,1 Το δε σημαντικώτερον και βασικωτάτης σπουδαιότητος από όσα μέχρι τώρα είπομεν είναι τούτο ότι έχομεν τέτοιον Αρχιερέα, ο οποίος εκάθισεν εις τα δεξιά του θρόνου της θείας μεγαλωσύνης επάνω στους ουρανούς Εβρ. 8,2 τῶν ἁγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος. Εβρ. 8,2 και έγινε λειτουργός εις τα Άγια του Ουρανού και εις την αληθινήν σκηνήν, την οποίαν εθεμελίωσε και κατεσκεύασεν ο Κύριος και όχι άνθρωπος. Εβρ. 8,3 πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς εἰς τὸ προσφέρειν δῶρά τε καὶ θυσίας καθίσταται· ὅθεν ἀναγκαῖον ἔχειν τι καὶ τοῦτον ὃ προσενέγκῃ. Εβρ. 8,3 Διότι κάθε αρχιερεύς καθίσταται τέτοιος, δια να προσφέρη δώρα και θυσίας προς τον Θεόν. Κατά συνέπειαν ήτο ανάγκη να έχη κάτι να προσφέρη ως θυσίαν και αυτός, δηλαδή ο Χριστός. Πράγμα το οποίον και έκαμε, θυσιάσας τον εαυτόν του επάνω στον σταυρόν. Εβρ. 8,4 εἰ μὲν γὰρ ἦν ἐπὶ γῆς, οὐδ᾿ ἂν ἦν ἱερεύς, ὄντων τῶν ἱερέων τῶν προσφερόντων κατὰ τὸν νόμον τὰ δῶρα, Εβρ. 8,4 Διότι, εάν μεν ο Χριστός ήτο ιερεύς εδώ εις την γην, δεν θα ήτο καν ιερεύς, επειδή υπήρχον εδώ ιερείς, οι οποίοι σύμφωνα με τον Νόμον επρόσφεραν τα δώρα στον Θεόν. Εβρ. 8,5 οἵτινες ὑποδείγματι καὶ σκιᾷ λατρεύουσι τῶν ἐπουρανίων, καθὼς κεχρημάτισται Μωϋσῆς μέλλων ἐπιτελεῖν τὴν σκηνήν· ὅρα γάρ φησι, ποιήσεις πάντα κατὰ τὸν τύπον τὸν δειχθέντα σοι ἐν τῷ ὄρει· Εβρ. 8,5 Αυτοί όμως οι ιερείς τελούν τα της λατρείας κατά τρόπον συμβολικόν και σκιώδη, δια να εξεικονίζωνται έτσι τα επουράνια, η αληθής δηλαδή λατρεία ημών των χριστιανών, όπως άλλωστε έχει αποκαλυφθή στον Μωϋσέα, όταν επρόκειτο να κατασκευάση την σκηνήν του μαρτυρίου. Διότι ο Θεός του λέγει· “πρόσεχε, θα κατασκευάσης όλα σύμφωνα με το υπόδειγμα, που σου έχει δειχθή στο όρος Σινά”. Εβρ. 8,6 νυνὶ δὲ διαφορωτέρας τέτευχε λειτουργίας, ὅσῳ καὶ κρείττονός ἐστι διαθήκης μεσίτης, ἥτις ἐπὶ κρείττοσιν ἐπαγγελίαις νενομοθέτηται. Εβρ. 8,6 Τώρα δε ο Αρχιερεύς μας, ο Χριστός, έχει επιτύχει και πραγματοποιήσει πολύ διαφορετικήν και ασυγκρίτως ανωτέραν λειτουργίαν, τόσον ανωτέραν, όσον είναι αυτός ο ίδιος μεσίτης καλυτέρας και ανωτέρας διαθήκης, η οποία έχει νομοθετηθή, δια να προβάλλη και προσφέρη στους πιστούς τας καλυτέρας και τελειοτέρας υποσχέσεις. Εβρ. 8,7 εἰ γὰρ ἡ πρώτη ἐκείνη ἦν ἄμεμπτος, οὐκ ἂν δευτέρας ἐζητεῖτο τόπος. Εβρ. 8,7 Διότι εάν η πρώτη εκείνη διαθήκη ήτο πράγματι πλήρης και τελεία, δεν θα εζητείτο τόπος και τρόπος να δοθή δευτέρα διαθήκη. Εβρ. 8,8 μεμφόμενος γὰρ αὐτοῖς λέγει· ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ συντελέσω ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰσραὴλ καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰούδα διαθήκην καινήν, Εβρ. 8,8 Εν τούτοις προανηγγέλθη από τον Θεόν η δευτέρα και τελεία αυτή διαθήκη. Διότι αυτός ο ίδιος κατηγορών και επικρίνων αυτούς που είχαν λάβει την πρώτην διαθήκην, λέγει· “ιδού, λέγει ο Κύριος, έρχονται ημέραι, κατά τας οποίας θα πραγματοποιήσω και θα συνάψω με το έθνος Ισραήλ και με την φυλήν Ιούδα, δηλαδή με τον νέον Ισραήλ της χάριτος, νέαν διαθήκην. Εβρ. 8,9 οὐ κατὰ τὴν διαθήκην ἣν ἐποίησα τοῖς πατράσιν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ ἐπιλαβομένου μου τῆς χειρὸς αὐτῶν ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου· ὅτι αὐτοὶ οὐκ ἐνέμειναν ἐν τῇ διαθήκῃ μου, κἀγὼ ἠμέλησα αὐτῶν, λέγει Κύριος· Εβρ. 8,9 Και αυτή δεν θα είναι σαν την διαθήκην, την οποίαν συνήψα με τους προπάτορας των Ισραηλιτών κατά την ημέραν, που τους έπιασα από το χέρι, δια να τους βγάλω ελευθέρους από την γην της Αιγύπτου. Διότι εκείνοι δεν έμειναν πιστοί εις την διαθήκην μου, δι' αυτό δε και εγώ τους παρημέλησα, απέσυρα την εύνοιάν μου απ' αυτών, λέγει ο Κύριος. Εβρ. 8,10 ὅτι αὕτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει Κύριος· διδοὺς νόμους μου εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ καρδίας αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς, καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν. Εβρ. 8,10 Διότι αυτή είναι η νέα διαθήκη, την οποίαν θα συνάψω με τον νέον Ισραήλ της χάριτος, δηλαδή με τους πιστούς στον Χριστόν, που θα αποτελούν την Εκκλησίαν, έπειτα από τας ημέρας εκείνας, λέγει ο Κύριος. Και θα δώσω τους νόμους μου εις την διάνοιάν των και θα εγχαράξω αυτούς εις τας καρδίας των και θα είμαι εγώ εις αυτούς Θεός και αυτοί θα είναι εις εμέ λαός. Εβρ. 8,11 καὶ οὐ μὴ διδάξουσιν ἕκαστος τὸν πολίτην αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, λέγων· γνῶθι τὸν Κύριον· ὅτι πάντες εἰδήσουσί με ἀπὸ μικροῦ αὐτῶν ἕως μεγάλου αὐτῶν· Εβρ. 8,11 Και δεν θα διδάξουν ο καθένας τον συμπατριώτην του και ο άλλος τον αδελφόν του λέγων· Μαθε ποιός είναι ο Κύριος. Διότι όλοι τότε ανεξαιρέτως θα με γνωρίσουν από τον μικρόν έως τον μεγάλον. Εβρ. 8,12 ὅτι ἵλεως ἔσομαι ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν, καὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι. Εβρ. 8,12 Διότι εγώ θα είμαι γεμάτος έλεος και θα δώσω πλήρη συγχώρησιν εις τας αδικίας αυτών και δεν θα ενθυμηθώ πλέον τας αμαρτίας των και τας ανομίας των”. Εβρ. 8,13 ἐν τῷ λέγειν καινὴν πεπαλαίωκε τὴν πρώτην· τὸ δὲ παλαιούμενον καὶ γηράσκον ἐγγὺς ἀφανισμοῦ. Εβρ. 8,13 Λέγων δε ο Θεός νέαν διαθήκην, έκαμε και εκήρυξε παλαιάν την πρώτην διαθήκην. Εκείνο δε που παληώνει και γηράσκει εγγίζει προς την εξαφάνισιν.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 9

Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗ ΝΕΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Εβρ. 9,1 Εἶχε μὲν οὖν καὶ ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε Ἅγιον κοσμικόν· Εβρ. 9,1 Λοιπόν η πρώτη διαθήκη, που εσυμβολίζετο από την σκηνήν του μαρτυρίου, είχε λατρευτικάς διατάξεις, όπως επίσης και το επίγειον θυσιαστήριον. Εβρ. 9,2 σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτη, ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται Ἅγια. Εβρ. 9,2 Διότι είχε κατασκευασθή το πρώτον τμήμα της σκηνής, όπου υπήρχε η επτάφωτος χρυσή λυχνία και η τράπεζα και οι άρτοι, τους οποίους απέθεταν επάνω εις αυτήν ως προσφοράν προς τον Θεόν. Και αυτό το πρώτον τμήμα της σκηνής, που εκλείετο προς την αυλήν με το πρώτον παραπέτασμα, ελέγετο Άγια. Εβρ. 9,3 μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη Ἅγια Ἁγίων, Εβρ. 9,3 Εν συνεχεία δε προς τα Άγια υπήρχε δεύτερον εσωτερικόν καταπέτασμα, έπειτα από το οποίον ήτο το τμήμα της σκηνής, που ελέγετο Άγια Αγίων. Εβρ. 9,4 χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, Εβρ. 9,4 Αυτά είχαν χρυσόν θυμιατήριον και την κιβωτόν της διαθήκης, η οποία ήτο ολόγυρα σκεπασμένη από παντού με χρυσόν. Μέσα εις αυτήν υπήρχεν η χρυσή στάμνα, που περιείχε το μάννα, από εκείνο που ο Θεός έδιδεν στους Εβραίους εν τη ερήμω, και η ράβδος του Ααρών, που δια θαύματος Θεού είχε βλαστήσει, και αι πλάκες της Διαθήκης, επάνω εις τας οποίας ήτο χαραγμένος ο δεκάλογος. Εβρ. 9,5 ὑπεράνω δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος. Εβρ. 9,5 Επάνω δε από την κιβωτόν υπήρχον δύο χρυσά Χερουβίμ, συμβολίζοντα την δόξαν του Θεού, και τα οποία έρριπταν την σκιάν των πτερύγων των και εκάλυπταν το επάνω μέρος της κιβωτού, που ελέγετο ιλαστήριον. Δι' αυτά όμως τώρα δεν είναι καιρός να ομιλήσωμεν ιδιαιτέρως. Εβρ. 9,6 Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, Εβρ. 9,6 Ενώ, λοιπόν αυτά έτσι είχαν κατασκευασθή, εις μεν το πρώτον μέρος της σκηνής, δηλαδή εις τα Άγια, εισήρχοντο πάντοτε οι ιερείς, δια να τελούν τας διαφόρους λατρευτικάς τελετάς. Εβρ. 9,7 εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων, Εβρ. 9,7 Εις δε το δεύτερον τμήμα της σκηνής, εις τα Άγια των Αγίων, εισήρχετο μία φορά το έτος, κατά την επίσημον ημέραν του εξιλασμού, μόνος ο αρχιερεύς και αυτός όχι χωρίς να είναι εφωδιασμένος με το αίμα της θυσίας, το οποίον επρόσφερε δια την εξιλέωσιν του εαυτού του και των αμαρτημάτων, τα οποία από άγνοιαν είχε διαπράξει ο λαός. Εβρ. 9,8 τοῦτο δηλοῦντος τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, μήπω πεφανερῶσθαι τὴν τῶν Ἁγίων ὁδόν, ἔτι τῆς πρώτης σκηνῆς ἐχούσης στάσιν· Εβρ. 9,8 Με αυτήν δε την απαγόρευσιν εδήλωνε συμβολικώς το Πνεύμα το Άγιον, ότι δεν είχεν ακόμη φανερωθή και ήτο απρόσιτος στους ανθρώπους ο δρόμος, που ωδηγούσεν εις τα αληθινά Άγια, δηλαδή εις την βασιλείαν των ουρανών, διότι ήτο ακόμη στημένη και είχε κύρος η παλαιά σκηνή. Εβρ. 9,9 ἥτις παραβολὴ εἰς τὸν καιρὸν τὸν ἐνεστηκότα, καθ᾿ ὃν δῶρά τε καὶ θυσίαι προσφέρονται μὴ δυνάμεναι κατὰ συνείδησιν τελειῶσαι τὸν λατρεύοντα, Εβρ. 9,9 Αυτή δε ήτο αλληγορία και σύμβολον αυτών, που πραγματοποιούνται στον παρόντα καιρόν, εις την εποχήν της χάριτος· κατά την οποίαν εποχήν εξακολουθούν εν τούτοις να προσφέρωνται από τους Εβραίους δώρα και θυσίαι, που ώριζεν ο παλαιός Νόμος, τα οποία όμως δεν είχαν και δεν έχουν την δύναμιν να δώσουν την ηθικήν τελείωσιν στον λατρεύοντα και να καθαρίσουν την συνείδησιν από την ενοχήν και την τύψιν της αμαρτίας. Εβρ. 9,10 μόνον ἐπὶ βρώμασι καὶ πόμασι καὶ διαφόροις βαπτισμοῖς καὶ δικαιώμασι σαρκός, μέχρι καιροῦ διορθώσεως ἐπικείμενα. Εβρ. 9,10 Όλα τα τελούμενα εις την σκηνήν αναφέροντο κυρίως στο σώμα και απέβλεπαν μόνον εις διακρίσεις επιτρεπομένων και μη επιτρεπομένων φαγητών και ποτών, εις διαφόρους πλύσεις και καθαρμούς και εις παραγγέλματα, που εκαθάριζαν το σώμα και ήσαν προσωρινά μέχρι του καιρού, κατά τον οποίον θα επραγματοποιείτο από τον Χριστόν η ριζική διόρθωσις και μεταβολή. Εβρ. 9,11 Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ᾿ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, Εβρ. 9,11 Και πράγματι ο Χριστός, όταν ήλθεν ως Αρχιερεύς των αγαθών, τα οποία δια την Π. Διαθήκην ήσαν μέλλοντα, εισήλθε δια της μεγαλυτέρας και τελειοτέρας σκηνής, που δεν είχε κατασκευασθή από ανθρώπινα χέρια, δηλαδή όχι δια μέσου των υλικών κτισμάτων, αλλά με το άγιον και τίμιον σώμα δια της αειπαρθένου Μαρίας. (Αυτό το σώμα ήτο η μεγαλυτέρα και τελειοτέρα σκηνή του Θεού). Εβρ. 9,12 οὐδὲ δι᾿ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος. Εβρ. 9,12 Εισήλθε δε άπαξ δια παντός εις τα επουράνια Άγια προσφέρων θυσίαν όχι αίμα τράγων και μόσχων, αλλά το ιδικόν του αίμα, και επέτυχε έτσι δι' ημάς τους αμαρτωλούς την αιωνίαν απολύτρωσιν και σωτηρίαν. Εβρ. 9,13 εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ῥαντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, Εβρ. 9,13 Διότι εάν το αίμα των ταύρων και των τράγων και η ανακατωμένη με νερό στάκτη της δαμάλεως, που εκαίετο ολόκληρος στο θυσιαστήριον, ραντίζουσα τους μολυσμένους, τους δίδη καθαρισμόν και κάποιον αγιασμόν ως προς την καθαριότητα του σώματος Εβρ. 9,14 πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι; Εβρ. 9,14 πόσω μάλλον το αίμα του Χριστού, ο οποίος με το ηνωμένον μαζή του αιώνιον Άγιον Πνεύμα προσέφερε θυσίαν τον εαυτόν του, τον τελείως καθαρόν και αμόλυντον και από την παραμικροτέραν ακόμη αμαρτίαν, θα καθαρίση την συνείδησίν σας από τα έργα της αμαρτίας, που οδηγούν στον αιώνιον θάνατον και θα σας δώση την παρρησίαν και την δύναμιν να λατρεύετε ορθώς τον ζώντα Θεόν; Εβρ. 9,15 Καὶ διὰ τοῦτο διαθήκης καινῆς μεσίτης ἐστίν, ὅπως, θανάτου γενομένου εἰς ἀπολύτρωσιν τῶν ἐπὶ τῇ πρώτῃ διαθήκῃ παραβάσεων, τὴν ἐπαγγελίαν λάβωσιν οἱ κεκλημένοι τῆς αἰωνίου κληρονομίας. Εβρ. 9,15 Και δια τούτο ακριβώς ο Χριστός έγινε μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, δια να συσταθή η νέα διαθήκη. Έτσι δε αφού θα επραγματοποιείτο ο σταυρικός θάνατος του μεσίτου Χριστού δια την απολύτρωσιν και συγχώρησιν των παραβάσεων, που έγιναν κατά την πρώτην διαθήκην, να λάβουν οι προσκεκλημένοι από τον Θεόν πιστοί την αιωνίαν κληρονομίαν. Εβρ. 9,16 ὅπου γὰρ διαθήκη, θάνατον ἀνάγκη φέρεσθαι τοῦ διαθεμένου· Εβρ. 9,16 Διότι όπου υπάρχει διαθήκη, δια να τεθή αυτή εις ισχύν και πράξιν, πρέπει προηγουμένως να αναγγελθή και βεβαιωθή ο θάνατος του διαθέτου. Εβρ. 9,17 διαθήκη γὰρ ἐπὶ νεκροῖς βεβαία, ἐπεὶ μήποτε ἰσχύει ὅτε ζῇ ὁ διαθέμενος. Εβρ. 9,17 Επειδή, ως γνωστόν, η διαθήκη είναι έγκυρος και υποχρεωτικώς εκτελεστή επί ανθρώπων, οι οποίοι έχουν πλέον αποθάνει. Διότι εφ' όσον χρόνον ζη ο διαθέτης, ουδέποτε ισχύει η διαθήκη. Εβρ. 9,18 Ὅθεν οὐδ᾿ ἡ πρώτη χωρὶς αἵματος ἐγκεκαίνισται· Εβρ. 9,18 Εκ τούτου δε εξηγείται το γεγονός, ότι και η πρώτη διαθήκη, που συνήψεν ο Θεός με τους Εβραίους, εγκαινιάσθηκε και απέκτησε κύρος, αφού είχε χυθή αίμα. Εβρ. 9,19 λαληθείσης γὰρ πάσης ἐντολῆς κατὰ τὸν νόμον ὑπὸ Μωϋσέως παντὶ τῷ λαῷ, λαβὼν τὸ αἷμα τῶν μόσχων καὶ τράγων μετὰ ὕδατος καὶ ἐρίου κοκκίνου καὶ ὑσσώπου, αὐτό τε τὸ βιβλίον καὶ πάντα τὸν λαὸν ἐῤῥάντισε Εβρ. 9,19 Διότι, όταν εδόθη δια μέσου του Μωϋσέως και ανεπτύχθη εις όλον τον λαόν κάθε εντολή του Νόμου, τότε αφού επήρε ο Μωϋσής το αίμα των θυσιασθέντων μόσχων και τράγων ανακατεμένο μαζή με το νερό, και με μαλλί κόκκινο και με κλωναράκια υσσώπου ερράντισε και αυτό το βιβλίον του Νόμου και όλον τον λαόν Εβρ. 9,20 λέγων· τοῦτο τὸ αἷμα τῆς διαθήκης ἧς ἐνετείλατο πρὸς ὑμᾶς ὁ Θεός. Εβρ. 9,20 λέγων· ότι “αυτό το αίμα είναι δια την επικύρωσιν της διαθήκης, την οποίαν διέταξε και συνήψε προς σας ο Θεός”. Εβρ. 9,21 καὶ τὴν σκηνὴν δὲ καὶ πάντα τὰ σκεύη τῆς λειτουργίας τῷ αἵματι ὁμοίως ἐῤῥάντισε. Εβρ. 9,21 Και ερράντισεν επίσης με το αίμα ο Μωϋσής την σκηνήν του μαρτυρίου, τον φορητόν δηλαδή ναόν, και όλα τα σκεύη τα προωρισμένα δια την λατρευτικήν υπηρεσίαν. Εβρ. 9,22 καὶ σχεδὸν ἐν αἵματι πάντα καθαρίζεται κατὰ τὸν νόμον, καὶ χωρὶς αἱματεκχυσίας οὐ γίνεται ἄφεσις. Εβρ. 9,22 Και σχεδόν όλα όσα έχουν ανάγκην καθαρισμού, πρόσωπα και πράγματα, καθαρίζονται, σύμφωνα με τας διατάξεις του Νόμου, με αίμα. Και χωρίς να γίνη δια θυσίας χύσιμο αίματος, δεν δέδεται άφεσις.

Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΝΩΤΕΡΗ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ

Εβρ. 9,23 Ἀνάγκη οὖν τὰ μὲν ὑποδείγματα τῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς τούτοις καθαρίζεσθαι, αὐτὰ δὲ τὰ ἐπουράνια κρείττοσι θυσίαις παρὰ ταύτας. Εβρ. 9,23 Έτσι, λοιπόν, είναι ανάγκη όλα αυτά της Π. Διαθήκης, που ήσαν τύπος και σύμβολα εκείνων που υπάρχουν στους ουρανούς, να καθαρίζωνται με αυτάς τας θυσίας των ζώων. Όσον όμως αφορά τα επουράνια, έπρεπε να επιτευχθούν και να γίνουν κτήμα των ανθρώπων με θυσίας ασυγκρίτως ανωτέρας από τας θυσίας της Π. Διαθήκης. Εβρ. 9,24 οὐ γὰρ εἰς χειροποίητα Ἅγια εἰσῆλθεν ὁ Χριστός, ἀντίτυπα τῶν ἀληθινῶν, ἀλλ᾿ εἰς αὐτὸν τὸν οὐρανόν, νῦν ἐμφανισθῆναι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ ἡμῶν· Εβρ. 9,24 Διότι ο Χριστός δεν εισήλθεν εις Άγια κατασκευασμένα από χέρια ανθρώπων, αντίτυπα των πραγματικών και αληθινών Αγίων, αλλ' εισήλθεν εις αυτόν τούτον τον ουρανόν, δια να παρουσιασθή τώρα ενώπιον του Θεού πρεσβευτής και μεσίτης υπέρ ημών. Εβρ. 9,25 οὐδ᾿ ἵνα πολλάκις προσφέρῃ ἑαυτόν, ὥσπερ ὁ ἀρχιερεὺς εἰσέρχεται εἰς τὰ Ἅγια κατ᾿ ἐνιαυτὸν ἐν αἵματι ἀλλοτρίῳ· Εβρ. 9,25 Και εισήλθεν όχι δια να προσφέρη τον εαυτόν του πολλές φορές θυσίαν, όπως ο αρχιερεύς των Εβραίων εισέρχεται εις τα Άγια του ναού κάθε χρόνο με το ξένον αίμα των ζώων, που θυσιάζονται. Εβρ. 9,26 ἐπεὶ ἔδει αὐτὸν πολλάκις παθεῖν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· νῦν δὲ ἅπαξ ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων εἰς ἀθέτησιν ἁμαρτίας διὰ τῆς θυσίας αὐτοῦ πεφανέρωται. Εβρ. 9,26 Διότι άλλως έπρεπε αυτός να πάθη, να θυσιασθή δηλαδή επάνω στον σταυρόν πολλάκις από τότε που έλαβε σύστασιν ο κόσμος και υπάρχει η αμαρτία. Τώρα δε, όταν συνεπληρώθησαν και έληξαν οι χρόνοι της Π. Διαθήκης, μια φορά ενηνθρώπησε και εφανερώθη ο Χριστός, δια να καταργήση με την θυσίαν του την αμαρτίαν. Εβρ. 9,27 καὶ καθ᾿ ὅσον ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ τοῦτο κρίσις, Εβρ. 9,27 Και καθ' όσον μια φορά επιφυλάσσεται στους ανθρώπους να πεθάνουν, έπειτα δε απακολουθεί κρίσιν και ανταπόδοσις κατά τα έργα των, Εβρ. 9,28 οὕτω καὶ ὁ Χριστός, ἅπαξ προσενεχθεὶς εἰς τὸ πολλῶν ἀνενεγκεῖν ἁμαρτίας, ἐκ δευτέρου χωρὶς ἁμαρτίας ὀφθήσεται τοῖς αὐτὸν ἀπεκδεχομένοις εἰς σωτηρίαν. Εβρ. 9,28 έτσι και ο Χριστός, αφού έγινε άνθρωπος, μίαν φοράν απέθανεν και προσέφερε τον εαυτόν του θυσίαν, δια να πάρη επάνω του τας αμαρτίας των ανθρώπων. Θα φανή δε δια δευτέραν φοράν ένδοξος εις εκείνους που τον περιμένουν, δια να πάρουν την σωτηρίαν από αυτόν χωρίς πλέον να βαστάζη τας αμαρτίας των ανθρώπων.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 10

Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΤΑΡΓΗΣΕ ΤΙΣ ΙΟΥΔΑΪΚΕΣ ΘΥΣΙΕΣ

Εβρ. 10,1 Σκιὰν γὰρ ἔχων ὁ νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων, κατ᾿ ἐνιαυτὸν ταῖς αὐταῖς θυσίαις ἃς προσφέρουσιν εἰς τὸ διηνεκές, οὐδέποτε δύναται τοὺς προσερχομένους τελειῶσαι· Εβρ. 10,1 Έχων, λοιπόν, ο Νόμος της Π. Διαθήκης κάποιαν αμυδράν σκιάν και υποτύπωσιν των αγαθών, τα οποία έμελλεν ο Χριστός να δώση και μη έχων σαφή και βεβαίαν εικόνα των ουρανίων πραγμάτων, δεν ημπορεί ποτέ με τας ιδίας θυσίας, τας οποίας κάθε χρόνο συνεχώς προσφέρουν οι ιερείς και ο Αρχιερεύς, να δώση άφεσιν αμαρτιών και λύτρωσιν, να κάμη τελείους αυτούς, οι οποίοι προσέρχονται στον ναόν και το θυσιαστήριον. Εβρ. 10,2 ἐπεὶ οὐκ ἂν ἐπαύσαντο προσφερόμεναι, διὰ τὸ μηδεμίαν ἔχειν ἔτι συνείδησιν ἁμαρτιῶν τοὺς λατρεύοντας, ἅπαξ κεκαθαρμένους; Εβρ. 10,2 Διότι, σας ερωτώ, εάν πράγματι αι θυσίαι αυταί είχαν την δύναμιν να κάμουν αγίους και τελείους τους ανθρώπους, δεν θα έπαυαν να προσφέρωνται, εφ' όσον οι λατρεύοντες με αυτάς τον Θεόν και επικαλούμενοι το έλεός του, δεν θα είχαν πλέον συνείδησιν, ότι είναι αμαρτωλοί, μια φορά και είχαν καθαρισθή με τας θυσίας των; Βεβαίως θα είχαν παύσει. Εβρ. 10,3 ἀλλ᾿ ἐν αὐταῖς ἀνάμνησις ἁμαρτιῶν κατ᾿ ἐνιαυτόν· Εβρ. 10,3 Αλλ' εξακολουθούν να προσφέρωνται, διότι εις αυτάς τας θυσίας γίνεται υπόμνησις και ανάμνησις κάθε χρόνο των αμαρτιών και της ενοχής εκείνων που τας προσφέρουν και η οποία παραμένει παρά τας θυσίας που προσφέρουν. Εβρ. 10,4 ἀδύνατον γὰρ αἷμα ταύρων καὶ τράγων ἀφαιρεῖν ἁμαρτίας. Εβρ. 10,4 Διότι είναι αδύνατον το αίμα των ταύρων και των τράγων, που προσφέρονται ως θυσία, να αφαιρή αμαρτίας και να εξαλείφη την ενόχην. Εβρ. 10,5 Διὸ εἰσερχόμενος εἰς τὸν κόσμον λέγει· θυσίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι· Εβρ. 10,5 Δια τούτο και ο Χριστός, όταν δια της ενανθρωπήσεώς του εισήρχετο στον κόσμον, είπε προς τον Πατέρα του· “θυσίαν και προσφοράν σαν εκείνας της Π. Διαθήκης δεν ηθέλησες, αλλά μου ετοίμασες σώμα, δια να προσφέρω αυτό θυσίαν ευάρεστον εις σε και λυτρωτικήν δια τους ανθρώπους. Εβρ. 10,6 ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ εὐδόκησας· Εβρ. 10,6 Δεν έχεις δε ευαρεστηθή και επαναπαυθή εις θυσίας, που καίονται ολόκληροι επάνω στο θυσιαστήριον ή εις θυσίας που προσφέρονται δια συγχώρησιν αμαρτίας. Εβρ. 10,7 τότε εἶπον· ἰδοὺ ἥκω, ἐν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περὶ ἐμοῦ, τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου. Εβρ. 10,7 Τότε είπα· ιδού ήλθα-εις την επικεφαλίδα του βιβλίου και εις όλον το βιβλίον έχει γραφή προφητικώς δι' εμέ -δια να εκτελέσω, ω Θεέ, πλήρως και τελείως το θέλημά σου”. Εβρ. 10,8 ἀνώτερον λέγων ὅτι θυσίαν καὶ προσφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ ἠθέλησας οὐδὲ εὐδόκησας, αἵτινες κατὰ τὸν νόμον προσφέρονται, Εβρ. 10,8 Αφού, λοιπόν, παρά πάνω λέγει, ότι “θυσίαν και προσφοράν και ολοκαυτώματα και ειδικάς θυσίας περί συγχωρήσεως αμαρτίας δεν ηθέλησες, ούτε ευηρεστήθης εις αυτάς”, που σύμφωνα με τον Μωσαϊκόν Νόμον σου προσφέρονται, Εβρ. 10,9 τότε εἴρηκεν· ἰδοὺ ἥκω τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου. ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον ἵνα τὸ δεύτερον στήσῃ. Εβρ. 10,9 τότε είπε· “ιδού ήλθα να εκτελέσω εις την εντέλειαν, ω Θεέ, το θέλημά σου”. Ακυρώνει έτσι και καταργεί το πρώτον τμήμα του Γραφικού χωρίου, που αναφέρεται εις τας θυσίας, δια να θεμελιώση και καταστήση έγκυρον το δεύτερον που αναφέρεται εις την θυσίαν του Χριστού. Εβρ. 10,10 ἐν ᾧ θελήματι ἡγιασμένοι ἐσμὲν διὰ τῆς προσφορᾶς τοῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐφάπαξ. Εβρ. 10,10 Δια του θελήματος δε αυτού του Θεού, περί της ενανθρωπήσεως και θυσίας του Υιού του, είμεθα ημείς ηγιασμένοι, δια μέσου της θυσίας του σώματος του Ιησού Χριστού, η οποία έγινεν άπαξ δια παντός. Εβρ. 10,11 Καὶ πᾶς μὲν ἱερεὺς ἕστηκε καθ᾿ ἡμέραν λειτουργῶν καὶ τὰς αὐτὰς πολλάκις προσφέρων θυσίας, αἵτινες οὐδέποτε δύνανται περιελεῖν ἁμαρτίας· Εβρ. 10,11 Και κάθε μεν ιερεύς της Π. Διαθήκης στέκεται κάθε ημέραν εμπρός στο θυσιαστήριον λειτουργών και προσφέρων πολλές φορές τις ίδιες θυσίες, αι οποίαι όμως ουδέποτε ημπορούν να συγχωρήσουν και να αφαιρέσουν αμαρτίες. Εβρ. 10,12 αὐτὸς δὲ μίαν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν προσενέγκας θυσίαν εἰς τὸ διηνεκὲς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, Εβρ. 10,12 Αυτός όμως ο Ιησούς Χριστός, αφού επρόσφερε μίαν και μόνην θυσίαν δια την άφεσιν των αμαρτιών, εκάθισε και μένει δια παντός εις τα δεξιά του θρόνου του Θεού, Εβρ. 10,13 τὸ λοιπὸν ἐκδεχόμενος ἕως τεθῶσιν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ. Εβρ. 10,13 περιμένων στο εξής, έως ότου νικημένοι και εξουθενωμένοι τεθούν οι εχθροί του υποπόδιον των ποδών του. Εβρ. 10,14 μιᾷ γὰρ προσφορᾷ τετελείωκεν εἰς τὸ διηνεκὲς τοὺς ἁγιαζομένους. Εβρ. 10,14 Διότι με μίαν προσφοράν και θυσίαν, με την θυσίαν δηλαδή του εαυτού του επί του σταυρού, έκαμε δια παντός τελείους εκείνους που ζητούν και αγιάζονται από αυτόν. Εβρ. 10,15 Μαρτυρεῖ δέ ἡμῖν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· μετὰ γὰρ τὸ προειρηκέναι, Εβρ. 10,15 Ότι δε ο Χριστός μίαν έπρεπε να προσφέρη θυσίαν εις αγιασμόν όλων των πιστών μας το βεβαιώνει και το μαρτυρεί το Πνεύμα το Άγιον, διότι ύστερα από αυτό, που προηγουμένως είπεν· Εβρ. 10,16 αὕτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι πρὸς αὐτοὺς μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει Κύριος· διδοὺς νόμους μου ἐπὶ καρδίας αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῶν διανοιῶν αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς, Εβρ. 10,16 “αυτή είναι η διαθήκη την οποίαν θα συνάψω με αυτούς έπειτα από τας ημέρας εκείνας, λέγει ο Κύριος, θα δώσω τους νόμους μου εις τας καρδίας των και θα τους εγχαράξω εις τας διανοίας των, δια να μένουν έτσι ανεξάλειπτοι”. Εβρ. 10,17 καὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι. Εβρ. 10,17 Εν συνεχεία δε προσθέτει· “και δεν θα ενθυμηθώ πλέον τας αμαρτίας των και τας παραβάσεις του Νόμου”. Εβρ. 10,18 ὅπου δὲ ἄφεσις τούτων, οὐκέτι προσφορὰ περὶ ἁμαρτίας. Εβρ. 10,18 Αλλά, όπου υπάρχει συγχώρησις και εξάλειψις αμαρτιών, δεν υπάρχει πλέον ανάγκην να προσφέρεται θυσία δια τας αμαρτίας.

ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Εβρ. 10,19 Ἔχοντες οὖν, ἀδελφοί, παῤῥησίαν εἰς τὴν εἴσοδον τῶν Ἁγίων ἐν τῷ αἵματι τοῦ Ἰησοῦ, Εβρ. 10,19 Λοιπόν, αδελφοί, σύμφωνα με αυτά που είπαμεν, έχομεν θάρρος και πεποίθησιν, ότι είναι ανοικτή και ελευθέρα η είσοδος ημών εις τα πραγματικά Άγια, δηλαδή εις την επουράνιον βασιλείαν, δια του αίματος του Ιησού. Εβρ. 10,20 ἣν ἐνεκαίνισεν ἡμῖν ὁδὸν πρόσφατον καὶ ζῶσαν διὰ τοῦ καταπετάσματος, τοῦτ᾿ ἔστι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ, Εβρ. 10,20 Αυτήν δε την είσοδον, την νέαν και πρωτοφανή, που οδηγεί εις την αιωνίαν ζωήν, την ήνοιξε και την ενεκαινίασε προς χάριν μας ο Ιησούς Χριστός δια μέσου του καταπετάσματος, δηλαδή με το τίμιον σώμα του, που εθυσίασε. Εβρ. 10,21 καὶ ἱερέα μέγαν ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, Εβρ. 10,21 Αφού, λοιπόν, έχομεν και ιερέα μέγαν, τον Ιησούν Χριστόν, εγκατεστημένον, Κύριον και αρχηγόν επάνω στο σπίτι του Θεού, δηλαδή εις την Εκκλησίαν, Εβρ. 10,22 προσερχώμεθα μετὰ ἀληθινῆς καρδίας ἐν πληροφορίᾳ πίστεως ἐῤῥαντισμένοι τὰς καρδίας ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς, Εβρ. 10,22 ας προσερχώμεθα με ειλικρινή και άδολον καρδίαν, με ακλόνητον και φωτισμένην πίστιν, ραντισμένοι με το λυτρωτικόν του αίμα εις τας καρδίας μας, δια να είμεθα έτσι λυτρωμένοι από την ενόχην και τας τύψεις της συνειδήσεως εξ αιτίας των πονηρών έργων, Εβρ. 10,23 καὶ λελουμένοι τὸ σῶμα ὕδατι καθαρῷ κατέχωμεν τὴν ὁμολογίαν τῆς ἐλπίδος ἀκλινῆ· πιστὸς γὰρ ὁ ἐπαγγειλάμενος· Εβρ. 10,23 και λουσμένοι κατά το σώμα με καθαρό, δηλαδή με το Άγιον Βάπτισμα, ας κρατώμεν σταθεράν και ακλόνητον την ομολογίαν μας περί των αγαθών, που ελπίζομεν. Και τούτο, διότι είναι αληθινός κατά πάντα και αξιόπιστος εκείνος που μας έχει δώσει τας ανεκτιμήτους αυτάς υποσχέσεις. Εβρ. 10,24 καὶ κατανοῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων, Εβρ. 10,24 Ας παρακολουθώμεν δε και ας γνωρίζωμεν κατά βάθος ο ένας τον άλλον, σαν αδελφοί που είμεθα, ώστε να παρορμώμεθα εντόνως και να προχωρούμεν με ζήλον εις την αγάπην και τα καλά έργα. Εβρ. 10,25 μὴ ἐγκαταλείποντες τὴν ἐπισυναγωγὴν ἑαυτῶν, καθὼς ἔθος τισίν, ἀλλὰ παρακαλοῦντες, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ βλέπετε ἐγγίζουσαν τὴν ἡμέραν. Εβρ. 10,25 Παραμερίσατε δε κάθε εμπόδιον και έχετε πάντοτε προθυμίαν, ώστε να μη παραμελήτε και αφίνετε την ιεράν σύναξιν σας, όπως το έχουν μερικοί συνήθειαν, αλλά να προτρέπετε και να ενισχύετε ο ένας τον άλλον, τόσον μάλιστα περισσότερον, καθ' όσον βλέπετε να πλησιάζη η ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Εβρ. 10,26 Ἑκουσίως γὰρ ἁμαρτανόντων ἡμῶν μετὰ τὸ λαβεῖν τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας, οὐκέτι περὶ ἁμαρτιῶν ἀπολείπεται θυσία, Εβρ. 10,26 Είναι δε ανάγκη να προσέχετε όλα αυτά και να αλληλοενισχύεσθε στον δρόμον της αρετής, διότι, όταν έπειτα από την βαθείαν και καθαράν γνώσιν της αληθείας που ελάβαμεν, θεληματικώς και επιμόνως αμαρτάνωμεν, περιφρονούντες έτσι την λυτρωτικήν θυσίαν του Χριστού, δεν απομένει πλέον άλλη θυσία δια την άφεσιν των αμαρτιών μας, Εβρ. 10,27 φοβερὰ δέ τις ἐκδοχὴ κρίσεως καὶ πυρὸς ζῆλος ἐσθίειν μέλλοντος τοὺς ὑπεναντίους. Εβρ. 10,27 αλλ' έχομεν, κατ' ανάγκην, να περιμένωμεν με φόβον και τρόμον την κρίσιν του Θεού και την καταδίκην, το πυρ της φοβεράς οργής του Θεού, το οποίον μέλλει να κατατρώγη εκείνους, που θεληματικά και αμετανόητα εντιστέκονται στο θείον θέλημα και το καταπατούν με περιφρόνησιν. Εβρ. 10,28 ἀθετήσας τις νόμον Μωϋσέως χωρὶς οἰκτιρμῶν ἐπὶ δυσὶν ἢ τρισὶ μάρτυσιν ἀποθνήσκει· Εβρ. 10,28 Εάν κανείς παραβή τον μωσαϊκόν νόμον, καταδικάζεται χωρίς καμμίαν επιείκειαν εις θάνατον “επί τη βάσει της καταθέσεως δύο η τριών μαρτύρων”. Εβρ. 10,29 πόσῳ δοκεῖτε χείρονος ἀξιωθήσεται τιμωρίας ὁ τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας καὶ τὸ αἷμα τῆς διαθήκης κοινὸν ἡγησάμενος, ἐν ᾧ ἡγιάσθη, καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος ἐνυβρίσας; Εβρ. 10,29 Πόσον όμως χειροτέρας τιμωρίας νομίζετε, ότι θα κριθή ένοχος εκείνος, που κατεπάτησε με πείσμα και περιφρόνησιν τον Υιόν του Θεού και εθεώρησε το τίμιον αίμα του ευτελές και ανάξιον προσοχής, με το οποίον εν τούτοις αίμα ο ίδιος είχε πάρει τον αγιασμόν, και ο οποίος παρ' όλ' αυτά ύβρισε, περιεφρόνησε και εχλεύασε το Άγιον Πνεύμα, που παρέχει την χάριν; Εβρ. 10,30 οἴδαμεν γὰρ τὸν εἰπόντα· ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος· καὶ πάλιν· Κύριος κρινεῖ τὸν λαὸν αὐτοῦ. Εβρ. 10,30 Καμμία αμφιβολία δεν υπάρχει, ότι πράγματι θα τιμωρηθή δια την ασέβειάν του, διότι γνωρίζομεν καλά εκείνον ο οποίος είπε· “εις εμέ, τον δίκαιον και παντοδύναμον, υπάρχει η δικαιοσύνη, που τιμωρεί το κακόν. Εγώ θα ανταποδώσω στον καθένα κατά τα έργα του, λέγει ο Κύριος”· και πάλιν έχει λεχθή· “ο Κύριος θα κρίνη τον λαόν αυτού”. Εβρ. 10,31 φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος. Εβρ. 10,31 Και είναι φοβερόν να πέση κανείς σαν ένοχος εις τα χέρια του Θεού του ζώντος. Εβρ. 10,32 Ἀναμιμνήσκεσθε δὲ τὰς πρότερον ἡμέρας, ἐν αἷς φωτισθέντες πολλὴν ἄθλησιν ὑπεμείνατε παθημάτων, Εβρ. 10,32 Να ενθυμήσθε δε τας προηγουμένας ημέρας της ζωής σας, κατά τας οποίας είχατε κατηχηθή την αλήθειαν και είχατε φωτισθή με το Άγιον Βάπτισμα και υπεμείνατε πολύ καρτερικά και ηρωϊκά τον αγώνα των παθημάτων και των διωγμών. Εβρ. 10,33 τοῦτο μὲν ὀνειδισμοῖς τε καὶ θλίψεσι θεατριζόμενοι, τοῦτο δὲ κοινωνοὶ τῶν οὕτως ἀναστρεφομένων γενηθέντες. Εβρ. 10,33 Αφ' ενός μεν με χλευασμούς, με ύβρεις και με θλίψεις σαν διεπόμπευαν και σας εθεάτριζαν οι διώκται της πίστεώς μας, αφ' ετέρου δε σεις με συμπάθειαν και στοργήν και με κάθε βοήθειαν συμμετείχατε εις τας θλίψεις και τους διωγμούς εκείνων. Εβρ. 10,34 καὶ γὰρ τοῖς δεσμοῖς μου συνεπαθήσατε καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῶν ὑπαρχόντων ὑμῶν μετὰ χαρᾶς προσεδέξασθε, γινώσκοντες ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς κρείττονα ὕπαρξιν ἐν οὐρανοῖς καὶ μένουσαν. Εβρ. 10,34 Διότι και εις τα δεσμά, όταν ήμουν φυλακισμένος, εδείξατε στοργήν και συμπάθειαν και την αρπαγήν των υπαρχόντων σας από τους διώκτας την εδεχθήκατε όχι απλώς με υπομονήν, αλλά με χαράν, γνωρίζοντες, ότι έχετε δια τον εαυτόν σας στους ουρανούς αιωνίαν και αναφαίρετον περιουσίαν, ασυγκρίτως καλυτέραν. Εβρ. 10,35 Μὴ ἀποβάλητε οὖν τὴν παῤῥησίαν ὑμῶν, ἥτις ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην. Εβρ. 10,35 Μη αποβάλετε, λοιπόν, και μη χάσετε την άφοβον και θαρραλέαν πίστιν σας, η οποία έχει εκ μέρους του Θεού μεγάλον μισθόν ως ανταπόδοσιν. Εβρ. 10,36 ὑπομονῆς γὰρ ἔχετε χρείαν, ἵνα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποιήσαντες κομίσησθε τὴν ἐπαγγελίαν. Εβρ. 10,36 Διότι και σήμερον και μέχρι τέλους της ζωής σας έχετε ανάγκην υπομονής, ώστε, αφού τηρήσετε το θέλημα του Θεού, να απολαύσετε την αμοιβήν, που υπεσχέθη ο Θεός. Εβρ. 10,37 ἔτι γὰρ μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ. Εβρ. 10,37 Καλλιεργήστε και τονώστε την υπομονήν σας, “διότι πολύ ολίγος χρόνος απομένει, και ο Κύριος, ο ερχόμενος δια να κρίνη ζώντας και νεκρούς, θα έλθη πάλιν και δεν θα αργήση”. Εβρ. 10,38 ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται· καὶ ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ. Εβρ. 10,38 Καθώς λέγει ο Θεός “ο δίκαιος θα κερδήση την αιωνίαν ζωήν δια την φωτισμένην και ενεργόν πίστιν του”. Και “εάν κανείς δειλιάση και αποχωρήση από τον πνευματικόν αγώνα, μάθετε ότι δεν ευαρεστείται εις αυτόν η ψυχή μου”. Εβρ. 10,39 ἡμεῖς δὲ οὐκ ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ἀπώλειαν, ἀλλὰ πίστεως εἰς περιποίησιν ψυχῆς. Εβρ. 10,39 Ημείς όμως δεν είμεθα άνθρωποι δειλίας, ατόλμου συστολής και αμφιταλαντεύσεως, ώστε να υπάρχη φόβος να καταδικασθώμεν εις απώλειαν. Αλλ' είμεθα άνθρωποι της φωτισμένης και ζωντανής πίστεως, δια να κερδήσωμεν έτσι και σώσωμεν την ψυχήν μας.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 11

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Εβρ. 11,1 Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων. Εβρ. 11,1 Είναι δε πίστις, η αδίστακτος και ακλόνητος πεποίθησις εις την πραγματικήν και βεβαίαν ύπαρξιν αγαθών, τα οποία ελπίζομεν· απόδειξις και βεβαιότης περί πραγμάτων, που δεν βλέπονται με τα μάτια του σώματος και τα οποία εν τούτοις χάρις εις αυτήν είναι σαν να τα βλέπομεν με τα μάτια μας και να τα πιάνωμεν με τα χέρια μας. Εβρ. 11,2 ἐν ταύτῃ γὰρ ἐμαρτυρήθησαν οἱ πρεσβύτεροι. Εβρ. 11,2 Ένεκα δε αυτής ακριβώς της ζωντανής πίστεως επήραν την καλήν μαρτυρίαν εκ μέρους του Θεού οι παλαιότεροι, οι δίκαιοι της Π. Διαθήκης. Εβρ. 11,3 Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ῥήματι Θεοῦ, εἰς τὸ μὴ ἐκ φαινομένων τὰ βλεπόμενα γεγονέναι. Εβρ. 11,3 Από αυτήν την πίστιν πληροφορούμεθα και ενοούμεν καλά, ότι ο ορατός κόσμος, που έλαβεν ύπαρξιν εν χρόνω, εδημιουργήθη με τον παντοδύναμον λόγον του Θεού, ώστε όσα δημιουργήματα βλέπομεν τώρα, να έχωμεν βεβαίαν την πεποίθησιν ότι έχουν γίνει από μη υπάρχοντα και τα οποία φυσικά δεν εφαίνοντο εις τα σωματικά μάτια. Εβρ. 11,4 Πίστει πλείονα θυσίαν Ἄβελ παρὰ Κάϊν προσήνεγκε τῷ Θεῷ, δι᾿ ἧς ἐμαρτυρήθη εἶναι δίκαιος, μαρτυροῦντος ἐπὶ τοῖς δώροις αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ δι᾿ αὐτῆς ἀποθανὼν ἔτι λαλεῖται. Εβρ. 11,4 Χάρις εις την πίστιν, που είχεν ο Αβέλ, επρόσφερεν στον Θεόν τελειοτέραν θυσίαν από τον Καϊν. Δια την πίστιν του δε αυτήν, του εδόθη εκ μέρους του Θεού η μαρτυρία, ότι είναι δίκαιος· διότι ο ίδιος ο Θεός επεβεβαίωσεν, ότι εδέχθη ευαρέστως τα δώρα της θυσίας του. Και χάρις εις την πίστιν του ο Αβέλ, καίτοι έχει αποθάνει προ πολλού, διαλαλείται ως δίκαιος και εγκωμιάζεται. Εβρ. 11,5 Πίστει Ἐνὼχ μετετέθη τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον, καὶ οὐχ εὑρίσκετο, διότι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ Θεός· πρὸ γὰρ τῆς μεταθέσεως αὐτοῦ μεμαρτύρηται εὐηρεστηκέναι τῷ Θεῷ· Εβρ. 11,5 Δια την πίστιν του ο Ενώχ μετετέθη ζωντανός από τον παρόντα κόσμον, δια να μη ίδη θάνατον και δεν ευρίσκετο πλέον εις την γην, διότι τον είχε μεταθέσει ο Θεός. Διότι προ της μεταθέσεώς του αυτής εδόθη δι' αυτόν μαρτυρία, ότι είχεν ευαρεστήσει με την όλην ζωήν του στον Θεόν. Εβρ. 11,6 χωρὶς δὲ πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι· πιστεῦσαι γὰρ δεῖ τὸν προσερχόμενον τῷ Θεῷ ὅτι ἔστι καὶ τοῖς ἐκζητοῦσιν αὐτὸν μισθαποδότης γίνεται. Εβρ. 11,6 Χωρίς δε την πίστιν είναι αδύνατον να ευαρεστήση ο άνθρωπος στον Θεόν· διότι εκείνος που προσέρχεται στον Θεόν πρέπει απαραιτήτως να πιστεύση πρώτον μεν ότι υπάρχει Θεός, και δεύτερον, ότι ο Θεός αποδίδει πάντοτε τον δίκαιον μισθόν εις εκείνους που τον αναζητούν και προσέρχονται εις αυτόν και τηρούν το θέλημά του. Εβρ. 11,7 Πίστει χρηματισθεὶς Νῶε περὶ τῶν μηδέπω βλεπομένων, εὐλαβηθεὶς κατεσκεύασε κιβωτὸν εἰς σωτηρίαν τοῦ οἴκου αὐτοῦ, δι᾿ ἧς κατέκρινε τὸν κόσμον, καὶ τῆς κατά πίστιν δικαιοσύνης ἐγένετο κληρονόμος. Εβρ. 11,7 Ένεκα της πίστεώς του ο Νώε, πληροφορηθείς προφητικώς από τον Θεόν δι' εκείνα που δεν εβλέποντο ακόμη, έμελλαν όμως να γίνουν, δηλαδή δια τον κατακλυσμόν, κατελήφθη από ιερόν δέος και κατεσκεύασε την κιβωτόν δια την σωτηρίαν της οικογενείας του. Με την ακλόνητον και ευλαβή δε αυτήν πίστιν του, διεβεβαίωσε και απέδειξεν, ότι ήτο άξιος καταδίκης ο άπιστος και αμαρτωλός κόσμος της εποχής του. Και χάρις εις την πίστιν του αυτήν δεν εσώθη μόνον από τον κατακλυσμόν, αλλ' έγινε και κληρονόμος της δικαιώσεως, που παρέχει ο Θεός στους πιστούς. Εβρ. 11,8 Πίστει καλούμενος Ἀβραὰμ ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν τόπον ὃν ἔμελλε λαμβάνειν εἰς κληρονομίαν, καὶ ἐξῆλθε μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται. Εβρ. 11,8 Ένεκα της πίστεώς του ο Αβραάμ, καλούμενος από τον Θεόν, υπήκουσε να εξέλθη και να φύγη από την πατρίδα του και να μεταβή στον τόπον, τον οποίον επρόκειτο να λάβη ως κληρονομίαν του από τον Θεόν. Και πράγματι εξήλθε, χωρίς και να γνωρίζη που πηγαίνει. Εβρ. 11,9 Πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς· Εβρ. 11,9 Χάρις εις αυτήν την πίστιν του κατώκησεν εις την γην, που του είχε υποσχεθή ο Θεός, σαν εις ξένην περιοχήν και έζησε μέσα εις σκηνάς μαζή με τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, που ήσαν συγκληρονόμοι της ιδίας υποσχέσεως του Θεού. Εβρ. 11,10 ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. Εβρ. 11,10 Και τούτο, διότι επερίμενε με πίστιν και ελπίδα ακλόνητον την επουράνιον πόλιν, με τα αδιάσειστα και αιώνια θεμέλια της, της οποίας τεχνίτης και δημιουργός είναι ο ίδιος ο Θεός. Εβρ. 11,11 Πίστει καὶ αὐτὴ Σάῤῥα δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος ἔλαβε καὶ παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ πιστὸν ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον. Εβρ. 11,11 Χάρις εις την πίστιν της και αυτή η στείρα και πολύ ηλικιωμένη Σάρρα, επήρε δύναμιν, ώστε να καταβληθή και ζωογονηθή εις αυτήν σπέρμα· και μολονότι είχε περάσει πλέον η ηλικία της, εγέννησε τέκνον, επειδή εθεώρησε κατά πάντα αξιόπιστον εκείνον, που της είχε υποσχεθή, ότι θα αποκτούσε υιόν. Εβρ. 11,12 διὸ καὶ ἀφ᾿ ἑνὸς ἐγεννήθησαν, καὶ ταῦτα νενεκρωμένου, καθὼς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει καὶ ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης ἡ ἀναρίθμητος. Εβρ. 11,12 Δια την πίστιν αυτήν της Σάρρας και του Αβραάμ εγεννήθησαν από έναν άνθρωπον, τον Αβραάμ, νεκρωμένον πλέον εξ αιτίας του γήρατος αναρίθμητοι απόγονοι σαν τα άστρα του ουρανού κατά το πλήθος και σαν την άμμον της ακροθαλασσιάς, που είναι αδύνατον να μετρηθή. Εβρ. 11,13 Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες, μὴ λαβόντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ πόῤῥωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι, καὶ ὁμολογήσαντες ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν ἐπὶ τῆς γῆς. Εβρ. 11,13 Όλοι αυτοί απέθαναν στερεωμένοι εις την πίστιν και εις την ελπίδα, που γεννά η πίστις, χωρίς εν τούτοις να λάβουν τας επαγγελίας. Αλλά τας είδαν από μακράν και τας εδέχθησαν με όλην των την ψυχήν και ωμολόγησαν με τα έργα των και με τα λόγια των, ότι είναι ξένοι και παρεπίδημοι επάνω εις την γην. Εβρ. 11,14 οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι. Εβρ. 11,14 Διότι αυτοί που έλεγαν τέτοια λόγια, εφανέρωναν καθαρά, ότι δεν επανεπαύοντο εις την επίγειον πατρίδα, αλλ' εζητούσαν την μόνιμον και χαρμόσυνον πατρίδα, δηλαδή τον ουρανόν. Εβρ. 11,15 καὶ εἰ μὲν ἐκείνης ἐμνημόνευον, ἀφ᾿ ἧς ἐξῆλθον, εἶχον ἂν καιρὸν ἀνακάμψαι· Εβρ. 11,15 Και εάν ενεθυμούντο εκείνην, την επίγειον πατρίδα, από την οποίαν είχαν εξέλθει, είχαν και τον χρόνον και την ευκαιρίαν να επανέλθουν εις αυτήν. Εβρ. 11,16 νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐπουρανίου. διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς Θεὸς ἐπικαλεῖσθαι αὐτῶν· ἡτοίμασε γὰρ αὐτοῖς πόλιν. Εβρ. 11,16 Τώρα όμως επιθυμούν σφοδρώς καλυτέραν και τελειοτέραν πατρίδα, δηλαδή την επουράνιον. Δι' αυτό και ο Θεός δεν αισθάνεται εξ αιτίας των καμμίαν εντροπήν, να ονομάζεται Θεός των. Τουναντίον ευαρεστείται εις αυτούς, όπως μαρτυρείται από το γεγονός, ότι τους έχει ετοιμάσει επουράνιον και μακαρίαν πατρίδα. Εβρ. 11,17 Πίστει προσενήνοχεν Ἀβραὰμ τὸν Ἰσαὰκ πειραζόμενος, καὶ τὸν μονογενῆ προσέφερεν ὁ τὰς ἐπαγγελίας ἀναδεξάμενος, Εβρ. 11,17 Ένεκα της μεγάλης του πίστεως επρόσφερε θυσίαν τον Ισαάκ ο Αβραάμ, όταν εδοκιμάζετο από τον Θεόν. Και αυτός ο οποίος προηγουμένως είχε δεχθή και πιστεύσει ολοψύχως εις τας υποσχέσεις του Θεού, ότι δια του Ισαάκ θα εγεννάτο αναρίθμητος λαός, επρόφερε με πίστιν τον μονάκριβον υιόν του. Εβρ. 11,18 πρὸς ὃν ἐλαλήθη ὅτι ἐν Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα, Εβρ. 11,18 Διότι εις αυτόν είχε λεχθή προηγουμένως, ότι γνήσιοι απόγονοι του θα ωνομάζοντο αυτοί, τους οποίους θα είχεν από τον Ισαάκ. Εβρ. 11,19 λογισάμενος ὅτι καὶ ἐκ νεκρῶν ἐγείρειν δυνατὸς ὁ Θεός· ὅθεν αὐτὸν καὶ ἐν παραβολῇ ἐκομίσατο. Εβρ. 11,19 Εσκέφθη όμως, ότι ο Θεός είναι δυνατός και ικανός και εκ νεκρών να αναστήση τον Ισαάκ. Δια την πίστιν του ακριβώς αυτήν τον επήρε πάλιν, και μάλιστα κατά τρόπον, που ο Ισαάκ έγινε προεικόνισμα της θυσίας και της αναστάσεως του Χριστού, του μονογενούς Υιού του Θεού. Εβρ. 11,20 Πίστει περὶ μελλόντων εὐλόγησεν Ἰσαὰκ τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἠσαῦ. Εβρ. 11,20 Επειδή επίστευσεν εις τας επαγγελίας του Θεού ο Ισαάκ, ευλόγησε τον Ιακώβ και τον Ησαύ, δι' όσα έμελλον να συμβούν. Εβρ. 11,21 Πίστει Ἰακὼβ ἀποθνήσκων ἕκαστον τῶν υἱῶν Ἰωσὴφ εὐλόγησε, καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου αὐτοῦ. Εβρ. 11,21 Με πίστιν ο Ιακώβ, όταν επέθαινε, ευλόγησε τα δύο παιδιά του Ιωσήφ και τα προανήγγειλε ως αρχηγούς δύο φυλών και επροσκύνησε τον Θεόν, στηριζόμενος, καθό γέρων πλέον, στο άκρον της ράβδου του. Εβρ. 11,22 Πίστει Ἰωσὴφ τελευτῶν περὶ τῆς ἐξόδου τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐμνημόνευσε καὶ περὶ τῶν ὀστέων αὐτοῦ ἐνετείλατο. Εβρ. 11,22 Χάρις εις την πίστιν του ο Ιωσήφ, όταν επέθαινε, ενεθυμήθη εκεί, εις την επιθανάτιον κλίνην του, την έξοδον των Ισραηλιτών από την Αίγυπτον προς την γην Χαναάν και έδωσεν εντολήν να παραλάβουν μαζή των και τα οστά του. Εβρ. 11,23 Πίστει Μωϋσῆς γεννηθεὶς ἐκρύβη τρίμηνον ὑπὸ τῶν πατέρων αὐτοῦ, διότι εἶδον ἀστεῖον τὸ παιδίον, καὶ οὐκ ἐφοβήθησαν τὸ διάταγμα τοῦ βασιλέως. Εβρ. 11,23 Χάρις εις την πίστιν των γονέων του, όταν εγεννήθη ο Μωϋσής, εκρατήθη κρυμμένος από αυτούς επί τρεις μήνες, διότι είδαν ωραίον και χαριτωμένον το παιδίον των, και δεν εφοβήθησαν το διάταγμα του Φαραώ (που επέβαλλε να θανατώνωνται τα αρσενικά βρέφη των Εβραίων). Εβρ. 11,24 Πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, Εβρ. 11,24 Ένεκα της πίστεως του ο Μωϋσής, όταν εμεγάλωσεν, ηρνήθη να ονομάζεται παιδί της θυγατρός του Φαραώ, Εβρ. 11,25 μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, Εβρ. 11,25 και επροτίμησε καλύτερον να ταλαιπωρήται και να κακοπαθή μαζή με τον λαόν του Θεού, παρά να έχη πρόσκαιρον απόλαυσιν μιας αμαρτωλής και τρυφηλής ζωής, σαν βασιλόπουλο εις τα ανάκτορα. Εβρ. 11,26 μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν. Εβρ. 11,26 Και από τους θησαυρούς, από τα αγαθά και την δόξαν της Αιγύπτου, εθεώρησε μεγαλύτερον και πολυτιμότερον πλούτον το να χλευάζεται και να περιφρονήται, όπως βραδύτερον θα ωνειδίζετο ο Χριστός. Διότι είχε προσηλωμένα τα μάτια του και επερίμενε με πίστιν της ανταμοιβήν, που θα του έδιδεν ο Θεός στους ουρανούς. Εβρ. 11,27 Πίστει κατέλιπεν Αἴγυπτον μὴ φοβηθεὶς τὸν θυμὸν τοῦ βασιλέως· τὸν γὰρ ἀόρατον ὡς ὁρῶν ἐκαρτέρησε. Εβρ. 11,27 Χάρις εις την πίστιν του εγκατέλειψε την Αίγυπτον, όταν, δια να υπερασπίση ένα Εβραίον, εφόνευσε τον Αιγύπτιον, χωρίς να φοβηθή τον θυμόν του Φαραώ. Και τούτο, διότι επερίμενε με πίστιν και εγκαρτέρησιν της βοήθειαν του Θεού του αοράτου, τον οποίον ησθάνετο παρόντα, σαν να τον έβλεπε με τα σωματικά του μάτια. Εβρ. 11,28 Πίστει πεποίηκε τὸ Πάσχα καὶ τὴν πρόσχυσιν τοῦ αἵματος, ἵνα μὴ ὁ ὀλοθρεύων τὰ πρωτότοκα θίγῃ αὐτῶν. Εβρ. 11,28 Με την πίστιν έκαμε το Πάσχα, την θυσίαν του αρνίου, με το αίμα του οποίου έχρισε τους παραστάτας των εξωτερικών θυρών των οικιών των Εβραίων, δια να μη εγγίση τα πρωτότοκα των Εβραίων ο εξολεθρευτής άγγελος. Εβρ. 11,29 Πίστει διέβησαν τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν ὡς διὰ ξηρᾶς, ἧς πεῖραν λαβόντες οἱ Αἰγύπτιοι κατεπόθησαν. Εβρ. 11,29 Με πίστιν εις την παντοδύναμον βοήθειαν του Θεού διέβησαν οι Εβραίοι την Ερυθράν θάλασσαν, σαν να επερνούσαν από ξηράν, ενώ οι Αιγύπτιοι, όταν επεχείρησαν να κάμουν το ίδιο, κατεποντίσθησαν και κατεπόθησαν από την θάλασσαν. Εβρ. 11,30 Πίστει τὰ τείχη Ἱεριχὼ ἔπεσε κυκλωθέντα ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας. Εβρ. 11,30 Δια της πίστεως έπεσαν τα ισχυρά τείχη της Ιεριχούς, αφού προηγουμένως επί επτά ημέρας τα περιτριγύριζαν κύκλω οι Ισραηλίται. Εβρ. 11,31 Πίστει Ῥαὰβ ἡ πόρνη οὐ συναπώλετο τοῖς ἀπειθήσασι, δεξαμένη τοὺς κατασκόπους μετ᾿ εἰρήνης. Εβρ. 11,31 Χάρις εις την πίστιν της η Ραάβ, η πόρνη, δεν εξωλοθρεύθηκε μαζή με τους απειθείς συμπατριώτας της, διότι είχε δεχθή προηγουμένως με ειρήνην τους Ισραηλίτας κατασκόπους, τους οποίους είχε στείλει ο Ιησούς του Ναυή. Εβρ. 11,32 Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, Εβρ. 11,32 Και τι να διηγούμαι ακόμη; Θα σταματήσω, διότι δεν θα με πάρη ο χρόνος, να διηγηθώ δια τον Γεδεών, τον Βαράκ και τον Σαμψών και τον Ιεφθάε, δια τον Δαυίδ και τον Σαμουήλ και τους προφήτας. Εβρ. 11,33 οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, Εβρ. 11,33 Αυτοί, χάρις εις την πίστιν των, ηγωνίσθησαν και κατενίκησαν βασίλεια, ήσκησαν δικαιοσύνην, επέτυχαν την πραγματοποίησιν των υποσχέσεων του Θεού, έφραξαν τα στόματα των αγρίων λεόντων, όπως ο Δανιήλ, Εβρ. 11,34 ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· Εβρ. 11,34 έσβησαν την φοβεράν δύναμιν της φωτιάς, όπως οι τρεις παίδες, διέφυγαν τον κίνδυνον να σφαγούν με μαχαίρια, όπως ο Ηλίας, εδυναμώθησαν και έγιναν καλά από αρρώστιες, ανεδείχθησαν κραταιοί και δυνατοί στον πόλεμον, έκαμψαν και έτρεψαν εις φυγήν πολυάριθμα στρατεύματα ξένων εχθρών. Εβρ. 11,35 ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τούς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· Εβρ. 11,35 Μερικές γυναίκες, χάρις εις αυτήν την πίστιν, επήραν πάλιν ζωντανούς, δια της αναστάσεως τους νεκρούς των. Άλλοι δε εδέθησαν στο τύμπανον, στο φοβερά βασανιστικόν εκείνον όργανον, χωρίς να δεχθούν την απελευθέρωσιν, που τους επρότειναν οι βασανισταί των, εάν ηρνούντο την πίστιν των, και υπέμειναν το φοβερόν μαρτύριον μέχρι θανάτου, δια να επιτύχουν και πάρουν ανάστασιν ασυγκρίτως καλυτέραν από την παρούσαν ζωήν. Εβρ. 11,36 ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· Εβρ. 11,36 Άλλοι δε εδοκίμασαν εμπαιγμούς και μαστιγώσεις, ακόμη δε δεσμά και φυλακήν. Εβρ. 11,37 ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, Εβρ. 11,37 Ελιθοβολήθησαν, επριονίσθησαν, επέρασαν μέσα από πολλούς πειρασμούς, απέθαναν σφαγέντες με μάχαιραν, περιήρχοντο εδώ και εκεί φορούντες, αντί για ενδύματα, προβιές και δέρματα γιδιών, στερούμενοι, θλιβόμενοι, υποβαλλόμενοι εις πολλάς κακουχίας. Εβρ. 11,38 ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Εβρ. 11,38 Τέτοιους αγίους δεν ήτο άξιος να τους έχη ο αμαρτωλός κόσμος. Επεριπλανώντο εις τις ερημίες, εις τα όρη, εις τα σπήλαια, εις τις τρύπες της γης. Εβρ. 11,39 Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, Εβρ. 11,39 Και όλοι αυτοί, μολονότι έλαβαν την καλήν και τιμίαν μαρτυρίαν, ότι ευηρέστησαν στον Θεόν χάρις εις την πίστιν των, δεν απήλαυσαν πλήρως την υπόσχεσιν της λυτρώσεως και της ουρανίου βασιλείας. Εβρ. 11,40 τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι. Εβρ. 11,40 Διότι ο Θεός επρόβλεψε δι' ημάς κάτι καλύτερον· δηλαδή να μη απολαύσουν αυτοί πλήρη την τελείωσιν και την μακαριότητα χωρίς ημάς (αλλ' όλοι μαζή σαν ένα πνευματικόν σώμα να απολαύσωμεν κατά την Δευτέραν Παρουσίαν την μακαριότητα της βασιλείας των ουρανών).

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 12

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΔΙΑΠΑΙΔΑΓΩΓΕΙ

Εβρ. 12,1 Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι᾿ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, Εβρ. 12,1 Δια τούτο, λοιπόν, και ημείς, αφού έχομεν ολόγυρά μας τόσον μεγάλο νέφος αναριθμήτων αγίων, που εμαρτύρησαν και εμαρτυρήθησαν δια την πίστιν των, ας πετάξωμεν μακρυά από επάνω μας κάθε βάρος από τας καταθλιπτικάς μερίμνας του βίου και προπαντός την αμαρτίαν, η οποία από όλα τα σημεία κατά τρόπον δελεαστικόν και προκλητικόν εύκολα μας περιβάλλει, και ας τρέχωμεν με επιμονήν και υπομονήν τον αγώνα, που ευρίσκεται ενώπιον μας. Εβρ. 12,2 ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν. Εβρ. 12,2 Δια να αντλούμεν δε θάρρος και δύναμιν, ας έχωμεν προσηλωμένα με πίστιν τα βλέμματά μας στον Χριστόν, τον αρχηγόν και ιδρυτήν της πίστεώς μας, ο οποίος με την χάριν του μας χειραγωγεί στον δρόμον της τελειότητος. Αυτός αντί της μακαριότητος, την οποίαν είχε πάντοτε εμπρός του ως Θεός και αντί της χαράς την οποίαν εδικαιούτο να απολαμβάνη και ως άνθρωπος αναμάρτητος ευαρεστήσας κατά πάντα στον Πατέρα, επροτίμησε και υπέμεινε τον σταυρικόν θάνατον και κατεφρόνησε την εντροπήν και τον εξευτελισμόν προς χάριν ημών. Και δια τούτο έχει καθίσει τώρα εις τα δεξιά του θρόνου του Θεού. Εβρ. 12,3 ἀναλογίσασθε γὰρ τὸν τοιαύτην ὑπομεμενηκότα ὑπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν εἰς αὐτὸν ἀντιλογίαν, ἵνα μὴ κάμητε ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν ἐκλυόμενοι. Εβρ. 12,3 Σκεφθήτε, λοιπόν, εκείνον, ο οποίος από τους αμαρτωλούς και μοχθηρούς βασανιστάς και σταυρωτάς του υπέμεινε τόσον μεγάλην μαρτυρικήν οδύνην και εξουθένωσιν, δια να μη αποκάμετε και λιποψυχήσετε κσαι παραλύσουν αποθαρρυμέναι αι ψυχαί σας. Εβρ. 12,4 Οὕπω μέχρις αἵματος ἀντικατέστητε πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἀνταγωνιζόμενοι, Εβρ. 12,4 Δεν αντισταθήκατε ακόμη αγωνιζόμενοι σκληρά εναντίον της αμαρτίας, ώστε να χύσετε και αυτό το αίμα σας. Εβρ. 12,5 καὶ ἐκλέλησθε τῆς παρακλήσεως, ἥτις ὑμῖν ὡς υἱοῖς διαλέγεται· υἱέ μου, μὴ ὀλιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδὲ ἐκλύου ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐλεγχόμενος. Εβρ. 12,5 Και εν τούτοις εξεχάσατε την παρηγορίαν και προτροπήν, την οποίαν μας κάμνει ο Θεός, όταν συνομιλή μαζή μας σαν προς παιδιά του· “παιδί μου, μη αμελής και μη αδιαφορής δια την παιδαγωγίαν, που έστω και δια μέσου θλίψεων, σου κάμνει ο Κύριος και μη παραλύης και αποθαρρύνεσαι, όταν ελέγχεσαι από αυτόν. Εβρ. 12,6 ὃν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται. Εβρ. 12,6 Διότι εκείνον που αγαπά ο Κύριος, τον παιδαγωγεί και τον μορφώνει δια μέσου των θλίψεων· μαστιγώνει δε με ταλαιπωρίες κάθε υιόν, τον οποίον δέχεται κοντά του ως ιδικόν του”. Εβρ. 12,7 εἰ παιδείαν ὑπομένετε, ὡς υἱοῖς ὑμῖν προσφέρεται ὁ Θεός· τίς γάρ ἐστιν υἱὸς ὃν οὐ παιδεύει πατήρ; Εβρ. 12,7 Εάν δείχνετε υπομονήν και δέχεσθε την παιδαγωγίαν αυτήν του Κυρίου, ας έχετε υπ' όψιν σας, ότι ο Θεός συμπεριφέρεται προς σας, σαν προς παιδιά του. Διότι, υπάρχει κανένας υιός, τον οποίον δεν παιδαγωγεί με πολλούς τρόπους ο πατέρας; Εβρ. 12,8 εἰ δὲ χωρίς ἐστε παιδείας, ἧς μέτοχοι γεγόνασι πάντες, ἄρα νόθοι ἐστὲ καὶ οὐχ υἱοί. Εβρ. 12,8 Εάν όμως μένετε χωρίς αυτήν την παιδαγωγίαν, εις την οποίαν έλαβαν μέρος και την εγεύθησαν όλα τα αληθινά παιδιά του Θεού, τότε δεν είσθε γνήσια παιδιά του Θεού, αλλά νόθα. Εβρ. 12,9 εἶτα τοὺς μὲν τῆς σαρκὸς ἡμῶν πατέρας εἴχομεν παιδευτὰς καὶ ἐνετρεπόμεθα· οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑποταγησόμεθα τῷ πατρὶ τῶν πνευμάτων καὶ ζήσομεν; Εβρ. 12,9 Έπειτα, ας σκεφθώμεν και τούτο· όταν ήμεθα μικροί είχαμεν τους σαρκικούς πατέρας μας ως παιδαγωγούς, οι οποίοι και μας επέπλητταν και μας ετιμωρούσαν και εδοκιμάζαμεν εντροπήν και συστολήν επέναντί των. Δεν πρέπει, λοιπόν, ακόμη περισσότερον, να υποταχθώμεν στον Θεόν, τον δημιουργόν και πατέρα όλων των πνευματικών υπάρξεων, και να κερδήσωμεν έτσι την αιωνίαν ζωήν; Εβρ. 12,10 οἱ μὲν γὰρ πρὸς ὀλίγας ἡμέρας κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς ἐπαίδευον, ὁ δὲ ἐπὶ τὸ συμφέρον, εἰς τὸ μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ. Εβρ. 12,10 Διότι οι μεν σαρκικοί γονείς μας επαιδαγωγούσαν, όπως ενόμιζαν καλόν, δια να επιτύχωμεν κατά το ολιγοχρόνιον αυτό διάστημα της επιγείου ζωής μας. Ο Θεός όμως μας παιδαγωγεί (σύμφωνα με την αγαθότητα και σοφίαν αυτού κατά τον απολύτως ορθόν τρόπον) προς το συμφέρον μας, δια να γίνωμεν μέτοχοι της αγιότητος και της δόξης αυτού. Εβρ. 12,11 πᾶσα δὲ παιδεία πρὸς μὲν τὸ παρὸν οὐ δοκεῖ χαρᾶς εἶναι, ἀλλὰ λύπης, ὕστερον δὲ καρπὸν εἰρηνικὸν τοῖς δι᾿ αὐτῆς γεγυμνασμένοις ἀποδίδωσι δικαιοσύνης. Εβρ. 12,11 Κάθε παιδαγωγία, καθ' ον χρόνον διαρκεί, δεν φαίνεται να φέρη χαράν, αλλά λύπην, ύστερον όμως, εις εκείνους, που ησκήθησαν και επαιδαγωγήθησαν δι' αυτής, αποδίδει και φέρει ειρηνικόν και ευχάριστον καρπόν δικαιοσύνης και αγιότητος. Εβρ. 12,12 Διὸ τὰς παρειμένας χεῖρας καὶ τὰ παραλελυμένα γόνατα ἀνορθώσατε, Εβρ. 12,12 Ακριβώς, διότι τόσον μεγάλην ωφέλειαν φέρει η παιδαγωγία του Θεού “εσηκώσατε και χαλυβδώσατε τα πεσμένα κάτω χέρια και τα παραλελυμένα γόνατα” Εβρ. 12,13 καὶ τροχιὰς ὀρθὰς ποιήσατε τοῖς ποσὶν ὑμῶν, ἵνα μὴ τὸ χωλὸν ἐκτραπῇ, ἰαθῇ δὲ μᾶλλον. Εβρ. 12,13 και “κάμετε ευθείς τους δρόμους, δια να βαδίζουν με ασφάλειαν το πόδια σας”, δια να μη παρεκκλίνη και ξεκόψη από τον ορθόν δρόμον ο χωλός, αλλά μάλλον να ιαρευθή.

ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ

Εβρ. 12,14 Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων, καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον, Εβρ. 12,14 Αγωνίζεσθε και προσπαθείτε να έχετε ειρήνην με όλους, να αποκτήσετε δε την αγιότητα και καθαρότητα της καρδίας, διότι χωρίς αυτήν την αγιότητα κανείς δεν θα ίδη τον Κύριον. Εβρ. 12,15 ἐπισκοποῦντες μή τις ὑστερῶν ἀπὸ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μή τις ῥίζα πικρίας ἄνω φύουσα ἐνοχλῇ καὶ διὰ ταύτης μιανθῶσι πολλοί, Εβρ. 12,15 Προσέχετε καλά, μήπως κανείς από σας στερείται εξ υπαιτιότητος του την χάριν του Θεού και χάση την σωτηρίαν. Προσέχετε μήπως καμμιά πικρή ρίζα εγωπαθούς και αμαρτωλής καρδίας φυτρώνει προς τα πάνω και προκαλεί ενόχλησιν και μολυνθούν με αυτήν πολλοί. Εβρ. 12,16 μή τις πόρνος ἢ βέβηλος ὡς Ἡσαῦ, ὃς ἀντὶ βρώσεως μιᾶς ἀπέδοτο τὰ πρωτοτόκια αὐτοῦ. Εβρ. 12,16 Προσέχετε ακόμη, μήπως είναι κανείς πόρνος ή ασεβής και ανίερος, όπως ο Ησαύ, ο οποίος αντί ενός φαγητού επώλησε τα ιερά και ανεκτίμητα πρωτοτόκιά του, από τα οποία και εξέπεσε δια παντός. Εβρ. 12,17 ἴστε γὰρ ὅτι καὶ μετέπειτα, θέλων κληρονομῆσαι τὴν εὐλογίαν ἀπεδοκιμάσθη· μετανοίας γὰρ τόπον οὐχ εὗρε, καίπερ μετὰ δακρύων ἐκζητήσας αὐτήν. Εβρ. 12,17 Διότι γνωρίζετε, ότι, αν και έπειτα ήθελε να ξαναπάρη πάλιν την ευλογίαν των πρωτοτοκιών, απεδοκιμάσθη από τον Θεόν. Διότι δεν εύρε αποτελεσματικόν τρόπον μετανοίας, δια να επανορθώση το σφάλμα του, αν και με δάκρυα εζήτησε την επανόρθωσιν εκ μέρους του πατρός του.

Η ΑΣΥΓΚΡΙΤΗ ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Εβρ. 12,18 Οὐ γὰρ προσεληλύθατε ψηλαφωμένῳ ὄρει καὶ κεκαυμένῳ πυρὶ καὶ γνόφῳ καὶ σκότῳ καὶ θυέλλῃ Εβρ. 12,18 Να είσθε άγρυπνοι και προσεκτικοί, μήπως και χάσετε από ραθυμίαν και αμέλειαν την σωτηρίαν, διότι δεν έχετε πλησιάσει ένα ψηλαφητό και “φλογισμένο από πυρ βουνό, όπως ήτο το Σινά, ούτε πυκνήν μαύρην ομίχλην και σκότος και θύελλαν Εβρ. 12,19 καὶ σάλπιγγος ἤχῳ καὶ φωνῇ ῥημάτων ἧς οἱ ἀκούσαντες παρῃτήσαντο μὴ προστεθῆναι αὐτοῖς λόγον· Εβρ. 12,19 και συγκλονιστικόν ήχον σάλπιγγος και φοβεράν φωνήν λόγων Θεού”, την οποίαν, όταν ήκουσαν οι Ιουδαίοι, εκεί στο Σινά, κατυελήφθησαν από φόβον, ηρνήθησαν να την ακούσουν και παρεκάλεσαν να μη προστεθούν και άλλοι λόγοι εις αυτούς. Εβρ. 12,20 οὐκ ἔφερον γὰρ τὸ διαστελλόμενον· κἂν θηρίον θίγῃ τοῦ ὄρους, λιθοβοληθήσεται· Εβρ. 12,20 Διότι δεν τους ήτο δυνατόν να υποφέρουν εκείνο που είχεν απειλήσει ο Θεός· “και ζώον ακόμη εάν πλησιάση και εγγίση το όρος θα λιθοβοληθή”. Εβρ. 12,21 καί· οὕτω φοβερὸν ἦν τὸ φανταζόμενον! Μωϋσῆς εἶπεν· ἔκφοβός εἰμι καὶ ἔντρομος· Εβρ. 12,21 Και ήτο τόσον πολύ φοβερόν αυτό το φαινόμενον, που επρόβαλεν εις τα μάτια των, ώστε και ο ίδιος ο Μωϋσής είπε· “είμαι γεμάτος φόβον και τρόμον!” Εβρ. 12,22 ἀλλὰ προσεληλύθατε Σιὼν ὄρει καὶ πόλει Θεοῦ ζῶντος, Ἱερουσαλὴμ ἐπουρανίῳ, καὶ μυριάσιν ἀγγέλων, Εβρ. 12,22 Αλλ' έχετε προσέλθει στο όρος της νέας Σιών, εις την πνευματικήν πόλιν του ζώντος Θεού, εις την επουράνιον Ιερουσαλήμ και εις τας μυριάδας των αγγέλων, Εβρ. 12,23 πανηγύρει καὶ ἐκκλησίᾳ πρωτοτόκων ἐν οὐρανοῖς ἀπογεγραμμένων, καὶ κριτῇ Θεῷ πάντων, καὶ πνεύμασι δικαίων τετελειωμένων, Εβρ. 12,23 εις πανευφρόσυνον πανήγυριν και εις χαρμόσυνον συγκέντρωσιν των εκλεκτών τέκνων του Θεού, τα οποία έχουν πλέον καταγραφή ως πολίται της βασιλείας των ουρανών. Επλησιάσατε και στον Θεόν, τον δικαιοκρίτην όλων, και εις τα πνεύματα των δικαίων, που έχουν πλέον αποκτήσει την ηθικήν τελείωσιν και αναμένουν την τελείαν μακαριότητα. Εβρ. 12,24 καὶ διαθήκης νέας μεσίτῃ Ἰησοῦ, καὶ αἵματι ῥαντισμοῦ κρεῖττον λαλοῦντι παρὰ τὸν Ἄβελ. Εβρ. 12,24 Προσήλθατε ακόμη κοντά στον μεσίτην της νέας διαθήκης, τον Ιησούν, και στο αίμα της θυσίας του, με το οποίον ερραντίσθητε και επήρατε την λύτρωσιν και τον αγιασμόν και το οποίον λαλεί και συνηγορεί πλησίον του Θεού υπέρ ημών, περισσότερον από το αίμα του Αβέλ, που εζητούσε εκδίκησιν εναντίον του αδελφοκτόνου. Εβρ. 12,25 Βλέπετε μὴ παραιτήσησθε τὸν λαλοῦντα. εἰ γὰρ ἐκεῖνοι οὐκ ἔφυγον τὸν ἐπὶ τῆς γῆς παραιτησάμενοι χρηματίζοντα, πολλῷ μᾶλλον ἡμεῖς οἱ τὸν ἀπ᾿ οὐρανῶν ἀποστρεφόμενοι· Εβρ. 12,25 Προσέχετε, λοιπόν, μήπως τυχόν και απαρνηθήτε τον πανάγαθον Θεόν, που σας ομιλεί· διότι εάν οι Εβραίοι της παλαιάς εποχής, που ηρνήθησαν να υπακούσουν στον Μωϋσέα, τον ομιλούντα εκ μέρους του Θεού, δεν εξέφυγαν την τιμωρίαν, πολύ περισσότερον δεν θα ξεφύγωμεν ημείς, που απαρνούμεθα τον Θεόν και αποστρέφομεν τον εαυτόν μας από εκείνος, που μας ομιλεί εκ των ουρανών. Εβρ. 12,26 οὗ ἡ φωνὴ τὴν γῆν ἐσάλευσε τότε, νῦν δὲ ἐπήγγελται λέγων· ἔτι ἅπαξ ἐγὼ σείω οὐ μόνον τὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ τὸν οὐρανόν. Εβρ. 12,26 Αυτού δε του Θεού η φωνή συνεκλόνισε τότε την γην, τώρα δε έχει προαναγγείλει και υποσχεθή δια του προφήτου λέγων· “ακόμη μίαν φοράν εγώ θα σείσω όχι μόνον την γην, αλλά και τον ουρανόν”. Εβρ. 12,27 τὸ δὲ ἔτι ἅπαξ δηλοῖ τῶν σαλευομένων τὴν μετάθεσιν ὡς πεποιημένων, ἵνα μείνῃ τὰ μὴ σαλευόμενα. Εβρ. 12,27 Αυτό, το “μία ακόμη φοράν” που λέγει, δηλώνει την μετακίνησιν και αλλαγήν αυτών, που σαν κτίσματα φθαρτά μετακινούνται και αλλοιώνεται, δια να μείνουν τα αμετακίνητα και αιώνια, που υπάρχουν στους ουρανούς. Εβρ. 12,28 Διὸ βασιλείαν ἀσάλευτον παραλαμβάνοντες ἔχωμεν χάριν, δι᾿ ἧς λατρεύωμεν εὐαρέστως τῷ Θεῷ μετὰ αἰδοῦς καὶ εὐλαβείας· Εβρ. 12,28 Δι' αυτό, αφού επήραμεν ως ανεκτίμητον κληρονομίαν μας βασιλείαν ακλόνητον και αιωνίαν, την βασιλείαν που μας προσφέρει ο Χριστός, ας αισθανώμεθα συνεχώς και ας εκφράζωμεν προς τον Θεόν ευχαριστίαν. Και με την ευχαριστίαν αυτήν, ας λατρεύωμεν τον Θεόν κατά τρόπον ευάρεστον εις αυτόν, με σεμνότητα και ευλάβειαν· Εβρ. 12,29 καὶ γὰρ ὁ Θεὸς ἡμῶν πῦρ καταναλίσκον. Εβρ. 12,29 Διότι ο Θεός μας είναι φωτιά, που κατακαίει και εξολοθρεύει κάθε αναιδή και ασεβή.

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 13

ΗΘΙΚΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

Εβρ. 13,1 Ἡ φιλαδελφία μενέτω, τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· Εβρ. 13,1 Μόνιμος και σταθερά ας μένη εις τας καρδίας σας η αγάπη προς τους αδελφούς χριστιανούς. Εβρ. 13,2 διά ταύτης γὰρ ἔλαθόν τινες ξενίσαντες ἀγγέλους. Εβρ. 13,2 Μη λησμονείτε ποτέ να ασκήτε την φιλοξενίαν· διότι χάρις εις την φιλόξενον διάθεσίν των μερικοί, όπως ο Αβραάμ και ο Λωτ, αξιώθηκαν, χωρίς και οι ίδιοι να το καταλάβουν, να φιλοξενήσουν αγγέλους. Εβρ. 13,3 μιμνήσκεσθε τῶν δεσμίων ὡς συνδεδεμένοι, τῶν κακουχουμένων ὡς καὶ αὐτοὶ ὄντες ἐν σώματι. Εβρ. 13,3 Να ενθυμήσθε τους φυλακισμένους, σαν να είσθε και σεις δεμένοι μαζή των εις την φυλακήν. Να ενθυμήσθε επίσης και αυτούς που ταλαιπωρούνται και βασανίζονται σωματικώς, διότι και σεις έχετε σώμα φθαρτόν και πιθανόν να πάθετε τις ίδιες ταλαιπωρίες. Εβρ. 13,4 Τίμιος ὁ γάμος ἐν πᾶσι καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος· πόρνους δὲ καὶ μοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεός. Εβρ. 13,4 Ας είναι τίμιος κατά πάντα ο γάμος και η κοίτη των συζύγων αμόλυντος και καθαρά διότι ο Θεός θα κρίνη και θα καταδικάση τους πόρνους και τους μοιχούς. Εβρ. 13,5 Ἀφιλάργυρος ὁ τρόπος, ἀρκούμενοι τοῖς παροῦσιν· αὐτὸς γὰρ εἴρηκεν· οὐ μή σε ἀνῶ οὐδ᾿ οὐ μή σε ἐγκαταλίπω· Εβρ. 13,5 Η διάθεσις της ψυχής σας και η όλη σας συμπεριφορά να είναι απηλλαγμένη από κάθε τάσιν φιλαργυρίας, αρκούμενοι και ευχαριστούμενοι εις εκείνα, που εκάστοτε έχετε. Να εμπιστεύεσθε δε τον εαυτόν σας στον Θεόν, διότι αυτός είπε· “δεν θα σε αφήσω ποτέ και δεν θα σε εγκαταλείψω”. Εβρ. 13,6 ὥστε θαῤῥοῦντας ἡμᾶς λέγειν· Κύριος ἐμοὶ βοηθός, καὶ οὐ φοβηθήσομαι· τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος; Εβρ. 13,6 Ώστε έχοντες πεποίθησιν εις την πρόνοιαν του Κυρίου, να λέγωμεν με θάρρος· “ο Κύριος είναι βοηθός μου και δεν θα φοβηθώ τίποτε. Τι θα μου κάνη ο οποιοσδήποτε άνθρωπος;” Εβρ. 13,7 Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. Εβρ. 13,7 Να ενθυμήσθε πάντοτε τους πνευματικούς σας ηγέτας και προεστούς, οι οποίοι σας εδίδαξαν τον λόγον του Θεού. Να φέρνετε στον νουν σας και να μελετάτε με ευλάβειαν το κατά Θεόν τέλος του βίου και της εναρέτου συμπεριφοράς των και να μιμήσθε την πίστιν. Εβρ. 13,8 Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Εβρ. 13,8 Αλλ' εάν οι άνθρωποι έρχωνται και παρέρχωνται, ο Ιησούς Χριστός και χθες και σήμερον και στους αιώνας των αιώνων είναι ο ίδιος και αναλλοίωτος, και η διδασκαλία του είναι αιωνία και αληθής. Κρατήσατέ την σταθερά, Εβρ. 13,9 διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατήσαντες. Εβρ. 13,9 και μη αφίνετε τον εαυτόν σας να παρασύρεται και να παραπλανάται από λογιών-λογιών διδασκαλίας, ξένας και διαφορετικάς από την διδασκαλίαν του Χριστού. Διότι είναι καλόν, οικοδομητικόν και ασφαλές, να στερεώνεται η καρδία εις την ορθήν διδασκαλίαν με την χάριν του Κυρίου και όχι εις τας ψευδοδιδασκαλίας των Εβραίων, περί φαγητών καθαρών και ακαθάρτων, από την οποίαν τίποτε δεν ωφελήθησαν, όσοι επρόσεχαν εις τας διακρίσεις αυτάς των φαγητών. Εβρ. 13,10 ἔχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες· Εβρ. 13,10 Ημείς οι χριστιανοί, έχομεν ιερώτατον θυσιαστήριον, την αγίαν Τράπεζαν, επάνω εις την οποίαν παρατίθεται ουράνιος και ανεκτίμητος τροφή, το σώμα και το αίμα του Κυρίου, από το οποίον θυσιαστήριον δεν έχουν το δικαίωμα να φάγουν όσοι εξακολουθούν να λατρεύουν και να υπηρετούν τον Θεόν εις την παλαιάν σκηνήν του μαρτυρίου, (δηλαδή ούτε οι ιερείς και οι αρχιερείς της Π. Διαθήκης). Εβρ. 13,11 ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ Ἅγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς· Εβρ. 13,11 Συμβολικώς δε εικονίζετο αυτή η απαγόρευσις εις την Π. Διαθήκην. Διότι τα σώματα των ζώων εκείνων, που εθυσιάζοντο κατά την ημέραν του εξιλασμού και το αίμα των εφέρετο από τον αρχιερέα εις τα άγια των αγίων, ως θυσία περί αμαρτίας, δεν ετρώγοντο από τους ιερείς, αλλά εκαίοντο εξ ολοκλήρου έξω από το στρατόπεδον του Ισραήλ. Εβρ. 13,12 διὸ καὶ Ἰησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθε. Εβρ. 13,12 Δι' αυτό, σύμφωνα με τον προφητικόν αυτόν συμβολισμόν, και ο Ιησούς, δια να αγιάση με το ιδικόν του αίμα τον νέον λαόν της χάριτος εσταυρώθη έξω από την πύλην της Ιερουσαλήμ. Εβρ. 13,13 τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· Εβρ. 13,13 Λοιπόν, κόπτοντες και ημείς κάθε δεσμόν προς τας παλαιάς αυτάς και συμβολικάς διατάξεις, ας εξερχώμεθα προς τον Χριστόν έξω από την ιουδαϊκήν θρησκείαν και νοοτροπίαν, και ας πάρωμεν επάνω μας τον χλευασμόν και τον εμπαιγμόν, που πρώτος υπέμεινε δι' ημάς ο Χριστός. Εβρ. 13,14 οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. Εβρ. 13,14 Ας μη δενώμεθα με τα παλαιά σχήματα και τα πράγματα γενικώς του κόσμου. Διότι δεν έχομεν εδώ μόνιμον πατρίδα και κατοικίαν, αλλά με ενδιαφέρον και πόθον ζητούμεν να κερδήσωμεν την μέλλουσαν και αιωνίαν, δηλαδή την ουράνιον βασίλειαν του Κυρίου. Εβρ. 13,15 δι᾿ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ᾿ ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Εβρ. 13,15 Δια μέσου, λοιπόν, του Κυρίου μας, ως αρχιερέως και μεσίτου, ας προσφέρωμεν προς τον Θεόν πάντοτε θυσίαν δοξολογίας και ευχαριστίας· δηλαδή θυσίαν, η οποία σαν καρπός και έκφρασις θερμής ευγνωμοσύνης και λατρείας προς τον Θεόν, θα βγαίνη από τα χείλη μας, τα οποία θα δοξολογούν το άγιον όνομα του. Εβρ. 13,16 τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός. Εβρ. 13,16 Μη λησμονείτε την αγαθοεργίαν και το καθήκον σας να κάμνετε και τους άλλους μετόχους των αγαθών, που σας δίδει ο Θεός, διότι στοιαύτας θυσίας ευχαριστείται ο Θεός και όχι εις θυσίας ζώων. Εβρ. 13,17 Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες· ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες· ἀλυσιτελὲς γὰρ ὑμῖν τοῦτο. Εβρ. 13,17 Να πείθεσθε και να υποτάσσεσθε με προθυμίαν, χωρίς δισταγμούς και δυσφορίας, στους πνευματικούς προϊσταμένους σας. Διότι αυτοί αγρυπνούν δια την σωτηρίαν των ψυχών σας, επειδή θα δώσουν λόγον δια σας στον Χριστόν. Υπακούετε, λοιπόν, εις αυτούς με προθυμίαν, ώστε να εκτελούν το έργον αυτό της πνευματικής καθοδηγήσεώς σας με χαράν και όχι με στεναγμούς· διότι το να στενάζουν από την ιδικήν σας απείθειαν, είναι επιζήμιον εις σας τους ιδίους. Θα φέρη επάνω σας την οργήν του Θεού. Εβρ. 13,18 Προσεύχεσθε περὶ ἡμῶν· πεποίθαμεν γὰρ ὅτι καλὴν συνείδησιν ἔχομεν, ἐν πᾶσι καλῶς θέλοντες ἀναστρέφεσθαι. Εβρ. 13,18 Προσεύχεσθε δι' ημάς· διότι έχομεν την πεποίθησιν, ότι η συνείδησίς μας μας παρέχει την καλήν και δικαίαν πληροφορίαν ότι, όπως στο παρελθόν έτσι και τώρα, θέλομεν πάντοτε και εις όλα να συμπεριφερώμεθα προς όλους καλώς. Εβρ. 13,19 περισσοτέρως δὲ παρακαλῶ τοῦτο ποιῆσαι, ἵνα τάχιον ἀποκατασταθῶ ὑμῖν. Εβρ. 13,19 Σας παρακαλώ δε να κάμετε τούτο περισσότερον δι' εμέ, να προσεύχεσθε ειδικώτερον περί εμού, δια να επανέλθω κοντά σας το συντομώτερον.

ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

Εβρ. 13,20 Ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης, ὁ ἀναγαγὼν ἐκ νεκρῶν τὸν ποιμένα τῶν προβάτων τὸν μέγαν ἐν αἵματι διαθήκης αἰωνίου, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν, Εβρ. 13,20 Ο δε Θεός της ειρήνης, ο οποίος ανέστησεν εκ νεκρών και ανέλαβεν στους ουρανούς εκ δεξιών του τον μεγάλον ποιμένα των λογικών προβάτων, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ο οποίος προσέφερεν επί του σταυρού ως λυτρωτικήν θυσίαν το αίμα του, δια να συνάψη και επικυρώση την αιωνίαν διαθήκην, Εβρ. 13,21 καταρτίσαι ὑμᾶς ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ εἰς τὸ ποιῆσαι τὸ θέλημα αὐτοῦ, ποιῶν ἐν ὑμῖν τὸ εὐάρεστον ἐνώπιον αὐτοῦ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Εβρ. 13,21 είθε να σας καταρτίση εις κάθε καλόν έργον, ώστε να πράττετε πάντοτε το θέλημα αυτού· να ενεργήση και πραγματοποιήση εις τας καρδίας σας κάθε τι, που είναι ευάρεστον ενώπιόν του, δια της μεσιτείας του Ιησού Χριστού, προς τον οποίον ανήκει η δόξα στους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Εβρ. 13,22 Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, ἀνέχεσθε τοῦ λόγου τῆς παρακλήσεως· καὶ γὰρ διὰ βραχέων ἐπέστειλα ὑμῖν. Εβρ. 13,22 Σας παρακαλώ δε, αδελφοί, πάρετε με προθυμίαν και δεχθήτε μέσα στις καρδιές σας τα λόγια αυτά της προτροπής και παρηγορίας, που σας έγραψα, τα οποία άλλωστε δεν είναι πολλά, διότι με συντομίαν σας έγραψα. Εβρ. 13,23 Γινώσκετε τὸν ἀδελφὸν Τιμόθεον ἀπολελυμένον, μεθ᾿ οὗ, ἐὰν τάχιον ἔρχηται, ὄψομαι ὑμᾶς. Εβρ. 13,23 Μάθετε δε, ότι ο αδελφός Τιμόθεος είναι πλέον ελεύθερος. Θα σας ίδω δε μαζή με αυτόν, εάν έλθη σύντομα να με συναντήση, οπότε θα σας επισκεφθώμεν και οι δύο μαζή. Εβρ. 13,24 Ἀσπάσασθε πάντας τοὺς ἡγουμένους ὑμῶν καὶ πάντας τοὺς ἁγίους. Ἀσπάζονται ὑμᾶς οἱ ἀπὸ τῆς Ἰταλίας. Εβρ. 13,24 Διαβιβάσατε τους αδελφικούς μου χαιρετισμούς εις όλους τους προεστούς σας και εις όλους τους πιστούς. Οι αδελφοί της Ιταλίας σας ασπάζονται. Εβρ. 13,25 Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν. Εβρ. 13,25 Η χάρις του Θεού είθε να είναι μαζή με όλους σας. Αμήν.

Προς Ρωμαίους

Προς Ρωμαίους 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16

Η προς Ρωμαίους επιστολή απευθύνεται στην Εκκλησία της Ρώμης. Ο Παύλος την εποχή που γράφει την επιστολή, βρίσκεται προς το τέλος της 3ης περιοδείας και μάλιστα στην Κόρινθο. Εκεί γράφει την προς Ρωμαίους επιστολή το 57 μ.Χ., μετά από πλούσια ιεραποστολική και συγγραφική δραστηριότητα.

Ο Παύλος έχει ήδη κηρύξει το Ευαγγέλιο στο ανατολικό μέρος της αυτοκρατορίας, από την Ιερουσαλήμ ως την Ιλλυρία όπως αναφέρεται στην επιστολή (15,19). Ο Παύλος από την Κόρινθο θα κατευθυνθεί προς την Ιερουσαλήμ για να φέρει τα βοηθήματα που συγκέντρωσαν οι Χριστιανοί της Μακεδονίας και της Αχαΐας για τους αδελφούς των Ιεροσολύμων. Μετά το ταξίδι του στα Ιεροσόλυμα σκοπεύει να μεταθέσει την ιεραποστολική του δραστηριότητα στη Δύση και να ικανοποιήσει την από πολλά χρόνια σφοδρή επιθυμία του να δει τους Χριστιανούς της Ρώμης και να κατευοδωθεί απ’ αυτούς στην Ισπανία (Ρωμ. 15, 23-26 και Πραξ. 23,11). Με την επιστολή του θέλει να συστηθεί προσωπικά ενόψει της μελλοντικής του επίσκεψης αλλά και διότι έχουν ήδη διαδοθεί γι’ αυτόν ποικίλες πληροφορίες. Για το λόγο αυτό εκθέτει λεπτομερώς τη διδασκαλία του στην επιστολή.

Η προς Ρωμαίους επιστολή είναι η σπουδαιότερη σε θεολογικό περιεχόμενο και η μεγαλύτερη σε έκταση απ’ όλες τις επιστολές του Παύλου. Χαρακτηρίζεται συνήθως ως η “δογματική” ή το “Ευαγγέλιο του Αποστόλου Παύλου”.

Ωστόσο η επιστολή αυτή δεν περιέχει σύνοψη της θεολογίας του, αλλά εκθέτει μια βασική πτυχή της παύλειας θεολογίας: Τη δικαίωση του αμαρτωλού ανθρώπου με τη χάρη του Χριστού και όχι με τα έργα του Νόμου. Το θέμα αυτό αναπτύσσει ο Παύλος μέσα στο πλαίσιο της θείας οικονομίας, ξεκινώντας από τον Αδάμ, που παρέβη την εντολή του Θεού και φθάνοντας στον έσχατο Αδάμ, τον Ιησού Χριστό, που αποκατέστησε την παράβαση του πρώτου γενάρχη. Ο πρώτος έφερε το θάνατο στην ανθρωπότητα, ο “έσχατος” δώρισε πλουσιοπάροχα τη ζωή.

Εκείνο που ενδιαφέρει τον ιερό συγγραφέα δεν είναι να εξιστορήσει την προέλευση των δεινών της ανθρωπότητας αλλά να υπογραμμίσει τη δωρεά της ζωής που πηγάζει από το Χριστό. Το παρόν και το μέλλον της ζωής κατέχει το κέντρο του ενδιαφέροντος του και όχι το παρελθόν της φθοράς και του θανάτου. Μπορούμε συνεπώς να υποστηρίξουμε πως το μήνυμα της επιστολής είναι ένα μήνυμα αισιοδοξίας: Όπου βασίλευε άλλοτε ο θάνατος, η αμαρτία και ο Νόμος, τώρα δια του Χριστού αφθονεί η ζωή, η αγιότητα και η χάρη.

Πηγή: Οι πληροφορίες για τα βιβλία της Καινής Διαθήκης προέρχονται από την Αγία Γραφή, της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, Εκδ. 1997

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 1

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Ρωμ. 1,1 Παῦλος, δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κλητὸς ἀπόστολος, ἀφωρισμένος εἰς εὐαγγέλιον Θεοῦ Ρωμ. 1,1 Εγώ ο Παύλος είμαι δούλος του Ιησού Χριστού, αφωσιωμένος ψυχή και σώματι εις αυτόν, κεκλημένος από τον ίδιον στο αποστολικόν αξίωμα, ξεχωρισμένος δια να κηρύττω το χαρμόσυνον μήνυμα της σωτηρίας, την οποίαν ο Θεός προσφέρει στους ανθρώπους. Ρωμ. 1,2 ὃ προεπηγγείλατο διὰ τῶν προφητῶν αὐτοῦ ἐν γραφαῖς ἁγίαις Ρωμ. 1,2 Αυτό το κήρυγμα, όπως φαίνεται από τας προφητείας, που περιέχονται εις τας Αγίας Γραφάς, το είχεν υποσχεθή ο Θεός και προαναγγείλει με τους προφήτας του· Ρωμ. 1,3 περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, τοῦ γενομένου ἐκ σπέρματος Δαυΐδ κατὰ σάρκα, Ρωμ. 1,3 αφορά δε τον μονογενή Υιόν του, ο οποίος εγεννήθη, κατά το ανθρώπινον, από απόγονον του Δαυΐδ, Ρωμ. 1,4 τοῦ ὁρισθέντος υἱοῦ Θεοῦ ἐν δυνάμει κατὰ πνεῦμα ἁγιωσύνης ἐξ ἀναστάσεως νεκρῶν, Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, Ρωμ. 1,4 απεδείχθη δε σαφώς, ότι ούτος είναι Υιός του Θεού με υπερφυσικήν δύναμιν, που επήγαζε από το Πνεύμα, το οποίον μεταδίδει αγιότητα· επεδείχθη δε Υιός του Θεού ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ιδιαιτέρως με την εκ νεκρών ανάστασιν του. Ρωμ. 1,5 δι᾿ οὗ ἐλάβομεν χάριν καὶ ἀποστολὴν εἰς ὑπακοὴν πίστεως ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, Ρωμ. 1,5 Δια του Χριστού ελάβομεν, εγώ ο Παύλος και οι άλλοι Απόστολοι, την χάριν και το αποστολικόν αξίωμα, δια να κηρύττωμεν μεταξύ όλων των εθνών την νέαν πίστιν και την εις αυτήν υποταγήν, προς δόξαν του ονόματός του. Ρωμ. 1,6 ἐν οἷς ἐστε καὶ ὑμεῖς κλητοὶ Ἰησοῦ Χριστοῦ, Ρωμ. 1,6 Μεταξύ δε των εθνικών συγκαταλέγεσθε και σεις, οι οποίοι έχετε κληθή δια του Ιησού Χριστού. Ρωμ. 1,7 πᾶσι τοῖς οὖσι ἐν Ῥώμῃ ἀγαπητοῖς Θεοῦ, κλητοῖς ἁγίοις· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ρωμ. 1,7 Απευθύνομαι με την επιστολήν μου αυτήν εις όλους τους πιστούς, που ευρίσκεσθε εις την Ρώμην και οι οποίοι είσθε ιδαιαιτέρως αγαπητοί στον Θεόν και προσκεκλημένοι να γίνετε άγιοι, και εύχομαι να είναι μαζή σας πάντοτε η χάρις και η ειρήνη από τον Θεόν πατέρα μας και από τον Κύριον Ιησούν Χριστόν.

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙ ΤΗ ΡΩΜΗ

Ρωμ. 1,8 Πρῶτον μὲν εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ πάντων ὑμῶν, ὅτι ἡ πίστις ὑμῶν καταγγέλλεται ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Ρωμ. 1,8 Πρώτον μεν ευχαριστώ τον Θεόν μου δια μέσου του Ιησού Χριστού δι' όλους σας, επειδή η πίστις σας έχει διαλαληθή εις όλον τον κόσμον. Ρωμ. 1,9 μάρτυς γὰρ μού ἐστιν ὁ Θεός, ᾧ λατρεύω ἐν τῷ πνεύματί μου ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, ὡς ἀδιαλείπτως μνείαν ὑμῶν ποιοῦμαι, Ρωμ. 1,9 Μάρτυς μου είναι ο Θεός, τον οποίον λατρεύω με όλην μου την ψυχήν και την καρδίαν, υπηρετών και κηρύσσων το ευαγγέλιον του Υιού αυτού, ότι συνεχώς και αδιακόπως σας ενθυμούμαι, Ρωμ. 1,10 πάντοτε ἐπὶ τῶν προσευχῶν μου δεόμενος εἴ πως ἤδη ποτὲ εὐοδωθήσομαι ἐν τῷ θελήματι τοῦ Θεοῦ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς. Ρωμ. 1,10 παρακαλών πάντοτε τον Θεόν εις τας προσευχάς μου, μήπως, έστω και τώρα, ευδοκήση κατά το άγιον του θέλημα, και κατευοδωθώ και έλθω εις επίσκεψίν σας. Ρωμ. 1,11 ἐπιποθῶ γὰρ ἰδεῖν ὑμᾶς, ἵνα τι μεταδῶ χάρισμα ὑμῖν πνευματικὸν εἰς τὸ στηριχθῆναι ὑμᾶς, Ρωμ. 1,11 Διότι έχω φλογερόν πόθον να σας ίδω, δια να σας μεταδώσω κάποιο πνευματικόν χάρισμα και πνευματικήν ωφέλειαν, ώστε να στηριχθήτε ακόμη περισσότερον εις την κατά Χριστόν πίστιν και ζωήν. Ρωμ. 1,12 τοῦτο δέ ἐστι συμπαρακληθῆναι ἐν ὑμῖν διὰ τῆς ἐν ἀλλήλοις πίστεως ὑμῶν τε καὶ ἐμοῦ. Ρωμ. 1,12 Αλλά τούτο σημαίνει ότι και εγώ αισθάνομαι την ανάγκην να παρηγορηθώ και ενισχυθώ μεταξύ σας, όπως και σεις από εμέ, δια της κοινής πίστεως και ημών και εμού, η οποία μας συνδέει. Ρωμ. 1,13 οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι πολλάκις προεθέμην ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἐκωλύθην ἄχρι τοῦ δεῦρο, ἵνα τινὰ καρπὸν σχῶ καὶ ἐν ὑμῖν καθὼς καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς ἔθνεσιν. Ρωμ. 1,13 Θέλω δε να γνωρίζετε καλά, αδελφοί, ότι πολλές φορές εσκέφθην και απεφάσισα να έλθω πλησίον σας, αλλά συνήντησα εμπόδια μέχρι τώρα. Ήθελα δε να έλθω, δια να έχω κάποιον πνευματικόν καρπόν και μεταξύ σας, όπως έχω και μεταξύ των άλλων εθνών. Ρωμ. 1,14 Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις, σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις ὀφειλέτης εἰμί· Ρωμ. 1,14 Αισθάνομαι ότι είμαι υποχρεωμένος να κηρύξω το Ευαγγέλιον και στους Έλληνας και στους βαρβάρους, και στους σοφούς και στους αγραμμάτους. Ρωμ. 1,15 οὕτω τὸ κατ᾿ ἐμὲ πρόθυμον καὶ ὑμῖν τοῖς ἐν Ῥώμῃ εὐγγελίσασθαι. Ρωμ. 1,15 Δι' αυτό, καθόσον εξαρτάται από εμέ, είμαι πρόθυμος να κηρύξω το Ευαγγέλιον της σωτηρίας και εις σας, που ευρίσκεσθε εις την Ρώμην.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Ρωμ. 1,16 οὐ γὰρ ἐπαισχύνομαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ· δύναμις γὰρ Θεοῦ ἐστιν εἰς σωτηρίαν παντὶ τῷ πιστεύοντι, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι. Ρωμ. 1,16 Διότι δεν εντρέπομαι ποτέ το Ευαγγέλιον του Χριστού, επειδή είναι δύναμις του Θεού, η οποία χαρίζει σωτηρίαν εις κάθε ένα που πιστεύει ειλικρινώς, κατά πρώτον λόγον εις κάθε Ιουδαίον, έπειτα δε εις κάθε Έλληνα και ειδωλολάτρην. Ρωμ. 1,17 δικαιοσύνη γὰρ Θεοῦ ἐν αὐτῷ ἀποκαλύπτεται ἐκ πίστεως εἰς πίστιν, καθὼς γέγραπται· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται. Ρωμ. 1,17 Διότι φανερώνεται και προσφέρεται δια του Ευαγγελίου η σωτηρία και η δικαίωσις εκ μέρους του Θεού προς τον άνθρωπον, ο οποίος αρχίζει από την πίστιν και προχωρεί δια της πίστεως, σύμφωνα άλλωστε και με εκείνο που έχει γραφή από τον προφήτην Αβακούμ. “Ο δίκαιος θα κερδήση την αιώνιον ζωήν δια της πίστεώς του”.

Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Ρωμ. 1,18 Ἀποκαλύπτεται γὰρ ὀργὴ Θεοῦ ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐπὶ πᾶσαν ἀσέβειαν καὶ ἀδικίαν ἀνθρώπων τῶν τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀδικίᾳ κατεχόντων, Ρωμ. 1,18 Ευδόκησε δε ο Θεός να δώση την εκ πίστεως δικαίωσιν, καθόσον τα έργα του κόσμου είναι τέτοια, ώστε εξ αιτίας των φανερώνεται και ξεσπάει η οργή του Θεού από τον ουρανόν εναντίον κάθε ασεβείας και κάθε αδικίας των πονηρών ανθρώπων, οι οποίοι, ενώ γνωρίζουν και κατέχουν την αλήθειαν, ζουν μέσα εις την αδικίαν. Ρωμ. 1,19 διότι τὸ γνωστὸν τοῦ Θεοῦ φανερόν ἐστιν ἐν αὐτοῖς· ὁ γὰρ Θεὸς αὐτοῖς ἐφανέρωσε. Ρωμ. 1,19 Επειδή η γνώσις περί του Θεού και του θελήματός του (όσην ημπορεί να χωρέση ο άνθρωπος) είναι φανερή και γνωστή εις αυτούς· ο ίδιος ο Θεός την έχει φανερώσει εις αυτούς. Ρωμ. 1,20 τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης, εἰς τὸ εἶναι αὐτοὺς ἀναπολογήτους, Ρωμ. 1,20 Διότι από τότε που εκτίσθη ο κόσμος, αι αόρατοι τελειότητες του Θεού γίνονται καθαρά αισθηταί με την διάνοιαν δια μέσου των δημιουργημάτων, τόσον η αιωνία αυτού παντοδυναμία, όσον και κάθε θεία τελειότης του, εις τρόπον ώστε να μένουν αυτοί αναπολόγητοι δια τον αμαρτωλόν βίον των· Ρωμ. 1,21 διότι γνόντες τὸν Θεὸν οὐχ ὡς Θεὸν ἐδόξασαν ἢ εὐχαρίστησαν, ἀλλ᾿ ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν, καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία· Ρωμ. 1,21 διότι, ενώ εγνώρισαν δια μέσου της δημιουργίας τον πάνσοφον και πανάγαθον Θεόν, δεν τον εδόξασαν ως αληθινόν Θεόν δια τα μεγαλεία του και δεν τον ευχαρίστησαν δια τας αναριθμήτους ευεργεσίας του, αλλ' επλανήθησαν με τους μωρούς και ψευδείς συλλογισμούς των περί των ειδώλων και της αμαρτωλής ζωής και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών διάνοια· Ρωμ. 1,22 φάσκοντες εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν, Ρωμ. 1,22 και ενώ διακηρύττουν ότι είναι σοφοί, απεδείχθησαν μωροί και ανόητοι· Ρωμ. 1,23 καὶ ἤλλαξαν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων καὶ ἑρπετῶν. Ρωμ. 1,23 και αντικατέστησαν την άπειρον και μεγαλειώδη δόξαν του αφθάρτου Θεού με υλικά αγάλματα, με είδωλα, που εικονίζουν φθαρτούς ανθρώπους και πτηνά και τετράποδα και ερπετά. Ρωμ. 1,24 Διὸ καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῶν καρδιῶν αὐτῶν εἰς ἀκαθαρσίαν τοῦ ἀτιμάζεσθαι τὰ σώματα αὐτῶν ἐν αὐτοῖς, Ρωμ. 1,24 Δια την ασέβειαν δε και την αποστασίαν των αυτήν απέσυρεν ο Θεός την χάριν του και έτσι παρεδόθησαν και υπεδουλώθησαν εις τας αμαρτωλάς επιθυμίας των καρδιών των, εις ηθικήν ακαθαρσίαν, ώστε να εξευτελίζωνται τα σώματα των από αυτούς τους ιδίους. Ρωμ. 1,25 οἵτινες μετήλλαξαν τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ψεύδει, καὶ ἐσεβάσθησαν καὶ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα, ὅς ἐστιν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν. Ρωμ. 1,25 Αυτοί αντήλλαξαν και αντικατέστησαν την αλήθειαν του Θεού με το ψεύδος της ειδωλολατρίας, εσεβάσθησαν δε και ελάτρευσαν την άψυχον και άλογον και πεπερασμένην κτίσιν, αντί του Δημιουργού, ο οποίος την έκτισε και πρέπει δια τούτο να ευλογήται και να δοξάζεται εις όλους τους αιώνας. Αμήν. Ρωμ. 1,26 Διὰ τοῦτο παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς πάθη ἀτιμίας. αἵ τε γὰρ θήλειαι αὐτῶν μετήλλαξαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν εἰς τὴν παρὰ φύσιν, Ρωμ. 1,26 Ακριβώς δε διότι ελάτρευσαν ψευδείς και φαύλους θεούς, παρεχώρησεν ο Θεός να παραδοθούν και υποδουλωθούν εις εξευτελιστικά πάθη. Διότι και αι γυναίκες των (χωρίς να εντραπούν και σεβασθούν ούτε τον ευατόν των) αλλάξαν την φυσικήν χρήσιν του φύλου των εις την παρά φύσιν και εξετράπησαν εις ακατανομάστους πράξεις. Ρωμ. 1,27 ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἄρσενες ἀφέντες τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσι τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι καὶ τὴν ἀντιμισθίαν ἣν ἔδει τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες. Ρωμ. 1,27 Κατά παρόμοιον τρόπον και οι άρρενες αφήκαν την φυσικήν σχέσιν και χρήσιν της γυναικός και εφλογίσθησαν εις τας εμπαθείς ορέξεις μεταξύ των, ώστε άνδρες εις άνδρας να ενεργούν αναισχύντους και εξευτελιστικάς πράξεις και να λαμβάνουν τον μισθόν, που τους έπρεπε δια την πλάνην των, από τον ίδιον τον ευατόν των. Ρωμ. 1,28 Καὶ καθὼς οὐκ ἐδοκίμασαν τὸν Θεὸν ἔχειν ἐν ἐπιγνώσει, παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον νοῦν, ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα, Ρωμ. 1,28 Και καθώς δεν έκριναν καλόν και δεν ηθέλησαν να κατέχουν την αληθή και σοφήν γνώσιν περί του Θεού, παρεχώρησεν ο Θεός να παραδοθούν και υποδουλωθούν εις νουν ανίκανον να διακρίνη το ορθόν, με αποτέλεσμα να διαπράττουν αυτά τα απρεπή και επαίσχυντα. Ρωμ. 1,29 πεπληρωμένους πάσῃ ἀδικίᾳ, πορνείᾳ, πονηρίᾳ, πλεονεξία, κακίᾳ, μεστοὺς φθόνου, φόνου, ἔριδος, δόλου κακοηθείας, Ρωμ. 1,29 Και έτσι εγέμισαν και διεποτίσθησαν, κατά την ψυχήν και το σώμα, από κάθε αδικίαν, πορνείαν, πονηρίαν, πλεονεξίαν, κακίαν· εγέμισαν από φθόνον, φόνον, φιλόνεικον διάθεσιν, δολιότητα και κάθε κακοήθειαν. Ρωμ. 1,30 ψιθυριστάς, καταλάλους, θεοστυγεῖς, ὑβριστάς, ὑπερηφάνους, ἀλαζόνας, ἐφευρετὰς κακῶν, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, Ρωμ. 1,30 Έγιναν κρυφοί κατήγοροι σιγοψιθυρίζοντες μεταξύ των εις βάρος των άλλων, θρασείς συκοφάνται των απόντων, γεμάτοι μίσος εναντίον του Θεού, υβρισταί, φαντασμένοι και κομπασταί, επιδειξιομανείς, επινοηταί κακών εις βάρος των άλλων, ασεβείς και ανυπάκοοι απέναντι των γονέων· Ρωμ. 1,31 ἀσυνέτους, ἀσυνθέτους, ἀστόργους, ἀσπόνδους, ἀνελεήμονας· Ρωμ. 1,31 άνθρωποι χωρίς σύνεσιν, που χωρίς εντροπήν καταπατούν τον λόγον των και τας συμφωνίας που έχουν κάμει, άστοργοι απέναντι των οικείων των, αδιάλλακτοι και μνησίκακοι, σκληροί και ανάλγητοι εις την ξένην δυστυχίαν. Ρωμ. 1,32 οἵτινες τὸ δικαίωμα τοῦ Θεοῦ ἐπιγνόντες, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα πράσσοντες ἄξιοι θανάτου εἰσίν, οὐ μόνον αὐτὰ ποιοῦσιν, ἀλλὰ καὶ συνευδοκοῦσι τοῖς πράσσουσι. Ρωμ. 1,32 Αυτοί, μολονότι εγνώρισαν καλά το θέλημα και την δικαιοσύνην του Θεού, ότι δηλαδή όσοι διαπράττουν τέτοια πονηρά έργα είναι άξιοι θανάτου, όχι μόνον πράττουν αυτά, αλλά από ψυχικήν πώρωσιν και κακότητα επιδοκιμάζουν με όλην των την καρδιά και εκείνους που τα πράττουν.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 2

Η ΔΙΚΑΙΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ρωμ. 2,1 Διὸ ἀναπολόγητος εἶ, ὦ ἄνθρωπε, πᾶς ὁ κρίνων· ἐν ᾧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις· τὰ γὰρ αὐτὰ πράσσεις ὁ κρίνων. Ρωμ. 2,1 Και συ ο Ιουδαίος γνωρίζεις πόσον ο Θεός οργίζεται εναντίον εκείνων που καταπατούν το θέλημά του). Δια τούτο είσαι αναπολόγητος, ω άνθρωπε, οιοσδήποτε και αν είσαι συ, ο οποίος καταδικάζστους άλλους, διότι καθ' ον χρόνον κρίνεις και καταδικάζεις τον άλλον, κρίνεις και καταδικάζεις τον εαυτόν σου. Επειδή και συ ο Ιουδαίος, που παρουσιάζεσαι ως αυτόκλητος δικαστής, κάμνεις τα ίδια με τον ειδωλολάτρην. Ρωμ. 2,2 οἴδαμεν δὲ ὅτι τὸ κρῖμα τοῦ Θεοῦ ἐστι κατὰ ἀλήθειαν ἐπὶ τοὺς τὰ τοιαῦτα πράσσοντας. Ρωμ. 2,2 Γνωρίζομεν δε πολύ καλά ότι η δικαία κρίσις και καταδίκη εκ μέρους του Θεού εναντίον εκείνων, που πράττουν τέτοια αμαρτωλά έργα, είναι βεβαία και αληθινή. Ρωμ. 2,3 λογίζῃ δὲ τοῦτο, ὦ ἄνθρωπε, ὁ κρίνων τοὺς τὰ τοιαῦτα πράσσοντας καὶ ποιῶν αὐτά, ὅτι σὺ ἐκφεύξῃ τὸ κρῖμα τοῦ Θεοῦ; Ρωμ. 2,3 Συ, δε, ω άνθρωπε, ο οποίος καταδικάζστους άλλους, που διαπράττουν αυτά, ενώ και συ κάμνεις τα ίδια, νομίζεις ότι θα αποφύγης την καταδίκην σου εκ μέρους του Θεού; Ρωμ. 2,4 ἢ τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος αὐτοῦ καὶ τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς μακροθυμίας καταφρονεῖς, ἀγνοῶν ὅτι τὸ χρηστὸν τοῦ Θεοῦ εἰς μετάνοιάν σε ἄγει; Ρωμ. 2,4 Η δείχνεις περιφρόνησιν και αχαριστίαν προς τον πλούτον της αγαθότητος του Θεού και της ανεκτικότητός του και της μακροθυμίας του απέναντί σου, θέλων έτσι να αγνοής ότι η στοργή και η αγαθότης του Θεού σε οδηγεί εις μετάνοιαν και διόρθωσιν; Ρωμ. 2,5 κατὰ δὲ τὴν σκληρότητά σου καὶ ἀμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καὶ ἀποκαλύψεως καὶ δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ, Ρωμ. 2,5 Σύμφωνα δε με την σκληρότητά σου, με την αμετανόητον και αναίσθητον καρδίαν σου, που δεν μαλάσσεται από την τόσην στοργήν του Θεού, συσσωρεύεις εναντίον του ευατού σου θησαυρούς οργής, που θα εκσπάσουν κατά την ημέραν, κατά την οποίαν θα εκδηλωθή η οργή του Θεού και θα φανερωθή η δικαία κρίσις αυτού, Ρωμ. 2,6 ὃς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ ἔργα αὐτοῦ, Ρωμ. 2,6 ο οποίος και “θα αποδώση στον καθένα κατά τα έργα του”· Ρωμ. 2,7 τοῖς μὲν καθ᾿ ὑπομονὴν ἔργου ἀγαθοῦ δόξαν καὶ τιμὴν καὶ ἀφθαρσίαν ζητοῦσι ζωὴν αἰώνιον, Ρωμ. 2,7 εις εκείνους μεν, οι οποίοι με υπομονήν και επιμονήν πράττουν τα αγαθά και ενάρετα έργα, ζητούν δε από τον Θεόν την δόξαν του ουρανού και την αφθαρσίαν και την αθανασίαν, θα δώση ο Θεός ζωήν αιωνίαν πλησίον του. Ρωμ. 2,8 τοῖς δὲ ἐξ ἐριθείας, καὶ ἀπειθοῦσι μὲν τῇ ἀληθείᾳ, πειθομένοις δὲ τῇ ἀδικίᾳ, θυμὸς καὶ ὀργή· Ρωμ. 2,8 Εναντίον δε εκείνων, οι οποίοι από πνεύμα αντιλογίας και φιλονεικίας δεν πείθονται μεν και δεν υποτάσσονται εις την αλήθειαν, πείθονται δε και υποδουλώνονται εις την αδικίαν, θα εκσπάση θυμός και οργή. Ρωμ. 2,9 θλῖψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πᾶσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν, Ἰουδαίου τε πρῶτον καὶ Ἕλληνος· Ρωμ. 2,9 Θλίψις και στενοχωρία θα κυριεύση και θα πλημμυρίση κάθε άνθρωπον, ο οποίος αμετανόητα επιμένει να εργάζεται το κακόν, τον Ιουδαίον κατά πρώτον λόγον, αλλά και τον εθνικόν· Ρωμ. 2,10 δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι· Ρωμ. 2,10 δόξα δε από τον Θεόν, τιμή και έπαινος, ειρήνη και χαρά θα δοθή εις καθένα, που εργάζεται το αγαθόν, στον Ιουδαίον πρώτον, αλλά και στον ειδωλολάτρην· Ρωμ. 2,11 οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. Ρωμ. 2,11 διότι δεν είναι προσωπολήπτης ο Θεός· (δεν λαμβάνει υπ' όψιν την φυλήν και την τάξιν των ανθρώπων, αλλά την πίστιν και τα έργα των). Ρωμ. 2,12 ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. Ρωμ. 2,12 Δι' αυτό, όσοι ημάρτησαν, χωρίς να έχουν γνωρίσει τον μωσαϊκόν νόμον, θα καταδικασθούν εις απώλειαν, χωρίς να χρησιμοποιηθή ο Νόμος ως μέτρον της κρίσεως εναντίον των· και όσοι ημάρτησαν, ενώ είχαν λάβει και εγνώριζαν τον γραπτόν, τον μωσαϊκόν νόμον, θα κριθούν επί τη βάσει του Νόμου. Ρωμ. 2,13 οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. Ρωμ. 2,13 Διότι δίκαιοι και άξιοι αμοιβής ενώπιον του Θεού δεν είναι αυτοί, οι οποίοι απλώς ακούουν και γνωρίζουν τον Νόμον, αλλ' όσοι τον τηρούν και τον εφαρμόζουν. Ρωμ. 2,14 ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, Ρωμ. 2,14 Όταν λοιπόν εθνικοί και ειδωλολάτραι, που δεν έχουν λάβει τον γραπτόν Νόμον του Θεού, πράττουν δε από έμφυτον ηθικήν παρόρμησιν όσα λέγει ο Νόμος, αυτοί καίτοι δεν έχουν νόμον είναι οι ίδιοι δια τον ευατόν των νόμος (επειδή έχουν οδηγόν την συνείδησίν των). Ρωμ. 2,15 οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων- Ρωμ. 2,15 Αυτοί αποδεικνύουν και φανερώνουν με την συμπεριφοράν των, ότι έχουν γραπτόν το έργον του Νόμου μέσα εις τας καρδίας των, όταν η συνείδησίς των δίδη μαρτυρίαν και επιβεβαίωσιν εις αυτούς δια τας πράξεις των, αν είναι καλαί η κακαί, η δε διάνοια εκ παραλλήλου προς την συνείδησιν αναπτύσσει λογισμούς, οι οποίοι κατηγορούν ο ένας τον άλλον ή και απολογούνται, δια την εξακρίβωσιν του καλού. Ρωμ. 2,16 ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ρωμ. 2,16 Αυτοί, λοιπόν, οι ειδωλολάτραι, οι τηρηταί του εμφύτου ηθικού νόμου, θα ανακηρυχθούν δίκαιοι εκ μέρους του Θεού κατά την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν ο δίκαιος Θεός θα κρίνη τας φανεράς και κρυφάς πράξεις των ανθρώπων δια του Ιησού Χριστού, σύμφωνα με το Ευαγγέλιον, το οποίον εγώ κηρύττω.

ΟΙ ΙΟΥΔΑΙΟΙ ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ

Ρωμ. 2,17 Ἴδε σὺ Ἰουδαῖος ἐπονομάζῃ, καὶ ἐπαναπαύῃ τῷ νόμῳ, καὶ καυχᾶσαι ἐν Θεῷ, Ρωμ. 2,17 Ιδού, λοιπόν, συ έχεις ως τιμητικόν τίτλον το όνομα του Ιουδαίου (όναμα που το ετίμησαν πατριάρχαι και προφήται) και επαναπαύεσαι στον Νόμον, που έχεις λάβει, και καυχάσαι δια τον Θεόν, που έχεις γνωρίσει ως ιδικόν σου. Ρωμ. 2,18 καὶ γινώσκεις τὸ θέλημα, καὶ δοκιμάζεις τὰ διαφέροντα, κατηχούμενος ἐκ τοῦ νόμου, Ρωμ. 2,18 Και γνωρίζεις τουλάχιστον θεωρητικώς, το θέλημα του Θεού και είσαι εις θέσιν να διακρίνης την διαφοράν μεταξύ καλού και κακού, διότι διδάσκεσαι από τον Νόμον· Ρωμ. 2,19 πέποιθάς τε σεαυτὸν ὁδηγὸν εἶναι τυφλῶν, φῶς τῶν ἐν σκότει, Ρωμ. 2,19 και έχεις σχηματίσει δια τον ευατόν σου την πεποίθησιν ότι είσαι αδηγός των τυφλών, δηλαδή των ειδωλολατρών, φως δι' εκείνους που ευρίσκονται στο σκοτάδι της πλάνης, Ρωμ. 2,20 παιδευτὴν ἀφρόνων, διδάσκαλον νηπίων, ἔχοντα τὴν μόρφωσιν τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀληθείας ἐν τῷ νόμῳ. Ρωμ. 2,20 παιδαγωγός κατά Θεόν των αφρόνων, διδάσκαλος αυτών που είναι νήπιοι κατά την γνώσιν και την αρετήν, άνθρωπος γενικώς, που έχεις από τον Νόμον την μόρφωσιν της γνώσεως και της αληθείας. Ρωμ. 2,21 ὁ οὖν διδάσκων ἕτερον σεαυτὸν οὐ διδάσκεις; ὁ κηρύσσων μὴ κλέπτειν κλέπτεις; Ρωμ. 2,21 Συ λοιπόν, που διδάσκστον άλλον, δεν διδάσκεις και δεν συνετίζστον ευατόν σου; Συ, που κηρύττεις στους άλλους να μη κλέπτουν, κλέπτεις; Ρωμ. 2,22 ὁ λέγων μὴ μοιχεύειν μοιχεύεις; ὁ βδελυσσόμενος τὰ εἴδωλα ἱεροσυλεῖς; Ρωμ. 2,22 Συ, που συμβουλεύστους άλλους να μη καταπατούν την συζυγικήν πίστιν, διαπράττεις μοιχείαν; Συ, που αποστρέφεσαι με αηδίαν τα είδωλα, διαπράττεις ιεροσυλίας, κλέπτων χρήματα από τους ειδωλολατρικούς ναούς; Ρωμ. 2,23 ὃς ἐν νόμῳ καυχᾶσαι, διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἀτιμάζεις; Ρωμ. 2,23 Συ, που καυχάσαι δια την γνώσιν του Νόμου, με την παράβασιν αυτού του Νόμου προσβάλλεις και ατιμάζστον Θεόν; Ρωμ. 2,24 τὸ γὰρ ὄνομα τοῦ Θεοῦ δι᾿ ὑμᾶς βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔθνεσι, καθὼς γέγραπται. Ρωμ. 2,24 Διότι πράγματι, “εξ αιτίας των ιδικών σας αναισχύντων παραβάσεων υβρίζεται και βλασφημείται το όνομα του Θεού μεταξύ των ειδωλολατρών”, όπως έχει γραφή από τον προφήτην Ησαΐαν. Ρωμ. 2,25 περιτομὴ μὲν γὰρ ὠφελεῖ, ἐὰν νόμον πράσσῃς· ἐὰν δὲ παραβάτης νόμου ᾖς, ἡ περιτομή σου ἀκροβυστία γέγονεν. Ρωμ. 2,25 Έτσι δε σου είναι εντελώς άχρηστος η περιτομή. Διότι η περιτομή σε ωφελεί, εάν τηρής τον Νόμον. Εάν όμως είσαι παραβάτης των διατάξεων του Νόμου, η περιτομή σου έχασε κάθε αξίαν και έγινε σαν την ακροβυστίαν των ειδωλολατρών. Ρωμ. 2,26 ἐὰν οὖν ἡ ἀκροβυστία τὰ δικαιώματα τοῦ νόμου φυλάσσῃ, οὐχὶ ἡ ἀκροβυστία αὐτοῦ εἰς περιτομὴν λογισθήσεται; Ρωμ. 2,26 Εάν τώρα ο απερίτμητος ειδωλολάτρης τηρή τας διατάξεις του νόμου και συμμορφώνεται προς αυτόν, τότε η ακροβυστία του δεν θα θεωρηθή από τον Θεόν ως περιτομή; Ρωμ. 2,27 καὶ κρινεῖ ἡ ἐκ φύσεως ἀκροβυστία, τὸν νόμον τελοῦσα, σὲ τὸν διὰ γράμματος καὶ περιτομῆς παραβάτην νόμου. Ρωμ. 2,27 Έτσι δε, ο εθνικός, που έχει φυσικήν την ακροβυστίαν, τηρεί όμως τον νόμον του Θεού, θα καταδικάση σε, ο οποίος, καίτοι έλαβες από τον Θεόν τον γραπτόν Νόμον και την περιτομήν, παραβαίνεις εν τούτοις τον Νόμον. Ρωμ. 2,28 οὐ γὰρ ὁ ἐν τῷ φανερῷ Ἰουδαῖός ἐστιν, οὐδὲ ἡ ἐν τῷ φανερῷ ἐν σαρκὶ περιτομή, Ρωμ. 2,28 Διότι Ιουδαίος αληθινός και άξιος των δωρεών του Θεού δεν είναι εκείνος, που εξωτερικώς φαίνεται ως Ιουδαίος ούτε αληθινή περιτομή είναι εκείνη, που έχει γίνει και φαίνεται εις την σάρκαν. Ρωμ. 2,29 ἀλλ᾿ ὁ ἐν τῷ κρυπτῷ Ἰουδαῖος, καὶ περιτομὴ καρδίας ἐν πνεύματι, οὐ γράμματι, οὗ ὁ ἔπαινος οὐκ ἐξ ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ρωμ. 2,29 Αλλά πραγματικός και ευάρεστος στον Θεόν Ιουδαίος είναι εκείνος, που με το άγνωστος στους ανθρώπους και κρυφό εσωτερικόν του λατρεύει και υπακούει στον Θεόν. Και αληθινή περιτομή είναι η αποκοπή πάσης κακίας και ενοχής από την καρδίαν, η οποία γίνεται με την χάριν του Αγίου Πνεύματος και όχι με την τυπικήν και νεκράν πλέον διάταξιν του μωσαϊκού Νόμου. Αυτός δε, ο αληθινά γνήσιος Ιουδαίος θα λάβη τον έπαινόν του, όχι εκ μέρους ανθρώπων, αλλά από τον ίδιον τον Θεόν.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 3

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ

Ρωμ. 3,1 Τί οὖν τὸ περισσὸν τοῦ Ἰουδαίου, ἢ τίς ἡ ὠφέλεια τῆς περιτομῆς; Ρωμ. 3,1 Τότε λοιπόν, αφού ευάρεστος ενώπιον του Θεού είναι και ο απερίτμητος, αλλ' ευσεβής εθνικός, ποίον είναι το πλεονέκτημα του Ιουδαίου η ποία είναι η ωφέλεια από την περιτομήν; Ρωμ. 3,2 πολὺ κατὰ πάντα τρόπον. πρῶτον μὲν γὰρ ὅτι ἐπιστεύθησαν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Ρωμ. 3,2 Το πλεονέκτημα είναι πολύ και από όλας τας απόψεις. Πρώτον μεν, διότι στους Ιουδαίους ενεπιστεύθη ο Θεός τον Νόμον του, τας προφητείας και τας υποσχέσεις του. Ρωμ. 3,3 τί γὰρ εἰ ἠπίστησάν τινες; μὴ ἡ ἀπιστία αὐτῶν τὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ καταργήσει; Ρωμ. 3,3 Τι σημασίαν δε έχει, εάν μερικοί εφάνησαν άπιστοι; Μήπως η απιστία αυτών είναι δυνατόν ποτέ να καταργήση την αξιοπιστίαν και την φιλαλήθειαν του Θεού; Ρωμ. 3,4 μὴ γένοιτο· γινέσθω δὲ ὁ Θεὸς ἀληθής, πᾶς δὲ ἄνθρωπος ψεύστης, καθὼς γέγραπται· ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε. Ρωμ. 3,4 Μη γένοιτο να είπη κανείς ποτέ τέτοιον λόγον· ας αποδεικνύεται δε, όπως και είναι πάντοτε, ο Θεός αληθινός και αξιόπιστος εις όλα όσα λέγει, κάθε δε άνθρωπος αντιθέτως φαίνεται ψεύστης και ασυνεπής εις τας υποσχέσεις και υποχρεώσεις του, όπως άλλωστε είναι γραμμένον και στους ψαλμούς· “δια να αποδειχθής, συ ω Θεέ, δίκαιος και αληθινός στους λόγους σου και να νικήσης, εάν ποτέ τολμήσουν οι άνθρωποι να σε κρίνουν”. Ρωμ. 3,5 εἰ δὲ ἡ ἀδικία ἡμῶν Θεοῦ δικαιοσύνην συνίστησι, τί ἐροῦμεν; μὴ ἄδικος ὁ Θεὸς ὁ ἐπιφέρων τὴν ὀργήν; κατὰ ἄνθρωπον λέγω. Ρωμ. 3,5 Εάν δε η ιδική μας αδικία και ασυνέπεια καταδεικνύη και εξαίρη την δικαιοσύνην του Θεού, τι θα είπωμεν; Μήπως είναι άδικος ο Θεός, ο οποίος εκδηλώνει την οργήν του εναντίον μας δια την αδικίαν μας αυτήν; Αυτά τα λέγω, σαν άνθρωπος που σκέπτεται και κρίνει με τον ιδικόν του νουν. Ρωμ. 3,6 μὴ γένοιτο· ἐπεὶ πῶς κρινεῖ ὁ Θεὸς τὸν κόσμον; Ρωμ. 3,6 Μη γένοιτο να είπωμεν ποτέ τον Θεόν άδικον· διότι πως είναι δυνατόν τότε να κρίνη με δικαιοσύνην όλον τον κόσμον; Ρωμ. 3,7 εἰ γὰρ ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ἐμῷ ψεύσματι ἐπερίσσευσεν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ, τί ἔτι κἀγὼ ὡς ἁμαρτωλὸς κρίνομαι, Ρωμ. 3,7 Κάθε δε αμαρτωλός θα ημπορούσε πάλιν να είπη· Εάν η φιλαλήθεια του Θεού έλαμψε και επλεόνασε, προς δόξαν του αγίου του ονόματος χάρις εις την ιδικήν μου ψευδολογίαν και ασυνέπειαν, διατί τότε εγώ κρίνομαι και δικάζομαι ως αμαρτωλός, αφού έτσι έχω συντελέσει εις την δόξαν του Θεού; Ρωμ. 3,8 καὶ μὴ καθὼς βλασφημούμεθα καὶ καθὼς φασί τινες ἡμᾶς λέγειν ὅτι ποιήσωμεν τὰ κακὰ ἵνα ἔλθῃ τὰ ἀγαθά; ὧν τὸ κρῖμα ἔνδικόν ἐστι. Ρωμ. 3,8 Και μήπως, όπως μερικοί μας συκοφαντούν ότι τάχα πιστεύομεν και λέγομεν, θα πράξωμεν τα κακά, δια να έλθουν εις ημάς τα αγαθά; Αυτών όμως, που μας συκοφαντούν, η καταδίκη εκ μέρους του Θεού είναι δικαία.

ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ

Ρωμ. 3,9 Τί οὖν; προεχόμεθα; οὐ πάντως· προῃτιασάμεθα γὰρ Ἰουδαίους τε καὶ Ἕλληνας πάντας ὑφ᾿ ἁμαρτίαν εἶναι, Ρωμ. 3,9 Λοιπόν, υπερέχομεν ημείς οι Ιουδαίοι από τους εθνικούς; Καθόλου και κατά κανένα τρόπον. Διότι κατηγορήσαμεν προηγουμένως και επεδείξαμεν ότι όλοι, Ιουδαίοι και Έλληνες, ευρίσκονται υπό την κυριαρχίαν της αμαρτίας. Ρωμ. 3,10 καθὼς γέγραπται ὅτι οὐκ ἔστι δίκαιος οὐδὲ εἷς, Ρωμ. 3,10 Όπως ακριβώς έχει γραφή στους ψαλμούς, ότι “δεν υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων ούτε ένας δίκαιος, Ρωμ. 3,11 οὐκ ἔστιν ὁ συνιῶν, οὐκ ἔστιν ὁ ἐκζητῶν τὸν Θεόν· Ρωμ. 3,11 δεν υπάρχει κανένας με φωτισμένον νουν και καθαράν την σκέψιν, που να γνωρίζη τον Θεόν, κανένας, που να αναζητή με πόθον ειλικρινή τον Θεόν. Ρωμ. 3,12 πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν· οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός. Ρωμ. 3,12 Όλοι παρεξέκλιναν από τον δρόμον του Θεού και συγχρόνως διεφθάρησαν· δεν υπάρχει κανείς, που να πράττη το αγαθόν, το σύμφωνον με το θέλημα του Θεού και το χρήσιμον στους ανθρώπους. Δεν υπάρχει ούτε ένας. Ρωμ. 3,13 τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὐτῶν ἐδολιοῦσαν, ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν· Ρωμ. 3,13 Το στόμα των ομοιάζει με ανοικτόν τάφον, από τον οποίον αναδίδονται δηλητηριώδεις αναθυμιάσεις. Με τας γλώσσας των ωμιλούσαν κατά ένα τρόπον πανούργον και δόλιον· δηλητήριον οχιάς υπάρχει κάτω από τα χείλη των· είναι έτοιμοι με τα λόγια των να πλήξουν κατά θανάσιμον τρόπον τους άλλους. Ρωμ. 3,14 ὧν τὸ στόμα ἀρᾶς καὶ πικρίας γέμει· Ρωμ. 3,14 Το στόμα των ανθρώπων αυτών είναι γεμάτο από λόγους κατάρας και πικρίας. Ρωμ. 3,15 ὀξεῖς οἱ πόδες αὐτῶν ἐκχέαι αἷμα, Ρωμ. 3,15 Είναι πολύ γρήγορα τα πόδια των, δια να φονεύσουν και χύσουν αίμα. Ρωμ. 3,16 σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν, Ρωμ. 3,16 Εις τους δρόμους της ζωής των σκορπίζουν συντρίμματα και σωρεύουν δυστυχίας και θλίψεις εναντίον του πλησίον των. Ρωμ. 3,17 καὶ ὁδὸν εἰρήνης οὐκ ἔγνωσαν. Ρωμ. 3,17 Τον δρόμον της ειρήνης, δηλαδή ζωήν ειρήνης δια τον ευατόν των και τους άλλους, δεν εγνώρισαν και δεν εδοκίμασαν. Ρωμ. 3,18 οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Ρωμ. 3,18 Δεν υπάρχει καθόλου φόβος του Θεού εις τα μάτια της ψυχής των, εις τα βάθη της καρδίας των”. Ρωμ. 3,19 Οἴδαμεν δὲ ὅτι ὅσα ὁ νόμος λέγει τοῖς ἐν τῷ νόμῳ λαλεῖ, ἵνα πᾶν στόμα φραγῇ καὶ ὑπόδικος γένηται πᾶς ὁ κόσμος τῷ Θεῷ, Ρωμ. 3,19 Γνωρίζομεν, ότι όσα ο Νόμος της Παλαιάς Διαθήκης λέγει, τα λέγει προς εκείνους, οι οποίοι ευρίσκοντο υπό τον Νόμον και είχον αυτόν ως οδηγόν των, δηλαδή προς τους Ιουδαίους. Και τούτο δια να φράξη και κλείση κάθε στόμα και δια να γίνη όλος ο κόσμος υπεύθυνος και υπόδικος ενώπιον του Θεού. Ρωμ. 3,20 διότι ἐξ ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται πᾶσα σάρξ ἐνώπιον αὐτοῦ· διὰ γὰρ νόμου ἐπίγνωσις ἁμαρτίας. Ρωμ. 3,20 Διότι από τα έργα του Νόμου “δεν θα λάβη την δικαίωσιν και την σωτηρίαν ενώπιον του Θεού καμμία ανθρωπίνη ύπαρξις”. Επειδή δια μέσου του Νόμου επιτυγχάνεται τούτο μόνον· να γνωρίση καλά ο άνθρωπος την αμαρτωλήν του κατάστασιν και την ενοχήν του.

ΠΩΣ ΣΩΖΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Ρωμ. 3,21 Νυνὶ δὲ χωρὶς νόμου δικαιοσύνη Θεοῦ πεφανέρωται, μαρτυρουμένη ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, Ρωμ. 3,21 Τώρα δε χωρίς τον παλαιόν Νόμον, και ως εάν δεν υπήρχεν ο Νόμος αυτός, έχει πλέον φανερωθή και έγινε πραγματικότης η δικαίωσις, την οποίαν δίδει ο Θεός. Αυτή δε η δικαίωσις μαρτυρείται και προφητεύεται από τον Νόμον και τους προφήτας. Ρωμ. 3,22 δικαιοσύνη δὲ Θεοῦ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς πάντας καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς πιστεύοντας· οὐ γάρ ἐστι διαστολή· Ρωμ. 3,22 Παρέχεται δε η δικαίωσις από τον Θεόν δια μέσου της πίστεως στον Ιησούν Χριστόν προς όλους και απλώνεται πλουσία επάνω εις όλους τους πιστεύοντας ανεξαιρέτως. Διότι δεν υπάρχει καμμία διάκρισις μεταξύ Ιουδαίων και εθνικων. Ρωμ. 3,23 πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, Ρωμ. 3,23 Και τούτο, διότι όλοι ανεξαιρέτως ημάρησαν και έχουν στερηθή από την δόξαν, που έχει και μεταδίδει ο Θεός. Ρωμ. 3,24 δικαιούμενοι δωρεὰν τῇ αὐτοῦ χάριτι διὰ τῆς ἀπολυτρώσεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, Ρωμ. 3,24 Γίνονται δε όλοι δίκαιοι και παίρνουν την σωτηρίαν δωρεάν με την χάριν του Θεού, δια της εξαγοράς από την αμαρτίαν, όπως αυτή επραγματοποιήθη με την θυσίαν του Ιησού Χριστού. Ρωμ. 3,25 ὃν προέθετο ὁ Θεὸς ἱλαστήριον διὰ τῆς πίστεως ἐν τῷ αὐτοῦ αἵματι, εἰς ἔνδειξιν τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ διὰ τὴν πάρεσιν τῶν προγεγονότων ἁμαρτημάτων Ρωμ. 3,25 Αυτόν ο Θεός τον προώρισε προ πάντων των αιώνων ως ατίμητον μέσον εξιλασμού δια του τιμίου του αίματος προς σωτηρίαν των ανθρώπων και συμφιλίωσίν των με τον Θεόν δια μέσου της ορθής πίστεως. Και τούτο, δια να δειχθή και φανερωθή η δικαιοσύνη του Θεού, η τιμωρούσα το κακόν, επειδή ήτο ενδεχόμενον να την παραθεωρήσουν οι άνθρωποι, εκ του γεγονότος ότι ο Θεός ένεκα της μακροθυμίας και ανοχής του δεν είχε τιμωρήσει, όπως θα έπρεπε, τα αμαρτήματα που είχαν διαπραχθή πριν έλθη ο Χριστός. Ρωμ. 3,26 ἐν τῇ ἀνοχῇ τοῦ Θεοῦ, πρὸς ἔνδειξιν τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ ἐν τῷ νῦν καιρῷ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν δίκαιον καὶ δικαιοῦντα τὸν ἐκ πίστεως Ἰησοῦ. Ρωμ. 3,26 Εθυσιάσθη δηλαδή ο Χριστός, δια να δείξη ο Θεός την δικαιοσύνην του στον παρόντα καιρόν, ώστε με το να είναι αυτός δίκαιος να καθιστά δίκαιον και κάθε αμαρτωλόν, που θα έχη αληθινήν και ζωντανήν πίστιν στον Ιησούν. Ρωμ. 3,27 Ποῦ οὖν ἡ καύχησις; ἐξεκλείσθη. διὰ ποίου νόμου; τῶν ἔργων; οὐχί, ἀλλὰ διὰ νόμου πίστεως. Ρωμ. 3,27 Εάν, λοιπόν οι άνθρωποι επετύγχανον την δικαίωσιν και την σωτηρίαν με τα έργα των, που ευρίσκεται τώρα η καύχησίς των; Έχει αποκλεισθή εντελώς. Βάσει ποίου νόμου; Με τον νόμον των έργων; Όχι, αλλά με τον νόμον της πίστεως στον Ιησούν Χριστόν. Ρωμ. 3,28 λογιζόμεθα οὖν πίστει δικαιοῦσθαι ἄνθρωπον χωρὶς ἔργων νόμου. Ρωμ. 3,28 Έτσι, λοιπόν, ορθώς σκεπτόμενοι, συμπεραίνομεν με βεβαιότητα ότι κάθε άνθρωπος δικαιώνεται δια της πίστεως χωρίς τα έργα του παλαιού Νόμου. Ρωμ. 3,29 ἢ Ἰουδαίων ὁ Θεὸς μόνον; οὐχὶ δὲ καὶ ἐθνῶν; ναὶ καὶ ἐθνῶν, Ρωμ. 3,29 Ή μήπως τάχα ο Θεός είναι μόνον των Ιουδαίων Θεός, όχι δε και των εθνικών; Ναι, είναι Θεός και των εθνικών, Ρωμ. 3,30 ἐπείπερ εἷς ὁ Θεὸς ὃς δικαιώσει περιτομὴν ἐκ πίστεως καὶ ἀκροβυστίαν διὰ τῆς πίστεως. Ρωμ. 3,30 επειδή ακριβώς ένας είναι ο Θεός, ο οποίος θα σώση την δικαίωσιν και την σωτηρίαν δια της πίστεως στους Εβραίους που έχουν την περιτομήν, όπως επίσης δια της πίστεως και στους απεριτμήτους εθνικούς. Ρωμ. 3,31 νόμον οὖν καταργοῦμεν διὰ τῆς πίστεως; μὴ γένοιτο, ἀλλὰ νόμον ἱστῶμεν. Ρωμ. 3,31 Λοιπόν, θα ερωτήση κανείς, καταργούμεν τον Νόμον εν ονόματι της πίστεως; Μη γένοιτο! Όχι μόνον δεν καταργούμεν τον Νόμον, αλλ' αντιθέτως τον στηρίζομεν και του δίδομεν κύρος (διότι ακριβώς δια του Χριστού επραγματοποιήθησαν προς σωτηρίαν μας αι προφητείαι και αι επαγγελίαι του Νόμου και απεδείχθη έτσι αυτός αληθής).

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 4

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ

Ρωμ. 4,1 Τί οὖν ἐροῦμεν Ἀβραὰμ τὸν πατέρα ἡμῶν εὑρηκέναι κατὰ σάρκα; Ρωμ. 4,1 Λοιπόν τι θα είπωμεν, πως ότι κατώρθωσεν ο πατέρας μας ο Αβραάμ το κατώρθωσε με τας φυσικάς δυνάμεις και ικανότητάς του, χωρίς την βοήθειαν του Θεού; Ασφαλώς όχι. Ρωμ. 4,2 εἰ γὰρ Ἀβραὰμ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη, ἔχει καύχημα, ἀλλ᾿ οὐ πρὸς τὸν Θεόν. Ρωμ. 4,2 Διότι, εάν υποτεθή ότι ο Αβραάμ εδικαιώθη από τα έργα, τα οποία αυτός έκαμε, έχει καύχημα από τον ευατόν του και στον εαυτόν του δια τα έργα του. Αλλά δεν έχει κανένα καύχημα προς τον Θεόν; Αφού δεν έλαβε την τελείαν δικαίωσιν από την πίστιν προς Εκείνον. Ρωμ. 4,3 τί γὰρ ἡ γραφὴ λέγει; ἐπίστευσε δὲ Ἀβραὰμ τῷ Θεῷ καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην. Ρωμ. 4,3 Αλλά τι λέγει η Γραφή στο θέμα αυτό; “Επίστευσεν ο Αβραάμ στον Θεόν και η πίστις αυτή εθεωρήθη ως αξιόμισθος ενώπιον του Θεού, από τον οποίον και έλαβε την δικαίωσιν”. Ρωμ. 4,4 τῷ δὲ ἐργαζομένῳ ὁ μισθὸς οὐ λογίζεται κατὰ χάριν, ἀλλὰ κατὰ ὀφείλημα· Ρωμ. 4,4 Εις κάθε ένα δε που εργάζεται, η αμοιβή δια την εργασίαν του δεν θεωρείται ως χάρις και δωρεά, αλλ' ως χρέος, που πρέπει να καταβληθή. Ρωμ. 4,5 τῷ δὲ μὴ ἐργαζομένῳ, πιστεύοντι δὲ ἐπὶ τὸν δικαιοῦντα τὸν ἀσεβῆ, λογίζεται ἡ πίστις αὐτοῦ εἰς δικαιοσύνην, Ρωμ. 4,5 Εις εκείνον όμως ο οποίος δεν έχει να παρουσιάση έργα, αλλά πιστεύει στον Θεόν, που δίδει δικαίωσιν και εις αυτόν ακόμη τον ασεβή, εάν μετανοήση, λαμβάνεται υπ' όψιν η πίστις του αυτή, ώστε να πάρη την δικαίωσιν εκ μέρους του Θεού. Ρωμ. 4,6 καθάπερ καὶ Δαυΐδ λέγει τὸν μακαρισμὸν τοῦ ἀνθρώπου ᾧ ὁ Θεὸς λογίζεται δικαιοσύνην χωρὶς ἔργων· Ρωμ. 4,6 Καθώς ακριβώς και ο Δαυίδ προλέγει τον μακαρισμόν του ανθρώπου, στον οποίον ο Θεός καταλογίζει και δίδει την δικαίωσιν, χωρίς να την εξαρτά πλέον από τα έργα του Νόμου. Ρωμ. 4,7 μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι· Ρωμ. 4,7 “Μακάριοι, λέγει, είναι εκείνοι, στους οποίους έχουν συγχωρηθή αι ανομίαι και έχουν σκεπασθή, ώστε να μη καταλογίζωνται καθόλου, αι αμαρτίαι. Ρωμ. 4,8 μακάριος ἀνὴρ ᾧ οὐ μὴ λογίσηται Κύριος ἁμαρτίαν. Ρωμ. 4,8 Μακάριος είναι ο άνθρωπος, στον οποίον ο Θεός δεν θα καταλογίση καμμίαν αμαρτίαν”. Ρωμ. 4,9 ὁ μακαρισμὸς οὖν οὗτος ἐπὶ τὴν περιτομὴν ἢ καὶ ἐπὶ τὴν ἀκροβυστίαν; λέγομεν γὰρ ὅτι ἐλογίσθη τῷ Ἀβραὰμ ἡ πίστις εἰς δικαιοσύνην. Ρωμ. 4,9 Ο μακαρισμός, λοιπόν, αυτός εις ποίους αναφέρεται; Εις τους Ιουδαίους, που έχουν την περιτομήν ή και στους απεριτμήτους εθνικούς; Λοιπόν σας λέγομεν, όπως μας διδάσκει η Αγία Γραφή, ότι “η πίστις κατελογίσθη στον Αβραάμ ως μέγιστον πλεονέκτημα, χάρις στο οποίον του εδόθη η δικαίωσις”. Ρωμ. 4,10 πῶς οὖν ἐλογίσθῃ; ἐν περιτομῇ ὄντι ἢ ἐν ἀκροβυστίᾳ; οὐκ ἐν περιτομῇ, ἀλλ᾿ ἐν ἀκροβυστίᾳ· Ρωμ. 4,10 Πότε λοιπόν και πως του κατελογίσθη αυτή η πίστις; Όταν είχε λάβει την περιτομήν ή όταν ακόμη ήτο απερίτμητος; Του κατελογίσθη ως δικαιοσύνη αυτή η πίστις, όχι όταν είχε περιτμηθή, αλλ' όταν ήτο ακόμη απερίτμητος. Ρωμ. 4,11 καὶ σημεῖον ἔλαβε περιτομῆς, σφραγῖδα τῆς δικαιοσύνης τῆς πίστεως τῆς ἐν τῇ ἀκροβυστίᾳ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πατέρα πάντων τῶν πιστευόντων δι᾿ ἀκροβυστίας, εἰς τὸ λογισθῆναι καὶ αὐτοῖς τὴν δικαιοσύνην, Ρωμ. 4,11 Και επήρε την περιτομήν εξωτερικόν σημείον, σαν σφραγίδα, η οποία επιμαρτυρούσε και επεβεβαίωνε την δικαίωσίν του ενώπιον του Θεού, όταν ακόμη ήτο απερίτμητος, δια να είναι αυτός ο πνευματικός πατέρας όλων εκείνων, οι οποίοι καίτοι θα ήσαν απερίτμητοι, θα είχαν φωτεινήν και ζωντανήν πίστιν, ώστε να καταλογισθή και εις αυτούς, χάρις εις την πίστιν των, η δικαίωσις εκ μέρους του Θεού. Ρωμ. 4,12 καὶ πατέρα περιτομῆς τοῖς οὐκ ἐκ περιτομῆς μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῖς στοιχοῦσι τοῖς ἴχνεσι τῆς ἐν τῇ ἀκροβυστίᾳ πίστεως τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἀβραάμ. Ρωμ. 4,12 Έγινε ακόμη και ο πατέρας των Ιουδαίων, που έχουν την περιτομήν την σαρκικήν, οι οποίοι όμως δεν επαναπαύονται εις αυτήν, αλλά ακολουθούν και τα ίχνη της πίστεως, την οποίαν είχε και έδειξεν ο πατέρας μας ο Αβραάμ, όταν ακόμη ήτο απερίτμητος.

Η ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ρωμ. 4,13 οὐ γὰρ διὰ νόμου ἡ ἐπαγγελία τῷ Ἀβραὰμ ἢ τῷ σπέρματι αὐτοῦ, τὸ κληρονόμον αὐτὸν εἶναι τοῦ κόσμου, ἀλλὰ διὰ δικαιοσύνης πίστεως. Ρωμ. 4,13 Διότι η υπόσχεσις, που εδόθη στον Αβραάμ, ότι με την πνευματικήν βασιλείαν του κατά σάρκα απογόνος του Ιησού Χριστού, θα γίνη αυτός κληρονόμος του κόσμου, δεν του εδόθη δια μέσου κανενός νόμου, αλλά δια μέσου της δικαιώσεως, που έλαβε από την πίστιν. Ρωμ. 4,14 εἰ γὰρ οἱ ἐκ νόμου κληρονόμοι, κεκένωται ἡ πίστις καὶ κατήργηται ἡ ἐπαγγελία· Ρωμ. 4,14 Διότι, εάν κληρονόμοι του πνευματικού κόσμου γίνωνται αυτοί μόνον που έλαβαν και τηρούν τον Νόμον, τότε έχει γίνει αδειανή και ανωφελής η πίστις και έχει καταργηθή πλέον η υπόσχεσις του Θεού, ότι η κληρονομία αυτή θα δοθή δωρεάν δια της πίστεως στον Χριστόν. Ρωμ. 4,15 ὁ γὰρ νόμος ὀργὴν κατεργάζεται· οὗ γὰρ οὐκ ἔστι νόμος, οὐδὲ παράβασις. Ρωμ. 4,15 (Η παράβασις του Νόμου του Θεού είναι αμαρτία. Ως τοιαύτη δε συνεπάγεται την οργήν του Θεού και την καταδίκην του αμαρτωλού). Ο Νόμος, επειδή βέβαια δεν τηρείται από τους ανθρώπους, επιφέρει ως συνέπειαν την οργήν του Θεού εναντίον των παραβατών, τους οποίους φυσικά και αποξενώνει από τας πνευματικάς δωρεάς, Όπου όμως δεν υπάρχει νόμος, εκεί φυσικόν είναι να μη υπάρχη ούτε παράβασις. Ρωμ. 4,16 διὰ τοῦτο ἐκ πίστεως, ἵνα κατὰ χάριν, εἰς τὸ εἶναι βεβαίαν τὴν ἐπαγγελίαν παντὶ τῷ σπέρματι, οὐ τῷ ἐκ τοῦ νόμου μόνον, ἀλλὰ καὶ τῷ ἐκ πίστεως Ἀβραάμ, ὅς ἐστι πατὴρ πάντων ἡμῶν, Ρωμ. 4,16 Δια τούτο η σωτηρία και η κληρονομία των αγαθών δίδεται δια μέσου της πίστεως δωρεάν και κατά χάριν και όχι ως ανταμοιβή έργων του Νόμου. Έτσι δε είναι σταθερά και ασφαλής η υπόσχεσις του Θεού περί δικαιώσεως εις όλους τους απογόνους του Αβραάμ· όχι μόνον εις εκείνους, είχαν τον Νόμον, αλλά και εις εκείνους, που χωρίς τον Νόμον είχαν την πίστιν του Αβραάμ, ο οποίος κατ' αυτόν τον τρόπον είναι πατέρας όλων μας, των Εβραίων και των εθνικών, εφ' όσον έχουν την πίστιν. Ρωμ. 4,17 καθὼς γέγραπται ὅτι πατέρα πολλῶν ἐθνῶν τέθεικά σε, κατέναντι οὗ ἐπίστευσε Θεοῦ τοῦ ζωοποιοῦντος τοὺς νεκροὺς καὶ καλοῦντος τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα· Ρωμ. 4,17 Άλλωστε έτσι έχει γραφή και στο θεόπνευστον βιβλίον της Γενέσεως· ότι δηλαδή “πατέρα πολλών εθνών σε έχω θέσει” ενώπιον του Θεού, στον οποίον επίστευσε και ο οποίος δίδει ζωήν στους νεκρούς, καλεί δε εκ του μηδενός και ονομάζει και εκείνα τα οποία δεν έλαβαν ακόμη ύπαρξιν, ως εάν υπάρχουν ήδη εις την πραγματικότητα. Ρωμ. 4,18 ὃς παρ᾿ ἐλπίδα ἐπ᾿ ἐλπίδι ἐπίστευσεν, εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸν πατέρα πολλῶν ἐθνῶν κατὰ τὸ εἰρημένον· οὕτως ἔσται τὸ σπέρμα σου· Ρωμ. 4,18 Ο Αβραάμ, καίτοι λόγω της γεροντικής του ηλικίας δεν είχε καμμίαν ελπίδα κατά το ανθρώπινον να αποκτήση τέκνον, εν τούτοις ήλπισεν εις την παντοδυναμίαν του Θεού και επίστευσεν εις ότι θα εγίνετο αυτός “πατέρας πολλών εθνών”, σύμφωνα με τον λόγον του Θεού, ο οποίος του είπεν ότι οι απόγονοί σου θα είναι πολυάριθμοι ωσάν την άμμον και λαμπροί ωσάν τ' αστέρια. Ρωμ. 4,19 καὶ μὴ ἀσθενήσας τῇ πίστει οὐ κατενόησε τὸ ἑαυτοῦ σῶμα ἤδη νενεκρωμένον, ἑκατονταέτης που ὑπάρχων, καὶ τὴν νέκρωσιν τῆς μήτρας Σάῤῥας· Ρωμ. 4,19 Και επειδή δεν έδειξεν αδυναμίαν ή κλονισμόν εις την πίστιν του, δεν έλαβε υπ' όψιν του το σώμα του, το οποίον ήτο πλέον νεκρόν δια παιδοποιΐαν, αφού ήτο περίπου εκατό ετών ούτε και εσυλλογίσθη την νέκρωσιν της μήτρας της Σάρρας. Ρωμ. 4,20 εἰς δὲ τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Θεοῦ οὐ διεκρίθη τῇ ἀπιστίᾳ, ἀλλ᾿ ἐνεδυναμώθη τῇ πίστει, δοὺς δόξαν τῷ Θεῷ Ρωμ. 4,20 Εις την υπόσχεσιν δε αυτήν, που του έδωσεν ο Θεός, δεν εκλονίσθη από αμφιβολίας της απιστίας, αλλά τουναντίον επήρε δύναμιν δια της πίστεως και εδόξασεν έτσι τον Θεόν, ωσάν να είχε γίνει πραγματικότης η υπόσχεσις αυτή. Ρωμ. 4,21 καὶ πληροφορηθεὶς ὅτι ὃ ἐπήγγελται δυνατός ἐστι καὶ ποιῆσαι. Ρωμ. 4,21 Και έλαβε βεβαίαν και ακλόνητον την εσωτερικήν πληροφορίαν, ότι ο Θεός είναι δυνατός να πραγματοποιήση αυτό, το οποίον υπεσχέθη. Ρωμ. 4,22 διὸ καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην. Ρωμ. 4,22 Δια τούτο η ακλόνητος και σταθερά αυτή πίστις του, του κατελογίσθη ως δικαίωσις. Ρωμ. 4,23 Οὐκ ἐγράφη δὲ δι᾿ αὐτὸν μόνον ὅτι ἐλογίσθη αὐτῷ, Ρωμ. 4,23 Δεν εγράφη δε εις την Αγίαν Γραφήν δι' αυτόν μόνον, ότι η πίστις του κατελογίσθη εις δικαίωσιν, Ρωμ. 4,24 ἀλλὰ καὶ δι᾿ ἡμᾶς οἷς μέλλει λογίζεσθαι, τοῖς πιστεύουσιν ἐπὶ τὸν ἐγείραντα Ἰησοῦν τὸν Κύριον ἡμῶν ἐκ νεκρῶν, Ρωμ. 4,24 αλλ' εγράφη και δι' ημάς, στους οποίους μέλλει να καταλογισθή εις δικαίωσίν μας, δι' ημάς οι οποίοι πιστεύομεν στον Θεόν Πατέρα, ο οποίος ανέστησεν εκ νεκρών τον Κύριον μας Ιησούν Χριστόν. Ρωμ. 4,25 ὃς παρεδόθη διὰ τὰ παραπτώματα ἡμῶν καὶ ἠγέρθη διὰ τὴν δικαίωσιν ἡμῶν. Ρωμ. 4,25 Αυτόν, ο οποίος παρεδόθη εις σταυρικόν λυτρωτικόν θάνατον, δια τα αμαρτήματα ημών και ανεστήθη, δια να μας δώση την δικαίωσιν και την σωτηρίαν.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 5

Η ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ

Ρωμ. 5,1 Δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Ρωμ. 5,1 Αφού, λοιπόν, ελάβομεν την δικαίωσιν δια της πίστεως, έχομεν ειρήνην με τον Θεόν δια μέσου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ρωμ. 5,2 δι᾿ οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ καυχώμεθα ἐπ᾿ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Ρωμ. 5,2 Αυτός δια της πίστεώς μας έχει φέρει εις την περιοχήν της χάριτος, εις την οποίαν έχομεν πλέον σταθή και εδραιωθή και καυχώμεθα με την βεβαίαν ελπίδα, ότι θα απολαύσωμεν την δόξαν του Θεού. Ρωμ. 5,3 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, Ρωμ. 5,3 Δεν καυχώμεθα δε μόνον δια την χάριν, που ελάβομεν και την δόξαν που θα απολαύσωμεν, αλλά και δια τας θλίψεις, επειδή γνωρίζομεν καλά, ότι η θλίψις εργάζεται σιγά-σιγά και φέρει ως πολύτιμον αγαθόν την υπομονήν, Ρωμ. 5,4 ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, Ρωμ. 5,4 η δε υπομονήν έχει ως καρπόν της την δοκιμασμένην αρετήν, η δε δοκιμασμένη αρετή φέρει την σταθεράν ελπίδα προς τον Θεόν. Ρωμ. 5,5 ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν. Ρωμ. 5,5 Αυτή δε η ελπίς, διότι δεν διαψεύδεται ποτέ, δεν εντροπιάζει και δεν απογοητεύει αυτόν που την έχει. Δεν μας εντροπιάζει δε, διότι η αγάπη του Θεού έχει πλουσία χυθή και πλημμυρίσει τας καρδίας μας με το Άγιον Πνεύμα, το οποίον μας εδόθη ως προκαταβολή και ως απαρχή των υψίστων δωρεών, τας οποίας έχομεν βεβαίαν την ελπίδα, ότι θα λάβωμεν από τον Θεόν. Ρωμ. 5,6 ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν ἀσθενῶν κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανε. Ρωμ. 5,6 Η άπειρος δε αυτή αγάπη και συγκατάβασις του Θεού προς ημάς εφάνη και εκ του υψίστου γεγονότος, ότι καθ' ον χρόνον ημείς ήμεθα ασθενείς πνευματικώς, αμαρτωλοί και ένοχοι, ο Χριστός στον κατάλληλον καιρόν, που είχεν ορίσει με την πρόγνωσίν του ο Θεός, απέθανεν επί του σταυρού, δια να σώση με την λυτρωτικήν του θυσίαν τους ασεβείς. Ρωμ. 5,7 μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολμᾷ ἀποθανεῖν. Ρωμ. 5,7 Μεγίστη όντως η αγάπη του Θεού. Διότι μόλις και μετά δυσκολίας θα υπάρξη άνθρωπος να θυσιασθή δια κάποιον δίκαιον. Δια τον αγαθόν ίσως και να τολμήση κανείς να αποθάνη. Ρωμ. 5,8 συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε. Ρωμ. 5,8 Ο Θεός όμως δεικνύει και επιβεβαιώνει κατά ένα τρόπον αναντίρρητον την αγάπην του προς ημάς εκ του γεγονότος ότι, ενώ ημείς ήμεθα αμαρτωλοί, ο Χριστός εθυσιάσθη προς χάριν ημών. Ρωμ. 5,9 πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι᾿ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς. Ρωμ. 5,9 Πολύ περισσότερον, λοιπόν, τώρα που ελάβομεν την δικαίωσιν με το αίμα της θυσίας του, θα σωθώμεν ασφαλώς δι' αυτού από την μέλλουσαν οργήν. Ρωμ. 5,10 εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ· Ρωμ. 5,10 Διότι εάν, ενώ ήμεθα εχθροί, εσυμφιλιώθημεν με τον Θεόν δια του σταυρικού θανάτου του Υιού του, πολύ περισσότερον τώρα, που έχομεν συμφιλιωθή, θα σωθώμεν δια μέσου του ζώντος αιωνίως πλησίον του Θεού Κυρίου, αρχιερέως και μεσίτου ημών Ιησού Χριστού. Ρωμ. 5,11 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμενοι ἐν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ νῦν τὴν καταλλαγὴν ἐλάβομεν. Ρωμ. 5,11 Και όχι μόνον θα σωθώμεν, αλλά απολαμβάνοντες από τώρα τας ευεργεσίας του Θεού, καυχώμεθα εν αυτώ δια μέσου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δια του οποίου τώρα επήραμεν δωρεάν την συμφιλίωσιν μας με τον Θεόν.

Ο ΑΔΑΜ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

Ρωμ. 5,12 Διὰ τοῦτο ὥσπερ δι᾿ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, καὶ οὕτως εἰς πάντας ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν, ἐφ᾿ ᾧ πάντες ἥμαρτον·- Ρωμ. 5,12 Έγινε δε αυτή η συμφιλίωσις κατά κάποιον ανάλογον τρόπον, με εκείνον που είχε γίνει δια της πτώσεως του Αδάμ η αποστασία και εχθρότης· όπως δηλαδή δι' ενός ανθρώπου, δια του Αδάμ, “εισήλθεν η αμαρτία στο ανθρώπινον γένος” και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και έτσι απλώθηκε και εκυράρχησεν εις όλους τους ανθρώπους ο θάνατος, επειδή εν τω Αδάμ όλοι ημάρτησαν, έτσι και δια του Ιησού Χριστού εισήλθε και προσφέρεται εις όλον το ανθρώπινον γένος η δικαίωσις. Ρωμ. 5,13 ἄχρι γὰρ νόμου ἁμαρτία ἦν ἐν κόσμῳ, ἁμαρτία δὲ οὐκ ἐλλογεῖται μὴ ὄντος νόμου· Ρωμ. 5,13 Διότι μέχρι της εποχής που εδόθη ο Νόμος υπήρχεν η αμαρτία στον κόσμον, αλλ' η αμαρτία δεν κατελογίζεται ως ενοχή και ευθύνη, εφ' όσον δεν υπάρχει ο συγκεκριμένος νόμος, που την απαγορεύει. Ρωμ. 5,14 ἀλλ᾿ ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι Μωϋσέως καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας ἐπὶ τῷ ὁμοιώματι τῆς παραβάσεως Ἀδάμ, ὅς ἔστι τύπος τοῦ μέλλοντος. Ρωμ. 5,14 Εν τούτοις, μολονότι δεν υπήρχε ο Νόμος, ο θάνατος εκυριάρχησε από τον Αδάμ μέχρι του Μωϋσέως και στους απογόνους του Αδάμ, οι οποίοι, ενώ ημάρτανον, δεν είχαν αμαρτήσει με παράβασιν συγκεκριμένης εντολής, όπως ο Αδάμ. Ο δε Αδάμ είναι και προεικόνισμα του μέλλοντος νέου Αδάμ, δηλαδή του Χριστού. Ρωμ. 5,15 Ἀλλ᾿ οὐχ ὡς τὸ παράπτωμα, οὕτω καὶ τὸ χάρισμα. εἰ γὰρ τῷ τοῦ ἑνὸς παραπτώματι οἱ πολλοὶ ἀπέθανον, πολλῷ μᾶλλον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δωρεὰ ἐν χάριτι τῇ τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τοὺς πολλοὺς ἐπερίσσευσε. Ρωμ. 5,15 Αλλ' η χάρις του Χριστού ευηργέτησε πολύ περισσότερον, παρ' όσον έβλαψεν η παράβασις του Αδάμ· διότι, εάν με την παράβασιν του ενός, δηλαδή του Αδάμ, απέθαναν σωματικώς και πνευματικώς οι πολλοί, πολύ περισσότερον η χάρις του Θεού και η δωρεά της σωτηρίας, που δίδεται δια της χάριτος του ενός ανθρώπου, του Ιησού Χριστού, επλεόνασε πλουσίως εις πολλούς, εις αυτούς δηλαδή που επίστευσαν. Ρωμ. 5,16 καὶ οὐχ ὡς δι᾿ ἑνὸς ἁμαρτήσαντος τὸ δώρημα· τὸ μὲν γὰρ κρῖμα ἐξ ἑνὸς εἰς κατάκριμα, τὸ δὲ χάρισμα ἐκ πολλῶν παραπτωμάτων εἰς δικαίωμα. Ρωμ. 5,16 Και η ανεκτίμητος δωρεά του Χριστού δεν είναι όπως η βλάβη από την αμαρτίαν του ενός, αλλ' ασυγκρίτως μεγαλυτέρα, αφού εξαλείφει αναρίθμητα πλήθη αμαρτιών. Διότι η μεν καταδίκη της παραβάσεως του Αδάμ έγινε δι' ένα μόνον αμάρτημα και επεξετάθη εις όλον τον κόσμον. Η χάρις όμως και η δωρεά από την σταυρικήν θυσίαν του Χριστού έσβησε τα πλήθη των παραπτωμάτων όλου του ανθρωπίνου γένους, ώστε να ημπορούν οι πάντες να εύρουν την δικαίωσιν. Ρωμ. 5,17 εἰ γὰρ τῷ τοῦ ἑνὸς παραπτώματι ὁ θάνατος ἐβασίλευσε διὰ τοῦ ἑνός, πολλῷ μᾶλλον οἱ τὴν περισσείαν τῆς χάριτος καὶ τῆς δωρεᾶς τῆς δικαιοσύνης λαμβάνοντες ἐν ζωῇ βασιλεύσουσι διὰ τοῦ ἑνὸς Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ρωμ. 5,17 Διότι, εάν εξ αιτίας της παραβάσεως του ενός, του Αδάμ, ο θάνατος εκυριάρχησε δια του ενός ανθρώπου, πολύ περισσότερον αυτοί που παίρνουν τον ανεξάντλητον πλούτον της χάριτος και την δωρεάν της δικαιώσεως, θα βασιλεύσουν αιωνίως εις νέαν ζωήν δια μέσου του ενός, του Ιησού Χριστού. Ρωμ. 5,18 Ἄρα οὖν ὡς δι᾿ ἑνὸς παραπτώματος εἰς πάντας ἀνθρώπους εἰς κατάκριμα, οὕτω καὶ δι᾿ ἑνὸς δικαιώματος εἰς πάντας ἀνθρώπους εἰς δικαίωσιν ζωῆς. Ρωμ. 5,18 Άρα, λοιπόν, όπως δια μιας παραβάσεως διέβη εις όλους τους ανθρώπους το αμάρτημα και η καταδίκη εις θάνατον, έτσι και δια του έργου της δικαιοσύνης και της τελείας αγιότητος του ενός ήλθεν εις όλους τους ανθρώπους η δικαίωσις, της οποίας καρπός είναι η ζωή. Ρωμ. 5,19 ὥσπερ γὰρ διὰ τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἁμαρτωλοὶ κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὕτω καὶ διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἑνὸς δίκαιοι κατασταθήσονται οἱ πολλοί. Ρωμ. 5,19 Διότι, όπως με την παρακοήν του ενός ανθρώπου έγιναν αμαρτωλοί οι πολλοί, έτσι και με την τελείαν υπακοήν, που έδειξεν ο εις, ο Χριστός στον Πατέρα, θα γίνουν δίκαιοι οι πολλοί. Ρωμ. 5,20 νόμος δὲ παρεισῆλθεν ἵνα πλεονάσῃ τὸ παράπτωμα. οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις, Ρωμ. 5,20 Ο δε μωσαϊκός νόμος εισεχώρησε τρόπον τινά προσωρινώς, δια να καταστή αισθητόν το πλεόνασμα της αμαρτίας και της ενοχής, που προήλθεν από την πτώσιν του Αδάμ. Όπου όμως επλεόνασεν η αμαρτία, εκεί επερίσευσε πολύ πλουσιωτέρα και αφθονωτέρα η χάρις. Ρωμ. 5,21 ἵνα ὥσπερ ἐβασίλευσεν ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θανάτῳ, οὕτω καὶ ἡ χάρις βασιλεύσῃ διὰ δικαιοσύνης εἰς ζωὴν αἰώνιον διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Ρωμ. 5,21 Ίνα, όπως ακριβώς εκυριάρχησεν η αμαρτία, και μία έκφρασις αυτής της κυριαρχίας ήτο ο θάνατος, έτσι βασιλεύση και η χάρις δια της δικαιώσεως, ώστε να επικρατήση η αιωνία ζωή δια μέσου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 6

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ

Ρωμ. 6,1 Τί οὖν ἐροῦμεν; ἐπιμενοῦμεν τῇ ἁμαρτίᾳ ἵνα ἡ χάρις πλεονάσῃ; Ρωμ. 6,1 Εφ' όσον λοιπόν, όπου επληνθύνθη η αμαρτία, εδόθη πλουσιωτέρα η χάρις, τι θα είπωμεν; Θα επιμείνωμεν εις την αμαρτίαν, δια να μας δοθή πλουσιωτέρα η χάρις; Ρωμ. 6,2 μὴ γένοιτο. οἵτινες ἀπεθάνομεν τῇ ἁμαρτίᾳ, πῶς ἔτι ζήσομεν ἐν αὐτῇ; Ρωμ. 6,2 Μη γένοιτο· ημείς οι οποίοι έχομεν πλέον αποθάνει ως προς την αμαρτίαν και είμεθα νεκροί δι' αυτήν, πως θα ζήσωμεν ακόμη μέσα εις αυτή; Ρωμ. 6,3 ἢ ἀγνοεῖτε ὅτι ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν; Ρωμ. 6,3 Ή δεν γνωρίζετε, ότι όσοι εβαπτίσθημεν με την πίστιν στον Ιησούν Χριστόν, εβαπτίσθημεν συγχρόνως (εβυθίσθημεν τρόπον τινά και εγίναμεν μέτοχοι) στον θάνατον αυτού; (Δια της σταυρώσεως του παλαιού ανθρώπου). Ρωμ. 6,4 συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν. Ρωμ. 6,4 Ετάφημεν, λοιπόν, μαζή με αυτόν δια του βαπτίσματος και εγίναμεν μέτοχοι στον θάνατον του, ίνα, όπως ακριβώς ανεστήθη ο Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του ουρανίου Πατρός, έτσι και ημείς αναστηθώμεν και ζήσωμεν μίαν νέαν ζωήν, σύμφωνον προς το θέλημα εκείνου. Ρωμ. 6,5 εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα, Ρωμ. 6,5 Διότι, εάν, σαν δύο δένδρα αδιασπάστως ηνωμένα εις ένα, εγίναμεν ένα σώμα με τον Χριστόν δια του βαπτίσματος, που είναι ομοίωμα του σταυρικού του θανάτου, κατά λογικήν και φυσικήν συνέπειαν θα γίνωμεν ένα με αυτόν και εις την ανάστασίν του (θα αναστηθώμεν δηλαδή και ημείς ένδοξοι, όπως και εκείνος), Ρωμ. 6,6 τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη ἵνα καταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ· Ρωμ. 6,6 γνωρίζοντες τούτο, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος, η διεφθαρμένη από την αμαρτίαν φύσις μας, εσταυρώθη μαζή με τον Χριστόν δια του βαπτίσματος, δια να ατονήση πλέον και να είναι σαν πεθαμένον το σώμα μας απέναντι της αμαρτίας, ώστε να μη γίνωμεν πάλιν δούλοι της αμαρτίας. Ρωμ. 6,7 ὁ γὰρ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας. Ρωμ. 6,7 Διότι εκείνος που απέθανε έχει πλέον ελευθερωθή από τον κίνδυνον της αμαρτίας (δεδομένου ότι ο πεθαμένος και νεκρός ούτε πειράζεται ούτε αμαρτάνει). Ρωμ. 6,8 εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι καὶ συζήσομεν αὐτῷ, Ρωμ. 6,8 Εφ' όσον δε δια του βαπτίσματος έχομεν αποθάνει μαζή με τον Χριστόν, ως προς την αμαρτίαν, πιστεύομεν ότι και θα ζήσωμεν ένδοξοι μαζή με αυτόν εις την αιωνιότητα. Ρωμ. 6,9 εἰδότες ὅτι Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει. Ρωμ. 6,9 Διότι γνωρίζομεν πολύ καλά, ότι ο Χριστός αναστηθείς εκ των νεκρών δεν πεθαίνει πλέον ποτέ, ο θάνατος δεν έχει καμμίαν απολύτως εξουσίαν και κυριότητα εις αυτόν. Ρωμ. 6,10 ὃ γὰρ ἀπέθανε, τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανεν ἐφάπαξ, ὅ δὲ ζῇ, ζῇ τῷ Θεῷ. Ρωμ. 6,10 Και δεν τον κατακυριεύει πλέον ο θάνατος, διότι, τον σταυρικόν θάνατον τον υπέστη τότε ο Κύριος, άπαξ δια παντός, δια να εξαλείψη την αμαρτίαν. Και την ζωήν δε, την οποίαν ζη τώρα, την ζη αιωνίως ένδοξος πλησίον του Θεού. Ρωμ. 6,11 οὕτω καὶ ὑμεῖς λογίζεσθε ἑαυτοὺς νεκροὺς μὲν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζῶντας δὲ τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Ρωμ. 6,11 Έτσι και σεις θα θεωρήτε πλέον τους ευατούς σας, νεκρούς ως προς την αμαρτίαν, ζωντανούς δε δια τον Θεόν δια μέσου του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας. Ρωμ. 6,12 Μὴ οὖν βασιλευέτω ἡ ἁμαρτία ἐν τῷ θνητῷ ὑμῶν σώματι εἰς τὸ ὑπακούειν αὐτῇ ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις αὐτοῦ, Ρωμ. 6,12 Λοιπόν, ας μη βασιλεύη και ας μη κυριαρχή η αμαρτία στο θνητόν σας σώμα, ώστε να υπακούετε εις αυτήν, παρασυρόμενοι από τας επιθυμίας του σώματος. Ρωμ. 6,13 μηδὲ παριστάνετε τὰ μέλη ὑμῶν ὅπλα ἀδικίας τῇ ἁμαρτίᾳ, ἀλλὰ παραστήσατε ἑαυτοὺς τῷ Θεῷ ὡς ἐκ νεκρῶν ζῶντας καὶ τὰ μέλη ὑμῶν ὅπλα δικαιοσύνης τῷ Θεῷ. Ρωμ. 6,13 Ούτε να προσφέρετε και να κάνετε τα μέλη του σώματός σας όργανα και όπλα της αδικίας, δια των οποίων θα σας νικά και θα σας εξουσιάζη η αμαρτία. Αλλά να προσφέρετε τους εαυτούς σας στον Θεόν σαν άνθρωποι, που πράγματι έχετε αναστηθή εκ των νεκρών, και τα μέλη σας να τα προσφέρετε και αφιερώσετε στον Θεόν, δια να είναι όργανα και όπλα εις κάθε αρετήν. Ρωμ. 6,14 ἁμαρτία γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει· οὐ γάρ ἐστε ὑπὸ νόμον, ἀλλ᾿ ὑπὸ χάριν. Ρωμ. 6,14 Έτσι δε ποτέ πλέον η αμαρτία δεν θα σας υποδουλώση, διότι δεν είσθε πλέον υπό την εξουσίαν του Νόμου, ο οποίος κατεδίκαζε με την αμαρτίαν, χωρίς όμως να δίδη την λύτρωσιν, αλλά ευρίσκεσθε εις την βασιλείαν της χάριτος, που δίδει συγχώρησιν, ελευθερίαν και αγιασμόν.

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ρωμ. 6,15 Τί οὖν; ἁμαρτήσομεν ὅτι οὐκ ἐσμὲν ὑπὸ νόμον, ἀλλ᾿ ὑπὸ χάριν; μὴ γένοιτο. Ρωμ. 6,15 Τι λοιπόν; Εφ' όσον δεν είμεθα υπό την κυριαρχίαν του Νόμου, αλλ' ευρισκόμεθα εις την δωρεάν της χάριτος, θα αμαρτήσωμεν, αφού είναι εύκολον να λάβωμεν άφεσιν; Μη γένοιτο! Ρωμ. 6,16 οὐκ οἴδατε ὅτι ᾧ παριστάνετε ἑαυτοὺς δούλους εἰς ὑπακοήν, δοῦλοί ἐστε ᾧ ὑπακούετε, ἤτοι ἁμαρτίας εἰς θάνατον ἢ ὑπακοῆς εἰς δικαιοσύνην; Ρωμ. 6,16 Δεν γνωρίζετε ότι εις εκείνον, που προσφέρετε τους εαυτούς σας δούλους, δια να τον υπακούετε, γίνεσθε πράγματι δούλοι με την υπακοήν αυτήν. Δηλαδή είσθε ή δούλοι υπακούοντες εις την αμαρτίαν δια να καταλήξετε στον πνευματικόν θάνατον ή δούλοι υπακούοντες στον Χριστόν, δια να αποκτήσετε την δικαίωσιν και την αιωνίαν μακαριότητα. Ρωμ. 6,17 χάρις δὲ τῷ Θεῷ ὅτι ἦτε δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, ὑπηκούσατε δὲ ἐκ καρδίας εἰς ὃν παρεδόθητε τύπον διδαχῆς, Ρωμ. 6,17 Αλλά, δόξα στον Θεόν, διότι ναι μεν υπήρξατε άλλοτε δούλοι της αμαρτίας, υπηκούσατε όμως με όλην σας την ψυχήν και την καρδίαν στον τέλειον κανόνα της αρίστης διδασκαλίας, την οποίαν έχετε διδαχθή από τους Αποστόλους. Ρωμ. 6,18 ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ. Ρωμ. 6,18 Έτσι δε, αφού εγίνατε ελεύθεροι από την αμαρτίαν, υπεδουλώθητε εις την αγιότητα και την αρετήν. Ρωμ. 6,19 ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν. Ρωμ. 6,19 Χρησιμοποιώ ανθρωπίνας εικόνας και εκφράσεις εξ αιτίας της αδυναμίας, που παρουσιάζει η ανθρωπίνη, η σαρκική ακόμη κατάστασίς σας. Δηλαδή όπως είχατε προσφέρει τα μέλη σας δούλα εις την ακαθαρσίαν της αμαρτίας και της ανομίας, δια να διαπράττετε την αμαρτίαν, έτσι και τώρα πρέπει να προσφέρετε τα μέλη σας δούλα εις την αρετήν, δια να πρωχωρήσετε και επιτύχετε την αγιότητα. Ρωμ. 6,20 ὅτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ. Ρωμ. 6,20 Άλλοτε, όταν ήσθε δούλοι εις την αμαρτίαν, ήσθε μεν ελεύθεροι ως προς την δικαίωσιν και την αρετήν, που θέλει ο Θεός, Ρωμ. 6,21 τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος. Ρωμ. 6,21 αλλά ποίον καρπόν, ποίον κέρδος και ωφέλειαν είχατε τότε από τα έργα της αμαρτίας, δια τα οποία τώρα εντρέπεσθε κάθε φοράν που τα ενθυμείσθε. Διότι η κατάληξις εκείνων είναι ο αιώνιος πνευματικός θάνατος. Ρωμ. 6,22 νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον. Ρωμ. 6,22 Τώρα δε που απεκτήσατε την ελευθερίαν και απηλλάγητε από την δουλείαν της αμαρτίας, υπεδουλώθητε δε θεληματικά στον Θεόν, έχετε ως καρπόν την προκοπήν εις την αγιότητα τελικόν δε και αναφαίρετον κέρδος την αιωνίαν ζωήν. Ρωμ. 6,23 τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Ρωμ. 6,23 Διότι αι μεν συνέπειαι και ο μισθός της αμαρτίας είναι ο πνευματικός θάνατος, το δε δώρον του Θεού προς εκείνους, που τον υπακούουν, είναι η αιώνιος ζωή δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 7

Ο ΝΟΜΟΣ ΔΕΝ ΙΣΧΥΕΙ ΠΙΑ

Ρωμ. 7,1 Ἤ ἀγνοεῖτε, ἀδελφοί· γινώσκουσι γὰρ νόμον λαλῶ. ὅτι ὁ νόμος κυριεύει τοῦ ἀνθρώπου ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ζῇ; Ρωμ. 7,1 Ομιλώ προς ανθρώπους, οι οποίοι γνωρίζουν τον Νόμον. Ή μήπως αγνοείτε, αδελφοί, ότο ο Νόμος έχει κύρος και εξουσίαν στον άνθρωπον, εφ' όσον αυτός ζη; Ρωμ. 7,2 ἡ γὰρ ὕπανδρος γυνὴ τῷ ζῶντι ἀνδρὶ δέδεται νόμῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, κατήργηται ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ ἀνδρός. Ρωμ. 7,2 Διότι η υπανδρευμένη γυναίκα, παραδείγματος χάριν, έχει δια του νόμου του γάμου δεθή προς τον άνδρα της, εφ' όσον χρόνον εκείνος ζη. Εάν όμως αποθάνη ο σύζυγός της, έχει αυτή αποδεσμευθή από την εξουσίαν του νόμου, ο οποίος την έδενε προηγουμένως με τον άνδρα της. Ρωμ. 7,3 ἄρα οὖν ζῶντος τοῦ ἀνδρὸς μοιχαλὶς χρηματίσει ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ἀπὸ τοῦ νόμου, τοῦ μὴ εἶναι αὐτὴν μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ· Ρωμ. 7,3 Άρα, όταν ζη ο σύζυγος της, εάν αυτή συνάψη σχέσεις με άλλον άνδρα, θα γίνη μοιχαλίς. Εάν όμως πεθάνη ο σύζυγος της είναι ελευθέρα από τον νόμον, να γίνη σύζυγος άλλου ανδρός, χωρίς να θεωρήται αυτή πλέον μοιχαλίς. Ρωμ. 7,4 ὥστε, ἀδελφοί μου, καὶ ὑμεῖς ἐθανατώθητε τῷ νόμῳ διὰ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸ γενέσθαι ὑμᾶς ἑτέρῳ, τῷ ἐκ νεκρῶν ἐγερθέντι, ἵνα καρποφορήσωμεν τῷ Θεῷ. Ρωμ. 7,4 Ώστε, αδελφοί μου, κατά το παράδειγμά που σας έφερα, έχετε θανατωθή και αποθάνει ως προς τον Νόμον δια του σταυρωθέντος σώματος του Κυρίου, ώστε να έχετε το δικαίωμα να ανήκετε εις άλλον, δηλαδή στον αναστηθέντα Χριστόν, δια να φέρωμεν έτσι καρπούς πνευματικούς προς τιμήν και δόξαν του Θεού. Ρωμ. 7,5 ὅτε γὰρ ἦμεν ἐν τῇ σαρκί, τὰ παθήματα τῶν ἁμαρτιῶν τὰ διὰ τοῦ νόμου ἐνηργεῖτο ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν εἰς τὸ καρποφορῆσαι τῷ θανάτῳ· Ρωμ. 7,5 Διότι, όταν εζούσαμεν τον σαρκικόν βίον του παλαιού ανθρώπου, τα πάθη των αμαρτιών, τα οποία κατεδίκαζε αλλά δεν εξήλειφεν ο παλαιός Νόμος, ενεργούσαν εντός μας και επράττοντο δια των μελών μας, δια να παράγουν έτσι καρπούς που έφερναν τον αιώνιον θάνατον. Ρωμ. 7,6 νυνὶ δὲ κατηργήθημεν ἀπὸ τοῦ νόμου, ἀποθανόντες ἐν ᾧ κατειχόμεθα, ὥστε δουλεύειν ἡμᾶς ἐν καινότητι πνεύματος καὶ οὐ παλαιότητι γράμματος. Ρωμ. 7,6 Τώρα όμως έχομεν αποδεσμευθή εντελώς από τον Νόμον, διότι απεθάναμεν ως προς αυτόν, υπό την κατοχήν του οποίου προηγουμένως ευρισκόμεθα, ώστε τώρα να υπακούωμεν στον Θεόν, δια να ζήσωμεν την νέαν κατάστασιν, που μας εχάρισε το Πνεύμα, και να μη δουλεύωμεν εις την παλαιάν κατάστασιν, όπου εκυριαρχούσαν οι τύποι και το γράμμα του Νόμου. Ρωμ. 7,7 Τί οὖν ἐροῦμεν; ὁ νόμος ἁμαρτία; μὴ γένοιτο· ἀλλὰ τὴν ἁμαρτίαν οὐκ ἔγνων εἰ μὴ διὰ νόμου· τήν τε γὰρ ἐπιθυμίαν οὐκ ᾔδειν εἰ μὴ ὁ νόμος ἔλεγεν, οὐκ ἐπιθυμήσεις· Ρωμ. 7,7 Αλλά τότε, τι λοιπόν θα είπωμεν; Ότι ο Νόμος, που μας εδημιουργούσε αυτήν την κατάστασιν της δουλείας, ήτο κάτι το αμαρτωλόν και κακόν; Ασφαλώς όχι. Αλλά πρέπει να λέγωμεν ότι την αμαρτίαν δεν την εγνωρίσαμεν ει μη μόνον δια του Νόμου, ο οποίος και την απηγόρευε. Διότι και την αμαρτωλήν επιθυμίαν δεν θα την εγνώριζα ως αμαρτωλήν, εάν ο Νόμος ρητώς δεν έλεγεν “ουκ επιθυμήσεις όσα τω πλησίον σου έστι”. Ρωμ. 7,8 ἀφορμὴν δὲ λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς κατειργάσατο ἐν ἐμοὶ πᾶσαν ἐπιθυμίαν· χωρὶς γὰρ νόμου ἁμαρτία νεκρά. Ρωμ. 7,8 Έλαβεν όμως αφορμήν από αυτάς τας απαγορεύσστου Νόμου η αμαρτία, που υπήρχε μέσα μου και ως κατάστασις και ως ροπή προς το κακόν και εκαλλιέργησε και εφλόγισε μέσα μου κάθε αμαρτωλήν επιθυμίαν. Διότι χωρίς τον Νόμον η αμαρτία είναι νεκρά, σαν να μην υπάρχη. Ρωμ. 7,9 ἐγὼ δὲ ἔζων χωρὶς νόμου ποτέ· ἐλθούσης δὲ τῆς ἐντολῆς ἡ ἁμαρτία ἀνέζησεν, Ρωμ. 7,9 Εγώ δε εζούσα κάποτε χωρίς τον Νόμον, χωρίς να έχω γνώσιν των εντολών του. Όταν δε εγνώρισα την εντολήν, τότε αναζωγονήθηκε μέσα μου και μου έγινε γνωστή η αμαρτία. Ρωμ. 7,10 ἐγὼ δὲ ἀπέθανον, καὶ εὑρέθη μοι ἡ ἐντολὴ ἡ εἰς ζωήν, αὕτη εἰς θάνατον· Ρωμ. 7,10 Συνέπεια αυτού είναι, ότι εγώ απέθανα πνευματικώς εξ αιτίας των παραβάσεων. Και έτσι η εντολή του Νόμου, που είχε δοθή δια να με χειραγωγήση εις την λύτρωσιν και ζωήν, αυτή ευρέθη ότι με ωδήγησεν στον θάνατον. Ρωμ. 7,11 ἡ γὰρ ἁμαρτία ἀφορμὴν λαβοῦσα διὰ τῆς ἐντολῆς ἐξηπάτησέ με καὶ δι᾿ αὐτῆς ἀπέκτεινεν. Ρωμ. 7,11 Διότι η αμαρτία επήρε αφορμήν από την εντολήν, με ηπάτησε και με παρέσυρε δελεαστικώς εις την παράβασιν και δι' αυτής με εθανάτωσε πνευματικώς. Ρωμ. 7,12 ὥστε ὁ μὲν νόμος ἅγιος, καὶ ἡ ἐντολὴ ἁγία καὶ δικαία καὶ ἀγαθή. Ρωμ. 7,12 Ώστε ο μεν Νόμος, που εδόθη δια του Μωϋσέως, είναι άγιος και κάθε εντολή του είναι αγία και δικαία και αγαθή δι' εμέ τον άνθρωπον. Ρωμ. 7,13 τὸ οὖν ἀγαθὸν ἐμοὶ γέγονε θάνατος; μὴ γένοιτο· ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ἵνα φανῇ ἁμαρτίᾳ, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ μοι κατεργαζομένη θάνατον, ἵνα γένηται καθ᾿ ὑπερβολὴν ἁμαρτωλὸς ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς. Ρωμ. 7,13 Αλλά θα ερωτήση κανείς· Αυτό, λοιπόν, το αγαθόν, ο άγιος δηλάδη και δίκαιος Νόμος, έγινε δι' εμέ αιτία θανάτου; Μη γένοιτο! Αλλ' η αμαρτία, δια να φανή πόσον ολεθρία και φοβερά είναι, επέτυχε δια του Νόμου, που είναι αγαθός και δίκαιος, να κατεργασθή και πραγματοποιήση εντός μου τον θάνατον· δια να γίνη έτσι και αποδειχθή ολοκάθαρα δια μέσου της εντολής, πόσον υπερβολικά καταστρεπτική και ύπουλος είναι η αμαρτία δια τον άνθρωπον. Ρωμ. 7,14 οἴδαμεν γὰρ ὅτι ὁ νόμος πνευματικός ἐστιν· ἐγὼ δὲ σαρκικός εἰμι, πεπραμένος ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Ρωμ. 7,14 Διότι γνωρίζομεν ότι ο νόμος είναι πνευματικός, δώρον δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, δια να εξυπηρετή την ιδικήν μας πνευματικήν ζωήν. Εγώ όμως είμαι δούλος της σαρκός, σαν πουλημένος σκλάβος υπό την κυριαρχίαν της αμαρτίας. Ρωμ. 7,15 ὃ γὰρ κατεργάζομαι οὐ γινώσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ᾿ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ. Ρωμ. 7,15 Κυριευμένος και σκοτισμένος από το πάθος δεν γνωρίζω καλά αυτό το κακόν που πράττω. Διότι δεν πράττω αυτό το οποίον εσωτερικώς θέλω, αλλά κάμνω εκείνο το οποίον μισώ. Ρωμ. 7,16 εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω τοῦτο ποιῶ, σύμφημι τῷ νόμῳ ὅτι καλός. Ρωμ. 7,16 Εάν δε, παρασυρόμενος από την εσωτερικήν μου αμαρτωλότητα και τους εξωτερικούς πειρασμούς, πράττω αυτό που δεν θέλω, τότε με την θέλησίν μου και αντίθετα προς τα έργα μου συμφωνώ με τον Νόμον και ομολογώ ότι είναι καλός. Ρωμ. 7,17 νυνὶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία. Ρωμ. 7,17 Τώρα δε δεν πράττω εγώ το κακόν, αλλά η αμαρτία, η οποία κατοικεί μέσα μου και με εξουσιάζει. Ρωμ. 7,18 οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοί, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν· τὸ γὰρ θέλειν παράκειταί μοι, τὸ δὲ κατεργάζεσθαι τὸ καλὸν οὐχ εὑρίσκω· Ρωμ. 7,18 Διότι γνωρίζω καλά ότι δεν κατοικεί μέσα μου, δηλαδή εις την διεφθαρμένην ανθρωπίνην φύσιν, το αγαθόν· αυτό δε φαίνεται καθαρά και εκ του γεγονότος, ότι το να θέλω μεν το καλόν είναι τούτο κοντά μου, το να πραγματοποιώ όμως το καλόν δεν το ευρίσκω κοντά μου και εύκολον. Ρωμ. 7,19 οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὃ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω. Ρωμ. 7,19 Διότι δεν πράττω το αγαθόν, το οποίον εσωτερικώς με όλην μου την θέλησιν επιθυμώ, αλλά το κακόν, που δεν θέλω, αυτό πράττω. Ρωμ. 7,20 εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω ἐγὼ τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία. Ρωμ. 7,20 Εάν δε εγώ πράττω το κακόν, που εις την πραγματικότητα δεν το θέλω, αυτό σημαίνει ότι δεν το πραγματοποιώ πλέον εγώ, αλλ' η αμαρτία, που κατοικεί μέσα μου και η οποία με έχει κάμει δούλον της. Ρωμ. 7,21 εὑρίσκω ἄρα τὸν νόμον τῷ θέλοντι ἐμοὶ ποιεῖν τὸ καλόν, ὅτι ἐμοὶ τὸ κακὸν παράκειται· Ρωμ. 7,21 Άρα ευρίσκω τον Νόμον του Θεού βοηθόν και σύμφωνον με την θέλησίν μου, η οποία και θέλει να πράττω το καλόν. Δεν ημπορώ όμως να τηρήσω αυτόν, διότι υπάρχει κοντά μου και εντός μου το κακόν, η δύναμις της αμαρτίας. Ρωμ. 7,22 συνήδομαι γὰρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον, Ρωμ. 7,22 Διότι ευχαριστούμαι και ευφραίνομαι στον νόμον του Θεού με όλην μου την ψυχήν, την καρδίαν και τον νουν. Ρωμ. 7,23 βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου. Ρωμ. 7,23 Βλέπω όμως να κυριαρχή εις τα μέλη μου άλλος νόμος, η δύναμις της αμαρτίας, που αντιστρατεύεται και μάχεται όσα ο νους μου και η συνείδησις μου υποδεικνύουν ως ορθά, και με υποδουλώνει στον νόμον της αμαρτίας, ο οποίος κυριαρχεί εις την αμαρτωλήν ανθρωπίνην μου φύσιν. Ρωμ. 7,24 Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; Ρωμ. 7,24 Δυστυχισμένος και ταλαιπωρημένος εγώ άνθρωπος! Ποιός θα με ελευθερώση και θα με γλυτώση από το σώμα τούτο, μέσα στο οποίον κυριαρχεί η αμαρτία και δια της αμαρτίας ο θάνατος; Ρωμ. 7,25 εὐχαριστῷ τῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν· ἄρα οὖν αὐτὸς ἐγὼ τῷ μὲν νοΐ δουλεύω νόμῳ Θεοῦ, τῇ δὲ σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας. Ρωμ. 7,25 Ευχαριστώ τον Θεόν, ο οποίος με ηλευθέρωσε και με έσωσε δια του Ιησού Χριστού, του Κυρίου ημών. Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι εγώ δουλεύω εις δύο κυρίους· με τον νουν και την συνείδησιν δουλεύω στον νόμον του Θεού, με τα μέλη όμως της σαρκός μου δουλεύω στον νόμον της αμαρτίας.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 8

Η ΝΕΑ ΖΩΗ

Ρωμ. 8,1 Οὐδὲν ἄρα νῦν κατάκριμα τοῖς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα. Ρωμ. 8,1 Επομένως δεν υπάρχει τώρα καμμία καταδίκη στους πιστεύοντας και τους ηνωμένους με τον Ιησούν Χριστόν, οι οποίοι ζουν και πολιτεύονται όχι σύμφωνα με τας αμαρτωλάς επιθυμίας της σαρκός, αλλά σύμφωνα με τας εντολάς του Πνεύματος. Ρωμ. 8,2 ὁ γὰρ νόμος τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἠλευθέρωσέ με ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Ρωμ. 8,2 Διότι ο Νόμος του Πνεύματος, η χάρις, ο φωτισμός και η δύναμις του Αγίου Πνεύματος, που μεταδίδει και καλλιεργεί και αναπτύσσει την κατά Χριστόν ζωήν, με απηλευθέρωσε από τον νόμον και την κυριαρχίαν της αμαρτίας και του θανάτου. Ρωμ. 8,3 τὸ γὰρ ἀδύνατον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ τῆς σαρκός, ὁ Θεὸς τὸν ἑαυτοῦ υἱὸν πέμψας ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας καὶ περὶ ἁμαρτίας, κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί, Ρωμ. 8,3 Διότι εκείνο το οποίον ήτο αδύνατον και ακατόρθωτον στον Νόμον, που δεν ημπορούσε δηλαδή να κατανικήση την αμαρτωλότητα και την αντίστασιν του σαρκικού αμαρτωλού ανθρώπου, το επραγματοποίησε και το έφερεν εις πέρας ο Θεός με το να στείλη, δια την εξάλειψιν της αμαρτίας, τον Υιόν του τον μονογενή, με ανθρώπινον σώμα, χωρίς βέβαια και να είναι αμαρτωλόν. Και έτσι καταδίκασε και κατέλυσε την αμαρτίαν δια της αναμαρτήτου σαρκός του Υιού του, που παρεδόθη εις θάνατον. Ρωμ. 8,4 ἵνα τὸ δικαίωμα τοῦ νόμου πληρωθῇ ἐν ἡμῖν τοῖς μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα· Ρωμ. 8,4 Δια να εκπληρωθούν πλέον με την χάριν του Θεού όλαι αι διατάξεις του Νόμου και από ημάς, οι οποίοι ζώμεν και φερόμεθα τώρα, όχι σύμφωνα με τας αμαρτωλάς επιθυμίας της σαρκός, αλλά σύμφωνα προς τα παραγγέλματα του Ευαγγελίου και τας υπαγορεύσεις του Αγίου Πνεύματος. Ρωμ. 8,5 οἱ γὰρ κατὰ σάρκα ὄντες τὰ τῆς σαρκὸς φρονοῦσιν, οἱ δὲ κατὰ πνεῦμα τὰ τοῦ πνεύματος. Ρωμ. 8,5 Διότι όσοι ευρίσκονται ακόμη υπό την κυριαρχίαν της σαρκός φρονούν και επιθυμούν όσα θέλει η σαρξ· όσοι όμως κατευθύνονται από την χάριν και την δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, σκέπτονται και φρονούν και θέλουν όσα το Άγιον Πνεύμα τους υπαγορεύει. Ρωμ. 8,6 τὸ γὰρ φρόνημα τῆς σαρκὸς θάνατος, τὸ δὲ φρόνημα τοῦ πνεύματος ζωὴ καὶ εἰρήνη· διότι τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς ἔχθρα εἰς Θεόν· Ρωμ. 8,6 Αι σκέψεις, τα φρονήματα και αι επιθυμίαι της σαρκός προκαλούν τον πνευματικόν θάνατον. Το δε φρόνημα, που υπαγορεύει το Πνεύμα το Άγιον και η αγία κατάστασις που δημιουργεί, οδηγεί εις την αληθινήν ζωήν και ειρήνην. Διότι η σαρκική κατάστασις και επιθυμία είναι εχθρά στον Θεόν και φέρει τον θάνατον. Ρωμ. 8,7 τῷ γὰρ νόμῳ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑποτάσσεται· οὐδὲ γὰρ δύναται· Ρωμ. 8,7 Εις τον Νόμον του Θεού δεν υποτάσσεται ο σαρκικός άνθρωπος και ούτε έχει την δύναμιν να υποταχθή. Ρωμ. 8,8 οἱ δὲ ἐν σαρκὶ ὄντες Θεῷ ἀρέσαι οὐ δύνανται. Ρωμ. 8,8 Όσοι δε ζουν κατά σάρκα και πορεύονται κατά τας επιθυμίας της σαρκός, δεν ημπορούν να αρέσουν και να ευαρεστήσουν στον Θεόν. Ρωμ. 8,9 ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐστὲ ἐν σαρκί, ἀλλ᾿ ἐν πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν. εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ. Ρωμ. 8,9 Σεις όμως δεν είσθε πλέον δούλοι της σαρκός, αλλ' ευρίσκεσθε υπό την καθοδήγησιν του πνεύματος σας, που έχει φωτισθή και αναγεννηθή από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, εάν βέβαια κατοική εντός υμών το Πνεύμα του Θεού. Εάν δε κανείς δεν έχη μέσα του Πνεύμα Χριστού, αυτός δεν είναι άνθρωπος του Χριστού. Ρωμ. 8,10 εἰ δὲ Χριστὸς ἐν ὑμῖν, τὸ μὲν σῶμα νεκρὸν δι᾿ ἁμαρτίαν, τὸ δὲ πνεῦμα ζωὴ διὰ δικαιοσύνην. Ρωμ. 8,10 Εάν δε κατοική ο Χριστός μέσα σας, τότε έστω και αν το σώμα σας υπόκειται στον θάνατον εξ αιτίας της αμαρτίας, το πνεύμα σας όμως έχει ζωήν αιωνίαν χάρις εις την δικαίωσιν, που ελάβατε από τον Χριστόν. Ρωμ. 8,11 εἰ δὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἐγείραντος Ἰησοῦν ἐκ νεκρῶν οἰκεῖ ἐν ὑμῖν, ὁ ἐγείρας τὸν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ζωοποιήσει καὶ τὰ θνητὰ σώματα ὑμῶν διὰ τὸ ἐνοικοῦν αὐτοῦ Πνεῦμα ἐν ὑμῖν. Ρωμ. 8,11 Εάν δε το Πνεύμα του Θεού, που ανέστησε εκ νεκρών τον Ιησούν, κατοική μέσα σας, τότε αυτός που ανέστησε τον Χριστόν θα ζωοποιήση και τα θνητά σώματα σας ένεκα του Πνεύματός του, που κατοικεί μέσα σας. Ρωμ. 8,12 Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, ὀφειλέται ἐσμὲν οὐ τῇ σαρκὶ τοῦ κατὰ σάρκα ζῆν· Ρωμ. 8,12 Άρα, λοιπόν, αδελφοί, αφού τέτοιες ευεργεσίες ελάβομεν και τέτοιες δωρεές ετοιμάζονται δι' ημάς, δεν έχομεν υποχρέωσιν εις την σάρκα, να ζώμεν κατά τας επιθυμίας της σαρκός (αλλά στο Πνεύμα, να ζώμεν κατάς υπαγορεύσεις του Πνεύματος). Ρωμ. 8,13 εἰ γὰρ κατὰ σάρκα ζῆτε, μέλλετε ἀποθνήσκειν· εἰ δὲ Πνεύματι τὰς πράξεις τοῦ σώματος θανατοῦτε, ζήσεσθε. Ρωμ. 8,13 Διότι, εάν ζήτε κατά τας επιθυμίας της σαρκός, μέλλετε να αποθάνετε τον αιώνιον θάνατον. Εάν όμως, με τας πνευματικάς δυνάμεις που χαρίζει το Πνεύμα, αποστρέφεσθε και νεκρώνετε τας κακάς πράξεις του σώματος, θα ζήσετε αιωνίως πλησίον του Θεού. Ρωμ. 8,14 ὅσοι γὰρ Πνεύματι Θεοῦ ἄγονται, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Θεοῦ. Ρωμ. 8,14 Διότι, όσοι οδηγούνται και κατευθύνονται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι οι πραγματικοί υιοί του Θεού. Ρωμ. 8,15 οὐ γὰρ ἐλάβετε Πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς φόβον, ἀλλ᾿ ἐλάβετε Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἐν ᾧ κράζομεν· ἀββᾶ ὁ πατήρ. Ρωμ. 8,15 Σεις δε, όταν επιστεύσατε και εβαπτίσθητε, δεν ελάβετε ψυχικήν κατάστασιν και φρονήματα δουλείας, δια να περιπέσετε πάλιν εις φόβον, αλλ' ελάβετε από το Πνεύμα το Άγιον ψυχικήν κατάστασιν και φρονήματα υιών του Θεού κατά χάριν, ώστε χάρις εις αυτά να φωνάζωμεν με θάρρος προς τον Θεόν; Αββά ο Πατήρ! Ρωμ. 8,16 αὐτὸ τὸ Πνεῦμα συμμαρτυρεῖ τῷ πνεύματι ἡμῶν ὅτι ἐσμὲν τέκνα Θεοῦ. Ρωμ. 8,16 Αυτό δε το Άγιον Πνεύμα μαρτυρεί και επιβεβαιώνει μαζή με το ιδικόν μας πνεύμα ότι είμεθα τέκνα του Θεού. Ρωμ. 8,17 εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν. Ρωμ. 8,17 Εάν δε είμαθα τέκνα, κατά λογικήν συνέπειαν είμεθα και κληρονόμοι· κληρονόμοι μεν του Θεού, που είναι πατέρας μας, συγκληρονόμοι δε μαζή με τον Χριστόν, που είναι πρωτότοκος αδελφός μας. Αποκτώμεν δε αυτά τα δικαιώματα, εάν βεβαίως πάσχωμεν και ταλαιπωρούμεθα μαζή με τον Χριστόν δια να δοξασθώμεν έτσι μαζή του.

Ο ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΣ ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Ρωμ. 8,18 Λογίζομαι γὰρ ὅτι οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς. Ρωμ. 8,18 Φρονώ δε, και είναι απολύτως λογική η σκέψις μου, ότι τα όσα υποφέρομεν κατά το διάστημα της παρούσης ζωής δεν είναι άξια κατά κανένα τρόπον να συγκριθούν προς την δόξαν, η οποία μέλλει να αποκαλυφθή και δοθή εις ημάς. Ρωμ. 8,19 ἡ γὰρ ἀποκαραδοκία τῆς κτίσεως τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ ἀπεκδέχεται. Ρωμ. 8,19 Και αυτή ακόμη η άψυχος κτίσις ευρίσκεται εις συνεχή έντονον αναμονήν, περιμένουσα με πόθον την ένδοξον φανέρωσιν των τέκνων του Θεού. Ρωμ. 8,20 τῇ γὰρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη, οὐχ ἑκοῦσα, ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα, ἐπ᾿ ἐλπίδι Ρωμ. 8,20 Διότι και η κτίσις έχει υποδουλωθή εις την φθοράν όχι βέβαια με την θέλησίν της, αλλά από τον Θεόν, ο οποίος την υπέταξεν εις την φθοράν (μετά την πτώσιν του ανθρώπου) με την ελπίδα όμως της απαλλαγής. Ρωμ. 8,21 ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Ρωμ. 8,21 Η βεβαία δε ελπίς είναι ότι και αυτή η κτίσις θα ελευθερωθή από τον ζυγόν της φθοράς και του θανάτου και άφθαρτος πλέον θα λάβη μέρος εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού. Ρωμ. 8,22 οἴδαμεν γὰρ ὅτι πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν· Ρωμ. 8,22 Διότι γνωρίζομεν, ότι όλη η κτίσις μαζή στενάζει και πονεί πολύ μέχρι σήμερον. Ρωμ. 8,23 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ τὴν ἀπαρχὴν τοῦ Πνεύματος ἔχοντες καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς στενάζομεν υἱοθεσίαν ἀπεκδεχόμενοι, τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματος ἡμῶν. Ρωμ. 8,23 Και όχι μόνον η κτίσις, αλλά και ημείς οι ίδιοι, μολονότι έχομεν ήδη πάρει την απαρχήν των δωρεών του Αγίου Πνεύματος ως προκαταβολήν, τρόπον τινά, και εγγύησιν δια τα μέλλοντα αγαθά, στενάζομεν εν τούτοις εσωτερικώς, περιμένοντες το πλήρες και τέλειον δώρον της υιοθεσίας μας εκ μέρους του Θεού, την απολύτρωσιν του σώματος ημών εκ της φθοράς. Ρωμ. 8,24 τῇ γὰρ ἐλπίδι ἐσώθημεν· ἐλπὶς δὲ βλεπομένη οὐκ ἔστιν ἐλπίς· ὃ γὰρ βλέπει τις, τί καὶ ἐλπίζει; Ρωμ. 8,24 Διότι τώρα έχομεν σωθή με την ελπίδα, την βεβαίαν και ασφαλή. Ελπίς όμως η οποία είναι αισθητή και ορατή, δεν είναι ελπίς. Διότι εκείνο το οποίον βλέπει κανείς με τα σωματικά του μάτια, τι λόγος υπάρχει να το ελπίζη, αφού το βλέπει ως πραγματικότητα; Ρωμ. 8,25 εἰ δὲ ὃ οὐ βλέπομεν ἐλπίζομεν, δι᾿ ὑπομονῆς ἀπεκδεχόμεθα. Ρωμ. 8,25 Εάν όμως εκείνο, που δεν βλέπομεν, ελπίζωμεν να το αποκτήσωμεν στο μέλλον, τότε με πολλήν υπομονήν και σφοδράν επιθυμίαν το περιμένομεν. Ρωμ. 8,26 Ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ Πνεῦμα συναντιλαμβάνεται ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν· τὸ γὰρ τί προσευξόμεθα καθὸ δεῖ οὐκ οἴδαμεν, αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις· Ρωμ. 8,26 Και αυτό επίσης το Άγιον Πνεύμα μας βοηθεί ωσαύτως εις όλας τας αδυναμίας μας, απαλύνει τους κόπους και τους πόνους και τας θλίψεις μας. Ειδικώτερον δε, επειδή ημείς δεν γνωρίζομεν πως πρέπει να προσευχηθώμεν και τι να ζητήσωμεν εις την προσευχήν μας, αυτό τούτο το Πνεύμα το Άγιον μεσιτεύει με το παραπάνω υπέρ ημών, εμπνέει εις τας καρδίας μας στεναγμούς ιεράς κατανύξεως, που δεν είναι δυνατόν να εκφρασθούν με λόγια, και οι οποίοι μας υψώνουν προς τον Θεόν. Ρωμ. 8,27 ὁ δὲ ἐρευνῶν τὰς καρδίας οἶδε τί τὸ φρόνημα τοῦ Πνεύματος, ὅτι κατὰ Θεὸν ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἁγίων. Ρωμ. 8,27 Ο Θεός όμως, ο οποίος ερευνά και τα βάθη των καρδιών, γνωρίζει τι θέλει να εκφράση με τους στεναγμούς αυτούς το Πνεύμα, διότι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, προσεύχεται και κατ' αυτόν τον τρόπον υπέρ των πιστών. Ρωμ. 8,28 Οἴδαμεν δὲ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν· Ρωμ. 8,28 Τους στεναγμούς μας δια τας θλίψεις της παρούσης ζωής τους απαλύνει και το γεγονός, ότι γνωρίζομεν πως εις εκείνους που αγαπούν τον Θεόν όλα υποβοηθούν και συνεργάζονται δια το καλόν των· εις αυτούς δηλαδή, οι οποίοι σύμφωνα με την προαιώνιον πρόθεσιν του Θεού έχουν κληθή και έχουν δεχθή την σωτηρίαν. Ρωμ. 8,29 ὅτι οὓς προέγνω, καὶ προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς· Ρωμ. 8,29 Διότι εκείνους τους οποίους ο Θεός έχει προγνωρίσει ως αξίους σωτηρίας δια την καλήν των διάθεσιν, τους προώρισε να γίνουν ομοιόμορφοι προς την ένδοξον εικόνα του Υιού του, ώστε να είναι ο Υιός του Θεού πρωτοτόκος μεταξύ πολλών αδελφών, που θα είναι όμοιοί του. Ρωμ. 8,30 οὓς δὲ προώρισε, τούτους καὶ ἐκάλεσε, καὶ οὓς ἐκάλεσε, τούτους καὶ ἐδικαίωσεν, οὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε. Ρωμ. 8,30 Εκείνους δε που προώρισε δια την δόξαν της ομοιώσεώς των προς τον Χριστόν, αυτούς και εκάλεσε· και αυτούς που εκάλεσε και εδέχθησαν την κλήσιν, τους κατέστησε δικαίους· και εκείνους που εδικαίωσε, αυτούς και εδόξασε εις την Βασιλείαν των ουρανών.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ρωμ. 8,31 Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ᾿ ἡμῶν; Ρωμ. 8,31 Τι λοιπόν, θα είπωμεν και τι συμπεράσματα θα βγάλωμεν δια τας μεγάλας αυτάς δωρεάς, που μας εχάρισεν ο Θεός; Το συμπέρασμα είναι ότι, εάν ο Θεός μας αγαπά και είναι υπερασπιστής μας, ποίος θα τολμήση να εναντιωθή προς ημάς και να μας βλάψη; Ρωμ. 8,32 ὅς γε τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ᾿ ὑπὲρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν, πῶς οὐχὶ καὶ σὺν αὐτῷ τὰ πάντα ἡμῖν χαρίσεται; Ρωμ. 8,32 Αυτός, ο οποίος δεν ελυπήθη ούτε τον μονογενή Υιόν του, αλλά τον παρέδωκεν στον σταυρικόν θάνατον υπέρ όλων ημών, πως μαζή με αυτόν δεν θα μας χαρίση και κάθε άλλην εύνοιαν και όλα τα άλλα, που μας χρειάζονται; (Αφού μας εδώρισε το απείρως ανώτερον, δεν θα μας χαρίση και τα άλλα αγαθά;) Ρωμ. 8,33 τίς ἐγκαλέσει κατὰ ἐκλεκτῶν Θεοῦ; Θεὸς ὁ δικαιῶν· Ρωμ. 8,33 Ποίος θα τολμήση να παρουσιασθή επικριτής και κατήγορος εναντίον των εκλεκτών του Θεού; Κανείς· διότι “αυτός ο ίδιος ο Θεός σβήνει και εξαλείφει τας αμαρτίας μας και μας κάμνει δικαίους”. Ρωμ. 8,34 τίς ὁ κατακρίνων; Χριστὸς ὁ ἀποθανών, μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθείς, ὃς καί ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν. Ρωμ. 8,34 “Ποίος θα τολμήση να μας κατακρίνη και να μας καταδικάση”; Κανένας· διότι ο Χριστός είναι εκείνος, που απέθανε δι' ημάς, μάλλον δε και ανεστήθη δια την δικαίωσίν μας, ο οποίος και ευρίσκεται πάντοτε ένδοξος εις τα δεξιά του Θεού και μεσιτεύει προς τον Πατέρα δι' ημάς. Ρωμ. 8,35 τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα; Ρωμ. 8,35 Ποιός, λοιπόν, θα ημπορέση ποτέ να μας χωρίση από την αγάπην του Χριστού; Θλίψις ή εσωτερική στενοχωρία ή διωγμός εκ μέρους των απίστων ή πείνα ή γυμνότης ή οιοσδήποτε κίνδυνος ή μαχαίρα, που να μας απειλή με σφαγήν; Ρωμ. 8,36 καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς. Ρωμ. 8,36 Αντικρύζομεν βέβαια και αυτόν τον κίνδυνον της σφαγής, όπως άλλωστε έχει προφητευθή και στους ψαλμούς ότι· “ένεκά σου, Κύριε, εκτιθέμεθα εις κίνδυνον θανάτου όλην την ημέραν. Εθεωρήθημεν από τους διώκτας μας σαν πρόβατα, προωρισμένα εις σφαγήν”. Ρωμ. 8,37 ἀλλ᾿ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς. Ρωμ. 8,37 Αλλά εις όλας αυτάς τας δυσκολίας και τας απειλάς βγαίνομεν με το παραπάνω νικηταί, δια της βοηθείας του Χριστού, ο οποίος τόσον πολύ μας έχει αγαπήσει. Ρωμ. 8,38 πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα Ρωμ. 8,38 Διότι έχω απόλυτον πεποίθησιν και βεβαιότητα, ότι ούτε ο θάνατος, με τον οποίον μας απειλούν, ούτε αι τέρψεις και αι απολαύσεις της ζωής, τας οποίας μας υπόσχονται, ούτε αι υπερκόσμιαι δυνάμεις, τα εν ουρανοίς τάγματα των αγγέλων και των αρχών και των δυνάμεων, ούτε αι περιστάσεις και τα γεγονότα του παρόντος ούτε τα μελλοντικά γεγονότα Ρωμ. 8,39 οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Ρωμ. 8,39 ούτε ύψος δόξης ούτε βάθος ταπεινώσεως και περιφρονήσεως ούτε καμμιά άλλη κτίσις διαφορετική απ' αυτήν που βλέπομεν, θα ημπορέση ποτέ να μας χωρίση από την αγάπην του Θεού, όπως μας την εφανέρωσεν ο ίδιος δια μέσου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 9

Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

Ρωμ. 9,1 Ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, συμμαρτυρούσης μοι τῆς συνειδήσεώς μου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, Ρωμ. 9,1 Αλήθειαν σας λέγω, ως άνθρωπος που ομιλεί ενώπιον του Χριστού, δεν ψεύδομαι και έχω μαρτυρούσαν και επιβεβαιώνουσαν την αλήθειαν αυτήν ταύτην την συνείδησίν μου, η οποία φωτίζεται από το Άγιον Πνεύμα. Ρωμ. 9,2 ὅτι λύπη μοί ἐστι μεγάλη καὶ ἀδιάλειπτος ὀδύνη τῇ καρδίᾳ μου. Ρωμ. 9,2 Σας λέγω, λοιπόν, ότι μεγάλη λύπη υπάρχει μέσα μου, συνεχής και ακατάπαυστος πόνος εις την καρδίαν μου, δια την σκληροκαρδίαν και απιστίαν των ομοεθνών μου Εβραίων. Ρωμ. 9,3 ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, Ρωμ. 9,3 Θα ευχόμην δε να χωρισθώ εγώ ο ίδιος από τον Χριστόν και να γίνω ανάθεμα, εάν ήτο δυνατόν με την καταδίκην μου αυτήν να σωθούν οι κατά σάρκα αδελφοί μου, οι ομοεθνείς μου Ιουδαίοι. Ρωμ. 9,4 οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται, ὧν ἡ υἱοθεσία καὶ ἡ δόξα καὶ αἱ διαθῆκαι καὶ ἡ νομοθεσία καὶ ἡ λατρεία καὶ αἱ ἐπαγγελίαι, Ρωμ. 9,4 Αυτοί που είναι απόγονοι του Ιακώβ, στους οποίους ανήκει η υιοθεσία και η δόξα με τα τόσα θαύματα που έκαμε προς χάριν αυτών ο Θεός· στους οποίους εδόθησαν αι συνθήκαι, που είχε κάμει ο Θεός με τους προγόνους των, και η νομοθεσία και η λατρεία και αι ανεκτίμητοι υποσχέσεις. Ρωμ. 9,5 ὧν οἱ πατέρες, καὶ ἐξ ὧν ὁ Χριστὸς τὸ κατὰ σάρκα, ὁ ὢν ἐπὶ πάντων Θεὸς εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν. Ρωμ. 9,5 Αυτοί, των οποίων οι πατέρες και οι πατριάρχαι είναι επίσημοι και ένδοξοι και από τους οποίους κατάγεται, κατά σάρκα, ο Χριστός, ο οποίος είναι Θεός, κύριος και εξουσιαστής όλων, άξιος να υμνήται και να δοξάζεται στους αιώνας. Αμήν. Ρωμ. 9,6 Οὐχ οἷον δὲ ὅτι ἐκπέπτωκεν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. οὐ γὰρ πάντες οἱ ἐξ Ἰσραήλ, οὗτοι Ἰσραήλ, Ρωμ. 9,6 Το γεγονός όμως ότι εξέπεσαν αυτοί από τας ευλογίας, δεν σημαίνει ότι έχει ξεπέσει και διαψευσθή υπό των πραγμάτων ο λόγος του Θεού, διότι αληθινοί Ισραηλίται δεν είναι όλοι όσοι κατάγονται σαρκικώς από τον Ισραήλ, Ρωμ. 9,7 οὐδ᾿ ὅτι εἰσὶ σπέρμα Ἀβραάμ, πάντες τέκνα, ἀλλ᾿ ἐν Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα· Ρωμ. 9,7 ούτε, διότι είναι σαρκικοί απόγονοι του Αβραάμ, είναι όλοι άξια τέκνα του Αβραάμ. Αλλά, όπως ο Θεός είπεν στον Αβραάμ, “θα ονομασθούν αληθινοί απόγονοί σου από τον Ισαάκ”. Ρωμ. 9,8 τοῦτ᾿ ἔστιν οὐ τὰ τέκνα τῆς σαρκὸς ταῦτα τέκνα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τέκνα τῆς ἐπαγγελίας λογίζεται εἰς σπέρμα. Ρωμ. 9,8 δηλαδή τέκνα του Θεού δεν είναι όλοι οι κατά σάρκα απόγονοι του Αβραάμ, που γεννώνται σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Αλλά θεωρούνται και είναι γνήσια τέκνα και πραγματικοί απόγονοι του Αβραάμ αυτοί που γεννώνται σύμφωνα με την υπόσχεσιν του Θεού. Ρωμ. 9,9 ἐπαγγελίας γὰρ ὁ λόγος οὗτος· κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον ἐλεύσομαι καὶ ἔσται τῇ Σάῤῥᾳ υἱός. Ρωμ. 9,9 Διότι είναι λόγος της επισήμου υποσχέσεως του Θεού, αυτός τον οποίον είπεν στον Αβραάμ· ότι δηλαδή, “κατά το ερχόμενον έτος, εις τέτοιαν εποχήν, θα έλθω, και η στείρα Σάρρα θα έχη παιδί”, δηλαδή τον Ισαάκ. Ρωμ. 9,10 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ Ῥεβέκκα ἐξ ἑνὸς κοίτην ἔχουσα, Ἰσαὰκ τοῦ πατρὸς ἡμῶν· Ρωμ. 9,10 Όχι μόνον δε η Σάρρα ετεκνοποίησε, σύμφωνα με την υπόσχεσιν του Θεού, αλλά και η Ρεβέκκα έλαβε τέτοια υπόσχεσιν και από ένα άνδρα, δηλαδή τον πατέρα μας Ισαάκ, ετεκνοποίησε. Ρωμ. 9,11 μήπω γὰρ γεννηθέντων μηδὲ πραξάντων τι ἀγαθὸν ἢ κακόν, ἵνα ἡ κατ᾿ ἐκλογὴν τοῦ Θεοῦ πρόθεσις μένῃ, οὐκ ἐξ ἔργων, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ καλοῦντος, Ρωμ. 9,11 Είναι δε αξιοσημείωτον ότι πριν ακόμη γεννηθούν τα παιδιά, όταν δεν είχαν πράξει κάτι καλόν ή κάτι κακόν, ελέχθη εις την Ρεβέκκαν από τον Θεόν, , Ρωμ. 9,12 ἐῤῥέθη αὐτῇ ὅτι ὁ μείζων δουλεύσει τῷ ἐλάσσονι, Ρωμ. 9,12 ότι “ο μεγαλύτερος, ο Ησαύ, θα υπηρετήση στον μικρότερον, στον Ιακώβ”, και τούτο δια να μένη στερεά και ακλόνητος η θεία βουλή και προαπόφασις η οποία δεν εκξαρτάται από τα έργα του ανθρώπου, αλλά από τον καλούντα Θεόν. Ρωμ. 9,13 καθὼς γέγραπται· τὸν Ἰακὼβ ἠγάπησα, τὸν δὲ Ἠσαῦ ἐμίσησα. Ρωμ. 9,13 Πράγματι δε η βουλή του Θεού επραγματοποιήθη, σύμφωνα και με εκείνο που έχει γραφή και από τον προφήτην Μαλαχίαν· “τον Ιακώβ και τους απογόνους του Ισραηλίτας ηγάπησα, τον δε Ησαύ και τους Ιδουμαίους απογόνους του εμίσησα”. Ρωμ. 9,14 Τί οὖν ἐροῦμεν; μὴ ἀδικία παρὰ τῷ Θεῷ; μὴ γένοιτο. Ρωμ. 9,14 Εμπρός στο γεγονός αυτό της εκλογής του Θεού τι θα είπωμεν; Μήπως διεπράχθη αδικία από τον Θεόν εις βάρος του Ησαύ; Μη γένοιτο! Ρωμ. 9,15 τῷ γὰρ Μωϋσῇ λέγει· ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω. Ρωμ. 9,15 Αλλά και στον Μωϋσήν είπεν ο Θεός· “εγώ ο δίκαιος και απροσωπόληπτος θα ελεήσω εκείνον που κρίνω άξιον ελέους και θα εκδηλώσω την στοργήν και τους οικτιρμούς μου προς εκείνον, τον οποίον κρίνω άξιον της εσπλαγχνίας μου”. Ρωμ. 9,16 ἄρα οὖν οὐ τοῦ θέλοντος οὐδὲ τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ. Ρωμ. 9,16 Άρα το θείον έλεος δεν εξαρτάται κυρίως από εκείνον που το θέλει και τρέχει δια να το αποκτήση, αλλ' από τον ελεούντα Θεόν. Ρωμ. 9,17 λέγει γὰρ ἡ γραφὴ τῷ Φαραὼ ὅτι εἰς αὐτὸ τοῦτο ἐξήγειρά σε, ὅπως ἐνδείξωμαι ἐν σοὶ τὴν δυναμίν μου, καὶ ὅπως διαγγελῇ τὸ ὄνομά μου ἐν πάσῃ τῇ γῇ. Ρωμ. 9,17 Διότι, όπως είναι γραμμένο εις την Εξοδον, είπεν ο Θεός στον Φαραώ· ότι “δι' αυτό τούτο επέτρεψα να εξερεθισθής και να σκληρυνθής, δια να δείξω δια μέσου σου στον λαόν μου, με τα μεγάλα θαύματά μου, την δύναμίν μου και να διαλαληθή τοιουτοτρόπως το όνομά μου εις όλην την γην”. Ρωμ. 9,18 ἄρα οὖν ὃν θέλει ἐλεεῖ, ὃν δὲ θέλει σκληρύνει. Ρωμ. 9,18 Άρα, λοιπόν, όποιον θέλει ο παντοδύναμος Θεός ελεεί και όποιον θέλει τον αφίνει να σκληρυνθή, σύμφωνα με την δικαίαν αυτού πρόγνωσιν.

Η ΟΡΓΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ρωμ. 9,19 Ἐρεῖς οὖν μοι· τί ἔτι μέμφεται; τῷ γὰρ βουλήματι αὐτοῦ τίς ἀνθέστηκε; Ρωμ. 9,19 Θα μου είπης όμως τώρα· αφού όποιον θέλει τον αφίνει και σκληρύνεται, διατί τον καταδικάζει; Εις το θέλημά του ποιός ποτέ έχει αντισταθή; Ρωμ. 9,20 μενοῦνγε, ὦ ἄνθρωπε, σὺ τίς εἶ ὁ ἀνταποκρινόμενος τῷ Θεῷ; μὴ ἐρεῖ τὸ πλάσμα τῷ πλάσαντι, τί με ἐποίησας οὕτως; Ρωμ. 9,20 Βεβαίως, κανείς δεν έχει αντισταθή και δεν έχει ματαιώσει το θέλημα του Θεού· αλλά, ω άνθρωπε, συ ποιός είσαι ο οποίος συζητείς και αντιλέγεις προς τον Θεόν; Μήπως είναι δυνατόν ποτέ το πήλινον αγγείον να πη στον αγγειοπλάστην που το έπλασε· Διατί με έκαμες έτσι; Ρωμ. 9,21 ἢ οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ὁ κεραμεὺς τοῦ πηλοῦ, ἐκ τοῦ αὐτοῦ φυράματος ποιῆσαι ὃ μὲν εἰς τιμὴν σκεῦος, ὃ δὲ εἰς ἀτιμίαν; Ρωμ. 9,21 Ή μήπως ο κεραμοποιός δεν είναι κύριος και εξουσιαστής στον πηλόν του, ώστε να κάμη από το αυτό φύραμα άλλο μεν σκεύος δια χρήσιν τιμητικήν και άλλο δια χρήσιν ευτελή; Ρωμ. 9,22 εἰ δὲ θέλων ὁ Θεὸς ἐνδείξασθαι τὴν ὀργὴν καὶ γνωρίσαι τὸ δυνατὸν αὐτοῦ ἤνεγκεν ἐν πολλῇ μακροθυμίᾳ σκεύη ὀργῆς κατηρτισμένα εἰς ἀπώλειαν, Ρωμ. 9,22 Εάν δε ο Θεός, θέλων να δείξη την οργήν του και να κάμη γνωστήν την δύναμιν του, ηνέχθη με πολλήν μακροθυμίαν σκεύη οργής, τα οποία μόνα των, με την αμετανόητον κακίαν των, ετοίμασαν και προώρισαν τον ευατόν των δια την απώλειαν, συ τι ημπορείς στούτο να πης; Ρωμ. 9,23 καὶ ἵνα γνωρίσῃ τὸν πλοῦτον τῆς δόξης αὐτοῦ ἐπὶ σκεύη ἐλέους, -ἃ προητοίμασεν εἰς δόξαν, Ρωμ. 9,23 Και πάλιν τι ημπορείς να πης, εάν ο Θεός, θέλων να δείξη τον πλούτον της δόξης αυτού, έδωσε χάριν εις σκεύη ελέους, εις ανθρώπους δηλαδή αξίους του ελέους του, τους οποίους εκ των προτέρων παρεσκεύασε και ητοίμασε δια να τους δοξάση; Ρωμ. 9,24 οὓς καὶ ἐκάλεσεν ἡμᾶς οὐ μόνον ἐξ Ἰουδαίων, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἐθνῶν, Ρωμ. 9,24 Αυτούς δε τους ανθρώπους, δηλαδή ημάς, εκάλεσεν εις την δόξαν, όχι μόνον από τους Ιουδαίους αλλά και από τους εθνικούς. Ρωμ. 9,25 ὡς καὶ ἐν τῷ Ὡσηὲ λέγει· καλέσω τὸν οὐ λαόν μου λαόν μου, καὶ τὴν οὐκ ἠγαπημένην ἠγαπημένην· Ρωμ. 9,25 Σύμφωνα και με εκείνο που είπε ο Θεός δια του προφήτου Ωσηέ· “θα καλέσω και θα αναδείξω λαόν μου τους εθνικούς, οι οποίοι δεν είναι τώρα λαός μου και θα καλέσω και θα αναδείξω αγαπημένην μου την εκκλησίαν των ειδωλολατρών, η οποία τώρα δεν είναι αγαπημένη μου”. Ρωμ. 9,26 καὶ ἔσται ἐν τῷ τόπῳ οὗ ἐρρέθη αὐτοῖς, οὐ λαός μου ὑμεῖς, ἐκεῖ κληθήσονται υἱοὶ Θεοῦ ζῶντος. Ρωμ. 9,26 Και εις την χώραν όχι μόνον των Εβραίων, αλλά και των ειδωλολατρών, όπου ελέχθη εις αυτούς· “δεν είσθε σεις λαός μου”, και εκεί ακόμη θα ονομασθούν παιδιά του ζώντος Θεού. Ρωμ. 9,27 Ἡσαΐας δὲ κράζει ὑπὲρ τοῦ Ἰσραήλ· ἐὰν ᾖ ὁ ἀριθμὸς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ὡς ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης, τὸ κατάλειμμα σωθήσεται· Ρωμ. 9,27 Αλλά και ο Ησαΐας κράζει σχετικώς με τον Ισραηλιτικόν λαόν· “εάν το πλήθος των απογόνων του Ισραήλ είναι σαν την άμμον της θαλάσσης, δεν θα σωθούν όλοι, αλλά θα σωθή το εκλεκτόν υπόλοιπον των καλοπροαιρέτων”. Ρωμ. 9,28 λόγον γὰρ συντελῶν καὶ συντέμνων ἐν δικαιοσύνῃ ὅτι λόγον συντετμημένον ποιήσει Κύριος ἐπὶ τῆς γῆς. Ρωμ. 9,28 Διότι “ο Θεός πραγματοποιεί και φέρει εις πέρας, σύντομα και με δικαιοσύνην, απόφασιν, που είχε λέβει, ότι δηλαδή θα πραγματοποιήση ταχέως εις την γην τον λόγον του”. Ρωμ. 9,29 καὶ καθὼς προείρηκεν Ἡσαΐας, εἰ μὴ Κύριος Σαβαὼθ ἐγκατέλιπεν ἡμῖν σπέρμα, ὡς Σόδομα ἂν ἐγενήθημεν καὶ ὡς Γόμοῤῥα ἂν ὡμοιώθημεν. Ρωμ. 9,29 Και όπως ο προφήτης Ησαΐας έχει προαναγγείλει· “Εάν ο παντοδύναμος Κύριος δεν είχε αφήσει εν μέσω ημών αγαθούς, απογόνους του Αβραάμ, θα είχαμεν γίνει σαν τα Σόδομα και θα είχαμε ομοιωθή με τα Γόμορρα”.

Ο ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Ρωμ. 9,30 Τί οὖν ἐροῦμεν; ὅτι ἔθνη τὰ μὴ διώκοντα δικαιοσύνην κατέλαβε δικαιοσύνην, δικαιοσύνην δὲ τὴν ἐκ πίστεως, Ρωμ. 9,30 Τι λοιπόν θα συμπεράνωμεν τώρα; Ότι τα ειδωλολατρικά έθνη που δεν επεδίωκαν να δικαιωθούν, κατέλαβον ως κτήμα των την δικαίωσιν, δικαίωσιν δε η οποία προέρχεται από την πίστιν, Ρωμ. 9,31 Ἰσραὴλ δὲ διώκων νόμον δικαιοσύνης εἰς νόμον δικαιοσύνης οὐκ ἔφθασε. Ρωμ. 9,31 οι δε Ισραηλίται, οι οποίοι επιζητούσα την δικαίωσιν των δια του Νόμου στον αληθινόν Νόμον της δικαιώσεως, δεν κατώρθωσαν να φθάσουν. Ρωμ. 9,32 διατί; ὅτι οὐκ ἐκ πίστεως, ἀλλ᾿ ὡς ἐξ ἔργων νόμου· προσέκοψαν γὰρ τῷ λίθῳ τοῦ προσκόμματος, Ρωμ. 9,32 Διατί; Διότι δεν επεδίωκαν την δικαίωσίν των δια της πίστεως στον Χριστόν, αλλά δια του Μωσαϊκού Νόμου, ως εάν ήτο δυνατόν με έργα του Νόμου να δικαιωθούν. Διότι εξ αιτίας της απιστίας των “εσκόνταψαν επάνω στον Χριστόν, ο οποίος υπήρξε δι' αυτούς λίθος προσκόμματος”. Ρωμ. 9,33 καθὼς γέγραπται· ἰδοὺ τίθημι ἐν Σιὼν λίθον προσκόμματος καὶ πέτραν σκανδάλου, καὶ πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ᾿ αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται. Ρωμ. 9,33 Έτσι δε έχει γραφή και στον προφήτην Ησαΐαν· “ιδού εγώ θέτω εις την Ιερουσαλήμ ακρογωνιαίον θεμέλιον λίθον, τον Ιησούν Χριστόν, στον οποίον όμως θα σκοντάπτουν και σαν εις πέτραν σκανδάλου θα πίπτουν όσοι δεν θα πιστεύσουν. Εξ αντιθέτου, καθένας που πιστεύει και θεμελιώνεται επάνω εις αυτόν, δεν θα εντροπιασθή”.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 10

ΣΩΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

Ρωμ. 10,1 Ἀδελφοί, ἡ μὲν εὐδοκία τῆς ἐμῆς καρδίας καὶ ἡ δέησις ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ τοῦ Ἰσραήλ ἐστιν εἰς σωτηρίαν· Ρωμ. 10,1 Αδελφοί, παρ' όλην την απιστίαν που μέχρι σήμερον έχουν δείξει οι Ισραηλίται, η θερμή επιθυμία μου και η ευμενής διάθεσις της καρδίας μου και η δέησίς μου προς τον Θεόν είναι υπέρ των Ισραηλιτών, δια να δεχθούν και αυτοί την σωτηρίαν. Ρωμ. 10,2 μαρτυρῶ γὰρ αὐτοῖς ὅτι ζῆλον Θεοῦ ἔχουσιν, ἀλλ᾿ οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν. Ρωμ. 10,2 Διότι γνωρίζω και δίδω μαρτυρίαν δι' αυτούς ότι έχουν ζήλον Θεού, αλλά όχι με φωτισμένην την γνώσιν και σύμφωνον προς το θέλημα του Θεού. Ρωμ. 10,3 ἀγνοοῦντες γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην, καὶ τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν. Ρωμ. 10,3 Διότι αυτοί ηγνόησαν μεν και περεμέρισαν την δικαίωσιν, που παρέχει ο Θεός, ζητούν δε να στήσουν τας ιδικάς των αντιλήψεις περί δικαιώσεως και έτσι δεν υπετάχθησαν εις την δικαίωσιν του Θεού. Ρωμ. 10,4 τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι. Ρωμ. 10,4 Διότι σκοπός του Νόμου αλλά και τέρμα της αποστολής του Νόμου είναι ο Χριστός, ο οποίος δίδει την δικαίωσιν στον καθένα, που πιστεύει εις αυτόν. Ρωμ. 10,5 Μωϋσῆς γὰρ γράφει τὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ τοῦ νόμου, ὅτι ὁ ποιήσας αὐτὰ ἄνθρωπος ζήσεται ἐν αὐτοῖς· Ρωμ. 10,5 Διότι ο Μωϋσής γράφει σχετικώς με την δικαίωσιν, η οποία προέρχεται από τον νόμον ότι· “ο άνθρωπος, ο οποίος θα τηρήση όλα όσα διατάσσει ο Νόμος, αυτός θα ζήση δι' αυτών”. Ρωμ. 10,6 ἡ δὲ ἐκ πίστεως δικαιοσύνη οὕτω λέγει· μὴ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου, τίς ἀναβήσεται εἰς τὸν οὐρανόν; τοῦτ᾿ ἔστι Χριστὸν καταγαγεῖν· Ρωμ. 10,6 Δια δε την εκ πίστεως δικαίωσιν λέγει πάλιν ο Μωϋσής· “μη αφήσης να εισχωρήση λογισμός αμφιβολίας εις την καρδίαν σου, και είπης· ποιός θ' ανεβή στον ουρανόν;” δια να κατεβάση, δηλαδή, από εκεί τον Χριστόν, που θα μου δώση την σωτηρίαν. Ρωμ. 10,7 ἢ τίς καταβήσεται εἰς τὴν ἄβυσσον; τοῦτ᾿ ἔστι Χριστὸν ἐκ νεκρῶν ἀναγαγεῖν. Ρωμ. 10,7 Ή “ποιός θα κατεβή εις την άβυσσον του Άδου;” δια να αναστήση δηλαδή τον Χριστόν, που θα μας δώση την δικαίωσιν. Ρωμ. 10,8 ἀλλὰ τί λέγει; ἐγγύς σου τὸ ῥῆμά ἐστιν, ἐν τῷ στόματί σου καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ σου· τοῦτ᾿ ἔστι τὸ ῥῆμα τῆς πίστεως ὃ κηρύσσομεν. Ρωμ. 10,8 Αλλά τι λέγει ο Θεός δια της Γραφής; Λέγει ότι “κοντά σου είναι ο λόγος, στο στόμα και εις την καρδίαν σου”, δηλαδή το Ευαγγέλιον της πίστεως, το οποίον ημείς οι Απόστολοι κηρύσσομεν. Ρωμ. 10,9 ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον Ἰησοῦν, καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ· Ρωμ. 10,9 Διότι, εάν με το στόμα σου ομολογήσης τον Ιησούν ως ύψιστον Κύριον, και με όλην σου την καρδίαν εσωτερικώς πιστεύσης ότι ο Θεός τον ανέστησε εκ νεκρών, θα σωθής. Ρωμ. 10,10 καρδίᾳ γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν. Ρωμ. 10,10 Διότι με την καρδίαν του πιστεύει κανείς στον Χριστόν και ως συνέπειαν αυτής της πίστεώς του έχει την δικαίωσιν· με το στόμα του δε ομολογεί τον Χριστόν εμπρός στους ανθρώπους και λαμβάνει έτσι την σωτηρίαν. Ρωμ. 10,11 λέγει γὰρ ἡ γραφή· πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ᾿ αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται. Ρωμ. 10,11 Άλλωστε και η Αγία Γραφή λέγει· “καθένας, που πιστεύει εις αυτόν, είτε Ιουδαίος είναι είτε εθνικός, δεν θα εντροπιασθή ούτε θα ίδη να διαψεύδεται η πίστις του”. Ρωμ. 10,12 οὐ γὰρ ἔστι διαστολὴ Ἰουδαίου τε καὶ Ἕλληνος· ὁ γὰρ αὐτὸς Κύριος πάντων, πλουτῶν εἰς πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτόν· Ρωμ. 10,12 Ναι, καθένας που πιστεύει, διότι δεν υπάρχει καμμία διάκρισις μεταξύ Ιουδαίου και Έλληνος, επειδή ο αυτός Κύριος είναι Κύριος και Θεός όλων, προσφέρων πλουσίας τας δωρεάς του εις όλους εκείνους, οι οποίοι τον επικαλούνται. Ρωμ. 10,13 πᾶς γὰρ ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται. Ρωμ. 10,13 Αυτό προλέγει και ο προφήτης Ιωήλ· “καθένας που θα επικαλεσθή με πίστιν το όνομα του Κυρίου, θα σωθή”. Ρωμ. 10,14 πῶς οὖν ἐπικαλέσονται εἰς ὃν οὐκ ἐπίστευσαν; πῶς δὲ πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; πῶς δὲ ἀκούσουσι χωρὶς κηρύσσοντος; Ρωμ. 10,14 Οι Εβραίοι όμως δεν επίστευσαν στον Χριστόν. Πως, λοιπόν, θα επικαλεσθούν Εκείνον, στον οποίον δεν επίστευσαν; Πως δε θα πιστεύσουν εις Εκείνον, δια τον οποίον δεν ήκουσαν κήρυγμα και διδασκαλίαν; Πως δε είναι δυνατόν να ακούσουν, χωρίς να υπάρχη δι' αυτούς ο κήρυξ, ο διδάσκαλος της αληθείας; Ρωμ. 10,15 πῶς δὲ κηρύξουσιν ἐὰν μὴ ἀποσταλῶσι; καθὼς γέγραπται· ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην, τῶν εὐαγγελιζομένων τὰ ἀγαθά! Ρωμ. 10,15 Πως δε θα κηρύξουν επιτυχώς την αλήθειαν του Ευαγγελίου οι κήρυκες, εάν δεν αποσταλούν εις την υπηρεσίαν αυτήν; Πρέπει δε να λάβουν, όπως και έλαβαν, προς τούτο εντολήν από τον Θεόν, καθώς έχει γραφή και στον προφήτην Ησαΐαν· “πόσον ωραίοι είναι οι πόδες εκείνων, που κηρύττουν το χαρμόσυνον μήνυμα της ειρήνης του Θεού προς τους ανθρώπους, αυτών που αναγγέλουν τα αγαθά και τας δωρεάς”, που μας προσφέρει δια της θυσίας του ο λυτρωτής! Ρωμ. 10,16 Ἀλλ᾿ οὐ πάντες ὑπήκουσαν τῷ εὐαγγελίῳ· Ἡσαΐας γὰρ λέγει· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; Ρωμ. 10,16 Αλλά, μολονότι ο Θεός έστειλε τους κήρυκάς του, δεν υπήκουσαν όλοι οι Εβραίοι στο Ευαγγέλιον. Αυτήν την απιστίαν προείπε και ο Ησαΐας, λέγων· “Κύριε, ποιός επίστευσεν εις όσα ήκουσεν από ημάς να κηρύττωμεν;” Ρωμ. 10,17 ἄρα ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ῥήματος Θεοῦ. Ρωμ. 10,17 Άρα η πίστις γεννάται μέσα εις την καρδίαν από την ακρόασιν του κηρύγματος· το δε κήρυγμα έχει ως περιεχόμενον και σκοπόν την ανάπτυξιν και γνωστοποίησιν των λόγων του Θεού. Ρωμ. 10,18 ἀλλὰ λέγω, μὴ οὐκ ἤκουσαν; μενοῦνγε εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν. Ρωμ. 10,18 Αλλά λέγω, ότι ίσως θα ημπορούσε να ισχυρισθή κανείς· μήπως τάχα οι Ιουδαίοι δεν ήκουσαν το κήρυγμα; Κάθε άλλο, διότι βεβαιότατα “εις όλην την γην εξήλθε και διεδόθη φωτεινόν και έντονον το κήρυγμα των Αποστόλων, και εις τα πέρατα της οικουμένης έχουν φθάσει και έχουν ακουσθή οι λόγοι των”. Ρωμ. 10,19 ἀλλὰ λέγω, μὴ οὐκ ἔγνω Ἰσραήλ; πρῶτος Μωϋσῆς λέγει· ἐγὼ παραζηλώσω ὑμᾶς ἐπ᾿ οὐκ ἔθνει, ἐπὶ ἔθνει ἀσυνέτῳ παροργιῶ ὑμᾶς. Ρωμ. 10,19 Αλλά πάλιν λέγω, ότι θα ημπορούσε να ερωτήση κανείς· Μήπως δεν εγνώρισαν και δεν ενόησαν καλά τον λόγον του Θεού οι Ισραηλίται; Όχι, διότι απ' αρχής αυτοί ήσαν σκληρόκαρδοι και κωφοί στο θέλημα του Θεού. Πρώτος ο Μωϋσής λέγει, εκ μέρους του Θεού, δι' αυτούς· “εγώ θα σας κάμω να καταληφθήτε από ζήλειαν δι' έθνος, που δεν το θεωρείτε έθνος, και θα σας εξερεθίσω ένεκα του φθόνου σας εναντίον ειδωλολατρικού έθνους, το οποίον σεις θεωρείτε ασύνετον και το οποίον εν τούτοις εγώ δια την καλήν του διάθεσιν θα ελεήσω”. Ρωμ. 10,20 Ἡσαΐας δὲ ἀποτολμᾷ καὶ λέγει· εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν, ἐμφανὴς ἐγενόμην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσι. Ρωμ. 10,20 Ο δε προφήτης Ησαΐας τολμά και λέγει εκ μέρους του Θεού προς τους Ισραηλίτας· απεκαλύφθην εγώ και έγινα γνωστός από τους εθνικούς, που δεν με ζητούν, έγινα φανερός εις εκείνους, οι οποίοι λόγω της αγνοίας των δεν με ερωτούν”. Ρωμ. 10,21 πρὸς δὲ τὸν Ἰσραὴλ λέγει· ὅλην τὴν ἡμέραν ἐξεπέτασα τὰς χεῖράς μου πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα. Ρωμ. 10,21 Προς δε τον Ισραηλιτικόν λαόν λέγει· “όλας τας ημέρας συνεχώς άπλωσα με στοργήν τα χέρια μου, δια να αγκαλιάσω ένα λαόν, ο οποίος απειθεί και αντιλέγει”.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 11

ΤΟ ΥΠΟΛΕΙΜΜΑ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

Ρωμ. 11,1 Λέγω οὖν, μὴ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ; μὴ γένοιτο· καὶ γὰρ ἐγὼ Ἰσραηλίτης εἰμί, ἐκ σπέρματος Ἀβραάμ, φυλῆς Βενιαμίν. Ρωμ. 11,1 Ερωτώ λοιπόν τώρα· Μήπως ο Θεός απώθησε και απέρριψε μακρυά τον λαόν του; Ποτέ ας μη λεχθή κάτι τέτοιο· διότι και εγώ, που έχω κληθή από τον Θεόν Απόστολος, είμαι Ισραηλίτης, από τους απογόνους του Αβραάμ, από την φυλήν του Βενιαμίν. Ρωμ. 11,2 οὐκ ἀπώσατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ ὃν προέγνω. ἢ οὐκ οἴδατε ἐν Ἠλίᾳ τί λέγει ἡ γραφή, ὡς ἐντυγχάνει τῷ Θεῷ κατὰ τοῦ Ἰσραὴλ λέγων; Ρωμ. 11,2 Όχι, δεν απέρριψε ο Θεός τον λαόν του, τον οποίον είχε προγνωρίσει και εκλέξει. Ή δεν γνωρίζετε και δεν ενθυμείσθε τι λέγει η Γραφή εις την ιστορίαν του Ηλία; Ότι δηλαδή ο Ηλίας προσεύχεται προς τον Θεόν εναντίον του Ισραηλιτικού λαού λέγων· Ρωμ. 11,3 Κύριε, τοὺς προφήτας σου ἀπέκτειναν καὶ τὰ θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν, κἀγὼ ὑπελείφθην μόνος, καὶ ζητοῦσι τὴν ψυχήν μου. Ρωμ. 11,3 “Κύριε, οι Ισραηλίται εφόνευσαν τους προφήτας σου, εκρήμνισαν και κατέσκαψαν τα θυσιαστήριά σου, εγώ δε απέμεινα πλέον μόνος και ζητούν αυτοί να μου πάρουν την ζωήν!”. Ρωμ. 11,4 ἀλλὰ τί λέγει αὐτῷ ὁ χρηματισμός; κατέλιπον ἐμαυτῷ ἑπτακισχιλίους ἄνδρας, οἵτινες οὐκ ἔκαμψαν γόνυ τῷ Βάαλ. Ρωμ. 11,4 Αλλά τι λέγει εις αυτόν ο Θεός με ειδικήν αποκάλυψιν; “Έχω αφήσει και έχω φυλάξει δια τον ευατόν μου επτά χιλιάδας άνδρας, οι οποίοι δεν έκλιναν τα γόνατά των, δια να προσκυνήσουν το είδωλον του Βάαλ”. Ρωμ. 11,5 οὕτως οὖν καὶ ἐν τῷ νῦν καιρῷ λεῖμμα κατ᾿ ἐκλογὴν χάριτος γέγονεν. Ρωμ. 11,5 Έτσι λοιπόν και εις την σημερινήν εποχήν έχει απομείνει ένα υπόλοιπον πιστών Ισραηλιτών, σύμφωνα με την εκλογήν, την οποίαν κατά χάριν έκαμεν ο Θεός. Ρωμ. 11,6 εἰ δὲ χάριτι, οὐκέτι ἐξ ἔργων· ἐπεὶ ἡ χάρις οὐκέτι γίνεται χάρις. εἰ δὲ ἐξ ἔργων, οὐκέτι ἐστὶ χάρις· ἐπεὶ τὸ ἔργον οὐκέτι ἐστὶν ἔργον. Ρωμ. 11,6 Εάν δε αυτό το υπόλοιπον το εξέλεξεν ο Θεός σύμφωνα με την ιδικήν του χάριν, τότε δεν το εξέλεξε δια την αξίαν των έργων. Διότι άλλως η χάρις παύει πλέον να είναι χάρις. Εάν όμως από τα έργα των εκείνοι εξελέγησαν και εδικαιώθησαν, δεν ημπορεί πλέον να γίνεται λόγος δια χάριν, διότι άλλως το έργον το αγαθόν παύει πλέον να είναι άξιον αμοιβής. Ρωμ. 11,7 Τί οὖν; ὃ ἐπιζητεῖ Ἰσραήλ, τοῦτο οὐκ ἐπέτυχεν, ἡ δὲ ἐκλογὴ ἐπέτυχεν· οἱ δὲ λοιποὶ ἐπωρώθησαν, Ρωμ. 11,7 Τι, λοιπόν, ημπορούμεν να συμπεράνωμεν επί του προκειμένου; Αυτό το οποίον επιζητούσεν ο Ισραηλιτικός λαός, δηλαδή την δικαίωσίν του δια του Νόμου, δεν το επέτυχεν. Όσοι όμως δια την πίστιν των εξελέγησαν από τον Θεόν, επέτυχαν και έλαβαν την δικαίωσιν· οι άλλοι όμως, οι οποίοι ένεκα της απιστίας των δεν εξελέγησαν, απεμακρύνθησαν από τον Θεόν, και εσκληρύνθησαν. Ρωμ. 11,8 καθὼς γέγραπται· ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεὸς πνεῦμα κατανύξεως, ὀφθαλμοὺς τοῦ μὴ βλέπειν καὶ ὦτα τοῦ μὴ ἀκούειν, ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας. Ρωμ. 11,8 Έτσι άλλωστε έχει προφητευθή από τον Ησαΐαν· “παρεχώρησεν ο Θεός να τους καραλάβη πνεύμα και τάσις νυσταγμού και σκοτισμού, νάρκωσις και αναισθησία πνευματική. Τους έδωσεν ο Θεός οφθαλμούς, που οι ίδιοι τους εκότισαν, ώστε να μη βλέπουν την αλήθεια, και αυτιά να μην ακούουν την θείαν διδασκαλίαν μέχρι της σημερινής ημέρας”. Ρωμ. 11,9 καὶ Δαυΐδ λέγει· γενηθήτω ἡ τράπεζα αὐτῶν εἰς παγίδα καὶ εἰς θήραν καὶ εἰς σκάνδαλον καὶ εἰς ἀνταπόδομα αὐτοῖς. Ρωμ. 11,9 Αλλά και ο Δαυίδ λέγει· “η τράπεζά των, εις την οποίαν απολαμβάνουν με ένα πνεύμα υλοφροσύνης τα εκλεκτά φαγητά, ας γίνη δι' αυτούς παγίδα, δίκτυ και θηλειά που θα τους πιάση, πρόσκομμα δια να σκοντάψουν και πέσουν και έτσι κατά λόγον δικαιοσύνης να τιμωρηθούν. Ρωμ. 11,10 σκοτισθήτωσαν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν τοῦ μὴ βλέπειν, καὶ τὸν νῶτον αὐτῶν διὰ παντὸς σύγκαμψον. Ρωμ. 11,10 Ας σκοτισθούν τα μάτια της ψυχής και του νου των δια να μη βλέπουν, και ας λυγίση η ράχη των, δια να μένουν πάντοτε δούλοι κάτω από το βαρύ φορτίον της αμαρτίας των”.

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ

Ρωμ. 11,11 Λέγω οὖν, μὴ ἔπταισαν ἵνα πέσωσι; μὴ γένοιτο· ἀλλὰ τῷ αὐτῶν παραπτώματι ἡ σωτηρία τοῖς ἔθνεσιν, εἰς τὸ παραζηλῶσαι αὐτούς. Ρωμ. 11,11 Ερωτώ ακόμη, μήπως οι Ισραηλίται έφταιξαν τόσο βαρειά, ώστε να πέσουν πολύ βαθειά, που να μη υπάρχη πλέον ελπίς ανορθώσεώς των; Μη γένοιτο! Αλλ' έπεσαν, ώστε δι α μέσου της ιδικής των απιστίας και πτώσεως, να κηρυχθή και διαδοθή η σωτηρία εις τα έθνη, έτσι δε να κεντήση ο Θεός την ζήλειαν των και να τους παρακινήση με τον τρόπον αυτόν να πιστεύσουν και οι ίδιοι. Ρωμ. 11,12 εἰ δὲ τὸ παράπτωμα αὐτῶν πλοῦτος κόσμου καὶ τὸ ἥττημα αὐτῶν πλοῦτος ἐθνῶν, πόσῳ μᾶλλον τὸ πλήρωμα αὐτῶν; Ρωμ. 11,12 Εάν δε η πτώσις αυτών έφερε κατά ένα έμεσον τρόπον πλούτον δωρεών και ευλογιών εις τα έθνη και η ήττα των εις την πνευματικήν ζωήν έγινε πρόξενος πλουσίων ευεργεσιών, πόσω μάλλον η προσέλευσις όλων των στον Χριστόν, θα γίνη αιτία ακόμη πλουσιωτέρων ευλογιών δια τα έθνη; Ρωμ. 11,13 Ὑμῖν γὰρ λέγω τοῖς ἔθνεσιν. ἐφ᾿ ὅσον μέν εἰμι ἐγὼ ἐθνῶν ἀπόστολος, τὴν διακονίαν μου δοξάζω, Ρωμ. 11,13 Εις σας τους εθνικούς τα λέγω αυτά, δια να μη υψηλοφρονήσετε και περιφρονήσετε τους Ιουδαίους. Εφ' όσον άλλωστε εγώ είμαι Απόστολος των εθνών, εργάζομαι με κάθε αυταπάρνησιν να σας μεταδώσω το Ευαγγέλιον, να εκπληρώσω την αποστολήν μου και να σας οδηγήσω εις την δόξαν του Θεού. Ρωμ. 11,14 εἴ πως παραζηλώσω μου τὴν σάρκα καὶ σώσω τινὰς ἐξ αὐτῶν. Ρωμ. 11,14 Ακόμη δε μήπως και διεγείρω τον ζήλον των ομοεθνών μου και οδηγήσω, έστω και μερικούς από αυτούς, στον δρόμον της σωτηρίας. Ρωμ. 11,15 εἰ γὰρ ἡ ἀποβολὴ αὐτῶν καταλλαγὴ κόσμου, τίς ἡ πρόσληψις εἰ μὴ ζωὴ ἐκ νεκρῶν; Ρωμ. 11,15 Διότι εάν η αποπομπή των από την Χριστινικήν πίστιν έγινεν έμμεσος αιτία να συμφιλιωθή ο ειδωλολατρικός κόσμος με τον Θεόν, η πρόσληψίς των εις την πίστιν τι άλλο θα είναι ειμή ζωή όλων και πνευματική ανάστασις εκ των νεκρών; Ρωμ. 11,16 εἰ δὲ ἡ ἀπαρχὴ ἁγία, καὶ τὸ φύραμα· καὶ εἰ ἡ ῥίζα ἁγία, καὶ οἱ κλάδοι. Ρωμ. 11,16 Εάν δε η απαρχή του Ισραηλιτικού λαού, δηλαδή οι πατριάρχαι, οι προφήται, οι δίκαιοι, που πρώτοι δια την αξίαν των ευλογήθησαν από τον Θεόν, είναι αγία, τότε και η μάζα του Ισραηλιτικού λαού είναι δεκτική αγιότητος. Και εάν η ρίζα είναι αγία, τότε και οι κλάδοι, δηλαδή οι Ισραηλίται, ημπορεί να γίνουν άγιοι. Ρωμ. 11,17 Εἰ δέ τινες τῶν κλάδων ἐξεκλάσθησαν, σὺ δὲ ἀγριέλαιος ὢν ἐνεκεντρίσθης ἐν αὐτοῖς καὶ συγκοινωνὸς τῆς ῥίζης καὶ τῆς ποιότητος τῆς ἐλαίας ἐγένου, Ρωμ. 11,17 Εάν δε μερικοί από τους κλάδους εκόπησαν από τον κορμόν, απεσπάσθησαν και επετάχθησαν δια την απιστίαν των, συ δε, ο ειδωλολάτρης, που μέχρι προ ολίγου παρέμεινες αγριέλαια και εκεντρώθηκες εις την θέσιν των αποκοπτέντων κλάδων, συνεδέθης δε με την ρίζαν και μετέχεις στους παχείς χυμούς της ελαίας, Ρωμ. 11,18 μὴ κατακαυχῶ τῶν κλάδων· εἰ δὲ κατακαυχᾶσαι, οὐ σὺ τὴν ῥίζαν βαστάζεις, ἀλλ᾿ ἡ ῥίζα σέ. Ρωμ. 11,18 μη υπερηφανεύεσαι εις βάρος των κλάδων, που απεσπάσθησαν. Εάν δε αλαζονεύεσαι και υπερηφανεύεσαι, μάθε, ότι δεν βαστάζεις συ την ρίζαν, αλλά η ρίζα βαστάζει σε· “και ως χριστιανός δε που είσαι, στηρίζεσαι στους πατριάρχας και τους προφήτας των Εβραίων. Ρωμ. 11,19 ἐρεῖς οὖν· ἐξεκλάσθησαν οἱ κλάδοι, ἵνα ἐγὼ ἐγκεντρισθῶ. Ρωμ. 11,19 Θα πης ίσως προς δικαιολογίαν σου· Εκόπησαν οι κλάδοι, δια να κεντρωθώ εγώ εις την θέσιν των. Ρωμ. 11,20 καλῶς· τῇ ἀπιστίᾳ ἐξεκλάσθησαν, σὺ δὲ τῇ πίστει ἕστηκας. μὴ ὑψηλοφρόνει, ἀλλὰ φοβοῦ· Ρωμ. 11,20 Πολύ καλά· ένεκα της απιστίας των εκόπησαν και επετάχθησαν οι κλάδοι· συ δε όχι ένεκα των έργων σου, αλλά ένεκα της πίστεως στέκεις και είσαι κολλημένος με την ρίζαν. Λοιπόν μη υψηλοφρονής, αλλά ταπεινώσου με τον φόβον, μήπως τυχόν ξεπέσης απ' εκεί που είσαι. Ρωμ. 11,21 εἰ γὰρ ὁ Θεὸς τῶν κατὰ φύσιν κλάδων οὐκ ἐφείσατο, μή πως οὐδὲ σοῦ φείσεται. Ρωμ. 11,21 Διότι εάν ο Θεός δεν ελυπήθη, αλλ' έκοψε και επέταξε τους φυσικούς κλάδους της ελαίας, δηλαδή τους Ισραηλίτας, φοβήσου μήπως δεν λυπηθή και σένα, εάν υψηλοφρονήσης. Ρωμ. 11,22 ἴδε οὖν χρηστότητα καὶ ἀποτομίαν Θεοῦ, ἐπὶ μὲν τοὺς πεσόντας ἀποτομίαν, ἐπὶ δὲ σὲ χρηστότητα, ἐὰν ἐπιμείνῃς τῇ χρηστότητι· ἐπεὶ καὶ σὺ ἐκκοπήσῃ. Ρωμ. 11,22 Πρόσεξε, λοιπόν, και κύτταξε την αγαθότητα, αλλά και την αυστηρότητα του Θεού· αυστηρότητα εναντίον εκείνων, που έδειξαν απιστίαν και έπεσαν, αγαθότητα δε εις σε, εάν επιμείνης να πιστεύης και να στηρίζεσαι εις αυτήν την αγαθότητα, διότι άλλως και συ θα αποκοπής. Ρωμ. 11,23 καὶ ἐκεῖνοι δέ, ἐὰν μὴ ἐπιμείνωσι τῇ ἀπιστίᾳ, ἐγκεντρισθήσονται· δυνατὸς γὰρ ὁ Θεός ἐστι πάλιν ἐγκεντρίσαι αὐτούς, Ρωμ. 11,23 Και εκείνοι δε, οι Ισραηλίται, εάν δεν επιμείνουν εις την απιστίαν των, θα κεντρωθούν πάλιν εις την ελαίαν. Διότι ο Θεός είναι δυνατός και ικανός να τους κεντρώση πάλιν. Ρωμ. 11,24 εἰ γὰρ σὺ ἐκ τῆς κατὰ φύσιν ἐξεκόπης ἀγριελαίου καὶ παρὰ φύσιν ἐνεκεντρίσθης εἰς καλλιέλαιον, πόσῳ μᾶλλον οὗτοι οἱ κατὰ φύσιν ἐγκεντρισθήσονται τῇ ἰδίᾳ ἐλαίᾳ; Ρωμ. 11,24 Διότι, εάν συ εκόπης ως άγριος κλάδος από την αγριελαίαν, που εκ φύσεως είναι τέτοια, και παρά την αγρίαν φύσιν σου εκεντρώθηκες εις την ήμερον ελαίαν, πόσω μάλλον θα κεντρωθούν εις την ιδικήν τους ήμερον ελαίαν αυτοί, που είναι της ιδίας φύσεως με εκείνην;

Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

Ρωμ. 11,25 Οὐ γὰρ θέλω ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, τὸ μυστήριον τοῦτο, ἵνα μὴ ἦτε παρ᾿ ἑαυτοῖς φρόνιμοι, ὅτι πώρωσις ἀπὸ μέρους τῷ Ἰσραὴλ γέγονεν ἄχρις οὗ τὸ πλήρωμα τῶν ἐθνῶν εἰσέλθῃ, Ρωμ. 11,25 Σας τα λέγω αυτά, αδελφοί, διότι δεν θέλω να αγνοήτε αυτήν την κρυμμένην μέχρι σήμερον αλήθειαν, δια να μη θεωρήτε σεις τον ευατόν σας συνετόν και άγιον και περιφρονήτε τους Ισραηλίτας. Η αλήθεια δε αυτή είναι ότι εις ένα μεγάλο μέρος του Ισραηλιτικού λαού έχει γίνει σκλήρυνσις, μέχρις ότου το πλήθος των εθνικών, που έχει προγνωρίσει ο Θεός, εισέλθουν εις την βασιλείαν του Χριστού. Ρωμ. 11,26 καὶ οὕτω πᾶς Ἰσραὴλ σωθήσεται, καθὼς γέγραπται· ἥξει ἐκ Σιὼν ὁ ῥυόμενος καὶ ἀποστρέψει ἀσεβείας ἀπὸ Ἰακώβ· Ρωμ. 11,26 Και έτσι, όταν αυτό πραγματοποιηθή, όλος ο Ισραηλιτικός λαός θα σωθή, όπως άλλωστε είναι γραμμένον στον προφήτην Ησαΐαν· “θα έλθη από την Σιών ο υπερασπιστής και ελευθερωτής, ο οποίος θα αποβάλη και θα εξαλείψη τας ασεβείας και τας αμαρτίας από τους απογόνους του Ιακώβ. Ρωμ. 11,27 καὶ αὕτη αὐτοῖς ἡ παρ᾿ ἐμοῦ διαθήκη, ὅταν ἀφέλωμαι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν. Ρωμ. 11,27 Και αυτή είναι η συμφωνία και η διαθήκη μου με αυτούς, όταν θα αφαιρέσω και θα εξαλείψω τας αμαρτίας των”. Ρωμ. 11,28 κατὰ μὲν τὸ εὐαγγέλιον ἐχθροὶ δι᾿ ὑμᾶς, κατὰ δὲ τὴν ἐκλογὴν ἀγαπητοὶ διὰ τοὺς πατέρας· Ρωμ. 11,28 Όσον δηλαδή αφορά το Ευαγγέλιον, οι άπιστοι Εβραίοι είναι εχθροί του Θεού και εξ αιτίας του γεγονότος ότι εκάλεσε σας τους εθνικούς εις σωτηρίαν ο Θεός· όσον αφορά όμως την από αιώνων εκλογήν των, είναι αγαπητοί στον Θεόν και δια τους προγόνους, από τους οποίους κατάγονται. Ρωμ. 11,29 ἀμεταμέλητα γὰρ τὰ χαρίσματα καὶ ἡ κλῆσις τοῦ Θεοῦ. Ρωμ. 11,29 Διότι ο Θεός, όταν δίδη τα χαρίσματα και όταν εκλέγη και καλή ως αλάθητος και πάνσοφος που είναι, δεν κάμνει λάθος και είναι δι' αυτό τα χαρίσματά του αμετάκλητα και αμετακίνητα. Ρωμ. 11,30 ὥσπερ γὰρ καὶ ὑμεῖς ποτε ἠπειθήσατε τῷ Θεῷ, νῦν δὲ ἠλεήθητε τῇ τούτων ἀπειθείᾳ, Ρωμ. 11,30 Διότι, όπως ακριβώς και σεις στο παρελθόν είχατε απειθήσει στον Θεόν και εδουλεύσατε εις τα είδωλα, τώρα δε έχετε ελεηθή χάρις εις την απείθειαν των Ισραηλιτών, Ρωμ. 11,31 οὕτω καὶ οὗτοι νῦν ἠπείθησαν, τῷ ὑμετέρῳ ἐλέει ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐλεηθῶσι· Ρωμ. 11,31 έτσι και αυτοί τώρα έχουν απειθήσει και απιστήσει, δια να ελεηθούν έπειτα παραδειγματιζόμενοι από το έλεος, που έχετε λάβει σεις. Ρωμ. 11,32 συνέκλεισε γὰρ ὁ Θεὸς τοὺς πάντας εἰς ἀπείθειαν, ἵνα τοὺς πάντας ἐλεήσῃ. Ρωμ. 11,32 Έτσι δε έκλεισε ο Θεός όλους μαζή τους ανθρώπους, Ιουδαίους και εθνικούς μέσα εις την απείθειάν των, δια να ελεήση τους πάντας. Ρωμ. 11,33 Ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ! ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ! Ρωμ. 11,33 Ω απροσμέτρητον βάθος πλουσίων δωρεών και απείρους σοφίας και παγγνωσίας του Θεού! Πόσον ανεξερεύνητοι και ακατάληπτοι εις την ανθρωπίνην διάνοιαν είναι αι κρίσεις και αι αποφάσεις αυτού και πόσον ανεξιχνίαστοι είναι αι οδοί και αι μέθοδοι, δια των οποίων εργάζεται δια την σωτηρίαν των ανθρώπων! Ρωμ. 11,34 τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου; ἢ τίς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο; Ρωμ. 11,34 Διότι “ποίος ποτέ εγνώρισε τον άπειρον νουν του Κυρίου, τας πανσόφους σκέψεις και δικαίας αποφάσεις του; Η ποίος έγινε σύμβουλός του; Ρωμ. 11,35 ἢ τίς προέδωκεν αὐτῷ, καὶ ἀνταποδοθήσεται αὐτῷ; Ρωμ. 11,35 Ή ποίος τον επρόλαβε και του έδωσε πρώτος, ώστε να ζητή δικαιωματικώς ανταπόδοσιν;” Ρωμ. 11,36 ὅτι ἐξ αὐτοῦ καὶ δι᾿ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα. αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν. Ρωμ. 11,36 Κανείς βέβαια. Διότι από αυτόν εκτίσθησαν τα πάντα και από αυτόν κυβερνώνται, και εις δόξαν του αγίου ονόματός του αποβλέπουν. Εις αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνας. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 12

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ρωμ. 12,1 Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, παραστῆσαι τὰ σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τὴν λογικὴν λατρείαν ὑμῶν, Ρωμ. 12,1 Σας παρακαλώ, λοιπόν, αδελφοί, και σας εξορκίζω εν ονόματι της στοργής και της ευσπλαγχνίας, που δεικνύει εις ημάς ο Θεός, να καταστήσετε και να παρυσιάσετε, σαν άλλοι ιερείς με θυσιαστήριον, τον ευατόν σας, τα σώματά σας, θυσίαν ζωντανήν, αγίαν, ευάρεστον στον Θεόν, η οποία αποτελεί έτσι την πράγματι ορθήν και πνευματικήν λατρείαν σας, αξίαν του λογικού σας. Ρωμ. 12,2 καὶ μὴ συσχηματίζεσθαι τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ μεταμορφοῦσθαι τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς ὑμῶν, εἰς τὸ δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον. Ρωμ. 12,2 Και προσέχετε να μη συμμορφώνεσθε με τα φρονήματα και τον τρόπον της ζωής των ανθρώπων της υλόφρονος αυτής εποχής, αλλά συνεχώς να μεταμορφώνεσθε με το ξεκαινούργωμα και την ευθυκρισίαν του νου σας, ώστε να εξακριβώνετε και να διακρίνετε, ποίον είναι το θέλημα του Θεού, το οποίον έχει πάντοτε ως χαρακτηριστικόν του γνώρισμα, ότι είναι αγαθόν, ευάρεστον εις αυτόν και τέλειον. Ρωμ. 12,3 Λέγω γὰρ διὰ τῆς χάριτος τῆς δοθείσης μοι παντὶ τῷ ὄντι ἐν ὑμῖν, μὴ ὑπερφρονεῖν παρ᾿ ὃ δεῖ φρονεῖν, ἀλλὰ φρονεῖν εἰς τὸ σωφρονεῖν, ἑκάστῳ ὡς ὁ Θεὸς ἐμέρισε μέτρον πίστεως. Ρωμ. 12,3 Διότι, φωτιζόμενος και εγώ από την αποστολικήν χάριν και κλήσίν που μου εδόθη, παρακαλώ και διδάσκω τον καθένα από σας να μη φρονή δια τον εαυτόν του υψηλότερα από ότι πρέπει να φρονή, αλλά να έχη το αληθές και δίκαιον φρόνημα, ώστε να σκέπτεται αληθινά και συνετά δια το χάρισμα της πίστεως και την θέσιν, που ο Θεός σύμφωνα με το δίκαιον μέτρον του του έχει δώσει. Έτσι δε θα υπάρχη αρμονία, ενότης και συνεργασία εις την Εκκλησίαν. Ρωμ. 12,4 καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, Ρωμ. 12,4 Διότι όπως στο ένα σώμα έχομεν πολλά μέλη, όλα δε τα μέλη δεν έχουν την αυτήν λειτουργίαν και υπηρεσίαν, Ρωμ. 12,5 οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη. Ρωμ. 12,5 έτσι και τα πολλά μέλη της Εκκλησίας, οι χριστιανοί, είμεθα ένα σώμα με τον Χριστόν, και δια του Χριστού μεταξύ μας· ο καθένας μας δε είμεθα μέλη αλλήλων, με την υποχρέωσιν να συνεργαζώμεθα μεταξύ μας και να υπηρετούμεν ο ένας τον άλλον. Ρωμ. 12,6 ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, Ρωμ. 12,6 Εφ' όσον δε έχομεν διάφορα χαρίσματα σύμφωνα με την χάριν, που μας έχει δοθή από το Άγιον Πνεύμα, ας επαναπαυώμεθα εις αυτά και ας εργαζώμεθα πνευματικώς δι' αυτών. Είτε δηλαδή έχομεν προφητικόν χάρισμα, ας διδάσκωμεν την αλήθειαν ανάλογα με το χάρισμα αυτό. Ρωμ. 12,7 εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, Ρωμ. 12,7 Είτε έχομεν χάρισμα πνευματικής διακονίας εις την Εκκλησίαν, ας μένωμεν συνεπείς εις αυτό· εκείνος, που έλαβε το χάρισμα να διδάσκη, ας μένη εις την διακονίαν της διδασκαλίας και ας αναλύη τας αληθείας του Θεού στους πιστούς. Ρωμ. 12,8 εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι. Ρωμ. 12,8 Εκείνος που έχει το χάρισμα να παρηγορή, να ενθαρρύνη και να προτρέπη τους πιστούς στον δρόμον της αρετής, ας μένη στο έργον αυτό της ηθικής τονώσεως· εκείνος, που έχει αγαθά και αισθάνεται την εσωτερικήν κλίσιν να τα μοιράζη στους πτωχούς, ας το πράττη με απλότητα και διάκρισιν· εκείνος που έχει ορισθή προϊστάμενος, ας διαχειρίζεται την εξουσίαν και ας επιστατή εις κάθε καλόν έργον με επιμέλειαν και δραστηριότητα· εκείνος, που ελεεί, ας προσφέρη την ελεημοσύνην του με γλυκύτητα και καλωσύνην.

ΚΑΝΟΝΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Ρωμ. 12,9 Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος. ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ, Ρωμ. 12,9 Η αγάπη σας ας είναι πάντοτε ειλικρινής, απηλλαγμένη από κάθε υποκρισίαν και ιδιοτέλειαν· να αποστρέφεσθε και να μισήτε με όλην σας την δύναμιν το πονηρόν, να είσθε δε και να μένετε πάντοτε προσκολλημένοι στο αγαθόν. Ρωμ. 12,10 τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι, τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι, Ρωμ. 12,10 Δια της ειλικρινούς και αδελφικής αγάπης να γίνεσθε φιλόστοργοι ο ένας στον άλλον και ο καθένας σας να αποδίδη τα πρωτεία της τιμής και του σεβασμού στους άλλους (και να μη σπεύδη να ζητή δια τον ευατόν του τιμάς και πρωτοκαθεδρίας). Ρωμ. 12,11 τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί, τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες, Ρωμ. 12,11 Εις τον ζήλον και την δραστηριότητα, που απαιτείται δια κάθε καλόν έργον, να μη είσθε ράθυμοι και δυσκίνητοι. Το πνεύμα σας, αι εσωτερικαί πνευματικαί δυνάμεις σας, να είναι διαποτισμέναι και πλήρεις από την φλόγα του κατά Θεόν ζήλου. Δι' όλων δε αυτών των χαρισμάτων και αρετών να δουλεύετε με προθυμίαν και να ευαρεστήτε στον Κύριον. Ρωμ. 12,12 τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες, Ρωμ. 12,12 Έχοντες ακλόνητον την ελπίδα εις τα άπειρα αγαθά, που σας έχει ετοιμάσει ο Θεός, να χαίρετε και να αγάλλεσθε· εις την θλίψιν να δεικνύετε υπομονήν και γενναιότητα· να επιμένετε πάντοτε με προθυμίαν και ζήλον εις την προσευχήν. Ρωμ. 12,13 ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες. Ρωμ. 12,13 Με τα δώρα της αγάπης σας να γίνεσθε συμμέτοχοι και βοηθοί εις τας ανάγκας των χριστιανών· να επιδιώκετε την φιλοξενίαν, χωρίς να περιμένετε να σας την ζητήσουν. Ρωμ. 12,14 εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε. Ρωμ. 12,14 Να εύχεσθε και να παρακαλήτε, τον Θεόν δι' εκείνους που σας διώκουν. Να εύχεσθε και να λέγετε πάντοτε καλά λόγια δι' όλους και ποτέ να μη καταράσθε. Ρωμ. 12,15 χαίρειν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων. Ρωμ. 12,15 Πλημμυρισμένοι από ανεπίφθονον αγάπην να χαίρετε μαζή με εκείνους που χαίρουν και να κλαίετε μαζή με εκείνους που θλίβονται και κλαίουν. Ρωμ. 12,16 τὸ αὐτὸ εἰς ἀλλήλους φρονοῦντες. μὴ τὰ ὑψηλὰ φρονοῦντες, ἀλλὰ τοῖς ταπεινοῖς συναπαγόμενοι. μὴ γίνεσθε φρόνιμοι παρ᾿ ἑαυτοῖς. Ρωμ. 12,16 Να έχετε μεταξύ σας τα ίδια φρονήματα, τας αυτάς πεποιθήσεις και κατευθύνσεις. Μη έχετε υψηλόν φρόνημα δια τον εαυτόν σας (και μη ζητείτε υψηλάς διακρίσεις και τιμάς), αλλά να συγκαταβαίνετε με αγάπην και να συναναστρέφεσθε με απλότητα τους ταπεινούς. “Μη αυταπατάσθε και φαντάζεσθε δια τον εαυτόν σας ότι είσθε σεις συνετοί και φρόνημοι” (ώστε να μη σας χρειάζεται συμβουλή και καθοδήγησις από τους άλλους). Ρωμ. 12,17 μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντες. προνοούμενοι καλὰ ἐνώπιον πάντων ἀνθρώπων· Ρωμ. 12,17 Ποτέ να μη αποδίδετε κακόν αντί κακού, αλλά “να λαμβάνετε πρόνοιαν και φροντίδα, ώστε να φέρεσθε καλά και να πράττετε τα καλά εις όλους τους ανθρώπους”, τους φίλους και τους εχθρούς. Ρωμ. 12,18 εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες. Ρωμ. 12,18 Καθόσον δε εξαρτάται από σας να έχετε ειρήνην με όλους τους ανθρώπους. Ρωμ. 12,19 μὴ ἑαυτοὺς ἐκδικοῦντες, ἀγαπητοί, ἀλλὰ δότε τόπον τῇ ὀργῇ· γέγραπται γάρ· ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος. Ρωμ. 12,19 Να μην εκδικήτε και να μην υπερασπίζετε τον εαυτόν σας απέναντι εκείνων που σας αδικούν, αγαπητοί, αλλά αφήστε ελεύθερον τον τόπον να ενεργήση η δικαία οργή του Θεού εναντίον εκείνων που σας αδικούν. Διότι είναι γραμμένον· Μεις εμέ ανήκει η εκδίκησις· εγώ θα ανταποδώσω το δίκαιον”. λέγει ο Κύριος. Ρωμ. 12,20 ἐὰν οὖν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ, πότιζε αὐτόν· τοῦτο γὰρ ποιῶν ἄνθρακας πυρὸς σωρεύσεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. Ρωμ. 12,20 Κάνετε κάτι πολύ περισσότερον· δηλαδή “εάν πεινά ο εχθρός σου δίδε του ψωμί, εάν διψά φέρε του νερό να πιή· διότι εάν αυτά τα καλά πράττης, είναι σαν να βάζης σωρούς από αναμμένα κάρβουνα στο κεφάλι του”. (Αυτός δηλαδή θα καταληφθή από φλογεράς τύψεις συνειδήσεως και θα δοκιμάση μεγάλην εντροπήν δια το κακόν, που σου έκαμε). Ρωμ. 12,21 μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν. Ρωμ. 12,21 Να μη νικάσαι από το κακόν και να μη κυριαρχήσαι από οργήν και εκδίκησιν εναντίον αυτού, που σε ηδίκησε, αλλά να νικάς το κακόν με την καλωσύνην και τα αγαθά σου έργα.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 13

ΥΠΟΤΑΓΗ ΣΤΙΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ

Ρωμ. 13,1 Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω. οὐ γάρ ἔστιν ἐξουσία εἰ μὴ ὑπὸ Θεοῦ· αἱ δὲ οὖσαι ἐξουσίαι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τεταγμέναι εἰσίν. Ρωμ. 13,1 Κάθε άνθρωπος, ας υποτάσσεται εις τας ανωτέρας εξουσίας της πολιτείας, τους άρχοντας δηλαδή, που είναι φορείς αυτής της εξουσίας, (εφ' όσον αι εντολαί των δεν αντίκεινται στο θέλημα του Θεού)· διότι δεν υπάρχει εξουσία μέσα εις την κοινωνίαν, που να μη απορρέη από τον Θεόν· οι άρχοντες, που ασκούν σήμερον τας εξουσίας, έχουν ταχθή από τον Θεόν (έστω και κατ' ανοχήν). Ρωμ. 13,2 ὥστε ὁ ἀντιτασσόμενος τῇ ἐξουσίᾳ τῇ τοῦ Θεοῦ διαταγῇ ἀνθέστηκεν· οἱ δὲ ἀνθεστηκότες ἑαυτοῖς κρῖμα λήψονται. Ρωμ. 13,2 Ώστε εκείνος που αντιτάσσεται εις την εξουσίαν, αντιτίθεται εις την διαταγήν του Θεού· δι' αυτό δε και όσοι αντιτάσσονται θα επισύρουν επάνω τους την τιμωρίαν, που τους πρέπει. Ρωμ. 13,3 οἱ γὰρ ἄρχοντες οὐκ εἰσὶ φόβος τῶν ἀγαθῶν ἔργων, ἀλλὰ τῶν κακῶν. θέλεις δὲ μὴ φοβεῖσθαι τὴν ἐξουσίαν; τὸ ἀγαθὸν ποίει, καὶ ἕξεις ἔπαινον ἐξ αὐτῆς· Ρωμ. 13,3 Διότι οι άρχοντες (εφ' όσον διατάσσουν το ορθόν) δεν εμπνέουν φόβον δια τα καλά έργα, που υποβοηθούν την ζωήν και την πρόοδον της κοινωνίας, αλλά δια τα κακά έργα και τους κακούς· θέλεις δε να μη φοβήσαι την εξουσίαν των αρχόντων; Πράττε το αγαθόν και θα έχης έπαινον από αυτούς. Ρωμ. 13,4 Θεοῦ γὰρ διάκονός ἐστι σοι εἰς τὸ ἀγαθόν. ἐὰν δὲ τὸ κακὸν ποιῇς, φοβοῦ· οὐ γὰρ εἰκῆ τὴν μάχαιραν φορεῖ· Θεοῦ γὰρ διάκονός ἐστιν εἰς ὀργήν, ἔκδικος τῷ τὸ κακὸν πράσσοντι. Ρωμ. 13,4 Διότι ο άρχων είναι υπηρέτης του Θεού δια το αγαθόν, το ιδικόν σου και των άλλων. Εάν όμως πράττης το κακόν, τότε να φοβήσαι, διότι δεν φέρει ματαίως και ανωφελώς ο άρχων την μάχαιραν, το δικαίωμα δηλαδή να δικάζη και να τιμωρή. Την φέρει δια να επιβάλλη τιμωρίας, και τας πλέον αυστηράς ακόμη, διότι είναι υπηρέτης Θεού, εκδικητής υπέρ του αγαθού και εναντίον του κακού, δια να επιβάλλη την πρέπουσαν τιμωρίαν στους κακοποιούς και παραβάτας. Ρωμ. 13,5 διὸ ἀνάγκη ὑποτάσσεσθαι οὐ μόνον διὰ τὴν ὀργήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν συνείδησιν. Ρωμ. 13,5 Δι' αυτό είναι ανάγκη να υποτάσσεσθε, όχι μόνον δια τον φόβον της τιμωρίας, αλλά και από σεβασμόν προς την συνείδησίν σας, η οποία επιβάλλει, όπως και ο Θεός διατάσσει, αυτήν την υποταγήν. Ρωμ. 13,6 διὰ τοῦτο γὰρ καὶ φόρους τελεῖτε· λειτουργοὶ γὰρ Θεοῦ εἰσιν εἰς αὐτὸ τοῦτο προσκαρτεροῦντες. Ρωμ. 13,6 Δι' αυτό άλλωστε και καταβάλλετε φόρους στους άρχοντας, διότι αυτοί είναι υπηρέται του Θεού, που αφήκαν κάθε άλλο ατομικόν των έργον, δια να ασχολούνται και επαγρυπνούν συνεχώς εις την εκπλήρωσιν του καθήκοντός των. Ρωμ. 13,7 ἀπόδοτε οὖν πᾶσι τὰς ὀφειλάς, τῷ τὸν φόρον τὸν φόρον, τῷ τὸ τέλος τὸ τέλος, τῷ τὸν φόβον τὸν φόβον, τῷ τὴν τιμὴν τὴν τιμήν. Ρωμ. 13,7 Λοιπόν να αποδίδετε εις όλους αυτούς, που κατέχουν εξουσίας, τας οφειλάς σας· εις εκείνον που εισπράττει τον φόρον, αποδώσατε τον φόρον· εις εκείνον που έχει καθήκον να εισπράττη τον τελωνειακόν δασμόν, αποδώσατε αυτόν τον δασμόν· εις εκείνον που του ανήκει ο σεβασμός, όπως είναι τα δικαστικά και εκτελεστικά όργανα της πολιτείας, αποδώσατε τον σεβασμόν· εις εκείνον που κατέχει ανώτερα αξιώματα και του πρέπει ιδιαιτέρα τιμή, αποδώσατε αυτήν την τιμήν.

Η ΑΔΕΛΦΙΚΗ ΑΓΑΠΗ

Ρωμ. 13,8 μηδενὶ μηδὲν ὀφείλετε εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους. ὁ γὰρ ἀγαπῶν τὸν ἕτερον νόμον πεπλήρωκε· Ρωμ. 13,8 Εις δε τους άλλους πολίτας της κοινωνίας τίποτε εις κανένα να μη χρεωστήτε, παρά μόνον το να αγαπάτε ο ένας τον άλλον. Διότι εκείνος που αγαπά τον άλλον έχει εκπληρώσει όλον τον Νόμον. Ρωμ. 13,9 τὸ γὰρ οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐκ ἐπιθυμήσεις, καὶ εἴ τις ἑτέρα ἐντολή, ἐν τούτῳ τῷ λόγῳ ἀνακεφαλαιοῦται, ἐν τῷ, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. Ρωμ. 13,9 Διότι αι αντολαί του Θεού· “δεν θα καταπατήσης την συζυγικήν πίστιν, δεν θα φονεύσης, δεν θα κλέψης, δεν θα ψευδομαρτυρήσης, δεν θα επιθυμήσης όσα ανήκουν στον πλησίον σου” και οποιαδήποτε άλλη εντολή του Θεού, συμπεριλαμβάνεται στούτο· “να αγαπήσης τον πλησίον σου, όπως τον εαυτόν σου”. Ρωμ. 13,10 ἡ ἀγάπη τῷ πλησίον κακὸν οὐκ ἐργάζεται· πλήρωμα οὖν νόμου ἡ ἀγάπη. Ρωμ. 13,10 Η αγάπη ποτέ δεν πράττει το κακόν εις βάρος του πλησίον. Είναι, λοιπόν, η τελεία αγάπη εκπλήρωσις και τήρησις όλου του νόμου.

Η ΤΕΛΙΚΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ

Ρωμ. 13,11 Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. Ρωμ. 13,11 Και αυτά θα τα πράττωμεν, έχοντες υπ' όψιν μας την προσωρινότητα και βραχύτητα της παρούσης ζωής· και ότι ακόμη είναι πλέον ώρα να εξυπνήσωμεν από τον ύπνον της πνευματικής ραθυμίας, που μας κάνει νωθρούς δια τα καλά έργα. Διότι τώρα είναι πιο κοντά η ημέρα της σωτηρίας και απολυτρώσεώς μας, παρ' όσον ήτο τότε που επιστεύσαμεν. Ρωμ. 13,12 ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. Ρωμ. 13,12 Η νύχτα, δηλαδή η παρούσα ζωή, που ομοιάζει με νύχτα, έχει πλέον προχωρήσει· η δε ημέρα της μελλούσης ζωής και της εκδημίας μας προς τον ουρανόν επλησίασε. Ας αποθέσωμεν, λοιπόν, και ας πετάξωμεν από την ψυχήν μας και την ζωήν μας τα έργα του σκότους και ας ενδυθώμεν, σαν φωτεινά όπλα, τα έργα της αρετής. Ρωμ. 13,13 ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίτας καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, Ρωμ. 13,13 Ας ζώμεν και ας φερώμεθα με ευπρέπειαν και σεμνότητα, όπως εκείνος, που περιπατεί κατά το διάστημα της ημέρας και τον βλέπουν οι άνθρωποι. Όχι με αμαρτωλά φαγοπότια και μέθας, ούτε με πράξεις αισχράς και εξευτελιστικάς ούτε με φιλονεικίας και ζηλοφθονίας. Ρωμ. 13,14 ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας. Ρωμ. 13,14 Αλλά, σαν πολυτιμότατον φέρεμα της ψυχής σας, ενδυθήτε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ώστε να ζήτε εν τω Χριστώ και ο Χριστός να ζη εις σας· και μη φροντίζετε δια τας ικανοποιήσεις των ατάκτων και παρανόμων επιθυμιών της σαρκός.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 14

ΜΗΝ ΚΡΙΝΕΤΕ ΤΟΝ ΑΛΛΟ

Ρωμ. 14,1 Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. Ρωμ. 14,1 Εκείνον τον αδελφόν, που είναι αδύνατος κατά την πίστιν (και προσέχει περισσότερον τους εξωτερικούς τύπους, όπως είναι π,χ. η διάκρισις των φαγητών σύμφωνα με τον μωσαϊκόν νόμον) πρέπει να τον δέχεσθε και να τον αγκαλιάζετε με στοργήν, χωρίς να συζητήτε και να επικρίνετε τας αντιλήψεις του. Ρωμ. 14,2 ὃς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. Ρωμ. 14,2 Άλλος μεν πιστεύει, ότι έχει το δικαίωμα να τρώγη όλα τα φαγητά· ο ασθενής όμως κατά την πίστιν τρώγει λάχανα, διότι φοβείται μήπως μολυνθή από τα άλλα φαγητά και χάση την ψυχήν του. Ρωμ. 14,3 ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο. Ρωμ. 14,3 Εκείνος που έχει φωτισμένην πίστιν και τρώγει από όλα, ας μη καταφρονή και εξευτελίζη ως ολιγόπιστον και στενοκέφαλον τον άλλον. Και εκείνος πάλιν που δεν τρώγει από όλα, ας μη κατακρίνη τον άλλον· διότι και αυτόν ο Θεός τον έχει δεχθή και προσλάβει εις την Εκκλησίαν του. Ρωμ. 14,4 σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν. Ρωμ. 14,4 Έπειτα συ ποίος είσαι που κατακρίνεις ξένον δούλον; Εάν στέκεται ή εάν πίπτη, είναι υπεύθυνος απέναντι του Κυρίου του. Συ τον κατακρίνεις, αυτός όμως (εάν καταφύγη στον Θεόν) θα σταθή. Διότι ο Θεός έχει την δύναμιν να στήση και να στερεώση αυτόν εις την πίστιν. Ρωμ. 14,5 ὃς μὲν κρίνει ἡμέραν παρ᾿ ἡμέραν, ὃς δὲ κρίνει πᾶσαν ἡμέραν. ἕκαστος ἐν τῷ ἰδίῳ νοΐ πληροφορείσθω. Ρωμ. 14,5 Άλλος μεν ξεχωρίζει την μίαν ημέραν ως αγιωτέραν από την άλλην. Άλλος δε κρίνει ως αγίαν κάθε ημέραν. Περί αυτών ο καθένας ας πληροφορήται και ας φωτίζεται από την συνείδησιν του. Ρωμ. 14,6 ὁ φρονῶν τὴν ἡμέραν Κυρίῳ φρονεῖ, καὶ ὁ μὴ φρονῶν τὴν ἡμέραν Κυρίῳ οὐ φρονεῖ. καὶ ὁ ἐσθίων Κυρίῳ ἐσθίει· εὐχαριστεῖ γὰρ τῷ Θεῷ· καὶ ὁ μὴ ἐσθίων Κυρίῳ οὐκ ἐσθίει, καὶ εὐχαριστεῖ τῷ Θεῷ. Ρωμ. 14,6 Εκείνος που φρονεί ότι αυτή η ημέρα είναι αγιωτέρα από την άλλην, φρονεί τούτο εις δόξαν Θεού, και εκείνος που δεν ξεχωρίζει την μίαν ημέραν ως αγιωτέραν από την άλλην, αλλά θεωρεί κάθε ημέραν αγίαν, εις δόξαν του Κυρίου δεν την ξεχωρίζει. Και εκείνος που τρώγει από όλα τα φαγητά, τρώγει προς δόξαν Θεού (διότι δοξολογεί και ευχαριστεί τον Θεόν που του τα δίδει). Και εκείνος που δεν τρώγει από όλα, προς δόξαν του Θεού δεν τρώγει και ευχαριστεί τον Θεόν, (που τον αξιώνει να κάνη αυτήν την μικράν θυσίαν). Ρωμ. 14,7 οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν ἑαυτῷ ζῇ καὶ οὐδεὶς ἑαυτῷ ἀποθνήσκει· Ρωμ. 14,7 Και οι δύο προς δόξαν Θεού ενεργούν, όπως ενεργούν. Διότι κανείς από ημάς τους πιστούς δεν ζη δια τον εαυτόν του, δια να κάνη το ιδικόν του θέλημα, και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να πεθαίνη δια τον ευατόν του. (Η ζωή και ο θάνατός μας ανήκουν όχι εις ημάς, αλλά στον Θεόν). Ρωμ. 14,8 ἐάν τε γὰρ ζῶμεν, τῷ Κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῷ Κυρίῳ ἀποθνήσκομεν. ἐάν τε οὖν ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν. Ρωμ. 14,8 Διότι και εάν ζώμεν, ζώμεν δια να δοξάζωμεν με τα έργα μας τον Κύριον, και εάν πεθαίνωμεν, πεθαίνομεν όταν ο Θεός το θελήση, υποτασσόμενοι στο θείον του θέλημα. Λοιπόν και εάν ζώμεν και εάν αποθνήσκωμεν, ανήκομεν στον Κύριον. Ρωμ. 14,9 εἰς τοῦτο γὰρ Χριστὸς καὶ ἀπέθανε καὶ ἀνέστη καὶ ἔζησεν, ἵνα καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων κυριεύσῃ. Ρωμ. 14,9 Διότι και ο Χριστός δι' αυτόν ακριβώς τον σκοπόν και απέθανεν επί του σταυρού και ανεστήθη εκ των νεκρών και έλαβε πάλιν ως άνθρωπος την ζωήν, δια να είναι κύριος και εξουσιαστής νεκρών και ζώντων. Ρωμ. 14,10 Σὺ δὲ τί κρίνεις τὸν ἀδελφόν σου; ἢ καὶ σὺ τί ἐξουθενεῖς τὸν ἀδελφόν σου; πάντες γὰρ παραστησόμεθα τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ. Ρωμ. 14,10 Συ, λοιπόν, διατί κατακρίνεις τον αδελφόν σου, που τρώγει από όλα τα φαγητά; Ή συ διατί καταφρονείς τον αδελφόν σου, που δεν τρώγει από όλα; Κανείς δεν έχει εξουσίαν να κρίνη και να κατακρίνη, διότι όλοι θα σταθώμεν εμπρός στο βήμα του Χριστού, που είναι κριτής όλων. Ρωμ. 14,11 γέγραπται γάρ· ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, ὅτι ἐμοὶ κάμψει πᾶν γόνυ, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται τῷ Θεῷ. Ρωμ. 14,11 Είναι άλλωστε γραμμένον και εις την Αγίαν Γραφήν· “ζω εγώ, λέγει ο Κύριος, εις αιώνας αιώνων και κατευθύνω τα πάντα σύμφωνα με την βουλήν μου· βουλή μου δε είναι ότι κάθε γόνατο θα κάμψη εμπρός μου και κάθε γλώσσα θα δοξολογήση τον Θεόν”. Ρωμ. 14,12 ἄρα οὖν ἕκαστος ἡμῶν περὶ ἑαυτοῦ λόγον δώσει τῷ Θεῷ. Ρωμ. 14,12 Άρα, λοιπόν, ο καθένας από ημάς θα δώση δια τον εαυτόν του λόγον στον Θεόν.

ΜΗ ΒΑΖΕΤΕ ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ

Ρωμ. 14,13 Μηκέτι οὖν ἀλλήλους κρίνωμεν, ἀλλὰ τοῦτο κρίνατε μᾶλλον, τὸ μὴ τιθέναι πρόσκομμα τῷ ἀδελφῷ ἢ σκάνδαλον. Ρωμ. 14,13 Από εδώ και πέρα, λοιπόν, ας μη κατακρίνωμεν πλέον ο ένας τον άλλον, αλλά τούτο προτιμήσατε και προσέξατε· κανείς να μη θέτη πρόσκομμα στον αδελφόν, δια να πέση ή σκάνδαλον, δια να κλονισθή εις την πίστιν και παρασυρθή εις την αμαρτίαν. Ρωμ. 14,14 οἶδα καὶ πέπεισμαι ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ ὅτι οὐδὲν κοινὸν δι᾿ αὐτοῦ· εἰ μὴ τῷ λογιζομένῳ τι κοινὸν εἶναι, ἐκείνῳ κοινόν. Ρωμ. 14,14 Γνωρίζω πολύ καλά και έχω πεποίθησιν, που μου την εμπνέει ο Κύριος Ιησούς, ότι κανένα φάγητον δεν είναι ακάθαρτον από τον εαυτόν του και καμμιά τροφή δεν είναι μολυσμένη από την φύσιν της. Αλλά μόνο εις εκείνον που κρίνει και θεωρεί κάτι ακάθαρτον, γίνεται αυτό πράγματι ακάθαρτον. Ρωμ. 14,15 εἰ δὲ διὰ βρῶμα ὁ ἀδελφός σου λυπεῖται, οὐκέτι κατὰ ἀγάπην περιπατεῖς. μὴ τῷ βρώματί σου ἐκεῖνον ἀπόλλυε, ὑπὲρ οὗ Χριστὸς ἀπέθανε. Ρωμ. 14,15 Εάν όμως εξ αιτίας του φαγητού σου ο αδελφός σου λυπήται και δυσφορή εναντίον σου, δεν συμπεριφέρεσαι πλέον με αγάπην προς αυτόν. Πρόσεχε να μη εξωθήσης με το φαγητόν σου εις απώλειαν εκείνον, προς χάριν του οποίου ο Χριστός εθυσιάσθη. Ρωμ. 14,16 μὴ βλασφημείσθω οὖν ὑμῶν τὸ ἀγαθόν. Ρωμ. 14,16 Η ελευθερία που έχετε να τρώγετε απ' όλα τα φαγητά, ποτέ δεν πρέπει να γίνεται αφορμή να κακολογήται και να διαβάλεται το αγαθόν. Ρωμ. 14,17 οὐ γάρ ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καὶ πόσις, ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ· Ρωμ. 14,17 Διότι η επίγειος βασιλεία του Χριστού δεν είναι υπόθεσις φαγητών και ποτών, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά, την οποίαν δωρίζει το Άγιον Πνεύμα. Ρωμ. 14,18 ὁ γὰρ ἐν τούτοις δουλεύων τῷ Χριστῷ εὐάρεστος τῷ Θεῷ καὶ δόκιμος τοῖς ἀνθρώποις. Ρωμ. 14,18 Εκείνος δε, που έχει τας αρετάς αυτάς και με αυτάς υπηρετεί τον Χριστόν, γίνεται ευάρεστος στον Θεόν και ευϋπόληπτος μεταξύ των ανθρώπων. Ρωμ. 14,19 ἄρα οὖν τὰ τῆς εἰρήνης διώκωμεν καὶ τὰ τῆς οἰκοδομῆς τῆς εἰς ἀλλήλους. Ρωμ. 14,19 Άρα, λοιπόν, όλοι μας ας επιδιώκωμεν όλα εκείνα, που υποβοηθούν εις την ειρήνην και εις την αναμεταξύ μας πνευματικήν ωφέλειαν και πρόοδον. Ρωμ. 14,20 μὴ ἕνεκεν βρώματος κατάλυε τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ. πάντα μὲν καθαρά, ἀλλὰ κακὸν τῷ ἀνθρώπῳ τῷ διὰ προσκόμματος ἐσθίοντι. Ρωμ. 14,20 Μη καταλύης και εκμηδενίζης το σωτήριον έργον του Θεού ένεκα των φαγητών, που αδιακρίτως τρώγεις. Όλα βέβαια είναι καθαρά δια τον άνθρωπον, αλλά βλέπτει τον εαυτόν του και φορτώνεται ενόχην ενώπιον του Θεού, οποίος ένεκα του φαγητού του γίνεται πρόσκομμα εις την πνευματικήν ζωήν του άλλου. Ρωμ. 14,21 καλὸν τὸ μὴ φαγεῖν κρέα μηδὲ πιεῖν οἶνον μηδὲ ἐν ᾧ ὁ ἀδελφός σου προσκόπτει ἢ σκανδαλίζεται ἢ ἀσθενεῖ. Ρωμ. 14,21 Δι' αυτό, παρά την ελευθερίαν που έχομεν, καλόν και προτιμότερον είναι να μη φάγης κρέατα και να μη πίης οίνον και να μη κάμης καμμίαν πράξιν, εξ αιτίας της οποίας σκοντάπτει η σκανδαλίζεται η καταβάλλεται ο αδελφός σου. Ρωμ. 14,22 σὺ πίστιν ἔχεις; κατὰ σεαυτὸν ἔχε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. μακάριος ὁ μὴ κρίνων ἑαυτὸν ἐν ᾧ δοκιμάζει. Ρωμ. 14,22 Συ έχεις ορθήν και φωτισμένην πίστιν δια τα φαγητά; Κράτησέ την μέσα σου και ενώπιον του Θεού. Μακάριος είναι εκείνος, ο οποίος δεν ελέγχεται από την συνείδησίν του, όταν πράττη αυτό, το οποίον προηγουμένως έκρινεν ως ορθόν και το απεφάσιζε. Ρωμ. 14,23 ὁ δὲ διακρινόμενος ἐὰν φάγῃ, κατακέκριται, ὅτι οὐκ ἐκ πίστεως· πᾶν δὲ ὃ οὐκ ἐκ πίστεως, ἁμαρτία ἐστίν. Ρωμ. 14,23 Εκείνος όμως που αμφιβάλλει και μάλλον πιστεύει ότι το φάγητον τον μολύνει, αυτός εάν φάγη, έχει ήδη κατακριθή, διότι δεν έχει την πεποίθησιν ότι το φάγητον είναι καθαρόν. Κάθε τι δε που δεν πραγματοποιείται με την πεποίθησιν, ότι είναι ορθόν, αυτό είναι αμαρτία. Ρωμ. 14,24 Τῷ δὲ δυναμένῳ ὑμᾶς στηρίξαι κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου καὶ τὸ κήρυγμα Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατὰ ἀποκάλυψιν μυστηρίου χρόνοις αἰωνίοις σεσιγημένου, Ρωμ. 14,24 Δοξα και τιμή ας αποδίδεται από όλους μας εις Εκείνον, ο οποίος έχει την δύναμιν να σας στηρίξη εις την πίστιν και την αρετήν, σύμφωνα με το Ευαγγέλιόν μου και με το κήρυγμα, που σας έχω κάνει περί του Ιησού Χριστού. Αυτό δε το Ευαγγέλιον και το κήρυγμά μου, δια του οποίου σώζονται οι λαοί, γίνεται σύμφωνα με την αποκάλυψιν μυστηρίου, που αιώνας-αιώνων έμενε σκεπασμένον εις την σιωπήν και την μυστικότητα. Ρωμ. 14,25 φανερωθέντος δὲ νῦν, διά τε γραφῶν προφητικῶν κατ᾿ ἐπιταγὴν τοῦ αἰωνίου Θεοῦ εἰς ὑπακοὴν πίστεως εἰς πάντα τὰ ἔθνη γνωρισθέντος, Ρωμ. 14,25 Εφανερώθη όμως τώρα δια μέσου των προφητειών, που έχουν γραφή εις τα ιερά κείμενα και έγινε γνωστόν κατ' εντολήν του αιωνίου Θεού εις όλα τα έθνη, δια να δείξουν αυτά την υπακοήν που επιβάλλει εις ημάς η πίστις. Ρωμ. 14,26 μόνῳ σοφῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν. Ρωμ. 14,26 Εις αυτόν, λοιπόν, τον μόνον σοφόν Θεόν ανήκει και πρέπει να αναπέμπεται η δόξα δια του Ιησού Χριστού στους αιώνας. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 15

ΝΑ ΑΡΕΣΕΤΕ ΣΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΣΑΣ

Ρωμ. 15,1 Ὀφείλομεν δὲ ἡμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν, καὶ μὴ ἑαυτοῖς ἀρέσκειν. Ρωμ. 15,1 Ημείς δε, οι προωδευμένοι και φωτισμένοι εις την πίστιν και την αρετήν, έχομεν υποχρέωσιν να ανεχώμεθα και να υπομένωμεν τας πνευματικάς ασθενείας των αδυνάτων αδελφών, να μη φερώμεθα δε με αυταρέσκειαν και να μη επιζητούμεν ότι ευχαριστεί τον ευατόν μας. Ρωμ. 15,2 ἕκαστος ἡμῶν τῷ πλησίον ἀρεσκέτω εἰς τὸ ἀγαθὸν πρὸς οἰκοδομήν· Ρωμ. 15,2 Ο καθένας σας ας προσπαθή να αρέση στον πλησίον του, όχι δια λόγους κολακείας και ιδιοτελείας, αλλά δια να τον υποβοηθή στο καλόν και να τον οικοδομή εις την πνευματικήν ζωήν. Ρωμ. 15,3 καὶ γὰρ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτῷ ἤρεσεν, ἀλλὰ καθὼς γέγραπται, οἱ ὀνειδισμοὶ τῶν ὀνειδιζόντων σε ἐπέπεσον ἐπ᾿ ἐμέ. Ρωμ. 15,3 Διότι και ο Χριστός δεν επιζητούσε ότι ήτο αρεστόν και ευχάριστον στον εαυτόν του, αλλ' εμόχθησε και εθυσιάσθη και υπέμεινε ταλαιπωρίας και εξευτελισμούς δια τους άλλους, όπως άλλωστε είναι γραμμένον και εις την Παλαιάν Διαθήκην· “Οι εμπαιγμοί και αι ύβρεις εκείνων, που σε βλασφημούν, ω Πάτερ, έπεσαν επάνω εις εμέ”. Ρωμ. 15,4 ὅσα γὰρ προεγράφη, εἰς τὴν ἡμετέραν διδασκαλίαν προεγράφη, ἵνα διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρακλήσεως τῶν γραφῶν τὴν ἐλπίδα ἔχωμεν. Ρωμ. 15,4 Αυτό δε αναφέρεται και εις ημάς, διότι όσα κατά το παρελθόν έχουν γραφή εις την Αγίαν Γραφήν, εγράφησαν προς νουθεσίαν και ημών, ίνα με την υπομονήν και την παρηγορίαν και την ενίσχυσιν των Αγίων Γραφών κρατούμεν και έχωμεν πάντοτε ζωντανήν την ελπίδα. Ρωμ. 15,5 ὁ δὲ Θεὸς τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρακλήσεως δῴη ὑμῖν τὸ αὐτὸ φρονεῖν ἐν ἀλλήλοις κατὰ Χριστὸν Ἰησοῦν, Ρωμ. 15,5 Ο δε Θεός, ο οποίος είναι η πηγή και ο δοτήρ της παρηγορίας και της ενισχύσεως, εύχομαι να σας δώση να έχετε το ίδιο φρόνημα μεταξύ σας, τας αυτάς πεποιθήσεις και κατευθύνσεις σύμφωνα με το θέλημα του Ιησού Χριστού, Ρωμ. 15,6 ἵνα ὁμοθυμαδὸν ἐν ἑνὶ στόματι δοξάζητε τὸν Θεὸν καὶ πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ρωμ. 15,6 δια να δοξάζετε όλοι μαζή με ένα στόμα και με μια καρδία τον Θεόν και Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΘΕΟ

Ρωμ. 15,7 διὸ προσλαμβάνεσθε ἀλλήλους, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς προσελάβετο ὑμᾶς εἰς δόξαν Θεοῦ. Ρωμ. 15,7 Ακριβώς δε αυτό και σας παρακαλώ να δέχεσθε με αγάπην και καλωσύνην και να εξυπηρετήτε με προθυμίαν ο ένας τον άλλον, όπως ακριβώς και ο Χριστός σας εδέχθη με άπειρον αγάπην ως αδελφούς του εις δόξαν του Θεού. Ρωμ. 15,8 Λέγω δὲ Χριστὸν Ἰησοῦν διάκονον γεγενῆσθαι περιτομῆς ὑπὲρ ἀληθείας Θεοῦ, εἰς τὸ βεβαιῶσαι τὰς ἐπαγγελίας τῶν πατέρων, Ρωμ. 15,8 Εδέχθη δε όλους αδιακρίτως, Ιουδαίους και εθνικούς, διότι σας λέγω ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθε κατά πρώτον να υπηρετήση και οδηγήση εις σωτηρίαν τους Εβραίους της περιτομής, δια να φανή η θεία αλήθεια και αποδειχθούν βέβαιοι και αληθιναί αι υποσχέσεις του Θεού προς τους πατέρας των Εβραίων. Ρωμ. 15,9 τὰ δὲ ἔθνη ὑπὲρ ἐλέους δοξάσαι τὸν Θεόν, καθὼς γέγραπται· διὰ τοῦτο ἐξομολογήσομαί σοι ἐν ἔθνεσι, Κύριε, καὶ τῷ ὀνόματί σου ψαλῶ. Ρωμ. 15,9 Συγχρόνως δε να καλέση και τα έθνη να δοξάσουν τον Θεόν δια της συμμετοχής των στο έλεος και την σωτηρίαν, που αυτός τους προσφέρει. Έτσι άλλωστε έχει γραφή στους ψαλμούς, όπου ο Χριστός παρουσιάζεται να λέγη προς τον Πατέρα· “δια τούτο, Κύριε, θα σε δοξάσω μεταξύ των εθνών και θα υμνολογήσω το όνομά σου”. Ρωμ. 15,10 καὶ πάλιν λέγει· εὐφράνθητε ἔθνη μετὰ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. Ρωμ. 15,10 Και πάλιν άλλου η Γραφή λέγει· “ευφρανθήτε και χαρήτε σεις οι εθνικοί μαζή με τους Εβραίους, που είναι λαός του Θεού”. Ρωμ. 15,11 καὶ πάλιν αἰνεῖτε τὸν Κύριον πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἐπαινέσατε αὐτὸν πάντες οἱ λαοί. Ρωμ. 15,11 Και εις άλλο χωρίον λέγει· “υμνείτε και εγκωμιάζετε τον Κύριον όλα τα έθνη, που έχουν πιστεύσει, και επαινέσατε αυτόν όλοι οι λαοί, Εβραίοι και εθνικοί”. Ρωμ. 15,12 καὶ πάλιν Ἡσαΐας λέγει· ἔσται ἡ ῥίζα τοῦ Ἰεσσαί, καὶ ὁ ἀνιστάμενος ἄρχειν ἐθνῶν· ἐπ᾿ αὐτῷ ἔθνη ἐλπιοῦσιν. Ρωμ. 15,12 Και πάλιν ο Ησαΐας λέγει· “θα αναφανή από την ρίζαν του Ιεσσαί βλαστός και αυτός θα είναι εκείνος που θα εγερθή και ανυψωθή, δια να γίνη άρχων και κυβερνήτης εθνών. Εις αυτόν όλα τα έθνη θα στηρίξουν την ελπίδα της σωτηρίας των”. Ρωμ. 15,13 Ὁ δὲ Θεὸς τῆς ἐλπίδος πληρώσαι ὑμᾶς πάσης χαρᾶς καὶ εἰρήνης ἐν τῷ πιστεύειν, εἰς τὸ περισσεύειν ὑμᾶς ἐν τῇ ἐλπίδι ἐν δυνάμει Πνεύματος Ἁγίου. Ρωμ. 15,13 Είθε, λοιπόν, ο Θεός, που έδωσε στους εθνικούς αυτήν την ελπίδα, να σας γεμίση με κάθε χαράν και ειρήνην δια της σταθεράς και φωτισμένης πίστεως σας προς αυτόν, δια να έχετε και να κρατήτε πλουσίαν αυτήν την ελπίδα με την δύναμιν του Αγίου Πνεύματος.

Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Ρωμ. 15,14 Πέπεισμαι δέ, ἀδελφοί μου, καὶ αὐτὸς ἐγὼ περὶ ὑμῶν, ὅτι καὶ αὐτοὶ μεστοί ἐστε ἀγαθωσύνης, πεπληρωμένοι πάσης γνώσεως, δυνάμενοι καὶ ἀλλήλους νουθετεῖν. Ρωμ. 15,14 Έχω δε εγώ ο ίδιος την πεποίθησιν, αδελφοί μου, για σας, ότι και σεις οι ίδιοι είσθε γεμάτοι από αγαθότητα και αρετήν, πλήρεις από κάθε γνώσιν των αληθειών του Θεού και ότι έχετε την δύναμιν και την ικανότητα να συμβουλεύετε και να καθοδηγήτε ο ένας τον άλλον. Ρωμ. 15,15 τολμηρότερον δὲ ἔγραψα ὑμῖν, ἀδελφοί, ἀπὸ μέρους, ὡς ἐπαναμιμνήσκων ὑμᾶς, διὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσάν μοι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ Ρωμ. 15,15 Εις μερικά βέβαια σημεία της επιστολής μου, αδελφοί, σας έγραψα εντονώτερα και δριμύτερα, με τον σκοπόν να επαναφέρω ζωηρά εις την μνήμην σας τας αληθείας, που ξεύρετε. Και το έκαμα αυτό κατά καθήκον, σύμφωνα με την ειδικήν χάριν που μου έδωσε ο Θεός, σαν Απόστολος που είμαι. Ρωμ. 15,16 εἰς τὸ εἶναί με λειτουργὸν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τὰ ἔθνη, ἱερουργοῦντα τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ, ἵνα γένηται ἡ προσφορὰ τῶν ἐθνῶν εὐπρόσδεκτος, ἡγιασμένη ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ. Ρωμ. 15,16 Με αξίωσε δηλαδή να είμαι υπηρέτης του Ιησού Χριστού στους εθνικούς και σαν άλλην λατρείαν και θυσίαν να τελώ το ιερόν έργον του Ευαγγελίου του Θεού, ώστε να ελκυσθούν οι εθνικοί εις την πίστιν και να γίνουν αι ψυχαί και η ζωή των θυσία ευπρόσδεκτος στον Θεόν, αγιασμένη από το Πνεύμα το Άγιον. Ρωμ. 15,17 ἔχω οὖν καύχησιν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τὰ πρὸς τὸν Θεόν· Ρωμ. 15,17 Έχω, λοιπόν, και εγώ βαθείαν ηθικήν ικανοποίησιν και καύχησιν με την δύναμιν και τον φωτισμόν του Ιησού Χριστού δια την κατά Θεόν πνευματικήν αυτήν εργασίαν. Ρωμ. 15,18 οὐ γὰρ τολμήσω λαλεῖν τι ὧν οὐ κατειργάσατο Χριστὸς δι᾿ ἐμοῦ εἰς ὑπακοὴν ἐθνῶν λόγῳ καὶ ἔργῳ, Ρωμ. 15,18 Αυτό δε το έργον μου οφείλεται στον Κύριον. Δια τούτο και ποτέ δεν θα τολμήσω να ομιλήσω με αλαζονείαν, ότι υπάρχει τάχα κάτι από τα έργα μου, το οποίον αυτός ο ίδιος ο Χριστός να μη το έχη πραγματοποιήσει, χρησιμοποιών εμέ ως όργανον της ευδοκίας του. Αυτός με εφώτιζε και με ενίσχυεν, ώστε με την διδασκαλίαν μου, αλλά και με τα κατά Θεόν έργα μου να κηρύττω και να καλώ τους εθνικούς να πιστεύσουν και να υπακούσουν στον Θεόν. Ρωμ. 15,19 ἐν δυνάμει σημείων καὶ τεράτων, ἐν δυνάμει Πνεύματος Θεοῦ, ὥστε με ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ καὶ κύκλῳ μέχρι τοῦ Ἰλλυρικοῦ πεπληρωκέναι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, Ρωμ. 15,19 Αυτός επεκύρωνε και ενίσχυε το κήρυγμά μου με την δύναμιν υπερφυσικών έργων και καταπληκτικών θαυμάτων, που επραγματοποιούντο με την δύναμιν του Πνεύματος του Θεού, ώστε εγώ από την Ιερουσαλήμ και δια μεγάλης γύρω περιοδείας μέχρι του Ιλλυρικού να κηρύξω ανελλιπώς και πλήρως το Ευαγγέλιον του Χριστού. Ρωμ. 15,20 οὕτω δὲ φιλοτιμούμενον εὐαγγελίζεσθαι οὐχ ὅπου ὠνομάσθη Χριστός, ἵνα μὴ ἐπ᾿ ἀλλότριον θεμέλιον οἰκοδομῶ, Ρωμ. 15,20 Έτσι δε με εβοήθησεν ο Κύριον να θεωρώ μεγάλην μου τιμήν και μετά ζήλου να αγωνίζωμαι, δια να κηρύττω το Ευαγγέλιον όχι εκεί όπου έχει κηρυχθή ο Χριστός, δια να μη κτίζω επάνω εις ξένον θεμέλιον. Ρωμ. 15,21 ἀλλὰ καθὼς γέγραπται, οἷς οὐκ ἀνηγγέλη περὶ αὐτοῦ ὄψονται, καὶ οἳ οὐκ ἀκηκόασι συνήσουσι. Ρωμ. 15,21 Αλλ' εκήρυξα αλλού, όπως άλλωστε έχει γραφή εις την Παλαιάν Διαθήκην· “οι εθνικοί και ειδωλολάτραι στους οποίους δεν ανηγγέλθη το κήρυγμα περί του Χριστού, θα τον ίδουν και εκείνοι που δεν έχουν ακούσει, θα ακούσουν και θα εννοήσουν αυτό το κήρυγμα”.

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙ ΤΗ ΡΩΜΗ

Ρωμ. 15,22 Διὸ καὶ ἐνεκοπτόμην τὰ πολλὰ τοῦ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς· Ρωμ. 15,22 Ακριβώς διότι υπήρχον πολλαί περιοχαί, όπου δεν είχεν ακουσθή το περί του Χριστού κήρυγμα, εμποδίσθηκα πολλές φορές να έλθω εις σας. Ρωμ. 15,23 νυνὶ δὲ μηκέτι τόπον ἔχων ἐν τοῖς κλίμασι τούτοις, ἐπιποθίαν δὲ ἔχων τοῦ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, Ρωμ. 15,23 Τώρα όμως, που δεν έχω πλέον απασχόλησιν εις τα μέρη αυτά, διότι εις κάθε τόπον έγινε γνωστόν το περί Χριστού κήρυγμα, ποθώ πολύ σφοδρώς και από πολλάς χρόνια να έλθω εις σας. Ρωμ. 15,24 ὡς ἐὰν πορεύωμαι εἰς τὴν Σπανίαν, ἐλεύσομαι πρὸς ὑμᾶς· ἐλπίζω γὰρ διαπορευόμενος θεάσασθαι ὑμᾶς καὶ ὑφ᾿ ὑμῶν προπεμφθῆναι ἐκεῖ, ἐὰν ὑμῶν πρῶτον ἀπὸ μέρους ἐμπλησθῶ. Ρωμ. 15,24 Όταν, λοιπόν, θα επιχειρήσω το ταξίδιόν μου δια την Ισπανίαν, θα έλθω προς σας, διότι ελπίζω, καθώς θα διαβαίνω, να σταματήσω εις την πόλιν σας, να σας ίδω και, αφού πρώτον απολαύσω την χαράν από την επικοινωνίαν σας, να προπεμφθώ από σας προς την Ισπανίαν. Ρωμ. 15,25 νυνὶ δὲ πορεύομαι εἰς Ἱερουσαλὴμ διακονῶν τοῖς ἁγίοις. Ρωμ. 15,25 Τώρα δε πηγαίνω εις την Ιερουσαλήμ, εκτελών συγχρόνως υπηρεσίαν χάριν των εκεί χριστιανών. Ρωμ. 15,26 εὐδόκησαν γὰρ Μακεδονία καὶ Ἀχαΐα κοινωνίαν τινὰ ποιήσασθαι εἰς τοὺς πτωχοὺς τῶν ἁγίων τῶν ἐν Ἱερουσαλήμ. Ρωμ. 15,26 Διότι με αγάπην και χαράν απεφάσισαν οι χριστιανοί της Μακεδονίας και της Αχαΐας να κάμουν κάποιον έρανον μεταξύ των δια τους πτωχούς εκ των χριστιανών, που κατοικούν εις την Ιερουσαλήμ. Ρωμ. 15,27 εὐδόκησαν γὰρ καὶ ὀφειλέται αὐτῶν εἰσιν· εἰ γὰρ τοῖς πνευματικοῖς αὐτῶν ἐκοινώνησαν τὰ ἔθνη, ὀφείλουσι καὶ ἐν τοῖς σαρκικοῖς λειτουργῆσαι αὐτοῖς. Ρωμ. 15,27 Από καλωσύνην βέβαια το απεφάσισαν, αλλά και από υποχρέωσιν αφού είναι και οφείλεται εις αυτούς. Διότι εάν οι εθνικοί επήραν μέρος εις τας πνευματικάς δωρεάς, τας οποίας είχαν οι Ιουδαίοι, οφείλουν και αυτοί, κατά λόγον δικαιοσύνης, να τους εξυπηρετήσουν με τα υλικά αγαθά των. Ρωμ. 15,28 τοῦτο οὖν ἐπιτελέσας, καὶ σφραγισάμενος αὐτοῖς τὸν καρπόν τοῦτον, ἀπελεύσομαι δι᾿ ὑμῶν εἰς τὴν Σπανίαν. Ρωμ. 15,28 Όταν, λοιπόν, εκτελέσω την αποστολήν μου και παραδώσω εις αυτούς ασφαλώς το προϊόν αυτόν της συνεισφοράς και αγάπης, θα αναχωρήσω δια μέσου της χώρας σας εις την Ισπανίαν. Ρωμ. 15,29 οἶδα δὲ ὅτι ἐρχόμενος πρὸς ὑμᾶς ἐν πληρώματι εὐλογίας τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ ἐλεύσομαι. Ρωμ. 15,29 Γνωρίζω δε, ότι ερχόμενος εις σας, θα έλθω με πλουσίας τας ευλογίας του Ευαγγελίου του Χριστού. Ρωμ. 15,30 Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ διὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Πνεύματος, συναγωνίσασθαί μοι ἐν ταῖς προσευχαῖς ὑπὲρ ἐμοῦ πρὸς τὸν Θεόν, Ρωμ. 15,30 Σας παρακαλώ δε θερμώς, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και εν ονόματι της αγάπης, που χαρίζει εις τας καρδίας μας το Άγιον Πνεύμα, να αγωνισθήτε μαζή μου εις τας προσευχάς και να παρακαλήτε τον Κύριον δι' εμέ. Ρωμ. 15,31 ἵνα ῥυσθῶ ἀπὸ τῶν ἀπειθούντων ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ ἵνα ἡ διακονία μου ἡ εἰς Ἱερουσαλὴμ εὐπρόσδεκτος γένηται τοῖς ἁγίοις, Ρωμ. 15,31 Αίτημα της προσευχής σας ας είναι, να γλυτώσω από τους απίστους Ιουδαίους, που έγιναν πλέον εχθροί και του Ευαγγελίου και εμού και δεύτερον να γίνη δεκτή με προθυμίαν και χαράν από τους εκεί χριστιανούς αυτή μου η υπηρεσία της μεταφοράς των βοηθημάτων. Ρωμ. 15,32 ἵνα ἐν χαρᾷ ἔλθω πρὸς ὑμᾶς διὰ θελήματος Θεοῦ καὶ συναναπαύσωμαι ὑμῖν. Ρωμ. 15,32 Να προσεύχεσθε, δια να ευοδωθή το ταξίδιόν μου εις την Ιερουσαλήμ, ώστε, Θεού θέλοντος, με χαράν να έλθω εις σας, δια να γευθώ μαζή σας ανάπαυσιν και χαράν από αυτήν την επικοινωνίαν μας. Ρωμ. 15,33 ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν. Ρωμ. 15,33 Ο δε Θεός, η πηγή και ο χορηγός της ειρήνης, ας είναι πάντοτε μαζή με όλους σας. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ 16

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

Ρωμ. 16,1 Συνίστημι δὲ ὑμῖν Φοίβην τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν, οὖσαν διάκονον τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Κεγχρεαῖς, Ρωμ. 16,1 Σας συνιστώ την Φοίβην, την εν Χριστώ αδελφήν μας, η οποία είναι διακόνισσα εις την Εκκλησίαν των Κεγχρεών. Ρωμ. 16,2 ἵνα αὐτὴν προσδέξησθε ἐν Κυρίῳ ἀξίως τῶν ἁγίων καὶ παραστῆτε αὐτῇ ἐν ᾧ ἂν ὑμῶν χρῄζῃ πράγματι· καὶ γὰρ αὕτη προστάτις πολλῶν ἐγενήθη καὶ αὐτοῦ ἐμοῦ. Ρωμ. 16,2 Σας την συνιστώ και σας παρακαλώ να την δεχθήτε με αγάπην, όπως θέλει ο Κύριος και όπως αξίζει να υποδέχεται κανείς τους χριστιανούς. Να της συμπαρασταθήτε δε και να την βοηθήσετε εις ότι σας χρειασθή. Διότι και αυτή έγινε προστάτις πολλών χριστιανών και εμού του ιδίου. Ρωμ. 16,3 Ἀσπάσασθε Πρίσκιλλαν καὶ Ἀκύλαν τοὺς συνεργούς μου ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, Ρωμ. 16,3 Χαιρετήσατε εκ μέρους μου με αγάπην Θεού την Πρίσκιλλαν και τον σύζυγον της Ακύλαν, οι οποίοι είναι συνεργάται μου εν Χριστώ Ιησού. Ρωμ. 16,4 οἵτινες ὑπὲρ τῆς ψυχῆς μου τὸν ἑαυτῶν τράχηλον ὑπέθηκαν, οἷς οὐκ ἐγὼ μόνος εὐχαριστῶ, ἀλλὰ καὶ πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι τῶν ἐθνῶν, καὶ τὴν κατ᾿ οἶκον αὐτῶν ἐκκλησίαν. Ρωμ. 16,4 Αυτοί, δια να με σώσουν από θανάσιμον κίνδυνον, έβαλαν το κεφάλι τους κάτω από το μαχαίρι και διέτρεξαν κίνδυνον να σφαγούν. Προς αυτούς δεν αισθάνομαι μόνον εγώ βαθείαν ευγνωμοσύνην, αλλά και όλαι αι Εκκλησίαι των εθνών. Χαιρετήσατε ακόμη εγκαρδίως εκ μέρους μου και την συγκέντρωσιν των πιστών, που γίνεται στο σπίτι των. Ρωμ. 16,5 ἀσπάσασθε Ἐπαίνετον τὸν ἀγαπητόν μου, ὅς ἐστιν ἀπαρχὴ τῆς Ἀχαΐας εἰς Χριστόν. Ρωμ. 16,5 Χαιρετήσατε και τον αγαπητόν μου Επαίνετον, ο οποίος πρώτος εις την Αχαΐας επίστευσεν στον Χριστόν και έκαμε την καλήν αρχήν να πιστεύσουν και άλλοι. Ρωμ. 16,6 ἀσπάσασθε Μαριάμ, ἥτις πολλὰ ἐκοπίασεν εἰς ἡμᾶς. Ρωμ. 16,6 Χαιρετήσατε την Μαριάμ, η οποία παρά πολύ εκοπίασεν προς χάριν ημών. Ρωμ. 16,7 ἀσπάσασθε Ἀνδρόνικον καὶ Ἰουνίαν τοὺς συγγενεῖς μου καὶ συναιχμαλώτους μου, οἵτινές εἰσιν ἐπίσημοι ἐν τοῖς ἀποστόλοις, οἳ καὶ πρὸ ἐμοῦ γεγόνασιν ἐν Χριστῷ, Ρωμ. 16,7 Χαιρετήσατε τους δύο, Ανδρόνικον και Ιουνίαν, τους ομοεθνείς μου, οι οποίοι συνελήφθησαν και εφυλακίσθησαν μαζή με εμέ. Αυτοί, όπως ξεύρετε, είναι επίσημοι μεταξύ των Αποστόλων, και μάλιστα έχουν προσέλθει στον Χριστόν προ εμού. Ρωμ. 16,8 ἀσπάσασθε Ἀμπλίαν τὸν ἀγαπητόν μου ἐν Κυρίῳ. Ρωμ. 16,8 Χαιρετήσατε τον Αμπλίαν, τον εν Κυρίω αγαπητόν μου. Ρωμ. 16,9 ἀσπάσασθε Οὐρβανὸν τὸν συνεργὸν ἡμῶν ἐν Χριστῷ καὶ Στάχυν τὸν ἀγαπητόν μου. Ρωμ. 16,9 Χαιρετήσατε τον Ουρβανόν, τον συνεργάτην μας στο κήρυγμα του Ευαγγελίου του Χριστού, και τον αγαπητόν μου Στάχυν. Ρωμ. 16,10 ἀσπάσασθε Ἀπελλῆν τὸν δόκιμον ἐν Χριστῷ. ἀσπάσασθε τοὺς ἐκ τῶν Ἀριστοβούλου. Ρωμ. 16,10 Χαιρετήσατε τον Απελλήν, τον κατά πάντα γνήσιον και ενάρετον μαθητήν του Χριστού. Χαιρετήσατε τους χριστιανούς, από τους περί τον Αριστόβουλον. Ρωμ. 16,11 ἀσπάσασθε Ἡρῳδίωνα τὸν συγγενῆ μου. ἀσπάσασθε τοὺς ἐκ τῶν Ναρκίσσου τοὺς ὄντας ἐν Κυρίῳ. Ρωμ. 16,11 Χαιρετήσατε τον συμπατριώτην μου τον Ηρωδίωνα· χαιρετήσατε τους ανήκοντας στον Κύριον πιστούς, από τους περί τον Νάρκισσον. Ρωμ. 16,12 ἀσπάσασθε Τρύφαιναν καὶ Τρυφῶσαν τὰς κοπιώσας ἐν Κυρίῳ. ἀσπάσασθε Περσίδα τὴν ἀγαπητήν, ἥτις πολλὰ ἐκοπίασεν ἐν Κυρίῳ. Ρωμ. 16,12 Χαιρετήσατε την Τρύφαιναν και την Τρυφώσαν, αι οποίαι κοπιάζουν εργαζόμεναι εις την υπηρεσίαν του Κυρίου. Χαιρετήσατε την Περσίδα την αγαπητήν, η οποία πολύ εκοπίασεν στο έργον του Κυρίου. Ρωμ. 16,13 ἀσπάσασθε Ῥοῦφον τὸν ἐκλεκτὸν ἐν Κυρίῳ καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ. Ρωμ. 16,13 Χαιρετήσατε τον Ρούφον, ο οποίος είναι εκλεκτός χριστιανός ενώπιον του Κυρίου, και την μητέρα του, που είναι και ιδική μου μητέρα δια την στοργήν και τας περιποιήσεις που μου έχει δείξει. Ρωμ. 16,14 ἀσπάσασθε Ἀσύγκριτον, Φλέγοντα, Ἑρμᾶν, Πατρόβαν, Ἑρμῆν καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς ἀδελφούς. Ρωμ. 16,14 Χαιρετήσατε τους αδελφούς Ασύγκριτον, Φλέγοντα, Ερμάν, Πατρόβαν, Ερμήν και τους άλλους αδελφούς, που είναι μαζή των. Ρωμ. 16,15 ἀσπάσασθε Φιλόλογον καὶ Ἰουλίαν, Νηρέα καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτοῦ, καὶ Ὀλυμπᾶν καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς πάντας ἁγίους. Ρωμ. 16,15 Χαιρετήσατε τον Φιλόλογον και την Ιουλίαν, τον Νηρέα και την αδελφήν του, τον Ολυμπάν και όλους τους πιστούς, που είναι μαζή των. Ρωμ. 16,16 ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἁγίῳ. ἀσπάζονται ὑμᾶς αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Χριστοῦ. Ρωμ. 16,16 Χαιρετήσατε ο ένας τον άλλον με άγιον φίλημα της αγάπης του Χριστού. Σας χαιρετούν όλαι αι Εκκλησίαι του Χριστού. Ρωμ. 16,17 Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, σκοπεῖν τοὺς τὰς διχοστασίας καὶ τὰ σκάνδαλα παρὰ τὴν διδαχὴν ἣν ὑμεῖς ἐμάθετε ποιοῦντας, καὶ ἐκκλίνατε ἀπ᾿ αὐτῶν· Ρωμ. 16,17 Σας παρακαλώ δε αδελφοί να είσθε άγρυπνοι και να προσέχετε αυτούς, που προκαλούν διαιρέσεις και σκάνδαλα και που δεν συμμορφώνονται, αλλά φέρονται αντίθετα προς την αποστολικήν διδασκαλίαν, την οποίαν σεις εμάθατε. Φεύγετε μακρυά από αυτούς. Ρωμ. 16,18 οἱ γὰρ τοιοῦτοι τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ οὐ δουλεύουσιν, ἀλλὰ τῇ ἑαυτῶν κοιλίᾳ, καὶ διὰ τῆς χρηστολογίας καὶ εὐλογίας ἐξαπατῶσι τὰς καρδίας τῶν ἀκάκων· Ρωμ. 16,18 Διότι οι τέτοιοι άνθρωποι, ιδιοτελείς και φίλαυτοι, δεν υπηρετούν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, αλλά την κοιλίαν των και γενικώτερα την καλοπέρασίν των. Αυτοί δε με τους καλούς λόγους, με τους επαίνους και τας κολακείας των, παρασύρουν και ξεγελούν τους απονήρευτους, δια να τους εκμεταλλεύωνται. Ρωμ. 16,19 ἡ γὰρ ὑμῶν ὑπακοὴ εἰς πάντας ἀφίκετο. χαίρω οὖν τὸ ἐφ᾿ ὑμῖν· θέλω δὲ ὑμᾶς σοφοὺς μὲν εἶναι εἰς τὸ ἀγαθόν, ἀκεραίους δὲ εἰς τὸ κακόν. Ρωμ. 16,19 Σας γράφω αυτά, διότι εις όλους έχει διαδοθή η φήμη της προθύμου υπακοής σας στον Χριστόν και φοβούμαι μήπως αγύρται και υποκριταί εκμεταλλευθούν αυτήν σας την υπακοήν. Εγώ δε προσωπικώς χαίρω δια την υπακοήν και την ενάρετον ζωήν σας. Σας θέλω όμως να είσθε συνετοί και φρόνιμοι στο να διακρίνετε και να πράττετε το αγαθόν, να είσθε δε ανεπηρέαστοι και αμέτοχοι στο κακόν. Ρωμ. 16,20 ὁ δὲ Θεὸς τῆς εἰρήνης συντρίψει τὸν σατανᾶν ὑπὸ τοὺς πόδας ὑμῶν ἐν τάχει. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μεθ᾿ ὑμῶν. Ρωμ. 16,20 Ο δε Θεός της ειρήνης θα συντρίψη με την παντοδυναμίαν αυτού σύντομα τον σατανάν κάτω από τα πόδια σας. Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εύχομαι ολοψύχως να είναι μαζή σας. Ρωμ. 16,21 Ἀσπάζονται ὑμᾶς Τιμόθεος ὁ συνεργός μου, καὶ Λούκιος καὶ Ἰάσων καὶ Σωσίπατρος οἱ συγγενεῖς μου. Ρωμ. 16,21 Σας χαιρετούν εν Κυρίων ο Τιμόθεος, ο συνεργάτης μου στο αποστολικόν έργον, και ο Λούκιος και ο Ιάσων και ο Σωσίπατρος, οι ομοεθνείς μου. Ρωμ. 16,22 ἀσπάζομαι ὑμᾶς ἐγὼ Τέρτιος ὁ γράψας τὴν ἐπιστολὴν ἐν Κυρίῳ. Ρωμ. 16,22 Σας χαιρετώ εν Κυρίω και εγώ ο Τέρτιος, που έγραψα αυτήν την επιστολήν. Ρωμ. 16,23 ἀσπάζεται ὑμᾶς Γάϊος ὁ ξένος μου καὶ τῆς ἐκκλησίας ὅλης. ἀσπάζεται ὑμᾶς Ἔραστος ὁ οἰκονόμος τῆς πόλεως καὶ Κούαρτος ὁ ἀδελφός. Ρωμ. 16,23 Σας χαιρετά επίσης εν Κυρίω ο Γαϊος, που φιλοξενεί όχι μόνον εμέ, αλλά και τους χριστιανούς, που από διαφόρους Εκκλησίας επισκέπτονται την Κόρινθον. Σας χαιρετά ο Έραστος, ο διαχειριστής των δημοσίων εσόδων της πόλεως Κορίνθου και ο Κουάρτος ο εν Χριστώ αδελφός. Ρωμ. 16,24 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν. Ρωμ. 16,24 Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εύχομαι να είναι πάντοτε μαζή σας. Αμήν.

Πηγές

Το αρχαίο ελληνικό κείμενο της Καινής Διαθήκης με ερμηνευτική απόδοση ανήκει στον Ιωάννη Θ. Κολιτσάρα και έχει ληφθεί από την ιστοσελίδα www.bibles.gr. Σε μερικά κείμενα το αρχαίο κείμενο είναι αντιγραφή από την Καινή Διαθήκη της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η μετάφραση είναι αντιγραφή από την "Α' Μεταγλώττιση της Καινής Διαθήκης" Σπύρου Κίμ. Καραλή, A' έκδοση 1991. Στα κείμενα αυτά ανήκουν οι επιστολές του Αποστόλου Παύλου προς Γαλάτας, προς Κολοσσαείς, προς Β' Θεσσαλονικείς, Α' και Β' προς Τιμόθεον, προς Τίτον και προς Φιλήμονα. Ακόμη ανήκουν η Επιστολή του Ιακώβου, του Ιωάννου Β' και Γ', και του Ιούδα.

Το κείμενο της Καινής Διαθήκης βρίσκεται επίσης και στο site Ορθόδοξοι Ορίζοντες